450 ALEXA MERIAN
«Τι φοβίες είχε για τον πατέρα του;» ρώτησε παραξενεμένος ο Κίλιαν
και στο δωμάτιο απλώθηκε νεκρική σιγή. Δεν άντεξα. Τα πόδια μου με
οδήγησαν από μόνα του και άρχισα να κατεβαίνω τα σκαλιά ένα ένα.
«Φοβόταν πως θα έρθεις και θα τον πάρεις μακριά μου» είπα καθώς
κατέβηκα και το τελευταίο σκαλί και στάθηκα εκεί. Αμέσως όλοι
πάγωσαν κι εκείνος έμεινε να κοιτάζει το κενό. Οι γροθιές του έσφιξαν
και πήρε μία κοφτή ανάσα.
«Τι είπες;» με ρώτησε μέσα από τα δόντια του και σταύρωσα τα
χέρια στο στήθος.
«Αυτό που άκουσες. Από τότε που πήγε σχολείο και τον κορόιδευαν
τα άλλα τα παιδιά που δεν είχε πατέρα, έχει εφιάλτες και νομίζει πως θα
έρθεις και θα τον πάρεις μακριά» του εξήγησα άτονα και είδα τις φλέβες
στον λαιμό του να πετάγονται.
«Βαλεντίν, θα σε ρωτήσω για τελευταία φορά. Ποιανού είναι το
παιδί;» με ρώτησε και έκανε μερικά βήματα πιο κοντά μου απειλητικά.
Σήκωσα τα μάτια μου και τον κοίταξα με θάρρος.
«Ο Εμίλιος είναι δικός μου. Αρνήθηκες να με δεις όταν
προσπαθούσα να σε βρω για να σ’ το πω, που σημαίνει πως αρνήθηκες
και τον ίδιο» είπα και τότε χτύπησε το κουδούνι. Έτρεξα με φόρα και
άνοιξα την πόρτα με την ελπίδα πως θα είχε γυρίσει το παιδί μου. Όταν
είδα τον Γκλεν να στέκεται εκεί και να με κοιτάζει τρομοκρατημένος,
απογοητεύτηκα.
«Βαλεντίν, τι έγινε; Μου είπαν τα παιδιά πως…» πήγε να πει και τότε
ξέσπασα. Έπιασα το τραπεζάκι που υπήρχε δίπλα από την πόρτα και το
πέταξα με τέτοια δύναμη στην άλλη άκρη του δωματίου που και αυτό και
ό,τι είχε πάνω έγιναν χίλια κομμάτια.
«ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ;» τσίριξα και τότε ξέσπασε και ο Κίλιαν.
«ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΑΣ! Το παιδί μας θα λες. Ας τον βρούμε πρώτα και
αργότερα θα τα πούμε οι δυο μας» είπε απειλητικά.
«Λίγο λάθος στιγμή δεν διάλεξες για να του το πεις;» με ρώτησε ο
πατέρας του και τότε ο άλλος έγινε έξω φρενών.
«Κι εσύ το ήξερες;» ρώτησε, μα κανείς δεν του απάντησε.
Κυνηγοί Ζωής 451
«Όλοι το ξέρατε και πέντε γαμημένα χρόνια με κοροϊδεύατε πίσω από
την πλάτη μου;» φώναξε με οργή και όλοι τους έσκυψαν τα κεφάλια.
Τίναξε τις γροθιές του με δύναμη και άφησε μία θυμωμένη κραυγή πριν
παραμερίσει τους πάντες και βγει έξω με μεγάλα βήματα.
«Αφήστε τον. Θα του μιλήσω εγώ» είπα και τον ακολούθησα, όχι
όμως γρήγορα. Βγήκα στη βεράντα και κοίταξα γύρω μου. Τον είδα να
κάθεται κάτω στην αμμουδιά στην άκρη της θάλασσας να κοιτάζει το
άγνωστο. Είχε βάλει το κεφάλι μέσα στα χέρια του και κρατούσε με
δύναμη τα μαλλιά του πίσω. Με αργά βήματα κατέβηκα και άρχισα να
τον πλησιάζω. Είχε ξεκουμπώσει το πουκάμισό του και όταν κάθισα
δίπλα του, παρατήρησα πως κάτι έλαμπε στα μάτια του, όμως εκείνος
ήταν ανέκφραστος.
«Κίλιαν, μην τους κατηγορείς. Έκαναν ακριβώς ό,τι τους έλεγα εγώ.
Προσπαθούσαν να με πείσουν να σου μιλήσω, αλλά δεν μπορούσα. Σε
παρακαλώ, κατηγόρησε εμένα, όμως όχι εκείνους» προσπάθησα να τον
ηρεμήσω, χωρίς αποτέλεσμα. Βάρεσε τις γροθιές του με δύναμη στην
άμμο και σε κλάσματα του δευτερολέπτου είχε σηκωθεί όρθιος και με
είχε τραβήξει μαζί του. Το χέρι του είχε τυλιχτεί γύρω από τον λαιμό μου
σαν μέγγενη και έβλεπα στα μάτια του πως δεν ήταν μαζί μου.
«Σε κατηγορώ! Φυσικά και σε κατηγορώ! Πέντε χρόνια μου έκρυβες
ένα παιδί. ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΠΑΙΔΙ!» ούρλιαξε με οργή και με
ταρακούνησε.
Κράτησα σφιχτά τον καρπό του προσπαθώντας να τον κάνω να
σταματήσει, όμως εκείνος δεν κουνιόταν καθόλου. Το μυαλό μου έτρεξε
πίσω, εκείνη τη νύχτα που είχαμε παλέψει στη βροχή και το πώς είχα
βρεθεί στη δική του θέση. Χαλάρωσα τη λαβή μου και αντίθετα άπλωσα
το χέρι και το έβαλα στο πρόσωπό του.
«Κίλιαν» είπα πνιχτά καθώς με έσφιγγε κι ενώ τελείωνε το οξυγόνο
από μέσα μου, ένιωθα τα γόνατα μου να τρέμουν. Εκείνος με κοιτούσε με
μίσος και ήξερα πως άμα δεν έκανα κάτι γρήγορα, θα λιποθυμούσα.
«Κίλιαν» είπα σχεδόν ψιθυριστά και τότε κάτι έλαμψε στα μάτια του
και ευτυχώς άρχισε να χαλαρώνει τη λαβή του. Με άφησε απότομα και
αμέσως τύλιξα τα χέρια γύρω από τον λαιμό μου και άρχισα να βήχω.
452 ALEXA MERIAN
Στεκόταν εκεί και με κοιτούσε ανέκφραστος. Δεν λέω πως δεν περίμενα
τέτοια αντίδραση, όμως αυτή την ώρα έπρεπε να είναι αφοσιωμένος να
βρει το παιδί του, αν τον ένοιαζε πραγματικά, και όχι να λογαριαστεί
μαζί μου.
Σήκωσα το βλέμμα μου πάνω του γεμάτη οργή και, δίχως να το
περιμένει, η γροθιά μου βρήκε το στομάχι του. Ταυτόχρονα άκουσα τη
Ροσέλ να φωνάζει από το σπίτι, όμως κανείς δεν τόλμησε να μας
πλησιάσει. Εκείνος γονάτισε και, όταν σήκωσε το βλέμμα του, έβλεπα
πως ήθελε να ανταποδώσει.
«ΕΣΥ ΤΟ ΔΙΑΛΕΞΕΣ! Εσύ με παράτησες μόνη μου και ούτε μια
στιγμή δεν σκέφτηκες να μου δώσεις την ευκαιρία έστω μόνο για εκείνον!
Μπορεί εγώ να σταμάτησα να υπάρχω στην καρδιά σου, όμως κάθε
φορά που με απέρριπτες, έδιωχνες κι εκείνον!» φώναξα εξοργισμένα ενώ
εκείνος προσπαθούσε να σηκωθεί.
«Σε κατηγορούσα για χρόνια, όμως αν νομίζεις πως στο ελάχιστο δεν
ένιωθα ενοχές, τότε είσαι φανερά γελασμένος. Γι’ αυτό ήθελα να σου
μιλήσω σήμερα. Γιατί βαρέθηκα το κρυφτό. Αυτή τη στιγμή ο γιος ΜΑΣ
αγνοείται και αντί να είμαστε ενωμένοι τσακωνόμαστε σαν έφηβοι».
Το τρέμουλο από τα χέρια είχε αρχίσει να απλώνεται και στο σώμα
μου ενώ ένιωθα την καρδιά μου έτοιμη να σπάσει. Ήθελα να σταματήσω
να τον πληγώνω, όμως τίποτα δεν βοηθούσε αυτή τη στιγμή.
«Γιατί; Γιατί τόσα ψέματα; Γιατί, ρε Βαλεντίν;» είπε με απόγνωση και
έβλεπα πως κι εκείνος ήταν το ίδιο κουρασμένος με εμένα.
«Κίλιαν, έγιναν πολλά από εκείνη τη μέρα στο γκαλά και ύστερα.
Προσπάθησα να σε μισήσω, όμως μέχρι και την τελευταία μέρα που
γένναγα σε ζητούσα. Ούρλιαζα το όνομά σου. Πίστευα πως κάθε πόνος
που περνούσα –σωματικός και ψυχικός– μου άξιζε στο εκατό τοις εκατό.
Όμως δεν ήσουν εκεί και τότε κατάλαβα πως ήμουν μόνη. Ζήτησα από
όλους να φέρονται λες και όντως δεν υπήρξες. Φυσικά ο μικρός γνώριζε
για την ύπαρξή σου, αλλά σε φοβόταν. Μου... μου ζήτησε να σε γνωρίσει
σήμερα και του είπα πως θα σου μιλούσα. Όσο δύσκολο και αν ήταν για
μένα, θα το έκανα. Του είπα πως θα σου μιλήσω και θα το έκανα
αλλά…» είπα και στο τέλος η φωνή μου έσπασε και αμέσως λύγισα.
Κυνηγοί Ζωής 453
Αγκάλιασα το σώμα μου και κοίταξα το κενό. Ξαφνικά ένιωσα το σώμα
του κοντά μου και να με κλείνει στην αγκαλιά του. Ούτε στιγμή δεν
σκέφτηκα να τραβηχτώ μακριά.
«Είμαι τόσο θυμωμένος μαζί σου αυτή τη στιγμή. Με όλους είμαι
εξοργισμένος, όμως ανησυχώ κι εγώ. Σ’ το ορκίζομαι ότι θα τον βρούμε,
όμως μετά θα μιλήσουμε, Βαλεντίν. Θέλω να μάθω τα πάντα και αυτή τη
φορά δεν θα μου κρύψεις τίποτα» είπε και αυτό έκανε το κλάμα μου πιο
δυνατό. Γαντζώθηκα από πάνω του και ένιωθα πιο αδύναμη από ποτέ.
Δεν είχα δύναμη ούτε να σταθώ στα πόδια μου, πόσο μάλλον να
παλέψω.
«Φτάνει, μην κλαις άλλο. Θα τον βρούμε και, όταν το κάνουμε, θέλω
τον τσαμπουκά και το τέρας που κρύβεις κι εσύ μέσα σου να χορέψει για
μία ακόμη φορά με το δικό μου. Όποιος και να το έκανε θα το πληρώσει,
αυτό σου το υπόσχομαι» μου είπε και τράβηξε το πρόσωπό μου ώστε να
τον κοιτάζω. Με τους αντίχειρές του σκούπισε τα δάκρυά μου και
ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό μου.
«Θα τον βρούμε» είπε χαμηλόφωνα και τον αγκάλιασα σφιχτά. Τα
λόγια του για κάποιο λόγο μου έδιναν ελπίδα.
«Κίλιαν! Βαλεντίν!» ακούστηκε η φωνή της Ροσέλ να μας φωνάζει
από τη βεράντα και αμέσως παγώσαμε και οι δύο. Τρέξαμε προς το
μέρος της.
«Τι έγινε; Τον βρήκατε;» τη ρώτησε εκείνος και πραγματικά
κρεμόμουν από τα χείλη της.
«Ναι, τον έχουν στο μπαρ στην παραλία, όμως... Βαλεντίν!» με
φώναξε εκείνη. Αλλά είχα αρχίσει ήδη να τρέχω προς την παραλία και το
μπαρ. Ήθελα να βρω τον γιο μου και θα το έκανα τώρα.
«Βαλεντίν!» άκουσα τη φωνή του από πίσω μου και γύρισα για λίγο
και τον είδα να τρέχει από πίσω μου. «Περίμενε!» φώναξε και μετά από
λίγο με έπιασε από το χέρι και με σταμάτησε. «Περίμενε, γαμώτο! Είσαι
τρελή; Πώς θα πάμε έτσι χωρίς τους υπόλοιπους;» με ρώτησε και τον
κοίταξα λες και μου μίλαγε για τον καιρό μία τέτοια στιγμή.
454 ALEXA MERIAN
«Εσύ είσαι τρελός αν νομίζεις πως θα κάτσω να περιμένω! Το παιδί
μου θα έρθει μαζί μου τώρα!» του φώναξα και το χέρι του έσφιξε το δικό
μου με δύναμη.
«Τότε περίμενε εμένα. Αν είναι να γυρίσει, μαζί θα τον φέρουμε. Όχι
ξανά μόνη σου» μου είπε και είδα εκείνη τη φωτιά που μου είχε λείψει
στα μάτια του. Αυθόρμητα τον τράβηξα κοντά μου και ένωσα δυνατά τα
χείλη μου με τα δικά του. Η αίσθηση των χειλιών του ήταν πιο οικεία από
ποτέ. Όταν τον άφησα, με κοίταξε για μια στιγμή και ύστερα με τράβηξε
από το χέρι και αρχίσαμε πάλι να τρέχουμε.
«Μόλις γυρίσουμε, σου υπόσχομαι πως δεν θα βγεις ζωντανή από τα
χέρια μου» μου είπε ξέπνοα, όμως δεν ήμουν καθόλου συγκεντρωμένη
για να του απαντήσω ανάλογα.
«Ας φτάσουμε πρώτα και μετά κάνε μου ό,τι θες» είπα μονάχα.
Όταν είδα το μπαρ επιτάχυνα ακόμα πιο πολύ και σχεδόν
σκαρφάλωσα για να ανέβω. Όντως δεν ήξερα τι θα γινόταν, όμως κατά
κάποιο τρόπο το περίμενα.
«Μαμά!» φώναξε ο μικρός και έκανε να έρθει προς το μέρος μου,
όμως ο άντρας που τον κρατούσε δεν τον άφησε.
«Βρε, βρε καλώς τους. Τον έναν περίμενα και οι δύο μου ήρθατε. Τι
έγινε, Βαλεντίν; Τα ξαναβρήκαμε με τον μορφονιό;» είπε ο Ανατόλι και
ήμουν έτοιμη να του ορμήσω, όμως ο Κίλιαν με κράτησε.
«Άφησε τον μικρό. Με εμένα έχεις δουλειές» γρύλισα μέσα από τα
δόντια μου κι εκείνος κούνησε το χέρι του σαν να μην τον ένοιαζε.
«Έχεις δίκιο. Αφήστε τον» είπε και ο μπράβος του άφησε από τα
χέρια του τον μικρό κι εκείνος έτρεξε στην αγκαλιά μου. Έπεσα στα
γόνατα και τον κράτησα σφιχτά.
«Μωρό μου, είσαι καλά; Σε πείραξαν;» τον ρώτησα με άγχος κι
εκείνος μου χαμογέλασε.
«Όχι, μαμά. Έφαγα και γλυκό και έπαιξα και στη θάλασσα. Το
ήξερες πως τα ψαράκια λάμπουν το βράδυ;» είπε παιδικά και γέλασα
έτοιμη να βάλω πάλι τα κλάματα.
Ο Κίλιαν κάθισε νευρικά δίπλα μου και τον κοίταξε δίχως να ξέρει τι
να κάνει. Ο μικρός τον είδε και ήρθε πιο κοντά στην αγκαλιά μου.
Κυνηγοί Ζωής 455
Κράτησα το προσωπάκι του μέσα στα χέρια μου και τον ανάγκασα να με
κοιτάξει.
«Εμίλιε, άκουσέ με. Τώρα ο μπαμπάς θα σε πάρει και θα πάτε μία
μεγάλη βόλτα στην παραλία και μετά στο σπίτι να του δείξεις τα
κοχυλάκια που μάζεψες, εντάξει;» είπα και με κοίταξαν και οι δύο
έκπληκτοι.
«Βαλεντίν, τι λες;» με ρώτησε εκείνος χαμηλόφωνα και τον κοίταξα
στα μάτια. Μπορεί τα χείλη μου να μην έλεγαν λόγια, όμως εκείνα
μπορούσαν να του εξηγήσουν τι είχα στο μυαλό μου.
«Όχι, είσαι τρελή» φώναξε και του χαμογέλασα.
«Το ήξερες ήδη αυτό. Δεν θέλω να με δει έτσι» είπα και με τα μάτια
μου του έδειξα τον μικρό.
«Μαμά, δεν θέλω» παραπονέθηκε εκείνος και τον κοίταξα
προσπαθώντας να χαμογελάσω.
«Σου υπόσχομαι πως θα έρθω κι εγώ και θα κάτσουμε και οι τρεις
στη βεράντα, εντάξει;»
Αφού κοίταξε μια φορά τον πατέρα του, γύρισε προς το μέρος μου και
ένευσε καταφατικά. Τον φίλησα στο πρόσωπο και ύστερα τον έσπρωξα
μαλακά προς τον Κίλιαν. Εκείνος στην αρχή ήταν νευρικός, όμως τον
κράτησε στα χέρια του και σηκωθήκαμε και οι δύο όρθιοι.
«Φύγετε» είπα και έκανε να φύγει, όμως ο άλλος μας σταμάτησε.
«Για πού το βάλαμε, πριγκίπισσα; Ποιος σου είπε ότι έχεις το πάνω
χέρι εδώ πέρα;» είπε και γρύλισα.
«Άφησέ τους να φύγουν. Η συμφωνία που θέλεις να κάνεις είναι μαζί
μου» γρύλισα κι εκείνος άρχισε να γελάει.
«Έχω δύο από τους καλύτερους δολοφόνους στα χέρια μου και θα
αρκεστώ μόνο στον έναν; Είμαι πραγματικά περίεργος πώς έφτασες
στην κορυφή με τέτοιο σκεπτικό» είπε σαρκαστικά και του χαμογέλασα
με κακία.
«Ω, αυτό θα το συνειδητοποιήσεις» γρύλισα απειλητικά και μου
ανταπέδωσε το χαμόγελο.
«Είμαι σίγουρος γι’ αυτό».
456 ALEXA MERIAN
«Πες μου τώρα τι θες για να τελειώνουμε» του είπα απότομα και στο
πρόσωπό του έλαμψε η ικανοποίηση.
«Σε δύο εβδομάδες από τώρα ξέρουμε όλοι πως φτάνει το μεγάλο
φορτίο στην Αλεξάνδρεια. Υπεύθυνοι για την παραλαβή του θα είναι
άντρες του Ροντρίγκο, δικοί μου και ο αδερφός μου. Θέλω λοιπόν να πας
και να βγάλεις από τη μέση τον Αρτούρ. Τόσο απλό. Θέλω όμως η
δουλειά να γίνει με διακριτικότητα και να φανεί σαν ατύχημα» μου
εξήγησε και τον κοίταξα με μίσος.
«Αν δεχτώ, θα τους αφήσεις να φύγουν και δεν θα μας ενοχλήσεις
ξανά;»
«Βαλεντίν!» είπε νευριασμένα ο Κίλιαν, όμως δεν του έδωσα
σημασία.
«Λέγε!» απαίτησα και το χαμόγελό του έγινε πιο έντονο.
«Σύμφωνοι, αλλά…» είπε και κοίταξε τον Κίλιαν που ακόμα κρατούσε
τον μικρό σφιχτά στην αγκαλιά του. «Αυτός δεν θα κάνει καμία μαλακία
για να σε γλιτώσει. Η συμφωνία είναι συμφωνία» είπε και έσφιξα τις
γροθιές μου.
Ένευσα θετικά, κάτι που τον χαροποίησε, και ύστερα σήκωσε το χέρι
του κάνοντας νόημα στους άντρες του.
«Αφήστε τους να φύγουν. Θα σε ενημερώσω για περισσότερα
σύντομα» είπε και συνέχισε να πίνει το ποτό του ανενόχλητος.
Γύρισα και κοίταξα τον Κίλιαν που ήταν έτοιμος να με σκοτώσει και
του έδειξα με το κεφάλι μου να φύγουμε.
Μέχρι να απομακρυνθούμε αρκετά, η καρδιά μου δεν λειτουργούσε.
Όταν βεβαιώθηκα πως είχαμε απομακρυνθεί, τον σταμάτησα και
τράβηξα τον μικρό στην αγκαλιά μου.
«Μικρό μου» είπα και τον έσφιξα δυνατά. Εκείνος έβαλε τα χεράκια
του στο πρόσωπό μου και με κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε τι γινόταν.
«Μαμά, γιατί κλαις;» με ρώτησε και γέλασα νευρικά. Αμέσως
σκούπισα τα δάκρυά μου και τον αγκάλιασα ξανά.
«Δεν κλαίω. Είμαι χαρούμενη που σε έχω κοντά μου» είπα ειλικρινά
και τον έσφιξα ξανά. Ύστερα σηκώθηκα και τον έπιασα από το χεράκι.
Κυνηγοί Ζωής 457
«Εμίλιε, όπως κατάλαβες ο μπαμπάς θέλει να σε γνωρίσει καλύτερα»
του είπα και ο Κίλιαν κοίταξε μία εμένα και μία εκείνον. Ύστερα έσκυψε
μπροστά του και τον κοίταξε ενώ σκεφτόταν τι θα του πει.
«Θα μείνεις μαζί μας τώρα και θα είμαστε οικογένεια;» τον ρώτησε
και αμέσως σταμάτησα να αναπνέω. Με κοίταξε ξανά και ύστερα κού-
νησε θετικά το κεφάλι του.
«Τώρα που σε βρήκα δεν σε χάνω» του είπε ειλικρινά και ο μικρός
σταύρωσε τα χέρια στο στήθος.
«Ναι, αλλά άμα κάνεις τη μαμά μου να κλάψει ξανά, θα σου κάνω
όλα όσα μου έχουν μάθει ο θείος Έιντζελ και ο θείος Λίαμ» τον απείλησε
με περηφάνια. Ο Κίλιαν ξέσπασε σε γέλια. Έριξε τις άμυνές του και
αμέσως τον κράτησε στην αγκαλιά του και σηκώθηκε όρθιος. Έπιασε το
χέρι μου σφιχτά και με κοίταξε.
«Πάμε. Έχουμε να πούμε πολλά» είπε ήρεμα και συμφώνησα με ένα
νεύμα.
Ήθελα ο χρόνος να σταματήσει σε αυτή τη βόλτα για τον γυρισμό.
Ήξερα πως μόλις φτάναμε, θα έπρεπε να λογοδοτήσω σε εκείνον αλλά
και στους άλλους για τη συμφωνία που είχα κάνει. Είχα δύο εβδομάδες
να προετοιμαστώ και να σχεδιάσω ακριβώς το πώς θα το έκανα, αλλά
και πώς θα γλίτωνα. Παρ’ όλο που για μια τέτοια αποστολή ήταν αρκετός
χρόνος, για να τους αποχαιρετήσω δεν έφτανε ούτε στο ελάχιστο. Μόνο
εγώ κι εκείνος γνωρίζαμε πως υπήρχε μία μεγάλη πιθανότητα να μη
γυρίσω. Με τους Ρώσους δεν γλίτωνες ποτέ, πόσο μάλλον σε μία τόσο
μεγάλη δολοφονία. Όμως ήμουν αναγκασμένη να το κάνω. Αν ήθελα την
οικογένειά μου ζωντανή, έπρεπε να το κάνω. Το ερώτημα ήταν: Θα
γυρνούσα;
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 57
Μόλις μπήκαμε στο σπίτι, όλοι άρχισαν να αγκαλιάζουν τον μικρό. Όταν
άρχισαν τις ερωτήσεις, προσπάθησα να τους αποφύγω και τον πήρα για
να ανέβουμε επάνω. Προσπέρασα τελείως το δωμάτιό του και ευτυχώς
το δικό μου ήταν σε καλύτερη κατάσταση από πριν. Ξαπλώσαμε μαζί
στο κρεβάτι κι εκείνος κούρνιασε στην αγκαλιά μου.
«Μαμά, γιατί δεν με πήγες στο κρεβάτι μου;» με ρώτησε και του
χαμογέλασα.
«Σήμερα θέλω να κοιμηθούμε αγκαλίτσα. Τι σε έπιασε τώρα και θες
να κοιμηθείς στο κρεβάτι σου;» τον ρώτησα και άρχισε να παίζει με τα
μαλλιά μου.
«Και ο μπαμπάς πού θα κοιμηθεί; Στο δικό μου κρεβάτι δεν χωράει,
είναι μεγάλος» είπε με εκείνη την παιδιάστικη αθωότητα και δεν ήξερα
πού να κρυφτώ.
«Υπάρχει και ο καναπές» άκουσα τη φωνή του να λέει.
Κοίταξα προς την πόρτα και τον είδα να στέκεται εκεί με τα χέρια
σταυρωμένα και να μας κοιτάζει με ένα στραβό χαμόγελο. Όταν τον είδα
έτσι, για μια στιγμή νόμιζα πως τίποτα δεν είχε συμβεί νωρίτερα. Πως
όλα ήταν ένα κακό όνειρο και πως αυτό ήταν το σωστό.
«Μπορείς να έρθεις εδώ!» είπε με ενθουσιασμό ο μικρός. Με
έσπρωξε και έκανε κι εκείνος χώρο για να καθίσει ο πατέρας του.
Εκείνος με κοίταξε με βλέμμα σαν να έπαιρνε την άδειά μου. Ένευσα
καταφατικά. Έκανε τον κύκλο του κρεβατιού και ξάπλωσε από την άλλη
πλευρά στηρίζοντας το κεφάλι στο χέρι του.
Κυνηγοί Ζωής 459
«Ωραία, χωράμε και οι τρεις εδώ» είπε χαρούμενα και χαμογέλασα.
Αν δεν ήταν παιδί μου, θα το έπνιγα.
«Πώς νιώθεις τώρα που ξέρεις ότι ο μπαμπάς είναι εδώ; Θα
σταματήσουμε το ξύπνημα πριν τις πέντε το πρωί;» τον ρώτησα και ο
Κίλιαν με κοίταξε με ένα περίεργο βλέμμα.
«Άσ’ το, θα το καταλάβεις κάποια στιγμή» τον διαβεβαίωσα και
κούνησε το κεφάλι του πέρα δώθε.
«Μαμά, θα φύγεις;» με ρώτησε ο μικρός και η καρδιά μου κλότσησε.
Χάιδεψα την κοιλιά του και προσπάθησα να συγκεντρώσω τα λόγια μου.
«Θα πρέπει, όμως δεν είναι η ώρα να τα πούμε αυτά, έχουμε καιρό.
Εσύ θα έπρεπε να κοιμάσαι τέτοια ώρα» είπα κι εκείνος γύρισε πλευρό
και χώθηκε στην αγκαλιά του πατέρα του. Τον κοιτάξαμε και οι δύο
έκπληκτοι και ύστερα ο ένας τον άλλον. Ο Κίλιαν τον αγκάλιασε νευρικά
και τον φίλησε στα μαλλιά.
«Εμίλιε, είναι αργά. Ώρα για ύπνο» είπα δήθεν αυστηρά και
γαντζώθηκε από το πουκάμισό του.
«Δεν θέλω» είπε πεισματικά και ανασηκώθηκα στα γόνατα.
«Εμίλιε Βίκτορ Άνταμς Μορέι, θα κάνεις αυτό που λέω αυτή τη
στιγμή» του είπα κι εκείνος αμέσως σηκώθηκε και στάθηκε απέναντί μου
με θάρρος.
«Δεν θέλω να κοιμηθώ! Θέλω να κάτσω εδώ με σένα και τον
μπαμπά!» φώναξε με πείσμα και τον κοιτούσα άφωνη. Τον άρπαξα και
τον πέταξα στο κρεβάτι γαργαλώντας τον ασταμάτητα.
«Κοίτα εδώ που θα μου βγάλει και γλώσσα. Μικρό τερατάκι» είπα
ενώ εκείνος δεν σταματούσε να γελάει. Στο μεταξύ ο Κίλιαν καθόταν και
μας χάζευε.
«Εμίλιε, μιλάω σοβαρά» είπα όταν τον άφησα και κατσούφιασε.
Χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα και μου έδειξε με τα χεράκια του την
άλλη πλευρά. Ξάπλωσα δίπλα του και τον αγκάλιασα σφιχτά.
«Ύπνο τώρα» είπα κι εκείνος κοίταξε τον πατέρα του.
«Καληνύχτα, μαμά. Καληνύχτα, μπαμπά» είπε και έκλεισε τα ματάκια
του.
460 ALEXA MERIAN
Με τον Κίλιαν κοιταχτήκαμε και τον αγκαλιάσαμε και οι δύο
ταυτόχρονα. Το χέρι του άγγιξε το δικό μου και δεν το τράβηξα μακριά.
Έκλεισα για μια στιγμή τα μάτια και πήρα μία βαθιά ανάσα.
«Εσύ γιατί δεν κοιμάσαι;» με ρώτησε. Το πρόσωπό του ήταν
εκατοστά μακριά μου και μόλις τα μάτια του κλειδώθηκαν στα δικά μου,
η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει σαν τρελή.
«Σου υποσχέθηκα πως θα μιλήσουμε» είπα σχεδόν ψιθυριστά.
«Και όχι μόνο σε μένα» είπε και ρουθούνισα. Πράγματι έπρεπε να
δώσω κάποια εξήγηση και στους από κάτω. Τι να τους έλεγα όμως; Πώς
να τους εξηγούσα πως ίσως ήταν οι τελευταίες δύο εβδομάδες που
είχαμε μαζί;
ΚΙΛΙΑΝ
Με είχε πιάσει ένας πονοκέφαλος που κόντευε να σπάσει το κεφάλι μου.
Όταν άρχισαν τις ερωτήσεις κι εκείνη δεν απαντούσε, όλοι στράφηκαν
επάνω μου, και ειδικά όταν ανέβηκε επάνω να κοιμίσει τον μικρό, δεν
είχα πού να κρυφτώ.
«Κίλιαν, τι στον διάολο συμβαίνει εδώ πέρα; Ποιος τον πήρε;» με
ρώτησε ο πατέρας μου και σταύρωσα τα χέρια στο στήθος.
«Ο Ανατόλι Ίβανσοβ» είπα και όλοι οι άντρες στο δωμάτιο με
κοίταξαν. Όλοι μας τον ξέραμε και γνωρίζαμε και για τι ήταν ικανός.
«Γιατί; Τι θέλει αυτός από εμάς;» είπε ο Έιντζελ.
Κοίταξα το κενό και δεν απάντησα. Δεν ήξερα και τι να πω ακριβώς.
Ένιωθα ακόμα θυμωμένος με όλους και όχι από πείσμα. Έπρεπε να
ξέρω, και όσο και αν καταλάβαινα εν μέρει την πλευρά της Βαλεντίν, οι
υπόλοιποι ήταν αδικαιολόγητοι.
«Κίλιαν–» πήγε να μιλήσει η Ροσέλ και από τον τόνο της κατάλαβα τι
ακολουθούσε και έτσι τη διέκοψα.
«Άσ’ το, μικρή. Αυτή τη φορά δεν θέλω να ακούσω τίποτα από
κανέναν. Ο μόνος λόγος που κρατιέμαι και δεν τα κάνω όλα άνω κάτω
είναι επειδή βρίσκεται ο μικρός επάνω και αρκετά πέρασε για μια μέρα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν σας κατηγορώ όλους» είπα ψυχρά και
είδα που η αδερφή μου κατέβασε το κεφάλι της θλιμμένα ενώ κανένας
δεν είπε τίποτα.
Δίχως να πω κάτι παραπάνω, άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά για να
πάω να τους βρω. Ύστερα από όλα όσα έγιναν το μόνο που σκεφτόμουν
και ήθελα ήταν ο μικρός κι εκείνη. Τα βήματά μου ήταν αργά και δεν
βιαζόμουν. Άκουγα τη φωνή της να του μιλάει και αυτό και μόνο έφερνε
462 ALEXA MERIAN
το χαμόγελο στα χείλη μου. Πλησίασα και τους είδα εκεί ξαπλωμένους
να μιλάνε. Ο μικρός τής έκανε ερωτήσεις κι εκείνη δεν έπαιρνε τα μάτια
της από πάνω του.
Ένα παιδί. Είχα ένα παιδί και δεν το γνώριζα και αυτό από τη
γυναίκα που αγάπησα περισσότερο από ποτέ και με σκότωσε πάνω
από μία φορά.
Όταν ο μικρός τη ρώτησε για το πού θα κοιμηθώ εγώ, η φάτσα της με
έκανε με το ζόρι να κρατηθώ και να μην αρχίσω να γελάω δυνατά. Είχε
σοκαριστεί και ίσως ήταν η στιγμή να κάνω κι εγώ την εμφάνισή μου.
Εκείνη όταν με είδε ξαφνιάστηκε, όμως δεν δίστασε λεπτό να με αφήσει
να πάω κοντά.
Από τη στιγμή που ξάπλωσα δίπλα τους, δεν πήρα στιγμή το βλέμμα
μου από πάνω τους και ειδικά από το τόσο έλαμπαν τα μάτια της όταν
τον κοίταζε. Ένα από τα πράγματα που είχα παρατηρήσει πάνω της
όταν την είδα ύστερα από τόσο καιρό, ήταν πως είχε χάσει κάθε ίχνος
ζωής. Αυτό το μικρό πλάσμα την έκανε να λάμπει ολόκληρη. Σιγά σιγά
άρχιζα να το καταλαβαίνω κι εγώ.
Μέχρι να κοιμηθεί ο μικρός, δεν μιλούσαμε καθόλου. Μπορεί να
ήθελα να μάθω τα πάντα, όμως, ύστερα από όλη αυτή τη μέρα, το
γεγονός ότι τους είχα και τους δύο κοντά μου με έκανε να μη θέλω να
ακούσω τίποτα. Την κοιτούσα που είχε κλειστά τα μάτια και ήθελα να
την αγγίξω ενώ ταυτόχρονα έβραζα μέσα μου και ήθελα να την πνίξω στη
θάλασσα. Το βλέμμα μου όμως έπεφτε στον μικρό και τότε τα πάντα
άλλαζαν.
«Είναι πανέμορφος» είπα σχεδόν ψιθυριστά κι εκείνη με κοίταξε με
βλέμμα που χαμογελούσε.
«Σου έμοιασε αρκετά. Από τότε που γεννήθηκε ήταν σαν να σε είχα
δίπλα μου κάθε λεπτό» είπε με τον ίδιο τόνο και το στομάχι μου
σφίχτηκε. Ανασηκώθηκα και με όσο πιο απαλές κινήσεις μπορούσα,
σηκώθηκα από το κρεβάτι. Πήγα και στάθηκα δίπλα της και άπλωσα το
χέρι μου.
«Πάμε. Πρέπει να μιλήσουμε» είπα κι εκείνη με κοίταξε για μερικά
δεύτερα. Ύστερα άπλωσε το χέρι της και σηκώθηκε όρθια.
Κυνηγοί Ζωής 463
Όταν το δέρμα της άγγιξε το δικό μου, ένιωσα πάλι εκείνον τον
ηλεκτρισμό που πυροδοτούσε όλο μου το σώμα, όμως κρατήθηκα.
Προείχαν πιο σημαντικά πράγματα και είχαμε αρκετό δρόμο μέχρι να
φτάσουμε στο σημείο που θα μπορούμε να επικοινωνούμε και σωματικά.
Εδώ καλά καλά δεν βγάζαμε άκρη με τις λέξεις, το σεξ μας έλειπε.
Δεν σταμάτησα να την κρατάω και, αφού βγήκαμε από το δωμάτιο,
κατεβήκαμε μαζί κάτω όπου μας περίμεναν όλοι. Την έβαλα να καθίσει
στον καναπέ έτσι ώστε να μας βλέπει και να την βλέπουμε.
«Ωραία, από πού θέλετε να ξεκινήσω;» είπε εκνευρισμένα και
σταύρωσα τα χέρια στο στήθος ενώ την κοιτούσα άγρια.
«Τι θα έλεγες από την αρχή; Εγώ έχω χάσει αρκετά επεισόδια, μαζί
με τη γέννηση ενός παιδιού, τα πρώτα του βήματα, τις πρώτες του λέξεις,
τα πρώτα του μαθήματα και γενικά τα πάντα» είπα κι εγώ ανυπόμονα
και φανερά εκνευρισμένος. Εκείνη αναστέναξε.
«Πάω να φτιάξω καφέ. Θα το ξημερώσουμε εδώ πέρα άμα ξεκινήσει
από την αρχή» είπε ο αδερφός της και κίνησε για την κουζίνα.
Άρπαξα μία καρέκλα και την έβαλα ακριβώς μπροστά της. Κάθισα
και τα μάτια μου δεν έφυγαν από πάνω της.
Και τότε ξεκίνησε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 58
Αφού ξεκίνησα να τους εξηγώ τα πάντα από την αρχή, κανείς τους δεν
μίλησε. Φυσικά όταν έφτασα στο σημείο που γνώρισα τη Ροσέλ και
μετά, συμπλήρωναν και οι άλλοι κάποια πράγματα και δεν είμαι τόσο
σίγουρη κατά πόσο τα νεύρα του Κίλιαν θα άντεχαν.
Φτάνοντας στο θέμα με τον Ανατόλι, όλοι τους ήταν εναντίον μου και
φυσικά ξεκίνησε το αναμενόμενο κήρυγμα. Κανείς τους δεν πίστευε πως
έδωσα τέτοια υπόσχεση και πως είχα σκοπό να την κρατήσω. Μάλιστα
με βάλανε στην άκρη και άρχισαν να καταστρώνουν σχέδια μεταξύ τους
για το πώς θα γλίτωναν χωρίς να παίρνουν στα σοβαρά την επιλογή
μου. Μόνο εκείνος δεν μιλούσε και καθόταν στην ίδια καρέκλα μπροστά
μου και κοιτούσε το άγνωστο σκεπτικός.
«Εγώ λέω να τους φυγαδέψουμε στο εξοχικό μας, στο Ραθκλέβιν.
Εκεί θα είναι μακριά από όλους και είμαι σίγουρη πως και ο πατέρας
σας θα βοηθήσει» πρότεινε η Ροσέλ και ο Γκλεν συμφώνησε.
«Έχω ήδη μιλήσει με τον Άρθουρ και μου είπε πως θα βοηθήσει, και
άμεσα μάλιστα, σε ό,τι και αν σκεφτούμε. Θέλει ο εγγονός αλλά και η
κόρη του να είναι όσο πιο ασφαλείς γίνεται».
«Ε, άμα τα βρήκαν οι κολλητοί εγώ δεν έχω να πω τίποτα άλλο»
ειρωνεύτηκα και όλοι τους σταμάτησαν να μιλάνε.
«Μην ειρωνεύεσαι. Εδώ εμείς ψάχνουμε να βρούμε λύση για να σε
γλιτώσουμε έτσι σκατά που τα έκανες» είπε ο Έιντζελ και του
ανταπέδωσα την άγρια ματιά.
Κυνηγοί Ζωής 465
«Δηλαδή προτιμούσες να μας σκοτώσει επιτόπου οικογενειακώς; Ή
μήπως θα ήταν καλύτερα εάν σκότωνε εμάς και έπαιρνε τον μικρό; Θα
κάνω αυτό που μου ανατέθηκε και θα τελειώσει εκεί η ιστορία» είπα
έντονα και όλοι τους με κοιτούσαν δίχως να μιλάνε.
«Το θέμα είναι ότι δεν θα τελειώσει εκεί. Θα συνεχίσει να σε απειλεί,
και μετά τον θάνατο του Αρτούρ ποιος ξέρει ποιοι άλλοι θα έρθουν» είπε
ο Γκλεν και αμέσως μετά μίλησε ο Κίλιαν. Η μεγαλύτερη έκπληξη ήταν
πως ήταν απόλυτα ήρεμος.
«Έχει δίκιο. Κι έτσι θα σε κυνηγάνε είτε το κάνεις είτε όχι. Η κατάληξη
θα είναι ίδια εκτός…» Δεν τελείωσε την πρότασή του, όμως το έκανα
εγώ.
«Εκτός αν πεθάνω» είπα ψυχρά κι εκείνος ένευσε καταφατικά.
Αναστέναξα και σηκώθηκα όρθια.
«Καλύτερα να γυρίσετε όλοι στα σπίτια σας. Αυτό που είναι να γίνει
θα γίνει και δεν έχω σκοπό να χάσω άλλο χρόνο με τον γιο μου».
Κανένας δεν μίλησε και όλοι τους κάθονταν βυθισμένοι στις σκέψεις
τους. Δεν πέρασε αρκετή ώρα όταν άρχισαν να αποχωρούν ένας ένας,
μέχρι που στο τέλος μείναμε εγώ κι εκείνος καθισμένοι στις ίδιες θέσεις.
Δεν τον κοιτούσα, όμως ήξερα πότε το βλέμμα του ήταν καρφωμένο
επάνω μου. Κάποια στιγμή σηκώθηκα αμήχανα καθώς ένιωθα όλη την
κούραση και το στρες να πέφτουν απότομα στους ώμους μου και άρχισα
να μαζεύω εδώ κι εκεί.
«Πήγαινε αν θες επάνω να ξαπλώσεις με τον μικρό και θα έρθω κι
εγώ σε λίγο». Μου βγήκε εντελώς φυσικά, σαν να ζούσαμε τη ρουτίνα
μιας φυσιολογικής ζωής. Το ένιωθα τόσο λογικό να είναι εκείνος μαζί
μας λες και αυτά τα πέντε χρόνια δεν είχε γίνει τίποτα.
Πέρασα από δίπλα του και με έπιασε από το χέρι. Τα βλέμματά μας
ανταμώθηκαν και ένιωθα το άγγιγμά του να με καίει. Σηκώθηκε όρθιος
δίχως να με αφήσει ενώ το άλλο του χέρι αγκάλιασε το πρόσωπό μου.
«Μην αργήσεις» είπε χαμηλόφωνα και ύστερα γύρισε πλάτη και
ανέβηκε τα σκαλιά αργά αφήνοντάς με καψαλισμένη να στέκομαι εκεί και
να τον κοιτάζω να φεύγει.
466 ALEXA MERIAN
Πήρα μία βαθιά ανάσα και κούνησα το κεφάλι πέρα δώθε για να
συνέλθω. Δεν άργησα να ανέβω κι εγώ πάνω και όταν έφτασα έξω από
το δωμάτιο και κοίταξα μέσα, τον είδα να είναι γυμνός από τη μέση και
πάνω ενώ ο μικρός είχε κολλήσει στο πλευρό του. Δεν κοιμόταν και με
είδε αμέσως μόλις πήγα. Στάθηκα για λίγο και τους κοίταξα πατέρα και
γιο και δεν μπορούσα να μη χαμογελάσω. Ήμουν σίγουρη πως άμα
έφευγα, αυτοί οι δύο θα τα πήγαιναν καλά και ο μικρός θα ήταν ασφαλής
όσο και αν φοβόταν ο Κίλιαν.
Αφού πήρα τις πιτζάμες μου στο μπάνιο για να αλλάξω, γύρισα πίσω
και κάθισα στην άκρη του κρεβατιού. Χτένισα τα μαλλιά μου σε μία
κοτσίδα και ύστερα ξάπλωσα κι εγώ φανερά εξουθενωμένη. Γύρισα το
σώμα μου προς το μέρος τους και χάιδεψα απαλά τον μικρό στην πλάτη.
Εκείνος σήκωσε το χέρι του, το έβαλε επάνω στο δικό μου και δίχως
ενδοιασμούς έπλεξα τα δάχτυλά μας και σήκωσα το βλέμμα μου στο δικό
του. Εκείνο το βράδυ δεν είπαμε τίποτα άλλο μέχρι που μας πήρε ο
ύπνος ακριβώς στην ίδια θέση· με τα χέρια πλεγμένα σε μία αγκαλιά
γύρω από το παιδί μας ενώ τα μάτια μας δεν χώρισαν μέχρι και που
έκλεισαν από την κούραση. Αυτό ήταν ένα από τα πιο όμορφα βράδια
της ζωής μου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 59
Το πρωί που ξύπνησε ο Κίλιαν στην αρχή δεν καταλάβαινε πού
βρισκόταν, μα όταν έριξε μία ματιά δίπλα του, όλα του φάνηκαν σωστά.
Ο μικρός ήταν κουρνιασμένος στην αγκαλιά της Βαλεντίν κι εκείνη τον
κρατούσε σφιχτά ενώ έμοιαζε να κάνει ήρεμο ύπνο. Στήριξε το κεφάλι
στα χέρια του και την κοίταξε προσεκτικά. Τα μαλλιά της έπεφταν γύρω
από το πρόσωπό της και μερικές τούφες άγγιζαν το πρόσωπο του
μικρού ενώ εκείνος είχε πιάσει μία τούφα στο ένα του χεράκι και έπαιζε
μαζί της. Το φως του ήλιου που γλιστρούσε από τα παραθυρόφυλλα
έκανε το δέρμα της να φαίνεται σαν λευκό μετάξι, κάτι που του γέννησε
την επιθυμία να το αγγίξει, όμως φοβόταν πως θα χαλάσει την εικόνα
που είχε μπροστά του. Στα μάτια του ήταν ό,τι πιο όμορφο είχε
αντικρίσει σε όλα τα χρόνια της ζωής του.
Σήκωσε το χέρι αργά και της άγγιξε το μάγουλο απαλά. Μόλις εκείνη
το κατάλαβε, χαμογέλασε στον ύπνο της, όμως δεν ξύπνησε. Ύστερα το
χάδι του ξέφυγε από πάνω της και πέρασε στα ξανθά μαλλιά του μικρού.
Τον κοίταξε με τα συναισθήματα να χτυπάνε το κορμί του και δυστυχώς
για εκείνον δεν ήταν όλα ευχάριστα. Υπήρχαν και αυτά που τον έκαναν
να πονάει σε σημείο να μην τον χωράει ο τόπος.
Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι προσέχοντας να μην τους ξυπνήσει
και, αφού πήρε τα ρούχα του στα χέρια, μπήκε στο μπάνιο για να πλυθεί
και να αλλάξει. Καθώς έπλενε το πρόσωπό του, το μυαλό του
επεξεργαζόταν όλα όσα συνέβησαν. Ένιωθε το αίμα του να βράζει σε
σημείο να μην τον χωράει ο τόπος. Έστειλε μήνυμα στον οδηγό του να
έρθει να τον πάρει και ύστερα πήρε μία βαθιά ανάσα. Βγήκε από το
468 ALEXA MERIAN
μπάνιο και κοίταξε ξανά το κοιμισμένο κορμί της γυναίκας που του είχε
αλλάξει τη ζωή και αναστέναξε. Την πλησίασε με αργά βήματα και
έσκυψε ενώ αγκάλιασε το πρόσωπό της με την παλάμη του. Εκείνη
μισάνοιξε τα μάτια και τον κοίταξε ερωτηματικά.
«Πού πας;» γουργούρισε νυσταγμένα κι εκείνος πήρε μία κοφτή
ανάσα. Παρ’ όλη την τρικυμία που ένιωθε, το να ακούει τη φωνή της
ακόμα του ξυπνούσε μία αθεράπευτη έξαψη.
«Πρέπει να πάω στο διαμέρισμά μου, όμως θα γυρίσω αργότερα»
της όσο πιο ήρεμα μπορούσε και τότε είδε τα φρύδια της να σμίγονται
και ανασηκώθηκε έτσι ώστε να τον κοιτάει στα μάτια.
«Είσαι καλά;» τον ρώτησε ανήσυχα και το χέρι της σηκώθηκε και τον
άγγιξε. Εκείνος έστριψε το κεφάλι και φίλησε την παλάμη της.
«Είναι πολλά, αλλά σ’ το υπόσχομαι πως θα γυρίσω αυτή τη φορά.
Απλά…» πήγε να πει κι εκείνη έσκυψε και άφησε ένα απαλό φιλί στα
χείλη του.
«Να προσέχεις. Θα σε περιμένω» του είπε ήρεμα επειδή μπορούσε
να καταλάβει ακριβώς το τι ένιωθε.
Άφησε ένα φιλί στο μέτωπό της και ύστερα σηκώθηκε. Φίλησε και
τον γιο του, κατέβηκε στον κάτω όροφο και βγήκε με ορμή από το σπίτι.
Για ώρα συγκρατούσε τον εαυτό του και ένιωθε την καρδιά του να
χτυπάει επικίνδυνα γρήγορα και για μια στιγμή πραγματικά ανησύχησε
για το τι μπορούσε να φέρει η ηλικία του.
Ευτυχώς ο οδηγός του δεν άργησε να φανεί στον δρόμο επάνω από
το σπίτι και μπήκε μέσα στο αμάξι χτυπώντας την πόρτα πίσω του.
«Στο διαμέρισμά μου και γρήγορα».
Ήταν το μόνο που είπε και σε όλη τη διαδρομή κρατούσε με νύχια και
με δόντια τα νεύρα του για να μην ξεσπάσει μέσα στο αμάξι.
Μισή ώρα μετά ήταν στο ασανσέρ και αυτό τον ανέβαζε στον όροφο
που βρισκόταν το σπίτι του. Μόλις μπήκε μέσα, οι πρώτοι άνθρωποι
που είδε ήταν κι εκείνοι που συνάντησαν πρώτοι την οργή του. Άρχισε
να βρίζει και να σπάει ό,τι έβρισκε μπροστά του μέχρι που με τη λιγοστή
λογική που του είχε απομείνει τους έδιωξε όλους ώστε να μείνει μόνος.
Αφού έσπασε κάθε γυάλινο αντικείμενο που βρήκε μπροστά του, άρπαξε
Κυνηγοί Ζωής 469
το κινητό του και έψαξε τις επαφές μέχρι που βρήκε το όνομα του πατέρα
του. Τον κάλεσε αμέσως. Όταν εκείνος απάντησε, περιορίστηκε σε λίγες
λέξεις.
«Έλα τώρα στο διαμέρισμά μου και φέρε μαζί σου και τη μικρή» είπε
και δίχως να περιμένει απάντηση το έκλεισε και πήγε αμέσως προς το
μπαρ.
Πήρε ένα από τα μπουκάλια χωρίς καν να κοιτάξει τι ήταν και ήπιε
κατευθείαν από το στόμιο. Κάθισε σε έναν από τους καναπέδες και
κοίταξε το κενό ενώ έπινε αργά. Ήθελε να ξεσπάσει. Παρ’ όλο που ήξερε
ότι είχε το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για όσα συνέβησαν, πίστευε πως
είχε το δικαίωμα σε κάτι τέτοιο. Το γεγονός ότι κι εκείνη το δεχόταν και
τον περίμενε τον έκανε ακόμα πιο χάλια.
Μετά από κάποια ώρα –δεν είχε καταλάβει καν πόση–, η πόρτα
άνοιξε και ο Γκλεν Μορέι μαζί με τη Ροσέλ και τον Λίαμ μπήκαν μέσα στο
διαμέρισμα επιφυλακτικά κοιτώντας τον χαμό που είχε δημιουργήσει.
Εκείνος δεν τους κοιτούσε. Είχε καρφώσει το βλέμμα του μπροστά στο
κενό με μίσος λες και αυτό έφταιγε για όλα. Ήπιε μία γουλιά από το
μπουκάλι και συνέχισε να κοιτάει το κενό ακόμα και όταν ξεκίνησε να
μιλάει.
«Γιατί;» είπε μονάχα και οι άλλοι τρεις κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
«Κίλιαν, εμείς…» πήγε να του εξηγήσει η Ροσέλ, όμως εκείνος δεν
είχε τελειώσει.
«Πέντε χρόνια και κανένας σας δεν βρήκε την ευκαιρία να μου το πει.
Πέντε χρόνια με βλέπατε να πονάω, να αυτοκαταστρέφομαι κι εσείς
απλώς στεκόσασταν στην άκρη και με κοιτούσατε να πέφτω. Και σας
ρωτάω… Γιατί;» είπε ήρεμα και τότε τον λόγο τον πήρε ο Λίαμ.
«Γιατί δεν άκουγες κανέναν μας. Είχες απομακρυνθεί από όλους και
το μόνο που σε ένοιαζε ήταν η καταστροφή» του είπε ψυχρά και τότε
εκείνος τινάχτηκε όρθιος. Πέταξε με δύναμη το μπουκάλι μπροστά
πετυχαίνοντας την επίπεδη τηλεόραση στον τοίχο, που έσπασε κάνοντας
έναν εκκωφαντικό ήχο. Η Ροσέλ έβγαλε μία κραυγή τρόμου και κρύφτηκε
πίσω από τον Λίαμ ενώ εκείνος και ο πατέρας τους μπήκαν μπροστά.
470 ALEXA MERIAN
«Κίλιαν, φτάνει! Αρκετά!» του φώναξε αυστηρά ο Γκλεν και τότε
εκείνος γύρισε και τον κοίταξε με αποστροφή. Τον πλησίασε πατώντας
πάνω στα σπασμένα γυαλιά και στάθηκε μπροστά του έτοιμος να
ορμήσει.
«Όχι, δεν είναι αρκετά. Τίποτα δεν είναι αρκετό. Μέσα σε μία νύχτα
ήρθαν τα πάνω κάτω κι εσείς περιμένατε να το πάρω ψύχραιμα. Πώς
μπορείς να πάρεις κάτι ψύχραιμα όταν μέχρι και η ίδια σου η οικογένεια
σε πρόδωσε; Πέντε γαμημένα χρόνια είχα ένα παιδί. Τη μοναδική μου
ευκαιρία να γίνω ευτυχισμένος κι εσείς μου το κρύβατε αφήνοντάς με να
βουλιάζω στη μιζέρια. Όχι, λοιπόν! Δεν είναι τίποτα αρκετό!» ούρλιαξε
και κράτησε το κεφάλι μέσα στα χέρια του συγχυσμένος.
Τα γόνατά του δεν άντεξαν και λύγισαν μπροστά ενώ ακόμα
κρατούσε το κεφάλι στα χέρια του. Η Ροσέλ παραμέρισε τους δύο άντρες
και έτρεξε στο πλάι του αδερφού της και τον αγκάλιασε ενώ εκείνος
έγειρε πάνω της σαν μικρό παιδί.
«Τίποτα δεν είναι αρκετό για να τα σβήσει. Για να συγχωρέσω τον
εαυτό μου κι εσάς μαζί» είπε άτονα και δάκρυα άρχισαν να κυλάνε από
τα μάτια του ενώ τα χέρια του είχαν τυλιχτεί σε γροθιές και ο θυμός δεν
έλεγε να σβήσει. Η Ροσέλ τον κράτησε σφιχτά και όταν τον άκουσε να
κλαίει για πρώτη φορά, τον τράβηξε από πάνω της και τον κοίταξε στα
μάτια με το ζόρι.
«Θα ήθελες ο γιος σου να δει το ανούσιο μίσος που έκρυβες για τη
μάνα του; Την αρνήθηκες, Κίλιαν, όπως απαγόρευσες και σε εμάς να
σου μιλήσουμε. Θυμάσαι πόσες φορές προσπάθησα να σε πλησιάσω κι
εσύ με απέρριπτες; Εγώ θυμάμαι κάθε φορά και ποτέ δεν σταμάτησε να
με πονάει, όμως πάντα προσπαθούσα και πάντα θα προσπαθώ γιατί
είσαι ο αδερφός μου. Όσο και αν δεν θέλεις να το παραδεχτείς, σε
αγαπάμε όλοι μας» του είπε κι εκείνος την κοίταξε στα μάτια λες και την
έβλεπε για πρώτη φορά. Δεν ήταν η ανώριμη μικρή του αδερφή πια. Είχε
μεγαλώσει.
Κράτησε τους καρπούς της σφιχτά και το βλέμμα του έκαιγε το δικό
της.
Κυνηγοί Ζωής 471
«Μπορεί να έβαζα τα εμπόδια που λες, όμως αυτό δεν έπρεπε να
σας σταματήσει. Έπρεπε να το είχα μάθει» είπε σοβαρά και τινάχτηκε
μακριά της και στάθηκε όρθιος.
«Τότε γιατί δεν σήκωσες μία φορά το τηλέφωνο όταν σε έπαιρνε για
να σου το πει; Γιατί δεν την αναζήτησες εσύ όλο αυτό τον καιρό;» του
είπε εκείνη, μα αυτός δεν έλεγε να γυρίσει το βλέμμα της επάνω του.
«Ποιος νομίζεις ότι τα κανόνισε όλα αυτά, μικρέ; Νομίζεις πως έτσι
τυχαία αποφάσισε να έρθει στο Μαϊάμι και μάλιστα μαζί με τον μικρό;
Όλοι μαζί αποφασίσαμε να βάλουμε τέλος σε αυτήν την παρωδία» του
είπε ο πατέρας του και τότε εκείνος άξαφνα άρχισε να γελάει. Όχι
ειρωνικά αλλά ένα καθαρό υστερικό γέλιο που τους έκανε για μια στιγμή
να νομίζουν πως τρελάθηκε.
«Να υποθέσω πως σας οφείλω και ένα μεγάλο ευχαριστώ τότε.
Βούλιαζα στην άβυσσο για πέντε χρόνια ωσότου να καταλάβετε ότι
έπρεπε να βγω στην επιφάνεια. Ευχαριστώ λοιπόν, όμως ως εδώ. Δεν
μπορώ άλλο» είπε και γύρισε την πλάτη του σε όλους. Ο Λίαμ πλησίασε
τη Ροσέλ κι εκείνη γαντζώθηκε από πάνω του ενώ τα μάτια της δεν
έφυγαν λεπτό από τον αδερφό της.
«Μην μας κρατάς πάλι έξω, Κίλιαν. Θέλω τον αδερφό μου πίσω.
Άφησέ με για μια φορά να τον έχω όπως πρέπει» τον παρακάλεσε με μία
φωνή που έτρεμε έτοιμη να καταρρεύσει και αυτό ήταν αρκετό για να τον
κάνει να λυγίσει.
Έκλεισε τα μάτια σφιχτά και έριξε το κεφάλι πίσω ενώ προσπαθούσε
να ηρεμήσει τους χτύπους της καρδιάς του. Όταν τα άνοιξε ξανά, γύρισε
από την άλλη και κοίταξε προς το μέρος της.
«Είναι νωρίς, όμως όλα θα αλλάξουν. Αν καταφέρω να σταματήσω
την αποστολή αυτοκτονίας που αποφάσισε να πάρει η γυναίκα μου, όλα
θα μπουν σε μία σειρά και σύντομα» είπε απόλυτα σοβαρός κι εκείνη
τον κοίταξε με την ελπίδα να λαμπυρίζει στα μάτια της.
Ήξερε πως η τρικυμία είχε σχεδόν περάσει και πίστευε ως τα βάθη
της ψυχής της πως τα πάντα θα λειτουργούσαν υπέρ τους. Ξέφυγε από
την αγκαλιά του Λίαμ, στάθηκε απέναντί του και τον κοίταξε με το κεφάλι
ψηλά.
472 ALEXA MERIAN
«Για μία ακόμη φορά η ευτυχία παρουσιάζεται μπροστά σου και
είμαι σίγουρη πως δεν θα την αφήσεις να σου ξεφύγει. Ήσουν κυνηγός
και πάντα θα είσαι, οπότε σε παρακαλώ, γίνε επιτέλους ευτυχισμένος»
του είπε η μικρή κι εκείνος έκανε ένα βήμα μπροστά και την αγκάλιασε
σφιχτά.
Φυσικά και δεν μπορούσε να της κρατήσει κακία. Ό,τι και αν γινόταν,
η Ροσέλ θα ήταν για πάντα η μικρή του αδερφή. Δεν σταματούσε να
είναι θυμωμένος, όμως είχε ξεσπάσει αρκετά κι εκείνη τη στιγμή έπρεπε
να χρησιμοποιήσει την οργή του για να καταφέρει να κρατήσει όλη την
οικογένεια ενωμένη.
Ο Γκλεν πλησίασε πιο κοντά με ύφος σοβαρό.
«Τι σκέφτηκες να κάνεις;» τον ρώτησε κι εκείνος άφησε τη Ροσέλ και
έσφιξε τις γροθιές.
«Κάτι που θα αλλάξει τις ζωές όλων. Καθίστε, γιατί έχουμε να πούμε
πολλά». Οι άλλοι τρεις κοιτάχτηκαν, μα δεν του έφεραν αντίρρηση.
Πήγαν προς το μέρος της τραπεζαρίας, που ήταν το μοναδικό σημείο
που είχε καταφέρει να μείνει ανέγγιχτο μέχρι εκείνη τη στιγμή, και, αφού
κάθισαν όλοι, άρχισε να τους εξηγεί όλα όσα είχε σκεφτεί. Όλα έπρεπε
να γίνουν με διακριτικότητα και ο χρόνος που είχαν στη διάθεσή τους
ήταν λίγος. Ο Γκλεν τον άκουγε με προσοχή και η Ροσέλ με τον Λίαμ
ήταν διατεθειμένοι να τον βοηθήσουν. Εκείνος τους άκουγε να δέχονται
την απόφασή του δίχως ενδοιασμούς και σκεφτόταν το πόσο δυνατός
ήταν ο δεσμός που είχε δημιουργηθεί ανάμεσα σε αυτούς τους και τη
Βαλεντίν. Ο μικρός είχε φέρει τα πάνω κάτω στην οικογένεια των Μορέι
κι εκείνος δεν είχε ιδέα. Είχε χάσει πολλά και, όσο και αν τους
κατηγορούσε, ήξερε πως το μεγαλύτερο φταίξιμο έπεφτε στους δικούς
του ώμους.
«Αυτά είναι αρκετά για σήμερα. Καλύτερα να φύγετε όλοι και όπως
σας είπα. Εκείνη δεν θα μάθει τίποτα, γιατί με το αναθεματισμένο πείσμα
της ποιος ξέρει τι άλλο θα κάνει» τους είπε κι εκείνοι συμφώνησαν. Δεν
τους άφησε να τον πλησιάσουν ξανά και ύστερα τον άφησαν μόνο
χαμένο να σκέφτεται. Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει και ήξερε πως
έπρεπε να τα κατευνάσει όλα για να μπει ένα τέλος.
Κυνηγοί Ζωής 473
«Αχ, ρε Βαλεντίν. Πώς τα κάναμε έτσι;» μουρμούρισε στον εαυτό του
και έκλεισε τα μάτια.
Όλα κρέμονταν από μία λεπτή κλωστή. Όσο κι αν φοβόταν, ήξερε
πως έπρεπε να κρατηθεί για να μη σπάσει και διαλυθεί ο κόσμος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 60
Οι επόμενες μέρες που πέρασαν ήταν από τις καλύτερες που είχαμε
ζήσει. Ήμασταν πολύ κοντά στο να μοιάζουμε σαν μία φυσιολογική
οικογένεια. Περνούσαμε τον χρόνο μας πότε όλοι μαζί και πότε μόνο οι
τρεις μας. Ο Κίλιαν δεν μας είχε αφήσει λεπτό και, παρ’ όλο που ήθελα
να τον βλέπει ο μικρός όσο περισσότερο μπορούσε, μπορούσα να
ομολογήσω πως ήταν και δική μου επιθυμία. Μας άφηνε μόνο για να
πάει στο σπίτι του και να πάρει κάποια πράγματα, αλλά και όταν είχε
δουλειές για τις οποίες εγώ δεν ήξερα τίποτα. Φυσικά τα πράγματα
μεταξύ μας ήταν ακόμα τεταμένα και δεν με είχε αγγίξει. Ούτε με τους
δικούς του μιλούσε, όμως τον περίμενα. Τον άφηνα να ξεσπάει μόνο σε
λογικά πλαίσια και πάντα έξω από το σπίτι, όμως όταν ήμασταν οι τρεις
μας, ήταν άλλος άνθρωπος.
Τον Εμίλιο τον λάτρευε και ακόμα με κοιτούσε με ένα ανεξήγητο
βλέμμα κάθε φορά που τον φώναζα με αυτό το όνομα. Όταν του είπα ότι
επίτηδες του έδωσα το όνομα της αδερφής του και της μητέρας μου, το
μόνο που μου είπε ήταν ένα ειλικρινές «ευχαριστώ» και με κράτησε στην
αγκαλιά του για αρκετή ώρα. Ήταν η πιο κοντινή επαφή που είχαμε για
την ώρα, αλλά μου αρκούσε. Φυσικά και οι δύο δεν χάναμε ευκαιρία να
ανταλλάζουμε εκείνα τα σιωπηλά βλέμματα γεμάτα συναισθήματα όπως
και μερικά χάδια του δευτερολέπτου.
Στο σπίτι επικρατούσε μία περίεργη ηρεμία και από εκείνον αλλά και
από μένα. Τα όνειρα ωστόσο δεν κρατάνε για πολύ όταν πατέρας και
γιος είχαν βάλει στοίχημα μεταξύ τους για το ποιος θα με έστελνε πρώτος
στο φρενοκομείο.
Κυνηγοί Ζωής 475
Ήταν μεσημέρι και έξω υπήρχε νηνεμία. Τα πάντα ήταν ήσυχα κι εγώ
βρισκόμουν στην κουζίνα και ετοίμαζα το μεσημεριανό μας, μέχρι που ο
μικρός μπήκε τρέχοντας μέσα. Φαινόταν πολύ χαρούμενος.
«Μαμά, μαμά, και κοίτα τι μου πήρε ο μπαμπάς!» είπε όλο
ενθουσιασμό και γύρισα με ένα χαμόγελο για να δω. Μέσα σε
δευτερόλεπτα το αίμα στράγγιξε από το σώμα μου. Κρατούσε στα χέρια
του ένα μαύρο όπλο και το κουνούσε πέρα δώθε.
«Πού το βρήκες αυτό; Όχι, μη μου πεις, ξέρω... ΚΙΛΙΑΝ!»
Προσπάθησα αρκετά για να κρατήσω την ψυχραιμία μου, αλλά δεν
τα κατάφερα και με μεγάλη επιτυχία. Φώναξα το όνομα αυτού που ήταν
υπεύθυνος και δεν άργησε να φανεί στην είσοδο της κουζίνας με τα
χέρια σταυρωμένα στο στήθος και ένα αυτάρεσκο χαμόγελο που ήθελα
να το σβήσω από το πρόσωπό του με τα νύχια μου.
«Για εξήγησέ μου σε παρακαλώ τι κρατάει ο γιος μου στα χέρια του»
απαίτησα να μάθω κι εκείνος ανασήκωσε το ένα του φρύδι
επιδοκιμαστικά.
«Ο γιος ΜΑΣ κρατάει ένα νεροπίστολο. Δεν καταλαβαίνω γιατί
γίνεσαι υπερβολική» είπε με μία ενοχλητική ηρεμία και ξεφύσηξα
ενοχλημένα.
«Ώστε γίνομαι υπερβολική, ε;» είπα με έναν ύπουλο τόνο και, αφού
πήρα το όπλο από τα χέρια του μικρού, το κοίταξα και το έστρεψα προς
το μέρος του αρχίζοντας κατευθείαν να τον βρέχω. Εκείνος έβαλε τα
χέρια του μπροστά για να καλυφθεί από το νερό ενώ ο μικρός χτυπούσε
παλαμάκια γελώντας που έβρεχα τον πατέρα του.
Ο Κίλιαν όρμησε μπροστά και με άρπαξε δυνατά από τη μέση
προσπαθώντας να μου το πάρει. Μετά από λίγο το κατάφερε και άρχισε
να με βρέχει ενώ φώναζα να με αφήσει και γελούσα δυνατά. Φυσικά στο
παιχνίδι μπήκε και ο μικρός και στο τέλος καταλήξαμε όλοι μαζί
βρεγμένοι να γελάμε στη μέση της κουζίνας.
«Πήγαινέ τον επάνω να βάλει στεγνά ρούχα και ελάτε για φαγητό»
του είπα και, αφού άφησε ένα φιλί στα μαλλιά μου, σήκωσε τον μικρό
στα χέρια του και ανέβηκαν επάνω.
476 ALEXA MERIAN
Τους κοιτούσα καθώς έφευγαν με ένα πικρό χαμόγελο και σκέφτηκα
όσα είχαν γίνει. Γενικά τα πάντα τριβέλιζαν το μυαλό μου. Όλα όσα
περνούσαμε αλλά και αυτά που θα έρχονταν. Μπορεί να μην το έδειχνα,
αλλά ήμουν τρομοκρατημένη. Ήμασταν σχεδόν σαν μία φυσιολογική
οικογένεια, με τη διαφορά πως τίποτα δεν ήταν πραγματικά φυσιολογικό
σε αυτή τη ζωή που κάναμε και οι δύο. Είχαν μείνει μόνο τέσσερις μέρες
μέχρι την αναχώρησή μου, και όσο και αν έδειχνα έτοιμη, δεν ήμουν. Οι
δυο τους θα έμεναν στο Μαϊάμι, μιας και η ζωή του Κίλιαν ήταν εκεί
πλέον, και τριγύρω θα παρέμενε και ο Έιντζελ. Για τον μικρό δεν είχα
αμφιβολίες πως θα ήταν καλύτερα, όμως για εμένα και τον Κίλιαν είχα
αρκετές. Στο παρελθόν δεν αμφέβαλα ποτέ για τον εαυτό μου και τις
ικανότητες που απέκτησα με τον καιρό. Πλέον όμως τα πράγματα είχαν
αλλάξει και είχα αρκετές αδυναμίες που θα μπορούσαν να μου
κοστίσουν τη ζωή.
«Βαλεντίν!»
Η φωνή του Κίλιαν ακούστηκε με μία δόση απελπισίας από τον πάνω
όροφο και στριφογύρισα τα μάτια ευγνώμων που με είχε βγάλει από τη
ζοφερή αλήθεια. Το να βάζεις έναν αδίστακτο δολοφόνο να ασχοληθεί με
ένα πεντάχρονο αγόρι, δεν ήταν και ό,τι καλύτερο. Ανέβηκα επάνω
γελώντας και βρήκα τον μικρό να τον κάνει κυριολεκτικά ό,τι θέλει. Τον
άφησα για λίγο να βασανιστεί, μα ύστερα τον βοήθησα, αλλιώς θα
περνούσαμε όλη μας τη μέρα με αυτόν τον τρόπο.
Μία ώρα αργότερα καθόμασταν στη βεράντα και τελειώναμε με το
φαγητό. Ο μικρός μόλις έβαλε και την τελευταία μπουκιά στο στόμα του,
κάθισε λίγο και μετά άρχισε να χασμουριέται. Κατά τη διάρκεια της
ημέρας τον ύπνο τον είχε στο τσεπάκι ενώ το βράδυ συνέχιζε μου έβγαζε
την πίστη.
«Μαμά, μπορώ να πάω πάνω;» με ρώτησε και στένεψα τα μάτια μου.
«Γιατί, νεαρέ μου; Τι θες να κάνεις επάνω;» τον ρώτησα καχύποπτα
και αμέσως σηκώθηκε όρθιος.
«Θέλω να πάω να παίξω» είπε και έπεσε στην αγκαλιά μου. «Να
μείνεις και εσύ μόνη με τον μπαμπά» είπε στο αυτί μου.
Κυνηγοί Ζωής 477
«Αχ, τι θα κάνω εγώ με σένα» είπα και του ζούληξα τα μάγουλα ενώ
του έδωσα ένα ρουφηχτό φιλί. Μόλις τον άφησα, σκούπισε με μανία το
προσωπάκι του, έτρεξε μέσα και ανέβηκε με θόρυβο τις σκάλες. Ο Κίλιαν
χαμογελούσε, γιατί φυσικά μας είχε ακούσει.
«Μη χαμογελάς καθόλου! Μου το έχεις καταστρέψει το παιδί. Αν
πάρει τα πάντα από σένα, καταστραφήκαμε» είπα κι εκείνος χαχάνισε.
«Μια χαρά θα είναι. Το πολύ πολύ να πηγαίνει με διαφορετική
γυναίκα κάθε βράδυ μέχρι να βρει αυτή που θα του πάρει τα μυαλά»
είπε απλώς σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο και
σήκωσα το βλέμμα μου στον ουρανό. Δεν του απάντησα, γιατί σίγουρα
θα τον έβριζα. Έτσι σηκώθηκα και ξάπλωσα στην αιώρα. Ήταν το
αγαπημένο μου σημείο και αυτή η ώρα ήταν η καλύτερη για μένα.
Κοίταξα τη θάλασσα και άκουγα το κύμα της που έσκαγε ήρεμα στην
ακτή. Ένιωθα το βλέμμα του επάνω μου, όμως ήταν σαν να μην είχα τον
έλεγχο του σώματός μου και δεν μπορούσα να γυρίσω να τον κοιτάξω.
Ξαφνικά ένιωσα ένα τράνταγμα που χάλασε την ηρεμία μου και μέσα σε
δευτερόλεπτα βρέθηκα ξανά ξαπλωμένη με τη διαφορά πως ήταν κι
εκείνος μαζί και με κρατούσε στην αγκαλιά του. Είχα το κεφάλι μου στο
στήθος του και μέσα στην ησυχία μπορούσα να ακούσω το πόσο
γρήγορα πήγαινε η καρδιά του. Σχεδόν συμβάδιζε στον ίδιο ρυθμό με τη
δική μου. Το χέρι του είχε μπλεχτεί μέσα στα μαλλιά μου και τα χάιδευε
απαλά.
«Θα μπορέσεις να τα βγάλεις πέρα μαζί του;» τον ρώτησα
χαμηλόφωνα και ο ρυθμός της καρδιάς του αυξήθηκε.
«Μιλάς λες και θα λείψεις για πάντα» είπε με έναν ελαφρύ εκ-
νευρισμό και σήκωσα το κεφάλι και τον κοίταξα στα μάτια.
«Ξέρουμε και οι δύο πώς είναι. Παλιά δεν θα με ένοιαζε, τώρα
όμως...»
Δεν τελείωσα την πρότασή μου και, αφού κατάλαβε πού το πήγαινα,
έσφιξε το σαγόνι του ενώ ένιωσα όλο του το σώμα να τσιτώνεται.
Ανασηκώθηκα και στάθηκα στα γόνατα έχοντάς τον αντικριστά και με
έπιασε μια ξαφνική νευρικότητα.
478 ALEXA MERIAN
«Δεν θέλω να πάθετε τίποτα. Κανένας σας» είπα σχεδόν χαμη-
λόφωνα και τράβηξα το βλέμμα μου πάλι στη θάλασσα.
«Και γι’ αυτό πρέπει να κάνεις του κεφαλιού σου; Σου ζήτησα να
έρθω μαζί και το αρνήθηκες. Γιατί;» είπε εκνευρισμένα και δάγκωσα τα
χείλη μου.
«Νομίζω ότι είναι αυτονόητο. Δεν θέλω να μείνει χωρίς και τους δύο
γονείς ο Εμίλιος» είπα νευρικά και είδα τα χέρια του να σφίγγονται σε
γροθιές.
«Γι’ αυτό μου τον φανέρωσες τώρα. Επειδή θα φύγεις!» φώναξε και
τον κοίταξα σοκαρισμένα.
«Είσαι ηλίθιος! Δεν το είχα σχεδιασμένο από την αρχή να φύγω.
Ήθελα να τον γνωρίσεις επειδή ήθελα ο γιος μου να έχει τον πατέρα του,
άσχετα με το πώς ήρθαν τα πράγματα. Πώς μπορείς να σκέφτεσαι κάτι
τέτοιο;»
«Δεν μου αφήνεις επιλογές, Βαλεντίν. Κάνεις πράγματα δίχως
εξήγηση και τη δεδομένη στιγμή το ρίσκο που παίρνεις είναι
ασυγχώρητο. Ο μικρός με ξέρει μόνο λίγες μέρες, άρα η απουσία μου δεν
θα του στοιχίσει τόσο όσο το να χάσει τη μάνα του, κι εσύ ούτε που το
σκέφτηκες αυτό» με κατηγόρησε και έκανε την καρδιά μου να πονάει.
Δεν είχε ιδέα τι είχα μέσα στο κεφάλι μου και με κατηγορούσε για
πράγματα που δεν ίσχυαν.
«Και νομίζεις ότι εγώ θα το άντεχα να σε χάσω; Σε έχασα ήδη μια
φορά για πέντε χρόνια εξαιτίας μου. Ένιωθα άδεια. Πώς νομίζεις ότι θα
νιώσω άμα γίνει για δεύτερη φορά, και αυτή μόνιμα;» τον ρώτησα
σφιγμένα ενώ ήμουν έτοιμη να λυγίσω αλλά δεν ήθελα γνωρίζοντας πως
ο μικρός μπορεί και να μας άκουγε.
Εκείνος με κοιτούσε έντονα δίχως να μιλάει ενώ η αναπνοή του ήταν
βαριά. Τα χέρια του τινάχτηκαν και, αφού το ένα τυλίχτηκε γύρω από τη
μέση μου, το άλλο μπλέχτηκε με δύναμη μέσα από τα μαλλιά μου και με
τράβηξε να κολλήσω πάνω του σε ένα φιλί άγριο και επιθετικό. Η πρώτη
και τελευταία φορά που τον είχα αγγίξει ήταν τότε στην παραλία όταν
ψάχναμε τον μικρό, όμως αυτή ήταν μία τελείως διαφορετική περίπτωση.
Το σώμα μου ξυπνούσε με το άγγιγμά του και έκανε την καρδιά μου να
Κυνηγοί Ζωής 479
χτυπάει σαν τρελή μόνο για εκείνον. Όταν με άφησε, ήμασταν και οι δύο
ξέπνοοι και καθώς τα χείλη του αποχωρίστηκαν τα δικά μου, μου ξέφυγε
ένας λυγμός σαν παράπονο.
«Μην κάνεις τέτοιους ήχους, γιατί δεν το έχω σε τίποτα να σε πάρω
εδώ έξω στη βεράντα» μου είπε και τον κοίταξα νιώθοντας τα μάγουλά
μου να καίνε.
«Σταμάτα, γιατί είναι και ο γιος σου μέσα και το τελευταίο που θέλω
είναι να του δίνω μαθήματα για το πώς γίνονται τα παιδιά». Εκείνος
ρουθούνισε στριφογυρίζοντας τα μάτια.
«Ναι, σωστά, αυτό είναι δική μου δουλειά για το μέλλον. Ξέρω».
Μόλις το άκουσα αυτό, άρχισα να γελάω κι εκείνος ανασήκωσε το
ένα του φρύδι ειρωνικά.
«Μη με κοιτάζεις έτσι. Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο: να έχει εσένα
παράδειγμα για όλα αυτά ή τον Έιντζελ» είπα και τα χέρια του με πίεσαν
πάνω του. Το μέτωπό του κόλλησε με το δικό μου και τα μάτια του με
έκαιγαν με το βλέμμα τους.
«Μια χαρά θα είναι. Με όλους εμάς τριγύρω θα μεγαλώσει καλά και
δεν θα είναι ποτέ μόνος» είπε και ένευσα. Όπως εμείς. Έτσι ήθελα να
συνεχίσω την πρότασή του, μα δεν το έκανα.
Καθίσαμε έτσι για αρκετή ώρα δίχως να μιλάμε. Ήξερα πως ήθελε να
μου φωνάξει, να με βρίσει για την επιλογή μου, όμως δεν το έκανε και
του ήμουν ευγνώμων. Το πόσο είχαμε αλλάξει και οι δύο μέσα σε αυτά
τα χρόνια ήταν εκπληκτικά φανερό. Τον αγαπούσα ακόμα περισσότερο
κάθε μέρα που περνούσε.
Το βράδυ το περάσαμε ακριβώς στην ίδια θέση. Ξαπλωμένοι, να
βλέπουμε αγκαλιά τα αστέρια. Δεν ήταν λίγες οι φορές που μου έδειχνε
την αγάπη του με φιλιά γεμάτα πάθος και χάδια δυνατά που έδειχναν
προσμονή, όμως μέχρι εκεί φτάσαμε. Τα σώματά μας ήθελαν, οι καρδιές
μας ακόμα περισσότερο, όμως για την ώρα ακόμα και αυτό ήταν αρκετό.
Οι μέρες πέρασαν πιο γρήγορα απ’ ό,τι επιθυμούσα, όμως δεν
μπορώ να πω πως δεν πέρασα καλά. Για μερικές ώρες είχα κλειστεί στο
δωμάτιό μου για να μαζέψω τα πράγματα που θα έπαιρνα μαζί μου. Δεν
480 ALEXA MERIAN
ήθελα να δω κανέναν, γιατί το παραμικρό θα μου αποσπούσε την
προσοχή και στο τέλος θα τα παρατούσα όλα και θα το έσκαγα σε μία
ζωή πάλι πίσω στο κυνηγητό.
Κοίταξα τα μαχαίρια μου επάνω στο κρεβάτι και χαμογέλασα πικρά.
Ήταν εκείνα που είχα κερδίσει στην πρώτη μου μάχη με τον Κίλιαν και
από τότε δεν τα είχα αποχωριστεί. Φυσικά και θα τα έπαιρνα μαζί, αν
και δεν νομίζω να χρειαζόταν – είχα ήδη φροντίσει να με περιμένει ο
κατάλληλος εξοπλισμός εκεί όπου θα πήγαινα. Ίσως να τα ήθελα μαζί
μου για γούρι. Ήμουν ηλίθια, το ξέρω, όμως χρειαζόμουν κάτι για να
κρατηθώ.
Έκλεισα το φερμουάρ από τον σάκο μου και τον έβαλα στον ώμο.
Κοίταξα το είδωλό μου στον καθρέφτη και χαμογέλασα ειρωνικά. Ποιος
θα πίστευε πως μία γυναίκα που έμοιαζε λες και θα πήγαινε σε κάποιο
επαγγελματικό μίτινγκ ή ίσως να ήταν γραμματέας, στην πραγματικότητα
ήταν μία ψυχρή δολοφόνος; Κανένας.
Άνοιξα την πόρτα και με το που πάτησα το πόδι μου στον διάδρομο,
οι ομιλίες από κάτω σταμάτησαν. Πλησίασα τη μισόκλειστη πόρτα στο
δωμάτιο του Εμίλιου και στάθηκα για μερικά λεπτά κοιτώντας τον που
κοιμόταν με βλέμμα ανέκφραστο. Τον είχα αποχαιρετήσει νωρίτερα, γιατί
ήθελα να αποφύγω τα δράματα, και ίσως ήταν καλύτερα. Εξάλλου είχαμε
ξαναπεράσει παρόμοια ιστορία αρκετές φορές, μόνο που τότε δεν τον
είχε πάρει κανείς μακριά μου ώστε να με κάνει να γονατίσω.
Έκλεισα την πόρτα του καλά και ύστερα κατέβηκα στον κάτω όροφο
όπου με περίμεναν όλοι τους. Όλοι εκτός από τον Κίλιαν. Υπήρξε μία
στιγμή αμηχανίας, μέχρι που έκανε την αρχή η Ροσέλ και ήρθε και με
αγκάλιασε.
«Να προσέχεις και να γυρίσεις γρήγορα πίσω» είπε παραπονιάρικα
και της χαμογέλασα.
Σειρά πήρε ο Λίαμ και η αγκαλιά του ήταν πιο σφιχτή από ποτέ, σαν
να ήθελε να μου περάσει κουράγιο και σιγουριά μέσα από αυτήν.
«Να προσέχεις» είπε.
Κυνηγοί Ζωής 481
«Κι εσύ να την προσέχεις» είπα και του έδειξα τη μικρή που ήταν
έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Αυτό το κορίτσι δεν έχανε ευκαιρία για να
κλαψουρίσει.
Σειρά πήραν και οι υπόλοιποι και όταν ρώτησα για τον Κίλιαν, κανείς
δεν μου απάντησε κατευθείαν και όλοι τους κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
«Μην τον κατηγορείς, αλλά δεν είναι εδώ. Δεν μπορούσε» είπε η
αδερφή του συμπονετικά. Δεν τον κατηγορούσα. Ύστερα από όλα όσα
είχαμε περάσει τον να τον κατηγορήσω για κάτι που εγώ δημιούργησα
θα ήταν πολύ εγωιστικό από μέρους μου.
Τους έδειξα ένα τελευταίο χαμόγελο και ύστερα βγήκα από το σπίτι
αφήνοντας πίσω μου κάθε συναίσθημα. Άφησα τη σκοτεινή μου πλευρά
να με αγκαλιάσει ολόκληρη. Ήμουν έτοιμη να τελειώσω αυτό που
ξεκίνησα και θα γυρνούσα πίσω πολύ σύντομα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 61
Δεν το πιστεύω! Δεν το πιστεύω αυτό που συμβαίνει σε μένα. Είμαι εδώ
και τρεις ώρες στο αεροδρόμιο γιατί η πτήση μου είχε καθυστέρηση
μέχρι που την ανέβαλαν και η απάντηση του πατέρα μου όταν ζήτησα να
μεσολαβήσει για να βρει κάποιο ιδιωτικό αεροπλάνο, ήταν ότι δεν
μπορούσε να κάνει τίποτα. Σκατά! Και σε αυτόν και σε όλη την
αεροπορία. Νομίζω πως το κάρμα μου με χτυπάει τόσο δυνατά που
θέλει να με κάνει να λυγίσω, όμως δεν θα τα καταφέρει. Όσο πιο
σύντομα τελειώσω με αυτήν την ιστορία τόσο το καλύτερα για όλους μας.
Περπάτησα νευρικά ξανά μέχρι το γκισέ πληροφοριών μήπως
υπήρχε κάποια άλλη πτήση για το διεθνές αεροδρόμιο της Αλεξάνδρειας,
όμως όσο πιο ευγενικά μπορούσε να με εξυπηρετήσει αφού της είχα
σπάσει τα νεύρα, μου είπε πως δεν υπήρχε ακόμα κάτι και πως ίσως θα
ήταν καλύτερο να πήγαινα την επόμενη μέρα. Φυσικά αυτό με έβγαζε
από το πλάνο που είχα στο μυαλό μου και δεν επρόκειτο να το έκανα.
Όχι τουλάχιστον μέχρι να εξαντλούσα και την τελευταία προσπάθεια.
Κάθισα σε μία από τις άβολες καρέκλες της αναμονής για εκατοστή
φορά και αναστέναξα. Από την απέναντι πλευρά μου καθόταν μία
οικογένεια. Ήταν οι γονείς και στη μέση είχαν ένα μικρό κοριτσάκι
περίπου στην ηλικία του Εμίλιου, ίσως και πιο μικρό. Εκείνο τους έκανε
διάφορα νάζια και χαρές ενώ οι γονείς χαμογελούσαν και φαίνονταν
ευτυχισμένοι. Το να τους βλέπω να χαμογελάνε και να κοιτάζουν ο ένας
στα μάτια του άλλου με λατρεία με έκανε να χαμογελάσω μελαγχολικά.
Μου έλειπε κιόλας ο μικρός αλλά και ο Κίλιαν. Δεν είχαμε μιλήσει
καθόλου από πριν φύγω και όσο και αν τον καταλάβαινα, ήθελα να τον
Κυνηγοί Ζωής 483
δω. Να πάρω κουράγιο. Ήμουν σίγουρη πως δεν με είχε συγχωρέσει
ακόμα για τίποτα, αλλά δεν τον αδικούσα. Ήταν πολλά που δεν
μπορούσαν να ξεχαστούν σε δύο εβδομάδες μόνο.
Ένιωσα ένα χέρι στον ώμο μου και τινάχτηκα. Ήταν μία γυναίκα από
το προσωπικό. Για πολλοστή φορά με διαβεβαίωσε πως ήταν άδικος
κόπος να περιμένω παραπάνω και πως η επόμενη πτήση θα ήταν την
επόμενη μέρα, αργά το μεσημέρι. Δεν έφερα καμία αντίσταση όταν μου
είπε ξανά πως ήταν καλύτερα να φύγω, και έτσι, άρχισα να περπατάω με
αργά βήματα προς την έξοδο. Δεν υπήρχε περίπτωση να περάσω τόσες
ώρες μέσα στο αεροδρόμιο και ευτυχώς υπήρχαν αρκετά ξενοδοχεία
στην περιοχή που θα μπορούσα να περάσω τη νύχτα.
Βγήκα από την έξοδο και κοίταξα τους δρόμους, δεν είχα ιδέα πού να
πάω. Έβγαλα το κινητό μου και πήρα τηλέφωνο τον Έιντζελ ενώ άρχισα
να περπατάω κατά μήκος του πεζοδρομίου.
«Έφτασες κιόλας;» με ρώτησε αμέσως μόλις το σήκωσε και έκανα
μία γκριμάτσα δυσαρέσκειας.
«Όχι. Είμαι ακόμα στο αεροδρόμιο και τώρα πάω να βρω κάποιο
ξενοδοχείο για να μείνω. Αναβλήθηκε η πτήση μου και δεν έχει άλλη
μέχρι αύριο το μεσημέρι» είπα ενοχλημένα και τον άκουσα να γελάει.
Εκνευρίστηκα ακόμα περισσότερο.
«Είσαι πολύ τυχερός άνθρωπος τελικά» είπε κοροϊδευτικά και άφησα
ένα δυνατό γρύλισμα να βγει από μέσα μου.
«Εμένα μου λες; Εσείς τι κάνετε; Ο μικρός;» τον ρώτησα και ξεφύσηξε
δυνατά.
«Δεν λείπεις ούτε μέρα και ανησυχείς τόσο. Θα βγάλεις άσπρες
τρίχες νωρίτερα από το κανονικό».
«Ναι, καλά, ας ζήσω πρώτα και έτσι και αλλιώς τα βάφω» είπα
ειρωνικά και άρχισε να με βρίζει για το πόσο απαισιόδοξη γινόμουν.
Στάθηκα στην είσοδο ενός ξενοδοχείου και, πριν μπω, κάθισα έξω
για να μιλήσω μαζί του. Δεν πέρασε αρκετή ώρα και όταν μου είπε πως
ο Κίλιαν δεν είχε φανεί ακόμα, ένιωσα χειρότερα από πριν. Ελπίζω
τουλάχιστον να ήταν εκεί όταν ξυπνούσε ο μικρός, ειδάλλως θα τον
έπαιρνα τηλέφωνο και θα τσακωνόμασταν κανονικά αυτή τη φορά.
484 ALEXA MERIAN
Όταν το κλείσαμε, κοίταξα την οθόνη και πιο συγκεκριμένα τη
φωτογραφία που είχα σαν φόντο και χαμογέλασα. Τους είχα βγάλει
αρκετές φωτογραφίες μια μέρα που έπαιζαν μαζί και μία από αυτές ήταν
πλέον φόντο στο κινητό μου. Ο Εμίλιος είχε αλλάξει τελείως από τη
στιγμή που τον γνώρισε και το άγχος που είχα γι’ αυτό είχε μετατραπεί
σε ανακούφιση. Τα πήγαιναν αρκετά καλά, παρ’ όλο που ο Κίλιαν δυσ-
κολευόταν κάποιες φορές.
Είχα απορροφηθεί αρκετά από τη φωτογραφία και τις αναμνήσεις
που μου δημιουργούσε και δεν κατάλαβα τίποτα απ’ ό,τι ακολούθησε. Τη
μια στιγμή βρισκόμουν όρθια στο πεζοδρόμιο και την επόμενη κάποιος
με χτύπησε με κάτι βαρύ στο κεφάλι δυνατά και έπεσα στο πάτωμα με
την όρασή μου θολή. Δεν μπορούσα να αντιδράσω, άκουσα αρκετά
βήματα και κάποιος μου φόρεσε κουκούλα ενώ κάποιος άλλος μου έδεσε
τα χέρια και με σήκωσαν βίαια από το έδαφος. Σε δευτερόλεπτα, εκεί
που βρισκόμουν στον αέρα, με πέταξαν στα καθίσματα ενός αμαξιού και
ύστερα οι πόρτες έκλεισαν κάνοντας θόρυβο ενώ ο οδηγός έβαλε εμπρός
αμέσως. Ο πόνος στο κεφάλι μου με έκανε να ζαλίζομαι, αλλά δεν έχασα
καθόλου χρόνο και άρχισα να κοπανιέμαι όσο πιο έντονα μπορούσα.
«Κράτα την, ρε!» φώναξε κάποιος και η φωνή του μου ακούστηκε
αλλοιωμένη.
Τι σκατά;
Αμέσως κάποιος μου κράτησε σφιχτά τα πόδια ώστε να μην
κουνιέμαι ενώ ακόμα ένα ζευγάρι χέρια ανασήκωσε λίγο την κουκούλα
μου και έβαλε ένα βρεγμένο πανί στη μύτη.
Όχι, ρε γαμώτο!
Η μυρωδιά ήταν όξινη και αμέσως άρχισα να χάνω τις αισθήσεις μου
τελείως.
Όταν άρχισα να παίρνω ξανά τον έλεγχο του σώματός μου, ένιωθα
χάλια. Το στομάχι μου ήταν άνω κάτω κι ένιωθα το σώμα μου πιασμένο
σε διαφορετικά σημεία. Προσπάθησα να ανοίξω τα μάτια κι ενώ στην
αρχή τα πάντα ήταν θολά, τα έκλεισα και τα ξανάνοιξα αρκετές φορές,
μέχρι που το τοπίο ξεκαθάρισε και μπορούσα να δω πού βρισκόμουν.
Προς μεγάλη μου έκπληξη ήμουν δεμένη χειροπόδαρα σε μία καρέκλα
Κυνηγοί Ζωής 485
μέσα σε ένα υπνοδωμάτιο. Το ακόμα πιο περίεργο ήταν πως ο χώρος
μόνο κατάλληλος δεν έμοιαζε για να βάλεις κάποιον όμηρο. Τα έπιπλα
ήταν λιτά και πανάκριβα όπως και τα υφάσματα. Τα πάντα ήταν
πεντακάθαρα και ο χώρος μού μύριζε με ένα πολύ γνωστό άρωμα.
Ένιωθα ακόμα πιο μπερδεμένη, όμως δεν έπρεπε να χάνω καιρό.
Έπρεπε να ξεφύγω και να τελειώσω αυτό που είχα να κάνω, αλλιώς θα
καταστρέφονταν όλα.
Άρχισα να κουνιέμαι και να προσπαθώ να ξεφύγω από τα δεσμά
μου, μα όποιος και αν με είχε δέσει σίγουρα ήξερε τι έκανε. Συνέχισα να
τινάζομαι μέχρι που ο ήχος της πόρτας πίσω μου με έκανε να παγώσω
και γύρισα αμέσως για να κοιτάξω ποιος ήταν. Όταν είδα το πρόσωπό
του, νόμιζα πως ονειρευόμουν και η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει
δυνατά.
«Χειρότερο τρόπο δεν μπορούσες να διαλέξεις;» είπα έντονα μην
μπορώντας να πιστέψω στα μάτια μου.
Έκανε έναν κύκλο γύρω μου κοιτώντας με σκεπτικός και ύστερα
κάθισε απέναντί μου, στην άκρη του κρεβατιού, και έβαλε τους αγκώνες
στα γόνατά του χαμογελώντας αυτάρεσκα.
«Γεια σου, έρωτα» είπε και αμέσως μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι.
«Είσαι τρελός; Τι μαλακίες είναι αυτές που κάνεις;» του φώναξα και
το βλέμμα του σκοτείνιασε ενώ το χαμόγελό του έγινε ειρωνικό.
«Διορθώνω τις μαλακίες τις δικές σου, αγάπη μου, και μπορώ να πω
πως είναι δελεαστικό να σε βλέπω έτσι δεμένη» μου είπε και ρουθού-
νισα.
«Δεν καταλαβαίνεις τίποτα, έτσι; Δεν έχω επιλογή, Κίλιαν. Ούτε
μπορώ να τον σκοτώσω ούτε και να το σκάσω. Δεν πρόκειται να ζήσω
πάλι σαν κυνηγημένη, αλλά ούτε θα βάλω και τον μικρό στην ίδια
διαδικασία» είπα και άφησε μία μεγάλη ανάσα να βγει από μέσα του.
«Και πάλι με αφήνεις στην απ’ έξω. Αν σου πω ότι όλο αυτό τον
καιρό βρήκα τον τρόπο για να μας βγάλω από αυτήν την κατάσταση, θα
σταματήσεις να σκέφτεσαι μονόπλευρα;» μου είπε αγανακτισμένα και
πάγωσα. Δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη και όταν κατάφερα να
486 ALEXA MERIAN
μιλήσω, η φωνή μου ήταν πνιχτή. Τότε κατάλαβα πως τόση ώρα
κρατούσα την αναπνοή μου.
«Τι πήγες και έκανες, Κίλιαν;» τον ρώτησα τρομοκρατημένα και τα
μάτια του ξέφυγαν από τα δικά μου.
«Άμα σε λύσω, το υπόσχεσαι να μη με στείλεις στο νοσοκομείο;» με
ρώτησε. Δεν απάντησα, όμως ποτέ δεν ξέρεις πόσο εύκολα μπορεί να σε
οδηγήσει κάποιος στα άκρα. Ήρθε πίσω μου και τα χέρια του αμέσως
άρχισαν να λύνουν τα δικά μου ενώ ένιωθα την ανάσα του δίπλα από το
αυτί μου.
«Έκανα μία μεγάλη συμφωνία με τον Ανατόλι και... είσαι ελεύθερη»
είπε όταν με έλυσε τελείως.
«Τι πράγμα; Τι είδους συμφωνία; Τι έκανες;» είπα και πέρασα τα
χέρια μέσα στα μαλλιά μου έντονα. «Όχι, όχι, σκατά. Τώρα τα πράγματα
είναι ακόμα χειρότερα. Σκατά» παραμίλησα και άρχισα να περπατάω
πέρα δώθε μέσα στο δωμάτιο, κοιτώντας το κενό και σκεπτόμενη τι θα
κάνουμε. Αν ο Ανατόλι ήθελε τον Αρτούρ νεκρό, ό,τι και να του
προσέφερε ο Κίλιαν δεν θα ήταν αρκετό.
Εκείνος με κοιτούσε με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος ενώ
περίμενε υπομονετικά την αντίδρασή μου. Με άφησε για μερικά λεπτά
μόνη να παραμιλάω μέχρι που στο τέλος με δύο βήματα με έφτασε και τα
χέρια του με άρπαξαν σφιχτά και με κόλλησε επάνω του. Τα χείλη του
καταβρόχθισαν βίαια τα δικά μου και αμέσως το σώμα μου πήρε φωτιά.
Πέρασα τα δάχτυλα μου μέσα από τα μαλλιά του και τα τράβηξα απαλά.
Μούγκρισε. Με βεβιασμένες κινήσεις προσπάθησε να με γδύσει και με
μία κίνηση κράτησε το πουκάμισό μου από τον γιακά και το άνοιξε στα
δύο με δύναμη ξηλώνοντας όλα τα κουμπιά. Το έκανε κουβάρι και το
πέταξε κάπου μέσα στο δωμάτιο. Τα χείλη του ξέφυγαν από τα δικά μου
και άρχισαν να κατηφορίζουν πιο χαμηλά αφήνοντας φιλιά και
δαγκωνιές στον λαιμό μου κάνοντάς με να αφήνω μικρούς ανα-
στεναγμούς ενώ η ανάσα μου γινόταν όλο και πιο βαριά. Τον ήθελα
απεγνωσμένα και πλέον η κρίση μου ήταν πιο θολή από ποτέ. Τα χέρια
του κατέβηκαν πιο χαμηλά και αμέσως ξεκούμπωσε το παντελόνι μου και
το κατέβασε τελείως αφήνοντάς με με τα εσώρουχα. Σηκώθηκε ξανά
Κυνηγοί Ζωής 487
όρθιος και με κοίταξε με προσοχή ενώ στα μάτια του έκαιγε το πάθος.
Ύστερα το βλέμμα του κλειδώθηκε με το δικό μου, με σήκωσε στα χέρια
και με ξάπλωσε στο κρεβάτι πέφτοντας κι εκείνος από πάνω μου. Έφερε
τα χέρια του στο πρόσωπό μου και μου χάιδεψε τα μαλλιά ενώ δεν
σταματούσε να με κοιτάει.
«Είσαι το πιο όμορφο πλάσμα σε αυτόν τον κόσμο. Σ’ αγαπάω τόσο
γαμημένα πολύ» είπε βραχνά και δάγκωσα τα χείλη μου.
«Κι εγώ σ’ αγαπάω» του είπα χαμηλόφωνα και αμέσως με φίλησε με
έναν βασανιστικά αργό και παθιασμένο τρόπο.
Δεν κατάλαβα πότε με άφησε τελείως γυμνή και γδύθηκε κι εκείνος
μέχρι τη στιγμή που μπήκε μέσα μου κάνοντάς με να βγάλω μία δυνατή
κραυγή πόνου αλλά και απόλαυσης. Εκείνος σταμάτησε και άρχισε να
με φιλάει σε όλο το πρόσωπο ενώ μετά από λίγο άρχισε να κουνιέται
αργά. Ο ρυθμός του αυξήθηκε σταδιακά ενώ όλη αυτή την ώρα δεν
σταμάτησε να με φιλάει και να με κοιτάζει στα μάτια. Πέντε χρόνια ήταν
πάρα πολλά και φαίνονταν και στο σώμα μου. Σύντομα ο πόνος έγινε
μόνο απόλαυση και τότε έγινε πιο άγριος. Από τις κινήσεις του έβλεπα
πως κι εκείνος με χρειαζόταν όπως κι εγώ. Οι αναστεναγμοί μου ήταν
δυνατοί και έτρεμα στα χέρια του. Τον ήθελα, τον χρειαζόμουν κι
επιτέλους μετά από τόσο καιρό τον είχα. Με έκανε να τελειώσω αρκετές
φορές και τη στιγμή που έφτασε κι εκείνος στην κορύφωση ήταν
ταυτόχρονα και η ύστατη δική μου. Σταματήσαμε για μερικά δεύτερα να
πάρουμε ανάσα και ύστερα με έσφιξε πάνω του σε μία δυνατή αγκαλιά.
Το σώμα του κάλυπτε το δικό μου και ένιωθα πιο οικεία από ποτέ.
Έκλεισα τα μάτια και πήρα μία βαθιά αναπνοή αφήνοντας το άρωμά του
να πλημμυρίσει το είναι μου.
«Δεν το πιστεύω ότι είσαι εδώ» μουρμούρισα και μου χάιδεψε τα
μαλλιά ενώ τα χείλη του ακουμπούσαν το μέτωπό μου. Δεν μίλησε, αλλά
τον ένιωθα. Ο τρόπος που έβγαινε η ανάσα του, οι χτύποι της καρδιάς
του, όλα φώναζαν το πώς ένιωθε. Ανασήκωσα το κεφάλι και τον κοίταξα
στα μάτια.
488 ALEXA MERIAN
«Μου έλειψες» του είπα ειλικρινά κι εκείνος συνέχισε να με κοιτάζει
με το ίδιο βλέμμα. Φαινόταν σαν να πάλευε να πει κάτι ενώ ταυτόχρονα
φαινόταν λες και δεν ήθελε να πει τίποτα.
Έκλεισα για μια στιγμή τα μάτια και πήρα μία βαθιά ανάσα. Όσο
ανοιχτός ήταν κάποιες φορές πάντα θα γύριζε στον παλιό καλό
στριμμένο εαυτό του. Ανασηκώθηκα κρατώντας το σεντόνι σφιχτά πάνω
στο σώμα μου και ένιωθα το βλέμμα του επάνω μου.
«Πάω να κάνω ένα μπάνιο και να γυρίσω στον μικρό» είπα, σχεδόν
χαμηλόφωνα και σηκώθηκα όρθια.
Εκείνος δεν μίλησε και με άφησε να φύγω έτσι απλά. Πάλι καλά που
το μπάνιο ήταν μέσα στο δωμάτιο και δεν χρειάστηκε να ψάχνω μόνη
μου εδώ κι εκεί. Άφησα το νερό να τρέχει και στάθηκα για λίγο
στηρίζοντας το σώμα μου στον πάγκο του νιπτήρα κοιτώντας το κενό.
Φοβόμουν τόσο πολύ πως θα τον έχανα ξανά. Όλα όσα έγιναν μου είχαν
δημιουργήσει περισσότερες ανασφάλειες από όσες είχα πριν και ήμουν
σίγουρη πως όχι μόνο σε μένα. Το μυαλό μου ήταν ακόμα μπερδεμένο,
αλλά το σώμα μου τον ζητούσε ξανά. Η καρδιά μου ακόμα χτυπούσε
έντονα από πριν και δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ να σταματήσει να το
κάνει. Όμως ανησυχούσα για το τι είχε συμφωνήσει. Έπρεπε να μάθω
και μόνο εκείνος μπορούσε να μου πει.
Άφησα το σεντόνι στα άπλυτα και κοίταξα το σώμα μου στον
καθρέφτη. Χαμογέλασα. Ήμουν γεμάτη σημάδια, δικά του σημάδια, που
έδειχναν το πόσο με ήθελε. Το μυαλό μου γύρισε πέντε χρόνια πίσω και
στις μέρες που απλώς κάναμε σεξ σαν τους δαιμονισμένους αλλά και σε
εκείνη τη μέρα στο γκαλά. Ο τότε Κίλιαν ήταν πιο άγριος αλλά και
σχεδόν κενός και σίγουρα δεν είχε καμία σχέση με τον άντρα που είχα
στην αγκαλιά μου. Ούτε εγώ ήμουν ίδια, και κάπως με τρόμαζε αυτό,
όμως ίσως και να ήταν για καλό.
Κράτησα τις σκέψεις και τις αμφιβολίες μου μακριά, μπήκα κάτω από
το ζεστό νερό και άρχισα να πλένομαι. Ήδη μετά από κάποια ώρα
άρχισα να νιώθω καλύτερα και όσο είχα κλειστά τα μάτια από πίσω
έβλεπα ό,τι συνέβει πριν μερικά λεπτά. Ένιωθα τον τρόπο που με άγγιζε
και το σώμα μου έκαιγε και μόνο στη σκέψη.
Κυνηγοί Ζωής 489
Ξαφνικά άκουσα κάτι σαν χτύπημα κάτω από τον ήχο του νερού και
μερικά δεύτερα μετά τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω μου. Με κόλλησε με
την πλάτη πάνω στο γυμνό του σώμα. Με φίλησε στον λαιμό κι εγώ
σήκωσα το χέρι μου και το πέρασα μέσα από τα μαλλιά του. Τα φιλιά
του ανέβαιναν αργά μέχρι που έφτασε τον λοβό του αυτιού μου και
έμεινε εκεί.
«Σε παρακαλώ, μείνε» είπε χαμηλόφωνα και γύρισα στο πλάι το
κεφάλι μου και τον κοίταξα στα μάτια. Ύστερα γύρισα όλο μου το σώμα
και τον αγκάλιασα κρύβοντας το πρόσωπό μου στην καμπύλη του
λαιμού του. Εκείνος έκανε το ίδιο.
«Για πόσο;» τον ρώτησα ενώ η καρδιά μου πετάριζε περιμένοντας
την απάντησή του. Εκείνος αποτραβήχτηκε λίγο και με κοίταξε στα μάτια
αγκαλιάζοντας με το χέρι του το μάγουλό μου.
«Για πάντα» είπε σχεδόν ψιθυριστά αλλά με σιγουριά και αμέσως
χαμογέλασα. Ένευσα καταφατικά. Δίχως να χάσει λεπτό, ένωσε τα χείλη
του με τα δικά μου ενώ ύστερα με αγκάλιασε σφιχτά. Πλυθήκαμε μαζί,
έπειτα γυρίσαμε στο δωμάτιο και ξαπλώσαμε αντικριστά κοιτώντας ο
ένας στα μάτια του άλλου.
Το υπόλοιπο βράδυ συνέχισε έτσι. Είτε να κοιτάμε ο ένας τον άλλον
είτε να κάνουμε έρωτα ξανά και ξανά μέχρι που ο ήλιος σηκώθηκε ψηλά
και φώτισε τον χώρο. Δεν κοιμηθήκαμε καθόλου και ο χρόνος έμοιαζε να
μην έχει πλέον καμία σημασία. Το μόνο που είχε ήταν εκείνος κι εγώ και
αυτό μου ήταν αρκετό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 62
Αν μία λέξη μπορούσε να περιγράψει εκείνη τη βδομάδα για τον Κίλιαν,
αυτή θα ήταν η «Κόλαση». Προσπαθούσε να απολαύσει κάθε δευ-
τερόλεπτο που περνούσε δίπλα της μαζί με τον μικρό, όμως μία σκέψη
του ήταν αρκετή για να καταστρέψει τα πάντα. Το γεγονός ότι θα έφευγε
τον σκότωνε αργά. Έκαναν πράγματα μαζί και προσπαθούσαν να είναι
όσο πιο φυσιολογικοί μπορούσαν. Όμως κάθε φορά που το βλέμμα της
χανόταν μακριά, μπορούσε να δει πως κι εκείνη περνούσε τη δική της
κόλαση. Δεν τη σύγκρινε στιγμή με τη δική του, όμως περίμενε να τη
μοιραζόταν. Η Βαλεντίν ωστόσο συνέχιζε να τον κρατάει μακριά δίχως
να τον υπολογίζει. Νόμιζε πως θα έκανε το σωστό, αλλά το να τον
κρατάει αμέτοχο την έκανε άδικη. Γι’ αυτό και είχε σκοπό να δράσει
μόνος.
Ο Γκλεν Μορέι ήταν αρκετά ανήσυχος κυρίως για τον μικρό αλλά και
για εκείνη. Ύστερα από τόσα χρόνια είχε κερδίσει τον σεβασμό του και
αυτό ήταν αρκετό για να θέλει να κάνει τα πάντα και για όλους τους.
Μπορεί μεταξύ σε εκείνον και τον γιο του ακόμα να υπήρχε η ίδια
ψυχρότητα, μα για χάρη της ήταν διατεθειμένος να την παραμερίσει.
Έτσι βοήθησε τον Κίλιαν να βάλουν τα πράγματα σε μία σειρά και
κατέληξαν σε μία ομόφωνη απόφαση, η οποία, όσο και αν τους
επηρέαζε, άξιζε κάθε απώλεια. Μέσα σε όλα αυτά τους είχε βοηθήσει και
ο Μαρτίνεζ, μιας και ήταν συνέταιροι και αυτό τους έδινε παραπάνω
προβάδισμα. Κάθε μέρα τον ενημέρωναν για το πώς κυλούσαν όλα,
ώσπου έφτασαν μέχρι το σημείο που θα συναντούσε τον Ανατόλι για να
του δώσει την πρότασή του ώστε εκείνη αλλά και όλοι τους να ήταν
ελεύθεροι.
Κυνηγοί Ζωής 491
Η Βαλεντίν είχε ήδη ανέβει στο υπνοδωμάτιό της για να ετοιμαστεί κι
εκείνος έφυγε από το σπίτι δίχως να της πει κουβέντα. Ήταν σίγουρος
πως θα νόμιζε ότι δεν ήθελε να το κάνει και ίσως υπό άλλες συνθήκες να
είχε δίκιο, όμως ήξερε ότι θα την έβλεπε πιο σύντομα απ’ ό,τι περίμενε η
ίδια και έτσι την άφησε να πιστεύει ό,τι ήθελε.
Συναντήθηκε με τον πατέρα του και τον Ροντρίγκο Μαρτίνεζ και
ξεκίνησαν χωρίς πολλά λόγια για το μέρος που θα συναντούσαν τον
Ανατόλι. Φτάσανε έξω από το ξενοδοχείο του και, όταν ζήτησε να τον δει,
από τη ρεσεψιόν αμέσως τους οδήγησαν κατευθείαν στο εστιατόριο, το
οποίο είχε κλείσει μονάχα για εκείνον και μία αρκετά μεγάλη ομάδα
ασφαλείας. Ο Κίλιαν ήταν σίγουρος πως ο Ανατόλι τον φοβόταν. Κι
εκείνος μέσα του το ήξερε πως άμα τον έφτανε στα άκρα, δεν θα δίσταζε
να του φυτέψει μία σφαίρα στον κρόταφο. Καθόταν σε ένα τραπέζι μόνος
του και έπινε ενώ μόλις τους είδε, σηκώθηκε όρθιος με ένα αυτάρεσκο
χαμόγελο και ίσιωσε το σακάκι του σαν να τους έδειχνε πως κιόλας είχε
νικήσει.
«Καλησπέρα, κύριοι» είπε με δήθεν ευγένεια και οι άλλοι δύο του
απάντησαν ενώ ο Κίλιαν κάθισε στη θέση αντίκρυ του, ακριβώς όπως θα
έκανε κάποιος που είχε το πάνω χέρι σε αυτή τη συνάντηση.
«Λοιπόν, τι με ήθελες, Κίλιαν;» είπε με ένα ύπουλο χαμόγελο.
Ήθελε τόσο πολύ να σηκωθεί και να αρχίσει να τον χτυπάει, να τον
σκοτώσει αργά και βασανιστικά για όλα όσα τους είχε κάνει, όμως
έπρεπε να συγκρατήσει την οργή του, αν ήθελε να πάνε όλα όπως τα
υπολόγιζε.
«Θέλω να αφήσεις τη γυναίκα και την οικογένειά μου έξω από τις
δουλειές σου» του είπε κοφτά και άμεσα και ο Ανατόλι αμέσως ξέσπασε
σε τρανταχτά γέλια. Ο Κίλιαν περίμενε μέχρι να σταματήσει ενώ ένα
διαβολικό χαμόγελο είχε απλωθεί στα χείλη του.
«Δεν νομίζω πως έρχεσαι και με πολύ δυνατά επιχειρήματα για να
απαιτείς κάτι τέτοιο. Άλλωστε η γυναίκα σου δεν θα κάνει κάτι που της
είναι άγνωστο. Όλοι ξέρουμε σε αυτό το δωμάτιο ποια είναι και για τι
είναι ικανή, οπότε δεν βρίσκω τον λόγο να ανησυχείς. Άσε που δεν
νομίζω να έχεις να μου προσφέρεις κάτι τόσο σημαντικό που θα με κάνει
492 ALEXA MERIAN
να πάρω πίσω τη συμφωνία που έκανα μαζί της» είπε όλο θάρρος και το
χαμόγελο του Κίλιαν έγινε πιο πλατύ.
Ο Ανατόλι προσπαθούσε να παίξει ένα παιχνίδι για το οποίο δεν
γνώριζε το πόσο καλός παίχτης ήταν και τα χαρτιά που πέταξε στο
τραπέζι ήταν πιο καλά από τα δικά του. Είχε νικήσει πριν καν πατήσει το
πόδι του στο κτίριο. Σαν έσβησε το χαμόγελο του αντιπάλου του ήταν και
η τελική του κίνηση.
«Κύριοι, τα πράγματα θα πάνε όπως θέλετε, όμως έχω μία ερώτηση»
είπε εκείνος τη στιγμή που σηκώθηκαν για να φύγουν και ο Κίλιαν τον
κοίταξε περιμένοντας να πει αυτό που ήθελε.
«Γιατί τα κάνεις όλα αυτά για μία γυναίκα σαν και αυτή; Ύστερα από
όλα όσα έχει κάνει σε σένα και την οικογένειά σου, σε παράτησε και
όμως είσαι εδώ για να κάνεις μία τόσο σοβαρή συμφωνία μαζί μου μόνο
και μόνο για να της σώσεις το τομάρι. Γιατί;» είπε κι εκείνος ρουθούνισε
χαμογελώντας στραβά.
«Γιατί ξέρει πώς είναι να χορεύεις με τον Διάβολο» του απάντησε με
έναν σοβαρό τόνο και ύστερα γύρισε την πλάτη και άρχισε να
απομακρύνεται. Όταν βγήκαν από το κτίριο, το χέρι του πατέρα του
βρέθηκε στον ώμο του κι εκείνος γύρισε και τον κοίταξε πιο σοβαρός από
ποτέ.
«Έκανες το σωστό, μικρέ» του είπε ενώ στη φωνή του ακουγόταν η
περηφάνια και ο σεβασμός προς το παιδί του.
Ο Κίλιαν σήκωσε το κεφάλι στον ουρανό και πήρε μία βαθιά ανάσα.
Το γνώριζε πως έκανε το σωστό κι εκείνη τη στιγμή το μόνο που ήθελε
ήταν να πάει να τη βρει. Όσο είχαν μείνει χώρια ήταν αρκετό και πίστευε
πως είχε έρθει η ώρα εκείνη να πληρώσει για όλα τα βασανιστήρια που
τον είχε βάλει να υποστεί με το πείσμα της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 63
Ήμουν ξαπλωμένη στην αιώρα και κοιτούσα το κύμα που έσκαγε στην
ακτή με έναν ήρεμο τρόπο, σχεδόν ρυθμικό. Ο ήλιος ήταν ψηλά και ένα
απαλό αεράκι δρόσιζε το δέρμα μου. Ένιωθα υπερβολικά χαλαρή και
ήρεμη και, αν με έβλεπε κάποιος, δεν θα πίστευε ποτέ πως μέχρι και
χθες ήμουν έτοιμη να δώσω τη ζωή μου για την οικογένειά μου.
Ύστερα από τη νύχτα που περάσαμε μαζί με τον Κίλιαν, το πρώτο
πράγμα που κάναμε όταν ξυπνήσαμε το πρωί, ήταν να ετοιμαστούμε και
να γυρίσουμε αμέσως πίσω στο σπίτι στη θάλασσα που ήταν και ο γιος
μας. Μόλις μπήκαμε στο σπίτι, η Ροσέλ με τον Λίαμ κάθονταν αγκαλιά
στον καναπέ και κοίταζαν ο ένας στα μάτια του άλλου. Φυσικά ο Κίλιαν
δεν μπορούσε να κρατήσει τον εαυτό του και αμέσως άρχισε τις φωνές,
πράγμα που ήταν ανούσιο μιας και αυτοί οι δύο είχαν το ίδιο μεγάλο
παρελθόν όπως είχαμε κι εμείς. Η κατάσταση ήταν τραγικά αστεία.
Μία φορά μεγάλος αδερφός, για πάντα μεγάλος αδερφός.
Δίχως να χάσω καιρό, άρχισα να τον σπρώχνω προς τις σκάλες για
να ανέβουμε στο δωμάτιο του μικρού που σίγουρα ακόμα κοιμόταν.
Άνοιξα την πόρτα του σιγά και τον βρήκαμε κουλουριασμένο στο
κρεβατάκι του να ροχαλίζει ήρεμα. Κοιταχτήκαμε με τον Κίλιαν
ταυτόχρονα χαμογελώντας και ύστερα μπήκαμε μέσα και σταθήκαμε
αριστερά και δεξιά του και καθίσαμε στο πλάι του. Όταν ξύπνησε και
μας είδε, αμέσως άρχισε να φωνάζει όλο χαρά και να μας αγκαλιάζει.
Ύστερα ο Κίλιαν έμεινε μαζί του για να τον ντύσει και να ετοιμαστούν να
κατέβουν κάτω ενώ εγώ πήρα τη θέση την οποία βρισκόμουν.
494 ALEXA MERIAN
Δεν πέρασε πολλή ώρα που και οι τέσσερις βγήκαν έξω και ήθελαν
να κολυμπήσουν μπροστά από το σπίτι όμως εγώ δεν τους ακολούθησα.
Ήθελα να μείνω εκεί και να απολαύσω την ηρεμία που είχα για πρώτη
φορά στη ζωή μου.
Ήμουν πλέον τριάντα δύο χρονών και όλα αυτά τα χρόνια το μόνο
που έκανα ήταν να τρέχω μακριά και να κυνηγάω ανθρώπους, όμως είχα
ξεχάσει να κυνηγήσω κάτι πολύ σημαντικό: τη ζωή. Έτρεχα μακριά της
και πάλευα ενάντια του εαυτού μου ξεχνώντας πως εγώ θα έπρεπε να
ήμουν ο κυνηγός της και όχι το θήραμα. Μέχρι που βρέθηκε στον δρόμο
μου εκείνος και με έμαθε να ζω. Μου έδωσε έναν πολύ σημαντικό λόγο
να συνεχίσω να προσπαθώ, τον μικρό μου Εμίλιο. Το γεγονός πως
πλέον τον είχα στο πλάι μου με ολοκλήρωνε και ήμουν έτοιμη να δώσω
τα πάντα για να μην τον χάσω ποτέ ξανά και το ήξερε κι εκείνος.
Κοίταξα προς την πλευρά τον κυμάτων και τον είδα να παίζει με τον
μικρό στην όχθη. Φαινόταν κι εκείνος ευτυχισμένος. Χαμογέλασα στην
εικόνα τους. Σηκώθηκα, βύθισα τα γυμνά μου πόδια στη ζεστή άμμο και
τους πλησίασα. Κάθισα σε μία από τις πετσέτες που είχαν απλώσει
κάτω. Εκείνος μόλις με είδε, άφησε τον μικρό με την αδερφή του και
βγήκε από το νερό για να έρθει κοντά μου. Και μόνο στη θέα του
σώματός του και το πόσο όμορφος ήταν, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι
είχα έναν τέτοιο άντρα στο πλάι μου. Ακόμα και για την ηλικία του ήταν
κούκλος.
Τον κοίταξα στα μάτια και του χαμογέλασα γλυκά ενώ μπορούσα να
δω στα δικά του να καθρεφτίζεται το πάθος. Μόλις έφτασε από πάνω
μου έσκυψε και με φίλησε με ορμή αφήνοντάς με ξέπνοη ενώ μερικές
σταγόνες έπεσαν πάνω στο δέρμα μου και το καψάλισαν. Όταν με
άφησε, τον κοίταξα μπερδεμένη ενώ το πρόσωπό του κοσμούσε ένα
διαβολικό χαμόγελο.
«Πάμε μέσα» είπε βραχνά και πριν προλάβω να απαντήσω με είχε
σηκώσει στα χέρια του κάνοντάς με να αφήσω μία κραυγή έκπληξης και
άρχισε να περπατάει προς το σπίτι. Ανέβηκε τα σκαλιά γρήγορα και
αφού μπήκαμε στο δωμάτιο, με άφησε πάνω στο κρεβάτι και αμέσως
κλείδωσε την πόρτα.
Κυνηγοί Ζωής 495
«Τι κάνεις;» τον ρώτησα και με κοίταξε με το ένα φρύδι ανασηκωμένο
ειρωνικά.
«Σαν τι σου φαίνεται να κάνω;» με ρώτησε και άρχισε να με
πλησιάζει απειλητικά. Τα μάτια μας δεν χωρίστηκαν λεπτό και μόλις
σταμάτησε μπροστά μου, έβαλα τα χέρια μου πάνω στο σώμα του και
σηκώθηκα αργά για να ενώσω τα χείλη μου με τα δικά του.
Ένας αργός, παθιασμένος χορός άρχισε και έβαζε φωτιά στο κορμί
και την καρδιά μου. Ούτε που κατάλαβα για πότε με άφησε τελείως
γυμνή και με έριξε πίσω στο κρεβάτι. Έπεσε από πάνω μου και τα χείλη
του ξέφυγαν από τα δικά μου και κατέβηκαν όλο και πιο χαμηλά
χαράζοντας ένα αόρατο μονοπάτι από φιλιά οδηγώντας με στα όρια.
«Κίλιαν» ψέλλισα το όνομά του τη στιγμή που ένιωσα την ανάσα του
εκεί χαμηλά. Όταν με άγγιξε, άφησα έναν δυνατό, μακρόσυρτο ανασ-
τεναγμό. Τα δάχτυλά μου πέρασαν μέσα από τα μαλλιά του κι αμέσως
μετά από μερικά δεύτερα, με δάγκωσε δυνατά στον μηρό και μπήκε μέσα
μου κάνοντάς με να σπαρταράω στα χέρια του. Κουνιόταν γρήγορα
μέχρι που τελείωσα την πρώτη φορά ουρλιάζοντας από ηδονή. Ξαφνικά
άρχισε να κουνιέται αργά και πιο παθιασμένα από ποτέ, στέλνοντάς με
στα ουράνια. Με κρατούσε στα χέρια του με τρόπο προστατευτικό ενώ
με φιλούσε σαν να μην υπάρχει αύριο.
Το να τελειώσω τρέμοντας στα χέρια του για δεύτερη φορά δεν
άργησε, όπως και αρκετές φορές ακόμη, μέχρι που τελείωσε κι εκείνος
ηχηρά. Μετά τύλιξε τα χέρια του γύρω μου και μας κράτησε εκεί μέχρι να
ανακτήσουμε σταθερά την αναπνοή μας.
«Σ’ αγαπάω τόσο πολύ» ψιθύρισε στο αυτί μου αισθησιακά και
σήκωσα τα μάτια μου στα δικά του.
«Δεν μπορώ να σε συνηθίσω τόσο συναισθηματικό» του είπα για να
τον πειράξω και έκανε μία γκριμάτσα πιέζοντάς με στα πλευρά.
«Είσαι χαζή» μου είπε και με χάιδεψε στο πρόσωπο.
«Κι εγώ σ’ αγαπάω» γουργούρισα ναζιάρικα και του έδωσα ένα
πεταχτό φιλί. Κράτησα το σεντόνι σφιχτά επάνω μου και σηκώθηκα
όρθια προσπαθώντας να του ξεφύγω και να πάω στην τουαλέτα. Αφού
προσπάθησε να με βασανίσει για λίγο, στο τέλος με άφησε.
496 ALEXA MERIAN
Μετά από μερικά λεπτά βγήκα και τον βρήκα σχεδόν ντυμένο να
κάθεται ανάσκελα στο κρεβάτι και να κοιτάζει το ταβάνι. Πλησίασα και
σαν γάτα ανέβηκα από πάνω του. Τον κοίταξα ενώ εκείνος μου
χαμογελούσε.
«Τι θες, μικρή;» είπε και ανασήκωσα το φρύδι μου.
«Μπα, επιτέλους παραδέχεσαι ότι είσαι μεγάλος;» του είπα και με
αγριοκοίταξε. Με έπιασε δυνατά από τα πλευρά και άρχισε να με
γαργαλάει μέχρι που με πέταξε πάλι δίπλα και ανέβηκε από πάνω μου.
«Θα σ’ την κόψω αυτή τη γλώσσα» είπε και χαμογέλασα με νάζι.
Έσκυψε από πάνω μου και, ενώ νόμιζα πως θα με φιλήσει, με δάγκωσε
με δύναμη στο μάγουλο κάνοντάς με να βγάλω μία κραυγή πόνου αλλά
και έκπληξης. Άρχισα να γελάω δυνατά μέχρι που άκουσα τη φωνή του
μικρού να μας φωνάζει έξω από την πόρτα.
Αμέσως εκείνος σηκώθηκε και μου έδωσε να φορέσω μία μπλούζα
του τη στιγμή που φορούσα το εσώρουχό μου και ένα σορτσάκι. Μόλις
βεβαιώθηκε ότι ήμουν τελείως ντυμένη, άνοιξε την πόρτα και ο Εμίλιος
όρμησε μέσα κατευθείαν στην αγκαλιά μου. Στο κατώφλι στεκόταν ο
αδερφός μου.
«Ήρθα να βεβαιωθώ πως είχατε κλειδώσει» είπε πονηρά και τον
αγριοκοίταξα.
«Για χαζούς μας περνάς;» είπε αυτάρεσκα ο Κίλιαν και έκρυψα το
πρόσωπο στα χέρια μου.
«Μαμά, γιατί να κλειδώσετε;» με ρώτησε ο μικρός. Κοίταξα τους
άλλους δύο περιμένοντας να του δώσουν εκείνοι την απάντηση.
Ο Κίλιαν μας πλησίασε και τον κράτησε εκείνος.
«Μην αγχώνεσαι και θα καταλάβεις σε λίγα χρόνια γιατί
κλειδώνουμε» μουρμούρισε και τον φίλησε στο κεφάλι ενώ εκείνος τον
κοίταξε με απορία.
Όλοι μας ξεσπάσαμε σε γέλια και ο μικρός συνέχισε να μας κοιτάζει
δίχως να καταλαβαίνει. Επιτέλους ένιωθα ευτυχισμένη.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Οι επόμενες μέρες που περάσαμε στο Μαϊάμι ήταν πανέμορφες.
Ήταν ξέγνοιαστες και γεμάτες γέλια, τελείως αφύσικο για τη συνηθισμένη
μας ζωή που πλέον είχε καταντήσει ρουτίνα, αλλά το απολάμβανα.
Τελικά ύστερα από αρκετή γκρίνια από μέρους μου έπεισα τον Κίλιαν
και αγοράσαμε το σπίτι στη θάλασσα, όμως θα έπρεπε να πάμε πίσω
στην Αγγλία για να κανονίσουμε τη μετακόμιση και δεν ήμουν καθόλου
έτοιμη να αφήσω ακόμα τον ήλιο. Εκείνος όμως επέμενε και η πτήση μας
θα προσγειωνόταν από λεπτό σε λεπτό. Ο μικρός που καθόταν ανάμεσά
μας είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά του πατέρα του.
«Είσαι έτοιμος να γνωρίσεις επίσημα τον γερο-Άνταμς χωρίς να
χρειαστεί να τον δολοφονήσεις;» τον ρώτησα.
«Μην παίζεις με τα νεύρα μου, έρωτα. Ξέρεις πολύ καλά πως αυτή η
συνάντηση δεν θα είναι καθόλου εύκολη και πλέον δεν μπορώ να κάνω
και τίποτα αφού είναι πατέρας σου» είπε άκεφα και έσκυψα προς το
μέρος του και τον φίλησα στο μάγουλο.
«Αν θέλεις, μπορώ να κανονίσω να μη συναντηθείτε».
«Πολύ καλή δεν έχεις γίνει εσύ τελευταία;» με ρώτησε και
ρουθούνισα.
«Κίλιαν, έχεις κάνει τόσα για μένα και πράγματα που δεν πίστευα
ποτέ πως θα κάνεις. Το να κανονίσω να μη συναντηθείς με τον πατέρα
μου δεν είναι τίποτα. Στο κάτω κάτω δεν αλλάζει το ποιος είναι»
παραδέχτηκα και κάθε φορά που σκεφτόμουν τι έκανε για να είμαστε
μαζί ένα ρίγος χτυπούσε τα κόκαλά μου.
Λίγο πριν φύγουμε από το Μαϊάμι, ύστερα από πολλή προσπάθεια,
τον έπεισα και μου είπε ποια ήταν η συμφωνία του με τον Ανατόλι.
Απόμεινα άφωνη.
Καθόμασταν στη βεράντα, όπως κάθε άλλο βράδυ, και ήμασταν
αγκαλιά στην αιώρα βλέποντας τον νυχτερινό ουρανό. Ένα μπουκάλι
κόκκινο κρασί μας κρατούσε συντροφιά και ομολογώ ένοχα πως ίσως
498 ALEXA MERIAN
και να τον πότιζα επίτηδες για να καταφέρω τον σκοπό μου. Ήθελα να
πέσουν τελείως τα τείχη ανάμεσά μας και να μου πει τι είχε κάνει.
«Αυτές τις βραδιές δεν θα τις άλλαζα με τίποτα άλλο στον κόσμο»
είπε χαμηλόφωνα και σήκωσα τα μάτια ψηλά και τον κοίταξα ενώ εκείνος
τα είχε κλειστά αλλά χαμογελούσε.
«Ναι, ούτε κι εγώ, αλλά εσύ επέμενες να γυρίσουμε πίσω» του
απάντησα κι εκείνος ρουθούνισε.
«Μην αρχίζεις την γκρίνια αφού δεν θα είναι για πολύ. Θα γυρίσουμε
μόλις κανονίσουμε τα πάντα με τη μετακόμιση. Μετά μπορείς να γίνεις η
νοικοκυρά που πάντα ονειρευόσουν» είπε ατάραχος για να με πειράξει
και άρχισα να τον σπρώχνω ενώ εκείνος με έσφιγγε περισσότερο επάνω
του.
«Αν νομίζεις πως θα κάθομαι σπίτι ενώ εσύ τριγυρνάς και κάνεις τις
βρομοδουλειές σου, είσαι φανερά γελασμένος. Δεν θα σε αφήσω να
χειρίζεσαι και τις δουλειές των Μορέι αλλά και των Άνταμς μόνος. Αυτό
είναι και δική μου δουλειά».
Στα λόγια μου ήταν φανερό το πείσμα κι εκείνος άνοιξε τα μάτια και
κοίταξε έντονα τον ουρανό. Είχα υποψιαστεί ότι κάτι είχε αλλάξει και από
την αντίδρασή του φαίνεται πως ίσως και να είχα δίκιο.
«Βαλεντίν, μην αρχίζεις πάλι με αυτό το θέμα. Σου έχω πει πως δεν
πρέπει να ανησυχείς εσύ γι’ αυτά. Μετά απ’ ό,τι περάσαμε δεν θέλω εσύ
και ο μικρός να είστε μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Δεν με εμπιστεύεσαι
καθόλου τι είμαι ικανός να κάνω και αυτό με εκνευρίζει» είπε και αμέσως
ανασηκώθηκα και τον κοίταξα με σταυρωμένα τα χέρια στο στήθος. Με
είχε νευριάσει.
«Χειρίζομαι αυτήν την οικογένεια αρκετό καιρό για να κάνω τώρα
στην άκρη. Δεν σου είπα πως δεν θέλω να το κάνεις μόνος. Είναι πάρα
πολύ και δεν είμαι καμία γυναικούλα για να κάνω πίσω. Δεν το έκανα
ποτέ και δεν θα το κάνω τώρα. Και ναι, δεν σε εμπιστεύομαι όταν ακόμα
μου κρατάς μυστικά». Ήμουν φανερά εκνευρισμένη κι εκείνος ξεφύσηξε.
Ανασηκώθηκε από τη θέση του κι ενώ έβαλε τα χέρια μου μέσα στα δικά
του, με τράβηξε με δύναμη και έπεσα πάνω στο στήθος του. Δεν τον
αγκάλιασα, όμως το έκανε εκείνος.
Κυνηγοί Ζωής 499
«Ακόμα μου κρατάς κακίες επειδή δεν σου είπα τι συμφωνία έκανα;»
με ρώτησε αγανακτισμένος και δεν του απάντησα, αντ’ αυτού έμεινα εκεί
στην αγκαλιά του και περίμενα. Ήξερα πως ήμασταν κοντά στο να μου
πει, αρκεί να σταμάταγε να κάνει πείσματα.
«Καλά, θα σου πω» είπε τελικά μετά από αρκετά λεπτά και τότε είχε
όλη μου την προσοχή. Κάθισα απέναντί του και περίμενα μέχρι που
άρχισε να μου εξηγεί και όσο το έκανε τόσο πιο πολύ τον αγαπούσα.
Του είχε δώσει τα πάντα. Ό,τι συμφωνίες είχε κλεισμένες σε
ολόκληρο τον κόσμο, επιχειρήσεις, τα πάντα, ήταν πλέον του Ανατόλι. Το
μόνο που είχε κρατήσει ήταν το Lust στο Λονδίνο, κάτι που αργότερα
έμαθα πως με είχε βάλει συνέταιρό του δίχως να το γνωρίζω. Τα είχε
δώσει όλα για μένα και ήταν υπέρ αρκετά. Φυσικά δεν πίστευα πως
μπορούσα να τον αγαπήσω περισσότερο, όμως κάθε μέρα που
περνούσε έβλεπα πως ίσως τελικά και να ήταν δυνατόν.
Το αεροπλάνο προσγειώθηκε κι ενώ περιμέναμε τις βαλίτσες μας,
σκεφτόμουν όλα όσα έγιναν σε αυτό το ταξίδι. Στο αεροδρόμιο μας
περίμεναν να μας παραλάβουν τρία αυτοκίνητα. Το ένα ήταν για τον
Έιντζελ, το άλλο για εμένα, τον Κίλιαν και τον μικρό και το τελευταίο για
τον Λίαμ και τη Ροσέλ. Ο αδερφός μου θα πήγαινε κατευθείαν στο
Μάντσεστερ ενώ εμείς θα μέναμε όλοι μαζί στην έπαυλη πίσω στο
Μπράιτον, κάτι που με έκανε ακόμα και μετά από τόσα χρόνια να νιώθω
άβολα. Φυσικά δεν είπα τίποτα σε κανέναν, μιας και τα πράγματα ήταν
ήδη κάπως δύσκολα, αλλά πιστεύω πως θα έφτιαχναν με τον καιρό για
όλους.
Μέσα στο αμάξι επικρατούσε ησυχία κι εγώ είχα γείρει στο κάθισμα
και κοιτούσα τη διαδρομή ενώ εκείνος μου κρατούσε το χέρι και ο μικρός
καθόταν στα πίσω καθίσματα.
«Μάνα και γιος στο τσεπάκι τον έχετε τον ύπνο» μας κορόιδεψε και
χαμογέλασα κουρασμένα. Γύρισα το κεφάλι πίσω και πράγματι ο
Εμίλιος είχε γείρει κι εκείνος το κεφαλάκι του και κοιμόταν του καλού
καιρού.