The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.
Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by , 2021-04-26 17:46:54

ilovepdf_merged (1)

ilovepdf_merged (1)

50 ALEXA MERIAN

Με πλησίασε και κουλουριάστηκε στο πλάι μου.
«Αλήθεια σου λέω. Καλύτερα να τους μιλήσω και να σε αφήσουν
στην ησυχία σου. Δεν είσαι υποχρεωμένη να τα περνάς όλα αυτά»
μουρμούρισε και της χάιδεψα τα μαλλιά.
«Μια χαρά είμαι και να κάτσεις στ’ αυγά σου. Πίστεψε με, έχω
περάσει πολύ χειρότερα από αυτά» είπα και με κοίταξε στραβά.
«Το βλέπω» μουρμούρισε ειρωνικά και της ανταπέδωσα το βλέμμα.
«Δεν μπορείς να καταλάβεις πώς είναι, μικρή. Δεν είναι η πρώτη
φορά που βρίσκομαι σε μια τέτοια κατάσταση, με τη διαφορά ότι αυτή τη
φορά το κάνω από επιλογή. Προτιμώ να βρίσκομαι εδώ μέσα παρά εκεί
έξω, με το παρελθόν μου να με κυνηγάει» παραδέχτηκα και, πριν
προλάβει να μου απαντήσει, ακούσαμε ομιλίες από τον κάτω όροφο.
Τινάχτηκε όρθια.
«Κοίτα, καταλαβαίνω όσα μου λες, αλλά και πάλι αυτή η ιστορία
είναι παρατραβηγμένη. Δεν θα σε σκοτώσουν αυτοί επειδή θέλουν να
δείξουν τη δύναμη της οικογένειας. Τώρα θα δεις τι πάει να πει να είσαι
ένας Μορέι» είπε με πείσμα και αμέσως άρχισε να περπατάει προς την
πόρτα. Τι είπε; Γιατί είπε αυτό το όνομα;
«Ροσέλ!» φώναξα δυνατά, μα δεν με άκουσε. Προσπάθησα να τη
σταματήσω, αλλά για μια στιγμή ξέχασα το πώς ήμουν και όταν με
χτύπησε ο πόνος, πάγωσα, με αποτέλεσμα να πέσω από το κρεβάτι στο
πάτωμα.
«Σκατά!» γρύλισα και έκανα να σηκωθώ ξανά. Στηρίχτηκα στην
πολυθρόνα και καθώς πήγα να σταθώ, το πόδι μου με πόνεσε τόσο που
έπεσα πάλι. Δεν το έβαλα κάτω και σηκώθηκα ξανά στηριζόμενη σε ό,τι
έβρισκα. Τελικά άρχισα να προχωράω σέρνοντας το χτυπημένο πόδι
μου πίσω.
«Ροσέλ!» φώναξα ξανά ενώ ένιωσα τα δάκρυα να μαζεύονται στα
μάτια μου.
Θα τη σκοτώσω! Πρώτα θα σταματήσω να πονάω και μετά θα φάει
τόσο πολύ ξύλο που θα με παρακαλάει να σταματήσω.
«Είσαι τρελός; Τι πας και κάνεις;» την άκουσα να φωνάζει και
ύστερα άκουσα τη φωνή του Κίλιαν.

Κυνηγοί Ζωής 51

Σκατά!
«Μπα, ήρθε να σου παραπονεθεί; Εχθές το έπαιζε αντράκι και
σήμερα αποφάσισε ότι είναι γυναίκα;» είπε χλευαστικά και έσφιξα τις
γροθιές μου. Να ποιος θα το έτρωγε πρώτο το ξύλο.
Επιτέλους, ύστερα από πολλή προσπάθεια είδα την άκρη της
σκάλας. Όταν έφτασα εκεί, κοίταξα κάτω και τους είδα όλους
μαζεμένους. Ο Κίλιαν με τον Λίαμ και άλλους δύο στέκονταν με τα χέρια
στις τσέπες άνετοι ενώ η Ροσέλ βρισκόταν απέναντί τους και έμοιαζε
έτοιμη να εκραγεί.
«Κι εσύ!» φώναξε δείχνοντας τον Λίαμ με το δάχτυλό της. «Είσαι
σοβαρός; Πώς θα σου φαινόταν αν ερχόμουν και σε μαχαίρωνα στα
καλά καθούμενα;» του φώναξε κι εκείνος γέλασε.
«Για να είμαι ειλικρινής, θα ήθελα πάρα πολύ να σε δω να
προσπαθείς» γέλασε και αυθόρμητα χαμογέλασα. Όντως αυτό θα ήταν
ένα αστείο θέαμα. Το χαμόγελό μου όμως έγινε έκφραση πόνου και
προσπάθησα να σταθώ όσο πιο ατάραχη μπορούσα.
«Ροσέλ, σταμάτα!» της φώναξα και αμέσως τα κεφάλια όλων
στράφηκαν προς το μέρος μου.
Όλοι με κοιτούσαν εμβρόντητοι, όμως η Ροσέλ ήταν κατακόκκινη και
φαινόταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα ξανά. Το βλέμμα μου συνάντησε
αυτό του Κίλιαν και τον κοίταξα αγριωπά.
«Κοίτα να δεις που έχει κότσια η αγριόγατα» μουρμούρισε ο ένας
από αυτούς και ήταν ο ίδιος που είχε κάνει τα χθεσινά σεξιστικά σχόλια.
«Ροσέλ, σε παρακαλώ, έλα πάνω» της είπα ήρεμα αγνοώντας τον
ηλίθιο, αλλά εκείνη δεν φάνηκε να αλλάζει στάση. Ήθελα τόσο πολύ να
μάθω για το όνομα που ανέφερε πριν, διότι αν οι υποψίες μου ήταν
σωστές, τότε είχα πολύ μεγαλύτερους μπελάδες απ’ ό,τι νόμιζα.
«Βαλ, αιμορραγείς!» φώναξε και κοίταξα τα πόδια μου.
Φορούσα ένα σορτσάκι ύπνου, ώστε να μπορώ να αλλάζω τη γάζα
πιο εύκολα, και τη δεδομένη στιγμή αυτή είχε ποτίσει με το αίμα μου,
που έτρεχε και στο υπόλοιπο πόδι. Κοίταξα πίσω και είδα πως είχα
κάνει χάλια όλο τον διάδρομο. Είχαν ανοίξει τα ράμματα που μου είχαν
κάνει. Τέλεια.

52 ALEXA MERIAN

Η Ροσέλ έκανε κίνηση να έρθει προς το μέρος μου, μα η ψυχρή φωνή
του Κίλιαν την έκανε να παγώσει.

«Μικρή, εσύ μείνε εδώ, έχουμε να πούμε πολλά. Λίαμ, πήγαινέ τη στο
δωμάτιο και φρόντισε τα ράμματά της» είπε προστακτικά. Ο Λίαμ,
αναντίρρητα, τους προσπέρασε και άρχισε να πλησιάζει τη σκάλα. Η
Ροσέλ κοιτούσε μπερδεμένη.

«Πώς μπορείς να την αφήνεις μόνη μαζί του; Αυτός τη μαχαίρωσε!»
φώναξε και το βλέμμα του Κίλιαν δεν άλλαξε καθόλου. Ανασήκωσε τους
ώμους αδιάφορα και γύρισε από την άλλη.

«Δεν θα της κάνει τίποτα, μικρή. Είχαν έναν ανοιχτό λογαριασμό και
τον έκλεισαν. Αυτό είναι όλο. Προχώρα τώρα» είπε με την ίδια
ψυχρότητα. Το βλέμμα μου έπεσε στον άλλον που βρισκόταν δύο σκαλιά
πιο κάτω από μένα έτοιμος να με πιάσει σε περίπτωση που έπεφτα.

«Μην τολμήσεις να με αγγίξεις, θα σου σπάσω και τα δύο πόδια» τον
προειδοποίησα. Για κακή μου τύχη το πόδι μου είχε μουδιάσει από την
αιμορραγία και, καθώς πήγα να κάνω ένα βήμα, έχασα την ισορροπία
μου και άρχισα να πέφτω. Σε δευτερόλεπτα τα χέρια του Λίαμ είχαν
τυλιχτεί γύρω μου. Το ένα του χέρι μού κρατούσε τη μέση και με το άλλο
είχε περάσει το δικό μου γύρω από τους ώμους τους και με στήριζε για
να περπατήσω. Τον έσπρωξα δυνατά και έπεσα πάνω στον τοίχο με
φόρα ώστε να τον αποφύγω.

«Τι από το “μη με αγγίζεις” δεν κατάλαβες;» κραύγασα και τον είδα
να χαμηλώνει το βλέμμα και να αναστενάζει με κλειστά μάτια.

«Εσύ το διάλεξες» είπε ήρεμα. Όρμησε μπροστά και ο κόσμος μου
γύρισε ανάποδα – βρέθηκα να με κουβαλάει στον ώμο του.

«Ε!» φώναξα, μα δεν μου απάντησε.
Μόλις μπήκαμε μέσα στο δωμάτιο με πέταξε επάνω στο κρεβάτι και
αμέσως έβγαλα μια κραυγή πόνου.
«Μαλάκα!» έβρισα ενώ πίεζα το πόδι μου. Εκείνος σήκωσε τα
μανίκια, έκλεισε την πόρτα και μπήκε μέσα στο μπάνιο μου. Άκουσα τη
βρύση να τρέχει και μετά από λίγο βγήκε κρατώντας πετσέτες και ένα
ιατρικό βαλιτσάκι.

Κυνηγοί Ζωής 53

«Κάτσε ήρεμη και βγάλε τον σκασμό για να δω τι ζημιά έκανες» είπε
με ήρεμο αλλά αυταρχικό τόνο.

«Ξέρεις τι κάνεις ή να βάλω τις φωνές από τώρα;» τον ειρωνεύτηκα
και ως απάντηση εισέπραξα ένα στραβό βλέμμα.

Έσυρε την πολυθρόνα πιο κοντά στο κρεβάτι και ξεκίνησε να
ετοιμάζεται. Πήρε μια πετσέτα στο χέρι και με το άλλο σήκωσε το πόδι
μου ενώ με απαλές κινήσεις την τοποθέτησε από κάτω. Ύστερα άρχισε
να ξετυλίγει τη γάζα. Οι κινήσεις του ήταν προσεγμένες και φαινόταν να
ξέρει τι κάνει. Τον κοιτούσα με προσοχή. Μόλις φάνηκε η πληγή, με
κοίταξε θυμωμένα. Ναι, είχα καταφέρει και τα είχα κάνει μαντάρα.

«Τι σκεφτόσουν ακριβώς όταν σηκώθηκες; Βασικά η σωστή ερώτηση
είναι αν σκεφτόσουν» είπε και για μια στιγμή, έτσι όπως ήταν κοντά μου,
ήθελα να του σκάσω σφαλιάρα, αλλά κρατήθηκα. Μου θύμιζε
υπερβολικά τον Έιντζελ πριν τον καταστρέψει ο πατέρας μου.

«Είσαι γιατρός ή κάτι τέτοιο;» τον ρώτησα ώστε να αποφύγω τον
σχολιασμό του.

«Πού το κατάλαβες;» είπε δουλεύοντας με μαεστρία πάνω στην
πληγή μου.

«Από τις κινήσεις σου. Άουτς!» φώναξα. Έβαλε ένα υγρό που με
έτσουξε. «Γουστάρεις να με πονάς; Τι στο καλό πάει λάθος με σένα;»
παραπονέθηκα και χαμογέλασε στο σχόλιό μου.

«Ήμουν πρωτοετής στην ιατρική όταν γνώρισα τον Κίλιαν και την
οικογένειά του. Εκείνος ήταν ήδη στο τέταρτο έτος όταν τα παράτησε για
να ασχοληθεί με την οικογενειακή επιχείρηση. Τελείωσα ως χειρούργος
και κάνοντας την πρακτική μου σε ένα νοσοκομείο, οι δρόμοι μας
συναντήθηκαν ξανά. Είχε φάει τρεις μαχαιριές στα πλευρά. Μετά βίας
έζησε. Εκείνη η νύχτα ήταν τραυματική και για τους δυο μας» είπε και
στο τέλος το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Μου φάνηκε περίεργο που έκανε
μια τέτοια συζήτηση με εμένα, αλλά δεν τον σταμάτησα.

«Γιατί τι έγινε τότε;» ρώτησα αυθόρμητα και τα χέρια του για μερικά
δεύτερα σταμάτησαν να δουλεύουν και κοίταξε το κενό.

«Οι Μορέι έχουν χρόνια διαμάχη με τη βρετανική μαφία. Εκείνο το
βράδυ είχαν στείλει μια ομάδα δολοφόνων να τους αφανίσει. Θύματά

54 ALEXA MERIAN

τους ήταν τα παιδιά και όχι οι μεγάλοι. Η Ροσέλ ήταν μικρή και δεν
βρισκόταν σπίτι, μα ο Κίλιαν και η δίδυμη αδερφή του ήταν εκεί. Εκείνος
την έβγαλε καθαρή με τρεις μαχαιριές, όμως η Εμίλια όχι. Την έφεραν
αιμόφυρτη στο νοσοκομείο και νεκρή. Όταν έμαθαν πως ο Κίλιαν έζησε,
φρόντισαν να καθαρίσουν και όλους όσοι τον βοήθησαν. Εκείνη τη
νύχτα γύρισα σπίτι μου και βρήκα δολοφονημένους τους γονείς και την
κοπέλα μου» είπε ψυχρά και ένιωσα το αίμα να στραγγίζει από μέσα
μου και την καρδιά μου να πονάει.

Όχι...
«Λυπάμαι πολύ» ψιθύρισα ενώ εκείνος χαμογέλασε στραβά δίχως
να το νιώθει.
«Μη λυπάσαι. Γνώρισα μία άλλη ζωή που δεν νιώθω πλέον ψυχικό
πόνο. Έτοιμη» είπε κι εκείνη τη στιγμή είδα ότι ο μηρός μου ήταν δεμένος
με μία καθαρή γάζα.
Σηκώθηκε όρθιος, μάζεψε τα πράγματα κι ετοιμάστηκε να φύγει. Πριν
βγει έξω, τον σταμάτησα.
«Λίαμ!» φώναξα και γύρισε να με κοιτάξει. Όντως ήταν κενός.
«Πραγματικά λυπάμαι για ό,τι συνέβη στην οικογένειά σου» είπα με
ειλικρίνεια και αυτός απλώς ένευσε και ύστερα βγήκε έξω.
Η αναπνοή μου έγινε ακανόνιστη και άρχισα να πανικοβάλλομαι. Έξι
χρόνια είχα να ακούσω αυτό το όνομα. Έξι χρόνια είχαν περάσει από
την τελευταία φορά που άκουσα αυτή την ιστορία. Που έζησα αυτή την
ιστορία. Έξι γαμημένα χρόνια. Και τώρα τι θα έκανα; Πώς θα αντίκριζα
τη Ροσέλ μετά από όλα αυτά; Πώς θα συνέχιζα να μένω σε αυτό το
σπίτι, το σπίτι των Μορέι;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Δύο βδομάδες είχαν περάσει από την ημέρα που πάτησε το πόδι της η
Βαλεντίν στο σπίτι των Μορέι και τα νεύρα του Κίλιαν δεν ήταν καθόλου
σε καλή κατάσταση. Νόμιζε πως μόνο η αδερφή του μπορούσε να γίνει
πολύ ενοχλητική, αλλά δεν ήξερε ότι με παρέα θα ήταν ακόμα χειρότερα.
Ο εκνευρισμός του ήταν μεγάλος, μα ίσως και να μην ήταν μόνο από
αυτό.

Ύστερα από αρκετά χρόνια αναζήτησης βρισκόταν ξανά σε ένα
αδιέξοδο. Προσπαθούσε να μάθει ποιοι κρύβονταν πίσω από την ομάδα
εξόντωσης των Άνταμς, όμως ήταν λες και δεν υπήρξαν ποτέ. Λες και
ήταν σκιές αυτοί που το έκαναν. Το αποκορύφωμα ήταν πως κάποιος
τριγυρνούσε στα κλαμπ που του ανήκαν και ρωτούσε διάφορα που
αφορούσαν τον ίδιο και τις δραστηριότητές του. Στο μυαλό του είχε
καρφωθεί η ιδέα πως κάτι ετοίμαζαν οι Άνταμς και αυτό δεν του άρεσε
καθόλου.

Έτσι και αυτό το απόγευμα, πριν βγουν έξω για δουλειές, είχε
συγκεντρώσει τους πιο έμπιστους από τους άντρες του στο γραφείο και
συζητούσαν μέχρι που εισέβαλε μέσα η Ροσέλ και το κλίμα άλλαξε σε
δευτερόλεπτα. Το πρόσωπό της κοσμούσε ένα ναζιάρικο χαμόγελο που
ο Κίλιαν γνώριζε αρκετά καλά. Αυτό μπορούσε να σημαίνει μόνο δύο
πράγματα: ή ότι ήθελε κάποια χάρη που ήταν ενάντια στην κρίση του ή
ότι θα του κόστιζε πολύ ακριβά. Συνήθως αυτά τα δύο πήγαιναν μαζί και
αυτό ήταν το χειρότερο.

«Μικρή, σου έχω πει χίλιες φορές να χτυπάς την πόρτα πριν μπεις
σαν σίφουνας εδώ μέσα» της είπε αγανακτισμένα κι εκείνη κούνησε τους
ώμους της αδιάφορα.

56 ALEXA MERIAN

«Έτσι και αλλιώς ό,τι και να λέτε δεν θα το καταλάβω, και δεν με
νοιάζει κιόλας, οπότε δεν έχει νόημα» παραδέχτηκε και τότε πετάχτηκε ο
Λίαμ φανερά εκνευρισμένος.

«Ροσέλ, τελείωνε! Έχουμε δουλειά».
«Εσύ να μην ανακατεύεσαι όταν μιλάω με τον αδερφό μου!» του
πέταξε εκείνη νευριασμένα με τις γροθιές σφιγμένες.
Ο Κίλιαν κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι – ένιωσε την ημικρανία να
του χτυπάει την πόρτα. Αυτή η κόντρα μεταξύ του φίλου και της αδερφής
του τραβούσε χρόνια πίσω και μπορούσε να καταλάβει και την πηγή της,
όμως δεν ήθελε να ασχοληθεί τη δεδομένη στιγμή και με αυτό.
«Μίλα πιο όμορφα και πες μου επιτέλους τι θες να τελειώνουμε» της
είπε ηττημένα κι εκείνη αμέσως άλλαξε τη στάση της και στάθηκε δίπλα
του παίζοντας με τα χέρια της ναζιάρικα.
«Ήθελα να σου ζητήσω, μιας και η Βαλεντίν μένει μαζί μας, να
περάσουμε τα Χριστούγεννα στο σπίτι στην παραλία» είπε γλυκά κι
εκείνος αμέσως τσιτώθηκε. Εκείνη τη στιγμή πραγματικά ευχόταν να του
ζητούσε να της αγοράσει κάτι ακριβό παρά αυτό.
«Ξέχνα το» της είπε με τόνο που δεν σήκωνε αντιρρήσεις κι εκείνη
αμέσως ξεκίνησε να παραπονιέται.
«Αμάν, ρε Κίλιαν! Πότε θα το ξεπεράσεις πια; Έχουν περάσει έξι
χρόνια από τότε. Μου έχει λείψει αυτό το σπίτι!» είπε με τσιριχτή φωνή
που έκανε τον πονοκέφαλό του χειρότερο.
Κοίταξε τους άντρες μπροστά του ικετευτικά.
«Θα με βοηθήσετε ή θα μείνετε σαν βλάκες να με κοιτάτε;» τους
ρώτησε και ταυτόχρονα οι τρεις τους σήκωσαν τα χέρια ψηλά σαν να
παραδίνονται.
«Έχει περάσει καιρός από την τελευταία στιγμή που διασκεδάσαμε»
επέμεινε η Ροσέλ.
«Δεν ξέρω τι λες, εγώ κάθε φορά διασκεδάζω όταν σπάω… ωχ!»
πήγε να μιλήσει ο Χιούγκο, αλλά την τελευταία στιγμή μία αγκωνιά από
τον Λίαμ τον διέκοψε καθώς του έκανε νόημα.

Κυνηγοί Ζωής 57

«Σε παρακαλώ, αδερφούλη. Θέλω τόσο πολύ να πάμε, ακόμα και αν
έρθουν και αυτοί» είπε και κοίταξε περιφρονητικά προς το μέρος των
υπολοίπων.

«Καλά, θα το σκεφτώ» μουρμούρισε ηττημένα κι εκείνη τινάχτηκε
στην αγκαλιά του βγάζοντας μία τσιρίδα χαράς. Τον φίλησε δυνατά στο
μάγουλο και ύστερα πήγε έφυγε χοροπηδώντας ενώ παραμιλούσε για τα
σχέδια που είχε ήδη προλάβει να ετοιμάσει μέσα στο μυαλό της.

Μόλις βγήκε έξω, άφησε μία μεγάλη ανάσα να βγει από μέσα του
καθώς έκλεισε τα μάτια για μερικά δεύτερα.

«Γύρισε και ζωντάνεψε ο τόπος» σχολίασε ο Ντέιβιντ κι εκείνος
κοίταξε τα χαρτιά μπροστά του.

«Εννοείς πως γύρισε και ο πονοκέφαλος μαζί με εκείνη» μουρ-
μούρισε και τους άκουσε που χαχάνισαν.

«Θα προτιμούσες να βρίσκεται εκεί έξω;» ρώτησε ο Λίαμ και το
βλέμμα του Κίλιαν αγρίεψε.

«Φυσικά και όχι!» γρύλισε. Πράγματι, όσο έλειπε, κάθε μέρα ξυπ-
νούσε σε μία ζωντανή κόλαση. Αν είχε μία αδυναμία, αυτή ήταν η
αδερφή του. Είχε χάσει ήδη μία, δεν θα άντεχε να το ζήσει ξανά.

«Τουλάχιστον γύρισε και μαζί της έφερε και ένα πολύ ενδιαφέρον
σουβενίρ, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ» είπε ο Ντέιβιντ και κούνησε τα
χέρια του κάνοντας τον σχηματισμό ενός γυναικείου κορμιού.

«Α, ναι αυτή η Βαλεντίν» προσπάθησε να πει αδιάφορα και ευτυχώς
για εκείνον οι άλλοι τον πίστεψαν.

«Φίλε, τι γκόμενα είναι αυτή; Τα έχει όλα: κορμί, πρόσωπο…
Πραγματικά θα ήθελα τόσο πολύ να πηδήξω αυτόν τον κώλο» σχολίασε
ο Ντέιβιντ και τον κοίταξαν όλοι στραβά.

«Μάλλον αυτή θα σε πηδήξει και όχι εσύ» τον κορόιδεψε ο Λίαμ και
εκείνος σαν απάντηση τον χτύπησε στο μπράτσο.

Ο Χιούγκο από την άλλη, κοίταξε τον Κίλιαν σοβαρός όπως πάντα
και έκανε την πρώτη του ερώτηση.

«Εσύ την εμπιστεύεσαι αυτή τη γυναίκα κοντά στη μικρή;» είπε με
σοβαρό τόνο κι εκείνος συνοφρυώθηκε.

58 ALEXA MERIAN

«Προφανώς και δεν την εμπιστεύομαι, αλλά η μικρή τη θέλει εδώ.
Πολύ φοβάμαι πως, άμα τη διώξω, ή ακόμα χειρότερα της κάνουμε κακό,
θα έχουμε πολύ πιο δυσάρεστα αποτελέσματα από ένα απλό
καπρίτσιο» παραδέχτηκε και κατένευσαν και οι τρεις.

«Είναι δυνατή όμως. Την είδατε πώς πάλευε; Η αλήθεια είναι πως
ήταν έτοιμη να δώσει και τη ζωή της για τη Ροσέλ» σχολίασε ο Ντέιβιντ
και ο Κίλιαν δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Είχε καταλάβει το δέσιμό της
με τη μικρή του αδερφή και ίσως αυτός να ήταν ο κύριος λόγος που την
κρατούσε ακόμη τριγύρω.

«Κάτι όμως δεν μου κολλάει μαζί της. Φαίνεται πως δεν είναι η
πρώτη φορά που μάχεται και μάλιστα αυτές τις ικανότητες μόνο με
συγκεκριμένη εκπαίδευση τις αποκτάς. Κάτι κρύβει και γι’ αυτό θέλω να
είστε σε εγρήγορση μαζί της. Για το παραμικρό θέλω να με κρατάτε
ενήμερο» είπε σοβαρά και όλοι τους ένευσαν δίχως αντιρρήσεις.

Ήταν αλήθεια πως αυτή η γυναίκα του είχε κεντρίσει αρκετά το
ενδιαφέρον. Το γεγονός ότι του πήγαινε διαρκώς κόντρα και του έδειχνε
πως δεν τον φοβόταν φυσικά και τον εκνεύριζε, όμως είχε κάτι πάνω της
που του δημιουργούσε αρκετά ερωτήματα. Η αδερφή του τον είχε
ενημερώσει για την παραμονή της στους δρόμους για κάμποσα χρόνια,
όμως ήταν σίγουρος πως αποκλείεται να έμαθε να παλεύει έτσι εκεί.
Ποια να ήταν άραγε και ποια η ιστορία της;

Ο ήχος του τηλεφώνου τον έβγαλε από τον ειρμό των σκέψεών του.
Όταν είδε πως τον καλούσαν με απόκρυψη, συνοφρυώθηκε.

«Ναι» είπε ψυχρά και τότε ακούστηκε ένα μοχθηρό γέλιο από την
άλλη πλευρά της γραμμής που τον έκανε να σφίξει τη γροθιά του σε
σημείο να ασπρίσουν οι αρθρώσεις του.

«Τι έγινε, Κίλιαν; Κάνουμε περικοπές στο προσωπικό; Δεν περίμενα
ότι θα ήταν τόσο εύκολο να κάνω συντρίμμια ένα ακόμα από τα μαγαζιά
σου» τον ειρωνεύτηκε ανεβάζοντας το αίμα του στο κεφάλι.

«Τι θες, Ρομάνο;» του γρύλισε κι εκείνος γέλασε πιο τρανταχτά.
«Θέλω να σε δω να προσγειώνεσαι άτσαλα στον πάτο και να μην
ξαναδείς το φως του ήλιου ποτέ. Αλήθεια, τι κάνει η αδερφούλα σου;»
είπε απειλητικά και ύστερα η γραμμή νέκρωσε.

Κυνηγοί Ζωής 59

Σε δευτερόλεπτα η συσκευή είχε φύγει από τα χέρια του Κίλιαν και
είχε γίνει κομματάκια στην άλλη άκρη του δωματίου.

«Μάθετε ΤΩΡΑ τι γίνεται με τα μαγαζιά στο Σόχο. Θέλω το τομάρι του
Λουσιάνο για χαλάκι της εξώπορτάς μου, ΑΜΕΣΑ!» φώναξε και οι
υπόλοιποι ετοίμασαν τα περίστροφά τους. Ταυτόχρονα ο Λίαμ μιλούσε
ήδη με έναν από τους υπεύθυνους των μαγαζιών. Είχαν ανατινάξει μία
από τις επιχειρήσεις στο κέντρο του Λονδίνου και οι νεκροί ήταν αρκετοί.
Ο Λουσιάνο ήξερε πότε να λειτουργήσει και το είχε καταφέρει με μεγάλη
επιτυχία.

Ο Κίλιαν έβγαλε το ασημένιο περίστροφο από το πρώτο συρτάρι του
γραφείου του και το κοίταξε με μίσος. Δεν το χρησιμοποιούσε παρά μόνο
για συγκεκριμένους λόγους και ήξερε πως εκείνη τη στιγμή θα το
χρειαζόταν.

«Ντέιβιντ, Χιούγκο, εσείς πηγαίνετε στο μαγαζί να μαζέψετε τον χαμό
κι εσύ Λίαμ ενημέρωσε τους άλλους. Θα έρθεις μαζί μου. Απόψε θα
χτυπήσουμε» είπε και όλοι τους έκαναν ακριβώς ό,τι τους διέταξε. Είχε
τα σχέδιά του και ήταν η κατάλληλη στιγμή να τα βάλει μπροστά.

Κοίταξε το όπλο του και ένιωθε τον θυμό μέσα του να φουντώνει όλο
και περισσότερο.Δεν ήταν ένα κοινό περίστροφο σαν όλα τα άλλα.

Του το είχε κάνει δώρο ο πατέρας του όταν ενηλικιώθηκε και με αυτό
έκανε τον πρώτο του φόνο λίγους μήνες αργότερα. Η παλιά αποθήκη
που εκείνος είχε κάνει γυμναστήριο πριν, ήταν χώρος βασανιστηρίων
για τον μεγάλο Μορέι και τον είχε σύρει με το ζόρι εκεί για να γνωρίσει
έναν από τους μεγαλύτερους αντιπάλους του. Για την ακρίβεια, να τον
δει δεμένο σε μία καρέκλα με το μισό του πρόσωπο πρησμένο και
παραμορφωμένο από το ξύλο. Ήθελε να του δείξει τον διάδοχό του,
εκείνον που θα συνέχιζε το έργο που είχε ξεκινήσει αυτός, μα δεν
υπολόγισε στιγμή τι ήθελε πραγματικά ο Κίλιαν. Εκείνη την ημέρα έβαλε
το πιστόλι στο χέρι του και τον ανάγκασε να πατήσει τη σκανδάλη.
Εκείνη την ημέρα όλη η εικόνα που είχε σχηματίσει για την οικογένειά
του χάθηκε και μαζί της χάθηκε κι εκείνος.

Όπως ήταν αναμενόμενο, αμέσως μετά ξεκίνησε την επανάστασή
του. Το πρώτο βήμα ήταν να φύγει από το σπίτι και στη συνέχεια να

60 ALEXA MERIAN

κάνει αυτό που πάντα ήθελε: Να μπει στην ιατρική σχολή και να βοηθάει
τους ανθρώπους αντί να τους σκοτώνει. Φυσικά αυτή η πλευρά του
πέθανε εκείνη τη νύχτα έξι χρόνια πριν, με αποτέλεσμα να πιάσει ξανά το
ασημένιο περίστροφο και να μην το αφήσει από τότε. Είχε γίνει αυτός
που πάντα ήθελε ο πατέρας του να γίνει, ενώ συνάμα μετά τον χαμό της
αδερφής του, έχασε και τον εαυτό του.

Στη θύμηση όλων αυτών το βλέμμα του έπεσε πάνω στη φωτογραφία
που είχε πάντα επάνω στο γραφείο του. Την έπιασε στα χέρια.
Απεικόνιζε εκείνον μαζί με τις δύο αδερφές του να γελάνε ξέγνοιαστα στο
εξοχικό τους πίσω στην Ιρλανδία. Αυτός και η Εμίλια ήταν δίδυμα. Κατά
σειρά εκείνος ήταν μερικά λεπτά μεγαλύτερος, όμως πάντα την έβαζε
πρώτη σε όλα. Αυτό που λένε ότι τα δίδυμα αδέρφια έχουν έναν δικό
τους κώδικα επικοινωνίας, ίσχυε και με αυτούς τους δύο. Εκείνη ήταν
δασκάλα χορού και το βράδυ που έγινε η επίθεση βρίσκονταν και οι δυο
τους στην ειδική αίθουσα χορού που της είχε φτιάξει ο πατέρας τους για
να διδάσκει. Ο μεγάλος Μορέι της είχε αδυναμία και δεν ήθελε να τη
χάσει από τα μάτια του, γι’ αυτό και είχε δημιουργήσει αυτό το δωμάτιο
που ήταν ο παράδεισός της. Μάθαινε και στον Κίλιαν κάποια πράγματα
κι εκείνο το βράδυ αυτό έκαναν. Χόρευαν και γελούσαν μεταξύ τους μέχρι
που τα φώτα έσβησαν· όλα συνέβησαν μέσα σε δευτερόλεπτα.

Η Εμίλια, μέσω μιας μαθήτριας που της έκανε ιδιαίτερα στο σπίτι,
είχε γνωρίσει τον Λουσιάνο. Στην αρχή κανείς δεν γνώριζε ότι είχαν
κάποια σχέση μεταξύ τους και κανείς δεν τον γνώριζε μέχρι και που το
βλέμμα του Κίλιαν τον αναγνώρισε ανάμεσα στους δολοφόνους. Τον είχε
αναγκάσει να δει τη δολοφονία της αδερφής του που ήταν αργή και
βασανιστική και αργότερα έμαθε ποιος ήταν πραγματικά και ποια ήταν η
σχέση του με τους Βρετανούς. Εκείνος ερχόταν από τις μεγαλύτερες
οικογένειες της ιταλικής μαφίας και φυσικά συνεργαζόταν χρόνια με τους
Άνταμς. Αυτό τον είχε κάνει να τον μισήσει ακόμα περισσότερο. Είχε
ορκιστεί πως τον ρόλο που έπαιξε στη δολοφονία της Εμίλια, θα τον
πλήρωνε πολύ ακριβά. Μόλις τον έπιανε στα χέρια του, θα έκανε τον
θάνατο της αδερφής του να μοιάζει γρήγορος μπροστά στα βασα-

Κυνηγοί Ζωής 61

νιστήρια που θα περνούσε εκείνος για μέρες. Ήξερε πως κάποτε θα
έπαιρνε την εκδίκηση που ζητούσε και γι’ αυτό ήταν υπομονετικός.

Οι ζοφερές του σκέψεις σταμάτησαν όταν ένα χτύπημα στην πόρτα
τον έκανε να βάλει το περίστροφο στη μέσα θήκη από το σακάκι του και
ύστερα να ανακαθίσει έχοντας το βλέμμα μπροστά.

«Ναι» είπε άτονα και η πόρτα άνοιξε ενώ προς έκπληξή του μπήκε
μέσα το τελευταίο άτομο που περίμενε να δει.

Ήταν εκείνη η γυναίκα, η Βαλεντίν.
«Είσαι απασχολημένος;» τον ρώτησε με μια ευγένεια που δεν
συνήθιζε να έχει απέναντί του. Ανασήκωσε το ένα του φρύδι.
«Ετοιμαζόμουν να φύγω, αλλά έχω λίγο χρόνο. Πέρασε» της είπε κι
εκείνη έκλεισε την πόρτα πίσω της και τον πλησίασε.
Δεν άργησε να παρατηρήσει πως ήταν νευρική – μάλλον ήθελε κάτι.
Ήταν σχεδόν έτοιμος με το παραμικρό να την πετάξει έξω με τις κλοτσιές.
Εκείνη κάθισε στην πολυθρόνα αντίκρυ του και σταύρωσε τα χέρια
κάτω από το στήθος της, που ξαφνικά στα μάτια του Κίλιαν ήταν σαν
περισπασμός. Ήταν αρκετά μεγάλο και στητό ενώ το μαύρο τιραντάκι
που φορούσε το τόνιζε ακόμα περισσότερο. Από το πουθενά όλη η
ένταση που ένιωθε συσσωρεύτηκε χαμηλά στον καβάλο του. Στο μυαλό
του είχε ήδη δημιουργήσει την εικόνα της με μαύρα εσώρουχα να
βρίσκεται ξαπλωμένη επάνω στο γραφείο του κι εκείνον ανάμεσα από τα
πόδια της. Ήθελε αυτόματα να φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι του
Ντέιβιντ που με τα λόγια του τον είχε οδηγήσει σε τέτοιες φαντασιώσεις.
«Σε ακούω. Τι θέλεις;»
«Το ξέρω ότι με μισείς και δεν θα το έκανα αν μπορούσα αλλά...
ήθελα να σου ζητήσω μία χάρη». Της ένευσε να συνεχίσει. «Θέλω να
πάω να πληρώσω το ξενοδοχείο που έμενα με την αδερφή σου και να
πάρω τα πράγματά μου, αν τα έχουν κρατήσει» είπε και τότε εκείνος την
κοίταξε έκπληκτος.
«Και από μένα τι θες ακριβώς; Λεφτά;» τη ρώτησε.
«Από σένα δεν θέλω ούτε δεκάρα τσακιστή» γρύλισε και φάνηκε πως
όλη η καλή διάθεση που είχε πριν χάθηκε και τη θέση της πήρε ο θυμός.
«Τότε;»

62 ALEXA MERIAN

«Ξέχασέ το! Ήταν λάθος που ήρθα εδώ από την αρχή» είπε και
σηκώθηκε να φύγει, όμως τη σταμάτησε πριν το κάνει.

«Περίμενε!» της φώναξε και τον κεραυνοβόλησε με ένα βλέμμα που
ταυτόχρονα ήταν πιο σέξι και από το σώμα της.

«Πες μου τι ακριβώς θέλεις από μένα» της είπε ήρεμα αυτή τη φορά
και δεν του απάντησε αμέσως. Είχε σφίξει τα χέρια της σε γροθιές ενώ
φαινόταν πως συγκρατούσε την οργή της για να μην πιαστούνε στα
χέρια. Όλη αυτή η αντίδρασή της τον διασκέδαζε κατά κάποιον τρόπο.

«Λοιπόν, δεν γνωρίζω πού ακριβώς βρισκόμαστε, οπότε θα ήθελα,
αν μπορούσες, να πεις σε κάποιον να με πάει εκεί» του είπε με σταθερή
φωνή και αμέσως το μυαλό του Κίλιαν πήρε στροφές έχοντας μία ιδέα
για το πώς να μάθει περισσότερα για εκείνη.

«Πολύ καλά. Σε μισή ώρα να είσαι έτοιμη στην είσοδο» της είπε
άμεσα κι εκείνη τον κοίταξε άφωνη.

Άνοιξε το στόμα να διαμαρτυρηθεί, μα το έκλεισε ξανά όταν κατάλαβε
ότι δεν τη συμφέρει. Ένευσε καταφατικά και ύστερα βγήκε από το
δωμάτιο δίχως να πει κουβέντα παραπάνω.

«Θα σ’ τον κόψω εγώ τον αέρα, έρωτα» μουρμούρισε εκείνος
χαμογελώντας ύπουλα και άρπαξε το τηλέφωνό του. Ενημέρωσε τον
Λίαμ σε πόση ώρα θα κατέβαινε και, αφού προετοιμάστηκε αναλόγως,
φόρεσε τα μαύρα δερμάτινα γάντια του και βγήκε έξω.

Για άλλη μια φορά η σκέψη του πέταξε στον λόγο που οι επίδοξοι
δολοφόνοι φοράνε πάντα μαύρα δερμάτινα γάντια. Το αίμα δεν φαίνεται
πάνω στο μαύρο χρώμα ενώ το δέρμα δεν ποτίζει, με αποτέλεσμα τα
χέρια να μένουν πάντα καθαρά.

Τι ειρωνεία! Να αφαιρείς ζωές προσέχοντας να μη λερώσεις τα χέρια
σου, τη στιγμή που η ψυχή σου ζέχνει από τη βρωμιά, συλλογίστηκε, μα
αποτίναξε ξανά τη σκέψη.

Τα βήματά του τον οδήγησαν στην εξώπορτα όπου και σταμάτησε
έχοντας το βλέμμα του στραμμένο μπροστά. Η Βαλεντίν τούς περίμενε
ήδη καθισμένη μέσα στο τζιπ. Φαινόταν αφηρημένη καθώς είχε γείρει το
κεφάλι της στο τζάμι και κοιτούσε έξω. Ο Λίαμ τον πλησίασε ενώ
φαινόταν ξεκάθαρα μπερδεμένος.

Κυνηγοί Ζωής 63

«Κίλιαν, τι κάνει η Βαλεντίν μέσα στο αμάξι; Γιατί θα έρθει μαζί μας;»
τον ρώτησε και το χαιρέκακο χαμόγελό του απλώθηκε στο πρόσωπό του.

«Ήθελε κάποιον να την πάει κάπου και γι’ αυτό προσφέρθηκα να την
πάμε εμείς, αφού θα βγούμε» είπε σαν να ήταν τόσο απλό και ο φίλος
του τον κοίταξε ξαφνιασμένος.

«Το ξέρει ότι θα είναι μάρτυρας σε δολοφονία ή δεν της το έχεις πει;»
τον ρώτησε και το χαμόγελό του μετατράπηκε σε αντάξιο του διαβόλου.

Ρουθούνισε και, δίχως να απαντήσει, άρχισε να προχωράει προς το
όχημα. Κάθισε στη θέση του ενώ μέσα του είχε αρχίσει ήδη να
διασκεδάζει με την όλη κατάσταση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Ένιωθα πως η καρδιά μου θα σπάσει από τη νευρικότητα. Βρισ-
κόμασταν μέσα στο αμάξι και για τουλάχιστον δύο ώρες κανένας μας δεν
είχε βγάλει λέξη. Όταν πια μπήκαμε στο κέντρο του Λονδίνου,
παρατήρησα πως η περιοχή δεν είχε καμία σχέση με αυτή που τους είχα
υποδείξει. Κοίταξα μπερδεμένη έξω από το παράθυρο και η ερώτηση
βγήκε από τα χείλη μου πριν προλάβω να τη σκεφτώ.

«Πού πάμε;» Παρατήρησα πως ο Λίαμ κοίταξε τον Κίλιαν με ένα
περίεργο βλέμμα.

«Θα κάνουμε μια στάση πρώτα και ύστερα θα πάμε όπου θέλεις»
είπε ψυχρά και από τα λόγια του κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

Λίγο αργότερα σταματήσαμε έξω από μία μονοκατοικία και ο οδηγός
έσβησε τελείως τη μηχανή. Έξω είχε νυχτώσει και ο δρόμος ήταν έρημος.
Κανείς τους δεν κουνιόταν και όλοι κοιτούσαν έξω από τα παράθυρα σαν
να περίμεναν κάτι. Το ένστικτό μου άρχισε να μου φωνάζει να τρέξω
μακριά, όσο προλαβαίνω, αλλά υπήρχε και κάτι άλλο. Κάτι που μου
έλεγε να φανώ υπομονετική και να περιμένω.

«Αφεντικό, έρχεται» είπε ξαφνικά ο οδηγός και όπως το περίμενα,
όλα έγιναν πολύ γρήγορα.

Πρώτος τινάχτηκε ο Λίαμ και, αφού πέρασε την κουκούλα του φούτερ
του πάνω από το κεφάλι του, βγήκε έξω. Το βλέμμα μου έπεσε στο χέρι
του που κρατούσε ένα περίστροφο με σιγαστήρα. Ύστερα γύρισα προς
το μέρος του Κίλιαν έτοιμη να ζητήσω εξηγήσεις, αυτό που είδα με έκανε
να χάσω τα λόγια μου. Κρατούσε στα χέρια του ένα ασημένιο όπλο κι
εκείνη τη στιγμή το γέμισε με δύο μόνο σφαίρες. Οι κινήσεις του ήταν
τόσο ευλαβικές που έκαναν όλη τη διαδικασία να μοιάζει με

Κυνηγοί Ζωής 65

ιεροτελεστία. Το βλέμμα του ήταν σοβαρό, άχρωμο και παρ’ όλο που τον
είχα συνηθίσει να είναι ψυχρός, αυτή τη φορά δεν είχε καμία σχέση με
τον άντρα που είχα γνωρίσει το τελευταίο διάστημα.

«Κίλιαν, τι στον διάολο γίνεται εδώ;» τον ρώτησα ενώ προσπάθησα
να μη δείξω την ταραχή μου.

Το χαμόγελό του όταν με κοίταξε ήταν παγερό, δίχως ένδειξη
συναισθήματος.

«Τίποτα το σημαντικό για σένα, έρωτα. Παράλληλα με τις δικές σου
δουλειές κανόνισα και τις δικές μου» είπε ατάραχος και τον κοίταξα
αποσβολωμένη.

Άκουσα την πόρτα να ανοίγει και το σώμα ενός άντρα έπεσε
μπροστά από τα πόδια μου. Όταν γύρισε το κεφάλι του, χλόμιασα. Ο
Ουμπέρτο.

«Δεν ήταν και τόσο δύσκολο» μουρμούρισε ο Λίαμ καθώς έμπαινε
μέσα και το βλέμμα του έπεσε επάνω μου. Με κοιτούσε εξεταστικά και
έμοιαζε λες και περίμενε κάτι. Ίσως κάποια υπερβολική αντίδραση όμως
δεν είχα σκοπό να του τη δώσω. Εντάξει είχα φρικάρει, μα δεν ήταν κάτι
που δεν είχα ξαναδεί στο παρελθόν.

«Ξεκίνα» έδωσε την εντολή του ο Κίλιαν και το αμάξι πήρε μπρος.
Ο Ουμπέρτο ήταν αναίσθητος και καλά φιμωμένος. Άραγε τι να τον
ήθελαν; Το χειρότερο όμως όλων ήταν πως, αν με αναγνώριζε και το
αποκάλυπτε, το επόμενο άτομο που θα βρισκόταν αναίσθητο θα ήμουν
εγώ. Δυστυχώς τον γνώριζα. Ήταν ο αδερφός του συνεργάτη του πατέρα
μου.
Αυτή ήταν μία ακόμα πληροφορία για τον εαυτό μου. Το πραγματικό
μου όνομα ήταν Κουίν Άνταμς. Κόρη του Άρθουρ Άνταμς, αρχηγού της
βρετανικής μαφίας και μεγαλύτερου εχθρού των Μορέι. Ο Ουμπέρτο ήταν
αδερφός του Αντόνιο Ρομάνο, του αρχηγού των Ιταλών. Ο πατέρας μου
είχε βαλθεί να κάνει μία δυνατή συμμαχία μαζί τους ώστε να μεγαλώσει
η δυναστεία των Άνταμς, δίχως να υπολογίζει τίποτα άλλο. Εκείνη η
συμμαχία ήταν το τελευταίο χτύπημα που μου δόθηκε και με έκανε να το
σκάσω και να αλλάξω ζωή.

66 ALEXA MERIAN

Όμως κρατούσαν στα χέρια τους έναν αθώο, διότι ο Ουμπέρτο δεν
είχε καμία σχέση με όλα αυτά και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί τον
ήθελαν. Είχε επιλέξει να ζει μακριά από τις παρανομίες και ακόμα και
από την οικογένειά του, οπότε δεν θα τους φαινόταν πουθενά χρήσιμος.
Σε όλη τη διαδρομή κοιτούσα τον άμοιρο άντρα και προσπαθούσα να
σκεφτώ κάποιον τρόπο να γλιτώσω κι εγώ αλλά κι εκείνος από όλη αυτή
την ιστορία. Μπορούσα να νιώσω τα βλέμματα των άλλων να πέφτουν
επάνω μου διαρκώς, μα δεν τους κοίταξα ούτε για μία στιγμή. Φοβόμουν
ότι θα πρόδιδα τα πάντα με ένα μου βλέμμα.

Δεν αργήσαμε πολύ να φτάσουμε στον επόμενο προορισμό μας
όπου κατάλαβα και τη συνέχεια αυτής της κατάστασης. Το αμάξι
σταμάτησε σε ένα απομονωμένο μέρος και μόλις έσβησε η μηχανή, ο
Λίαμ βγήκε έξω. Μαζί του έσυρε και το σώμα του Ουμπέρτο ο οποίος είχε
αρχίσει να συνέρχεται. Τον πέταξε στο έδαφος και τότε έφυγε και η
πρώτη κλοτσιά που τον βρήκε στο στομάχι. Εκείνος έβγαλε μία κραυγή
πόνου, μα δεν μπορούσε να μιλήσει, διότι ήταν ακόμα φιμωμένος.
Αμέσως μετά βγήκε και ο οδηγός από το αμάξι και μαζί άρχισαν να τον
χτυπάνε ανελέητα. Γύρισα και κοίταξα τον Κίλιαν πανικόβλητη, έτοιμη
να του πω να σταματήσει, μα εκείνος κοιτούσε μπροστά ατάραχος.
Δίχως να το σκεφτώ δεύτερη φορά, βγήκα έξω και πλησίασα τρέχοντας
προς το μέρος τους. Οι δύο άντρες σταμάτησαν και με κοίταξαν με τα
βλέμματά τους κενά από συναισθήματα.

«Τι στον διάολο κάνετε;» φώναξα ενώ οι κραυγές του άντρα
τρέλαιναν το μυαλό μου.

«Προετοιμάζουμε το έδαφος» μου απάντησε ο Λίαμ με την
ευχαρίστηση να αγκαλιάζει τη φωνή του και ένιωσα την καρδιά μου να
χάνει μερικούς χτύπους.

Εκείνη τη στιγμή άκουσα την πόρτα να ανοίγει και ο Κίλιαν άρχισε να
μας πλησιάζει. Με παραμέρισε και στάθηκε μπροστά από το
κουλουριασμένο σώμα του Ουμπέρτο. Το βλέμμα του έπεσε στον άλλον
άντρα και του έκανε νόημα να πλησιάσει. Εκείνος το έκανε και αμέσως
άρπαξε άγαρμπα τον Ουμπέρτο και τον ανασήκωσε. Το πρόσωπό του
ήταν παραμορφωμένο από το ξύλο και με το ζόρι στεκόταν στα πόδια

Κυνηγοί Ζωής 67

του. Ο Κίλιαν τον πλησίασε ενώ έβγαλε μέσα από το σακάκι του το
περίστροφο που κρατούσε πριν από λίγο.

«Ξέρεις τι είναι αυτό;» τον ρώτησε με μία απάθεια κι ο καημένος ο
άντρας προσπαθούσε να παρακαλέσει για έλεος.

«Συγγνώμη, δεν άκουσα».
Ο Κίλιαν προσποιήθηκε τον ανήξερο ενώ αμέσως μετά τράβηξε το
ματωμένο πανί από το στόμα του Ουμπέρτο.
«Σε παρακαλώ…» ψέλλισε εκείνος και του Κίλιαν του ξέφυγε ένα
ρουθούνισμα.
«Καλά το πας, συνέχισε» είπε ειρωνικά.
«Δείξε έλεος. Τι θες... τι θες από μένα;» ρώτησε και τότε το βλέμμα
του Κίλιαν άλλαξε. Ήταν λες και ο Διάβολος είχε πάρει τη θέση του κι
εκείνος δεν ήταν πλέον εκεί. Άρπαξε τον Ουμπέρτο από τα μαλλιά και τον
έκανε να πλησιάσει πιο κοντά.
«Θα δείξω το ίδιο έλεος που έδειξε και η οικογένειά σου στην Εμίλια.
Τώρα για πες μου, ξέρεις τι είναι αυτό;» γρύλισε.
Ο Ουμπέρτο σπαρταρούσε κάτω από το κράτημά του.
«Όπλο» κλαψούρισε και τότε εκείνος τον άφησε να πέσει πάλι στη
γη.
«Πολύ καλά. Άκου να δεις λοιπόν πώς έχουν τα πράγματα. Αυτό το
όπλο έχει δύο σφαίρες. Αν απαντήσεις σωστά στην ερώτησή μου, δεν
θα νιώσεις καμία να περνάει το σώμα σου. Η πρώτη είναι για
προειδοποίηση ενώ η δεύτερη θα είναι και το τελευταίο πράγμα που θα
νιώσεις. Λοιπόν, για πες μου τώρα, πού βρίσκεται ο Λουσιάνο;» τον
ρώτησε και ο Ουμπέρτο συνέχισε να κλαίει με λυγμούς.
Ξαφνικά το βλέμμα του με εντόπισε και κούνησα το κεφάλι αρνητικά.
Δεν έπρεπε να με καταλάβει. Αμέσως γύρισα πλάτη και απομακρύνθηκα
με δύο βήματα.
«Μην της δίνεις σημασία, εγώ σου μιλάω. Είπα πες μου πού
βρίσκεται ο Λουσιάνο!» φώναξε ο Κίλιαν και άκουσα τη γροθιά του να
σκάει πάνω στο κεφάλι του Ουμπέρτο.
«Σε παρακαλώ, βοήθησέ με» ψέλλισε ξανά.

68 ALEXA MERIAN

«Λάθος απάντηση» είπε ο Κίλιαν και τότε έπεσε ο πρώτος
πυροβολισμός ενώ το ουρλιαχτό του Ουμπέρτο έσκισε τον αέρα.

Γύρισα και το βλέμμα μου έπεσε στον αριστερό του ώμο που πλέον
ανέβλυζε αίμα. Είχε πέσει στο έδαφος και τιναζόταν από τον πόνο ενώ
δεν σταμάτησε να ουρλιάζει. Τους πλησίασα με μεγάλα βήματα και
στάθηκα απέναντι από τον Κίλιαν αμυντικά.

«Τι κάνεις; Δεν βλέπεις ότι δεν έχει ιδέα τι γίνεται; Σου φαίνεται αυτός
ο άντρας για μαφιόζος;» τον ρώτησα άγρια και το βλέμμα του έπεσε
επάνω μου. Αν μπορούσε να με σκοτώσει, θα είχα πέσει ήδη νεκρή.

«Κραμ, παρ’ την από ‘δώ» είπε και ο οδηγός βρέθηκε δίπλα μου και
με άρπαξε δυνατά από το μπράτσο. Ύστερα άρχισε να με τραβάει προς
το αμάξι.

Σκατά!
Γύρισα το κεφάλι πίσω και είδα τον Λίαμ να αρπάζει ένα μπιτόνι και
να ρίχνει ένα διάφανο υγρό επάνω στο σώμα του Ουμπέρτο. Εκείνος
είχε γονατίσει και παρακαλούσε για τη ζωή του ενώ ο Κίλιαν έβγαλε από
την τσέπη του έναν αναπτήρα με καπάκι και τον άναψε. Οι φοβίες μου
είχαν αρχίσει να παίρνουν μορφή μπροστά στα μάτια μου.
«Τελευταία σου ευκαιρία και θα γλιτώσεις από έναν πολύ επώδυνο
θάνατο. Πού είναι ο ανιψιός σου; Πού είναι ο Λουσιάνο;» τον ρώτησε.
«Δεν ξέρω! Σε παρακαλώ, δεν ξέρω τίποτα!» φώναξε ο άμοιρος και η
σκηνή που ακολούθησε έκανε το στήθος μου να πονά. Ο Κίλιαν έκανε
νόημα στον Λίαμ κι απομακρύνθηκαν από τον Ουμπέρτο. Λίγα βήματα
μακριά πέταξε τον αναπτύρα και σε δευτερόλεπτα το σώμα του άτυχου
άντρα τυλίχτηκε στις φλόγες. Ήταν φυσικό επόμενο ότι θα τον βασάνιζε
πριν του δώσει την τελειωτική βολή, αφού από την αρχή δεν είχε σκοπό
να τον αφήσει ζωντανό. Τα ουρλιαχτά του μου έκαιγαν τα σωθικά και
ήθελα απεγνωσμένα να σταματήσει όλο αυτό. Είχα σκοτώσει στο
παρελθόν –όχι μόνο μια φορά– όμως ποτέ κάποιον που καταλάβαινα
πως αληθινά δεν γνώριζε.
Τα μάτια μου έπεσαν στη ζώνη του φύλακά μου και είδα το
περίστροφό του. Το άρπαξα με γρήγορες κινήσεις και σημάδεψα
μπροστά. Ο Κίλιαν και ο Λίαμ πάγωσαν στις θέσεις τους και με κοίταξαν

Κυνηγοί Ζωής 69

με θυμό. Από πίσω τους ο Ουμπέρτο ούρλιαζε και κάποια στιγμή φώναξε
και το όνομά μου.

«ΚΟΥΙΝ!» ούρλιαξε και δεν το άντεξα.
«Βαλεντίν, άφησε το όπλο κάτω» μου είπε ήρεμα ο Λίαμ ενώ δεν
πήρα το βλέμμα μου από τον Κίλιαν.
«Μόλις δολοφόνησες έναν αθώο άνθρωπο!» φώναξα προς το μέρος
του.
«Και πώς το ξέρεις ότι είναι αθώος;» με ρώτησε καχύποπτα και για
μία στιγμή έκλεισα τα μάτια. Μόνο για μια στιγμή όμως. Το όπλο μου
ήταν στραμμένο προς το μέρος του, μα η σφαίρα δεν προοριζόταν για
εκείνον. Όσο και να το ήθελα, δεν θα του έδινα την ευχαρίστηση.
«Σε σιχαίνομαι! Είσαι ένα τέρας που το μόνο που κυνηγάει είναι το
αίμα!» του φώναξα κι εκείνος χαμογέλασε διαβολικά.
«Το ξέρω, έρωτα. Δεν περίμενα την επιβεβαίωσή σου» είπε σκληρά
και δεν ένιωσα έκπληξη. Για την ακρίβεια δεν ένιωθα τίποτα άλλο πέρα
από θυμό.
«Εμπρός, έρωτα. Ρίξε μου. Φρόντισε μόνο να μην αστοχήσεις, γιατί
τότε θα υποφέρεις μόνο στα δικά μου χέρια» μου είπε άγρια και μου
ξέφυγε ένα γελάκι.
«Ποτέ δεν αστοχώ» είπα και πάτησα τη σκανδάλη.
Για μερικά δεύτερα όλα πάγωσαν και οι άντρες που με είχαν
περικυκλώσει το ίδιο. Όταν κατέβασα το όπλο, το πέταξα στα πόδια του
Κραμ και ύστερα μπήκα στο αμάξι. Οι δύο φύλακες κοίταξαν το αφεντικό
τους που έστεκε ακόμα όρθιος και απόρησαν. Όταν όμως κατάλαβαν
πως η φασαρία από τα ουρλιαχτά του Ουμπέρτο είχε σταματήσει,
γύρισαν και είδαν το άψυχο κορμί του να καίγεται καθώς αυτή η μία και
τελευταία σφαίρα είχε διαπεράσει το κεφάλι του. Με κοίταξαν
κατάπληκτοι, μα εγώ δεν τους κοιτούσα. Για την ακρίβεια δεν ήμουν καν
εκεί. Το βλέμμα μου ήταν κενό, άψυχο και τα νεύρα του κορμιού μου
μαγκωμένα. Έξι χρόνια είχαν περάσει από την ημέρα που ήμουν
μάρτυρας στον φόνο ενός αθώου ανθρώπου. Έξι χρόνια και το τέρας
μέσα μου είχε αρχίσει πάλι να ξυπνά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Η καρδιά μου πονούσε. Ήμουν τόσο κοντά στο να με πιάσει κρίση και
να αρχίσω να ουρλιάζω, μα και μόνο που βρισκόμουν στο αμάξι με τους
άλλους έπρεπε να κρατηθώ. Ο Κίλιαν καθόταν δίπλα μου και ούτε που
μου είχε ρίξει μια ματιά, ενώ ο Λίαμ που βρισκόταν ακριβώς απέναντι
δεν είχε πάρει τα μάτια του από πάνω μου. Έμοιαζε λες και περίμενε
ακόμη το ξέσπασμά μου, μα αυτό δεν έπρεπε να το κάνω. Φύλαγα αυτή
τη στιγμή για αργότερα όταν θα ήμουν μόνη.

Η Ροσέλ δεν έπρεπε να μάθει τίποτε από όλα αυτά. Αν μάθαινε τι
έκανε ο αδερφός της και τι συνέβη με εμένα, θα τον μισούσε πραγματικά.
Εγώ μπορούσα να κάνω ό,τι θέλω, πράγμα που ίσχυε. Τον μισούσα από
τα βάθη της ψυχής μου, όμως για τη Ροσέλ δεν ήθελα κάτι τέτοιο.

Όταν φτάσαμε στο σπίτι, δεν πρόλαβε καλά καλά να σταματήσει το
αμάξι και τινάχτηκα έξω. Μόλις μπήκα μέσα, ήμουν έτοιμη να τρέξω στο
δωμάτιό μου, μα κάτι με σταμάτησε. Η Ροσέλ με κοιτούσε έκπληκτη με το
χαμόγελο να κοσμεί το πρόσωπό της.

«Βαλεντίν, όλα καλά;» με ρώτησε και προσπάθησα να χαμογελάσω.
Τότε μπήκαν και οι άλλοι δύο μέσα και όταν είδα τον Κίλιαν να
στέκεται δίπλα μου, με έπιασε δυσφορία.
«Ναι, εσύ πως είσαι;» τη ρώτησα ήρεμα και τότε εκείνη άρχισε να
χοροπηδάει.
«Είμαι πάρα πολύ καλά! Καλύτερα και από καλά. Είμαι τέλεια!»
φώναξε με έναν ασυνήθιστο ενθουσιασμό και ο Λίαμ δεν άντεξε.

Κυνηγοί Ζωής 71

«Σταμάτα να φέρεσαι ανώριμα και πες μας τι έγινε» απαίτησε και
αμέσως εκείνη τον κεραυνοβόλησε με ένα βλέμμα, μα ύστερα πάλι
χαμογέλασε.

«Μου έστειλε επιστολή μία από τις καλύτερες σχολές μόντελινγκ της
Ιταλίας και θέλουν να πάω εκεί να συνεχίσω τα μαθήματά μου. Τους
έστειλε το άλμπουμ μου ένας καθηγητής μου και ήταν πολύ θετικοί.
Θέλουν να είμαι εκεί μετά το καλοκαίρι, δεν είναι απίστευτο;» ρώτησε
γεμάτη ενθουσιασμό.

Πήγα κοντά της και την αγκάλιασα για να τη συγχαρώ. Μία από τις
μέρες που μέναμε μαζί μού είχε δείξει τι έκανε σαν μαθητευόμενη και
πραγματικά ήταν πολύ καλή.

Το βλέμμα μου έπεσε πάνω στον Κίλιαν και αυτό που είδα με άφησε
άφωνη. Κοιτούσε το κενό σκεπτόμενος και σχεδόν μπορούσα να
διακρίνω τη θλίψη να σκεπάζει τα μάτια του. Η Ροσέλ ακολούθησε το
βλέμμα μου και όταν τον είδε, με άφησε και τον πλησίασε αργά. Στάθηκε
μπροστά του κι εκείνος την κοίταξε.

«Δεν χάρηκες για μένα;» τον ρώτησε με παράπονο κι εκείνος έφερε
το χέρι στο πρόσωπό του και το έτριψε νευρικά.

Τα χέρια του ήταν γυμνά και καθαρά. Φαίνεται είχε βγάλει τα
δερμάτινα γάντια πριν μπει μέσα. Τουλάχιστον ήταν έξυπνος μέσα στην
ηλιθιότητά του. Ήξερα γιατί τα φορούσε και μάλιστα είχα κι εγώ ένα δικό
μου ζευγάρι, αλλά το είχα αφήσει πίσω μαζί με την παλιά μου ζωή.

«Φυσικά και χάρηκα, απλά το καλοκαίρι είναι τόσο κοντά και ύστερα
από όλα όσα έγιναν δεν είμαι σίγουρος αν μπορώ να σε αφήσω να
πας». Το πρόσωπο της Ροσέλ κατσούφιασε.

Όπα! Για κοιτάτε εδώ έναν άντρα!
Μόλις πήρε η μικρή αυτό το ύφος, άρχισε να λυγίζει. Την κοιτούσε
στην αρχή σκληρά, μα μαλάκωσε σιγά σιγά μέχρι που ξεφύσησε
νευριασμένα.
Και νόμιζα ότι μόνο σε μένα έπιανε αυτό. Ύπουλο θηλυκό.
«Καλά. Αλλά έχουμε μερικούς μήνες μέχρι το καλοκαίρι· αν κάνεις την
οποιαδήποτε μαλακία, να το ξεχάσεις σαν ιδέα» της είπε δήθεν αυστηρά
κι εκείνη έπεσε στην αγκαλιά του τσιρίζοντας.

72 ALEXA MERIAN

Είδα τους άλλους να χαμογελάνε σε αυτή την εικόνα και δεν άντεξα
και ακολούθησα κι εγώ. Όταν όμως το βλέμμα του Κίλιαν σηκώθηκε, με
αγριοκοίταξε και φυσικά αμέσως του το ανταπέδωσα.

«Εμένα με συγχωρείτε. Πάω να ξαπλώσω. Καληνύχτα» είπα ευγενικά
και γύρισα για να ανέβω τα σκαλιά.

«Στις πέντε να είσαι στο γυμναστήριο» άκουσα τη φωνή του να λέει
και τα βήματά μου πάγωσαν.

Πήρα μία βαθιά ανάσα και συνέχισα τον δρόμο μου. Μόλις βρέθηκα
υπό τη θαλπωρή του δωματίου μου, άφησα κάθε συναίσθημα να με
καταβάλει: οργή, πόνος και κάτι ακόμα που έμοιαζε με δίψα για αίμα, μα
αυτό προσπάθησα να το καταπολεμήσω. Χτύπησα τη γροθιά μου στον
τοίχο και έβγαλα ένα δυνατό γρύλισμα.

«Θα τον σκοτώσω» είπα με σφιγμένα τα δόντια και φυσικά εννοούσα
τον Κίλιαν. Αυτός έφταιγε. Το είχε κάνει επίτηδες. Θα μπορούσε να βάλει
κάποιον άλλον να με πάει εκεί που του είχα ζητήσει αλλά όχι.

Είναι ένα κάθαρμα!
Πέταξα τα ρούχα με θυμό από πάνω μου και μπήκα στο μπάνιο.
Άνοιξα το παγωμένο νερό και χώθηκα από κάτω. Ένιωθα το σώμα μου
να βράζει και ήξερα πως αν δεν συγκρατιόμουν, θα πήγαινα να τον βρω
και θα του έκανα πολύ χειρότερα απ’ όσα είχε κάνει εκείνος στον
Ουμπέρτο. Και δεν το ήθελα. Ό,τι και να είχε κάνει, όπως και να μου
συμπεριφερόταν, δεν ήθελα να του κάνω κακό. Σε κανέναν δεν ήθελα να
κάνω κακό.
Έκλεισα τα μάτια και εικόνες ξεπήδησαν μπροστά μου. Εικόνες που
τις είχα βαθιά θαμμένες.
“Έλα, Κουίν. Έλα, μικρή μου. Πάτα τη σκανδάλη” η φωνή του
αντήχησε μέσα στο κεφάλι μου και έκανε τα γόνατά μου να λυγίσουν.
Έπεσα μέσα στην μπανιέρα και αγκάλιασα τον εαυτό μου.
“Πάτα την, Κουίν, πάτα την!” ούρλιαζε μέσα στο κεφάλι μου και δεν με
άφηνε να ησυχάσω.
«Σταμάτα!» είπα δυνατά και τότε μόνο κατάλαβα ότι έκλαιγα.
«Σταμάτα!» ούρλιαξα και χτύπησα τα χέρια μου στον τοίχο.

Κυνηγοί Ζωής 73

Οι εικόνες από την πρώτη μου δολοφονία και μετά, συνέχιζαν να
βασανίζουν το μυαλό μου. Από τη μία ο πατέρας μου να μου φωνάζει και
από την άλλη ο Λουσιάνο να κοιτάζει με εκείνο το κακό χαμόγελο που
μέχρι και μερικές ώρες πριν θεωρούσα γοητευτικό. Ποτέ δεν θα το
ξεπερνούσα και μόνο όταν χόρευα ένιωθα καλά. Κάθε φορά που
γυρνούσα από μία αποστολή που μου είχαν αναθέσει, κλεινόμουν στο
δωμάτιό μου και χόρευα μέχρι τα πόδια μου να ματώσουν και να πέσω
στο πάτωμα εξουθενωμένη. Εδώ όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά.
Είχαν περάσει αυτά τα έξι καταραμένα χρόνια από την τελευταία φορά
και τώρα πονούσε ακόμα περισσότερο.

Τύλιξα το σώμα μου σε μια πετσέτα και βγήκα από το μπάνιο
χτενίζοντας τα βρεγμένα μου μαλλιά. Κοίταξα το ρολόι και η ώρα ήταν
δέκα. Είχα μερικές ώρες για να κοιμηθώ και να πάω στο γυμναστήριο,
μα δεν ήξερα αν όντως έπρεπε να το κάνω. Από την άλλη αφού έμενα
στο σπίτι του δυστυχώς έπρεπε να ζήσω και με τους κανόνες του.
Φόρεσα μία φόρμα και ένα φαρδύ φούτερ και όταν κοιτάχτηκα, σκέφτηκα
μόνο ένα πράγμα: Έπρεπε να ψωνίσω ρούχα. Φυσικά μετά το σημερινό
δεν πήγαμε από το ξενοδοχείο, μα δεν είχε σημασία. Ήμουν σίγουρη ότι
είχαν πετάξει τα πράγματά μου και τα μόνα ρούχα που μου έκαναν ήταν
της Ροσέλ πράγμα που δεν ήταν ό,τι καλύτερο.

Ξάπλωσα στο κρεβάτι και κοίταξα το ταβάνι. Τουλάχιστον ήμουν
καλύτερα από πριν. Όχι ότι τα νεύρα μου δεν ήταν τσιτωμένα, αλλά
τουλάχιστον δεν είχα την ανάγκη να σκοτώσω κάποιον. Για να είμαι πιο
συγκεκριμένη, τον Κίλιαν, αλλά αυτό φρόντιζα να το κρατάω για τον
εαυτό μου.

Ο ύπνος με τύλιξε ύπουλα πριν προλάβω να το καταλάβω. Τη μία
είχα κλειστά τα μάτια και την επόμενη όταν τα άνοιξα, ήταν επειδή
κάποιος μου χτυπούσε την πόρτα. Ανασηκώθηκα και κοίταξα το
ξυπνητήρι δίπλα από το κρεβάτι μου.

Γαμώτο, πότε πήγε τέσσερις;
«Δεσποινίς;» άκουσα μία φωνή και παραξενεύτηκα.

74 ALEXA MERIAN

Σηκώθηκα και όταν άνοιξα την πόρτα, βρήκα μπροστά μου μία
γυναίκα να με κοιτάζει με ένα νυσταγμένο και ταυτόχρονα νευριασμένο
βλέμμα.

«Ο κύριος μού είπε να σας ξυπνήσω. Σας περιμένει στο
γυμναστήριο» είπε με έναν εκνευριστικό τρόπο και την κοίταξα κι εγώ
από πάνω ως κάτω έτοιμη να τη χαστουκίσω. Μα γιατί όλοι σε αυτό το
σπίτι μού γεννούσαν βίαια συναισθήματα;

«Εντάξει, καληνύχτα» είπα απότομα και έκλεισα την πόρτα με τον
ίδιο τρόπο. Τα νεύρα μου επανήρθαν ραγδαία.

Χώθηκα στο μπάνιο και, αφού έπλυνα το πρόσωπό μου, μάζεψα τα
μαλλιά μου σε έναν ανώμαλο κότσο. Έπειτα ξεκίνησα για εκείνο το
καταραμένο γυμναστήριο. Είχα έναν τόσο δυνατό πονοκέφαλο που δεν
είχα την όρεξη να ασχοληθώ με κανέναν και πόσο μάλλον με εκείνον.

Όταν όμως κατέβηκα κάτω, δεν βρήκα κανέναν και μου φάνηκε
περίεργο. Μπήκα στην κουζίνα κι εκεί ήταν άδεια. Κούνησα αδιάφορα
τους ώμους μου, άρπαξα ένα μήλο από τη φρουτιέρα και βγήκα έξω. Θα
πήγαινα μόνη μου. Ίσως να αργούσα και λίγο με τη δικαιολογία ότι
χάθηκα, για να του σπάσω τα νεύρα. Αυτό που μου είχε κάνει θα το
πλήρωνε εφ’ όρου ζωής.

Έξω επικρατούσε μία ανατριχιαστική ησυχία και η υγρασία στον
αέρα έκανε τις πληγές και τα παλιά μου χτυπήματα να πονάνε. Κοίταξα
τον ουρανό και κατάλαβα πως περιμέναμε μεγάλη καταιγίδα.

Άντε ας τελειώνουμε με αυτό να γυρίσω στο κρεβάτι μου.
Ακολούθησα τον δρόμο που είχαμε πάρει την προηγούμενη φορά
περπατώντας σχετικά γρήγορα και βρέθηκα μέσα στο άλσος. Η παλιά
αποθήκη δεν άργησε να φανεί και τα βήματά μου έγιναν πιο αργά. Στη
σκέψη ότι θα έβλεπα τα μούτρα του ξανά, με έπιασε ένα σφίξιμο στο
στήθος ενώ ήθελα να κάνω αμέσως μεταβολή και να φύγω. Δεν ήμουν
όμως δειλή και δεν επρόκειτο να τον άφηνα να πιστεύει κάτι τέτοιο.
Όταν έφτασα στην είσοδο, οι φύλακες με κοίταξαν από πάνω ως
κάτω, αλλά κανείς τους δεν είπε λέξη. Άνοιξα την πόρτα και αμέσως οι
γνωστοί ήχοι έφτασαν στα αυτιά μου. Τη στιγμή που μπήκα
παρατήρησα πως όλοι είχαν μαζευτεί γύρω από το ρινγκ και κοιτούσαν

Κυνηγοί Ζωής 75

δύο άντρες να παλεύουν, και έτσι μόνο λίγοι γύρισαν να δουν ποιος είχε
μπει. Πλησίασα κι εγώ κοντά και αυτό που είδα με έκανε να τεντώσω τα
μάτια από την έκπληξη. Οι δύο άντρες που πάλευαν ήταν ο Λίαμ και ο
Κίλιαν. Οι γροθιές τους ήταν πραγματικές και φαινόταν σαν να μισούσαν
ο ένας τον άλλον. Μα γιατί το έκαναν αυτό;

«Τι γίνεται εδώ πέρα;» ρώτησα έναν άντρα δίπλα μου κι εκείνος μου
απάντησε ενθουσιασμένα δίχως να πάρει το βλέμμα του από πάνω τους.

«Το αφεντικό ήρθε με νεύρα» είπε σαν να ήταν το πιο φυσικό
πράγμα στον κόσμο και τον κοίταξα μπερδεμένα.

«Και;»
«Κάπως έπρεπε να ξεσπάσει και ο Λίαμ προσφέρθηκε» γέλασε
διασκεδάζοντας και ανασήκωσα το ένα φρύδι.
Καλά λέω εγώ ότι όλοι εδώ μέσα είναι ανώμαλοι.
Σταύρωσα τα χέρια στο στήθος καθώς τους παρατηρούσα και όταν
κάποια στιγμή το βλέμμα του Κίλιαν έπεσε επάνω μου, από-
συντονίστηκε, και ο Λίαμ βρήκε ευκαιρία και του έσκασε μία δυνατή
μπουνιά στο στομάχι και τον έριξε κάτω. Το χαμόγελο αμέσως απλώθηκε
στο πρόσωπό μου. Δεν μπορούσα να κρύψω την ευχαρίστησή μου με
αυτό που έβλεπα.
Το ματς είχε τελειώσει και ο Λίαμ, αφού βοήθησε τον Κίλιαν να
σηκωθεί, κατέβηκε από το ρινγκ και με πλησίασε.
«Τόσο πολύ σου άρεσε;» ρώτησε και παρατήρησα πως με το ζόρι
κρατούσε κι εκείνος ένα χαμόγελο.
«Καλά του έκανες. Του άξιζε» γέλασα απροκάλυπτα και τότε μας
πλησίασε κι εκείνος.
«Θες μήπως να ανέβουμε μαζί για να σου κοπεί το γέλιο;» γρύλισε
προς το μέρος μου ενώ κρατούσε μία βρεγμένη πετσέτα στο σημείο που
τον είχε χτυπήσει.
Ο Λίαμ έφυγε από κοντά για να μας αφήσει μόνους.
«Σε λυπάμαι. Είναι περασμένη η ώρα για να τρέχεις στα νοσο-
κομεία» του είπα με μία γλυκιά μα ταυτόχρονα ειρωνική φωνή που έκανε
τον Λίαμ να μην αντέξει και να ξεσπάσει σε γέλια.

76 ALEXA MERIAN

Ο Κίλιαν τον αγριοκοίταξε και ύστερα γύρισε πάλι προς το μέρος
μου. Το βλέμμα του έτρεξε επάνω μου ενώ με παρατηρούσε. Τι σκατά;

«Βλέπεις κάτι που σου αρέσει;» τον ειρωνεύτηκα και αμέσως
κάγχασε.

«Θα αστειεύεσαι. Τι θα μπορούσε ακριβώς να μου αρέσει σε σένα;»
είπε και με κοίταξε υποτιμητικά.

«Έχω κάνα δυο πράγματα στο μυαλό μου που εσείς οι άντρες
παρατηρείτε πρώτα».

«Ναι, και πιστεύεις πως με το να είσαι ντυμένη σαν πρεζόνι σε κάνει
πολύ ελκυστική. Έτσι ακριβώς προστάτευες την αδερφή μου; Με το να
γίνεσαι εύκολος στόχος;» μου φώναξε και όπως ήταν φυσικό μου
ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Ξανά! Αυτός ο άντρας είχε ταλέντο να το
κάνει αυτό.

«Α, εσύ έχεις ξεφύγει τελείως! Ποιος ξέρει τι ναρκωτικά παίρνεις εκεί
που πας!»

Αυτή τη φορά φώναζα κι εγώ ενώ είχα σφίξει τα χέρια σε γροθιές και
ένιωθα έτοιμη να του ορμήσω. Δεν θα τον λυπόμουν που ήταν
χτυπημένος. Πάντως από το βλέμμα του φαινόταν κι εκείνος έτοιμος να
εκραγεί.

«Τράβα να ντυθείς σαν άνθρωπος και μετά θα τα πούμε για το ποιος
φέρεται σαν πρεζόνι και ποιος όχι» μου ανταπέδωσε την ειρωνεία και
τον κοίταξα με το ένα φρύδι ανασηκωμένο.

Τότε μου ήρθε στο μυαλό μία ιδέα για να τον τρελάνω. Μία πολύ
τρελή ιδέα. Ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό μου
και αναστέναξα.

«Δεν βρίσκω τον λόγο να χάνουμε ώρα με το να πάω να αλλάξω,
αφού μπορώ να το κάνω κι εδώ» είπα δήθεν αδιάφορα και, πριν
προλάβει να πει κάτι παραπάνω, έπιασα την άκρη του φούτερ μου και με
μία κίνηση την πέρασα πάνω από το κεφάλι μου.

Φυσικά από μέσα δεν ήμουν μόνο με τα εσώρουχα αλλά φορούσα
και ένα αθλητικό μπούστο. Στάθηκα μπροστά του σχεδόν ημίγυμνη και
τον κοίταξα. Για μερικά δεύτερα δεν ακουγόταν τίποτα, μα ύστερα όλοι
ξέσπασαν σε σφυρίγματα, σχόλια και φωνές. Ο Κίλιαν με κοιτούσε από

Κυνηγοί Ζωής 77

πάνω ως κάτω ενώ με δυσκολία κρυβόταν η επίδραση που είχα στο
σώμα του.

Βρε, βρε το παιδί.
Κατάπιε με δυσκολία τον κόμπο που είχε κάτσει στον λαιμό του και
φόρεσε πάλι τη «μάσκα» του σκληρού άντρα.
«Έλα, έλα κόφτε το!» φώναξε δυνατά και τότε όλοι σώπασαν, μα
δίχως να σταματήσουν να χαμογελάνε.
Παρ’ όλο που δεν μου άρεσε να προκαλώ, σταύρωσα τα χέρια στο
στήθος και χαμογέλασα με ικανοποίηση. Δεν ξέρω γιατί αλλά αυτός ο
άνθρωπος μου έβγαζε έναν τελείως διαφορετικό χαρακτήρα και ήθελα
διαρκώς να του πηγαίνω κόντρα. Του γύρισα την πλάτη και άρχισα να
τυλίγω μερικούς επιδέσμους γύρω από τα χέρια μου, ώστε να ξεκινήσω
να παλεύω με τα υπόλοιπα αγόρια, ενώ περίμενα τον σχολιασμό του.
«Βλέπω πως τα τατουάζ σου ξεπερνάνε κάθε όριο. Γιατί άραγε δεν
μου κάνει εντύπωση από έναν άνθρωπο σαν εσένα;» είπε δείχνοντας
εκείνα που απλώνονταν στο ένα μου χέρι και τα πλευρά. Η φόρμα
ευτυχώς έκρυβε τα περίτεχνα σχέδια που κατέβαιναν χαμηλά στο πόδι
μου. Ο τόνος του ήταν περιφρονητικός και τα νεύρα μου είχαν αρχίσει να
χτυπάνε κόκκινο. Τι σκατά εννοούσε με το «άνθρωπος σαν εμένα»;
Πλησίασα το σταντ με τα κοντάρια, άρπαξα ένα και το έσφιξα στα
χέρια μου. Γύρισα και τον κοίταξα με ένα ειρωνικό χαμόγελο που είχα
παρατηρήσει ότι τον ενοχλούσε.
«Τι έγινε, Κίλιαν; Τόσο πολύ σου άρεσε αυτό που είδες και δεν
βρήκες τι άλλο να σχολιάσεις; Σ’ το έχω ξαναπεί. Δεν γνωρίζεις τίποτα
για μένα κι εφόσον δεν θες να μάθεις ποια είμαι, μην κάνεις ηλίθιους
σχολιασμούς. Δεν αρμόζει στην ηλικία σου» απάντησα και παρατήρησα
πως όλοι με κοιτούσαν είτε με έκπληξη είτε με θαυμασμό.
Τόσο πολύ τον φοβόντουσαν; Μέχρι κι εκείνος με κοίταζε
εμβρόντητος, μα αμέσως το βλέμμα του άλλαξε σε θυμό και έσφιξε τις
γροθιές του. Τον είχα τσαντίσει για μία ακόμη φορά. Τέλεια!
«Και τι ακριβώς να μου αρέσει επάνω σου; Εσύ δεν πιάνεις μία
μπροστά στις γυναίκες που κυκλοφορούν πλάι μου» κάγχασε και τον
κοίταξα με το φρύδι ανασηκωμένο.

78 ALEXA MERIAN

«Ω, εννοείς εκείνες τις κολόνες που επί πληρωμή στέκονται δίπλα
σου και άμα δώσεις κάτι παραπάνω σου κάθονται κιόλας; Σωστά, αυτές
μπορούν να έχουν πολλά προσόντα: τα χέρια, τη γλώσσα και ίσως κάτι
ανάμεσα στα πόδια τους» τον ειρωνεύτηκα.

Ορίστε για να μάθεις, κύριε ξινέ, που θα προσπαθήσεις να μου τη
βγεις και από πάνω!

Οι θεατές μας πήραν θάρρος από τα λόγια μου και αρχίσανε πάλι τα
γιουχαΐσματα. Το διασκέδαζαν τα καμάρια μου. Εκείνος με κοιτούσε
έτοιμος να εκραγεί και, μιας και δεν απαντούσε, χαμογέλασα σαν
νικήτρια. Του γύρισα την πλάτη. Όμως έκανα λάθος. Ήταν προφανές ότι
δεν θα το έβαζε τόσο εύκολα κάτω και κακώς που τον υποτίμησα.

«Και ποιος σου είπε ότι εσύ διαφέρεις από μία κοινή πόρνη;» μου
είπε σχεδόν χαμηλόφωνα. Η φωνή του έσταζε δηλητήριο.

Όλοι πάγωσαν και μαζί τους κι εγώ. Τα λόγια επαναλαμβάνονταν
μέσα στο μυαλό μου ενώ συνδέονταν με αναμνήσεις και αυτό έκανε τον
πόνο στην καρδιά μου χειρότερο. Κοίταξα τα χέρια μου με μίσος και
παρατήρησα πως οι αρθρώσεις μου είχαν ασπρίσει από την πίεση που
κρατούσα το ξύλο. Όμως δεν το ένιωθα. Το τέρας μέσα μου άρχισε να
ξυπνά και δεν αισθανόμουν απολύτως τίποτα. Έχανα τον έλεγχο.

«Πάρ’ το πίσω». Ο τόνος της φωνής μου ήταν απειλητικός και η
όρασή μου θολή από την οργή.

«Και γιατί να το κάνω; Είσαι διαχυτική, έρχεσαι εδώ και γδύνεσαι
μπροστά σε τόσους άντρες και μου λες να το πάρω πίσω; Ποιος ξέρει
πώς επιβίωνες στους δρόμους. Δεν μου δίνεις άλλη εντύπωση πέρα από
το ότι είσαι μία άστεγη, φθηνή πόρ–».

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την προσβολή του. Έκανα μια απότομη
στροφή και η άκρη του ξύλου τον βρήκε στο πρόσωπο, κάτι που τον
έπιασε απροετοίμαστο. Αυτό ήταν. Τα πάντα μπροστά μου θόλωσαν και
το μόνο που ήθελα ήταν να τον δω να πεθαίνει αργά και βασανιστικά
από τα χέρια μου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

«Σου είπα να το πάρεις πίσω» είπε άγρια.
Ο Κίλιαν αμέσως παρατήρησε την απότομη αλλαγή μέχρι και στη

φωνή της. Ήταν λες και μπροστά του βρισκόταν ένας άλλος άνθρωπος.
Τα μάτια της, παρ’ όλο που είχαν εκείνο το ανοιχτό γαλάζιο, εκείνη τη
στιγμή φάνταζαν μαύρα ενώ η στάση του σώματός της δήλωνε πως ήταν
ικανή να σκοτώσει. Οι προσπάθειες του να την κάνει να ξεπεράσει τα
όρια, είχαν πετύχει.

Άγγιξε το πρόσωπό του εκεί που τον είχε χτυπήσει και ύστερα κοίταξε
τα χέρια του. Τα δάχτυλά του είχαν αίμα επάνω τους. Πρώτα του είχε
κάνει εκείνη τη γρατζουνιά με το στιλέτο τότε και ύστερα αυτό. Ήταν
πλέον σίγουρος πως θα του άφηνε σημάδι στο πρόσωπο.

Την κοίταξε με βλέμμα γεμάτο οργή και, αν και ήξερε πως τα λόγια
του ήταν λάθος, η αντίδρασή της δεν ήταν φυσιολογική. Φαινόταν πως
είχαν χτυπήσει μία αρκετά ευαίσθητη χορδή και αυτό γέμιζε το μυαλό του
με νέα ερωτηματικά.

Άρπαξε κι εκείνος ένα από τα ξύλα και στάθηκε ακριβώς απέναντί της
με τον ίδιο τρόπο. Του θύμιζε τον εαυτό του όταν θόλωνε και ήξερε πως,
άμα ήθελε να πάρει πληροφορίες, έπρεπε πρώτα να τη βγάλει από τη
θέση στην οποία βρισκόταν. Βέβαια μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να το
κάνει αυτό.

Οι υπόλοιποι γύρω τους άρχισαν να πλησιάζουν απειλητικά και
αμέσως κατάλαβε πως θα τη σκότωναν δίχως δεύτερη σκέψη, επειδή τον
άγγιξε. Της αναγνώριζε πως είχε κότσια και το θαύμαζε αυτό.

«Δεν θα ανακατευτεί κανείς! Είμαστε μόνο εκείνη κι εγώ!» φώναξε
ώστε να τον ακούσουν κι εκείνοι έκαναν πίσω σαν υπάκουοι στρατιώτες.

80 ALEXA MERIAN

Την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και το σκοτάδι που έβλεπε μέσα
τους προκαλούσε τον δικό του δαίμονα να βγει και να χορέψουν.

«Πάμε έξω, τώρα!» την προκάλεσε κι εκείνη συνέχισε να τον κοιτάζει
με μίσος, όμως μερικά δεύτερα μετά γύρισε την πλάτη της και άρχισε να
περπατάει προς την έξοδο. Τα βήματά της ήταν μεγάλα μα σταθερά. Ο
Λίαμ δίχως να χάσει καιρό, πλησίασε τον Κίλιαν ανήσυχος για την
τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα.

«Τι κάνεις, ρε; Η καταιγίδα είναι δυνατή και δεν φαίνεται τίποτα στα
δύο μέτρα» του είπε, μα ο Κίλιαν δεν μπήκε καν στον κόπο να γυρίσει
προς το μέρος του.

«Είδες το βλέμμα της; Τα μάτια της;» τον ρώτησε κι εκείνος φάνηκε
να καταλαβαίνει απευθείας τι εννοεί.

«Κίλιαν, μην ξεφύγετε άλλο. Της έχεις κάνει ήδη αρκετά για σήμερα,
φτάνει!» Τον κοίταξε στραβά.

«Αυτό το βλέμμα είναι ενός δολοφόνου. Κι εγώ και όλοι εδώ μέσα το
ξέρουμε πολύ καλά. Η αδερφή μου τόσο καιρό βρισκόταν στο πλάι μιας
δολοφόνου. Καταλαβαίνεις πόσο σοβαρό είναι αυτό; Μόνο ένας τρόπος
υπάρχει για να τη βγάλω από την “κρυψώνα” της και να μάθω
πράγματα».

«Ναι, να χύσει το αίμα σου. Ε, είσαι τρελός!» έδωσε την απάντηση
μόνος του και τίναξε τα χέρια του ψηλά αγανακτισμένα.

«Το ξέρω» παραδέχτηκε και στο πρόσωπό του απλώθηκε ένα ψυχρό
χαμόγελο. Ύστερα έσφιξε τα δάχτυλά του γύρω από το ξύλο και την
ακολούθησε με βήμα σταθερό.

Μόλις πέρασε την πόρτα, κατάλαβε τι εννοούσε πριν ο Λίαμ για την
καταιγίδα, καθότι πράγματι δεν μπορούσε να δει τίποτα στο ένα μέτρο.

«Πού είναι;» ρώτησε αυστηρά έναν από τους φύλακες ενώ εκείνη τη
στιγμή ένας κεραυνός έσκισε τον ουρανό και φώτισε τα πάντα

«Εκεί, αφεντικό!» είπε ο ένας από αυτούς και του έδειξε μία σιλουέτα
που στεκόταν ακίνητη στη μέση του ξέφωτου.

Δεν δίστασε λεπτό και αμέσως χώθηκε μέσα στην καταρρακτώδη
βροχή. Το αίμα έβραζε στις φλέβες του και δεν ένιωθε τίποτα άλλο πέρα
από θυμό και έξαψη. Η Βαλεντίν τον περίμενε εκεί παγώμενη, έχοντας το

Κυνηγοί Ζωής 81

βλέμμα της καρφωμένο στο κενό ενώ φαινόταν πως ούτε εκείνη ένιωθε
πολλά. Τα μαλλιά και τα ρούχα κολλούσαν πάνω στο κορμί της κάνοντάς
τη θελκτική αλλά και ταυτόχρονα επικίνδυνη.

«Εμπρός, μωρό μου, έλα» της είπε δυνατά ώστε να τον ακούσει και
τότε το βλέμμα της συνάντησε το δικό του κάνοντάς τον να αναθεωρήσει
για μια στιγμή το βάρος της κατάστασης. Μόνο μίσος και σκοτάδι
υπήρχε μέσα της και δίψα για αίμα.

«Θα εύχεσαι να μη μου είχες φερθεί με αυτόν τον τρόπο» είπε μέσα
από τα δόντια της και, παρ’ όλο που δεν φώναξε, εκείνος την άκουσε.

Και τότε ξεκίνησαν. Τα ξύλα συγκρούστηκαν με δύναμη· οι κεραυνοί
έκαναν τον ήχο πιο εκκωφαντικό. Σειρά είχαν τα σώματά τους που σε
κάθε χτύπημα γέμιζαν πληγές και μώλωπες, μα κανένας τους δεν
φαινόταν να καταλαβαίνει τον πόνο. Η οργή και η έξαψη τον
ξεπερνούσαν. Εκείνος παρατηρούσε και το παραμικρό στις κινήσεις της
και από τη δύναμη που έβαζε για να τον χτυπήσει, φαινόταν σαν να
ξεσπούσε για όσα της είχε πει και για όσα της είχε κάνει από την πρώτη
στιγμή που βρέθηκε στον δρόμο της. Ο τρόπος που πάλευε έμοιαζε με
έναν χορό στον οποίο εκείνη ήξερε καλά τα βήματα και παρέσερνε κι
εκείνον μαζί. Έναν χορό που επίσης και ο ίδιος γνώριζε μόνο που στην
προκειμένη περίπτωση εκείνη τον οδηγούσε πέρνωντας τον ρόλο του
καβαλιέρου, υποβιβάζοντάς τον. Πράγμα εξοφρενικό!

Το ξύλο της προσγειώθηκε με τέτοια φόρα προς το μέρος του καθώς
έβαζε το δικό του για να το αποκρούσει. Εκείνο έσπασε στα δύο και η
δύναμη που είχε βάλει τον έκανε να χάσει την ισορροπία του και να
πέσει στο έδαφος.

Η Βαλεντίν στάθηκε από πάνω του με τα πόδια ανοιχτά έχοντάς τον
ακριβώς στο κέντρο και σήκωσε το ξύλο της ψηλά έτοιμη να τον
αποτελειώσει. Το μόνο που έμενε να κάνει ήταν να τη σταματήσει.

«Βαλεντίν».
Το όνομά της έφυγε ξέπνοα από τα χείλη του ενώ άφησε τα χέρια να
πέσουν στο έδαφος δίπλα από το σώμα του. Μπορεί να μην το
παραδεχόταν όμως κάθε φορά που βρισκόταν αντιμέτωπος με τον
θάνατο, ήταν έτοιμος να τον δεχθεί με ανοιχτές αγκάλες. Σκοπός του ήταν

82 ALEXA MERIAN

να τιμωρήσει τους δολοφόνους της αδερφής του και ύστερα θα έβρισκε
το τέλος που του άρμοζε, ειδάλλως θα πέθαινε στην προσπάθεια.

Εκείνη τον κοιτούσε σχεδόν ανέκφραστη, αλλά η αναπνοή της ήταν
γρήγορη και μικρά συννεφάκια καπνού έβγαιναν από το στόμα της.

«Βαλεντίν» είπε ξανά. Φαινόταν να μην τον αναγνωρίζει στην αρχή,
ξαφνικά όμως το βλέμμα της άλλαξε και, σαν να πήρε ζωή, τα χέρια της
άρχισαν να τρέμουν. Έμοιαζε τρομοκρατημένη.

«Όχι» ψέλλισε σαν χαμένη και τότε άφησε το ξύλο να πέσει μακριά,
τα γόνατά της λύγισαν και άρχισε να πέφτει. Κάθισε επάνω στα πόδια
του κι εκείνος μάζεψε όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει. Ανασηκώθηκε
και τύλιξε τα χέρια του γύρω της. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί το
έκανε. Ένιωσε έκπληκτος με τον εαυτό του και παρ’ όλο που δεν είχε
κανέναν λόγο, ήξερε πως έπρεπε να το κάνει. Το σώμα της έτρεμε.
Άρχισε να κλαίει με λυγμούς ενώ από τα χείλη της έβγαιναν μόνο δύο
λέξεις σε επανάληψη.

«Όχι πάλι» έλεγε συνέχεια.
Καινούρια ερωτήματα δημιουργήθηκαν στο μυαλό του, όμως ήξερε
πως δεν ήταν ούτε η κατάλληλη ώρα αλλά ούτε και ο κατάλληλος τόπος
για να αρχίσει την ανάκριση.
«Βαλεντίν, πάρε βαθιές ανάσες» της είπε ήρεμα κρατώντας τη
σταθερά από τα μπράτσα.
Δεν φάνηκε να αλλάζει η αντίδρασή της· ίσα ίσα που χειροτέρευε.
«Δε... δε... δεν μπορώ» ψέλλισε και τότε συνειδητοποίησε πως την
είχε πιάσει κάποιο είδος κρίσης και γι’ αυτό ενήργησε γρήγορα.
Την τράβηξε και γυρίσε το σώμα της έτσι ώστε τίποτα να μη χωρίζει
την πλάτη της από το στέρνο του.
«Έλα, Βαλεντίν. Ακολούθα την αναπνοή μου» την παρότρυνε καθώς
προσπαθούσε να την κρατήσει σταθερά στην αγκαλιά του.
Πάλευε να ξεφύγει ενώ το τρέμουλο στο σώμα της γινόταν όλο και πιο
δυνατό. Τα χέρια του την κρατούσαν γερά και είχαν κλείσει σε ένα
κράτημα μέγγενη. Ξαφνικά εκείνη σταμάτησε. Σαν να γύρισε έναν
διακόπτη, πήρε μια βαθιά ανάσα και η αναπνοή της άρχισε να ηρεμεί
και το τρέμουλο να καταλαγιάζει.

Κυνηγοί Ζωής 83

«Μπράβο, έρωτα, συνέχισε έτσι» την παρότρυνε.
Ο τρόπος που αντιδρούσε τον μπέρδευε όλο και περισσότερο.
Στιγμές πριν ήθελε να τον σκοτώσει μα οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί κι
εκείνος προσπαθούσε να την ηρεμήσει. Όσοι είχαν προσπαθήσει να τον
πλησιάσουν και να τον βγάλουν από τη μέση, τους είχε αφανίσει με τον
πιο βάναυσο τρόπο. Εκείνη, όχι απλώς του εναντιωνόταν, αλλά έφτασε
τόσο κοντά στο να τον σκοτώσει. Αν μπορούσε να την περιγράψει με μία
λέξη, αυτή θα ήταν «μυστήριο» και η ιδέα πως έπρεπε να το ανακαλύψει
τον εξίταρε.
Η βροχή συνέχισε να χτυπάει τα σώματά τους με μανία, όμως κανείς
από τους δύο δεν έκανε κίνηση να σηκωθεί. Τα κορμιά τους παρέμεναν
κολλημένα και οι ανάσες τους ήταν πλέον ήρεμες. Κάποια στιγμή εκείνη
σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε στα μάτια.
«Κίλιαν;» ψέλλισε το όνομά του αδύναμα κι εκείνος πήρε μία κοφτή
ανάσα. Τα χείλη της ήταν τόσο κοντά στα δικά του και τον ερέθιζαν.
«Τι θέλεις;» τη ρώτησε ψυχρά για να την αποθήσει. Φαινόταν πως
ήθελε να του πει κάτι όμως δεν το έκανε αμέσως.
«Δεν νιώθω τα πόδια μου» του είπε τελικά και γύρισε το βλέμμα της
αλλού.
Εκείνος άφησε ένα δυνατό γρύλισμα να βγει από μέσα του και
ύστερα την τράβηξε και σηκώθηκαν μαζί. Ύστερα πέρασε τα χέρια του
στη μέση και κάτω από τα πόδια της και τη σήκωσε στην αγκαλιά του.
Είχε κουρνιάσει εκεί με κρυμμένο το πρόσωπο στον λαιμό του, γεγονός
που στα μάτια του Κίλιαν φάνταζε παράξενο. Δεν πίστευε ποτέ πως θα
ερχόταν η στιγμή που θα την έβλεπε τόσο αδύναμη, τόσο ευάλωτη.
Όταν μπήκαν στο σπίτι, τα πάντα ήταν βουτηγμένα στο σκοτάδι. Με
μεγάλα βήματα πέρασε από την κουζίνα και βγαίνοντας στο χολ, για
κακή του τύχη έπεσε πάνω στον τελευταίο άνθρωπο που ήθελε να τους
δει. Η Ροσέλ καθόταν στο σαλόνι με το λάπτοπ της. Μόλις τους είδε,
τινάχτηκε όρθια και πλησίασε πανικόβλητη.
«Θεέ μου! Τι έγινε, Κίλιαν; Ποιος σας επιτέθηκε;» ρώτησε με τσιριχτή
φωνή κι εκείνος ρουθούνισε νευριασμένα.

84 ALEXA MERIAN

«Ηρέμησε, Ροσέλ. Δεν μας επιτέθηκε κανείς» είπε απλώς κι εκείνη
τον κοίταξε αποσβολωμένη.

Πριν ξεκινήσει να του γκρινιάζει, την προσπέρασε και άρχισε να
ανεβαίνει τα σκαλιά. Όταν έφτασε έξω από το δωμάτιο της Βαλεντίν,
σταμάτησε και κοίταξε την κλειστή πόρτα. Ένιωθε πως τα πόδια του δεν
είχαν τη δύναμη να μπούν εκεί μέσα. Η Ροσέλ στεκόταν από πίσω του
και περίμενε να δει τι θα κάνει. Δίχως να το σκεφτεί και πολύ γύρισε από
την άλλη και στάθηκε μπροστά από το δικό του.

«Κίλιαν, το έχετε παρακάνει! Την επόμενη φορά τι μένει; Να κάνετε
εισαγωγή στο νοσοκομείο;» φώναξε η μικρή και στα λόγια της ένιωσε τη
Βαλεντίν να αναδεύεται.

«Κόφτο! Σου έχω πει τόσες φορές να μην ανακατεύεσαι με αυτά.
Εμείς οι δύο έχουμε να συζητήσουμε πολλά. Πήγαινε στο δωμάτιό σου
και περίμενέ με» της είπε αυστηρά κι εκείνη τον κοίταξε έτοιμη να
παραπονεθεί.

«Μα, Κίλιαν–».
«Δεν θα το πω δεύτερη φορά» την προειδοποίησε κι εκείνη
σούφρωσε τα χείλη με πείσμα σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος της.
«Κοίτα να τη φροντίσεις καλά. Πιστεύω ότι άξιζες κάθε δευτερόλεπτο
από αυτά που σου έκανε» είπε θυμωμένα και ύστερα του γύρισε την
πλάτη και μπήκε στο δωμάτιό της κλείνοντας την πόρτα με δύναμη.
Εκείνος πήρε μία βαθιά ανάσα ενώ κρατούσε την ψυχραιμία του με
το ζόρι και ύστερα μπήκε στο δωμάτιό του. Κοίταξε το κρεβάτι του όμως
δεν πήγε προς το μέρος του· αντ’ αυτού χώθηκε μέσα στο μπάνιο και την
έβαλε να καθίσει επάνω στον πάγκο που ήταν ο νιπτήρας. Θεωρούσε
πως θα ήταν καλύτερα αν έπεφτε ζεστό νερό επάνω της ύστερα από
τόση βροχή. Τη στήριξε και, όταν απομακρύνθηκε λιγάκι, είδε που είχε
καρφώσει το βλέμμα της στο κενό. Θα την άφηνε να ηρεμήσει πρώτα και
ύστερα θα έκανε μία αρκετά μεγάλη κουβέντα και μαζί της για όσα είχαν
συμβεί.
«Μπορείς να σταθείς;» τη ρώτησε σε ψυχρό μα ήρεμο τόνο κι εκείνη
κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.

Κυνηγοί Ζωής 85

Δίχως να πει κάτι άλλο, γύρισε προς τη μεριά της μπανιέρας και
άνοιξε το νερό στο ζεστό και το άφησε να τρέχει. Στάθηκε ακίνητος για
μερικά δεύτερα και την κοιτούσε αμίλητος. Το μόνο που ακουγόταν ήταν
ο ήχος του νερού και οι αναπνοές τους. Θα μπορούσε άνετα να την είχε
αφήσει μέσα στη βροχή ή ακόμα χειρότερα να εκμεταλλευόταν την
αδυναμία της και να την έκανε να πληρώσει που του επιτέθηκε με τέτοιο
τρόπο, όμως δεν το είχε κάνει. Γιατί;

Το νερό είχε γεμίσει την μπανιέρα αρκετά, μα εκείνη δεν φαινόταν να
το παρατηρεί. Την πλησίασε και σήκωσε το χέρι του για να την αγγίξει.
Μόλις τα δάχτυλά του ακούμπησαν το δέρμα στο πρόσωπό της, εκείνη
μόρφασε και τραβήχτηκε μακριά. Αυτό ήταν αρκετό για να τον κάνει να
ξυπνήσει από την περίεργη κατάσταση που είχε μπει και έριξε τα χέρια
του στο πλάι.

«Καλύτερα να μπεις πριν κρυώσει το νερό. Θέλεις να σε βοηθήσω;»
τη ρώτησε με τον ίδιο τόνο μα εκείνη αμέσως τσιτώθηκε.

«Γιατί; Για να βεβαιωθείς ότι τελικά είμαι μια πόρνη που γδύνεται
εδώ κι εκεί; Όχι, ευχαριστώ» του απάντησε απότομα και από τη μία
ανακουφίστηκε που ακούστηκε σαν την παλιά «καλή» Βαλεντίν, από την
άλλη όμως ήθελε να τη χτυπήσει ξανά. Τον είχε εκνευρίσει το γεγονός ότι
επαναλάμβανε τα λόγια του και μάλιστα ειρωνικά.

«Πολύ καλά. Θα σε αφήσω για λίγο στην ησυχία σου και θα
επιστρέψω αργότερα να δω πώς είσαι» της είπε απόμακρα και κίνησε
για να φύγει, μα λίγο πριν βγει έξω, η φωνή της τον σταμάτησε.

«Γιατί τα κάνεις όλα αυτά; Γιατί με φροντίζεις ύστερα απ’ ό,τι έγινε;»
τον ρώτησε.

Ούτε και ο ίδιος ήξερε τη σωστή απάντηση.
«Ίσως απλά να ξέρω πώς είναι να βρίσκεσαι στο σκοτάδι» της είπε
με μία παράδοξα ήρεμη φωνή και βγήκε από το δωμάτιο.
Προσπάθησε να αποκλείσει από το μυαλό του κάθε παραπάνω
σκέψη για εκείνη, καθότι σειρά είχε η Ροσέλ.
Πριν βγει από το δωμάτιό του, άλλαξε την κομματιασμένη μπλούζα με
μία στεγνή ενώ την προηγούμενη την πέταξε στα σκουπίδια. Το σώμα

86 ALEXA MERIAN

του είχε αρχίσει να πονάει. Πήρε δύο ταμπλέτες παυσίπονα και ύστερα
βγήκε στον διάδρομο.

Στάθηκε μπροστά από το δωμάτιο της αδερφής του και χτύπησε την
πόρτα της περιμένοντας υπομονετικά. Πέρασαν αρκετά δεύτερα και δεν
πήρε καμία απάντηση και αμέσως υπέθεσε πως είχε αποκοιμηθεί. Κι
εκείνος ένιωθε εξουθενωμένος όμως δεν είχε ακόμα όρεξη για ύπνο
ύστερα από όλα όσα είχαν συμβεί. Κατέβηκε στον κάτω όροφο χαμένος
στις σκέψεις του και μπήκε κατευθείαν στο σαλόνι με προορισμό το
μπαρ, όταν όμως είδε τον Λίαμ να κάθεται εκεί, για μια στιγμή
αποπροσανατολίστηκε.

«Πώς είσαι;» τον ρώτησε ήρεμα κι εκείνος κάθισε σε έναν από τους
καναπέδες, αφού πρώτα πήρε ένα ποτήρι και το μπουκάλι με το ουίσκι
κοντά του. Με ένα ελαφρό μειδίαμα ήπιε μία γουλιά από το
κεχριμπαρένιο υγρό και το άφησε να κάψει τα σωθικά του.

«Δαρμένος» είπε απλώς και ο Λίαμ ρουθούνισε.
«Σου άξιζε. Όχι μόνο την πρόσβαλες άσχημα, αλλά παίξατε και ξύλο.
Τι στο καλό σου έχει κάνει και τη μισείς τόσο;»
«Άμα τη μισούσα, τώρα θα ήταν νεκρή» παραδέχτηκε και ο φίλος του
κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
«Ναι, σωστά. Το ξέρεις όμως πως με τον Λουσιάνο εκεί έξω δεν
μπορείς να βάζεις παραπάνω έννοιες στο μυαλό σου, έτσι δεν είναι;»
τον ρώτησε ήπια και στη φωνή του παρατήρησε το υπονοούμενο που
προσπαθούσε να του περάσει.
Τον κοίταξε στραβά και είδε ότι χαμογελούσε.
«Μήπως ενδιαφέρεσαι παραπάνω και σε νοιάζει τόσο για εκείνη;»
τον ρώτησε ο Κίλιαν ειρωνικά και τα χαρακτηριστικά του Λίαμ αγρίεψαν.
«Σταμάτα τις μαλακίες. Ξέρεις πολύ καλά ότι ύστερα από όσα έχουν
γίνει, δεν μπορώ να δω καμία γυναίκα ερωτικά· πόσο μάλλον τη Βαλ.
Αυτή θα με σκοτώσει και μόνο που θα σκεφτώ να απλώσω χέρι επάνω
της» είπε και ένα γέλιο ξέφυγε από τα χείλη του Κίλιαν.
«Δεν έχεις και άδικο σε αυτό, αλλά πρέπει να βρω έναν τρόπο να τη
φέρω με το μέρος μας σε αυτόν τον πόλεμο. Όσο και να μη θέλω να το
παραδεχτώ, είναι καλή σε αυτό που κάνει και θα μπορούσαμε να τη

Κυνηγοί Ζωής 87

χρησιμοποιήσουμε προς όφελός μας. Καλύτερα σύμμαχος παρά
εχθρός» είπε και ο Λίαμ συνέχισε να χαμογελάει.

«Η λύση δεν είναι και πολύ δύσκολη, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο θα
σου αρέσει τώρα. Υπάρχουν κάνα δυο καλοί τρόποι να τη φέρεις κοντά
σου» του πρότεινε και ύστερα γέλασε με την έκφραση που είχε πάρει το
πρόσωπο του Κίλιαν.

«Είσαι μαλάκας» του πέταξε κι εκείνος συνέχισε να γελάει.
Στη συνέχεια άφησαν τη συζήτηση για τη Βαλεντίν τελείως στην άκρη
και πιάσανε το θέμα του Λουσιάνο. Ο Λίαμ τον ήθελε νεκρό όσο τον
ήθελαν και οι Μορέι. Παρ’ όλο που στην αρχή μισούσε τον Κίλιαν που
εξαιτίας του δολοφονήθηκαν η οικογένεια αλλά και η κοπέλα του, ύστερα
από τόσο καιρό στο πλάι του είχαν γίνει σύμμαχοι έως και αδελφικοί
φίλοι. Είχε μάθει πολύ καλά τόσα χρόνια πώς λειτουργούσε αυτός ο
κόσμος και ήξερε πως ο Κίλιαν δεν έφταιγε σε τίποτα.
Πίστευαν πως ως τώρα ο Λουσιάνο θα είχε μάθει τι είχε συμβεί στον
θείο του και θα αναζητούσε εκδίκηση. Περίμεναν την κίνησή του από
στιγμή σε στιγμή, να βγει από την τρύπα που είχε κρυφτεί σαν δειλός. Ο
Κίλιαν ήξερε πως ο Ουμπέρτο ήταν αθώος και δεν ήταν ο μοναδικός
αθώος που ξεφορτωνόταν, όμως η διαφορά τώρα ήταν πως δεν είχε
δώσει αυτός το τελειωτικό χτύπημα αλλά εκείνη. Μπορεί εκείνος να ήταν
ένα τέρας, ο Διάβολος ο ίδιος, όμως κι εκείνη βάδιζε στα ίδια μονοπάτια
που βάδιζε αυτός. Ωστόσο υπήρχε κάτι άλλο εκεί. Στα μάτια της έβλεπε
τη σιγουριά πως ο Ουμπέρτο ήταν αθώος κάτι που τον γέμιζε υποψίες,
αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα μέχρι να την ανάγκαζε να του πει
την αλήθεια η ίδια.
«Πάω για ύπνο γιατί αύριο έχουμε δουλειές. Καληνύχτα» είπε
ξαφνικά στον Λίαμ ύστερα από τις στιγμές που είχε χαθεί στη σιωπή και
σηκώθηκε για να φύγει.
«Καλημέρα λέει ο κόσμος τέτοια ώρα. Πες σε κάποιον να με φωνάξει
πριν φύγουμε» του είπε ο φίλος του και το βλέμμα του έπεσε στο αμυδρό
φως της αυγής που ερχόταν από τα παράθυρα.
Είχαν περάσει οι ώρες και ξημέρωνε όμως έβρεχε ακόμη και τα
σύννεφα ήταν πυκνά. Πίστευε πως η Βαλεντίν θα έπρεπε να είχε γυρίσει

88 ALEXA MERIAN

στο δωμάτιό της οπότε θα μπορούσε κι εκείνος να ξεκουραστεί λίγο πιο
ήρεμος για μερικές ώρες.

Καθώς ανέβαινε τα σκαλιά μερικοί από το προσωπικό του σπιτιού
είχαν σηκωθεί για τις πρωινές δουλειές και τον χαιρέτησαν με
καχυποψία, όμως δεν έδωσε σημασία σε κανέναν. Ήξερε ότι έδειχνε
πολύ χάλια, ήθελε μόνο να κλειστεί στο δωμάτιο του και ύστερα από ένα
ζεστό μπάνιο να κοιμηθεί. Μετά όλα θα ήταν όπως πριν.

Όμως οι εκπλήξεις δεν είχαν τελειώσει ακόμη για εκείνον. Η Βαλεντίν
όχι μόνο δεν είχε φύγει, αλλά ήταν τυλιγμένη με μία από τις πετσέτες του
μπάνιου και βρισκόταν κουλουριασμένη στο κρεβάτι του. Τα μάτια της
ήταν κλειστά και η αναπνοή της ρυθμική. Όπως κοιμόταν έμοιαζε με
μικρό κορίτσι. Στάθηκε από πάνω της και η όλη εικόνα τον έκανε να
απορεί. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ένα τέτοιο πλάσμα είχε
σκοτώσει κάποιον έτσι εν ψυχρώ.

“Ακόμα και ο Διάβολος ήταν κάποτε ένας από τους ομορφότερους
αγγέλους”. Τα λόγια που του είχε πει ο πατέρας του κάποτε αντήχησαν
μέσα στο κεφάλι του και τον έκαναν να σφίξει τις γροθιές.

«Κίλιαν».
Το όνομά του βγήκε ξαφνικά από τα χείλη της σαν ψίθυρος κι εκείνος
πάγωσε στο άκουσμά του. Δεν πίστευε πως ήταν μόνο άγγελος ή
δαίμονας, μα σίγουρα ήταν και τα δύο. Δεν είχε ξυπνήσει, όμως έλεγε το
όνομά του.
«Τι θα κάνω εγώ μαζί σου;» αναρωτήθηκε φωναχτά κι εκείνη
αναδεύτηκε λιγάκι. Καμία άλλη γυναίκα δεν είχε κοιμηθεί έτσι απλά στο
κρεβάτι του, πόσο μάλλον γυμνή και δίχως να την έχει αγγίξει. Κι όμως
δεν ήθελε να την πετάξει έξω.
Έσκυψε από πάνω της και με απαλές κινήσεις την ανασήκωσε και
την έβαλε κάτω από τα σκεπάσματα. Εκείνη γύρισε από την άλλη και
αγκάλιασε το μαξιλάρι του ενώ άφησε όλη τη γυμνή της πλάτη
εκτεθειμένη προς το μέρος του. Την άφησε εκεί και έκανε να φύγει με ένα
συναίσθημα να του κλοτσάει το στομάχι όταν παρατήρησε κάτι και τα
βήματά του πάγωσαν. Στο δέρμα της είχαν αρχίσει να σχηματίζονται
διάφοροι μώλωπες, όμως όσο κοιτούσε, μπορούσε να δει πως είχε και

Κυνηγοί Ζωής 89

άλλα σημάδια που δεν είχαν δημιουργηθεί από τα δικά του χέρια.
Λύγισε τα γόνατά του και στάθηκε πιο κοντά καθώς τα παρατηρούσε με
προσοχή. Σε όλη της την πλάτη υπήρχαν σημάδια· γραμμές που
ξέφευγαν από το λείο δέρμα της και φαίνονταν αρκετά παλιές. Όμοιες με
αυτές που μόνο ένα μαχαίρι ή κάποιο μαστίγιο θα μπορούσε να
δημιουργήσει.

«Τι σκατά σου έχουν κάνει;» ψιθύρισε στον αέρα και αμέσως
τινάχτηκε όρθιος νιώθοντας το αίμα του πλέον να βράζει από θυμό.

Ένιωθε άβολα και αμέσως κλειδώθηκε στο μπάνιο και μπήκε κάτω
από το κρύο νερό για να ηρεμήσει τον εαυτό του. Βγήκε έξω, σκούπισε
όλα τα νερά από πάνω του και αφού φόρεσε μόνο ένα μποξεράκι,
περπάτησε ως έξω σκουπίζοντας τα μαλλιά του. Στην εικόνα της
Βαλεντίν δεν ήξερε ακριβώς πώς να αντιδράσει. Το γυμνό της σώμα
απλωνόταν στο κρεβάτι και, παρ’ όλο που είχε πιάσει τον περισσότερο
χώρο, δεν μπορούσε να μην το θαυμάσει. Ήθελε από τη μία να την
πετάξει έξω, αλλά από την άλλη κάποια μέλη του σώματός του
διαφωνούσαν. Έτσι απλά περιορίστηκε με το να τη σπρώξει στην άλλη
πλευρά και να ξαπλώσει στη μεριά του.

Την κοίταξε μία ακόμη φορά πριν κλείσει τα μάτια. Το πρόσωπό της
ήταν ήρεμο και είχε κάτι το παράξενο, κάτι το όμορφο. Ύστερα
προσπάθησε να συγκεντρωθεί για να κοιμηθεί, όμως εκείνη συνεχώς
δήλωνε την παρουσία της με το να τον αγγίζει ασυναίσθητα.

«Θα τη σκοτώσω» μουρμούρισε, όμως δεν μπορούσε να εμποδίσει
το χαμόγελό του.

Ύστερα από αρκετή προσπάθεια βυθίστηκε σε έναν αρκετά επώδυνο
ύπνο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Το σώμα μου πονούσε σε χίλια διαφορετικά σημεία και φυσικά
καταριόμουν την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκα. Προσπάθησα να
αναδευτώ, μα ένιωθα σουβλιές να με χτυπάνε παντού σαν να με είχε
πλακώσει ολόκληρη πολυκατοικία. Τι σκατά είχα κάνει εχθές το βράδυ;
Άνοιξα τα μάτια και κοίταξα το ταβάνι. Το φως του ήλιου ήταν λευκό
καθώς το έκρυβαν τα σύννεφα και μπορούσα να ακούσω τις στάλες της
βροχής που χτυπούσαν το τζάμι. Μαζί με τη βροχή ερχόταν και ένας
άλλος ήχος, μόνο που αυτός ήταν πιο δυνατός. Προσπάθησα να
κουνηθώ ξανά, αλλά αυτή τη φορά όντως ένιωθα σαν κάτι να με είχε
πλακώσει. Κοίταξα χαμηλά και τότε πάγωσα.

Όχι, ρε γαμώτο! Τι στον διάολο έγινε εχθές το βράδυ;
Ο λόγος που δεν μπορούσα να κουνηθώ ήταν όχι επειδή ήμουν
δαρμένη, αλλά επειδή δεν βρισκόμουν στο κρεβάτι μου αλλά σε κάποιου
άλλου. Πιο συγκεκριμένα του Κίλιαν. Προφανώς όχι μόνο κοιμηθήκαμε
στο ίδιο κρεβάτι, αλλά με είχε πλακώσει με το βαρύ σώμα του.
Το βλέμμα μου έπεσε στη γυμνή του πλάτη και αμέσως κοίταξα και
τον εαυτό μου. Ήμουν κι εγώ γυμνή. Άρχισε να με πιάνει πανικός και τα
χέρια μου έτρεμαν.
Όχι! Δεν μπορεί να κοιμήθηκα με τον Κίλιαν, κάτι άλλο θα έγινε.
Θυμήσου, Βαλεντίν.
Μάταια, δεν θυμόμουν τίποτα! Πήγα για προπόνηση, τσακώθηκα με
τον Κίλιαν και μετά; Γιατί δεν θυμόμουν; Έπρεπε να μάθω, γιατί θα
τρελαινόμουν!
Κοίταξα πάλι το γυμνό του σώμα και έβρισα θεούς και δαίμονες.
Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που βρέθηκα στο σπίτι του! Έπιασα το

Κυνηγοί Ζωής 91

χέρι του που είχε τυλιχτεί γύρω μου και με προσεκτικές κινήσεις το
έσπρωξα μακριά. Εκείνος αναδεύτηκε και γύρισε από την άλλη ενώ μια
ρυτίδα ανησυχίας φάνηκε στο μέτωπό του, όμως δεν ξύπνησε. Για
κάποιο λόγο δεν μπορούσα να κουνηθώ και τον κοιτούσα που κοιμόταν.

Πώς καταλήξαμε εδώ; Οι πόνοι που με βασάνιζαν αποσπούσαν τη
μνήμη μου και μόνο μία κατάσταση με έφερνε σε αυτό το σημείο, όμως
δεν ήθελα να σκεφτώ πως τελικά ξέφυγα. Αν είχα ξεφύγει, τότε θα ήταν
νεκρός και όχι γυμνός δίπλα μου.

Τα χέρια μου κινήθηκαν πριν προλάβω να τα ελέγξω και έπιασα την
άκρη από τα σκεπάσματα και τη σήκωσα. Προσπάθησα να δω το κάτω
μέρος του, μα πριν προλάβω να καταλάβω τι είχε γίνει, βρισκόμουν
ξαπλωμένη με ένα στιλέτο κολλημένο στον λαιμό μου και τον Κίλιαν από
πάνω μου.

«Τι στο–;»
«Τι πήγες να κάνεις εκεί;» με ρώτησε με βραχνή από τον ύπνο φωνή
ενώ το βλέμμα μου έκαιγε το δικό μου.
«Και να σου πω θα με πιστέψεις;» είπα χαμηλόφωνα κι εκείνος πίεσε
τη λεπίδα περισσότερο. Μόρφασα καθώς έβγαλα έναν πνιχτό ήχο.
«Σε ακούω» απαίτησε και κατάπια με θόρυβο.
«A! Τι έγινε χθες το βράδυ;» είπα πνιχτά και το βλέμμα του αμέσως
άλλαξε.
Τραβήχτηκε μακριά και ξάπλωσε πάλι πίσω στη θέση του. Κοιτούσε
το ταβάνι ενώ φαινόταν πως σκεφτόταν πολλά.
«Δεν θυμάσαι τίποτα;» με ρώτησε και αφού ανασηκώθηκα πάλι και
κάλυψα τον εαυτό μου όσο καλύτερα μπορούσα ενώ κοιτούσα μπροστά.
«Όχι. Και το γεγονός ότι βρισκόμαστε και οι δύο γυμνοί ξαπλωμένοι
στο ίδιο κρεβάτι δεν με βοηθάει και πολύ» παραδέχτηκα κι εκείνος με
κοίταξε σοκαρισμένος και ύστερα έκανε κάτι που δεν το περίμενα.
Άρχισε να γελάει. Όχι ειρωνικά, όχι με κακία, αλλά ήταν ένα πραγματικό,
καθαρό γέλιο.
«Σου φαίνεται κάτι αστείο από αυτά που σου είπα;»

92 ALEXA MERIAN

Τον κοιτούσα στραβά κι εκείνος σε κάθε βλέμμα που μου έριχνε
γελούσε ακόμα πιο πολύ. Άρχισα να μετράω από μέσα μου αντίστροφα
από το δέκα πριν τον δείρω.

Πέντε, τέσσερα, τρία, δύο...
«Ηρέμησε, έρωτα. Όσο και να το ήθελες, δεν έκανα σεξ μαζί σου»
είπε αυτάρεσκα και μου ήρθε να του χώσω σφαλιάρα έτσι κι αλλιώς.
Βαθιές ανάσες, Βαλεντίν, βαθιές ανάσες.
Ξαφνικά σε αυτή τη σκέψη μία ανάμνηση πλημμύρισε το μυαλό μου,
μα ήταν θολή. Σαν να άκουγα τη φωνή του να μου φωνάζει να πάρω
ανάσα, όμως δεν ήξερα από πού ερχόταν.
«Πολλή μεγάλη ιδέα δεν έχεις για τον εαυτό σου; Πες μου τι σκατά
έγινε, γιατί θα σε στραγγαλίσω!» απαίτησα ανυπόμονα κι εκείνος με
κοίταξε με το ένα φρύδι ανασηκωμένο.
«Λοιπόν, κάπως έτσι ξεκινήσαμε την κουβέντα μας και χθες μόνο που
όντως μου επιτέθηκες και καταλήξαμε να παλεύουμε στη βροχή» είπε και
άφησε την πρότασή του μετέωρη.
Ώστε γι’ αυτό δεν θυμόμουν πολλά, όμως τώρα οι σκηνές έγιναν πιο
πολλές μέχρι που θυμήθηκα τα πάντα. Είχα ξεφύγει. Σκατά! Τι μπλέξιμο.
Πετάχτηκα όρθια και μια σουβλιά πόνου στα πλευρά μου με έκανε να
κοκαλώσω για μερικά δεύτερα. Κράτησα σφιχτά το σεντόνι πάνω μου
και δεν τόλμησα να τον κοιτάξω ξανά.
«Ξέχνα ό,τι είδες και άκουσες εχθές. Σε ευχαριστώ που με
περιποιήθηκες, όμως μείνε μακριά μου» του είπα ψυχρά και άρχισα να
περπατάω προς την πόρτα.
«Γιατί κρύβεσαι;» με ρώτησε σοβαρά και τα βήματά μου σταμά-
τησαν. Όχι, δεν μπορούσα να του πω την αλήθεια.
«Ξέρεις ήδη αρκετά. Δεν υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να μάθεις.
Θα σου δώσω μία φιλική συμβουλή: μη με φέρεις ξανά σε αυτό το
σημείο, γιατί δεν ξέρω αν θα είμαι σε θέση να σταματήσω την επόμενη
φορά». Σχεδόν απειλητικά και βγήκα από το δωμάτιο δίχως να του
δώσω την ευκαιρία να σχολιάσει κατι παραπάνω.
Το βήμα μου ήταν αργό όσο και να προσπαθούσα να βιαστώ ενώ
παράλληλα κούτσαινα κιόλας. Χώθηκα στο δωμάτιό μου πριν προλάβει

Κυνηγοί Ζωής 93

να με δει κανείς και κλείδωσα. Πέταξα το σεντόνι που ήμουν τυλιγμένη
σε μία καρέκλα και αγκομαχώντας ντύθηκα. Έπρεπε να βγω έξω.
Χρειαζόμουν καθαρό αέρα και να σκεφτώ τι θα έκανα. Δεν μπορούσα να
μείνω σε αυτό το σπίτι. Δεν γινόταν!

Φόρεσα ένα από τα φούτερ της Ροσέλ με κουκούλα, ένα στενό τζιν
και ένα ζευγάρι μποτάκια. Πριν το κάνω αυτό όμως, έριξα μια ματιά στον
καθρέφτη. Είχα τα χάλια μου. Σημάδια και μώλωπες παντού ενώ στο
πρόσωπό μου φαινόταν λες και δεν είχα κοιμηθεί καθόλου. Ωραία! Όχι
μόνο βρισκόμουν σε μία πολύ άσχημη θέση αλλά έμοιαζα και με σάπια
πίκλα.

Παράτησα τα πάντα και, αφού πήρα δύο παυσίπονα, έφυγα από το
δωμάτιό μου. Ακολούθησα τη συνηθισμένη πορεία προς την κουζίνα και
βγήκα έξω στην αυλή. Η βροχή είχε σταματήσει και τα πόδια μου
βούλιαζαν στο βρεγμένο χώμα. Κοίταξα μπροστά μου και είδα το δάσος
ενώ πιο δίπλα το γρασίδι συνεχιζόταν ανηφορικά σε έναν λοφίσκο δίχως
να φαίνεται τι υπάρχει από πίσω. Άρχισα να περπατάω προς αυτή την
κατεύθυνση με το κεφάλι σκυφτό.

Όλα είχαν μπερδευτεί τόσο πολύ. Από τη μία ήταν η ψεύτικη
ταυτότητά μου και από την άλλη η ζωή που είχα αρχίσει να χτίζω εδώ.
Είχα δεθεί με τη Ροσέλ όμως ύστερα από αυτό που είχε γίνει με τον
Κίλιαν, είχα μπερδευτεί ακόμη περισσότερο. Μέχρι και με τον Λίαμ είχα
μία διαφορετική σχέση σε αντίθεση με την αρχή. Μου θύμιζε πολύ τον
Έιντζελ και αυτό με είχε κάνει να νιώσω πιο άνετα μαζί του. Δεν ήθελα
να δω την έκφραση που θα έπαιρναν τα πρόσωπα όλων αν μάθαιναν
ποια είμαι. Την απογοήτευση και το μίσος στα μάτια τους. Αυτό θα με
πλήγωνε και πιθανότατα να με σκότωνε, αν και ο θάνατος θα ήταν
λύτρωση από κάθε μαρτύριο που πέρασα και περνούσα ακόμη.

«Αχ, τι θα κάνω» μονολόγησα δυνατά και τότε σήκωσα το κεφάλι για
να δω τον προορισμό μου.

Είχα απομακρυνθεί πολύ από το σπίτι και είχα φτάσει σε μία
απόμακρη παραλία. Έπρεπε να κατέβω έναν γκρεμό για να φτάσω στην
αμμουδιά. Δίχως να το καλοσκεφτώ, άρχισα την κατάβαση. Ήταν
όμορφα και ο ήχος των κυμάτων με ηρεμούσε.

94 ALEXA MERIAN

Όταν έφτασα κάτω, αμέσως έβγαλα τα παπούτσια μου. Μόλις
βούλιαξαν τα πόδια μου στην άμμο, ανατρίχιασα ολόκληρη. Είχε
περάσει καιρός από την τελευταία φορά που ήμουν στη θάλασσα και μια
γλυκιά νοσταλγία με τύλιξε. Άρχισα να περπατάω κατά μήκος της ακτής
ενώ κοιτούσα γύρω μου. Μυτεροί βράχοι ξεπρόβαλλαν από το νερό,
πράγμα που σήμαινε πως δεν μπορούσες να κολυμπήσεις σε αυτό το
σημείο, και όσο προχωρούσα, παρατηρούσα πως κάποια στιγμή η
άμμος τελείωνε και έδινε τη θέση της σε μία βραχώδη περιοχή.

Βρήκα το ιδανικό μέρος που θα με κάλυπτε από κάθε απρόσμενη
βροχή και κάθισα εκεί με το βλέμμα μου στραμμένο προς το νερό. Άφησα
τις σκέψεις να κατακλύσουν το μυαλό μου ενώ μέσα μου ευχόμουν αυτό
το μέρος να με βοηθούσε να βρω τη λύση στα διλήμματά μου. Τι έπρεπε
να κάνω; Να μείνω κρύβοντάς τους την αλήθεια και ζώντας με την
αγωνία μήπως τη μάθαιναν ή να έκανα αυτό που ήξερα καλύτερα, να
φύγω και να εξαφανιστώ;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

Το βλέμμα μου τραβήχτηκε από το νερό όταν έγινε πια μαύρο και τα
αστέρια φώτιζαν τον τόπο. Είχε νυχτώσει και ακόμη ήμουν στο σημείο
μηδέν. Προσπαθούσα να βρω ένα παραθυράκι μέσα στις επιλογές μου
που θα με οδηγούσε στη λύση που έψαχνα, μα όλα έβγαζαν σε ένα
αποτέλεσμα: εμένα νεκρή και αυτούς που είχα στην καρδιά μου
πληγωμένους ή ακόμα χειρότερα και αυτούς εξίσου νεκρούς. Σκατά!
Απλώς όλα ήταν σκατά. Ήθελα να μιλήσω και με τον αδερφό μου, μα
ούτε τηλέφωνο είχα αλλά ούτε και πίστευα ότι έτσι θα έβγαζα άκρη.
Μάλλον χειρότερα θα γινόντουσαν τα πράγματα.

Πήρα τον δρόμο του γυρισμού και όταν ξεπρόβαλε το σπίτι,
παρατήρησα πως όλα τα φώτα ήταν ανοιχτά και παραξενεύτηκα. Μπορεί
να μην είχα κάποιο ρολόι μαζί μου, αλλά μπορούσα να αντιληφθώ ότι
ήταν πολύ αργά και συνήθως τέτοια ώρα δεν ήταν τα πάντα φωτισμένα.
Τι γινόταν;

Το βήμα μου έγινε πιο γρήγορο και όταν μπήκα μέσα, κατάλαβα από
τη φασαρία ότι όλοι είχαν μαζευτεί στο σαλόνι. Πέρασα από την κουζίνα
και, όσο πλησίαζα, τους άκουγα που μιλούσαν έντονα. Όταν
εμφανίστηκα στην πόρτα ξαφνικά, όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Τη μία
έβλεπα τη Ροσέλ στον καναπέ να κλαίει με τον Λίαμ και τον Ντέιβιντ να
την παρηγορούν και την άλλη η Ροσέλ είχε κρεμαστεί από πάνω μου και
κοπανιόταν. Φώναζε και με χτυπούσε με τις γροθιές της μεν αλλά με
αγκάλιαζε σφιχτά δε.

«Θα μου εξηγήσει κι εμένα κάποιος τι έγινε;» ρώτησα δυνατά και
πραγματικά ένιωθα μπερδεμένη.

96 ALEXA MERIAN

Όλοι τους με κοίταξαν άγρια και η μικρή σκούπισε τα μάτια της με τις
άκρες των χεριών της.

«Ξέρεις πόσες ώρες σε ψάχνουμε; Νόμιζα... νόμιζα ότι έφυγες» είπε
με παράπονο και ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά μου.

Κοίταξα νευρικά αλλού. Πώς θα της έλεγα ότι το σκεφτόμουν;
«Ήθελα απλώς να μείνω λίγο μόνη, Ροσέλ. Δεν χρειαζόταν να τους
αναστατώσεις όλους».
Εκείνη έσμιξε τα φρύδια της και με κοίταξε καχύποπτα, μα πριν
προλάβει να απαντήσει, το κινητό του Λίαμ με γλίτωσε από την
ανάκριση. Το σήκωσε και μιλούσε μονότονα. Ύστερα με κοίταξε και το
έστρεψε προς το μέρος μου.
«Τι;» ρώτησα και με κοίταξε με ένα περίεργο ύφος.
«Θέλει να σου μιλήσει» είπε και δάγκωσε τα χείλη του κρατώντας
έτσι το γέλιο του.
Κράτησα το κινητό διστακτικά και το έφερα στο αυτί μου.
«Τι θέλεις;» ρώτησα απότομα και, όταν άκουσα τη φωνή του, ένιωσα
ένα ρίγος να διαπερνά τη σπονδυλική μου στήλη. Οι εικόνες από το
πρωινό μας ξύπνημα επανήλθαν έντονα στις σκέψεις μου.
«Αν ακούσω τη Ροσέλ να κλαίει ξανά εξαιτίας σου, να ξέρεις πως θα
φύγεις από το σπίτι σε κομμάτια, αφού πρώτα σε βάλω κάτω και σου
αλλάξω τα φώτα. Έγινα κατανοητός;» γρύλισε σε ήρεμο τόνο μα τόσο
τρομακτικό που με έκανε να ανασηκώσω τα φρύδια.
«Κόψε τις απειλές, δεν πιάνουν».
«Ω, έρωτα, δεν ήταν απειλή αλλά προειδοποίηση. Ποτέ δεν απειλώ,
μόνο πράττω» είπε ύπουλα και ύστερα μου το έκλεισε στα μούτρα.
Ορίστε; Σε ποιον πάει να το παίξει ιστορία ο κύριος; Μου φαίνεται
ξεχνάει ότι εγώ του άλλαξα τα φώτα χθες το βράδυ από το ξύλο! Εκτός αν
δεν εννοούσε αυτό. Ω, γαμώτο! Πώς καταφέρνει με δύο λεπτά συζήτησης
να μου σπάει τα νεύρα;
Γύρισα προς το μέρος του Λίαμ φανερά εκνευρισμένη και του έδωσα
το κινητό του πίσω. Ύστερα ρουθούνισα και κατευθύνθηκα προς την
κουζίνα. Έβαλα ένα ποτήρι νερό και στηρίχτηκα στον πάγκο καθώς

Κυνηγοί Ζωής 97

κοιτούσα το κενό. Ήπια μια γουλιά και είδα τη Ροσέλ να στέκεται πιο
πέρα και να με κοιτάζει με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος.

«Τι έγινε, μικρή;»
«Γιατί δεν μου λες τι συμβαίνει;» με ρώτησε με παράπονο και
στριφογύρισα τα μάτια.
«Γιατί έχω πολλά πράγματα μέσα στο κεφάλι μου και αυτή τη στιγμή
η αντίδρασή σου δεν με βοηθάει καθόλου» είπα ήρεμα και κατέβασε το
κεφάλι.
«Θα φύγεις, έτσι δεν είναι; Θα με αφήσεις κι εσύ» είπε κι εκείνος ο
πόνος που ένιωσα προηγουμένως στο στήθος επέστρεψε πιο δυνατός.
«Ροσέλ, εγώ–» πήγα να της εξηγήσω μιας και δεν υπήρχε λόγος να
της πω ψέματα, αλλά εκείνη ξέσπασε ξανά.
«Όχι! Δεν θέλω να ακούσω τίποτα. Πρώτα η αδερφή μου, μετά οι
γονείς μου, ο Κίλιαν και τώρα εσύ! Δεν θέλω πια να είμαι μόνη. Ξέρω ότι
τόσο καιρό λες ότι μένεις για μένα, μα σε έχω δει, είσαι ευτυχισμένη εδώ.
Ακόμη και όταν σου σπάει τα νεύρα ο αδερφός μου ή παίζετε ξύλο, δεν
έχεις λόγο να φύγεις. Τι έγινε ξαφνικά;» φώναξε και τα λόγια της με
χτυπούσαν άγαρμπα. Από τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα, μα ο θυμός και
το πείσμα της δεν την άφηναν να λυγίσει.
Την πλησίασα και έκανα κάτι που δεν είχα κάνει ξανά σε κανέναν για
χρόνια. Σήκωσα τα χέρια μου και την αγκάλιασα σφιχτά. Την είχα
παρατηρήσει που συνέχεια πήγαινε και αγκάλιαζε τους άλλους, τους
φίλαγε, μα κανείς δεν είχε ανταποδώσει ποτέ τις εκρήξεις αγάπης της. Τη
θεωρούσαν ενοχλητική, ενώ εκείνη ήθελε απλώς να της φέρονται
φυσιολογικά. Μου θύμιζε τόσο πολύ τον εαυτό που είχα σκοτώσει πριν
χρόνια για να γίνω κάποια άλλη.
«Θα ήταν καλύτερο για όλους να φύγω» είπα κι εκείνη με έσφιξε
περισσότερο.
«Βαλεντίν, δεν θέλω να φύγεις» είπε μέσα στην αγκαλιά μου και το
βλέμμα μου έπεσε στον Λίαμ που στεκόταν στην πόρτα και μας
κοιτούσε.
Κούνησε το κεφάλι θετικά και ακόμα και το βλέμμα του μου έδειχνε
πως θα έκανα λάθος αν έφευγα. Σκατά.

98 ALEXA MERIAN

Την απομάκρυνα και προσπάθησα να χαμογελάσω.
«Δεν θα φύγω για την ώρα, όμως μην το παρακάνεις με τις αγκαλιές»
την πείραξα κι εκείνη ξέσπασε σε γέλια. Μου έδωσε άλλη μια σφιχτή
αγκαλιά και ύστερα έφυγε για να πάει να κοιμηθεί.
Βγήκα στο σαλόνι και πλησίασα το μπαρ. Άρπαξα το πρώτο
μπουκάλι που έπεσε στα χέρια μου και γέμισα ένα ποτήρι. Κατέβασα το
περιεχόμενό του με δύο γουλιές και ξαναγέμισα. Τα νεύρα μου ήταν τόσο
τσιτωμένα που μετά από δύο ποτήρια κατάφερα επιτέλους να αρχίσω να
χαλαρώνω. Εκείνη τη στιγμή πλησίασε και ο Λίαμ και κάθισε σε έναν
από τους καναπέδες.
«Θέλεις ένα;» τον ρώτησα και κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Δεν πίνω» είπε και ανασήκωσα τους ώμους αδιάφορα.
Συνέχισα να πίνω ενώ κοιτούσα έξω από το παράθυρο. Ο ουρανός
είχε γεμίσει σύννεφα καθώς ψιχάλες σχημάτιζαν ρυάκια επάνω στα
τζάμια.
«Μην τη στεναχωρείς. Της θυμίζεις πολύ την Εμίλια και σε αγαπάει
σαν αδερφή της» είπε και ρουθούνισα.
Άραγε τι εντύπωση θα είχαν όλοι όταν μάθαιναν ποια ήμουν τελικά;
Δεν νομίζω ότι οι συμπάθειες θα παρέμεναν ίδιες.
«Μην αρχίσεις κι εσύ τις απειλές, σε πρόλαβε το αφεντικό σου».
Αφού άφησα το ποτήρι με δύναμη επάνω στο μπαρ, άρπαξα το
μπουκάλι και κίνησα για να φύγω.
«Δεν την αγαπάς ούτε στο ελάχιστο;» με ρώτησε και τα λόγια του με
έκαναν να παγώσω για λίγο.
Χαμογέλασα με πικρία, αλλά δεν γύρισα να τον κοιτάξω.
«Άνθρωποι σαν εμένα δεν είναι ικανοί να αγαπήσουν ούτε αξίζουν
να αγαπηθούν» είπα άτονα και συνέχισα τον δρόμο μου δίχως να του
αφήσω περιθώρια απάντησης.
Ανέβηκα στο δωμάτιό μου και αφού κλείδωσα την πόρτα, πέταξα όλα
τα ρούχα από πάνω μου. Φόρεσα ένα σορτσάκι και ένα αθλητικό
μπλουζάκι, κάθισα στο κρεβάτι και συνέχισα να πίνω.

Κυνηγοί Ζωής 99

Οι ώρες πέρασαν και ο ύπνος δεν έλεγε να με πιάσει με τίποτα.
Νωρίτερα υπέθεσα πως το ποτό θα με βοηθούσε να κοιμηθώ, όμως δεν
είχε επιτυχία. Όταν πια είχε αδειάσει το μπουκάλι, η ώρα ήταν τρεις τα
ξημερώματα και ένιωθα ζαλισμένη. Δίχως να σκέφτομαι καθαρά,
σηκώθηκα. Ήθελα να κατέβω στο σαλόνι να πάρω ένα ακόμα, για να
μου κρατήσει συντροφιά.

Βγήκα από το δωμάτιο παραπατώντας και κάνοντας όσο πιο πολύ
ησυχία μπορούσα, άρχισα να περπατάω στον διάδρομο. Υπήρχε μία
απόκοσμη σιωπή και το σπίτι έμοιαζε τρομακτικό σε συνδυασμό με την
καταιγίδα, μα εμένα δεν με τρόμαζε. Κατέβηκα κάτω και μέσα στο
σκοτάδι πλησίασα ξανά το μπαρ. Βρήκα ένα κλειστό μπουκάλι από
κρασί κι εκείνη τη στιγμή που το είδα μου φάνηκε πολύ καλή ιδέα.
Βέβαια δεν ξέρω κατά πόσο καλό θα μου φαινόταν το επόμενο πρωί,
αλλά αυτή τη φορά δεν με ένοιαζε τίποτα. Το μόνο κακό της υπόθεσης
ήταν ότι έπρεπε να το ανοίξω και χρειαζόταν τιρμπουσόν, κάτι που
βρισκόταν κάπου μέσα στην κουζίνα και δεν ήξερα πού.

Αμάν! Χάθηκε ο κόσμος να το βάλουν κοντά με τα ποτά;
Αφού έψαξα για αρκετή ώρα, στο τέλος τα παράτησα. Άφησα το
μπουκάλι επάνω σε έναν πάγκο και πήρα τον δρόμο μου, για να ανέβω
στο δωμάτιο. Καθώς στηριζόμουν στη σκάλα, το βλέμμα μου έπεσε σε
έναν από τους διαδρόμους που υπήρχαν στον κάτω όροφο. Εκεί
βρίσκονταν πολλά δωμάτια όπως και το γραφείο του Κίλιαν. Κατέβηκα
τα σκαλιά που είχα ανέβει άγαρμπα και προχώρησα παραπατώντας.
Ευτυχώς που δεν ήταν κανείς μπροστά να με δει, γιατί ήμουν για
κλάματα. Δεν συνήθιζα να πίνω, μα όταν το έκανα, το θέαμα ήταν γελοίο.
Στηρίχτηκα επάνω στη βαριά δίφυλλη πόρτα και ευχήθηκα να ήταν
ξεκλείδωτα. Η περιέργειά μου ήταν πιο έντονη από ποτέ. Γύρισα το
πόμολο και όταν άκουσα το χαρακτηριστικό «κλικ», χαμογέλασα με
ικανοποίηση. Χώθηκα μέσα και ψηλάφισα τον διακόπτη του ρεύματος.
Το δωμάτιο φώτισε κι ένιωσα ένα μυρμήγκιασμα σε όλο μου το σώμα –
δεν έφταιγε το ποτό αυτή τη φορά. Περπάτησα μέχρι το κέντρο του ενώ
κοιτούσα γύρω μου εκστασιασμένη. Ήταν μια πανέμορφη αίθουσα
χορού. Ξύλινο πάτωμα, καθρέφτες στους τοίχους και ένα στερεοφωνικό


Click to View FlipBook Version