The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.
Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by , 2021-04-26 17:46:54

ilovepdf_merged (1)

ilovepdf_merged (1)

Κυνηγοί Ζωής

ALEXA MERIAN

Τίτλος βιβλίου : Κυνηγοί Ζωής
Συγγραφέας: ALEXA MERIAN
Δημιουργική ομάδας στήριξης συγγραφέα
Αξιολόγηση-συγγραφική επιμέλεια: Ρούλα Νόστη
Φιλολογική επιμέλεια: Γεωργία Καλαμαρά
Εξώφυλλο: Ελένη Κρεμαστού-Αλεξάνδρα Μπατζανοπούλου
Σελιδοποίηση: Δέσποινα Φελεκίδου
Δημιουργία Βίντεο: Σοφία Μαραντίδου

© ALEXA MERIAN

© Εκδόσεις MARADEL BOOKS

Έκδοση, Σεπτέμβριος 2018

ISBN: 978-618-82654-9-3

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελ-
ληνικού Νόμου (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς
συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής
αδείας του εκδότη κατά οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν
γένει αναπαραγωγή, διανομή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή,
αναμετάδοση, παρουσίαση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονική, μηχανική ή
άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.

Maradel Books Εκδόσεις
Αργυρουπόλεως 4- τκ 57013
Θεσσαλονίκη
Τηλ: 2310 697989
www.maradelbooks.gr
e-mail [email protected]
web.facebook.com/maradel.books/

Στη Μαμά και τη Γιαγιά μου
Τις δύο Βαλεντίν της ζωής μου



Ευχαριστίες

Στους πρώιμους αναγνώστες Φωτεινή Μακράκη, Ελένη
Ζερβάκου, Ελίζα Μαρκοπούλου που ήταν μαζί μου από τις
πρώτες κιόλας ιστορίες που δημοσίευσα και δεν έχασαν στιγμή να
μου δώσουν αξέχαστα σχόλια σε κάθε κεφάλαιο. Σε όλους
εκείνους που με στήριξαν μέσω της εφαρμογής Wattpad με τα
δικά τους μοναδικά σχόλια. Σας ευχαριστώ για τις ευχάριστες
“απειλές” που μου έδωσαν στιγμές γέλιου και όρεξης για να
συνεχίσω τις στιγμές που το μυαλό μου δεν μπορούσε να
συνεχίσει.
Τη Ρούλα Νόστη που από τη στιγμή που έπεσα στα χέρια της
εγώ και η ιστορία μου, μας στήριξε με υπομονή και σε τέτοιο
βάθος που θαρρείς γνωριζόμαστε από πάντα και ας μην έχουμε
ειδωθεί ποτέ από κοντά.
Τη Δέσποινα Φελεκίδου, την εκδότρια μου που με τις γνώσεις,
την επιμονή και το μεράκι της φτάσαμε το βιβλίο στην τελική του
μορφή και το μετατρέψαμε στην πιο λαμπερή του εκδοχή.
Την Άννα, αδελφική μου φίλη και έμπνευση για τις πιο
πικάντικες στιγμές της ιστορίας, για εκείνα τα ατέλειωτα
τηλεφωνήματα μετά το τέλος κάθε κεφαλαίου και τον ατελείωτο
μονόλογο της για το πόσο την είχα αφήσει σε αγωνία και σε
άβολες καταστάσεις εν ώρα εργασίας.
Τη Φανή, η μαμά που κάθε παιδί θα έπρεπε να έχει δίπλα του.
Μαμά, το βραδινό διάβασμα πριν πέσουμε για ύπνο, οι βόλτες στα
παζάρια βιβλίων και τα βιβλιοπωλεία, η επιμονή σου σε σημείο
τσακωμού να μάθω μόνη μου να γράφω έκθεση και οι αμέτρητες
ώρες που μου έλυνες απορίες ενώ έγραφα απέδωσαν καρπούς.
Και τέλος τον Άκη, τον δικό μου Κίλιαν. Που στα τελευταία
οκτώ χρόνια με αμέτρητη αγάπη, υπομονή και επιμονή μου έδειξε
ότι πρέπει να κυνηγάμε τα όνειρα και ας φαίνονται παράδοξα. Για
εμάς είναι μοναδικά και πρέπει να μοχθήσουμε αν θέλουμε να
πορευτούμε στη ζωή ευτυχισμένοι. Σ’ ευχαριστώ για όλα.



ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Απαίτησα να με βρει έξω στο ξέφωτο και δέχτηκε δίχως να φέρει
καμία αντίρρηση.

Αυτή κι εγώ…
Αν οι υπόλοιποι την έβλεπαν να μου επιτίθεται, θα τη σκότωναν
δίχως δεύτερη σκέψη και αυτή ήταν μία μάχη που έπρεπε ο ίδιος να
δώσω.
Ο ένας από τους φύλακες μού έδειξε προς το μέρος της. Στεκόταν
αγέρωχη κάτω από την καταρρακτώδη βροχή κρατώντας για όπλο ένα
ξύλινο στυλιάρι και από εκείνη τη στιγμή και ύστερα δεν μπορούσα να
πάρω τα μάτια μου από πάνω της.
Την πλησίασα ενώ η γροθιά μου σφίχτηκε στο δικό μου στυλιάρι.
Την προκάλεσα λεκτικά ανάβοντας το πράσινο φως ώστε να ξεκινήσει η
μονομαχία μας.
Πάλεψα με πολλούς, μα πρώτη φορά στη ζωή μου, αντίπαλός μου θα
ήταν ένα θηλυκό.
Με εκνεύριζε τόσο, που ήθελα να τσακίσω τη ζωή της. Η πηγή της
οργής μου είχε να κάνει με το ότι κατά βάθος αναγνώριζα πως ήταν μία
ισάξια αντίπαλος και αυτό δεν το σήκωνε ο εγωισμός μου.
Η μάχη ανάμεσά μας έμοιαζε με έναν πολεμικό χορό που δίναμε
σώμα με σώμα με μουσική υπόκρουση τις βροντές, τους ήχους από τα
ξύλινα όπλα μας που συγκρούονταν και τις άρρυθμες αναπνοές μας.
Της κατάφερα καίρια χτυπήματα που την έριξαν στο βρεγμένο
έδαφος, μα η δύναμη και το πείσμα της την αναγεννούσαν κάνοντάς τη
να σταθεί ξανά στα πόδια της.
Ήθελα να μάθω τι κρυβόταν πίσω από τη δική της οργή και τι ήταν
αυτό που την έκανε θανάσιμα επικίνδυνη.
Την προσοχή μου τράβηξε το νωπό αίμα στα δάχτυλά μου και
θολωμένος από οργή έκανα το θανάσιμο λάθος να χάσω την
αυτοσυγκέντρωσή μου.

Με μια κίνηση με έριξε στο έδαφος ενώ η μύτη από το στυλιάρι
βρέθηκε να με σημαδεύει.

Για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια επέτρεψα στον εαυτό μου να
χάσει τον αυτοέλεγχό του και να νιώσει ηττημένος. Ήταν έτοιμη να με
αποτελειώσει και ψέλλισα το όνομά της.

Όχι γιατί την παρακαλούσα να μου χαρίσει τη ζωή. Το αντίθετο θα
έλεγα. Ήθελα να τη βγάλω από το σκοτάδι που πνιγόταν και να την
αφήσω να πράξει με πλήρη διαύγεια.

Όταν το όπλο της έπεσε στο έδαφος, αυθόρμητα την τράβηξα πάνω
μου κι εκεί κατάλαβα πως αυτός ο χορός δεν θα τελείωνε εδώ.

Θα ήταν αδιάκοπος και όσο συνέχιζε, τα βήματά μας θα δυσκόλευαν
όλο και περισσότερο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Η ώρα ήταν μερικά λεπτά μετά τα μεσάνυχτα και οι δρόμοι ήταν
σχεδόν έρημοι. Το νυχτερινό λεωφορείο με άφησε τέσσερα στενά μακριά
από το μοτέλ που προσωρινά και έτσι έπρεπε να περπατήσω. Μου
άρεσαν αυτού του είδους οι περίπατοι. Να με χτυπάει το παγωμένο
αεράκι ενώ στους δρόμους δεν υπάρχει αυτή η ενοχλητική βουή της
καθημερινότητας. Η δουλειά μου βρισκόταν σε μια παμπ στο κέντρο της
πόλης και ύστερα από τόσες ώρες οχλαγωγίας και δυνατής μουσικής,
αναζητούσα μερικές στιγμές ηρεμίας.

Ξαφνικά σταγόνες βροχής με χτύπησαν στο πρόσωπο και αμέσως
μετά ξεκίνησε μια δυνατή μπόρα. Παρόλο που ήταν αρχές φθινοπώρου
και τα δεδομένα του Λονδίνου, είχα αμελήσει και δεν είχα πάρει ομπρέλα
μαζί μου. Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμουν ήταν να αρρωστήσω
από την απερισκεψία μου αλλά δεν είχα και πολλές επιλογές. Άρχισα να
περπατάω πιο γρήγορα και όταν έστριψα στο δρόμο μου, είδα τη
μισοφωτισμένη ταμπέλα του "Monkeys on the trees" να αχνοφαίνεται.

«Λίγο ακόμα» μουρμούρισα και τη στιγμή που στάθηκα στο
πλατύσκαλο, άκουσα έναν περίεργο θόρυβο πάνω από τη βροχή.
Ερχόταν από το δύο θέσεων πάρκινγκ του μοτέλ και αμέσως οι
αισθήσεις μου ενισχύθηκαν. Λύγισα το κορμί μου προσεκτικά και αφού
έβγαλα δύο στιλέτα από τις μπότες μου, πλησίασα τις σκιές. Στην αρχή
νόμιζα ότι πάλι κάποιος με είχε βρει αλλά τη στιγμή που άκουσα έναν
γυναικείο λυγμό, όρμισα μπροστά και βρέθηκα αντιμέτωπη με δύο
άντρες να προσπαθούν να ακινητοποιήσουν μια νεαρή κοπέλα.
Πλησίασα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα και στάθηκα πίσω από τον έναν.

10 ALEXA MERIAN

«Ει, εσύ!» φώναξα και τη στιγμή που γύρισε, έσκυψα και του έχωσα
μια αγκωνιά στα αχαμνά.

Όταν λύγισε από τον πόνο πέρασα ξυστά με το μαχαίρι μου το
πλευρό του ίσα για να τον τρομάξω και αμέσως χώθηκα στον επόμενο.
Ευτυχώς η κοπελιά που βοηθούσα ξύπνησε από το σοκ και
προσπάθησε να με βοηθήσει χτυπώντας τον τύπο στην πλάτη μα ήταν
άσκοπο καθότι εκείνος δεν φαινόταν να ενοχλείται και πολύ από τα
χτυπήματά της. Εγώ από την άλλη προσπαθούσα να του ξεφύγω και για
καλή μου τύχη τη στιγμή που με είχε ακινητοποιήσει, η μικρή τον
χτύπησε μάλλον στο κεφάλι κι εκείνος έχασε τη συγκέντρωσή του. Έτσι
κατάφερα να του καρφώσω το άλλο μου στιλέτο στον μηρό. Εκείνος με
άφησε και αφού άρπαξα την κοπέλα από το χέρι, την τράβηξα για να
φύγουμε.

Μπήκαμε μέσα στο μοτέλ λαχανιασμένες. Στάθηκα μερικά δευτε-
ρόλεπτα και της έκανα νόημα να μη βγάλει άχνα. Ο γερο-Γκας κοιμόταν
όρθιος στη ρεσεψιόν και δεν ήθελα να μας καταλάβει. Ήταν το αφεντικό
αυτής της επιχείρησης και μου είχε απαγορεύσει ρητά να φέρνω παρέα
– ειδικά το βράδυ. Την έσπρωξα μέσα στον διάδρομο για να κρυφτεί και
περπάτησα άνετα μέχρι τον πάγκο.

«Πω πω, τι βροχή ήταν αυτή;» αναφώνησα και ο Γκας τινάχτηκε
όρθιος. Μόλις είδε ότι ήμουν εγώ, έπεσε πάλι πίσω στην καρέκλα του
βαριεστημένα και με κοίταξε με μισό μάτι.

«Α, εσύ είσαι; Τι θες;»
«Το κλειδί μου φυσικά και ένα καλό δείπνο στο δωμάτιο μου. Είσαι
γλύκας» του απάντησα με ψεύτικο νάζι και περίμενα υπομονετικά μέχρι
να γυρίσει την πλάτη του. Μόλις το έκανε γύρισα προς το μέρος της
μικρής και την έδειξα με το χέρι μου που να πάει. Είχε μερικά δεύτερα
στη διάθεσή της και μέχρι να τα καταφέρει η καρδιά μου χτυπούσε σαν
τρελή. Μόλις το έκανε ακριβώς την ίδια στιγμή ο Γκας γύρισε προς το
μέρος μου και πέταξε το κλειδί μπροστά μου.
«Πάρε αυτό και δεν έχει δείπνο για σένα. Να ερχόσουν νωρίτερα»
είπε μέσα από τα δόντια του και βούλιαξε πάλι στην καρέκλα του.
Ανασήκωσα το φρύδι μου και έγειρα μπροστά κοιτώντας τον ύπουλα.

Κυνηγοί Ζωής 11

«Και τι θα έλεγες αντί να καλέσω τη φίλη μου τη Σουζάνα, να έρθει να
σου κάνει παρέα, να πάρω τους μπάτσους και να έρθουν να ρίξουν μια
ματιά από ‘δω;»

Η Σουζάνα ήταν μία ιερόδουλη και την είχα γνωρίσει πριν αρκετό
καιρό όταν έμενα αποκλειστηκά στους δρόμους. Πουλούσε το κορμί της
για μερικές λίρες αλλά όσο εντάξει και αν φερόμασταν η μία στην άλλη
πάντα θα κοιτάγαμε τα τομάρια μας.

«Και ποιόν θα πιστέψουν; Εσένα; Μια τυχαία τύπισσα με τατουάζ,
σκουλαρίκια και χωρίς ταυτότητα ή μήπως έναν ταπεινό μαγαζάτορα
σαν εμένα;»

«Αα, ώστε πάει να μου βγει και από πάνω; Όχι, γέρο-Γκας. Δεν με
ξέρεις καλά εμένα» σκέφτηκα και αμέσως έβγαλα την ψεύτικη ταυτότητά
που είχα φροντίσει να πάρω μέσω κάποιων παλιών γνωριμιών και την
κράτησα ανάμεσα στα δυο μου δάχτυλα σαν τραπουλόχαρτο.

«Ωω, αυτή λες; Οκ, Γκας. Αφού ρισκάρεις την παρέα της φίλης μου
για ένα καρτελάκι και ένα πιάτο φαΐ, εντάξει» είπα δήθεν άνετα και από
την αντίδρασή του κατάλαβα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία μου βραδιά σε
αυτό το μέρος. Ήταν κρίμα αφού ήταν φθηνά και άνετα.

Εκείνος αμέσως τινάχτηκε όρθιος κατά ιδρωμένος, άρπαξε την
ταυτότητα μέσα από τα χέρια μου και την κοίταξε καλά καλά.

«Το φαΐ θα είναι στο δωμάτιο σου σε μισή ώρα και πες στη φίλη σου
πως θα την περιμένω όταν σχολάσει. Επίσης ακόμα περιμένω το νοίκι
μου! Αν δεν το έχω μέχρι αύριο την κοπανάς από ‘δώ» είπε με έναν
γλοιώδη τρόπο που με έκανε να αηδιάσω. Άρπαξα τον καρπό του με
δύναμη και τον κοίταξα απειλητικά. Η όλη θηλυκότητα και πονηριά είχε
φύγει από πάνω μου μονομιας.

«Κανόνισε να ξαναδώ το παραμικρό σημάδι επάνω της και σου έχω
κάνει το μαγαζάκι σου κι εσένα μαζί, στάχτη. Έγινα κατανοητή;»
γρύλισα κι εκείνος με κοίταξε με ύφος που έλεγε ότι μόλις έφευγα εκτός
από το φαγητό μου θα έπρεπε να περιμένω και την αστυνομία. Τον
άφησα απότομα και γύρισα για να φύγω. Μόλις συνάντησα τη μικρή
στον διάδρομο άφησα μια μεγάλη ανάσα να βγει από μέσα μου.

12 ALEXA MERIAN

«Οκ, αυτό θα είναι δύσκολο» μουρμούρισα κι εκείνη με κοίταξε
παραξενεμένη. Άρχισα να περπατάω προς το ασανσέρ ενώ η μικρή με
ακολουθούσε σιωπηλά. Ανεβήκαμε στον πρώτο όροφο και τη στιγμή που
φτάσαμε έξω από το δωμάτιο με το σκουριασμένο νούμερο "13" άνοιξα
και αφού την έβαλα μέσα κοίταξα για να δω αν μας ακολουθούσε κανείς
και μετά μπήκα κι εγώ. Έκλεισα την πόρτα και ακούμπησα επάνω της με
τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Την επεξεργάστηκα από πάνω ως
κάτω και δεν μου φαινόταν περίεργη. Κοιτούσε τον χώρο αμήχανα και
όταν το βλέμμα της έπεσε επάνω μου, γύρισε από την άλλη και με
απέφυγε. Άφησα τον εαυτό μου να χαλαρώσει για μερικά λεπτά και έτσι
έβγαλα το βρεγμένο μου παλτό, το άφησα σε μια καρέκλα και αφού
έβγαλα τα στιλέτα μου, τα άφησα πάνω στο κομοδίνο και ύστερα έβγαλα
τις μπότες μου. Δεν το πιστεύω ότι μετά από τόση ορθοστασία θα πρέπει
πάλι να τρέχω.

«Δεν… δεν θα με ρωτήσεις τίποτα;» τραύλισε και με την άκρη του
ματιού μου παρατήρησα πως είχε αρχίσει να τρέμει. ‘Ηταν βρεγμένη
μέχρι το κόκαλο. Δεν την κοιτούσα όσο έψαχνα έξτρα ρούχα και για μένα
αλλά και για εκείνη. Ήμασταν πάνω κάτω στα ίδια κιλά, οπότε δεν
νομίζω να είχαμε πρόβλημα. Μόλις βρήκα ένα μαύρο φαρδύ φούτερ με
κουκούλα και μία φόρμα, στάθηκα μπροστά της και την κοίταξα.

«Για την ακρίβεια έχω μερικές ερωτήσεις και, εάν θέλεις να μείνεις
μαζί μου, θα πρέπει να τις απαντήσεις όλες. Είμαστε σύμφωνοι;» τη
ρώτησα δήθεν αυστηρά κι εκείνη αμέσως κούνησε το κεφάλι καταφατικά.
Η εικόνα της ήταν πολύ αστεία.

«Πώς σε λένε και πόσο χρονών είσαι;»
«Ε, με λένε Ροσέλ και είμαι...ε, δεκαεννιά χρονών».
Έλεγε ψέματα για κάποιο από τα δύο, αλλά δεν πείραζε. Κι εγώ δεν
ήμουν τέλεια.
«Ωραία, Ροσέλ. Πόσες μέρες είσαι στον δρόμο;»
Φαινόταν ταλαιπωρημένη, αλλά όχι τόσο ώστε να δείχνει άστεγη. Δεν
έτυχε ποτέ να συναντήσω στη ζωή μου άστεγους με γαλάζια
φρεσκοβαμμένα νύχια, μαλλιά που ακόμα και βρεγμένα έμοιαζαν λες και
ήταν από κομμωτήριο, και ρούχα κάποιας γνωστής μάρκας.

Κυνηγοί Ζωής 13

«Τέσσερις» απάντησε δειλά και εντάξει, αυτό μπορούσα να το
πιστέψω. Τότε της χαμογέλασα και άφησα τα ρούχα στην αγκαλιά της.
Εκείνη με κοίταξε σαστισμένη.

«Μπες να κάνεις ένα μπάνιο και όταν βγεις, ελπίζω πως θα έχει έρθει
και το φαγητό» της είπα με έναν ήρεμο τόνο για να την καθησυχάσω.

«Ευχαριστώ, μα δεν θα με ρωτήσεις κάτι άλλο; Από πού είμαι, γιατί
με κυνηγάνε; Πώς ξέρεις ότι δεν θα έχεις πρόβλημα μαζί μου;»

«Έχεις σκοπό να με σκοτώσεις στον ύπνο μου ή μήπως να μου την
πέσεις; Σε προειδοποιώ, δεν μου αρέσουν οι γυναίκες».

Γέλασε νευρικά ενώ κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Ε, τότε δεν με νοιάζει. Έτσι και αλλιώς μπλέχτηκα από τη στιγμή
που αποφάσισα να σε βοηθήσω, οπότε απλώς πήγαινε να κάνεις
μπάνιο και έλα να ξεκουραστούμε» της είπα γελώντας.
Αφού μπήκε μέσα και έκλεισε την πόρτα, το χαμόγελο χάθηκε από τα
χείλη μου. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού και κοίταξα για λίγο το κενό.
Αυτή η μικρή μού θύμιζε αρκετά τον ίδιο μου τον εαυτό πριν έξι
χρόνια. Άραγε ποιος ξέρει εκείνη από τι είχε να κρυφτεί. Φαινόταν τόσο
μικρή· ούτε κατά διάνοια δεν πίστεψα ότι ήταν δεκαεννιά χρονών. Ένας
κανόνας που έμαθα στους δρόμους ήταν πως δεν ρωτάς ποτέ την
ιστορία του άλλου. Θα σ’ την πει από μόνος του και αν δεν το κάνει, θα
αποκαλυφθεί στην πορεία. Έτσι περίμενα πως θα γίνει και με εκείνη. Αν
μας έβρισκε η αστυνομία βέβαια, θα είχα πολύ μεγάλα μπλεξίματα που
είχα μαζί μου μία ανήλικη. Ειδικά άμα την έψαχναν και οι γονείς της, θα
έριχναν το φταίξιμο επάνω μου και μετά άντε να αποδείκνυα το αντίθετο.
Αλλά και τι να έκανα; Δεν μπορούσα να την αφήσω στον δρόμο με
αυτούς τους μαντράχαλους αλλά ούτε και να την παραδώσω στην
αστυνομία.
«Πώς σε λένε;»
Η φωνή της με έβγαλε από τις σκέψεις μου και την είδα να κρέμεται η
μισή έξω από το μπάνιο και να με κοιτάζει. Κούνησα το κεφάλι πέρα
δώθε για να διώξω την αρνητικότητα από πάνω μου και της χαμογέλασα.
«Το όνομά μου είναι Βαλεντίν».

14 ALEXA MERIAN

«Ωραία, Βαλεντίν, Βαλ. Μ’ αρέσει! Η φόρμα που μου έδωσες μου
πέφτει και το φούτερ μού είναι τεράστιο» παραπονέθηκε και την κοίταξα
με το ένα φρύδι ανασηκωμένο. Κοίτα που μου κάνει και τη δύσκολη.

«Το φούτερ κράτησέ το, θα σου χρειαστεί αργότερα. Όσο για το
όνομα, θα σε …» πήγα να την απειλήσω για τα παρατσούκλια, αλλά
δυστυχώς με διέκοψε η πόρτα.

Της έκανα νόημα με τον δείκτη μου να μη βγάλει άχνα. Έπιασα τα
μαλλιά μου έναν πρόχειρο κότσο και χαμήλωσα τα φώτα. Άνοιξα την
πόρτα ίσα ίσα για να πιάσω τον δίσκο και το έπαιξα νυσταγμένη.
Μπροστά στεκόταν η καμαριέρα του μοτέλ μαζί με τον ιδιοκτήτη, δηλαδή
τον γερο-Γκας. Συνήθως την έστελνε μόνη της, μα για να ήρθε και αυτός,
σήμαινε πως υπήρχε πρόβλημα. Μόνο όταν ήθελε το ενοίκιο ανέβαινε
στα δωμάτια.

Άπλωσα το χέρι για να αρπάξω τον δίσκο και να τους κλείσω την
πόρτα στα μούτρα, μα εκείνος με σταμάτησε.

«Φοβάμαι πως θα πρέπει να κατέβεις κάτω. Είχαμε ένα πρόβλημα με
την ταυτότητά σου και θα πρέπει να έρθεις από το γραφείο μου».

«Γκας, μόλις γύρισα από τη δουλειά και το μόνο που θέλω να κάνω
είναι να φάω και να κοιμηθώ» του είπα σοβαρά και με φωνή που δεν
σήκωνε αντιρρήσεις.

Με αγριοκοίταξε.
«Αν σε μία ώρα δεν είσαι στη ρεσεψιόν με τα λεφτά μου, έξω θα σε
περιμένει ένα περιπολικό. Και μη φανταστείς ότι μπορείς να το σκάσεις,
γιατί στην είσοδο είναι ήδη ο φύλακας».
Πήρα τον δίσκο που κρατούσε η καμαριέρα, η οποία με κοιτούσε με
βλέμμα λυπημένο, και έκλεισα την πόρτα με δύναμη. Τον άφησα επάνω
στο κρεβάτι και έκρυψα το πρόσωπο μέσα στις παλάμες μου. Η Ροσέλ
στεκόταν λίγο πιο πέρα, αμίλητη, και καταλάβαινα πως είχε σαστίσει.
Πήρα μια βαθιά ανάσα και την κοίταξα χαμογελώντας.
«Κάθισε να φας και να είσαι έτοιμη. Θα χρειαστεί να φύγουμε και δεν
θα είναι εύκολο» της είπα ήρεμα και με κοίταξε με αβεβαιότητα.
«Εμπρός, είναι όλο δικό σου. Θα χρειαστείς δυνάμεις για τον δρόμο».
«Μα... εσύ;» αναρωτήθηκε έκπληκτη και της χαμογέλασα.

Κυνηγοί Ζωής 15

«Μη σε νοιάζει για μένα. Πάντα τρώω στο μαγαζί πριν φύγω, οπότε
είμαι εντάξει» την καθησύχασα και, αφού την έβαλα με το ζόρι να φάει,
άρχισα να ετοιμάζω τα πράγματά μου και να σκέφτομαι εναλλακτικούς
τρόπους διαφυγής. Η είσοδος και μόνη έξοδος ήταν εκτός σχεδίου, οπότε
το μόνο που μας έμενε ήταν κάποιο παράθυρο. Έβγαλα το κινητό από
την πίσω τσέπη του παντελονιού μου και βρήκα στις επαφές μου τον
αριθμό που ήθελα. Τον κάλεσα καθώς κοιτούσα έξω από το παράθυρο
εξετάζοντας τις επιλογές μας.

Μια βραχνιασμένη φωνή απάντησε από την άλλη πλευρά και
αυθόρμητα χαμογέλασα.

«Ποιος είναι;» ρώτησε και πήρα μια βαθιά ανάσα.
«Έιντζελ, εγώ είμαι» είπα διστακτικά.
Για λίγο σιγή απλώθηκε ανάμεσά μας. Μάλλον δεν με κατάλαβε με
την πρώτη ή με κατάλαβε και απλά είχε σοκαριστεί.
«Κουίν;» ρώτησε έκπληκτος και χαμογέλασα.
Και ναι λοιπόν. Το πραγματικό μου όνομα είναι Κουίν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Ναι, ο Έιντζελ είναι αδερφός μου. Να άλλη μια πληροφορία για μένα.
Ήταν το μοναδικό πρόσωπο από την οικογένειά μου με το οποίο είχα
ακόμη επικοινωνία, και ευτυχώς κάθε φορά που ήθελα βοήθεια μου την
πρόσφερε δίχως πολλές ερωτήσεις. Το μόνο που ήθελε να ξέρει ήταν αν
ήμουν καλά.

Είχαμε διαφορά τρία χρόνια. Εγώ ήμουν μεγαλύτερη αλλά η
ωριμότητα του μυαλό του ξεπερνούσε ακόμα και αυτή του αγαπητού μου
πατέρα. Φυσικά εξωτερικά ήταν το ομορφόπαιδο όλης της οικογένειας.
Γαλάζια μάτια και λαμπερό χαμόγελο που κάθε γυναίκα έλιωνε στη θέα
του και φυσικά εκείνος δεν έχανε ευκαιρία από το να το προσφέρει
απλόχερα. Το ίδιο και το σώμα του. Ήταν λιγάκι γυαναικάς.

Του είχα τρομερή αδυναμία, παρ’ όλο που δεν ήταν βιολογικός μου
αδερφός. Πριν ο πατέρας μου διώξει τη μητέρα μου, επειδή τον απάτησε
-ή τουλάχιστον έτσι μου είπε εκείνος-, και παντρευτεί μια ξένη γυναίκα,
ήμουν μοναχοπαίδι. Στην τρυφερή ηλικία των τριών μού εμφάνισαν
ξαφνικά ένα μωρό και, ενώ περίμεναν ότι θα ζηλέψω ή ότι θα αντιδράσω
άσχημα, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να χαμογελάσω σε αυτό το
μικρό πλασματάκι και να μην αφήσω κανέναν άλλον να το πλησιάσει για
τα επόμενα δεκαεφτά χρόνια που έμεινα στο πατρικό μου σπίτι. Τα μάτια
μου είχαν δει πολλά σε αυτό το μέρος και με είχαν καταστρέψει αλλά δεν
μπορούσαν να επιτρέψω να γίνει το ίδιο και με εκείνον. Φρόντιζα να
μένει πάντα έξω από μπελάδες, να ακολουθεί πιστά το σχολείο ώστε να
σπουδάσει και γενικά να μείνει εκτός από τη ζωή που είχαν προορίσει
άλλοι για εμάς.

Κυνηγοί Ζωής 17

Όταν βέβαια ήρθε η στιγμή να φύγω μακριά, τον παρακάλεσα να
έρθει μαζί μου. Στην αρχή συμφώνησε· μέσα σε μια νύχτα όμως άλλαξαν
όλα. Με βοήθησε να το σκάσω, αλλά εκείνος έμεινε πίσω. Τον
αγαπούσα υπερβολικά, μα εκείνο το βράδυ δεν τον αναγνώριζα. Μου
είχε πει πως ήθελε να μείνει στο πλάι του πατέρα μου και πως ήταν
καιρός να μεγαλώσει και να μάθει τη δουλειά της οικογένειας. Αυτή του η
αποφάση με είχε τρομάξει όσο τίποτα άλλο, όμως δεν μπορούσα να
μείνω λεπτό παραπάνω σε εκείνο το σπίτι και έτσι τον άφησα – και μαζί
με αυτόν ένα κομμάτι από την καρδιά μου που του ανήκε. Πάντα θα τον
έβλεπα σαν τον μικρό μου αδερφό, όμως ήταν αρκετά μεγάλος για να
πάρει τις δικές του αποφάσεις.

Οι αναμνήσεις πλημμύρισαν το μυαλό μου όταν άκουσα τη φωνή του
μετά από τόσο καιρό και για μια στιγμή το μετάνιωσα που τον κάλεσα.

«Συγγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας, αλλά χρειάζομαι τη βοήθειά
σου» του είπα τελικά.

«Τι έγινε; Είσαι καλά; Πού είσαι να έρθω να σε βρω;» είπε
αναστατωμένος, και κατά κάποιον τρόπο η αντίδρασή του μου φάνηκε
χαριτωμένη. Κοίταξα τη Ροσέλ που με παρατηρούσε και προσπάθησα
να κρατήσω μία ουδέτερη στάση για να μην την ανησυχήσω παραπάνω.

«Είμαι μια χαρά. Απλώς θέλω να μεταφέρεις μερικά χρήματα από τον
λογαριασμό μου σε αυτόν που σου έχω δώσει». Εκείνη τη στιγμή
άκουσα τη σειρήνα περιπολικού, πολύ κοντά στο μοτέλ.

«Κουίν, σε παρακαλώ, γύρνα. Τα πάντα έχουν αλλάξει. Κανείς δεν
πρόκειται να σε πειράξει πλέον. Όσο ζω και αναπνέω θα είσαι ασφαλής.
Μου έχεις λείψει, γαμώτο!» μου είπε έντονα, αλλά όσο και να ήθελα να
μιλήσουμε, τη συγκεκριμένη στιγμή ήταν αδύνατον. Έπρεπε να φύγουμε
από αυτό το μέρος πριν μας πιάσουν. Τα λόγια του με επηρέασαν, μα
δεν άφησα στιγμή τα συναισθήματά μου να φανούν.

«Ξέρεις την απάντηση. Λοιπόν, αν μπορείς να κάνεις αυτό που σου
ζήτησα, έχει καλώς, αλλιώς αυτή είναι η τελευταία φορά που μιλάμε. Δεν
μπορώ να διακινδυνέψω τίποτα απ’ ό,τι έχτισα».

18 ALEXA MERIAN

«Και τι είναι αυτό που έχεις χτίσει, Κουίν; Το να ζεις στους δρόμους
σαν άστεγη και να μην έχεις ένα σπίτι να γυρίσεις; Αυτή δεν είναι ζωή,
μπορείς να το καταλάβεις; Εδώ θα ήσουν–».

«Κάνεις λάθος» τον διέκοψα απότομα και η Ροσέλ με κοίταξε
έκπληκτη.

«Έχω την ελευθερία μου και την προτιμώ περισσότερο από τις
ανέσεις που θα μπορούσατε να μου προσφέρετε. Αντίο, Έιντζελ» του
είπα ψυχρά και έκλεισα το τηλέφωνο πριν καν προλάβει να απαντήσει.
Η αναπνοή μου ήταν ακανόνιστη και κοιτούσα το κενό με μίσος. Η Ροσέλ
έκανε μία προσπάθεια να με πλησιάσει, μα το βλέμμα μου τη σταμάτησε
την τελευταία στιγμή.

«Βαλεντίν, πρέπει να φύγουμε» μουρμούρισε και συμφώνησα με ένα
νεύμα.

Κοίταξα το κινητό μου. Το πέταξα με δύναμη στον τοίχο και αυτό
διαλύθηκε σε κομμάτια. Πήρα την κάρτα, τη δίπλωσα στη μέση και
κράτησα το ένα κομμάτι για μένα ενώ το άλλο το άφησα πεταμένο.
Ύστερα κρέμασα το σακίδιο στην πλάτη μου και σήκωσα το παράθυρο.
Αμέσως σκυθρώπιασα. Υπήρχε κίνδυνος να χτυπήσει τόσο η μικρή όσο
κι εγώ. Έξω έβρεχε καταρρακτωδώς και η προσγείωση θα ήταν
ανώμαλη.

Ξαφνικά ένα αμυδρό χτύπημα στην πόρτα μας έκανε και τις δύο να
παγώσουμε. Της έκανα νόημα να μη μιλήσει και να πλησιάσει το
παράθυρο. Τουλάχιστον ας τα κατάφερνε εκείνη που δεν έφταιγε σε
τίποτα.

«Μισό λεπτό!» φώναξα και της έδειξα με το βλέμμα μου το παράθυρο.
«Είσαι τρελή;» ψιθύρισε και την κοίταξα με το ένα φρύδι αναση-
κωμένο.
«Ερώτηση ήταν αυτή;» είπα ειρωνικά και με κοίταξε στραβά.
«Ναι, σωστά. Τι ρωτάω κι εγώ» μου απάντησε εξίσου ειρωνικά και
την κοίταξα με έκπληξη. Όσο περνούσε η ώρα τη συμπαθούσα όλο και
περισσότερο. Πριν προλάβω να της απαντήσω αναλόγως, μια φωνή
ήρθε πίσω από την πόρτα και μας διέκοψε.

Κυνηγοί Ζωής 19

«Δεσποινίς, γρήγορα! Δεν έχουμε πολύ χρόνο!» είπε σχεδόν χαμη-
λόφωνα και αμέσως κοιταχτήκαμε. Άνοιξα την πόρτα ελάχιστα και είδα
την καμαριέρα να με κοιτάζει αγχωμένα.

«Ελάτε μαζί μου και θα σας βοηθήσω να φύγετε πριν ανέβουν
επάνω». Δεν ήξερα αν μπορούσαμε να την εμπιστευτούμε, μα και το να
πηδήξουμε από το παράθυρο, δεν ήταν και η καλύτερη λύση.

«Πολύ καλά. Ροσέλ, έλα» είπα και η μικρή αμέσως με πλησίασε.
Πήραμε τα πράγματά μας στα χέρια και την ακολουθήσαμε. Την ώρα
που περνούσαμε από το ασανσέρ άκουσα τη φωνή του ιδιοκτήτη και η
καρδιά μου άρχισε να χτυπάει σαν τρελή.
«Γρήγορα, από δώ!» Η καμαριέρα και άρχισε να κατεβαίνει τις
σκάλες.
Την ακολουθήσαμε τρέχοντας και μας οδήγησε σε μια πόρτα που η
ταμπέλα έγραφε «Προσωπικό». Μπήκαμε μέσα κι εκείνη αμέσως άνοιξε
το παράθυρο και έβγαλε το κεφάλι απ’ έξω ενώ κοιτούσε δεξιά κι
αριστερά.
«Από ‘δώ μπορείτε να φύγετε. Δεν υπάρχει κανείς έξω και είναι πιο
ασφαλές από τον δεύτερο όροφο» είπε και η Ροσέλ με κοίταξε σαν να
περίμενε να πάρω εγώ την απόφαση.
«Τι με κοιτάς; Εμπρός, δεν έχουμε πολύ χρόνο» της είπα έντονα και
αφού ένευσε, καβάλησε το παράθυρο.
Πριν πηδήξει, μου έριξε ένα τελευταίο βλέμμα και ύστερα άκουσα τον
γδούπο που έκαναν τα πόδια της στο έδαφος. Έσκυψα για να δω αν
είναι καλά και ύστερα γύρισα προς την καμαριέρα. Τύλιξα τα χέρια μου
γύρω της σφιχτά και την ευχαρίστησα για ό,τι έκανε. Ύστερα
κρεμάστηκα έξω από το παράθυρο, έκανα ένα σάλτο και προσγειώθηκα
στην άσφαλτο του παρκινγκ. Η Ροσέλ είχε κρυφτεί πίσω από έναν θάμνο
και με περίμενε. Έξυπνη κοπέλα. Την πλησίασα και την τράβηξα από το
χέρι ώστε να φύγουμε από αυτό το μέρος, αλλά για κακή μας τύχη εκείνη
τη στιγμή βγήκε έξω ο ιδιοκτήτης μαζί με δύο μπάτσους. Μόλις μας είδαν,
άρχισαν να φωνάζουν προς το μέρος μας.
«Τρέχα, μικρή, τρέχα!» της φώναξα και τότε άρχισε το κανονικό
κυνηγητό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

«Πωπώ, παραλίγο και θα μας έπιαναν» αναστέναξα τη στιγμή που
ηρέμισα την αναπνοή μου. Είχαμε βρει καταφύγιο σε ένα μικρό παρκάκι,
μερικά στενά πιο κάτω από το μοτέλ. Ήταν περιφραγμένο και για καλή
μας τύχη προλάβαμε να κρυφτούμε, πριν ανακαλύψουν τα ίχνη μας.
Γύρισα το βλέμμα μου πάνω της καθότι δεν απαντούσε και άρχισε να με
τυλίγει ένα δεύτερο κύμα πανικού. Είχε καρφώσει το βλέμμα της στο
κενό και με μια πρώτη ματιά φαινόταν τρομοκρατημένη. Ήταν το λιγότερο
που χρειαζόμουν τη δεδομένη στιγμή! Δεν είχα ιδέα πώς να ηρεμήσω
ένα πιτσιρίκι.

«Αυτό ήταν ΦΟΒΕΡΟ!» φώναξε ξαφνικά και τινάχτηκα πίσω.
«Ορίστε;» την κοίταξα με έκπληξη ενώ εκείνη χαμογελούσε σαν
ψυχοπαθής.
«Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή και η έξαψη έκανε όλο μου το
σώμα να τρέμει. Ήταν φοβερό, σου λέω! Ούτε όταν το έσκασα δεν
ένιωθα έτσι!» είπε γεμάτη ενθουσιασμό και έκλεισα τα μάτια κουνώντας
το κεφάλι πέρα δώθε.
«Θα τη σκοτώσω» μουρμούρισα και τότε το χαμόγελό της πάγωσε
και με κοίταξε έντρομη.
«Τι είπες; Τι έκανα;»
«Παραλίγο να μπλέξουμε για τα καλά κι εσύ χαίρεσαι! Αν είναι να το
βλέπεις σαν κάποιο παιχνίδι, καλύτερα οι δρόμοι μας να χωρίσουν από
τώρα. Δεν θέλω να έχω περισσότερα μπλεξίματα απ’ αυτά που έχω ήδη.
Δεν θέλω να με βρει κανείς!» Την τελευταία πρόταση την είπα πιο έντονα
και τότε από το πρόσωπό της κατάλαβα πως ίσως να ήμουν λίγο

Κυνηγοί Ζωής 21

πιο σκληρή απ’ όσο υπολόγιζα. Έσκυψε το κεφάλι της. Έδειχνε
μετανιωμένη. Γρύλισα δυνατά και την πλησίασα.

«Έλα, συγγνώμη. Δεν ήθελα να σου μιλήσω άσχημα. Έχω πολλά
στο κεφάλι μου και ξέσπασα επάνω σου». Η φωνή μου ήταν ήρεμη και
τη χάιδεψα στην πλάτη. Δεν ήμουν άνθρωπος που έδειχνε αγάπη ή κάτι
σαν και αυτό, αλλά ήξερα ότι αυτή τη φορά έκανα λάθος.

«Εγώ συγγνώμη. Σε έβαλα σε μπελάδες, οπότε θα ήταν καλύτερα να
εξαφανιστώ από τη ζωή σου» είπε μυξοκλαίγοντας και ρουθούνισα. Τότε
σηκώθηκε και πήγε να φύγει, αλλά την τράβηξα από τη άκρη του
παντελονιού και έσκασε πάλι κάτω με έναν δυνατό γδούπο.

«Άουτς!» αναφώνησε και κράτησε τον μηρό της.
«Είσαι βλαμμένο. Έτσι όπως το πας θα σκοτωθείς εκεί έξω μέσα σε
μερικά δεύτερα. Άσε, κάθισε μαζί μου και μην παραπονιέσαι» της είπα
και με κοίταξε με δάκρυα στα μάτια.
«Αφού σου είμαι βάρος» είπε και ρούφηξε τη μύτη της σαν κουτάβι.
Στριφογύρισα τα μάτια αγανακτισμένα. Αυτό το πιτσιρίκι ήξερε να παίζει
καλά με τις τύψεις των άλλων. Αναρωτιέμαι, πόσο κόσμο έκανε ότι ήθελε.
«Δεν μου είσαι βάρος. Απλά έχει περάσει αρκετός καιρός που είχα
κάποιον άνθρωπο δίπλα μου και έχω ξεσυνηθίσει» είπα ηττημένα και με
κοίταξε σχεδόν με λύπη. Αυτό ήταν ένα από τα βλέμματα που
σιχαινόμουν στους ανθρώπους. Σήκωσα το χέρι μου και την έσπρωξα
από τον ώμο δυνατά ώστε να πέσει κάτω.
«Τι κάνεις, μωρέ;» με ρώτησε έκπληκτη και γέλασα δυνατά. Ύστερα
σηκώθηκα όρθια και της άπλωσα το χέρι για να τη βοηθήσω.
«Σήκω, μικρή. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας» της είπα και
πιάνοντας το χέρι μου την τράβηξα με δύναμη και σηκώθηκε. Πήραμε
τους δύο σάκους με τα πράγματά μας και ξεκινήσαμε να περπατάμε.
Ευτυχώς η βροχή είχε σταματήσει.
«Και πού θα πάμε τώρα;» με ρώτησε και κοίταξα αόριστα τον δρόμο.
Σε περιπτώσεις σαν και αυτές οι κινήσεις μου ήταν πάντα δύο. Έβγαζα
χρήματα από την τράπεζα και ύστερα άλλαζα περιοχή.
«Άραγε, ο Έιντζελ έκανε αυτό που του ζήτησα» αναρωτήθηκα από
μέσα μου.

22 ALEXA MERIAN

«Θα σταματήσουμε σε ένα ΑΤΜ και ύστερα θα πάρουμε το τρένο»
της είπα κι εκείνη δεν διαφώνησε. Αυτή η μικρή μού είχε κινήσει πολύ το
ενδιαφέρον. Τόσο πολύ ήθελε να χαθεί;

Περπατούσαμε αργά στον δρόμο και η καθεμία ήταν χαμένη στις
σκέψεις της. Όταν διαπίστωσα πως ο λογαριασμός μου είχε παραμείνει
όπως την τελευταία φορά που τον κοίταξα, εξοργίστηκα.

«Τον μπάσταρδο» γρύλισα μέσα από τα δόντια μου και έμεινα για
μερικά λεπτά σιωπηλή καθώς σκεφτόμουν τις επιλογές μου. Η μικρή
προσφέρθηκε να χρησιμοποιήσουμε τα δικά της μα ήμουν κάθετη.
Συλλογίστηκα πως αν μας έβρισκαν οι δικοί της, πιθανόν να
κατηγορούσαν εμένα ότι προσπάθησα να την εκμεταλλευτώ και κάτι
τέτοιο δεν υπήρχε περίπτωση να το δεχτώ.

Άρχισα να περπατάω προς τη μεριά του τρένου χαμένη στις σκέψεις
μου ενώ κι εκείνη με ακολουθούσε σιωπηλά. Ο δρόμος ήταν ήσυχος και
για κάποιο λόγο ένιωθα περίεργα –σαν κάποιος να μας
παρακολουθούσε–, και από την εμπειρία μου αυτή η διαίσθηση δεν
έκανε ποτέ λάθος. Κοίταξα τη Ροσέλ και παρατήρησα πως κι εκείνη
κοιτούσε κάθε τόσο νευρικά εδώ κι εκεί. Ο σταθμός δεν άργησε να φανεί
μπροστά μας ύστερα από λίγο, αλλά τη στιγμή που πήγα να της πω πως
εάν χρειαζόταν κάτι να το έπαιρνε πριν μπούμε διότι η διαδρομή θα ήταν
μεγάλη, ένας ηλίθιος καβάλησε το πεζοδρόμιο και μας κόρναρε με
επιμονή. Αμέσως τιναχτήκαμε στην άκρη για να μη μας χτυπήσει. Δεν
φιμηζόμουν για την υπομονή και τον γλυκό λόγο μου, ιδίως όταν τα
νεύρα μου είχαν φτάσει στα όρια τους.

«Είσαι μαλάκας, άνθρωπέ μου; Εδώ περπατάει κόσμος!» φώναξα
και κατέβασα με δύναμη τη γροθιά μου στο καπό του αυτοκινήτου. Το
αποτέλεσμα ήταν μια ωραιότατη λακκούβα σε αυτό το αστραφτερό
όχημα.

«Βαλ, τρέχα» άκουσα τη μικρή να λέει με τρόμο δίπλα μου και την
κοίταξα δίχως να καταλαβαίνω τι γίνεται.

«ΤΡΕΧΑ!» φώναξε και ξεκίνησε πρώτη και δίχως δεύτερη σκέψη
άρχισα να την ακολουθώ. Κάτι μου έλεγε πως δεν ήταν κάποιος τυχαίος
και έκανα τα πράγμα χειρότερα με την οξυθημία μου.

Κυνηγοί Ζωής 23

«Μπες στον σταθμό!» φώναξα και, αφού την άφησα να μπει πρώτη,
γύρισα για ένα δευτερόλεπτο πίσω να δω αν μας ακολουθούν.

Ο οδηγός από το αμάξι είχε βγει έξω με ένα όπλο στο χέρι· μας
πλησίαζε γρήγορα. Ήταν ψηλός, μυώδης και με ξανθά μαλλιά. Δεν
προλάβαινα να παρατηρήσω καλύτερα τα χαρακτηριστικά του, μα ένα
πράγμα ήταν σίγουρο: ο τύπος δεν αστειευόταν καθόλου. Γύρισα πλάτη,
πήδηξα πάνω από τις μπάρες των μηχανημάτων και ακολούθησα τη
μικρή. Έπρεπε να είμαι γρήγορη πριν προλάβαινε να μας πυροβολήσει.

«Γρήγορα, το τρένο έρχεται!» είπε η Ροσέλ από την κορυφή της
σκάλας που οδηγούσε στην πλατφόρμα και πράγματι εκείνη τη στιγμή
άκουσα τα φρένα να ουρλιάζουν πάνω στις ράγες πράγμα που μου έδινε
δευτερόλεπτα στη διάθεση μου.

Η μικρή μπήκε μέσα στο βαγόνι και λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες,
πρόλαβα και μπήκα κι εγώ. Το τρένο ξεκίνησε και, όταν γύρισα να
κοιτάξω την πλατφόρμα, ένας πυροβολισμός έσκισε τον αέρα. Η σφαίρα
διαπέρασε το γυαλί και πέρασε δίπλα από το κεφάλι μου. Για
δευτερόλεπτα κοιτούσα παγωμένη τον τύπο και δεν μπορούσα να
καταλάβω αν με είχε χτυπήσει ή όχι. Με κοιτούσε με μίσος. Τόσο έντονο
που αν μπορούσε, θα με είχε σκοτώσει με αυτό χωρίς καν να χρειαστεί
να πυροβολίσει. Ποιος ήταν αυτός ο άντρας;

Οι επιβάτες ούρλιαζαν και ευτυχώς ο οδηγός δεν σταμάτησε το τρένο.
Όταν χαθήκαμε από το οπτικό του πεδίο, ένιωσα πως τα πόδια μου δεν
με κρατούσαν άλλο και σωριάστηκα στο πάτωμα. Η Ροσέλ αμέσως ήρθε
δίπλα μου και έβαλε τα χέρια της στους ώμους μου. Μια γυναίκα μας
πλησίασε και είδα τα χείλη της να κινούνται, μα δεν την άκουγα. Ο
μικρός μπελάς με σκούντηξε και τότε συνήλθα.

«Κοπέλα μου, είσαι καλά; Με ακούς; Γιατί δεν απαντάει;» ρωτούσε
μία εμένα και ύστερα γύρισε στη Ροσέλ.

«Eίμαι μια χαρά» είπα σαν χαμένη και προσπάθησα να σηκωθώ.
Κάθισα σε μια θέση και έβαλα το κεφάλι μέσα στα χέρια μου.

«Νομίζω πως πρέπει να πας σε ένα νοσοκομείο. Δεν φαίνεσαι καλά»
είπε ξανά η γυναίκα και τότε πανικοβλήθηκα.

24 ALEXA MERIAN

«Όχι! Όχι, νοσοκομείο. Είμαι καλά. Σας ευχαριστούμε, απλώς έχω
σοκαριστεί λιγάκι». Προσπάθησα να φανώ όσο πιο ψύχραιμη
μπορούσα.

«Μα τι στο καλό γινόταν εκεί έξω; Ποιος ξέρει ποιοι αλήτες έλυναν τις
διαφορές τους πάλι. Είσαι τυχερή, κοπέλα μου. Ο Θεός σε έσωσε»
μονολόγησε και κοιτάχτηκα με τη Ροσέλ. Εκείνη φαινόταν πιο
τρομοκρατημένη από μένα και από την αντίδρασή της νωρίτερα φάνηκε
πως γνώριζε το κάθαρμα που παραλίγο να μου φυτέψει μια σφαίρα στο
κεφάλι.

«Ναι, ναι ο Θεός» είπα αόριστα και τότε εκείνη γύρισε στη θέση της,
ενώ οι υπόλοιποι μας κοιτούσαν και ψιθύριζαν διάφορα ο ένας στον
άλλον. Περίμενα μερικά λεπτά να ηρεμήσουν τα πράγματα, βάζοντας τις
σκέψεις μου σε μία σειρά και ύστερα στράφηκα προς το μέρος της
Ροσέλ.

«Ροσέλ» είπα το όνομά της χαμηλόφωνα κι εκείνη με κοίταξε με μάτια
τρομαγμένα ενώ μερικές σταγόνες είχαν αρχίσει να κυλάνε. «Ροσέλ,
ποιος ήταν αυτός ο άντρας;» τη ρώτησα και τότε ξέσπασε σε κλάματα
πέφτοντας πάλι στην αγκαλιά μου. Την άφησα να ξεσπάσει κι ενώ ήθελα
να της φωνάξω για τον μπελά που με είχε βάλει, κρατιόμουν με νύχια και
με δόντια. Όταν πια ηρέμησε, την τράβηξα από πάνω μου και την
κοίταξα με απόλυτη σοβαρότητα που δεν σήκωνε υπεκφυγές.

«Πες μου ποιος ήταν αυτός» πρόσταξα ήρεμα και σκούπισε τα
δάκρυά της με την άκρη του μανικιού της μπλούζας της. Απέφευγε να με
κοιτάξει στα μάτια, κάτι που δήλωνε ενοχή.

«Εσύ μου... μου είχε πει πως θα περίμενες να... να σου πω την
ιστορία μου» τραύλισε και ξεφύσηξα θυμωμένα.

«Ναι, αλλά αυτό ήταν πριν ένας ψυχάκιας προσπαθήσει να με
σκοτώσει. Φαινόταν να τον ξέρεις πολύ καλά κι εκείνος το ίδιο» γρύλισα
χαμηλόφωνα επειδή δεν ήθελα να μας ακούσουν. Είδα τα δάκρυα να
μαζεύονται πάλι στα μάτια της.

«Ήταν ο αδερφός μου» είπε ξαφνικά και ένιωσα το αίμα μου να
βράζει ενώ το βουητό του τρένου μού φαινόταν ακόμα πιο δυνατό.
Έσφιξα τα χέρια σε γροθιές και δάγκωσα το κάτω χείλος μου με θυμό.

Κυνηγοί Ζωής 25

«Ο ποιος;»
«Ο–ο αδερφός μου» τραύλισε και έκλεισα τα μάτια.
Δεν μπορούσα να πιστέψω πως αυτή η μικρή θα με έβαζε ξανά σε
μπελάδες. Ήταν ένας μεγάλος μπελάς. Μπελάς, μπελάς, ΜΠΕΛΑΣ!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

«Όχι, όχι, όχι! Δεν τα φοράω αυτά» παραπονέθηκα και η Ροσέλ με
αγριοκοίταζε, αλλά φαινόταν ότι ήθελε να γελάσει με την αντίδρασή μου.

Βρισκόμασταν στις τουαλέτες του εστιατορίου που τρώγαμε συνήθως
τα μεσημέρια και η κατάσταση που με είχε φέρει αυτό το κορίτσι ήταν
άκρως άβολη. Όχι μόνο προσπαθούσε να με πείσει να βγούμε έξω, αλλά
μου είχε κανονίσει και ραντεβού με έναν άγνωστο!

Αφήνοντας το κέντρο του Λονδίνου, κινηθήκαμε νότια και μετά από
ψάξιμο κατασταλάξαμε σε μία μικρή πόλη, βολική ώστε να κρατήσουμε
την ιδιωτικότητα μας. Διαμέναμε σε μία πανσιόν κι εγώ είχα βρει δουλειά
στο τοπικό γυμναστήριο. Τόσα χρόνια σπατάλησα μαθαίνοντας
πολεμικές τέχνες και είχε έρθει η στιγμή να αξιοποιήσω τις γνώσεις μου.

Στην ίδια πανσιόν με εμάς έμενε και κάποιος που, κατά τα λεγόμενα
της Ροσέλ, ήταν ο τέλειος άντρας και είχε βάλει σκοπό της ζωής της να
μου τον γνωρίσει. Στην αρχή ήμουν κάθετη, όμως τα λόγια της με έκαναν
να το ξανασκεφτώ.

«Σταμάτα να ανησυχείς τόσο! Εσύ η ίδια μου έλεγες ότι ήθελες να
αλλάξει λίγο η ζωή σου. Με το να είσαι κλεισμένη όλη μέρα μέσα στο
δωμάτιο και να βγαίνεις μόνο για να πας στη δουλειά, δεν θα αλλάξει
τίποτα! Συνεχίζεις και ζεις με τον φόβο».

Και κάπως έτσι καταλήξαμε εκεί, στις τουαλέτες. Το δωμάτιο μας
βρισκόταν μακριά και δεν προλάβαινα να πάω για να αλλάξω. Οπότε
αναγκαστικά έπρεπε να φορέσω αυτά τα ρούχα που μου είχε διαλέξει
εκείνη, παρόλο που απείχαν έτη φωτός από τη δική μου στυλιστική
αισθητική. Το φόρεμα ήταν πολύ στενό και κοντό και τα παπούτσια
ψηλοτάκουνα. Εντάξει, το να φορέσω φόρεμα δεν θα με δυσκόλευε και

Κυνηγοί Ζωής 27

τόσο. Κάπου κάπου καλό θα ήταν να θυμάμαι και τη θηλυκή μου
πλευρά. Αλλά οι γόβες ήταν υπερβολή! Μπορεί να έκαναν ένα εξαιρετικό
όπλο της τελευταίας στιγμής, αλλά για τρέξιμο ήταν άκρως ακατάλληλες.

«Βαλεντίν, φόρεσε αμέσως τις γόβες και πάμε γιατί θα μας
περιμένουν! Δεν θέλω να κάνω κακή εντύπωση» γκρίνιαξε και κοίταξα
τον εαυτό μου στον καθρέφτη με απόγνωση. Μάζεψα πίσω τα μισά από
τα μαλλιά μου και ξεφύσησα για πολλοστή φορά.

«Πάμε» γρύλισα κι εκείνη χτύπησε τα χέρια με ενθουσιασμό.
Την ακολούθησα και, αφού βγήκαμε από το εστιατόριο, σταμάτησε
ένα ταξί και του έδωσε τη διεύθυνση του μαγαζιού. Δεν ήταν μακριά και
έτσι φτάσαμε γρήγορα. Η ώρα ήταν δέκα και μισή και ο περισσότερος
κόσμος ως αυτήν τη στιγμή ήταν ήδη μεθυσμένος. Έξω από το μαγαζί
αρκετές παρέες ήταν μαζεμένες σε πηγαδάκια και γελούσαν ενώ κάθε
τόσο που άνοιγε η πόρτα, η μουσική και η οχλαγωγία με έκαναν να θέλω
να το βάλω στα πόδια.
«Και πώς είσαι τόσο σίγουρη ότι θα βρεις τον μορφονιό εκεί μέσα;
Γίνεται χαμός» είπα στη Ροσέλ και την κοίταξα με δυσπιστία.
«Έχουμε ραντεβού στο μπαρ. Πίστεψέ με, τέτοιο κουκλί θα ξεχωρίζει
εκεί μέσα» μου απάντησε και έκλεισε το μάτι της παιχνιδιάρικα.
Πώς γινόταν να μην τον έχω πετύχει ποτέ εγώ αυτόν; Ειδικά άμα
ήταν τόσο όμορφος όσο τον παρομοίαζε, δεν θα έπρεπε να μου είχε
περάσει απαρατήρητος. Η αλήθεια ήταν πως είχα μείνει αρκετό καιρό
μόνη μου και απείχα από όλους τους τομείς των σχέσεων. Καμιά φορά
τα πειράγματα της Ροσέλ χτυπούσαν πολύ ευαίσθητες χορδές, αλλά δεν
της το έδειχνα.
Ύστερα από βίαιες προσπάθειες και αρκετά σπρωξίματα, φτάσαμε
στο μπαρ. Η Ροσέλ σκαρφάλωσε σε ένα σκαμνί και κοιτούσε νευρικά
εδώ κι εκεί. Αμέσως την τράβηξα κάτω και γέλασα.
«Ηρέμισε, παιδί μου! Μπορεί ο άνθρωπος να μην έχει έρθει. Μην
κάνεις σαν πεινασμένη» την κορόιδεψα και έλαβα μια γκριμάτσα ως
απάντηση.
Γύρισα προς το μέρος της κοπέλας που σέρβιρε στο μπαρ και πήρα
για μένα ένα ποτήρι κρασί ενώ για τη Ροσέλ ένα αναψυκτικό. Όταν

28 ALEXA MERIAN

άρχισε να παραπονιέται πως ήθελε κι εκείνη να πιει, της πέταξα ότι θα
ζητούσαν ταυτότητα και τότε δεν μπήκε στον κόπο να διαφωνήσει
παραπάνω μαζί μου.

Καθώς έπινα ήρεμα το ποτό μου και χάζευα όσους χόρευαν, ένιωσα
ένα χέρι να με τραβάει και, χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα κι εγώ στην
πίστα ανάμεσά τους με μια Ροσέλ να γελάει και να με παρακινεί να
χορέψω. Στην αρχή στεκόμουν μαγκωμένη μιας και είχα ξεχάσει πώς
είναι να διασκεδάζεις, αλλά σιγά σιγά μπήκα στο κλίμα και ο ρυθμός του
κομματιού συνεπήρε το κορμί μου. Ύστερα από τόσο καιρό ένιωθα ξανά
σαν μια φυσιολογική γυναίκα και αυτό μάλιστα φαινόταν από τα αντρικά
βλέμματα που τραβούσα επάνω μου. Εκείνο το γονίδιο του χορού που
είχα θάψει μέσα μου φάνηκε να ξυπνάει και ένιωσα πιο ζωντανή από
ποτέ.

Έτσι όπως με είχε συνεπάρει το πάθος, αισθάνθηκα ένα ρίγος να
διαπερνά τη σπονδυλική μου στήλη. Για μία ακόμα φορά το ένστικτο
μου, μου έλεγε πως κάποιος με παρακολουθούσε έντονα. Μία περίεργη
αύρα τύλιξε το κορμί μου και, δίχως να χάσω ευκαιρία, γύρισα για να
αναζητήσω την πηγή της. Και τότε τον είδα.

Μία αντρική φιγούρα, κρυμμένη στις σκιές στεκόταν εκεί και με
παρατηρούσε. Τα φωτορυθμικά με δυσκόλευαν στο να καταλάβω τα
χαρακτηριστηκά του μα το βλέμμα του ξεχώριζε. Ήταν σκοτεινό, άγριο
και με τραβούσε στο χάος σαν μαύρη τρύπα. Ποιος ήταν αυτός ο άντρας;
Από το πουθενά η μουσική άλλαξε και έγινε πιο αισθησιακή. Τα φώτα
ήταν εστιασμένα στη σκηνή και ασυναίσθητα άρχισα να κουνιέμαι κι
εγώ μαζί με τον ρυθμό. Λύκνιζα το κορμί μου και το άγγιζα ενώ
παράλληλα τον κοιτούσα επίμονα.

Δεν είχα σκοπό να προχωρήσω παρακάτω, μα λίγο παιχνίδι δεν
έβλαψε ποτέ κανέναν. Έκανε ένα βήμα μπροστά, όμως σαν να το
μετάνιωσε και πάγωσε στη θέση του. Αυτή η κίνηση με έκανε να
χαμογελάσω. Γύρισα την πλάτη και χάθηκα ανάμεσα στον κόσμο, δίχως
να κοιτάξω πίσω μου. Η Ροσέλ καθόταν στο μπαρ μιλώντας με έναν
άντρα.

Κυνηγοί Ζωής 29

Τους πλησίασα με ένα χαμόγελο κι εκείνη, μόλις με είδε, μαζεύτηκε.
Ο δε συνομιλητής της στεκόταν πλάτη προς το μέρος μου.

«Βαλεντίν, πωπώ, τι όμορφα που χόρευες εκεί πέρα!» αναφώνησε
και κατέβηκε από το σκαμπό της. Χαμογέλασα και με ένα νεύμα τής
έδειξα τον περίεργο τύπο. Μα, τι αγένεια! Ούτε είχε γυρίσει να με
χαιρετήσει.

«Να σας συστήσω. Η φίλη και συγκάτοικός μου, Βαλεντίν. Αυτός
είναι ο Έιντζελ». Πριν προλάβω να αντιδράσω, ο άντρας γύρισε για να
με αντιμετωπίσει με ένα πονηρό χαμόγελο.

«Ώστε εσύ είσαι η Βαλεντίν. Χαίρω πολύ. Έχω ακούσει τόσα για
σένα από τη μικρή Ροσέλ» είπε κι άπλωσε το χέρι του σε μία χειραψία.

Τον κοίταξα άγρια και ρουθούνισα. Αν είναι δυνατό! Με βρήκε! Πόσο
ηλίθια ήμουν που πίστεψα ότι θα μπορούσα να διασκεδάσω έστω και
λίγο. Η Ροσέλ στάθηκε δίπλα μου και με αγριοκοίταξε.

«Βαλ, μη γίνεσαι αγενής, χαιρέτα τον άνθρωπο!» αναφώνησε εκείνη
και κρατώντας κλειδωμένα τα βλέμματά μας, σήκωσα το χέρι μου και
έπιασα το δικό του.

«Εγώ πάλι δεν έχω ακούσει ούτε το όνομά σου» γρύλισα και ένιωσα
τη λαβή του να σφίγγει και αυτόματα έσφιξα κι εγώ τη δική μου.

«Μικρή, δεν πας να παραγγείλεις τίποτα να πιούμε;» είπα στη Ροσέλ
και της έκλεισα συνωμοτικά το μάτι. Στο πρόσωπό της απλώθηκε ένα
τεράστιο χαμόγελο. Νόμιζε πως τελικά μου άρεσε, όμως πού να ήξερε…

Μόλις απομακρύνθηκε αρκετά, τον κοίταξα άγρια, έκανα ένα απότομο
βήμα πίσω, και έσφιξα τις γροθιές μου.

«Τι κάνεις εσύ εδώ;» τον ρώτησα κι εκείνος χαμογέλασε στραβά.
«Ω, έλα αδερφούλα, έχεις ένα τέτοιο λουλούδι δίπλα σου και μου το
κρύβεις; Ντροπή σου!» είπε και ένιωσα το αίμα μου να βράζει.
«Έιντζελ, αυτό να το βγάλεις από το μυαλό σου. Δεν θέλω να έχεις
καμία σχέση με αυτή την κοπέλα. Και τώρα λέγε τι πραγματικά θέλεις».
«Ωραία!» Αμέσως σοβάρεψε. «Αφού δεν μπορώ να πλησιάσω
εσένα, σκέφτηκα να το κάνω μέσω της φίλης σου. Θα έκανα τα πάντα για
να μπορέσω να σου μιλήσω. Για την ακρίβεια, να σε γυρίσω πίσω» μου
εξήγησε και ξεφύσηξα ενοχλημένα.

30 ALEXA MERIAN

«Γιατί το κάνεις αυτό; Σου έχω πει ότι πίσω δεν γυρνάω. Εσύ ο ίδιος
δεν ήσουν που με βοήθησες να φύγω; Τι σε έχει πιάσει τώρα;»

Άνοιξε το στόμα του να απαντήσει, όμως δεν βγήκε κανένας ήχος από
μέσα. Με κοίταξε στα μάτια και για μια στιγμή αναγνώρισα τον μικρό μου
αδερφό. Ήθελα να του μιλήσω για όλα όσα ένιωθα, όμως γνώριζα πως
δεν θα είχα την ευκαιρία να το κάνω. Όχι ακόμη τουλάχιστον.

«Ορίστε και τα ποτά μας. Βαλ, πάμε στην τουαλέτα; Έιντζελ, δεν θα
σε πείραζε να σε αφήσουμε για λίγο μόνο, έτσι δεν είναι;»

Η φωνή της μικρής μας διέκοψε κι εκείνος της χαμογέλασε με ένα από
εκείνα τα χαμόγελα που χρησιμοποιούσε για να προσελκύσει τα θηλυκά.
Ήταν ένα ύπουλο πλάσμα και το γνώριζε και ο ίδιος.

Έπρεπε όμως να φύγουμε άμεσα. Ο Έιντζελ δεν είχε εμφανιστεί με
καλές προθέσεις και μπορούσα να το καταλάβω από κάθε βλέμμα και
κάθε κίνησή του. Ακόμα καλύτερα το συνειδητοποίησα όταν του γύρισα
την πλάτη για να βρώ κάθε πιθανή έξοδο διαφυγής.

«Φυσικά, μικρή μου. Θα είμαι ακριβώς εδώ και θα σας περιμένω»
είπε και τόνισε τη λέξη εδώ ενώ ακριβώς την ίδια στιγμή ένιωσα κάτι
μεταλλικό να με πιέζει χαμηλά στη μέση. Το καθίκι με σημάδευε! Ο ίδιος
μου ο αδερφός με απειλούσε με όπλο μέσα σε ένα μαγαζί γεμάτο κόσμο.
Δεν μπορούσα να πιστέψω πως είχε φτάσει σε αυτό το σημείο, παρόλα
αυτά ήξερα πως δεν θα με πλήγωνε ποτέ. Ήθελε απλώς να με αναγκάσει
να τον ακολουθήσω, αλλά οι μέθοδοι του ήταν λάθος.

Με ένα παγωμένο χαμόγελο άρπαξα τη Ροσέλ από το χέρι και την
τράβηξα άγαρμπα να χωθούμε στον κόσμο. Προορισμός μας ήταν οι
γυναικείες τουαλέτες και ίσως η μόνη διέξοδος. Ήμουν σχεδόν σίγουρη
πως στην είσοδο του μαγαζιού υπήρχαν άντρες που θα με περίμεναν σε
περίπτωση που θα προσπαθούσα να το σκάσω. Ο μικρός με ήξερε
καλά.

«Βαλ, για τον Θεό! Τι έπαθες ξαφνικά;» γκρίνιαξε η μικρή και στάθηκε
μπροστά από τον καθρέφτη για να φτιάξει το μέικ απ της ενώ εγώ
έψαχνα με μανία τα παράθυρα.

«Ροσέλ, πρέπει να φύγουμε αμέσως» είπα κι εκείνη με κοίταξε
θυμωμένα.

Κυνηγοί Ζωής 31

«Βαλεντίν! Τι έχεις πάθει πια; Βλέπεις απειλές παντού και ούτε να
διασκεδάσουμε δεν μπορούμε; Σταμάτα το αυτό!» φώναξε και μπορούσα
να διακρίνω το φυσικό κοκκίνισμα στα μάγουλά της κάτω από το ρουζ
που φορούσε.

Πλησίασα και την έπιασα δυνατά από τους ώμους κοιτώντας μέσα
στα μάτια της.

«Αυτή τη φορά η απειλή είναι αληθινή. Σου το ορκίζομαι πως άμα
βρούμε έναν τρόπο και φύγουμε, θα σου εξηγήσω τα πάντα όμως για την
ώρα πρέπει να μείνεις ασφαλής» της είπα σοβαρά και, πριν προλάβει να
μου απαντήσει, ακούστηκε ένας πυροβολισμός ακριβώς έξω από την
πόρτα. Ύστερα ακολούθησαν και άλλοι πολλοί με συνοδεία ουρλιαχτών.
Εκείνη με κοίταξε τρομοκρατημένα και δίχως να χάσω λεπτό, την
έσπρωξα μέσα σε μία από τις καμπίνες της τουαλέτας.

«Μείνε εδώ, κλείδωσε και μη βγεις αν δεν σου πω εγώ».
«Μα, Βαλ–».
«Ροσέλ, μίλησα!» της φώναξα και ύστερα έκλεισα την πόρτα και
έλεγξα γύρω μου. Κάποιος τρόπος θα υπήρχε να ξεφύγουμε πριν μας
βρουν. Το βλέμμα μου έπεσε σε ένα μικρό παραθυράκι, αλλά δεν υπήρχε
καμία περίπτωση να χωρούσαμε εκεί. Σκατά!
Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε με δύναμη και μπήκαν μέσα τέσσερις
μαυροντυμένοι άντρες με περίστροφα. Δεν είχα καμία άλλη επιλογή·
έβγαλα τα τακούνια μου και τα κράτησα αμυντικά. Δυστυχώς δεν υπήρχε
και τίποτα άλλο τριγύρω σαν όπλο. Εκείνοι με κοίταξαν με έκπληξη και
ύστερα χαμογέλασαν ειρωνικά, αλλά το περίεργο ήταν ότι κανένας δεν
έκανε κίνηση να μου ορμήσει. Μα καλά, τι σόι άντρες είχε προσλάβει ο
αδερφός μου για να με πιάσουν;
Και φυσικά η απάντηση ήρθε από την πόρτα. Οι τέσσερίς τους
έκαναν λίγο χώρο και τότε ένας ακόμη μπήκε μέσα. Το περπάτημά του
ήταν σταθερό, επιβλητικό και δεν μπορούσα να τον διακρίνω καλά, μέχρι
που σήκωσε το βλέμμα του και συνάντησε το δικό μου. Και τότε ένιωσα
πως ο Χάρος μού χτυπούσε την πόρτα και είχε… γαλάζια μάτια.
«Εσύ! Εσύ είσαι ο..» τραύλισα και τότε για πρώτη φορά άκουσα τη
φωνή του.

32 ALEXA MERIAN

«Ο μαλάκας» γρύλισε και ένιωσα πως η καρδιά μου θα σπάσει. Το
μυαλό μου έτρεξε πίσω στην ημέρα που τον αποκάλεσα έτσι. Ήμουν
απόλυτα σίγουρη πως δεν επρόκειτο να επιβιώσω από τα χέρια του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

«Κοίτα, φίλε, εγώ ούτε που σε ξέρω. Εσύ πήγες να πέσεις επάνω μου με
το αμάξι σου» του είπα όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα καθώς υπολόγιζα
τις πιθανότητές μου.

Οι τέσσερις άντρες με τα όπλα ήταν όλοι τους με γυμνασμένα
σώματα και φαίνονταν πως δεν τα είχαν μόνο για διακόσμηση. Τα
βλέμματά τους ήταν ψυχρά όπως και το δικό του. Γνώριζα ακριβώς πώς
ένιωθαν: δίψα για αίμα και θάνατο. Τα δάχτυλά μου πίεσαν με δύναμη
τα παπούτσια και σήκωσα το ένα και το έριξα προς το μέρος τους.
Φυσικά κανείς δεν περίμενε ότι είχα βάλει στόχο μία λάμπα που
βρισκόταν ακριβώς από πάνω τους και όταν εκείνη έσπασε,
δημιουργήθηκε βραχυκύκλωμα προκαλώντας έκρηξη σε όλες μέσα στο
δωμάτιο. Αυτό μου έδωσε προβάδισμα και αμέσως χτύπησα με δύναμη
το χέρι μου επάνω στον καθρέφτη που έσπασε σε πολλά κομμάτια,
μικρά και μεγάλα. Αγνόησα την αιμορραγία που προκλήθηκε από ένα
μεγάλο κόψιμο και, αφού άρπαξα ένα κομμάτι, όρμησα μπροστά.

«Μην πυροβολήσει κανείς!» φώναξε ο ξανθός και τότε άρχισε ένα
διαφορετικό είδος χορού.

Τα όπλα μπήκαν στη θέση τους. Ο ένας από τους τέσσερις βγήκε
μπροστά και ξεκίνησε η μάχη. Δεν τον εξουδετέρωσα εντελώς, μα ένα
γερό χτύπημα τον έστειλε στα πλακάκια και τη θέση του πήρε ο
επόμενος. Μπορώ να πω πως η δουλειά στο γυμναστήριο είχε βελτιώσει
τη φυσική μου κατάσταση και είχα αντοχή, μα εκείνοι ήταν πιο πολλοί
και πιο δυνατοί. Το μόνο σίγουρο ήταν πως άμα ζούσα ως την επόμενη
μέρα, το σώμα μου θα θυμόταν κάθε χτύπημα.

34 ALEXA MERIAN

Αν και εξαντλημένη, αναμετρήθηκα και με τον τελευταίο μαυροφόρο
άντρα που, για να ανακόψω την επίθεσή του, του κάρφωσα το μυτερό
γυαλί στα πλευρά. Εκείνος που το έπαιζε αφεντικό με παρατηρούσε με
ένα περίεργο ύφος και πλέον έβλεπα ξεκάθαρα την έκπληξη στα
βλέμματα όλων. Έριξα μια γρήγορη ματιά στο είδωλό μου μέσα από τον
καθρέφτη και έφτανε για να καταλάβω το γιατί. Όλη η ομορφιά που είχε
φροντίσει να προσθέσει η Ροσέλ επάνω μου είχε χαθεί και το πρόσωπό
μου είχε σκόρπιες πιτσιλιές από αίμα. Ήμουν πολύ κοντά στο να
μεταμορφωθώ στον άνθρωπο που ήμουν κάποτε, αλλά ίσως το γεγονός
ότι η μικρή βρισκόταν στις τουαλέτες να με κρατούσε ακόμα στα λογικά
μου.

«Φτάνει! Σταματήστε!» άκουσα τη φωνή της να ουρλιάζει και ύστερα
η πόρτα της καμπίνας άνοιξε διάπλατα. Η Ροσέλ πετάχτηκε έξω με το
πρόσωπό της μουσκεμένο και κατακόκκινο από το κλάμα. Μας κοίταξε
έναν προς έναν και η έκφρασή της είχε παραμορφωθεί από τη θέα του
μακελειού.

«Ροσέλ, τι κάνεις;» της φώναξα και τότε όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Η
προσοχή μου αποσπάστηκε και κάποιος με χτύπησε στο κεφάλι με κάτι
βαρύ. Ύστερα όλα μαύρισαν. Ο πόνος όμως παρέμεινε και μάλιστα
μεταφέρθηκε και σε άλλα σημεία του σώματός μου· κυρίως εκεί που με
είχαν χτυπήσει επανειλημμένα, μα και στους καρπούς και τα πόδια μου.

Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να αρχίσω να ξαναβρίσκω τις αισθήσεις
μου και αμέσως κατάλαβα τι γινόταν. Ήμουν δεμένη και φιμωμένη.
Άνοιξα τα μάτια και αντίκρισα το απόλυτο σκοτάδι. Ένιωθα το έδαφος
αποκάτω μου να κουνιέται, πράγμα που σήμαινε πως βρισκόμουν σε
κάποιο αυτοκίνητο. Στην αρχή προσπάθησα να ακούσω τι γινόταν, μα
όταν άκουσα το κλάμα της Ροσέλ, άρχισα να τινάζομαι και να
προσπαθώ να λυθώ. Σκατά! Όσο περισσότερη πίεση έβαζα στα χέρια
τόσο τριβόταν το σχοινί στο δέρμα μου και με έκαιγε. Ξαφνικά ένιωσα
δυο κρύα χέρια στα μπράτσα μου και άκουσα ξανά τη φωνή της Ροσέλ.

«Βαλ, ηρέμησε. Δεν θα σε πειράξουν όσο είμαι εγώ εδώ. Είμαστε
ασφαλείς μαζί τους».

Κυνηγοί Ζωής 35

Η φωνή της ήταν μεν ταραγμένη, μα τα λόγια της ήταν σίγουρα και
σταθερά. Κάτι μέσα μου μου έλεγε να την εμπιστευτώ και γι’ αυτό τον
λόγο σταμάτησα να παλεύω και περίμενα με ανυπομονησία.

«Ρος, το αφεντικό είπε να μην την πλησιάζεις» είπε ένας άντρας και
πραγματικά αν ήμουν ελεύθερη θα είχαμε αρπαχτεί στα χέρια.

«Λίαμ, βγάλε τον σκασμό! Δεν θα μου πει κανείς τι να κάνω!» του
φώναξε και δεν μπόρεσα να μη χαμογελάσω. Το γεγονός ότι άκουγα τη
μικρή να εναντιώνεται με αυτόν τον τρόπο σε κάποιον, μου φαινόταν
αστείο. Μάλλον δεν είχα και την καλύτερη επιρροή πάνω της τελικά.

Τα χέρια της Ροσέλ ήταν ακόμα επάνω μου όταν ξαφνικά κατάλαβα
πως με χάιδευε και κατέβαινε όλο και πιο χαμηλά στη μέση μου. Τι στο
καλό;

Δίχως να το περιμένω, κάτι με τρύπησε στο χέρι και έβγαλα ένα
μικρό επιφώνημα έκπληξης καθώς η Ροσέλ τράβηξε απότομα τα χέρια
της αφήνοντας ένα αντικείμενο στη θέση τους.

«Τι γίνεται εδώ πέρα;» ρώτησε αυτός ο Λίαμ.
«Τίποτα, λογικό είναι να πονάει έτσι όπως την έχετε δέσει λες και
πάει για σφαγή!» του αντιμίλησε ξανά η μικρή, αλλά δεν τους έδωσα
σημασία.
Ψηλάφισα το αντικείμενο στην πλάτη μου και τότε κατάλαβα ότι
κρατούσα ένα μικρό μαχαίρι. Ομολογώ πως αυτό δεν ήταν κάτι που
περίμενα από εκείνη. Εξηγούσε όμως κάθε της κίνηση.
«Ηρέμησε, Βαλ. Όλα θα πάνε καλά» είπε με νόημα και ένευσα
καταφατικά αφού δεν μπορούσα να μιλήσω.
Ύστερα από αρκετή ώρα σταματήσαμε και όλα έγιναν γρήγορα. Δύο
χέρια με άρπαξαν δυνατά από τα μπράτσα και με έσυραν έξω από το
αμάξι. Ύστερα αυτός που το έκανε με τσουβάλιασε στον ώμο του σαν
σακί με πατάτες. Στο μεταξύ είχα ήδη ξεκινήσει να κόβω τα δεσμά μου
αργά ενώ προσπαθούσα να μη γίνω αντιληπτή.
Αφού μπήκαμε σε κάποιον χώρο, ο φύλακάς μου με έριξε στο έδαφος
και με τράβηξε από τα μαλλιά για να σταθώ στα γόνατά μου. Μούγκρισα
από τον πόνο και πραγματικά ορκίζομαι πως αυτό το καθίκι θα ήταν ο
πρώτος που θα το πλήρωνε όταν λυνόμουν. Έβγαλαν το μαντήλι που

36 ALEXA MERIAN

είχαν δέσει τα μάτια μου και ύστερα τράβηξαν την ταινία που σφράγιζε
τα χείλη μου με δύναμη. Έβγαλα μια κραυγή και αγριοκοίταξα τον άντρα
μπροστά μου.

«Μπάσταρδε!» στρίγγλισα και τη στιγμή που πήγε να με χτυπήσει
στο πρόσωπο η Ροσέλ του φώναξε να σταματήσει.

«Ροσέλ, μίλα καλύτερα!» τη μάλωσε κάποιος και τότε όλοι πήραν
θέσεις και η μικρή κοίταξε τον άντρα που έμπαινε μέσα στο δωμάτιο.

Βήματα βαριά, ξανθά μαλλιά και σκοτεινό βλέμμα. Βρε, καλώς τα
παιδιά! Ώρα είχα να τον δω αυτόν. Η μικρή τον κοίταξε άγρια και
σταύρωσε τα χέρια στο στήθος σαν πεισματάρικο παιδί. Η γκριμάτσα
στο πρόσωπό της έλεγε πολλά για τη σχέση της μαζί του.

«Και αρχίζει η μουρμούρα» είπε χαμηλόφωνα και ο άντρας στάθηκε
στη μέση του δωματίου με τα χέρια πίσω από την πλάτη.

«Πού ήσουν; Γιατί έφυγες έτσι;» τη ρώτησε με φωνή άγρια και
θυμωμένη. Μόλις την άκουσα, ένιωσα κάτι μέσα μου να με ενοχλεί.

«Κιλ–» πήγε να μιλήσει, μα εκείνος δεν την άφησε. Ήταν έξαλλος
μαζί της.

«Δεν θέλω να ακούσω καμία δικαιολογία! Αυτό που έκανες ήταν
απαράδεκτο! Τέρμα τα πάρτι, το μόντελινγκ και όλα! Από ‘δώ και στο
εξής θα πηγαίνεις μόνο στο σχολείο, ύστερα κατευθείαν σπίτι και πάντα
θα είναι κάποιος από τη φρουρά μαζί σου. Τίποτα άλλο!» φώναξε και
είδα τη Ροσέλ που πάλευε να κρατήσει τους λυγμούς της. Στο τέλος δεν
άντεξε και ξέσπασε.

«Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο έφυγα! Νομίζεις ότι ο μπαμπάς θα ήταν
περήφανος γι’ αυτό που έχεις γίνει και για τον τρόπο που μου
συμπεριφέρεσαι όμως κάνεις λάθος! Είσαι ένα τέρας και αυτό με έδιωξε
μακριά. Τουλάχιστον με τη Βαλ ήμουν ελεύθερη και ευτυχισμένη!»
τσίριξε και είδα κάτι που δεν περίμενα να δω. Το πρόσωπό του μόρφασε
από τα λόγια της, μα δεν άλλαξε την αγέρωχη στάση του.

Αχ, αυτός ο εγωισμός τι σου κάνει. Μπορώ να πω πως για μια στιγμή
τον λυπήθηκα. Τα λόγια της ήταν αρκετά σκληρά.

Κυνηγοί Ζωής 37

«Ναι, με ένα φρικιό του δρόμου ήσουν ελεύθερη και ασφαλής. Τώρα
ησύχασα!» είπε ειρωνικά και τον αγριοκοίταξα. Οκ, σταμάτησα να τον
λυπάμαι. Ήταν καθίκι.

«Φίλε, μαζέψου» γρύλισα μέσα από τα χείλη μου, μα με αγνόησε.
«Μη μιλάς έτσι για εκείνη! Μου στάθηκε περισσότερο σαν αδερφή
απ’ ό,τι εσύ σαν αδερφός!» του φώναξε και στη λέξη «Αδερφός»
θυμήθηκα αυτό που μου είχε πει τότε στο τρένο. Πράγματι αυτός ήταν ο
αδερφός της. Όσο για μένα, είχα συνηθίσει να με προσβάλλουν, μα το
να τους βλέπω να λένε τόσο βαριά λόγια ενώ και μόνο από τις χροιές
τους μπορούσα να καταλάβω πόσο αγαπούσαν ο ένας τον άλλον, δεν
μου άρεσε.
Το βλέμμα του γύρισε προς το μέρος μου. Αν μπορούσε να με
σκοτώσει, πιστεύω πως θα το είχε κάνει χίλιες φορές σε ένα δευτε-
ρόλεπτο.
«Εσύ της έχεις φουσκώσει τόσο τα μυαλά; Μα τι νομίζεις; Τι θα
μπορούσε να κάνει μια γυναίκα του είδους σου με μια δεκαεξάχρονη;»
είπε με αηδία καθώς απομακρυνόταν ώσπου στάθηκε με την πλάτη προς
το μέρος μας και κοίταζε ένα τζάκι που κοσμούσε τον απέναντι τοίχο.
Οι άντρες του με σήκωσαν όρθια και τον κοιτούσα με υπομονή για να
δω τι θα κάνει.
«Ακόμα αναρωτιέμαι πώς θα μπορούσες να είσαι ασφαλής με
αυτήν». Τη λέξη «αυτήν» σχεδόν την έφτυσε.
Πώς ήταν δυνατόν να μιλάει έτσι για μένα δίχως να με ξέρει; Φαίνεται
πως η μικρή επίδειξη στο κλαμπ δεν του έφτανε για να καταλάβει για το
τι ήμουν ικανή.
Ας του δείξω τότε.
Τα χέρια μου λύθηκαν και, πριν προλάβει να αντιδράσει κάποιος,
έπιασα το στιλέτο από τη λαβή του και το πέταξα προς το μέρος του.
Εκείνο πέρασε ξυστά από το κεφάλι του και καρφώθηκε στον τοίχο.
Ξαφνικά έπεσε μια απόκοσμη σιγή και κανείς δεν μιλούσε.
«Πρώτον, είμαι πιο ικανή απ’ ό,τι νομίζεις. Δεύτερον, κόψε το υφάκι
σου μαζί μου γιατί δεν θα σου βγει σε καλό και τέλος, μη με υποτιμήσεις
ποτέ ξανά» είπα περήφανα και τότε τα όπλα όλων στράφηκαν προς το

38 ALEXA MERIAN

μέρος μου. Δεν κουνήθηκα. Είχα συνηθίσει πάντα ένα όπλο να με
σημαδεύει, οπότε, αν ήταν το τέλος μου, θα το δεχόμουν με ανοιχτές
αγκάλες.

«Λίαμ, κράτα τη Ροσέλ» διέταξε με μια ύπουλη ηρεμία.
Εκείνη αντέδρασε αμέσως και άρχισε να χτυπιέται και να φωνάζει να
την αφήσουν. Τράβηξε το μαχαίρι με δύναμη από τον τοίχο και, αφού
γύρισε, άρχισε να περπατάει αργά προς το μέρος μου.
«Κίλιαν, όχι! Μην της κάνεις κακό!» ούρλιαξε η Ροσέλ.
Ώστε Κίλιαν, ε; Όμορφο όνομα για έναν όμορφο δολοφόνο.
Στεκόμουν εκεί αγέρωχα για να δω τι θα γίνει. Όσο με πλησίαζε,
διέκρινα τη μικρή χαρακιά στο μάγουλό του που είχε γίνει από το
μαχαίρι μου· του ταίριαζε. Με πλησίασε σε τέτοια απόσταση που ένιωθα
την ανάσα του να χτυπά το πρόσωπό μου. Το παγωμένο βλέμμα του
έτρωγε το δικό μου. Το χέρι του σηκώθηκε και η κρύα λεπίδα άγγιξε τον
λαιμό μου με μια ελαφρά πίεση.
«Θα μπορούσα να σε έχω νεκρή με μια μου λέξη. Μία κίνηση και το
αίμα σου θα βάψει το έδαφος. Όμως φαίνεται πως η αδερφή μου βρήκε
ένα νέο κατοικίδιο, οπότε είμαι αναγκασμένος να σε κρατήσω εδώ. Αλλά
πρόσεχε» είπε ήρεμα και απότομα το μαχαίρι βρέθηκε καρφωμένο
μπροστά από τα πόδια μου.
«Αφού είσαι πιο ικανή απ’ ό,τι δείχνεις, όπως λες, έχεις τέσσερις
ώρες να προετοιμαστείς. Σε θέλω πίσω σε αυτό το δωμάτιο. Φρόντισε να
φοράς κάτι λιγότερο... αποκαλυπτικό» είπε ειρωνικά και γύρισε πλάτη
και άρχισε να απομακρύνεται.
«Καληνύχτα, Ροσέλ» είπε στην αδερφή του και τότε μία ερώτηση
βγήκε από τα χείλη μου.
«Και αν δεν έρθω;» του φώναξα και τότε τα βήματά του σταμάτησαν.
Γύρισε λίγο το κεφάλι του και είδα ένα στραβό χαμόγελο. Ύστερα δίχως
να πει κάτι, συνέχισε τον δρόμο του.
Αφού χάθηκε από το οπτικό μας πεδίο, ο Λίαμ άφησε τη Ροσέλ
ελεύθερη κι εκείνη έτρεξε καταπάνω μου. Εγώ από την άλλη, είχα μείνει
ακίνητη και κοιτούσα το κενό, αλλά μόλις την ένιωσα να γαντζώνεται
επάνω μου, άλλαξα το ύφος μου και την αγκάλιασα.

Κυνηγοί Ζωής 39

«Φαίνεται πως τελικά θα μείνουμε περισσότερο καιρό μαζί».
Προσπάθησα να γίνω λίγο αστεία, όμως ούτε εγώ η ίδια δεν ήξερα πώς
ακούστηκα.

«Χαίρομαι που δεν σου έκανε κακό. Μάλλον σε συμπάθησε» είπε με
ένα υπονοούμενο και την αγριοκοίταξα.

«Ναι, καλά. Και τώρα που το θυμήθηκα, ώστε δεκαέξι, ε; Αυτό ήταν
που ήσουν ενήλικη;»

Με κοίταξε με εκείνο το κουταβίσιο βλέμμα της και ύστερα χώθηκε
πάλι στην αγκαλιά μου.

«Συγγνώμη».
«Τέρμα τα ψέματα, μικρή. Εδώ παίζω το κεφάλι μου για χάρη σου,
οπότε το λιγότερο που μπορείς να κάνεις, είναι να είσαι ειλικρινής μαζί
μου» είπα και ύστερα απομακρύνθηκε.
Κοίταξα τους άντρες που περιμένανε μαζί μας μέσα στο δωμάτιο και
αναστέναξα. Ένιωσα σαν η ζωή μου να βρίσκεται σε μία διαρκή
επανάληψη.
Να δω πώς θα ξεμπλέξω πάλι.
«Λοιπόν, αυτός είναι ο αδερφός σου, ε;» τη ρώτησα και μου χαμο-
γέλασε πονηρά.
«Ναι, πώς σου φαίνεται;» ρώτησε και αυθόρμητα το βλέμμα μου
έφυγε μπροστά προς το σημείο που στεκόταν εκείνος πριν.
«Τρομακτικός, εγωιστής και σέξι. Αλλά σ’ το λέω, δεν θα έχουμε καλά
ξεμπερδέματα αν συνεχίσει έτσι» μουρμούρισα και την άκουσα να
γελάει.
«Ω, είμαι σίγουρη γι’ αυτό» είπε με έναν υπαινιγμό και την κοίταξα
στραβά.
Ωχ, τι έχω να αντιμετωπίσω…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Τα λεπτά περνούσαν πιο αργά και από τον
θάνατο και η ειρωνεία ήταν πως δεν ήξερα αν μέχρι το ξημέρωμα θα
ήμουν νεκρή ή ζωντανή. Άραγε τι να με ήθελε;

Κοίταξα ξανά τους τέσσερις τοίχους που με είχαν οδηγήσει οι άντρες
του και μπερδεύτηκα ακόμη περισσότερο. Με είχαν φέρει σε ένα δωμάτιο
που, κατά τα λεγόμενα της Ροσέλ, αυτό θα ήταν το υπνοδωμάτιό μου. Θα
ήταν πρέπον όμως να παραδεχτώ πως ήταν ό,τι καλύτερο είχα μείνει ως
τώρα;

Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι σε ένα πολύ απαλό λαδί ενώ το πάτωμα
ήταν από σκούρο ξύλο και με μια παχιά μαύρη μοκέτα να καλύπτει το
μεγαλύτερο μέρος του. Στον ένα τοίχο υπήρχε μια μεγάλη τζαμαρία με τα
τζάμια να φτάνουν έως το ταβάνι και τα κάλυπταν αραχνοΰφαντες λευκές
κουρτίνες ενώ ακριβώς απέναντι υπήρχε μια πόρτα που οδηγούσε στο
προσωπικό μου μπάνιο. Το κρεβάτι ήταν υπέρδιπλο με ασπρόμαυρα
καλύμματα και φαινόταν τόσο άνετο που ήμουν σίγουρη πως άμα
ξάπλωνα, δεν θα μπορούσα να σηκωθώ σύντομα.

Βέβαια με τόσο άγχος που είχα, όχι να ξαπλώσω δεν ήθελα, αλλά
αντ’ αυτού βρισκόμουν καθισμένη σε μία πολυθρόνα δίπλα από τη
μεγάλη τζαμαρία και κοιτούσα το κενό σιωπηλή. Η Ροσέλ μού είχε δώσει
μία φόρμα και ένα αθλητικό τοπάκι. Αφού πρώτα φρόντισα να καθαρίσω
το αίμα από πάνω μου, ντύθηκα προσπαθώντας να πάρω μία απόφαση
για το τι θα έκανα.

Είχα μισή ώρα στη διάθεση μου πριν να γυρίσω σε εκείνο το
δωμάτιο και να περιμένω το άγνωστο κι αυτό με τρέλαινε. Η περίπτωση

Κυνηγοί Ζωής 41

του να το σκάσω ξανά ήταν εκτός επιλογής από τη στιγμή που ήμουν
άοπλη. Από την άλλη, ήταν και η Ροσέλ. Δεν ήθελα να την αφήσω σε
αυτό το μέρος μόνη. Δεν φάνηκε καθόλου χαρούμενη που γύρισε , μα και
ταυτόχρονα, είδα την οικειότητα στα μάτια της, πράγμα που μου φάνηκε
λογικό. Μπορεί να ήταν καλά εκεί έξω, αλλά σαν το σπίτι σου δεν έχει.

Κοίταξα την εξώπορτα και αναστέναξα. Από την απέναντι πλευρά του
διαδρόμου υπήρχαν άλλες τρεις πόρτες. Οι δύο ήξερα πως ήταν
υπνοδωμάτια ενώ η τρίτη όχι. Το καλό ήταν πως η μία ήταν της Ροσέλ,
αλλά το κακό ήταν πως αυτή που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από τη
δική μου ήταν η δική του – του Κίλιαν. Ο τύπος μπορεί να με τρόμαζε
απίστευτα, όμως ταυτόχρονα για έναν αδιευκρίνιστο λόγο, έκανε την
καρδιά μου να χτυπάει περίεργα και αυτό με ενοχλούσε. Όταν με
κοιτούσε, ένιωθα παράξενα και ταυτόχρονα ήθελα να του σπάσω τα
μούτρα.

Το βλέμμα μου έπεσε για πολλοστή φορά στο ξυπνητήρι που υπήρχε
πάνω στο κομοδίνο. Έδειχνε πέντε λεπτά πριν τις έξι τα ξημερώματα.
Είχε φτάσει η στιγμή να λάβω μια απόφαση. Στάθηκα όρθια και πήρα
μια βαθιά ανάσα. Ύστερα βγήκα έξω στον σκοτεινό διάδρομο και δεν
άργησα να βρω τον δρόμο μου.

Στάθηκα στο κέντρο του χώρου και κοίταξα γύρω μου. Δεν υπήρχε
κανείς να με περιμένει. Κοίταξα το ρολόι στον τοίχο· ήμουν στην ώρα
μου. Ίσως ήθελε απλώς να με δοκιμάσει. Να παίξει ένα παιχνίδι
υποταγής μαζί μου, όμως δεν είχα σκοπό να τον αφήσω να νικήσει.

«Έχει γούστο να μου έκανε πλάκα ο μπάσταρδος» γρύλισα
χαμηλόφωνα και σταύρωσα τα χέρια στο στήθος με νεύρο.

«Έχεις κότσια, μικρή» ακούστηκε μία φωνή από πίσω μου και
γύρισα για να δω ποιος μίλησε.

Εκείνος ο Λίαμ στεκόταν στην είσοδο και με κοιτούσε ανέκφραστα.
Τον κοίταξα στραβά όμως δεν του ανταπέδωσα.

«Ακολούθησέ με» είπε και αμέσως άρχισε να περπατάει.
Με μεγάλα βήματα τον πρόφτασα κι ενώ περπατούσα από πίσω του,
παράλληλα παρατηρούσα τα πάντα. Αφού περάσαμε μέσα από έναν
ακόμη διάδρομο, μπήκαμε σε ένα άλλο δωμάτιο που δεν το έλεγες

42 ALEXA MERIAN

ακριβώς κουζίνα. Γήπεδο του τένις μπορεί, αλλά κουζίνα όχι. Ήταν
τεράστια. Ακόμα και στο σπίτι του πατέρα μου που ήταν έπαυλη, δεν
είχαμε τόσο μεγάλη κουζίνα. Στο μεταξύ εκείνος δεν φάνηκε να πτοείται
από το γεγονός ότι βρισκόμουν μερικά βήματα από πίσω του, έτσι βρήκα
την ευκαιρία και προσπάθησα να εντοπίσω κάθε είδος πιθανού όπλου.
Για καλή μου τύχη, σε έναν από τους πάγκους, δίπλα από μία φρουτιέρα
με μήλα, υπήρχε μία ξύλινη θήκη με μαχαίρια και μάλιστα ήταν γεμάτη.
Καθώς περνούσαμε από δίπλα, άπλωσα το χέρι μου για να αρπάξω ένα
από αυτά.

Ξαφνικά ο άντρας γύρισε προς το μέρος μου και με κοίταξε
απειλητικά. Το βλέμμα του έπεσε στο απλωμένο μου χέρι και πάλι πίσω
στα μάτια μου.

«Τι κάνεις εκεί;» μούγκρισε και ένιωσα ένα κύμα ψύχρας να
διαπερνά το σώμα μου. Τελικά πήρα ένα μήλο και το δάγκωσα τελείως
επιδεικτικά.

«Γιατί, για φάγωμα δεν είναι;» τον ρώτησα ειρωνικά και συνέχισε να
με παρατηρεί καχύποπτα.

Άφησε ένα ρουθούνισμα ενόχλησης και ύστερα γύρισε και συνέχισε
να περπατάει. Ένιωσα ανακούφιση που δεν με κατάλαβε και βόλεψα
καλύτερα τη λεπίδα πίσω στην πλάτη μου. Το είχα βάλει μέσα από το
παντελόνι και κάτω από την μπλούζα μου με την ελπίδα πως δεν θα το
παρατηρούσε κανείς.

Βγήκαμε από την πίσω πόρτα της κουζίνας και μόλις ο αέρας
χτύπησε το σώμα μου, ο πόνος έγινε πιο δυνατός. Η ζακέτα που
φορούσα πάνω από το τοπάκι δεν μπορούσε να κάνει και πολλά με
αυτόν τον καιρό και, απ’ όσο μπορούσα να καταλάβω, βρισκόμασταν σε
δασώδη περιοχή, οπότε ήμουν καταδικασμένη να παγώσω.

Έριξα μια ματιά πίσω μου και είδα πως ήδη είχαμε απομακρυνθεί
αρκετά από το σπίτι. Αμέσως κατάλαβα πως ο τύπος με οδηγούσε πιο
βαθιά μέσα στα δέντρα και αυτό πυροδότησε αυτόματα όλες μου τις
αισθήσεις.

Κυνηγοί Ζωής 43

«Πού πάμε;» ρώτησα δήθεν ατάραχα καθώς συνέχιζα να τρώω το
μήλο μου, όμως εκείνος αρκέστηκε σε ένα στραβό βλέμμα και τίποτα
άλλο.

Τελικά ύστερα από μερικά λεπτά ησυχίας φτάσαμε έξω από ένα
μεγάλο γκρίζο κτίριο δίχως παράθυρα που έμοιαζε με αποθήκη. Ή και
φυλακή. Στην πόρτα της στέκονταν δύο φύλακες και αρκετοί έκαναν
περιπολία.

«Αυτό ήταν. Ήρθε το τέλος μου» μουρμούρισα και ένιωσα ένα
κομμάτι μήλου να κατεβαίνει στον λαιμό μου σαν ξυράφι ενώ η καρδιά
μου χτυπούσε σαν τρελή.

Ο ένας από αυτούς μας κοίταξε προσεκτικά και αμίλητος άνοιξε την
πόρτα περιμένοντας να περάσουμε. Από μέσα μπορούσα να ακούσω
δυνατά χτυπήματα και αγκομαχητά.

«Τι στο–» είπα, μα όταν μπήκαμε στον χώρο όλες οι απορίες μου
λύθηκαν μονομιάς. Με είχαν οδηγήσει σε ένα υπερσύγχρονο
γυμναστήριο. Υπήρχαν κάθε είδους όργανα γυμναστικής, κρεμασμένοι
σάκοι του μποξ αλλά και ένα μικρό ρινγκ στο κέντρο.

«Μα καλά, πόσα λεφτά βγάζει αυτός ο τύπος;» αναρωτήθηκα
φωναχτά και, δίχως να το περιμένω, ο Λίαμ μού απάντησε.

«Πολλά». Συνέχισα να κοιτάζω τον χώρο άναυδη μέχρι που είδα
κάποιον να με πλησιάζει. Ήταν ο Κίλιαν.

Την ώρα που πήγα να καταπιώ, ένα κομμάτι μήλου στάθηκε στον
λαιμό μου και κόντεψα να πνιγώ. Δεν είχε καμία σχέση με τον άνθρωπο
που είχα δει πριν λίγο. Είχε βγάλει το σοβαρό κουστούμι και τη θέση του
είχε πάρει μία φόρμα και ένα αμάνικο μπλουζάκι. Όλα μαύρα πάνω του.
Ένα χρώμα που ταίριαζε απόλυτα με τον χαρακτήρα του. Το ύφασμα
είχε κολλήσει στο δέρμα του από τον ιδρώτα και η εικόνα του καλοφ-
τιαγμένου του κορμιού με έκανε για μια στιγμή να χάσω τα λογικά μου. Η
γρατζουνιά στο πρόσωπό του φαινόταν ανεπαίσθητα και πάλι καλά,
γιατί θα ήταν κρίμα να χαλάσει μία τέτοια ομορφιά. Αποτρελάθηκα
τελείως; Αυτός ο άντρας ήταν επικίνδυνος από κάθε άποψη.

Με κοίταξε από πάνω ως κάτω με αυτό το ψυχρό του βλέμμα και δεν
άντεξα.

44 ALEXA MERIAN

«Όπως βλέπεις, ήρθα» τον ειρωνεύτικα, αλλά δεν πήρα απάντηση.
«Λίαμ, αναλαμβάνω εγώ. Μπορείς να πας να ετοιμαστείς» του είπε
χωρίς να πάρει τα μάτια του από τα δικά μου και ύστερα γύρισε και
άρχισε να απομακρύνεται ξανά.
Τον ακολούθησα ενώ παρατήρησα πως όλοι είχαν σταματήσει ό,τι
έκαναν και με παρακολουθούσαν με το ίδιο ψυχρό ανέκφραστο βλέμμα.
Ήταν όλοι τους δολοφόνοι. Ο Κίλιαν σταμάτησε ξαφνικά μπροστά από
δύο μεγάλες δίφυλλες ντουλάπες και άνοιξε τη μία.
«Μπορείς να αφήσεις το παιχνίδι σου εκεί και να διαλέξεις ένα
κανονικό όπλο» είπε δίχως να με κοιτάξει. Αποσβολώθηκα. Πώς στον
διάβολο το είχε καταλάβει; Και τι ήταν όλα αυτά; Κοιτούσα έκθαμβη την
ντουλάπα με τα όπλα κι εκείνος κατάλαβε ότι δεν αντιδρούσα και γύρισε
προς το μέρος μου.
«Τελείωνε. Δεν θα φάμε όλη τη μέρα μαζί σου» είπε ψυχρά και σαν
απάντηση μου ξέφυγε ένα γρύλισμα. Πλησίασα και βγάζοντας το
κουζινομάχαιρο από την κρυψώνα του, το άφησα να πέσει με θόρυβο.
«Μα καλά, πού το είχε χώσει όλο αυτό;» ρώτησε ένας από τους
φουσκωτούς και οι περισσότεροι γέλασαν.
Γύρισα προς το μέρος τους με ένα ειρωνικό χαμόγελο και πετάρισα
τα μάτια μου.
«Σκύψε και μπορώ να σου δείξω» είπα με μία γλυκιά φωνή και, ενώ
όλοι τον γιουχάρανε, εκείνος φάνηκε να νευριάζει με το σχόλιό μου. Τους
αγνόησα και ύστερα συνέχισα να βγάζω ό,τι είχα προλάβει να αρπάξω
από το σπίτι. Είχα σπάσει και μερικά γυαλικά από το δωμάτιο ενώ τα
θραύσματά τους τα είχα κρύψει στις μπότες μου. Τα έβγαλα και αυτά και
τα πέταξα κάτω.
Ο Κίλιαν κοιτούσε άγρια τον Λίαμ, μάλλον επειδή δεν κατάλαβε πότε
πήρα το μαχαίρι, κι εκείνος σήκωσε ανήξερα τους ώμους του. Ήξερε
ποια στιγμή το είχα πάρει και όμως δεν με κατηγόρησε. Παράξενο. Τους
πλησίασα και κοίταξα το οπλοστάσιο.
«Αυτά έχεις μόνο;» ρώτησε ειρωνικά ο Κίλιαν.
Σήκωσα το χέρι και, αφού ψηλάφισα μέσα από την μπλούζα μου,
έβγαλα και ένα ψαλίδι που το είχα βρει νωρίτερα στο μπάνιο και το είχα

Κυνηγοί Ζωής 45

κρύψει στο σουτιέν μου. Όλοι κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους με έκπληξη.
Δεν τους έδωσα παραπάνω σημασία και έστρεψα την προσοχή μου στα
όπλα. Τελευταία μοντέλα από περίστροφα, αυτόματα, καραμπίνες και
όλα τα σχετικά.

Άρπαξα ένα από τα περίστροφα και το εξέτασα με προσοχή. Σε
δευτερόλεπτα όλοι είχαν μαζευτεί πιο κοντά έτοιμοι να δράσουν σε
περίπτωση που προσπαθούσα να επιτεθώ. Τι μπορεί να κάνει μια
γυναίκα με ένα όπλο στο χέρι, ε; Ήθελα τόσο πολύ να γελάσω με τις
αντιδράσεις τους, μα έπρεπε να παραμείνω σοβαρή.

Έκανα έναν μορφασμό δυσαρέσκειας και το άφησα πάλι πίσω. Θα
ορκιζόμουν πως άκουσα μερικούς να αφήνουν απότομα τις ανάσες τους.

«Καλά όλα αυτά, αλλά δεν έχεις τίποτα πιο μακρύ και μυτερό ίσως;»
είπα και η φωνή μου ακούστηκε λες και ήμουν καμιά κοπέλα που είχε
πάει για ψώνια και δεν της άρεσε τίποτα.

Φυσικά εκείνοι ως άντρες άλλο κατάλαβαν και δεν έλειψαν τα χαχα-
νητά.

«Θα σου έλεγα τίποτα, αλλά έχε χάρη» μουρμούρισε ο Κίλιαν και με
προσπέρασε νομίζοντας ότι δεν τον άκουσα. Τον κοίταξα από πάνω ως
κάτω περιφρονητικά και εστίασα στο σημείο του καβάλου του.

«Αν κρίνω από αυτό που βλέπω, μάλλον ούτε εκεί…» είπα δυνατά με
ένα χαιρέκακο χαμόγελο και με τη φωνή μου να στάζει δηλητήριο.

Αμέσως ξεκίνησαν πάλι τα σεξιστικά σχόλια κι εκείνος έμοιαζε
έτοιμος να εκραγεί. Έκλεισε τα μάτια για μερικά δεύτερα και, αφού πήρε
μια βαθιά ανάσα, στάθηκε μπροστά από την άλλη ντουλάπα και την
άνοιξε με δύναμη. Το βλέμμα μου αμέσως άστραψε και το χαμόγελό μου
έγινε πραγματικό.

«Τώρα μιλάς σωστά».
Πλησίασα πιο κοντά και άρχισα να θαυμάζω όλα αυτά τα
αριστουργήματα που έβλεπαν τα μάτια μου. Εκεί μέσα υπήρχαν όλων
των ειδών τα μαχαίρια, από μικρά στιλέτα μέχρι μεγάλα ξίφη. Όλα
γυαλισμένα με πανέμορφες λαβές και προσεγμένα μέχρι την παραμικρή
λεπτομέρεια. Έπιασα ένα ξίφος και άρχισα να «παίζω» με αυτό στα
χέρια μου ενώ ο ήχος που έκανε η λεπίδα καθώς έσχιζε τον αέρα με

46 ALEXA MERIAN

έκανε να ανατριχιάσω. Το άφησα με μισή καρδιά πίσω και το βλέμμα
μου έπεσε σε δύο πιο μικρά μαχαίρια. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά.
Το σχέδιό τους απλό: η λαβή τυλιγμένη με δέρμα και η λεπίδα ημικύκλια
που όταν την κρατούσες ερχόταν εξωτερικά κατά μήκος του πήχη. Τα
πήρα στα χέρια μου και πραγματικά μου φάνηκε πως άκουσα τους
αγγέλους να τραγουδούν.

Τελικά τρελάθηκα, σκέφτηκα εκστασιασμένη.
Γύρισα προς το μέρος του Κίλιαν ο οποίος με κοιτούσε εξεταστικά.
«Αυτά και τίποτα άλλο» είπα κατηγορηματικά κι εκείνος με κοίταξε με
κατάπληξη και ύστερα με περιέργεια.
«Μόλις απέρριψες τα καλύτερα όπλα της αγοράς για να πάρεις δύο
μαχαίρια. Καλά λέω ότι εσείς οι γυναίκες είστε καλές μόνο για την
κουζίνα και για το κρεβάτι» μουρμούρισε και τον αγριοκοίταξα.
«Τότε ελπίζω ο μισογυνισμός να σου κοπεί μόλις δεις τι μπορώ να
κάνω με αυτά». Εκείνος με πλησίασε και άπλωσε τα χέρια του προς το
μέρος μου.
«Πολύ καλά. Δώσε μου τα μαχαίρια» είπε με μια άνεση και τον
κοίταξα καχύποπτα.
Τρελός ήταν; Πώς ήταν δυνατόν να νομίζει ότι μπορούσα να τα απο-
χωριστώ;
Μείναμε για μερικά δεύτερα να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον και
ύστερα με αργές κινήσεις του τα έδωσα. Ήθελα να δω πού το πήγαινε.
Τα κράτησε στα χέρια του και μου γύρισε πλάτη ενώ άρχισε να
απομακρύνεται περπατώντας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Έφτασε ως
την άλλη άκρη του γυμναστηρίου και, αφού πέρασε μέσα από τα
σχοινιά, μπήκε μέσα στο ρινγκ κι εντέλει γύρισε προς το μέρος μου. Το
κακό ήταν ότι χαμογελούσε. Το χειρότερο; Ήταν ένα σαρδόνιο χαμόγελο.
«Θες τα σπαθιά; Ωραία! Θα πρέπει να περάσεις από τους άντρες μου
και όταν φτάσεις σε μένα, θα πρέπει να παλέψουμε. Αν δεν τα
καταφέρεις, θα ξεκινάς κάθε μέρα από την αρχή, ενώ παράλληλα θα
κάνεις κανονική προπόνηση με τους άλλους. Αν πάλι καταφέρεις και
τους περάσεις όλους και νικήσεις κι εμένα –πράγμα αδύνατον–, τότε τα

Κυνηγοί Ζωής 47

σπαθιά είναι δικά σου» είπε αυτάρεσκα και τον κοίταξα ξαφνιασμένη. Ο
τύπος ήταν όντως σαλεμένος.

«Και αν δεν το κάνω;» επανέλαβα τα προηγούμενα λόγια μου
ελπίζοντας πως αυτή τη φορά θα έπαιρνα απάντηση.

Εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα και όταν το σήκωσε ξανά, ήταν
απόλυτα σοβαρός. Κατέβηκε από το ρινγκ και αρπάζοντας ένα μακρύ
κοντάρι, άρχισε πάλι να με πλησιάζει. Όταν ήταν αρκετά κοντά, μίλησε
με φωνή μπάσα και ψυχρή.

«Τότε μαζί με αυτά χάνεις και την ελευθερία σου».
Η σκληράδα και το σκοτάδι στο βλέμμα του με έκαναν να
ανατριχιάσω, γεγονός που με έκανε να απομακρύνω τα μάτια μου από
τα δικά του. Κοίταξα το κενό σκεπτόμενη. Ήταν μία επικίνδυνη
πρόκληση. Από τη μία, αναζητούσα την ελευθερία μου και την ήθελα σαν
τρελή. Από την άλλη, αν τελικά την έχανα, εδώ θα μπορούσα να είμαι
κοντά στη Ροσέλ και ταυτόχρονα ασφαλής. Όσο σκληροί και να ήταν,
δεν είχαν δείξει ως τώρα σημάδια πως θα με πείραζαν, τουλάχιστον αν
δεν έκανα εγώ το πρώτο βήμα.
Όταν σήκωσα το βλέμμα μου, τον κοίταξα σοβαρά. Το σκοτάδι μου
ανταγωνιζόταν το δικό του τόσο που τον είδα για μερικά φευγαλέα
δεύτερα να εκπλήσσεται. Είχε ανακαλύψει την αδυναμία μου, όμως δεν
θα έπεφτα τόσο εύκολα όσο νόμιζε.
«Πολύ καλά. Πήγαινε στο παιχνιδάκι σου και περίμενέ με» είπα
σοβαρά χρησιμοποιώντας τα δικά του λόγια.
«Ωραία». Ήταν το μόνο που απάντησε και από το πουθενά ένιωσα
ένα δυνατό χτύπημα πίσω από τα πόδια. Άρχισα να χάνω την
ισορροπία μου. Ήθελε να με πετάξει στο έδαφος, αλλά δεν θα του έκανα
τη χάρη.
Όπως έπεφτα, λύγισα τη μέση μου και, αφού στηρίχτηκα στο ένα
χέρι, γύρισα το σώμα και στηρίχτηκα ξανά στα πόδια μου.
«Αυτό που έκανες δεν ήταν και πολύ δίκαιο» του είπα πονηρά κι
εκείνος αμέσως γύρισε από την άλλη για να κρύψει το μειδίαμα που
όμως κατάφερα να δω.

48 ALEXA MERIAN

«Ξεκινήστε» είπε δυνατά και άρχισε να απομακρύνεται καθώς
μερικοί από τους άντρες του μου έκλεισαν τον δρόμο.

Ο Λίαμ στεκόταν πρώτος στη σειρά και δεν είδα πως κρατούσε ένα
μικρό στιλέτο. Το πέταξε στοχεύοντας τα πόδια μου. Για κακή μου τύχη
εκείνο καρφώθηκε στον μηρό μου· όχι τόσο βαθιά, αλλά αρκετά για να
με κάνει να βγάλω μια πνιχτή κραυγή. Δεν λύγισα. Τουλάχιστον δεν είχε
πετύχει εκείνο που είχα τα περισσότερα τατουάζ μου, γιατί –ναι– κάτι
τέτοιο θα με εξόργιζε.

«Τι κάνεις;» του φώναξα κι εκείνος ανασήκωσε τους ώμους δήθεν
ανήξερα.

«Αυτό για να σου θυμίσω την πρώτη μας συνάντηση» με ειρωνεύτηκε
και αμέσως θυμήθηκα την ημέρα που γνώρισα τη Ροσέλ. Είχα παλέψει
με δύο άντρες εκ των οποίων στον έναν κάρφωσα ένα μαχαίρι στον
μηρό. Όχι, ρε γαμώτο! Αυτός ήταν ο Λίαμ.

«Παιδιά, εγώ τελείωσα. Σειρά σας» είπε αδιάφορα και έφυγε από το
τσούρμο.

Αφού φρόντισα και έβγαλα το μαχαίρι από το πόδι μου, κοίταξα
μπροστά. Δεν χρειάστηκε να τους μετρήσω γιατί το μόνο που θα είχα ως
αποτέλεσμα, θα ήταν να χάσω την αυτοπεποίθησή μου.

«Είναι δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο» μουρμούρισα και πιάνοντας
ένα κοντάρι, πήρα μια βαθιά ανάσα και όρμησα μπροστά.

Προφανώς τα πράγματα δεν πήγαν ούτε στο ελάχιστο όπως θα
ήθελα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

«Θα τον σκοτώσω! Σ’ το ορκίζομαι πως και οι δύο δεν θα βγούνε
ζωντανοί από τα χέρια μου!» ωρυόταν η Ροσέλ. Από την ώρα που
ξύπνησε και με βρήκε στο δωμάτιό μου, δεν είχε σταματήσει να
πηγαινοέρχεται μπροστά από το κρεβάτι και να φωνάζει. Είχε τσαντιστεί
επειδή ήμουν χτυπημένη άσχημα και δεν μπορούσα να περπατήσω από
το μαχαίρι που είχε καρφώσει ο Λίαμ στον μηρό μου.

«Ροσέλ–» πήγα να μιλήσω, αλλά για χιλιοστή φορά με διέκοψε.
«Όχι, όχι, αυτή τη φορά έχω να πω δυο λογάκια μαζί τους! Είναι
άρρωστοι, είναι τρελοί και ακόμα πιο τρελή είσαι εσύ που δέχτηκες αυτή
την παράνοια!»
«Ροσέλ–».
«Και να σου πω και κάτι; Τι τους νοιάζει με ποιον κάνω παρέα; Τι,
δηλαδή, κάθε φίλος μου που θα έρχεται στο σπίτι, θα τον βασανίζουν
και ύστερα θα τον μαχαιρώνουν; Και μετά αναρωτιούνται γιατί το
έσκασα!»
«Ροσέλ!» φώναξα και μόνο τότε σταμάτησε.
Κατέβασε το κεφάλι και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Όταν με
κοίταξε, διέκρινα ενοχή στο βλέμμα της και παραξενεύτηκα.
«Συγγνώμη. Εξαιτίας μου έμπλεξες σε όλο αυτό και κοίτα πώς είσαι
τώρα. Πιο χάλια δεν γίνεται» είπε.
Καλά, όχι ότι είχε άδικο. Το πόδι μου ήταν δεμένο με γάζες και σε
πλήρη ακινησία από το μαχαίρωμα ενώ στο πρόσωπο, όπως και στο
υπόλοιπο σώμα μου, είχα μελανιές. Φυσικά με τόσα παυσίπονα που με
είχαν βάλει να πάρω με το ζόρι δεν ένιωθα και πολλά, αλλά το βράδυ θα
ήταν δύσκολο.


Click to View FlipBook Version