The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.
Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by , 2021-04-26 17:46:54

ilovepdf_merged (1)

ilovepdf_merged (1)

400 ALEXA MERIAN

συναίσθημα. Εκείνη από την πρώτη συλλαβή του μάγκωσε και τα μάτια
της κλειδώθηκαν στα δικά του. Τράβηξε μία καρέκλα ακριβώς απέναντί
της και κάθισε ενώ την αντιμετώπιζε σαν να ήταν άλλος ένας μαφιόζος
μέσα στο δωμάτιο. Εκείνη προσπάθησε να σπάσει την οπτική επαφή και
γύρισε προς το μέρος του Μαρτίνεζ.

«Τώρα μπορούμε να ξεκινήσουμε ή θα φάμε όλο το βράδυ μας εδώ
πέρα;» είπε εκείνη απαιτητικά και του ξέφυγε ένα σιγανό ρουθούνισμα.

«Γιατί, πριγκίπισσα; Πρέπει να πάρεις τον ύπνο ομορφιάς για να μη
χαλάσει το μπότοξ;» την ειρωνεύτηκε ο Ανατόλι, το αφεντικό των Ρώσων
κι εκείνη έσκυψε το βλέμμα και χαμογέλασε στραβά. Καθόταν δίπλα της
και μπορούσε άνετα με μια κίνηση να του κόψει τον λαιμό, όμως δεν
κουνιόταν.

«Εννοείς σαν αυτό που κάνει η γυναίκα ή όλες σου οι γκόμενες,
Ανατόλι; Συγγνώμη που θα σε απογοητεύσω, αλλά δεν είμαι καμία
πουτάνα πολυτελείας σαν αυτές» τον ειρωνεύτηκε και τότε όλο το
δωμάτιο σώπασε. Κανείς δεν του αντιμιλούσε, μιας και οι περισσότεροι
τον φοβούνταν.

«Έχεις θάρρος, παιδί του Άνταμς, το θαυμάζω αυτό, όμως δεν θα
σου βγαίνει πάντα σε καλό» της είπε και τα μάτια της σκοτείνιασαν.
Εκείνη τη στιγμή έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στον Κίλιαν και ύστερα
γύρισε πάλι στον Ανατόλι χαμογελώντας διαβολικά.

«Να είσαι σίγουρος, Ανατόλι, πως το ξέρω καλά, όμως δεν είμαστε
εδώ για να μιλήσουμε για τα προσωπικά μου. Λοιπόν;» είπε και
πράγματι ξεκίνησαν όλοι να μιλάνε για συμφωνίες και εμπορεύματα, μα
εκείνος έμενε σιωπηλός. Ο Λίαμ τον κοιτούσε διαρκώς και φαινόταν σαν
να περίμενε πως θα κάνει κάτι, όμως εκείνος παρέμενε εντελώς άπραγος.
Δεν ήθελε να έχει καμία σχέση μαζί της και αυτό θα το τηρούσε.

«Εσύ, Μορέι, δεν έχεις να κάνεις καμία αντιπρόταση;» τον ρώτησε
ένας από τους Κινέζους.

«Άμα είχα, τώρα δεν θα το συζητούσατε και το φορτίο θα ήταν δικό
μου. Μου φαίνεται ασήμαντο, όποτε αφήνω σε εσάς τα κοριτσάκια να
παίξετε με τις κούκλες σας μέχρι να αρχίσουμε τη σοβαρή συζήτηση»
είπε ψυχρά προσβάλλοντάς τους με τον τρόπο του.

Κυνηγοί Ζωής 401

«Γαμημένε πούστη!» τινάχτηκε εκείνος βρίζοντάς τον και το όπλο του
σημάδεψε τον κρόταφό του.

Όλα έγιναν γρήγορα. Ενώ εκείνον τον σημάδεψε ο Λίαμ, σηκώθηκαν
οι μπράβοι του Κινέζου και τους σημάδευαν και τους δύο. Ο Κίλιαν
συνέχισε να κάθεται ατάραχος ενώ κατά κάποιο τρόπο το διασκέδαζε
κιόλας. Δύο άντρες σημάδευαν εκείνον, άλλοι τρεις τον Λίαμ και οι δικοί
του μπράβοι δεν ήξεραν τι να κάνουν. Γύρισε τα μάτια του προς το μέρος
της και αυτό που είδε τον παραξένεψε. Κοιτούσε τα νύχια της σαν να
βαριόταν και στο τέλος έριξε τα χέρια στα πλάγια αναστενάζοντας.

«Τόσο ανιαρό» μουρμούρισε κι εκείνος συνοφρυώθηκε. Δεν πρόλαβε
να ανοιγοκλείσει τα μάτια και οι μπράβοι του Κινέζου βρίσκονταν ήδη
νεκροί στο πάτωμα ενώ αυτός την κοιτούσε σοκαρισμένος, κάτι που της
έδωσε προβάδισμα και τον αποτελείωσε και αυτόν. Στα χέρια της
κρατούσε δύο περίστροφα. Όταν τελείωσε, έδωσε το ένα στον Μαρτίνεζ
και το άλλο στον Ανατόλι. Το δέρμα της το κάλυπταν ένα ζευγάρι ακριβά
μαύρα δερμάτινα γάντια που στις αρθρώσεις τους ήταν κολλημένα
μαύρα διαμάντια, και κάτι του έλεγε πως δεν ήταν εκεί μόνο για
διακόσμηση.

«Σας ευχαριστώ, κύριοι» τους είπε κι εκείνοι πήραν τα όπλα τους και
της ένευσαν με σεβασμό.

Μόλις είχε εκτελέσει πέντε άντρες εν ψυχρώ επειδή βαριόταν;
Τον εκνεύριζε αφάνταστα το γεγονός ότι ακόμα τον εξέπληττε.
Ο Μαρτίνεζ κοίταξε τον χαμό και κούνησε το κεφάλι δήθεν
αποδοκιμαστικά και ίσιωσε το σακάκι του κάνοντας σήμα στους δικούς
του να μαζέψουν τα πτώματα. Μαζί τους βγήκε και από το δωμάτιο ο
Έιντζελ Άνταμς.
«Τόση φασαρία και ακόμα δεν φτάσαμε στο μεγαλύτερο θέμα της
βραδιάς. Τς, τς, κρίμα. Δεν μπορούσες κι εσύ να σημαδέψεις κάπου
αλλού; Το κεφάλι κάνει πάντα τόσο χαμό» της είπε κι εκείνη του
χαμογέλασε πονηρά.
«Ξέρεις πως δεν μου αρέσει να δίνω δεύτερες ευκαιρίες. Ήθελα να
βεβαιωθώ ότι δεν θα σηκώνονταν ξανά και δεν αστοχώ ποτέ» είπε και το

402 ALEXA MERIAN

τελευταίο το βλέμμα της τρεμόπαιξε προς το μέρος του Κίλιαν, μα για ένα
δεύτερο μόνο.

Τότε μπήκε μέσα ο αδερφός της και αφού της ψιθύρισε κάτι στο αυτί
εκείνη φάνηκε σαν να ταράχτηκε. Για πρώτη φορά μετά από τόσες ώρες
είδε ένα ίχνος ζωής επάνω της. Έβγαλε τα γάντια της ήσυχα και τα
άφησε πάνω στο τραπέζι.

«Εμένα με συγχωρείτε» είπε και σηκώθηκε δίχως να αφήσει πολλά
περιθώρια σε κανέναν να πει κάτι παραπάνω και ακολούθησε τον
Έιντζελ.

Ο Κίλιαν κοίταξε τον Μαρτίνεζ και, αφού σηκώθηκε εκείνος πρώτος,
ακολούθησαν και οι υπόλοιποι ενώ ο ίδιος έμεινε να κάθεται στη θέση
του.

«Κύριοι, αυτό το συμβούλιο λήγει εδώ. Απολαύστε τη διαμονή σας
στο σπίτι μου και διασκεδάστε ελεύθερα για απόψε. Θα σας ειδοποιήσω
σύντομα πότε θα γίνει η επόμενη συνάντησή μας» είπε και όλοι αμέσως
άρχισαν να χωρίζονται είτε σε πηγαδάκια είτε να απολαμβάνουν με
χυδαίο τρόπο τη συντροφιά μιας γυναίκας.

Ο Μαρτίνεζ στάθηκε πάνω από το κεφάλι του Κίλιαν και έβαλε το
χέρι στον ώμο του.

«Μην τα κάνεις σκατά ξανά» του είπε και ύστερα βγήκε και αυτός
από το δωμάτιο. Ρουθούνισε με την αντίδρασή του, μιας κι εκείνος ήδη
ήξερε τι είχε γίνει μεταξύ του ίδιου και της Βαλεντίν με κάθε λεπτομέρεια
και όχι από τον ίδιο. Δεν μπορούσε να καταλάβει τη σχέση του μαζί της,
αλλά ήταν σίγουρος πως ούτε εκείνη του είχε πει κάτι.

Σήκωσε το ποτό του και ήπιε μία γερή γουλιά όταν άκουσε τη φωνή
της – ακόμα τον τάραζε.

«Ναι, μωρό μου, θα είμαι σύντομα εκεί. Μην ανησυχείς» είπε και
ύστερα τα τακούνια της ακούγονταν όλο και πιο κοντά.

Έσφιξε τις γροθιές του και τελείωσε το περιεχόμενο του ποτηριού.
Όταν μπήκε μέσα στο δωμάτιο και τον είδε, πάγωσε. Τον κοίταξε ψυχρά.
Μπορούσε ακόμα να αναγνωρίσει τα ίχνη ανησυχίας που είχε πάνω της,
όμως όταν τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του, τα πάντα εξαφα-

Κυνηγοί Ζωής 403

νίστηκαν. Δεν του μίλησε. Πήρε τα πράγματά της και έκανε να φύγει,
όμως κάτι τη σταμάτησε.

«Αν έμεινες για να με ευχαριστήσεις, μην το κάνεις. Τον Λίαμ έσωσα
και όχι εσένα» είπε δίχως να τον κοιτάζει και στα λόγια της ρουθούνισε.
Δεν ήταν πάντα καλή στα ψέματα και οι δυο τους το γνώριζαν.

«Σου πάει η εξουσία. Δείχνει ποια είσαι πραγματικά» της είπε ψυχρά
και την είδε να σφίγγει τις γροθιές της. Δίχως να πει κάτι, ξεκίνησε πάλι
να περπατάει και αυτή τη φορά τα βήματά της ήταν πιο γρήγορα, όμως
με το κεφάλι πάντα ψηλά.

«Έτσι, έρωτα. Μη σκύβεις ποτέ το κεφάλι για κανέναν» μουρμούρισε
εκείνος και ύστερα γέλασε με την ηλιθιότητά του. Ακόμα και μετά από
όλα αυτά τα χρόνια κι όσα του είχε κάνει, το σώμα του αντιδρούσε σαν
να την ήθελε. Και μόνο οι κινήσεις των γοφών της όταν περπάταγε, τον
έκαναν να θέλει να την πληγώσει ξανά και ξανά. Και αυτά τα μάτια...

Ω, σίγουρα αυτοί οι δύο δεν είχαν τελειώσει οριστικά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 50

Τα νύχια μου άφηναν σημάδια στις παλάμες μου από την πίεση καθώς
το ασανσέρ κατέβαινε ορόφους. Έπαιρνα βαθιές ανάσες προσπαθώντας
να είμαι ψύχραιμη, όμως μπορούσα να ακούσω τον ξέφρενο χτύπο της
καρδιάς μου να κάνει αντίλαλο στα αυτιά μου.

«Το ξέρατε ότι θα είναι εδώ;» τους ρώτησα ψυχρά, μα κανείς δεν
απάντησε κατευθείαν. «Σας ρώτησα κάτι, που να πάρει ο διάολος!» είπα
ξανά έντονα και μου απάντησε ο Λίαμ.

«Μένει στη Φλόριντα, αλλά δεν γνωρίζαμε ότι θα έρθει στο συμ-
βούλιο. Τα απέφευγε κι εκείνος όλα αυτά τα χρόνια».

«Σκατά» μουρμούρισα και άνοιξε η πόρτα.
Άρχισα να περπατάω με μεγάλες δρασκελιές που λίγο ακόμη και τα
τακούνια μου θα καρφώνονταν στο πάτωμα. Προσπέρασα τους πάντες
δίχως να ανταποδώσω στους χαιρετισμούς και, όταν με χτύπησε ο
νυχτερινός αέρας, σταμάτησα. Κοίταξα δεξιά και αριστερά σαν χαμένη.
Ήθελα να ουρλιάξω και το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει. Το τζιπ
σταμάτησε μπροστά μου και μπήκα βιαστικά μέσα. Το μόνο που ήθελα
ήταν να αγκαλιάσω το παιδί μου, όμως δεν ήθελα να με δει σε τέτοια
χάλια γιατί θα το καταλάβαινε ακόμα και αν του χαμογελούσα.
«Βαλεντίν, είσαι καλά;» με ρώτησε ο αδερφός μου και ένευσα
αρνητικά.
«Τι μπορώ να κάνω;» με ρώτησε ξανά και δεν του απάντησα. Έγειρα
το κεφάλι στο παράθυρο και έμεινα να κοιτάζω έξω τη διαδρομή.

Κυνηγοί Ζωής 405

Το να τον βλέπω ξανά μετά από τόσο καιρό δεν έκανε μόνο τους
εφιάλτες μου πιο ζωντανούς μα ξυπνούσε και συναισθήματα που δεν θα
έπρεπε να είχα. Η καρδιά μου πετάρισε τη στιγμή που τα μάτια του
συνάντησαν τα δικά μου και ένιωθα όπως τότε που έλιωνα στα χέρια
του. Πάντα ένα βλέμμα του ήταν αρκετό για να με κάνει να χαθώ και
μόνο μίσος δεν ένιωθα για εκείνον. Ήμουν θυμωμένη, όμως δεν τον
μισούσα. Έπαιξα κι εγώ τον ρόλο μου σε όλη αυτή την ιστορία και ήταν
από τους βασικούς. Όταν είδα τον Κινέζο μαφιόζο να τον σημαδεύει με
το όπλο του, έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Ευτυχώς που ο
Ροντρίγκο και ο Ανατόλι ήξεραν τις ικανότητές μου και τον ήθελαν
ζωντανό κι εκείνοι, οπότε μου πάσαραν τα όπλα τους κάτω από το
τραπέζι. Με όση αυτοκυριαρχία είχα, έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω
δίχως λάθη. Προστάτεψα και τον Λίαμ, που φυσικά και θα έκανε κίνηση
να τον προστατέψει καθώς πάντα ήταν πιστός σε εκείνον, μα έσωσα και
τον άντρα που μου πήρε τα πάντα και ταυτόχρονα μου έδωσε τον κόσμο
ολόκληρο.

«Βαλεντίν» άκουσα το όνομά μου και ξύπνησα από τις σκέψεις που
με βασάνιζαν. Είχαμε φτάσει στο δρομάκι που οδηγούσε στο σπίτι και
είχα αφαιρεθεί τόσο που δεν κατάλαβα τίποτα. Βγήκα από το αμάξι και
κοίταξα τη θάλασσα.

«Μπείτε εσείς στο σπίτι και θα έρθω κι εγώ» είπα άτονα. Έβγαλα τις
γόβες μου, κατέβηκα το δρομάκι και έφτασα στην παραλία. Βύθισα τα
πόδια μου στην άμμο και άρχισα να περπατάω κατά μήκος της ακτής.
Όταν απομακρύνθηκα αρκετά από το σπίτι, κάθισα στην όχθη και
μάζεψα το παντελόνι μου πάνω ενώ άφησα το νερό να μου βρέξει τα
πόδια. Κάρφωσα το βλέμμα μου στον σκοτεινό ορίζοντα και άφησα τον
εαυτό μου ελεύθερο. Στην αρχή ήταν απλά δάκρυα, μα ύστερα έγιναν
σθεναροί λυγμοί και αργότερα κλάμα γοερό. Αγκάλιασα τα πόδια μου
σφιχτά και άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο να κλάψει για όλα όσα
ένιωθα. Ήθελα να ξεσπάσω για όσο καιρό κρατιόμουν δυνατή και
προσποιούμουν ότι ήμουν καλά και πιο δυνατή από ποτέ. Φυσικά και
δεν ήμουν και μία απλή εμφάνιση του Κίλιαν ήταν αρκετή για να το
αποδείξει αυτό.

406 ALEXA MERIAN

Όταν τα δάκρυα στέρεψαν, συμμάζεψα τον εαυτό μου και σηκώθηκα
για να γυρίσω πίσω. Ήθελα να πάρω στην αγκαλιά μου τον Εμίλιο και
να κοιμηθώ. Μόνο η παιδική του αθωότητα μπορούσε να με κάνει να
νιώσω καλύτερα. Μόλις μπήκα στο σπίτι, είδα και τους τρεις να έχουν
καθίσει στο σαλόνι και να με περιμένουν. Μιλούσαν, αλλά μόλις με είδαν
σταμάτησαν και από τα βλέμματά τους καταλάβαινα πως περίμεναν το
χειρότερο. Εγώ απλώς τους κοίταξα ανέκφραστη και ύστερα άρχισα να
περπατάω προς τα σκαλιά.

«Καληνύχτα» είπα με βραχνή φωνή και άρχισα να τα ανεβαίνω ένα
ένα. Κανείς τους δεν μίλησε και με άφησαν να συνεχίσω τον προορισμό
μου χωρίς παρεμβάσεις.

Μόλις μπήκα στο δωμάτιό μου, βρήκα έναν μικρό μπόγο ανακατεμένο
με τα σκεπάσματα και από μέσα του ερχόταν ένα σιγανό ροχαλητό.
Χαμογέλασα κουρασμένα και αμέσως πήρα μία αλλαξιά και έφυγα για το
μπάνιο. Πλύθηκα γρήγορα βγάζοντας από πάνω μου κάθε δυσάρεστη
μυρωδιά και ίχνος από το τι ήμουν πραγματικά και, αφού φόρεσα τις
πιτζάμες μου, πήγα και ξάπλωσα δίπλα του. Εκείνος το κατάλαβε ότι
είχα γυρίσει, όμως δεν ξύπνησε. Κούρνιασε μέσα στην αγκαλιά μου.
Τύλιξα τα χέρια μου γύρω του και φίλησα τα ξανθά μαλλιά του
παίρνοντας μία βαθιά ανάσα με κλειστά μάτια. Το σώμα μου χαλάρωσε
και ξαφνικά όλα έμοιαζαν καλύτερα. Αυτό το παιδί πάντα είχε έναν
μαγικό τρόπο να με ηρεμεί από το οτιδήποτε και έτσι δεν άργησε να με
πάρει ο ύπνος για πρώτη φορά χωρίς όνειρα.

Το επόμενο πρωινό ένιωθα πιο κουρασμένη από ποτέ ενώ ο μικρός
αποφάσισε ότι ήταν η ιδανική μέρα να ξυπνήσει υπερβολικά νωρίς και
γεμάτος ενέργεια. Είχε αρκετή ώρα που στεκόταν πάνω από το κεφάλι
μου και προσπαθούσε να με ξυπνήσει να πάμε για μπάνιο γιατί του το
είχα υποσχεθεί, όμως δεν είχα το κουράγιο να το κάνω.

«Εμίλιε, σε παρακαλώ, άσε με να κοιμηθώ σήμερα και θα βγούμε το
απόγευμα» του είπα ήρεμα κι εκείνος με κοίταξε λυπημένα.

«Μαμά, είσαι άρρωστη;» με ρώτησε παραπονιάρικα και αναστέναξα.

Κυνηγοί Ζωής 407

«Όχι, μωρό μου, απλά πολύ κουρασμένη. Το ξέρω ότι σου το
υποσχέθηκα, όμως άσε με να κοιμηθώ λιγάκι και όταν σηκωθώ, θα
πάμε» του είπα άκεφα.

Η πόρτα χτύπησε και συνοφρυώθηκα. Απάντησα και η Ροσέλ μπήκε
μέσα με ένα ζεστό χαμόγελο.

«Καλημέρα, άντε θα σηκωθείτε να πάμε για μπάνιο;» μας ρώτησε και
ξεφύσηξα.

«Η μαμά είναι άρρωστη και είπε ότι θα με πάει μετά» της απάντησε ο
μικρός και το βλέμμα της Ροσέλ έπεσε πάνω μου ανησυχητικά.

«Εμίλιε, πάμε να φορέσεις το μαγιό σου και θα πάμε μαζί για μπάνιο.
Η μαμά θα έρθει να μας βρει αργότερα, εντάξει;» του είπε και αμέσως
βρήκε την ενέργειά του. Άφησε ένα φιλί στο μάγουλό μου και ύστερα σαν
σίφουνας βγήκε από το δωμάτιο τρέχοντας για να πάει στο δικό του.

«Είσαι καλά;» με ρώτησε εκείνη και ως απάντηση κουλουριάστηκα
κάτω από τα σκεπάσματα και έκλεισα τα μάτια. Δεν ήθελα να κάνω
τίποτα άλλο πέρα από το να μείνω στο κρεβάτι.

«Υποσχέσου μου ότι θα έρθεις μετά. Ο μικρός εχθές μου μιλούσε όλη
την ώρα για σήμερα. Έλεγε ότι θα τον βοηθούσες να μαζέψει κοχύλια»
είπε και ένιωσα χειρότερα από πριν. Τράβηξα λίγο τα σκεπάσματα και
την κοίταξα ανέκφραστη.

«Γιατί δεν μου είπες ότι θα είναι εδώ;» τη ρώτησα ήρεμα και έσκυψε
το κεφάλι.

«Βαλ, συγγνώμη» είπε. Δεν μου έφταιγε σε τίποτα. Στο κάτω κάτω
δεν σταματούσε να είναι και αδερφός της.

«Δεν πειράζει, τώρα τον είδα. Άφησέ με να ξεκουραστώ λίγο
παραπάνω και υπόσχομαι να έρθω να σας βρω».

Εκείνη ένευσε καταφατικά και ύστερα με άφησε μόνη. Έκλεισα τα
μάτια και προσπάθησα να κοιμηθώ ξανά, όμως όσο περνούσε η ώρα
τόσο πιο νευρική γινόμουν. Στο τέλος πέταξα τα σκεπάσματα από πάνω
μου και ανασηκώθηκα στους αγκώνες μου. Ξεφύσηξα θυμωμένα και
σηκώθηκα όρθια. Με συρτά βήματα μπήκα στο μπάνιο για να πλύνω το
πρόσωπό μου ώστε να ξυπνήσω. Ύστερα κάνοντας θόρυβο, κατέβηκα
στην κουζίνα. Έβαλα την καφετιέρα να ετοιμάζει τον καφέ ενώ στο

408 ALEXA MERIAN

μεταξύ άρπαξα ένα μήλο και άρχισα να μασουλάω βαριεστημένα. Αφού
έγινε ο καφές, πήρα την αχνιστή κούπα στα χέρια μου και βγήκα στην
μπροστινή βεράντα. Την προηγούμενη μέρα είχαμε δέσει μία αιώρα με
τον μικρό για να καθόμαστε. Πήγα και κούρνιασα μέσα της ρίχνοντας το
βλέμμα μου στον ορίζοντα. Ο ήλιος ήταν ήδη ψηλά και έκανε τη
θάλασσα να λαμπυρίζει ενώ ένα ελαφρύ αεράκι δρόσιζε την
ατμόσφαιρα. Μου άρεσαν τέτοιου είδους πρωινά και ως εκείνη τη στιγμή
δεν είχε τύχει να περάσω κάτι παρόμοιο κοντά στη θάλασσα.

Άρπαξα το κινητό μου και αφού πληκτρολόγησα τον αριθμό της
Ροσέλ, το έβαλα στο αυτί μου και περίμενα να απαντήσει. Όταν το
έκανε, γελούσε, κι αυτό κάπως μου έφτιαξε κι εμένα τη διάθεση. Από
μακριά μπορούσα να ακούσω και το γέλιο του Εμίλιου.

«Περνάτε καλά;» τη ρώτησα και αμέσως άρχισε το κήρυγμα.
«Φυσικά και περνάμε καλά! Ο γιος σου είναι πολύ πιο κοινωνικός
και από τους δύο του γονείς. Έχει κάνει ένα μάτσο φίλους και παίζουν,
αλλά όλο με ρωτάει και για σένα. Πότε θα έρθεις;» με ρώτησε και
αναστέναξα.
«Τώρα πίνω καφέ και θα ετοιμαστώ. Στείλε μου ένα μήνυμα για το
πού είστε και θα έρθω να σας βρω» είπα και ύστερα κλείσαμε.
Δεύτερα αργότερα μού ήρθε ένα μήνυμα από εκείνη που έλεγε την
ακριβή τοποθεσία της και να βιαστώ, γιατί ο γιος μου τους είχε
κουβαλήσει ολόκληρη ομάδα από παιδάκια. Γέλασα μόλις το είδα, γιατί
ήξερα τι κάθαρμα ήταν ο μικρός, όπως ήξερα το πόσο ανάγκη είχε να
παίζει με παιδιά της ηλικίας του. Ήταν ήδη αρκετά ανασφαλής ύστερα
από όλα όσα έγιναν στο σχολείο του, όμως αν προσπαθούσε λίγο, τα
πήγαινε πολύ καλά.
Σηκώθηκα και ανέβηκα κατευθείαν επάνω για να φορέσω το μαγιό
μου. Έκανα λίγη ώρα να το βρω, μιας και ήταν καινούριο και δεν
θυμόμουν πού το είχα καταχωνιάσει, όμως αφού το βρήκα, το φόρεσα
και από πάνω έβαλα ένα απλό αέρινο λευκό φόρεμα που η φούστα του
τελείωνε λίγο πιο πάνω από το γόνατό μου. Φόρεσα και τα μαύρα
σανδάλια μου, έβαλα ό,τι χρειαζόμουν σε μία μεγάλη τσάντα θαλάσσης,
κλείδωσα το σπίτι και άρχισα να περπατάω στην αμμουδιά κατά μήκος

Κυνηγοί Ζωής 409

της ακτής. Η τοποθεσία που μου είχε στείλει δεν ήταν μακριά από το
σπίτι και μπορούσα να πάω άμα ακολουθούσα την παραλία, όπως και
έκανα.

Καθώς έφτανα, μπορούσα να δω το πλήθος που ήταν μαζεμένο.
Άρχισα να τους ψάχνω. Κάποια στιγμή εντόπισα τον αδερφό μου
ξαπλωμένο μπρούμυτα σε μία ξαπλώστρα και από πάνω του μία ξανθιά
πλαστική Μπάρμπι να του απλώνει αντηλιακό. Λίγο πιο πέρα στεκόταν η
Ροσέλ με τον Λίαμ και κλασικά τσακώνονταν ενώ ο γιος μου βρισκόταν
μερικά μέτρα πιο μακριά και έπαιζε με μερικά παιδάκια.

«Πολύ ωραία προσέχετε το παιδί μου» τους είπα όταν πλησίασα και
σταύρωσα τα χέρια στο στήθος. Εκείνοι με κοίταξαν και ειδικά η Ροσέλ
σαν να είχε κάνει ζημιά ενώ ο μικρός μόλις με είδε, φωτίστηκε ολόκληρος
και έτρεξε προς το μέρος μου.

«Μαμά, ήρθες!» αναφώνησε και τύλιξε τα χεράκια του γύρω μου.
«Αφού σ’ το υποσχέθηκα» του είπα με ένα χαμόγελο. Ύστερα άφησα
τα πράγματά μου, έβγαλα το φόρεμά μου και άρχισα να πηγαίνω προς
το νερό.
Άρχισα να βρέχω τον μικρό κι εκείνος εμένα και όταν κατάφερα και
τον έβαλα μέσα, τότε το παιχνίδι άναψε και αρχίσαμε να παίζουμε
κολυμπώντας. Δεν άργησαν να ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι· ακόμα
και ο Έιντζελ παράτησε την Μπάρμπι για να έρθει μαζί μας και τα γέλια
μας ακούγονταν σε όλη την παραλία.
Το απόγευμα μας βρήκε ξαπλωμένους στις ξαπλώστρες να
απολαμβάνουμε τον ήλιο ενώ ο μικρός έφτιαχνε καστράκια στην άμμο
δίπλα μου.
«Μαμά, πεινάω» παραπονέθηκε κάποια στιγμή δίχως όμως να
παρατήσει τις δημιουργίες του. Του χάιδεψα τα μαλλιά.
«Πάμε σπίτι να φάμε;» τον ρώτησα και αμέσως σηκώθηκε όρθιος και
ήρθε κοντά μου.
Ντυθήκαμε και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Οι υπόλοιποι δεν
μας ακολούθησαν ως το σπίτι – ήθελαν να πάνε να ξεκουραστούν και
έτσι ήμασταν μόνο οι δύο μας. Περπατούσαμε αργά εκεί που έσκαγε το
κύμα κι ενώ παρακολουθούσα τα καμώματά του, εκείνος πότε πότε

410 ALEXA MERIAN

έτρεχε εδώ κι εκεί και μάζευε κοχύλια όλων των ειδών μέχρι που γέμισαν
τα χεράκια του και άρχισε να μου τα φέρνει για να τα κρατάω εγώ.

Μέχρι να φτάσουμε είχε μαζέψει αρκετά και όταν άνοιξα την πόρτα
για να μπούμε στο σπίτι, έτρεξε αμέσως στο δωμάτιό του για να πάρει το
βάζο του. Εγώ από την άλλη άφησα τα πράγματά μας στον καναπέ και
ξεκίνησα κατευθείαν το μαγείρεμα. Αφού τελείωσα, ανεβήκαμε μαζί πάνω
για να τον κάνω ένα μπάνιο, να φύγει όλη η αρμύρα της θάλασσας και
να φορέσει τις πιτζάμες του και ύστερα βγήκαμε στη βεράντα για να
φάμε. Στο μεταξύ τον μικρό τον είχε πιάσει η πολυλογία του. Πρώτα μου
εξιστόρησε ό,τι έγινε στην παραλία πριν φτάσω εγώ κι έπειτα άρχισε να
παίζει με ό,τι έβρισκε στη φύση. Τα κοχύλια έγιναν κοσμήματα για τη
θάλασσα ενώ εκείνη η αγαπημένη του ήλιου. Όταν φάγαμε δε και
ξαπλώσαμε αγκαλιά στην αιώρα, ο ήλιος είχε αρχίσει να βουτά μέσα στο
νερό και τότε άρχισαν οι πολλές ερωτήσεις.

«Μαμά, γιατί ο ήλιος κάνει βουτιά στη θάλασσα και σβήνει;» με
ρώτησε και χαμογέλασα.

«Γιατί την αγαπάει και θέλει να την πάρει αγκαλιά» του απάντησα
σαν να συμμετείχα στο παραμύθι του, μα η επόμενη ερώτηση με
χτύπησε άσχημα και για μια στιγμή δεν ήξερα πώς να απαντήσω.

«Και αφού την αγαπάει, γιατί την καίει με τη φωτιά του;» με ρώτησε
με παράπονο και τον φίλησα στα μαλλιά.

«Γιατί καμιά φορά πρέπει να κάνουμε θυσίες για να είμαστε κοντά σε
αυτούς που αγαπάμε. Εκείνος την καίει με το φιλί του και αυτή τον πνίγει
στην αγκαλιά της» είπα με ένα πικρό χαμόγελο. Πήρα μία βαθιά ανάσα
και κοίταξα προς το μέρος του ήλιου ακόμα χαμογελώντας. «Όμως κάθε
μέρα αυτός θα ανεβαίνει ψηλά και θα φωτίζει τόσο δυνατά ώστε να την
κάνει να λάμπει κι εκείνη θα του το ανταποδίδει χορεύοντας» του είπα κι
εκείνος με αγκάλιασε σφιχτά.

«Κι εσύ είσαι όμορφη σαν τη θάλασσα όταν χορεύεις» μου είπε και
γέλασα. Με είχε δει ελάχιστες φορές να χορεύω, ειδικά όταν ήταν πιο
μικρός, όμως είχε περάσει πολύς καιρός από τότε και πάντα
παραπονιόταν γι’ αυτό. Του άρεσε να με βλέπει και καμιά φορά

Κυνηγοί Ζωής 411

συμμετείχε κιόλας. Τον έσφιξα επάνω μου και ανέπνευσα τη μυρωδιά
του.

«Κι εσύ είσαι ο ήλιος που μου δίνει ζωή. Μικρέ μου ήλιε,
παιχνιδιάρη» είπα και άρχισα να τον πειράζω με γαργαλητά κάνοντάς
τον να γελάσει δυνατά.

Ύστερα τα παιχνίδια κόπασαν και με το πόδι μου κουνούσα την
αιώρα για να τον νανουρίσω. Με τόσο τρέξιμο και παιχνίδι όλη την
ημέρα δεν άργησα να ακούσω αυτό το σιγανό γουργουρητό που είχε για
ροχαλητό. Τον φίλησα στο προσωπάκι προσεκτικά για να μην ξυπνήσει
και με αργές κινήσεις σηκώθηκα και τον πήρα στην αγκαλιά μου.

Ανεβήκαμε επάνω και, αφού τον έβαλα να ξαπλώσει στο κρεβατάκι
του, στάθηκα στην πόρτα για μερικά δεύτερα και τον κοίταξα. Πράγματι
ήταν ο ήλιος μου κι εγώ η θάλασσά του. Ένα γέλιο του ήταν αρκετό για
να με κάνει να χορεύω όπως το ίδιο γινόταν και με τον πατέρα του.
Όπως έκανε η μέρα τον κύκλο της έτσι είχαμε κάνει κι εμείς τον δικό μας,
αλλά τουλάχιστον είχε καλή κατάληξη γιατί στο κέντρο του γεννήθηκε ο
μικρός.

Γύρισα την πλάτη αφήνοντας την πόρτα λίγο ανοιχτή, κατέβηκα στον
κάτω όροφο αθόρυβα, άρπαξα ένα μπουκάλι κρασί και ένα ποτήρι και
βγήκα πάλι στη βεράντα. Το μοναδικό φως ερχόταν από το φεγγάρι
ψηλά και ένα κερί σιτρονέλα που είχα ανάψει. Ξάπλωσα πάλι στην
αιώρα και έγειρα το κεφάλι πίσω κοιτάζοντας το φεγγάρι και πίνοντας. Ο
σιγανός αέρας με κουνούσε ελαφρά και με χαλάρωνε σε συνδυασμό με
το αλκοόλ. Σκεφτόμουν όλα όσα έλεγα με τον μικρό πριν και το πόσο με
άγγιζαν τα λόγια του. Δεν τα έλεγε με καμία κακία και το ήξερα, όμως
ήμουν σίγουρη πως κάποια στιγμή θα με μισούσε για ό,τι είχα κάνει,
αλλά ό,τι και να μου έλεγε πάντα θα το άντεχα γιατί ήταν κομμάτι μου.
Ένα κομμάτι δικό μου, η τελειότητα η ίδια.

Οι ώρες πέρασαν με εμένα να είμαι ξαπλωμένη εκεί στην αιώρα και
μισομεθυσμένη. Δεν ήθελα να ξεφύγω στο ποτό με τον μικρό στο σπίτι,
αλλά είχα πιει αρκετά ώστε να μουδιάσω και να χαλαρώσω. Το βλέμμα
μου δεν έφυγε στιγμή από τη θάλασσα και, όπως κυλούσε το νερό με
αρμονία, ήμουν σχεδόν έτοιμη να με πάρει ο ύπνος.

412 ALEXA MERIAN

Ξαφνικά όμως κάτι χάλασε αυτή την εικόνα. Μια σκιά ερχόταν αργά
από μακριά και όσο πήγαινε πλησίαζε όλο και πιο κοντά στο σπίτι. Στην
αρχή δεν έδωσα σημασία – νόμιζα πως ήταν ακόμα ένας άνθρωπος που
του άρεσε να περπατάει τη νύχτα στην παραλία. Όμως όταν ο
προορισμός του άλλαξε και με πλησίαζε, η αίσθηση του κινδύνου
αυξήθηκε και η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά. Η σιλουέτα
άρχισε να παίρνει μορφή ενώ το φως της σελήνης μου έδινε το
πλεονέκτημα να αρχίσω να αναγνωρίζω χαρακτηριστικά. Για πολύ κακή
μου τύχη τα γνώριζα αρκετά καλά και όταν έφτασε στα σκαλιά του
σπιτιού μου και σήκωσε το βλέμμα του επάνω μου, ήμουν εκατό τοις
εκατό έτοιμη να πάθω έμφραγμα. Τινάχτηκα όρθια και στάθηκα μπροστά
του με τα χέρια σφιγμένα σε γροθιές.

«Τι στον διάολο θες εσύ εδώ;» του γρύλισα και το σοβαρό του
προσωπείο άλλαξε και μου χάρισε ένα στραβό χαμόγελο.

Δουλειά δεν είχε ο Διάολος ήρθε να παίξει με τα νεύρα τα δικά μου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 51

Το μυαλό του δεν έλεγε να καθαρίσει από τη σκέψη της και έτσι βρήκε
παρηγοριά στο γνωστό του στέκι. Ήταν ένα μπαράκι στην κοντινότερη
παραλία από το διαμέρισμά του που πήγαινε συχνά για να πιει όταν
ήθελε να μείνει μόνος και κάπως έτσι κι εκείνη τη στιγμή βρήκε
παρηγοριά εκεί. Κάθισε στη συνηθισμένη γωνία του στο μπαρ,
παρήγγειλε το πρώτο του ποτό και περίμενε τον μπάρμαν να το φτιάξει.
Ταυτόχρονα κοιτούσε γύρω του μήπως και βρει κάποιον γυναικείο
πειρασμό για τη νύχτα. Όλες τους, ως αυτή την ώρα, θα ήταν ή
μεθυσμένες ή ήδη καπαρωμένες, οπότε αρκέστηκε στο ποτό και τη
χαλαρή μουσική που έπαιζε στο βάθος.

Ήταν αρκετή ώρα εκεί κι ενώ σκεφτόταν όλα όσα έγιναν το
προηγούμενο βράδυ, κάποιος τον πλησίασε και κάθισε στο σκαμπό
δίπλα του. Δεν έκανε τον κόπο να γυρίσει να δει αν ήταν άντρας ή
γυναίκα.

«Ό,τι πίνει ο τύπος» τον άκουσε να λέει κι εκείνος έσμιξε τα φρύδια
γυρνώντας προς το μέρος του. Βρέθηκε προ εκπλήξεως όταν είδε το
πρόσωπο του. Έκανε να φύγει, όμως ο άντρας τον έπιασε γερά από το
μπράτσο για να τον σταματήσει.

«Δεν ήρθα για φασαρίες» είπε εκείνος και ο Κίλιαν κάγχασε.
«Μικρέ Άνταμς, μου φαίνεται δεν έχεις καταλάβει με ποιον μιλάς.
Τώρα άσε μου το χέρι πριν τα μυαλά σου κάνουν χάλια το μπαρ» του
είπε προειδοποιητικά, μα εκείνος δεν πτοήθηκε. Συνέχισε να τον κρατάει
ενώ ο Έιντζελ με το άλλο χέρι κρατούσε το ποτήρι με το ποτό του στα
χείλη. Ο Κίλιαν τίναξε το χέρι του μακριά καθώς τον κατέβαλε περιέργεια
για το τι μπορεί να τον ήθελε.

414 ALEXA MERIAN

«Τι στον διάολο θες από μένα;» τον ρώτησε και ο Έιντζελ
χαμογέλασε. Κοίταξε το ποτό του και, αφού ήπιε και την τελευταία
γουλιά, γύρισε προς το μέρος του και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος.

«Τίποτα το σημαντικό. Απλώς ήθελα να μου πεις τα νέα σου. Ήθελα
να μάθω πώς είναι οι μέρες σου ύστερα από τη στιγμή που γάμησες την
ψυχή της αδερφής μου και έδιωξες μακριά όποια ευτυχία θα μπορούσες
να έχεις μαζί της» είπε σαρκαστικά και αμέσως εκείνος έχασε τον
έλεγχο. Τον άρπαξε από τον γιακά του πουκαμίσου του και ο Έιντζελ
γέλασε.

«Τι έγινε, Κίλιαν; Δεν σου αρέσει η αλήθεια;» τον ρώτησε και το χέρι
του βρέθηκε στο μάγουλό του πετώντας τον κάτω. Εκείνος άγγιξε το
χείλος του και είδε εάν έτρεχε αίμα. Κάγχασε. Ο Κίλιαν στάθηκε από
πάνω του και τον κοίταξε ψυχρά.

«Αυτή είναι η δική της αλήθεια και όχι η δική μου. Η αδερφή σου
γάμησε και τη δική μου ψυχή λέγοντάς μου ψέματα και κάνοντάς με να
ρίξω τις άμυνές μου, όχι όμως για πολύ. Όλοι σε αυτή την οικογένεια
είστε ψεύτες και καθάρματα» έφτυσε τις λέξεις και έκανε να φύγει καθώς
η διάθεσή του είχε πέσει, όμως το γέλιο του Έιντζελ τον έκανε να
σταματήσει.

«Είσαι ένας τυφλός ηλίθιος» γέλασε κι εκείνος τον κοίταξε στραβά.
«Δεν βλέπεις ότι ακόμα και τώρα σε αγαπάει; Παρ’ όλο που
προσπάθησες να την καταστρέψεις εκείνη τη νύχτα, εσύ της έδωσες τα
πάντα κι εκείνη συνεχίζει και σε αγαπάει. Εχθές το βράδυ δεν ήταν η
πρώτη φορά που σε έσωσε, Κίλιαν» είπε κι εκείνος έσμιξε τα φρύδια.
Τον νεύριαζε τόσο πολύ, αυτός και οι γρίφοι του μαζί. Τον έπιασε ξανά
από τον γιακά και τον σήκωσε όρθιο σπρώχνοντάς τον προς το μπαρ.

«Τι σκατά μου λες;» τον ρώτησε και αυτός κάγχασε ξανά αρπάζοντας
το ποτήρι του Κίλιαν και πίνοντας ό,τι είχε αφήσει.

«Το μόνο που βλέπεις είναι συνωμοσίες και ψέματα, όμως όλα αυτά
είναι μία βιτρίνα που σου κλείνουν τα μάτια. Γιατί δεν πας να το
διαπιστώσεις μόνος σου; Ξέρεις που μένει, σωστά;» τον ρώτησε κι
εκείνος τον στραβοκοίταξε. Ύστερα απλώς γύρισε την πλάτη του και
άρχισε να απομακρύνεται από το μπαρ αφήνοντας πίσω εκείνον και

Κυνηγοί Ζωής 415

όλους τους θαμώνες να τους κοιτάζουν σοκαρισμένοι. Κατέβηκε στην
παραλία και έβαλε τα χέρια στις τσέπες καθώς περπατούσε μέσα στο
σκοτάδι.

Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήθελε να του πει και ένιωθε ακόμα πιο
ηλίθιος που έπαιρνε τα λόγια του τοις μετρητοίς. Οι αμφιβολίες τον
χτύπαγαν για το μήπως τον είχε βάλει εκείνη να του μιλήσει.

Το μόνο που βλέπεις είναι συνωμοσίες και ψέματα, όμως όλα αυτά
είναι μία βιτρίνα που σου κλείνουν τα μάτια.

Τα λόγια του έρχονταν ξανά μέσα στο κεφάλι του και τον θύμωναν
ακόμα περισσότερο. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί πάνω που είχε
αρχίσει να βρίσκει την ησυχία του ερχόταν αυτή για να του τη χαλάσει.
Γιατί όλα όσα του είπε ο αδερφός της μαζί με τις πράξεις της το
προηγούμενο βράδυ να του δημιουργούν περισσότερα ερωτήματα;

Σήκωσε τα μάτια και κοίταξε μπροστά ενώ η ανάσα του κόπηκε στη
μέση. Τα βήματά του τον είχαν οδηγήσει ακριβώς εκεί που του είχε πει ο
άλλος και το θέαμα που είχε μπροστά του τον αποσυντόνισε. Είχε
φτάσει στο σπίτι της κι εκείνη ήταν εκεί. Ξαπλωμένη σε μία αιώρα, έξω
στη βεράντα, έπινε κρασί και κοιτούσε τη θάλασσα. Φορούσε ένα μαύρο
τιραντάκι και αποκάτω ένα ασορτί σορτσάκι αφήνοντας τα πόδια της
εκτεθειμένα στα μάτια του. Ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται γιατί
ακόμα και μετά από τόσα χρόνια κατάφερνε να παραμείνει απίστευτα
όμορφη. Ακόμα και στην καθημερινότητά της κατάφερε να τον ερεθίζει
και αυτό ήταν τόσο λάθος, όμως ήταν εκεί μπροστά του. Την είχε
μπροστά του και όχι σαν μία απλή ανάμνηση, που του έδινε απόλαυση
και πόνο ταυτόχρονα.

Το βλέμμα της τον εντόπισε, όμως στην αρχή δεν φάνηκε να
καταλαβαίνει ποιος ήταν αφού ούτε που ταράχτηκε. Ακούσια το σώμα
του άρχισε να την πλησιάζει. Τότε εκείνη τινάχτηκε όρθια και στάθηκε
στην είσοδο του σπιτιού να τον κοιτάζει σοκαρισμένα με τα χέρια
σφιγμένα σε γροθιές.

«Τι στον διάολο θες εσύ εδώ;» του γρύλισε θέλοντας να κρύψει το
σοκ που έπαθε.

416 ALEXA MERIAN

«Περνούσα από τη γειτονιά και σκέφτηκα να πω μία καλησπέρα» την
ειρωνεύτηκε και ήταν σχεδόν σαν να έβλεπε σπίθες να βγαίνουν από τα
μάτια της.

«Δεν έχεις καμία δουλειά εδώ!» είπε αυστηρά κι εκείνος ρουθούνισε.
«Δεν νομίζεις πως έχει έρθει ώρα να μιλήσουμε χωρίς να στείλουμε ο
ένας τον άλλον στο νοσοκομείο;» τη ρώτησε και το γέλιο της του την
έδωσε στα νεύρα.
«Και ποιος νομίζεις ότι είσαι εσύ που θυμήθηκες μετά από πέντε
χρόνια ότι θες να μιλήσουμε σαν ενήλικες; Άντε μου στον διάολο,
Κίλιαν» του είπε και έκανε να φύγει, όμως δεν θα την άφηνε.
Με ένα σάλτο ανέβηκε τα σκαλιά και, πριν κλείσει την πόρτα, την
πρόλαβε βάζοντας το χέρι του για να την εμποδίσει. Την έσπρωξε και
βρέθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού της κλείνοντας πίσω του για να μην
ξεφύγει. Εκείνη με γρήγορες κινήσεις έπιασε το πρώτο πράγμα που
βρήκε μπροστά της και ετοιμάστηκε να του το φέρει στο κεφάλι, όμως
ήταν λες και δεν ήξερε με ποιον τα βάζει. Πριν προλάβει να κάνει το
οτιδήποτε, της άρπαξε τα χέρια και την πίεσε με δύναμη αναγκάζοντάς τη
να ρίξει το βάζο που κρατούσε και να γίνει θρύψαλα στο πάτωμα
κάνοντας έναν δυνατό θόρυβο. Τα σώματά τους είχαν έρθει τόσο κοντά
που έμοιαζε λες και ο χρόνος σταμάτησε και μπορούσε να δει ό,τι έκρυβε
μέσα στα μάτια της. Για μια στιγμή όσα του είπε ο αδερφός της
μπορούσε να τα δει όλα εκεί. Όταν εκείνη ξύπνησε, τον έσπρωξε με
δύναμη και απομακρύνθηκε από κοντά του γυρίζοντας την πλάτη της
παλεύοντας να πάρει ανάσα.
«Γιατί με έσωσες χθές;» τη ρώτησε κοφτά ενώ το κεφάλι του πήγαινε
να σπάσει από την πίεση. Δεν του απαντούσε και αυτό τον εκνεύριζε
ακόμα περισσότερο. Την άρπαξε με δύναμη από το μπράτσο και τη
γύρισε απότομα προς το μέρος του, όμως τα δάκρυα που έτρεχαν από τα
μάτια της τον έπιασαν απροετοίμαστο.
«Σε ρώτησα κάτι, γαμώτο! Πες μου γιατί στον διάολο το έκανες; Γιατί
εμφανίστηκες μπροστά μου μετά από τόσα χρόνια; Γιατί συνεχίζεις να
μου γαμάς τη ζωή;» φώναξε με τον θυμό να τον κατακλύζει κι εκείνη
πάλευε να φύγει από κοντά του.

Κυνηγοί Ζωής 417

«Νομίζεις ότι μόνο η ζωή η δική σου έχει γαμηθεί; Δεν έχεις ιδέα τι
έχω περάσει όλα αυτά τα χρόνια εξαιτίας σου! ΙΔΕΑ!» του φώναξε και
τότε σαν να τελείωσε το οξυγόνο από το δωμάτιο ακούστηκε μία τρίτη
φωνή. Το κεφάλι του μούδιασε.

«Μαμά;» είπε και αμέσως την άφησε απότομα σαν να τον χτύπησε
ηλεκτρικό ρεύμα. Εκείνη σκούπισε τα δάκρυά της γρήγορα και γύρισε
προς το μέρος της σκάλας αφήνοντάς του χώρο να δει από πού ερχόταν
αυτή η φωνούλα. Ήταν ένα αγόρι ντυμένο με τις πιτζάμες του και με
ανακατεμένα ξανθά μαλλιά που έτριβε τα ματάκια του για να τους δει
καλύτερα. Εκείνη πλησίασε τον μικρό λυγίζοντας τα γόνατα και
παίρνοντάς τον στην αγκαλιά της. Αυτός μόλις είδε τον Κίλιαν ξέσπασε
σε τρανταχτά κλάματα.

«Όχι, όχι, μωρό μου. Όλα είναι καλά, ησύχασε» του είπε με έναν
γλυκό τόνο στη φωνή της που δεν τον είχε ακούσει ποτέ ξανά και έκανε
την καρδιά του να σφίγγεται. Αμέσως θυμήθηκε τη συνομιλία της στο
τηλέφωνο και, όπως αποδεικνυόταν, δεν ήταν κάποιος άντρας όπως είχε
υποθέσει αλλά ο γιος της.

Ο μικρός δεν έλεγε να σταματήσει το κλάμα και ο Κίλιαν κόντευε να
λιποθυμήσει από την έλλειψη οξυγόνου.

«Σε παρακαλώ, αγάπη μου, σταμάτα να κλαις. Σου είπα πως όλα
είναι εντάξει. Πάμε να ξαπλώσεις» του είπε για να τον ηρεμήσει κι ενώ
τον σήκωσε, κοίταξε τον Κίλιαν για μερικά δεύτερα με τρόμο και ύστερα
του γύρισε την πλάτη.

«Φύγε» είπε στεγνά, όμως εκείνος δεν την άκουσε. Δεν κουνήθηκε
ούτε χιλιοστό από τη θέση του. Αντ’ αυτού την έβλεπε να ανεβαίνει τα
σκαλιά και να χάνεται.

Το κλάμα του μικρού συνεχιζόταν, όμως μετά από λίγο σταμάτησε
και μπορούσε να ακούσει τη φωνή της μέσα στην ησυχία να του μιλάει.
Δεν άκουγε ακριβώς τι του έλεγε παρά μόνο ένα μουρμουρητό και όσο
συνέχιζε τόσο τρελαινόταν. Κάθισε στον καναπέ στηρίζοντας τους
αγκώνες στα γόνατά του και φέρνοντας τις γροθιές στο στόμα του.
Κοιτούσε το κενό ενώ ο πονοκέφαλός του εξελισσόταν σε ημικρανία και
το στομάχι του γύριζε σε σημείο να ανακατεύεται. Τόσο πολλές σκέψεις

418 ALEXA MERIAN

και τόσες εικασίες που δεν ήξερε τι να πρωτοσκεφτεί και τι να πιστέψει.
Αυτό που όμως τον παραξένεψε πιο πολύ από όλα ήταν τα μάτια του
μικρού που όταν τον είδαν αμέσως σπάραξε στο κλάμα. Ήταν
καταγάλανα και μια τρελή ιδέα που του είχε καρφωθεί στο μυαλό και τον
βασάνιζε δίχως οίκτο.

Τα λεπτά μέχρι να ακούσει τα βήματά της στα σκαλιά πέρασαν πιο
βασανιστικά από όλα αυτά τα χρόνια που είχαν περάσει μακριά της.
Μέχρι και που κατέβηκε το τελευταίο σκαλί εκείνος δεν κουνήθηκε και
περίμενε.

«Σου ζήτησα να φύγεις» είπε ψυχρά και, σαν να ξύπνησε, τινάχτηκε
όρθιος και στάθηκε απέναντί της με τα χέρια σφιγμένα σε γροθιές.

«Όχι, έρωτα. ΤΩΡΑ θα τα πούμε ΟΛΑ! Δεν φεύγω αν δεν μου πεις
την αλήθεια για τα πάντα» είπε έντονα κι εκείνη τον κοίταξε άγρια.

Δεν με τρομάζεις, γατούλα. Όχι ύστερα από όσα είδα σήμερα,
σκέφτηκε και περίμενε.

«Δεν υπάρχει καμία αλήθεια που πρέπει να μάθεις και αν δεν το
βουλώσεις και δεν φύγεις αυτή τη στιγμή από το σπίτι μου, θα σε
πάρουν σε κομμάτια» τον απείλησε και πρώτη φορά την έβλεπε τόσο
αλύγιστη.

Παρ’ όλο που προσπάθησες να την καταστρέψεις εκείνη τη νύχτα, εσύ
της έδωσες τα πάντα κι εκείνη συνεχίζει και σε αγαπάει. Εχθές το βράδυ
δεν ήταν η πρώτη φορά που σε έσωσε, Κίλιαν.

Τα λόγια του αδερφού της ήρθαν ξανά στο κεφάλι του και πείσμωσε
ακόμα πιο πολύ.

«Δεν πάω πουθενά αν δεν μου πεις τίνος είναι το παιδί» γρύλισε και
το κορμί της πήρε αμέσως μία αμυντική στάση.

«Σε ρώτησα κάτι, Βαλεντίν» επέμεινε κι εκείνη έκλεισε για μία στιγμή
τα μάτια της. Όταν τα σήκωσε ξανά, μέσα τους υπήρχε το απόλυτο κενό.

«Δεν είναι δικό σου» είπε ψυχρά και τα αυτιά του άρχισαν να
βουίζουν.

Γιατί; Γιατί ένιωθε λες και ο κόσμος του έσπασε σε εκατομμύρια
μικρά κομματάκια; Γιατί η απάντησή της τον πόνεσε τόσο πολύ;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 52

Όταν εμφανίστηκε ο μικρός στα σκαλιά, νόμιζα πως θα σταματήσει η
καρδιά μου. Προσπάθησα να τον ηρεμήσω, αλλά και μόνο η παρουσία
του πατέρα του, έκανε όλους τους εφιάλτες του αληθινούς. Τον κράτησα
σφιχτά στην αγκαλιά μου και αυτή τη στιγμή μισούσα τον άλλον που τον
έκανε να κλάψει τόσο πολύ.

«Φύγε» του είπα παγερά και αμέσως ανέβηκα στον επάνω όροφο. Ο
μικρός στην αγκαλιά μου ένιωθε ασφάλεια και με κρατούσε σφιχτά για
να μην τον αφήσω. Για ένα ακόμα βράδυ θα κοιμόταν μαζί μου – δεν
ήθελα να τον αφήσω μόνο του. Μόλις ξαπλώσαμε στο κρεβάτι μου και
τον σκέπασα, με κοίταξε με τα μάτια γεμάτα δάκρυα και ένιωσα να
λιώνω.

«Δεν-δεν θέλω να με πάρει» ψέλλισε μέσα από τους λυγμούς του και
άρχισα να τον φιλάω σε όλο του το πρόσωπο για να τον καθησυχάσω.

«Όχι, μωρό μου, δεν θα σε πάρει. Ήρθε μόνο να μιλήσουμε, τίποτα
άλλο» του είπα την αλήθεια και σε συνδυασμό με την αγκαλιά μου
άρχισε να ηρεμεί λιγάκι.

«Γιατί φωνάζατε;» με ρώτησε και αναστέναξα απελπισμένα.
«Δεν φωνάζαμε, μιλούσαμε και δεν ξέραμε ότι θα ακουγόμαστε τόσο.
Ο... μπαμπάς και η μαμά είναι χαζοί, αλλά δεν θα ξανασυμβεί, σ’ το
υπόσχομαι» είπα ενώ κι εγώ ήθελα να βάλω τα κλάματα. Ήμουν σίγουρη
πως ο άλλος δεν είχε φύγει και θα έπρεπε να τον αντιμετωπίσω μετά
από αυτό, όμως πλέον δεν είχα την επιλογή να το σκάσω μακριά. «Καλά,
αλλά άμα σε κάνει να κλάψεις ξανά, θα του κάνω όλα όσα μου

420 ALEXA MERIAN

έμαθε ο θείος Έιντζελ!» είπε με πείσμα και νεύρο και δεν άντεξα χωρίς
να γελάσω.

«Έννοια σου και θα τον κανονίσω τον θείο σου με αυτά που πάει και
σου μαθαίνει. Άντε, ύπνο τώρα» είπα και τον σκέπασα καλά μέχρι
πάνω. «Σ’ αγαπάω πολύ».

Άφησα ένα φιλί στο μέτωπό του και βγήκα από το δωμάτιο, μόνο που
αυτή τη φορά έκλεισα την πόρτα καλά. Καθώς κατέβαινα τα σκαλιά,
μπορούσα να μυρίσω το άρωμά του. Η καρδιά μου χτύπησε ακόμα πιο
γρήγορα και μάζεψα ο,τι κουράγιο μου είχε απομείνει για να τον
αντιμετωπίσω. Καθόταν στον καναπέ και κοιτούσε μπροστά του
σκεπτικός. Τον είχε φρικάρει η εικόνα του μικρού και είμαι σίγουρη πως
είχε αμέτρητες ερωτήσεις.

«Σου ζήτησα να φύγεις» του είπα ψυχρά και αμέσως τινάχτηκε
όρθιος και πλησίασε προς το μέρος μου.

«Όχι, έρωτα. ΤΩΡΑ θα τα πούμε ΟΛΑ! Δεν φεύγω αν δεν μου πεις
την αλήθεια για τα πάντα». Ο τόνος του ήταν έντονος, όμως χωρίς να
φωνάζει αυτή τη φορά. Τον κοίταξα άγρια, παρ’ όλο που ήξερα πως δεν
θα τον τρόμαζα, αλλά και μόνο που έκανε τον γιο μου να κλάψει ήθελα
να του βγάλω τα μάτια.

«Δεν υπάρχει καμία αλήθεια που πρέπει να μάθεις και αν δεν το
βουλώσεις και δεν φύγεις αυτή τη στιγμή από το σπίτι μου, θα σε
πάρουν σε κομμάτια» γρύλισα μέσα από τα δόντια μου και το εννοούσα.

«Δεν πάω πουθενά αν δεν μου πεις τίνος είναι το παιδί» είπε και
πάγωσα. Έσφιξα τα χέρια σε γροθιές και ασυναίσθητα πήρα μία τελείως
αμυντική στάση. Φυσικά και θα το είχε καταλάβει, δεν πίστεψα στιγμή
ότι ήταν χαζός. Όμως τι να του έλεγα; Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει
έτσι γρήγορα που χτυπούσε.

«Σε ρώτησα κάτι, Βαλεντίν» είπε ξανά και έκλεισα τα μάτια μου. Δεν
ήθελα να τον πληγώσω. Ακόμα και μετά από όλα όσα είχαν γίνει δεν
ήθελα, όμως έπρεπε να το κάνω για τον ίδιο λόγο. Θα έπαιρνε την ίδια
απάντηση που πήραν όλοι όσοι το έμαθαν και με ρώτησαν το ίδιο
πράγμα. Ο Εμίλιος ήταν και θα είναι μόνο δικός μου.

Κυνηγοί Ζωής 421

Όταν άνοιξα τα μάτια, είχα κλειδώσει όλα μου τα συναισθήματα για
να μην αφήσω τον εαυτό μου να πληγωθεί ξανά.

«Δεν είναι δικός σου» είπα και, όπως το περίμενα, τα μάτια του
πρόδωσαν ό,τι ένιωθε. Πατέρας και γιος είχαν τα ίδια εκφραστικά μάτια.

«Είναι δικό μου το παιδί και κανενός άλλου» είπα με πείσμα κι
εκείνος αμέσως χαλάρωσε τη στάση του και έκανε μερικά βήματα πίσω.
Δεν του έκρυψα την αλήθεια, απλά δεν την είπα ολόκληρη.

«Μάλιστα. Πόσο χρονών είναι;» με ρώτησε πιο ήρεμα αυτή τη φορά
και χαλάρωσα κι εγώ τη στάση μου.

«Πριν έναν μήνα έγινε πέντε» είπα και ένιωσα σαν ποντίκι που είχε
πιαστεί στη φάκα.

«Τι μαλακίες μου λες; Πως γίνεται να μην–» πήγε να πει, όμως τον
διέκοψα.

«Έγινε μετά από σένα. Προσπάθησα να φτιάξω τη ζωή μου και έτσι
ήρθε ο Βίκτορ» του εξήγησα και αμέσως τσιτώθηκε και έσφιξε τις γροθιές
του. Δεν ήθελα να του πω το πρώτο του όνομα γιατί τότε θα καταλάβαινε
ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και τότε θα έριχνε το σπίτι κάτω από τα νεύρα
του.

«Και πού είναι ο πατέρας του;» είπε με μίσος και κάπου αναγνώρισα
τη ζήλια.

«Έκανε αυτό που κάνετε όλοι οι άντρες μόλις μάθετε κάτι και τα
βρείτε σκούρα. Με παράτησε. Δεν ήθελε ούτε καν να με δει για να μάθει
για το παιδί του και έτσι τον μεγάλωσα μόνη μου. Προσπάθησα να τον
βρω και να του μιλήσω, όμως ήταν εξαφανισμένος. Και τώρα που έμαθες
όλα όσα ήθελες να μάθεις, σήκω και φύγε αυτήν τη στιγμή και μην
ενοχλήσεις ούτε εμένα αλλά ούτε και τον γιο μου, ποτέ ξανά» είπα και το
πρόσωπό του σκοτείνιασε. Έκανε ένα βήμα μπροστά και σήκωσε τον
δείκτη προς το μέρος μου.

«Δεν έχουμε τελειώσει εμείς οι δύο» μου γρύλισε προειδοποιητικά.
«Τελειώσαμε την ημέρα που με βίασες για να πάρεις εκδίκηση. Φύγε,
Κίλιαν» του είπα ψυχρά και κατάλαβα πως αυτό για εκείνον ήταν αλάτι
στην πληγή. Δεν είπε κάτι άλλο και αντ’ αυτού γύρισε την πλάτη του και
έφυγε.

422 ALEXA MERIAN

Μόλις έκλεισε την πόρτα, τα γόνατά μου δεν με άντεξαν και
σωριάστηκα στο πάτωμα. Ένιωσα λες και μπήκε απότομα αέρας στα
πνευμόνια μου και με έπνιξε. Το να τον βλέπω μετά από τόσα χρόνια δεν
ήξερα πόσο καλό και πόσο κακό μου έκανε. Δεν ήθελα να του πω πως
υπήρχε άλλος, μιας κι εκείνος με άγγιξε τελευταία φορά.

Ήταν αρκετές οι φορές που λύγισα και προσπάθησα να τον βρω για
να του πω για τον Εμίλιο, όμως εκείνος δεν ήθελε ούτε να ακούει το
όνομά μου. Ήθελα να ήταν μαζί μου στην κλινική, όμως ακόμα κι εκείνη
την ημέρα που προσπάθησα να του τηλεφωνήσω, ήταν εξαφανισμένος.
Ύστερα από τόσες προσπάθειες το είχα πάρει απόφαση πως δεν είχε
καμία θέση στη ζωή του γιου μου αλλά και τη δική μου, όμως ακόμα και
τόσα μετά χρόνια έκανε την καρδιά μου να χορεύει.

Στάθηκα ξανά στα πόδια μου και προσπάθησα να συνέλθω. Πήγα
στην κουζίνα, έριξα λίγο παγωμένο νερό στο πρόσωπό μου και γύρισα
πάλι πίσω στο σαλόνι για να μαζέψω το χάος που είχαμε δημιουργήσει
για μία ακόμη φορά. Μόλις το έκανα, άρπαξα το κινητό μου και πήρα τη
Ροσέλ στο τηλέφωνο.

«Στον ύπνο σου με έβλεπες και με πήρες τέτοια ώρα;» με ρώτησε
νυσταγμένα και τότε ξέσπασα.

«Ρος, ήταν εδώ» είπα πνιχτά και ύστερα μου ξέφυγε ένας λυγμός.
«Βαλ, τι έγινε; Ποιος ήταν εκεί;» με ρώτησε αναστατωμένα και πήρα
μία βαθιά ανάσα για να μπορέσω να της μιλήσω.
«Ο Κίλιαν ήρθε από το σπίτι και όχι μόνο τσακωθήκαμε, είδε και τον
μικρό» είπα και την άκουσα να μιλάει σε κάποιον.
«Σκατά! Σήκω, σήκω, πρέπει να φύγουμε! Ξύπνα, ρε ηλίθιε!» φώναξε
και από τα μουρμουρητά κατάλαβα πως κοιμόταν με τον Λίαμ.
Παρ’ όλο που της είπα πως δεν χρειαζόταν να έρθει, εκείνη δεν
σήκωνε αντιρρήσεις. Πράγματι μετά από λίγο είχαν φτάσει με τον Λίαμ
και προσπαθούσαν να με ηρεμήσουν. Μάταια όμως.Δεν είχε και τα
καλύτερα αποτελέσματα.
«Ρος, δεν είμαι καλά. Γιατί έπρεπε να έρθει;» μουρμούρισα κι εκείνη
αναστέναξε.

Κυνηγοί Ζωής 423

«Δεν ξέρω, Βαλ. Κι εμένα δεν μου είπε τίποτα. Του είπες πως είναι
δικός του;» με ρώτησε και το σφίξιμο στο στομάχι μου έγινε πιο έντονο.

«Όχι. Δεν του είπα όλη την αλήθεια» παραδέχτηκα ένοχα και
ξεφύσηξαν και οι δύο ταυτόχρονα. Ήξερα ότι θα άρχιζαν τη μουρμούρα
και φυσικά είχα δίκιο.

«Αμάν, ρε Βαλ! Έχετε μία ευκαιρία να είστε ευτυχισμένοι και οι δύο
ύστερα από όλα όσα περάσατε και την πετάτε πάλι στα σκουπίδια»
παραπονέθηκε η Ροσέλ και έκρυψα το πρόσωπο στα χέρια μου.

«Δεν θέλω να γίνει έτσι, Ρος. Θέλω να γυρίσει πίσω γιατί με αγαπάει
κι επειδή με συγχωρεί, όχι επειδή έκανε τη μαλακία και με γκάστρωσε.
Θέλω να μας αγαπάει και τους δύο, ειδάλλως δεν μπορώ να τον δεχτώ.
Όχι όταν ξέρω ότι ακόμα με κατηγορεί για σφάλματα που δεν ήταν καν
δικά μου» της είπα ειλικρινά και ασυναίσθητα έσφιξα τις γροθιές μου.
«Με πονάει που είμαι μακριά του και όσο περνάει ο καιρός, ο πόνος
γίνεται αφόρητος, μα, αν είναι να βρίσκεται κοντά μου, δεν θέλω να τον
κάνει χειρότερο. Θέλω να τον απαλύνει κι εγώ με τη σειρά μου να
απαλύνω τον δικό του. Ξέρω πως δεν μπορώ να αλλάξω το παρελθόν,
μα το μέλλον είναι στα δικά μου χέρια πλέον» είπα έντονα.

Το κινητό του Λίαμ χτύπησε και μόλις είδε την οθόνη, βγήκε έξω για
να μιλήσει. H Ροσέλ με πλησίασε και τύλιξε τα χέρια της γύρω μου.

«Ρος, δεν έχω όρεξη για αγκαλιές. Ο αδερφός σου κατάφερε για μία
ακόμη φορά να με ρίξει στα Τάρταρα» είπα και αναστέναξε.

«Βαλ, θες να του μιλήσω εγώ; Να του πω πώς έχουν τα πράγματα
και μετά να μιλήσετε ήρεμα για να βρείτε μία λύση; Θα έκανε καλό και
στον μικρό να γνώριζε τον πατέρα του, το ίδιο και σε εκείνον. Μπορεί να
γινόταν ξανά ο αδερφός που ήξερα και αγαπούσα».

Τα λόγια της με χτύπησαν άσχημα. Απομακρύνθηκα από κοντά της
και σηκώθηκα όρθια. Άρχισα να πηγαινοέρχομαι.

«Εγώ φταίω. Αν δεν είχα μπλεχτεί από την αρχή, δεν θα είχατε έρθει
σε αυτό το σημείο. Καλύτερα να έμενα κλεισμένη στο σπίτι».

«Και πάλι θα συναντιόμασταν, γιατί όλο αυτό ήταν παραπάνω από
μία απλή σύμπτωση. Εσύ με τον αδερφό μου ήταν γραφτό να βρεθείτε
και να είστε μαζί, ό,τι και να μου λέτε. Σταμάτα τώρα τις βλακείες και

424 ALEXA MERIAN

ηρέμησε. Θα βρούμε μία λύση» είπε. Ήθελα τόσο πολύ να της πω ότι
έκανε λάθος, όμως δεν πρόλαβα να κάνω τίποτα. Η πόρτα ξαφνικά
άνοιξε και πρώτος μπήκε ο Έιντζελ, ύστερα ακολούθησε ο Λίαμ με έναν
πολύ μεθυσμένο Κίλιαν να κρέμεται από τους ώμους του.

«Πουτάνα! Είσαι μία πουτάνα!» φώναζε, αλλά δεν είχε ιδέα ότι ήταν
στο σπίτι μου. Νόμιζε ότι ακόμα βρισκόταν κάπου αλλού.

«Τι στον διάολο τον φέρατε εδώ; Πηγαίνετε στην κουζίνα, γιατί έτσι
και ξυπνήσει πάλι τον μικρό, οξύ θα του ρίξω για να ξεμεθύσει!» είπα
έντονα και τα αγόρια έκαναν ακριβώς ό,τι τους ζήτησα.

Στο μεταξύ εγώ και η Ροσέλ ανεβήκαμε στον επάνω όροφο. Ευτυχώς
η πόρτα του δωματίου μου ήταν κλειστή. Την ανοίξαμε σιγά σιγά και
βάλαμε μόνο τα κεφάλια μας μέσα. Για καλή μου τύχη ο μικρός είχε
αποκοιμηθεί τόσο καλά που δεν είχε καταλάβει ακόμα τι γινόταν κάτω.
Έκλεισα πάλι την πόρτα και στήριξα την πλάτη μου πάνω στον τοίχο
βάζοντας το κεφάλι μέσα στα χέρια μου.

«Τι θα κάνω; Άμα κατέβω κάτω, θα του σπάσω το κεφάλι ενώ άμα
μείνω εδώ και συνεχίζει να φωνάζει, θα ξυπνήσει τον μικρό ξανά και
πάλι θα του σπάσω το κεφάλι» είπα απελπισμένα κι εκείνη χαχάνισε
κάνοντάς με να την αγριοκοιτάξω.

«Είσαι σοβαρή τώρα; Γιατί γελάς;» είπα και το γέλιο της έγινε πιο
έντονο.

«Εντάξει, σταματάω. Θα πάρω εγώ με τον Λίαμ τον μικρό να μείνει σε
εμάς. Εσύ κάτσε να τον ηρεμήσεις και να μιλήσετε» είπε και τέντωσα τα
μάτια μου.

«Όχι, όχι! Εγώ μόνη μου μαζί του δεν μένω! Αυτός είναι ικανός να με
στραγγαλίσει επειδή τον “απάτησα”. Άμα μάθει κιόλας ότι του είπα
ψέματα, κάηκα» είπα απελπισμένα και τότε άκουσα έναν δυνατό ήχο
αποκάτω και κάτι να σπάει. Κοιτάχτηκα με τη Ροσέλ και αμέσως
κατεβήκαμε κάτω. Ο Κίλιαν ήταν πεσμένος στο πάτωμα της κουζίνας και
χτυπιόταν ενώ οι άλλοι δύο προσπαθούσαν να τον συνεφέρουν.

«Τι στο καλό; Τι έγινε;» ρώτησα και η αδερφή του έτρεξε στο πλάι
του.

Κυνηγοί Ζωής 425

«Λίαμ, τι συμβαίνει;» τον ρώτησε αγχωμένα και από το πόσο
σοβαρός έδειχνε καταλάβαινα πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Ο μαλάκας δεν έχει πιει μόνο ποτό, μα και κάτι άλλο. Πρέπει να
ξεράσει αμέσως» είπε και ένιωσα να μου κόβονται τα πόδια.

Κοιτάχτηκα με τον Έιντζελ καθώς είχαμε περάσει μία παρόμοια
κατάσταση όταν ήταν πιο μικρός σε μία προσπάθειά του να
επαναστατήσει.

«Ροσέλ, Λίαμ, πηγαίνετε να πάρετε τον μικρό» είπα ψυχρά και με
κοίταξαν.

«Δεν θα ήταν καλύτερα αν τον πηγαίναμε στο νοσοκομείο;» είπε η
Ροσέλ, μα ο Λίαμ την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε για να φύγουν
από την κουζίνα. Πλησίασα τον Έιντζελ που ήταν σκυθρωπός και τον
άλλον που ακόμα χτυπιόταν.

«Βοήθησέ με να τον γυρίσω ανάποδα» είπα.
Και μόνο που τον πίεσα στην κοιλιά, άρχισε να βγάζει όλο το
περιεχόμενο από το στομάχι του στο πάτωμα της κουζίνας. Τον
κρατούσα στα χέρια μου ενώ η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Στο
μεταξύ οι άλλοι είχαν κατέβει με τον μικρό που κοιμόταν στην αγκαλιά
του Λίαμ και η Ροσέλ ήρθε να μας ειδοποιήσει ότι θα φύγουν.
«Πείτε στον μικρό όταν ξυπνήσει πως έπρεπε να πάω για δουλειά και
γι’ αυτό τον πήρατε εσείς. Αν δεν έχετε κάτι να κάνετε το πρωί, πηγαίνετε
στην παραλία σαν να είναι όλα φυσιολογικά και θα έρθω κι εγώ όταν
ξεμπερδέψουμε ή θα στείλω κάποιον να τον πάρει» είπα κι εκείνη δεν
μου έφερε αντίρρηση.
«Σε παρακαλώ, κράτα με ενήμερη» είπε ανήσυχα και ένευσα
καταφατικά. Όταν έφυγαν, ο Έιντζελ με βοήθησε να τον ανεβάσουμε
στον επάνω όροφο και στο μπάνιο που βρισκόταν στο δικό μου
δωμάτιο. Εκείνος παραμιλούσε και με έβριζε ακόμα ενώ έλεγε πως καμία
γυναίκα δεν είναι άξια εμπιστοσύνης και όλα τα σχετικά. Ήμουν πολύ
κοντά στο να τον αφήσω στη μοίρα του και να πάω για ύπνο. Όμως δεν
το έκανα. Τον αγαπούσα υπερβολικά πολύ για να μη νοιαστώ.
«Βάλ’ τον μέσα στην μπανιέρα» είπα στον Έιντζελ ήρεμα.

426 ALEXA MERIAN

Άνοιξα το παγωμένο νερό να τρέξει επάνω του κι εκείνος συνέχισε να
μουρμουράει. Στο μεταξύ ο αδερφός μου με τράβηξε λίγο πιο πέρα και με
πήρε στην αγκαλιά του. Δεν μιλούσε, αλλά και πάλι ήξερα τι σκεφτόταν.

«Είναι όλα εντάξει» του είπα και με έσφιξε.
«Τι θα κάνεις μαζί του;» με ρώτησε όταν πια ηρέμησε.
Αναστέναξα. Τον κοίταξα που καθόταν μισολιπόθυμος στην
μπανιέρα και μουρμούραγε πράγματα για μένα.
«Θα τον κάνω να συνέλθει και μετά θα τον χτυπήσω. Εσείς πως
βρεθήκατε εξαρχής εδώ πέρα;» τον ρώτησα και ξαφνικά τον έπιασε
αμηχανία. Τον κοίταξα με απορία, όμως δεν πρόλαβε να μου απαντήσει
γιατί ο άλλος άρχισε πάλι να κάνει εμετό και να βογκάει. Άφησα το
πλευρό του Έιντζελ και τον πλησίασα. Κράτησα το πρόσωπό του στα
χέρια μου και τον κοίταξα αγχωμένα. Τα μάτια του ήταν κλειστά και η
ανάσα του βαριά.
«Κίλιαν; Κίλιαν, με ακούς;» του είπα ήρεμα και τότε τινάχτηκε και
έκρυψε το κεφάλι μέσα στα χέρια του ενώ άρχισε να παραμιλάει.
«Φύγε από το κεφάλι μου, καταραμένη! ΦΥΓΕ!» φώναξε
απελπισμένα και η εικόνα του με πλήγωσε όσο τίποτα. Το να τον βλέπω
αδύναμο και σε αυτή την κατάσταση έμοιαζε σαν ένας από τους εφιάλτες
μου· μόνο που αυτό ήταν χειρότερο.
«Άφησέ μας μόνους» είπα στον αδερφό μου και ευτυχώς το έκανε.
Σηκώθηκα όρθια και αφού έκλεισα το νερό, μπήκα μέσα στην
μπανιέρα και κάθισα απέναντί του φέρνοντας τα πόδια μου πάνω στο
στήθος μου. Τον κοιτούσα και περίμενα μέχρι να ηρεμήσει κάπως για να
του μιλήσω.
«Σε μισώ. Με έχεις καταστρέψει» μουρμούρισε και έκλεισα τα μάτια.
Ασυναίσθητα άπλωσα το χέρι μου και το έβαλα πάνω στο δικό του, κάτι
που τον έκανε να τιναχτεί.
«Όχι! Δεν γίνεται να σε βλέπω και μπροστά μου τώρα, δαίμονα!»
φώναξε και δεν άντεξα. Έκανα ένα από τα πράγματα που ήθελα από τη
στιγμή που τον είδα. Σήκωσα το χέρι μου και του άστραψα ένα τόσο
δυνατό χαστούκι που είμαι σίγουρη πως τον ξύπνησε. Τα μάτια του, αν

Κυνηγοί Ζωής 427

και χαμένα, προσπάθησαν να συγκεντρωθούν επάνω μου. Με κοίταξε
μπερδεμένα.

«Τι κάνεις εσύ εδώ; Τι έγινε;» είπε σαν χαμένος και έπεσα πάνω του
ενώ άρχισα να τον βαράω και να του φωνάζω.

«Νομίζεις πως μόνο εγώ σε κατέστρεψα; Είσαι ένας ηλίθιος! Μέσα
σε δύο μέρες κατάφερα να σε χάσω οριστικά κι εσύ ακόμα συνεχίζεις
και είσαι τυφλός! Είσαι μαλάκας!» του φώναζα ανεξέλεγκτα και άρχισα
πάλι να κλαίω.

Εκείνος προσπαθούσε να αποφύγει τα χτυπήματά μου μέχρι που στο
τέλος άρπαξε τα χέρια μου και με κράτησε σφιχτά πάνω του. Εκείνη τη
στιγμή όλα έμοιαζαν σαν να πάγωσαν και το σώμα μου μούδιασε στην
αγκαλιά του. Ο πόνος σχεδόν εξαφανίστηκε. Αλλά το κλάμα μου έγινε
πιο γοερό.

«Γιατί, Κίλιαν; Γιατί;» ψέλλισα κι εκείνος με άφησε να απομακ-
ρυνθώ. Έπεσα πάλι πίσω και τον κοίταξα ενώ προσπαθούσα να
σκουπίσω τα δάκρυά μου.

«Βαλεντίν, γιατί είμαι σπίτι σου;» με ρώτησε ήρεμα και κατάπια με
δυσκολία.

«Δεν ξέρω πώς βρέθηκες εδώ. Η πόρτα μου άνοιξε ξαφνικά και σε
κουβαλούσαν ο Λίαμ με τον Έιντζελ. Δεν θυμάσαι τίποτα;» τον ρώτησα.

«Απλώς νιώθω χάλια» μουρμούρισε αποφεύγοντας το βλέμμα μου.
«Τι άλλο ήπιες πέρα από το ποτό;» τον ρώτησα και φάνηκε
μπερδεμένος. Σήκωσε τα μάτια του πάνω μου και παρατήρησα πως ήταν
κατακόκκινα. Και μείναμε έτσι. Εκείνος κοιτούσε μέσα στα δικά μου κι
εγώ στα δικά του. Κανείς δεν μιλούσε, αλλά η σιωπή ήταν πιο
εκκωφαντική από ποτέ.
Η ώρα πέρασε αρκετά όταν ξαφνικά σαν κάτι να τον ξύπνησε και
φάνηκε πιο νευρικός.
«Ο γιος σου; Πού είναι;» με ρώτησε και πήρα μία κοφτή ανάσα.
Ήθελα να του φωνάξω πως ήταν δικός μας, όμως δεν μπορούσα. Δεν
είχα το κουράγιο ακόμα.
«Είναι με τον Λίαμ και την αδερφή σου» είπα και αμέσως
προσπάθησε να σηκωθεί, όμως το σώμα του δεν συνεργαζόταν και το

428 ALEXA MERIAN

γεγονός ότι ήταν βρεγμένος δεν τον βοήθησε. Έπεσε στα πλακάκια
βγάζοντας μία πνιχτή κραυγή.

Βγήκα από την μπανιέρα και έπεσα δίπλα του. Τον βοήθησα να
σηκωθεί και ευτυχώς με βοήθησε κι εκείνος να τον μεταφέρω. Τον έβαλα
να καθίσει στο κρεβάτι μου και παρατήρησα πως ήταν κατάχλομος. Με
τρεμάμενα χέρια του έβγαλα το πουκάμισό του που ήταν βρεγμένο και
παρατήρησα πως στο σώμα του είχε μερικές μελανιές που δεν είχα ιδέα
πώς είχαν προκληθεί.

«Κίλιαν, νομίζω πως πρέπει να πάμε σε ένα νοσοκομείο» του είπα
ήρεμα και κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

«Θα περάσει. Από το ποτό είναι» είπε και έσφιξα τις γροθιές μου.
«Ναι, ενώ το να ρισκάρεις να πας από υπερβολική δόση ή από
ηλίθια μίξη δεν έχει καμία απολύτως σχέση» είπα ειρωνικά και με
αγριοκοίταξε.
«Δεν ξέρω τι μαλακίες μου λες, όμως εγώ δεν πήρα τίποτα άλλο.
Ήπια πολύ. Και στο κάτω κάτω εσένα τι σε νοιάζει τι κάνω εγώ; Εσύ
έχεις τη ζωή σου και είσαι μια χαρά».
«Ναι, σωστά. Μου έδωσες να το καταλάβω όταν με έλεγες
επανειλημμένα πουτάνα. Έχεις δίκιο, δεν θα έπρεπε να με νοιάζει, όμως
από τη στιγμή που βρίσκεσαι στο σπίτι μου, με τον γιο μου μέσα, θέλω
να ξέρω τον λόγο» είπα ενώ προσπάθησα να κρύψω το πόσο με είχε
πληγώσει. Ξανά. «Είναι αργά. Κοιμήσου εδώ» είπα παραιτημένα και
γύρισα την πλάτη μου για να φύγω, όμως με έπιασε απροετοίμαστη. Το
χέρι του τυλίχτηκε με δύναμη γύρω από το δικό μου και με τράβηξε πάνω
του έτσι που πέσαμε και οι δύο πίσω στο κρεβάτι. Με κρατούσε σφιχτά
επάνω του και ένιωθα τα χέρια του να τρέμουν.
«Συγγνώμη. Συγγνώμη για όλα» μουρμούρισε ψιθυριστά και
κοκάλωσα. Άρχισαν και τα δικά μου χέρια να τρέμουν, όμως δεν ήθελα
να με αφήσει. Γαντζώθηκα από πάνω του και προσπάθησα να ηρεμήσω
την καρδιά μου. Δεν το γλίτωνα το έμφραγμα έτσι όπως το πηγαίναμε,
όμως τον ήθελα τόσο πολύ που με πονούσε.
Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα μέσα στα μάτια του. Εκείνος τα είχε
κλειστά και κάτι λαμπύριζε στις βλεφαρίδες του. Ένιωθα τόσο

Κυνηγοί Ζωής 429

κουρασμένη από όλα που το μόνο που ήθελα ήταν να ξεκουραστώ και
όταν ξυπνήσω να έχουν τελειώσει όλα. Έκρυψα το πρόσωπό μου στην
αγκαλιά του και έκλεισα τα μάτια ενώ άκουγα την καρδιά του που
χτυπούσε κι εκείνη σαν τρελή. Το δέρμα του ήταν ζεστό και η μυρωδιά
του ήταν ίδια όπως τότε. Έκλεισα τα μάτια και αφέθηκα στα χέρια του.
Όλα τα προβλήματα μπορούσαν να περιμένουν μέχρι το ξημέρωμα για
να λυθούν. Τόσα χρόνια αναμονής ήταν αρκετά για να χαραμίσω έστω
και μία μικρή στιγμή στην αγκαλιά του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 53

Το στομάχι του πονούσε και αυτό ήταν η αιτία που όλο το βράδυ πάλευε
να κοιμηθεί. Το πρωί όμως ήταν διαφορετικά. Από τη μία ένιωθε το
στόμα του γεμάτο οινόπνευμα και το κεφάλι του να γυρνάει, όμως κατά
κάποιο τρόπο ήταν άνετα. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε το ξύλινο ταβάνι
απορώντας, όμως όταν ένιωσε ένα χάδι στο χέρι του και κοίταξε με την
άκρη του ματιού του δίπλα, αμέσως άρχισε να θυμάται πράγματα από
την προηγούμενη νύχτα. Πήρε μία βαθιά ανάσα και το άρωμά της
πλημμύρισε το σώμα του.

Εκείνη δεν είχε καταλάβει πως είχε ξυπνήσει. Το βλέμμα της ήταν
χαμένο χαμηλά και μπορούσε να δει τα σημάδια αϋπνίας γύρω από τα
μάτια της. Είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά του και ποιος ξέρει τι
σκεφτόταν, ενώ το χέρι της διέγραφε αόριστα σχήματα πάνω στο δικό
του. Ασυναίσθητα γύρισε και την αγκάλιασε ακόμα περισσότερο
αγκαλιάζοντας με το άλλο χέρι του το πρόσωπό της και άρχισε να αφήνει
χάδια πάνω του. Έκλεισε τα μάτια ξανά και δεν χάλασε αυτή τη στιγμή.
Ήξερε πως και οι δύο έπρεπε να επιστρέψουν στην πραγματικότητα και
να κάτσουν να μιλήσουν. Όμως το να την κρατάει κοντά του μετά από
τόσα χρόνια, για κάποιο περίεργο λόγο έσβηνε κάθε άσχημο
συναίσθημα που είχε κρατήσει.

«Πώς νιώθεις;» τον ρώτησε χαμηλόφωνα, λες και ούτε εκείνη ήθελε
να διαλύσει τη σιωπή. Άργησε να της απαντήσει.

«Δεν ξέρω» ήταν το μόνο που είπε. Εκείνη σήκωσε το κεφάλι και τα
μάτια της κλειδώθηκαν στα δικά του. Ήταν κατακόκκινα και πρησμένα,
όμως παρέμεναν τα μάτια που είχαν χαραχτεί στο μυαλό του. Το ίδιο
πανέμορφα.

Κυνηγοί Ζωής 431

«Μην το ξανακάνεις, σε παρακαλώ» είπε με την ίδια φωνή και η
καρδιά του άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα. Το σώμα του αντιδρούσε
ακόμα πιο πολύ από όταν την είχε γνωρίσει τότε. Το γεγονός ότι την
ένοιαζε ακόμα μέχρι κι εκείνη τη στιγμή ίσως και να άλλαζε τα πάντα.

Κοίταξε τα χείλη της και αμέσως οι άμυνές του έπεσαν τελείως. Ήθελε
να τα νιώσει και ασυναίσθητα με τον αντίχειρά του πέρασε από πάνω
τους. Εκείνη πήρε μία κοφτή ανάσα και από τα μάτια της κατάλαβε πως
σκεφτόταν το ίδιο πράγμα. Την πλησίασε αργά, μα, λίγο πριν την
αγγίξει, το τηλέφωνό της τους έβγαλε και τους δύο από την κατάσταση
στην οποία βρίσκονταν. Εκείνη σηκώθηκε για να απαντήσει.

«Καλημέρα, Ρος» είπε και μπορούσε να ακούσει τη φωνή της αδερφή
του από το σημείο που βρισκόταν. «Όχι, είναι ακόμα εδώ. Ο μικρός τι
κάνει; Σας ρώταγε τίποτα;»

Το θέμα του παιδιού ήταν κάτι που ακόμα χτύπαγε τα νεύρα του. Δεν
την αδικούσε που πήγε να φτιάξει τη ζωή της, μα ύστερα από όλα όσα
έγιναν, ακόμα και έτσι ένιωθε θυμωμένος.

«Καλά, θα ετοιμαστώ και θα έρθω να σας βρω. Θα είστε πάλι στο
ίδιο σημείο;» Εκείνος έσμιξε τα φρύδια στο άκουσα αυτού. Αμέτρητες
ερωτήσεις άρχισαν πάλι να βασανίζουν το μυαλό του και δεν ήξερε με
ποια να ξεκινήσει.

Εκείνη δεν άργησε να κλείσει το τηλέφωνο. Έγειρε το σώμα μπροστά
και έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της. Ο Κίλιαν ανασηκώθηκε και τύλιξε
τα γόνατά του.

«Πρέπει να πας;» τη ρώτησε κι εκείνη ένευσε θετικά δίχως να
μιλήσει. «Βαλεντίν, νομίζω πως όντως πρέπει να μιλήσουμε και αυτή τη
φορά δίχως φωνές και τσακωμούς» είπε ειλικρινά κι εκείνη σηκώθηκε
όρθια και στάθηκε με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος του.

«Πώς να μιλήσουμε όταν δεν πιστεύεις τα λόγια μου; Όταν ακόμα και
αν οι πράξεις μου σου δείχνουν το αντίθετο από αυτό που πιστεύεις;»
του είπε και αμέσως σηκώθηκε όρθιος και την πλησίασε. Έκανε να την
αγγίξει, μα το χέρι του πάγωσε εκατοστά μακριά της.

«Δεν έχεις ιδέα πόσο δύσκολο είναι να διαλύσεις αμφιβολίες όταν
έχεις δει πράγματα με τα ίδια σου τα μάτια. Δεν ήσουν εκείνο το βράδυ

432 ALEXA MERIAN

εκεί για να δεις τον πόνο της αδερφής μου. Δεν ήσουν εσύ στο
νοσοκομείο να παλεύεις για τη ζωή σου. Είναι πάρα πολλά, Βαλεντίν,
όμως... έχεις δίκιο σε κάτι. Οι πράξεις σου με μπερδεύουν και ίσως
αυτός να είναι ο λόγος που είμαι ακόμα εδώ» παραδέχτηκε κι εκείνη
γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια με ένα βλέμμα που δήλωνε θλίψη.

«Κάνεις λάθος. Μάλλον κανείς δεν σου είπε κάτι ακόμα που έγινε
τότε» είπε κι εκείνος αμέσως πάγωσε.

«Ήμουν εκεί, Κίλιαν. Εγώ ήμουν αυτή που πάλεψες και... και σου
έκανα αυτές τις ουλές. Υπήρχε λόγος που ποτέ δεν σε άγγιζα εκεί και
αυτό ήταν οι ενοχές. Εκείνο το βράδυ πέρασα την περισσότερη ώρα έξω
από το χειρουργείο σου ενώ περίμενα με αγωνία να ακούσω πως
επέζησες. Και ο λόγος που το έκανα; Όταν με έστειλαν εξαρχής σε αυτή
την αποστολή, δεν γνώριζα ότι εκείνο το κάθαρμα ήθελε να σας
σκοτώσει και τον έκανα να πιστέψει πως έφυγες κι εσύ από τη μέση.
Όμως δεν ήθελα να κάνω τίποτα από όλα αυτά! Φυσικά δεν ήξερα πως
θα φτάναμε σε αυτό το σημείο και από τη μία χαίρομαι που έγινε, αλλά
από την άλλη για μία ακόμη φορά σου κατέστρεψα τη ζωή και αυτό είναι
κάτι που δεν πρόκειται να μου συγχωρήσω ποτέ» είπε και στη φωνή της
άκουγε πεντακάθαρα την ειλικρίνεια. Στεκόταν μπροστά του πιο
ατρόμητη από ποτέ και του έλεγε μία αλήθεια για την οποία είχε ακούσει
ξανά όμως αρνιόταν να πιστέψει. Το να το ακούει από τα δικά της χείλη
όμως ήταν διαφορετικό.

«Και οι δικές σου;» τη ρώτησε κι εκείνη τον κοίταξε μπερδεμένα.
«Τι εννοείς;»
«Αυτές που έχεις στην πλάτη σου, Βαλεντίν. Αυτές πώς έγιναν;»
Το πρόσωπό της χαμήλωσε στα λόγια του και δεν του απάντησε
αμέσως. Τόσα χρόνια ήθελε να τη ρωτήσει και τη στιγμή που επιτέλους
οι λέξεις ξέφυγαν από τα χείλη του, εκείνη δεν έβγαλε μιλιά.
«Εγώ σ’ τις έκανα;» τη ρώτησε ξανά για να την πιέσει να μιλήσει κι
εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Όχι. Δεν ήρθαν από το δικό σου χέρι. Μέχρι κι εκείνη τη νύχτα που
άλλαξαν οι ζωές όλων ήμουν το παιχνίδι του για κάθε διεστραμμένη
σκέψη που περνούσε από το μυαλό του» είπε σαν να ντρεπόταν.

Κυνηγοί Ζωής 433

Ένιωθε εξοργισμένος με όσα είχε περάσει εκείνη εξαιτίας αυτού του
τέρατος αλλά και όσων πέρασε στα δικά του χέρια που μόνο μία σκηνή
ερχόταν στο μυαλό του και αυτή τον βασάνιζε. Το βράδυ που τη φίλησε
για πρώτη φορά στο Lust κι εκείνη προσπαθούσε να τον σταματήσει. Το
είχε δει και τότε στα μάτια της, όμως δεν ήθελε να πιστέψει τίποτα μέχρι
να ακούσει τα δικά της χείλη να του το λένε.

Δεν της είπε τίποτα άλλο και απλώς γύρισε την πλάτη του και άρχισε
να περπατάει. Ήθελε να βγει έξω από το σπίτι και να μην την αφήσει να
δει την οργή που έκρυβαν τα μάτια του. Το κεφάλι του γύριζε και του
ήταν δύσκολο να συγκεντρωθεί. Ήταν σίγουρος πως εκείνη πίστευε πως
τη μισούσε. Περπατούσε κατά μήκος της ακτής με σκυμμένο το κεφάλι
ενώ συνδύαζε όλα όσα του είχε πει ο αδερφός της με όλα όσα γνώριζε
από εκείνη.

Την προηγούμενη νύχτα που βγήκε για να πιει, ύστερα από την
αποκάλυψη του παιδιού της, είχε πάρει μαζί του και τον Έιντζελ για να
του πει όλα όσα γνώριζε. Φυσικά εκείνη δεν είχε ανοιχτεί σε κανέναν για
τα πάντα, όμως του είπε για όλες τις φορές που εκείνο το κάθαρμα την
απειλούσε με τη ζωή του και όλα όσα έκανε για να τους σώσει όλους.
Του είπε για την αγάπη που είχε για τη Ροσέλ και πως σε εκείνους
έβλεπε μία οικογένεια που δεν είχε μέχρι που και αυτή την έχασε. Τα
δύσκολα χρόνια που πέρασε μεγαλώνοντας τον μικρό και το πόσο
προσπαθούσε να τον κρατήσει έξω από τον κόσμο τους. Πράγματα που
ήξερε και δεν ήξερε ταυτόχρονα, γιατί εκείνη διάλεξε να τα κρατήσει
κρυφά πιστεύοντας πως έτσι θα ήταν καλύτερα.

Ωστόσο είχε μεγαλώσει για να παίζει τέτοια παιχνίδια κι εκείνη τη
μέρα του απέδειξε πως και δεν ήταν η ίδια γυναίκα πέντε χρόνια πριν
που έτρεχε μακριά από τα προβλήματά της. Του έδειξε πως ακόμα τον
αγαπούσε και το ίδιο έκανε κι εκείνος, όμως οι πληγές ήταν πολύ πιο
βαθιές απ’ ό,τι πίστευαν και οι δύο για να σταματήσουν να πονάνε.

Τα βήματά του τον οδήγησαν στην παραλία που έκανε μπάνιο ο
κόσμος και σήκωσε το βλέμμα του παρατηρώντας τους. Κάπου μέσα σε
αυτούς αναγνώρισε και την αδερφή του με τον Λίαμ και ένα ξανθό
πιτσιρίκι να τρέχει μέσα στα πόδια τους. Έκανε ένα βήμα να τους

434 ALEXA MERIAN

πλησιάσει όμως θυμήθηκε τα κλάματα του μικρού όταν τον είδε και
θεώρησε πως δεν θα ήταν καλό να πάει τελικά. Και έτσι έμεινε εκεί να
τους κοιτάζει. Φαινόταν πως ο μικρός έδινε χαρά σε όλους και τους
έκανε να χαμογελάνε. Τον παρατήρησε λίγο καλύτερα και μόνο
επώδυνες ομοιότητες μπορούσε να δει, όμως δεν μπορούσε να
βασανίζει άλλο τον εαυτό του. Δεν είχε λόγο να του πει άλλα ψέματα και
πόσο μάλλον για κάτι τόσο σοβαρό.

Έκανε αυτό που κάνετε όλοι οι άντρες μόλις μάθετε κάτι και τα βρείτε
σκούρα. Με παράτησε. Δεν ήθελε ούτε καν να με δει για να μάθει για το
παιδί του και έτσι τον μεγάλωσα μόνη μου. Προσπάθησα να τον βρω και
να του μιλήσω όμως ήταν εξαφανισμένος, του είχε πει σαν να τον
κατηγορούσε κι εκείνον σε όλα αυτά. Κοίταξε ξανά τον μικρό και ύστερα
έφυγε από ‘κει πριν καταλάβουν πως τους είχε δει.

Βγήκε στον κεντρικό και πήρε ένα ταξί που τον πήγε κατευθείαν στο
διαμέρισμά του. Δεν μίλησε σε κανέναν, παρ’ όλο που άρχισαν να
ρωτάνε αν ήταν καλά. Χώθηκε στο δωμάτιό του και μπήκε στο μπάνιο.
Έβγαλε τα ρούχα του και μπήκε κάτω από το ζεστό νερό. Το μόνο που
δεν ήθελε να εξαφανιστεί ήταν η μυρωδιά της, αλλά αυτή και να ήθελε να
την ξεχάσει δεν μπορούσε.

Φόρεσε μόνο ένα μποξεράκι, μπήκε στο δωμάτιο και κάθισε στην
άκρη του κρεβατιού να κοιτάζει την ακτή. Πρέπει να πέρασε αρκετές
ώρες εκεί πέρα καθώς είδε μέχρι και τη δύση του ηλίου, μα δεν το
κατάλαβε, γιατί το μυαλό του δεν σταμάτησε στιγμή να σκέφτεται. Ήθελε
να ξεδιαλύνουν όλα και να έπαιρναν τα πράγματα μία σειρά, όμως αυτά
όλο και μπέρδευαν περισσότερο. Ένα ακόμα θέμα που τον απασ-
χολούσε ήταν πως όλοι τους επέμεναν πως είχε πάρει και κάτι άλλο
πέρα από ποτό, όμως εκείνος δεν είχε κάνει κάτι τέτοιο. Το μόνο που
θυμόταν ήταν πως βρισκόταν στο μπαρ και έπινε ασταμάτητα, αλλά δεν
θυμόταν να παίρνει ναρκωτικά και ήταν σίγουρος πως ο Έιντζελ δεν θα
του έριχνε τίποτα μέσα στο ποτό. Εκτός... εκτός και αν δεν ήταν αυτός.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 54

Όταν του είπα και το τελευταίο πράγμα που έπρεπε να μάθει από το
παρελθόν, περίμενα τα χειρότερα. Ειδικά όταν με ρώτησε για τις ουλές
στο σώμα μου, φοβήθηκα ότι τον είχα χάσει για πάντα. Περίμενα να με
βρίσει, να θυμώσει, μα εκείνος δεν αντέδρασε. Έμεινε να με κοιτάζει με
ένα ανεξήγητο βλέμμα και ύστερα γύρισε την πλάτη και έφυγε από το
σπίτι αφήνοντάς με πιο μπερδεμένη από ποτέ. Έμεινα για αρκετή ώρα
στο ίδιο σημείο να κοιτάζω εκεί που στεκόταν, μέχρι που το τηλέφωνο με
έκανε να ξυπνήσω και να επιστρέψω πάλι στην πραγματικότητα. Ήταν
μήνυμα από τον Ροντρίγκο με τη μέρα και την ώρα για το επόμενο
συμβούλιο κάτι που δεν μου έφτιαχνε και τόσο τη διάθεση. Θα γινόταν
σε μία εβδομάδα και λογικά μετά θα μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω
στην Αγγλία, αν και δεν ήθελα. Μπορεί να μην ήμουν πολλές μέρες σε
αυτό το μέρος, όμως είχε αρχίσει να δένει με την ψυχή μου.

Ντύθηκα άκεφα και έφυγα για να πάω να βρω τους άλλους στην
παραλία. Ο μικρός μόλις με είδε, άρχισε ξανά τις ερωτήσεις και οι
περισσότερες φυσικά είχαν να κάνουν με τον πατέρα του. Κάποια στιγμή
όταν έφυγε για να πάει να παίξει, οι άλλοι ξεκίνησαν την ανάκριση. Τους
είπα τα πάντα.

«Υποθέτω είσαι τυχερή που στέκεσαι ακόμα ζωντανή» μουρμούρισε
η Ροσέλ. Κούνησα το κεφάλι αρνητικά.

«Δεν θα μου έκανε τίποτα. Ειδικά από τη στιγμή που είδε τον μικρό
είναι σαν να αντιμετωπίζω άλλον άνθρωπο» παραδέχτηκα και στην
αναφορά του Εμίλιου ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ένιωθα αρκετές
ενοχές ακόμα και αν πίστευα πως κατά κάποιο τρόπο του άξιζε.

436 ALEXA MERIAN

«Γιατί δεν του το λες να τελειώνετε με αυτή την ιστορία; Αφού βλέπεις
πως όσο και αν προσποιούνταν ότι σε μισούσε τελικά δεν το εννοούσε.
Σε θέλει και τον θέλεις κι εσύ. Είμαι σίγουρη πως θα τα βρείτε στο τέλος»
είπε και την κοίταξα με αβεβαιότητα.

Ο Λίαμ τινάχτηκε όρθιος και πήγε προς το μπαρ. Η Ροσέλ τον
ακολούθησε με το βλέμμα της και ύστερα έσκυψε το κεφάλι λυπημένα.

«Ρος, τι έγινε πάλι;» τη ρώτησα και αναστέναξε.
«Θέλει να τα ξαναβρούμε, Βαλ, αλλά δεν μπορώ. Όλο τσακωνόμαστε
και ζηλεύει απίστευτα τον χώρο που εργάζομαι, επειδή είναι γεμάτο
άντρες και ειδικά επειδή μας αντιμετωπίζουν σαν αντικείμενα. Όμως δεν
μπορώ να μείνω μακριά του» μου εξήγησε και αναστέναξα. Όλη η
ιστορία που είχαν αυτοί οι δύο είχε αρκετά κοινά σημεία με τη δική μου
και του Κίλιαν, με τη διαφορά ότι αυτοί δεν έφτασαν πραγματικά στο
σημείο να στείλουν ο ένας τον άλλον στο νοσοκομείο.
Κοίταξα προς το μέρος του μικρού που έπαιζε στην άμμο και
σκέφτηκα πόσο καλύτερα θα ήταν αν ήταν μαζί με τον πατέρα του.
Σίγουρα θα ήταν πιο ευτυχισμένος ακόμα και αν εγώ δεν ήμουν εκεί.
Τύλιξα ένα παρεό γύρω από τη μέση μου, είπα στη Ροσέλ να τον
προσέχει και πήγα να βρω τον άλλον που, από όσο έβλεπα, είχε αρχίσει
από νωρίς να πίνει. Κάθισα δίπλα του και μόλις με είδε ρουθούνισε.
«Σε έστειλε η μικρή;» με ρώτησε και τον χτύπησα με τον αγκώνα μου
στο μπράτσο.
«Τι έχει γίνει, ρε Λίαμ; Εσείς θέλατε τόσο πολύ ο ένας τον άλλον.
Πώς έχετε καταντήσει έτσι;» τον ρώτησα και γέλασε.
«Δεν είσαι και το πιο κατάλληλο άτομο να το λέει αυτό ξέρεις» μου
είπε σαρκαστικά.
«Δεν έχεις και άδικο» είπα και άρπαξα το ποτήρι του. Ήπια μία γερή
γουλιά και έκανα νόημα στο παιδί που ήταν πίσω από το μπαρ να μας
φέρει άλλα δύο ποτά.
«Κοίταξε, αν την αγαπάς –που την αγαπάς, σε αυτό δεν χωρά
αμφιβολία–, πρέπει να δεχτείς και τον κόσμο που την περιβάλλει. Δεν
μπορείς να της ζητήσεις να παρατήσει τα πάντα, ακόμα και αν κάποιες
φορές γίνεται παράλογη. Είναι η Ροσέλ, και όσο τρελή και αν είναι, την

Κυνηγοί Ζωής 437

αγαπάμε. Περάσατε κι εσείς πολλά στη δική σας ιστορία για να τα
παρατήσετε για ζήλιες και ανούσιους καυγάδες» τον συμβούλεψα και
δεν μίλησε. Το ήξερα πως αυτά θα έπρεπε να τα άκουγα κι εγώ, όμως
κατά κάποιο τρόπο διαφέραμε.

Το βλέμμα μου έπεσε σε κάποιον ο οποίος καθόταν από την
απέναντι πλευρά του μπαρ, καθότι κυκλικό, και μας κοιτούσε έντονα.
Φορούσε μαύρα γυαλιά και ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω. Στην
αρχή νόμιζα πως ήταν ένας απλός άντρας στην ηλικία μου, μα μόλις είδε
ότι τον κοιτάζω κι εγώ, κατέβασε λίγο τα γυαλιά του και με κοίταξε με ένα
ύπουλο χαμόγελο. Τον αναγνώρισα. Σήκωσε το χέρι του και μου έκανε
νόημα με το δάχτυλο να τον πλησιάσω. Ήταν ο Ανατόλι και δεν περίμενα
ποτέ πως θα έδειχνε τόσο ωραίος χωρίς το κουστούμι του. Ξεφύσηξα
ενοχλημένα και σηκώθηκα από το σκαμπό μου.

«Τι έγινε;» με ρώτησε ο Λίαμ και ακολούθησε το βλέμμα μου.
«Προβλήματα, αυτό έγινε. Πήγαινε κάθισε με τη Ροσέλ και το παιδί
και θα έρθω κι εγώ σε λίγο» είπα μέσα από τα δόντια μου και άρχισα να
περπατάω με το κεφάλι ψηλά και το αυστηρό ύφος που είχα πάντα όταν
είχα να κάνω με τέτοιο είδος ανθρώπων.
«Βαλεντίν, τι ευχάριστη έκπληξη! Πολύ ευχάριστη» είπε
φλερτάροντας και έδειξε το σώμα μου με το χέρι του. Σταύρωσα τα χέρια
στο στήθος και τον κοίταξα με το ένα φρύδι ανασηκωμένο.
«Τι θες, Ανατόλι;» τον ρώτησα ξερά κι εκείνος γέλασε.
«Απότομη όπως πάντα. Την πολύτιμη παρέα σου θέλω. Να
χαλαρώσουμε και να συζητήσουμε σαν δύο καλοί φίλοι» είπε και μου
ξέφυγε ένα ειρωνικό γέλιο.
«Μόνο που εμείς οι δύο δεν είμαστε φίλοι, Ανατόλι, γι’ αυτό λέγε
τώρα τι θες γιατί έχω και δουλειές» είπα και κοίταξε πάνω από τον ώμο
μου.
«Ναι, σωστά. Μία οικογένεια που χρειάζεται την παρουσία σου» είπε
και αμέσως τσιτώθηκα, όμως δεν του το έδειξα.
«Σε ακούω» είπα.
«Πολύ καλά. Θέλω να κάνεις μία δουλειά για μένα. Ξέρω ότι είσαι η
καλύτερη και μάλιστα έχω πάρει μία γεύση για το τι μπορείς να κάνεις

438 ALEXA MERIAN

και πόσο αποτελεσματική μπορείς να γίνεις» είπε αναφερόμενος σε ό,τι
έκανα στο συμβούλιο.

Έσμιξα τα φρύδια.
«Φυσικά δεν θα γίνει χωρίς αμοιβή, άλλωστε δεν μου χρωστάς
κάποια χάρη».
«Και ποιος σου είπε ότι θα δεχτώ;» είπα και γέλασε τρανταχτά.
«Μα φυσικά επειδή δεν θα μπορείς να κάνεις και αλλιώς. Ω, έλα
τώρα, Βαλεντίν. Εμείς οι δύο μπορούμε να συνεργαστούμε και πού
ξέρεις…» είπε και με τα δάχτυλά του άγγιξε το μπράτσο μου κάνοντάς με
να τραβηχτώ μακριά.
«Μπορεί και να τα βρούμε καλύτερα απ’ ό,τι φαντάζεσαι. Άλλωστε
είμαστε φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό».
«Μην το τραβάς άλλο. Δεν έχω καμία θέση στις βρομοδουλειές σου
και καλά θα κάνεις να με αφήσεις ήσυχη, γιατί, αν με ξέρεις τόσο καλά,
ξέρεις και πως δεν υπολογίζω τίποτα» είπα και γύρισα την πλάτη για να
φύγω, όμως κάτι στη φωνή του με έκανε να ταραχτώ.
«Αυτό θα το δούμε. Τα λέμε στο συμβούλιο, Βαλεντίν Άνταμς» είπε με
έναν περίεργο υπαινιγμό και του έριξα ένα άγριο βλέμμα πάνω από τον
ώμο μου. Ύστερα γύρισα μπροστά και έφυγα με γρήγορα βήματα από
‘κει.
Γύρισα στους άλλους και, αφού μάζεψα τον μικρό με τη δικαιολογία
πως έπρεπε να πάμε σπίτι για φαγητό, τους χαιρέτησα και φύγαμε από
την παραλία. Φυσικά και τα όσα μου είχε πει ο Ανατόλι με άφησαν σε
αναμμένα κάρβουνα, όμως δεν επέτρεψα να με επηρεάσουν και τόσο
στην καθημερινότητά μου.
Η υπόλοιπη εβδομάδα ευτυχώς κύλησε χωρίς δράματα και
απρόσμενες επισκέψεις, κάτι που το απόλαυσα ως το κόκαλο. Περνούσα
όλη την ώρα μου με τον μικρό και φαινόταν πως και σε εκείνον άρεσε
αυτό το μέρος, αφού μάλιστα μια μέρα με παρακαλούσε να μη γυρίσουμε
πίσω και να μείνουμε στη Φλόριντα. Πόσο θα το ήθελα! Μόνο εγώ και ο
Εμίλιος, όμως ήξερα πως η πραγματικότητά μου απείχε αρκετά από
αυτό. Τόσο ώστε να μοιάζει με όνειρο.

Κυνηγοί Ζωής 439

Το συμβόλιο θα έπαιρνε θέση αυτή τη βραδιά και προσπάθησα να
περάσω μέχρι και το τελευταίο λεπτό μαζί με τον μικρό. Καθόμασταν στη
βεράντα αγκαλιά μέσα στην αιώρα και κοιτούσαμε το κύμα που ήταν πιο
άγριο από τις άλλες μέρες. Είχε χορτάσει από τα παιχνίδια της ημέρας
και του άρεσε να κάθεται μαζί μου.

«Μαμά, πρέπει να φύγεις το βράδυ;» μου είπε και αμέσως αναγνώ-
ρισα το παράπονο στη φωνή του.

«Ναι, μωρό μου, όμως θα γυρίσω και θα κοιμηθούμε αγκαλιά
σήμερα» είπα για να τον καθησυχάσω.

«Θα είναι και ο μπαμπάς μαζί σου;» με ρώτησε και κόντεψα να
πνιγώ με το σάλιο μου. Ανασηκώθηκα νευρικά και τον βόλεψα καλύτερα
στην αγκαλιά μου. Είχε φτάσει η στιγμή να του αλλάξω κάπως τη γνώμη
για τον πατέρα του και ίσως να σταματούσαν και αυτοί οι ανούσιοι
εφιάλτες.

«Ναι, θα είναι και ο μπαμπάς μαζί» είπα και με κοίταξε έκπληκτος.
«Και... και θα έρθει εδώ μετά;» είπε νευρικά και δεν μπορούσα να
πιστέψω σε πόσο άβολη θέση με έφερνε ο γιος μου.
«Όχι, μωρό μου. Δεν νομίζω να έρθει. Όμως εσύ γιατί ρωτάς; Θες να
έρθει;» τον ρώτησα και άρχισε να παίζει με τα μαλλιά μου.
«Τον φοβάμαι» είπε και αμέσως τον ανασήκωσα και τον έβαλα να
καθίσει πάνω μου ακουμπώντας την πλάτη του στα πόδια μου.
«Μωρό μου, δεν υπάρχει κανένας λόγος να φοβάσαι τον μπαμπά.
Δεν θα σε πειράξει. Σκεφτόμουν πως ίσως θα ήταν καλό να αρχίσετε να
περνάτε περισσότερη ώρα μαζί. Τι λες; Δεν θες να σε γνωρίσει;» με
κοίταξε έκπληκτος.
«Δηλαδή θα έχω μπαμπά και μαμά σαν όλα τα παιδάκια στην
παραλία και το σχολείο;» μου είπε με την ελπίδα να χορεύει στα ματάκια
του και ένευσα καταφατικά. Έπεσε στην αγκαλιά μου και με έσφιξε.
Αν δεν με κάνει πρώτα κομματάκια και ύστερα με πετάξει στη
θάλασσα να με φάνε τα ψάρια, θα μας έχεις και τους δυο μας,
μουρμούρισα από μέσα μου για να μη με ακούσει.
Αντ’ αυτού χαμογέλασα και τον έσφιξα πάνω μου για να πάρω
θάρρος. Αυτό θα έκανα. Αν όχι απόψε, μετά το συμβούλιο θα του

440 ALEXA MERIAN

ζητούσα να βρεθούμε να μιλήσουμε και θα του έλεγα τα πάντα για τον
Εμίλιο. Έπρεπε όλα να μπουν στη θέση τους. Είχα κουραστεί να
φοβάμαι πως μια μέρα δεν θα γύριζα και θα έμενε μόνος, κι επίσης είχα
κουραστεί με τα ψέματα και τις υπεκφυγές. Ακόμα και αν δεν
λειτουργούσε μεταξύ μας, ήθελα να λειτουργήσει τουλάχιστον με αυτούς
τους δύο. Όλα θα μπαίνανε στη θέση τους. Η τελευταία αλήθεια θα
ειπωνόταν και αυτή τη φορά με τον σωστό τρόπο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 55

Το συμβούλιο και αυτή τη φορά γινόταν στο penthouse του Μαρτίνεζ.
Αυτή τη φορά ήλπιζα πως δεν θα είχαμε άλλα δράματα να μας
διακόψουν και όντως μέχρι στιγμής τα πράγματα φαίνονταν να κυλούν
ομαλά. Αρκετοί από αυτούς που είχαν παρεβρεθεί την προηγούμενη
φορά, αποφάσισαν να αποσυρθούν και έτσι το κλίμα ήταν κάπως πιο
άνετο. Ο Κίλιαν, όπως και τότε έτσι και αυτή τη φορά, καθόταν απέναντί
μου κοιτώντας με συχνά, όμως φαινόταν πιο χαλαρός. Μάλιστα είχε
έρθει και ο πατέρας του και φαινόταν διαφορετικός κι εκείνος. Ο Ανατόλι
είχε καθίσει δίπλα μου και διαρκώς έριχνε παράξενες ματιές προς το
μέρος μου πράγμα που με ενοχλούσε αφάνταστα.

«Και τώρα πάμε στο μεγάλο θέμα της βραδιάς» είπε ξαφνικά ο
Ροντρίγκο και αμέσως το δωμάτιο σώπασε. Όλοι γι’ αυτό ήμασταν εκεί.

«Σε δύο βδομάδες από τώρα, φτάνει στην Ίσπανία, στο Σαν
Σεμπάστιαν, ένα μεγάλο φορτίο με το πλοίο Άνουβις κατευθείαν από την
Αλεξάνδρεια. Αυτός που θα κάνει τη μεγαλύτερη προσφορά θα πάρει το
σαράντα τοις εκατό. Ακούω προτάσεις». Αμέσως ξεκίνησαν οι ψίθυροι,
όμως εγώ παρέμεινα σιωπηλή. Ήξερα σε τι ήταν καλοί οι Αιγύπτιοι και
δεν μου άρεσε καθόλου.

«Τι είναι το φορτίο;» ρώτησα τον Ροντρίγκο ψυχρά κι εκείνος
χαμογέλασε λες και περίμενε αυτή την ερώτηση.

«Ναρκωτικά, όπλα και γυναίκες» είπε με θάρρος ενώ γνώριζε ήδη
πως θα ήμουν κατά του εμπορίου γυναικών.

Το βλέμμα μου σηκώθηκε προς τον άλλον απέναντί μου που η
προσοχή του ήταν στραμμένη επάνω μου καθώς του μιλούσε ο πατέρας
του.

442 ALEXA MERIAN

«Τότε γνωρίζεις πως δεν θα έχεις τη συμμετοχή μου» είπα και
σηκώθηκα ισιώνοντας το φόρεμά μου. «Κύριοι, θα τα ξαναπούμε την
επόμενη χρονιά» είπα με ένα αμυδρό χαμόγελο και αμέσως κίνησα για
την είσοδο. Ήθελα απεγνωσμένα να πιω κάτι δυνατό, μιας και είχα
σκοπό να μιλήσω στον Κίλιαν. Έτσι αποφάσισα να καθίσω στο beach
bar του ξενοδοχείου. Ήμουν σίγουρη πως θα με έψαχνε.

Δεν πέρασε μία ώρα και τον είδα στην είσοδο του μπαρ να κοιτάει
εδώ κι εκεί. Δεν άργησε να με εντοπίσει. Είπε κάτι στον πατέρα του και
ύστερα άρχισε να περπατάει προς το μέρος μου ενώ ο Γκλεν μας
κοιτούσε με ένα μισό χαμόγελο. Κούνησε το κεφάλι σαν χαιρετισμό και
ανταπέδωσα αφήνοντας ύστερα τον εαυτό μου να παρασυρθεί από το
πόσο όμορφος ήταν ο γιος του. Φορούσε ένα σκούρο μπλε πουκάμισο
που τόνιζε τα μάτια του, με μαύρη γραβάτα και μαύρο σακάκι που πλέον
το κρατούσε στο χέρι του. Στάθηκε μερικά βήματα μακριά μου και έδειξε
το σκαμπό δίπλα μου.

«Να καθίσω;» με ρώτησε και χαμογέλασα.
«Φυσικά» είπα κι εκείνος, αφού άφησε το σακάκι του πάνω στον
πάγκο, κάθισε και παρήγγειλε αμέσως ποτό. Μέχρι να έρθει, δεν
μιλούσαμε κι εγώ κοιτούσα τη μαύρη θάλασσα. Όταν του το έφεραν,
ήπιε μια μεγάλη γουλιά και ύστερα άφησε το ποτήρι κάτω.
«Γιατί έμεινες;» Ξεκίνησε πρώτος την κουβέντα και κοίταξα το δικό
μου ποτήρι.
«Ήθελα ένα ποτό και να σου μιλήσω» είπα με ειλικρίνεια και τον
κοίταξα στα μάτια. Εκείνος ήπιε μία ακόμα γουλιά από το ποτό του και
ύστερα το άφησε πλέον άδειο πάνω στον πάγκο. Γύρισε όλος προς το
μέρος μου.
«Θέλω να ξεκινήσεις από την αρχή και χωρίς να μου κρύψεις τίποτα
αυτή τη φορά» είπε απαιτητικά.
Πήρα όλο το θάρρος που είχα.
«Ο πατέρας μου, από τη στιγμή που γεννήθηκα, μου είχε αδυναμία
και είχε βάλει σκοπό στη ζωή του να με κάνει την επόμενη διάδοχο στην
κληρονομιά του. Έτσι με εκπαίδευε για να γίνω η καλύτερη δολοφόνος
που υπήρξε. Ο Λουσιάνο τότε μου πουλούσε έρωτες, όμως με

Κυνηγοί Ζωής 443

εκμεταλλευόταν για να κερδίσει την εύνοια του. Μου έκανε πάρα πολλά
και, μέχρι και πριν μάθεις την αλήθεια, με εκβίαζε πως θα σας σκοτώσει
όλους. Γι’ αυτό δεν γυρνούσα πίσω. Ήθελα, όμως τα χέρια μου ήταν
δεμένα, και σε καθημερινή βάση φρόντιζε να μου το δείχνει.

»Όταν με έστειλε ο πατέρας μου μαζί με τον Λουσιάνο και την ομάδα
του να καθαρίσουμε τον πατέρα σου, δεν ήξερα πως εκείνος είχε σκοπό
να ξεκάνει κι εσάς. Βλέπεις, αυτό το κάθαρμα ήταν η αιτία που και οι δύο
οικογένειες ήταν σε χρόνια κόντρα» είπα και ήπια μία γουλιά από το
ποτό μου.

«Οι Ρομάνο είχαν βάλει στο μάτι τη δύναμη και των δύο οικογενειών
και ακολούθησαν τη στρατηγική του να μας καταστρέψουν από μέσα
προς τα έξω. Πρώτα η μητέρα μου και ο θείος σου, και μετά η Εμίλια κι
εμείς οι δύο. Δημιούργησαν δύο δυνατά τέρατα που θα έτρωγαν το ένα
το άλλο, ώστε στο τέλος να παρέμεναν αυτοί στην κορυφή. Γι’ αυτό ο
Λουσιάνο προσπάθησε να προσεγγίσει πρώτα την Εμίλια ενώ
παράλληλα έλεγχε κι εμένα» είπα και είδα τις γροθιές του να σφίγγουν.

«Η αδερφή μου είχε σχέση μαζί του;» με ρώτησε σε έναν σκληρό
τόνο και έσκυψα το κεφάλι.

«Δεν ήξερε ποιος ήταν μέχρι εκείνο το βράδυ» είπα και η αναπνοή
του έγινε πιο γρήγορη. Ασυναίσθητα έβαλα το χέρι μου πάνω στο δικό
του και ένιωσα κάτι σαν ηλεκτρισμό να με διαπερνά.

«Θα μπορούσα να τον είχα σκοτώσει, αλλά ήξερα ότι αυτή ήταν δική
σου δουλειά και γι’ αυτό σ’ τον έστειλα. Φυσικά έπαιξα λίγο μαζί του για
όλα τα βασανιστήρια που πέρασα στα χέρια του, αλλά δεν μπορούσα
να του κλέψω την τελευταία ανάσα. Αυτό ήταν δική σου δουλειά» είπα με
ένα πικρό χαμόγελο κι εκείνος κλείδωσε το βλέμμα του στο δικό μου.

«Δεν το έκανα» είπε ξερά και τον κοίταξα έκπληκτη.
«Τι εννοείς;»
«Έβαλα τον Ντέιβιντ και τον Χιούγκο να το κάνουν. Είχαν κι εκείνοι
μερίδιο, οπότε το άφησα στα χέρια τους. Δεν ήθελα τίποτα που να είχε
να κάνει με σένα. Αυτό δεν θα έπαιρνε τον πόνο μακριά, αντίθετα θα τον
έκανε ακόμα χειρότερο» είπε και στα λόγια του κράτησα την ανάσα μου.
Τράβηξα το χέρι μου μακριά και απέφυγα να τον κοιτάξω.

444 ALEXA MERIAN

«Δεν σταματήσω ποτέ να μισώ τον εαυτό μου για ό,τι σου έκανα,
Κίλιαν. Αυτό είναι ένα βάρος που κουβαλάω από όταν ήσουν στην
εντατική επειδή σε μαχαίρωσα και θα συνεχίσω να το έχω μέχρι να
πεθάνω. Προσπάθησα τόσο πολλές φορές να σου πω την αλήθεια και
τότε. Και θα το έκανα πριν το ατύχημα, όμως δεν πρόλαβα»
παραδέχτηκα κι εκείνος ρουθούνισε.

«Κοίτα να δεις που μια φορά συμφωνούμε και σε κάτι άλλο πέρα
από το σεξ» είπε σαρκαστικά και παρήγγειλε ακόμα ένα ποτό με εμένα
να τον κοιτάζω με το ένα φρύδι ανασηκωμένο.

«Τι θες να πεις;»
«Κι εγώ τα ίδια συναισθήματα έχω. Ό,τι... ό,τι σου έκανα εκείνη τη
μέρα στο γκαλά με έχει στιγματίσει μέχρι σήμερα. Καλύτερα να σου
φύτευα μία σφαίρα στον κρόταφο. Ήμουν εκτός ελέγχου. Σε αγαπούσα
τόσο γαμημένα πολύ που όταν άκουσα και είδα όλα αυτά, τρελάθηκα»
είπε και ξεφύσηξα.
«Τώρα νιώθω πολύ καλύτερα που ξέρω ότι με προτιμούσες νεκρή
από το να με πηδήξεις στεγνά για μία ακόμη φορά. Ευχαριστώ
υποθέτω!;» είπα σαρκαστικά κι εκείνος άρχισε να γελάει παρασέρ-
νοντας κι εμένα.
«Είσαι απίστευτη» είπε και συνέχισα να χαζεύω το πρόσωπό του
σαν ερωτευμένη έφηβη. Το να τον βλέπω να γελάει ήταν πάντα το
αγαπημένο μου.
«Πάντα μου άρεσε να σε βλέπω να γελάς» παραδέχτηκα φωναχτά
και με κοίταξε ακόμα χαμογελώντας. «Μπορεί επειδή ήταν σπάνιο σαν
θέαμα. Ήσουν συνέχεια ένα μονόχνοτο και μίζερο πλάσμα, όμως οι
στιγμές που γελούσες τις λάτρευα» του είπα σαρκαστικά στην αρχή κι
εκείνος έκανε μία γκριμάτσα για να με κοροϊδέψει. Ύστερα γύρισε όλος
προς το μέρος μου και έπιασε τα χέρια μου μέσα στα δικά του πλέκοντας
τα δάχτυλά μας.
«Έχουμε γίνει τόσο σκατά» είπε.
Σκέφτηκα όλα όσα έγιναν από την ημέρα που μας πήγε με τη Ροσέλ
στο σπίτι για πρώτη φορά μέχρι και αυτή τη στιγμή. Όλα τα ψέματα,

Κυνηγοί Ζωής 445

όλους τους καυγάδες αλλά και τον πόνο που πέρασα από την ημέρα στο
γκαλά.

«Δεν έχεις ιδέα πόσο» είπα άκεφα με χαμηλή φωνή και τραβήχτηκα
μακριά του. Γύρισα μπροστά και κάρφωσα το βλέμμα μου στα σχήματα
που έκαναν το φως επάνω στο ποτήρι μου.

«Ήθελα να φύγω όταν έμαθα ποιοι είστε, αλλά ο δεσμός μου με τη
Ροσέλ ήταν ήδη δυνατός και δεν ήθελα να την αφήσω. Ύστερα σε
ερωτεύτηκα και μου έγινε ακόμα πιο δύσκολο. Για μια στιγμή πίστευα
πως δεν ήμουν αυτή που γεννήθηκα και πως μαζί σας είχα μία δεύτερη
ευκαιρία, όμως αργότερα άρχισαν οι επιθέσεις. Ο άλλος έμαθε για σένα
και τη μικρή και με απειλούσε, οπότε προσγειώθηκα απότομα ξανά στην
πραγματικότητα και έφαγα το κεφάλι μου».

«Γι’ αυτό έφυγες» είπε σαν να επιβεβαίωνε όσα του είπα και πριν.
«Ήρθαν και με πήραν από το νοσοκομείο παρά τη θέλησή μου, μα
όσο πέρναγε ο καιρός καταλάβαινα πως ίσως και να ήταν καλύτερα έτσι.
Πίστευα πως αν έμενα παραπάνω και μάθαινες την αλήθεια, τότε θα
ήταν ακόμα χειρότερο, οπότε διάλεξα να υποφέρω μακριά σου. Την
υπόλοιπη ιστορία την ξέρεις» είπα και ξαφνικά ένιωσα ένα δυνατό
σφίξιμο στο στομάχι. Ήθελα τόσα χρόνια να του τα πω όλα αυτά και
πίστευα πως ίσως και να ένιωθα καλύτερα, όμως όχι. Ένιωθα χειρότερα
από ποτέ.
Και οι δύο μείναμε σε μία άβολη σιωπή, βυθισμένοι ο καθένας στις
σκέψεις του κοιτώντας άλλου. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να του πω για
τον μικρό, μόνο που ήξερα πως αυτή τη φορά η ωμή αλήθεια δεν
επρόκειτο να λειτουργούσε. Πέραν του ότι όντως πλέον ήταν σε κρίσιμη
ηλικία παρά τη σέξι εμφάνισή του, τα εμφράγματα θέριζαν στις μέρες
μας. Εξάλλου δεν νομίζω να άφηνε το μαγαζί όρθιο.
Ξαφνικά ένας από τους άντρες της ασφάλειάς μου μας πλησίασε και
κοίταξε μία εμένα και μία εκείνον. Μου φαινόταν κάπως περίεργος. Δεν
συνήθιζαν να είναι τόσο ευάλωτοι ειδικά όταν μιλούσαν σε μένα.
«Τι συμβαίνει, Μάρτιν; Γιατί είσαι εδώ;» τον ρώτησα και τα λόγια του
με έκαναν να χάσω την ανάσα μου.

446 ALEXA MERIAN

«Δεσποινίς Άνταμς, κάποιος μπήκε στο σπίτι και χτύπησε τη
δεσποινίς Μορέι και τον Λίαμ» είπε και ο Κίλιαν τινάχτηκε όρθιος και τον
έπιασε από τον γιακά.

«Είναι καλά η αδερφή μου; ΜΙΛΑ, ΠΟΥ ΝΑ ΣΕ ΠΑΡΕΙ Ο ΔΙΑΟΛΟΣ!»
του φώναξε άγρια και τον έπιασα αδύναμα από το μπράτσο για να τον
σταματήσω.

«Ο γιος μου. Πού είναι ο γιος μου;» μουρμούρισα και είδα τα πάντα
μπροστά μου να κοκκινίζουν. «ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΙΟΣ ΜΟΥ;» του φώναξα κι
εκείνος έσκυψε το κεφάλι.

Ευτυχώς που ο Κίλιαν έδρασε γρήγορα ειδάλλως θα τον είχα
σκοτώσει. Τύλιξε τα χέρια του γύρω μου σφιχτά ενώ σπαρταρούσα και
με τράβηξε προς την έξοδο. Με έβαλε μέσα στο αμάξι του και μπήκε στη
θέση του οδηγού ενώ οι υπόλοιποι μας ακολουθούσαν με τα άλλα
αμάξια. Ξεκίνησε κατευθείαν και πήγαινε με υπερβολικά μεγάλη
ταχύτητα. Ένιωθα σαν νεκρή στο κάθισμα δίπλα του.

«Έλα, Βαλεντίν, μείνε μαζί μου» άκουγα τη φωνή του να μου λέει
ξανά και ξανά όμως δεν μπορούσα να αντιδράσω. Ήμουν μαρμαρωμένη
και κοιτούσα το κενό με μίσος. Θα τους σκότωνα. Όποιος και να το είχε
κάνει αυτό θα τον έβρισκα και θα τον σκότωνα.

Το χέρι του χώθηκε μέσα στο δικό μου και με κράτησε σφιχτά
«Θα τον βρούμε, μωρό μου. Ακόμα και αν χρειαστεί να σφάξω όλη
την πόλη» είπε και τον κοίταξα σαν χαμένη ενώ ένιωθα δάκρυα να
κυλάνε από το πρόσωπό μου. Τον ένοιαζε, παρ’ όλο που νόμιζε πως δεν
ήταν δικός του. Ήταν μαζί μου ακόμα και έτσι.
Το παιδί μου. Πού ήταν το παιδί μου; Ποιος θα έκανε κάτι τέτοιο;
Γιατί να έκανε κάτι τέτοιο;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 56

Μέχρι να φτάσουμε έξω από το σπίτι, μου φάνηκε πως πέρασε ένας
αιώνας. Στο μεταξύ ο Κίλιαν δεν με άφησε λεπτό και όταν σταμάτησε το
αμάξι, πεταχτήκαμε και οι δύο έξω. Ανεβήκαμε τρέχοντας τη βεράντα και
κόντεψα να σπάσω την πόρτα μέχρι να μπω. Στο σαλόνι μας περίμεναν
όλοι: ο Έιντζελ μαζί με μία ξανθιά κοπέλα και στους καναπέδες ο Λίαμ
που φρόντιζε το κεφάλι της Ροσέλ. Ο Κίλιαν πήγε αμέσως κοντά στην
αδερφή του ενώ εγώ έμεινα όρθια.

«Τι έγινε; Ποιος ήταν; Τον είδατε;» τους ρώτησε ενώ εγώ είχα μείνει
σιωπηλή και ένιωσα σαν ξαφνικά να έλειπε ο αέρας από τα πνευμόνια
μου.

«Δεν τους είδαμε. Πρώτα χτύπησαν εμένα και ύστερα τη Ροσέλ» μας
εξήγησε ο Λίαμ και η Ροσέλ έσκυψε το κεφάλι και το έκρυψε στα χέρια
της.

«Εγώ φταίω. Εγώ. Συγγνώμη Βαλ. Αν είχα κάνει κάτι, δεν θα τον
είχαν πάρει» είπε μέσα στα κλάματα και τότε σαν να ξύπνησα άρχισα να
τρέχω προς τις σκάλες και να φωνάζω.

«ΕΜΙΛΙΕ! ΕΜΙΛΙΕ!» τσίριζα μέχρι και που μπήκα μέσα στο δωμάτιό
του. Τα έκανα όλα άνω κάτω και δεν τον έβρισκα πουθενά. Άδειασα τα
πάντα, τις ντουλάπες, τα παιχνίδια του. Δεν ήταν πουθενά. Το μικρό μου
δεν ήταν εκεί. Πετάχτηκα έξω από το δωμάτιό του και μπήκα στο δικό
μου. Έκανα κι εκεί τα ίδια.

«ΕΜΙΛΙΕ!» τσίριξα με όλη μου τη δύναμη και έπεσα στο πάτωμα
ξεσπώντας σε κλάματα. Ξαφνικά ένιωσα δύο χέρια να τυλίγονται γύρω
από το σώμα μου και να με αγκαλιάζουν.

«Βαλεντίν, άκουσέ με. Βαλεντίν!»

448 ALEXA MERIAN

«ΌΧΙ! Όχι, δεν θέλω να ακούσω κανέναν. Το παιδί μου θέλω και
κανέναν άλλον. Μόνο το παιδί μου» παραμίλησα και ένιωσα τον αέρα να
λιγοστεύει κι άλλο. «Εμίλιε» κλαψούρισα και άρχισε να μου κόβεται η
ανάσα.

«Βαλεντίν! Βαλεντίν, γαμώτο, πάρε ανάσα» γρύλισε μέσα από τα
δόντια του και άρχισε να με ταρακουνάει.

Στήριξε την πλάτη μου στο στέρνο του και σήκωσε το κεφάλι μου
ψηλά.

«Έλα, μωρό μου. Όπως τότε, ακολούθησε την ανάσα μου. Μη μου
πάθεις κάτι τώρα. Περίμενε να σε πνίξω πρώτα και μετά» γρύλισε και
έκλεισα τα μάτια.

Το παιδί μου, πού είναι το παιδί μου;
«Κίλιαν, πού είναι; Πού είναι;» είπα ξέπνοα ενώ δεν μπορούσα να
σταματήσω να κλαίω.
«Θα τον βρούμε, μωρό μου. Σε παρακαλώ ηρέμησε και θα βρούμε
μια άκρη» είπε και σηκώθηκε μαζί με μένα στην αγκαλιά του.
Με έβαλε στο κρεβάτι μου και αμέσως κουλουριάστηκα κρύβοντας το
πρόσωπο στο μαξιλάρι μου. Μύριζε σαν εκείνον και αυτό μου έφερνε
ακόμα περισσότερους λυγμούς.
«Θέλω τον μικρό μου. Θέλω τον ήλιο μου» παραμίλησα κι εκείνος μου
χάιδεψε τα μαλλιά.
«Πες μου τι θες να κάνω. Δεν μπορώ να σε βλέπω έτσι».
«Φέρ’ τον μου πίσω. Τον θέλω πίσω» είπα και έκλεισα τα μάτια. Δεν
άντεχα. Το σώμα μου άρχισε να τρέμει σε σημείο να πονάω.
«Βαλεντίν, θα τον φέρω. Σ’ το υπόσχομαι» είπε χαμηλόφωνα και
ένιωσα τα χείλη του πάνω στο κεφάλι μου.
«Πάω κάτω να μάθω τι έγινε και θα έρθω. Μείνε σε παρακαλώ να
ηρεμήσεις» μου είπε και ύστερα τον άκουσα να βγαίνει από το δωμάτιο.
Άνοιξα τα μάτια.
Ποιος το είχε κάνει αυτό; Ποιος θα έπαιρνε ένα αθώο παιδί; Αλλά τι
ρωτούσα. Σε αυτόν τον σκατόκοσμο που ζούσα ήταν αρκετοί αυτοί που
θα το έκαναν. Δεν είχα όμως τίποτα που να ήθελαν για να δώσω πέρα
από λεφτά. Εκτός...

Κυνηγοί Ζωής 449

Τινάχτηκα όρθια και έψαξα για το κινητό μου. Το είχα ακόμα στην
τσέπη του σακακιού μου και ευτυχώς ήταν ανοιχτό. Έψαξα στις επαφές
μου και κάλεσα αμέσως. Όταν το σήκωσαν, ήμουν άμεση, δίχως να
δείξω ότι υπέφερα.

«Κάποιος πήρε τον γιο μου και δεν ξέρω πού βρίσκεται. Δεν ξέρω τι
θα κάνεις, αλλά πριν βγει ο ήλιος, τον θέλω στο κρεβάτι του. Έγινα
κατανοητή;» είπα απαιτητικά και, όταν έλαβα θετική απάντηση, το
έκλεισα. Άφησα το κινητό δίπλα μου και τράβηξα το μαξιλάρι στην
αγκαλιά μου. Το αγκάλιασα και πήρα μία βαθιά αναπνοή από τη μύτη. Η
μυρωδιά του πλημμύρισε τα σωθικά μου και με έκαψε. Σηκώθηκα σαν τη
νεκρή και κοίταξα έξω από το παράθυρο.

«Πού είσαι, μικρό μου;» μουρμούρισα και έσφιξα παραπάνω το
μαξιλάρι.

Τα λεπτά περνούσαν και τα νεύρα μου τσιτώνονταν ακόμα
περισσότερο. Κάθε λεπτό που περνούσε κοιτούσα το κινητό μου και
περίμενα τον άνθρωπο που είχα βάλει να τον βρει, να με πάρει
τηλέφωνο ή να εμφανιστεί στην πόρτα μου με τον μικρό μαζί του. Όμως
κανείς δεν έπαιρνε και κανείς δεν ερχόταν. Όλο και τρελαινόμουν.
Περπάτησα μέχρι την πόρτα και βγήκα στον διάδρομο. Οι άλλοι
βρίσκονταν ακόμα στον κάτω όροφο και μιλούσαν. Πλησίασα τα σκαλιά,
όμως δεν κατέβηκα. Έμεινα για λίγο εκεί και τους άκουγα.

«Κίλιαν, σ’ το ορκίζομαι, δεν το ήθελα. Αν μπορούσα, δεν θα γινό-
ταν».

«Ροσέλ, το ξέρω. Το θέμα είναι τι θα κάνουμε τώρα. Η άλλη επάνω
έχει πάθει νευρικό κλονισμό και δεν μπορούμε να την ηρεμήσουμε. Αν
πιάσω στα χέρια μου αυτόν που το έκανε, δεν θα γλιτώσει. Θα ψάχνουν
να αναγνωρίσουν το πτώμα του και δεν θα μπορούν» είπε με μίσος και
το στόμα μου στράβωσε σε ένα μισό, πικραμένο χαμόγελο.

«Άραγε πώς να είναι ο μικρός; Είχαμε τις φοβίες με τον πατέρα του,
να δω τώρα τι καινούριες θα μας βγάλει» είπε ο αδερφός μου και τα
χέρια μου άρχισαν να τρέμουν.


Click to View FlipBook Version