The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.
Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by , 2021-04-26 17:46:54

ilovepdf_merged (1)

ilovepdf_merged (1)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19

Το σώμα μου έτρεμε, μα δεν είχα τη δύναμη να σηκωθώ και να πάω
κάπου ζεστά. Κοιτούσα τις λιμνούλες που έκανε η βροχή στην άσφαλτο
και ένιωθα κενή. Είχε ξημερώσει και ούτε που κατάλαβα το πώς πέρασε
η ώρα αλλά ούτε και τη μηχανή που σταμάτησε μπροστά μου. Ο
αναβάτης κατέβηκε αμέσως, έβγαλε το μπουφάν του και το πέρασε γύρω
από τους ώμους μου. Ύστερα τύλιξε τα χέρια του γύρω μου.

«Βαλεντίν, με ακούς;» είπε το όνομά μου, μα ούτε σάλεψα. «Βαλ»
είπε ξανά και μου ξέφυγε ένα ρουθούνισμα.

«Δεν είναι αυτό το όνομά μου» μουρμούρισα δίχως να υπολογίζω
τίποτα.

«Το ξέρω. Έλα μαζί μου». Τον κοίταξα μπερδεμένη.
Εκείνος σηκώθηκε και τράβηξε κι εμένα μαζί του. Ανέβηκε στη μηχανή
του και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω, αλλά εγώ παρέμεινα
ακίνητη.
«Λίαμ, δεν είναι καλή ιδέα. Δεν πρέπει καν να μου μιλάς. Δεν ξέρεις
ποια είμαι και τι έχω κάνει» είπα κι ενώ περίμενα κάποια αντίδραση,
εκείνος συνέχισε να με κοιτάει απαθέστατα.
«Ξέρω πολύ καλά ποια είσαι, όμως δεν θα μείνω να το συζητήσω
μέσα στη βροχή και το κρύο. Τελείωνε, ανέβα να πάμε κάπου πιο στεγνά
και τότε θα μιλήσουμε» είπε ήρεμα και ένιωσα την καρδιά μου να χάνει
μερικούς χτύπους.
Δεν του είπα κάτι άλλο. Δεν είχα κάτι συγκεκριμένο να πω και απλά
τον πλησίασα διστακτικά και ανέβηκα στη μηχανή. Μου έδωσε να
φορέσω κράνος ενώ πήρε τον σάκο μου μπροστά και αμέσως ξεκίνησε

Κυνηγοί Ζωής 151

με μεγάλη ταχύτητα. Δεν τον ρώτησα πού με πήγαινε, γιατί έτσι και
αλλιώς δεν είχα συγκεκριμένο προορισμό. Έκλεισα τα μάτια και
προσπάθησα να συγκεντρωθώ σε οτιδήποτε άλλο εκτός από τις φωνές
που ούρλιαζαν μέσα στο κεφάλι μου. Όταν τα άνοιξα ξανά, είχαμε
σταματήσει. Με μία γρήγορη ματιά αναγνώρισα τη γειτονιά που
βρισκόμασταν. Μερικά σπίτια πιο κάτω έμενα με τη Ροσέλ πριν μας
βρουν ο Έιντζελ και ο Κίλιαν. Και είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε.

«Τι κάνουμε εδώ;» τον ρώτησα και δεν μου απάντησε.
Κατέβηκε από τη μηχανή του και βγάζοντας μία αρμαθιά με κλειδιά
από την τσέπη του, προχώρησε και άνοιξε την πόρτα της αυλής ενός
σπιτιού. Δίχως να έχω και αρκετές επιλογές, τον ακολούθησα και
περίμενα υπομονετικά μέχρι να μου μιλήσει.
Μπήκαμε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και όταν εκείνος άναψε τα φώτα,
αισθάνθηκα περίεργα. Βρισκόμασταν σε ένα επιπλωμένο σαλόνι και
φαινόταν πως είχε καιρό να μπει άνθρωπος μέσα. Στάθηκα στην είσοδο
και τον παρατηρούσα που άφηνε τα πράγματά μας επάνω στον καναπέ.
«Λοιπόν, δεν είναι κάτι το πολυτελές, μα μπορεί να γίνει σπίτι» είπε.
«Τελείωνε, έλα μέσα, γιατί δεν έχω ρυθμίσει ακόμα τη θέρμανση και
αφήνεις το κρύο να μπει» παραπονέθηκε.
Έκλεισα την πόρτα, αλλά ακόμη δεν κουνήθηκα από την είσοδο.
«Λίαμ, τι κάνουμε εδώ;» τον ρώτησα και χαμογέλασε.
«Δεν χρειάζεται να φοβάσαι. Από ‘δώ και στο εξής αυτό θα είναι το
σπίτι σου. Μπορείς να το φτιάξεις όπως θέλεις και να μείνεις. Έτσι και
αλλιώς εμένα μου είναι άχρηστο» είπε και άνοιξα διάπλατα τα μάτια μου
από την έκπληξη. Άρχισα να φέρνω αντιρρήσεις σχετικά με αυτό, μα
εκείνος ήταν ανένδοτος.
«Βαλεντίν, στο είπα ξανά, δεν μένω πια εδώ και δεν πρόκειται να
μείνω ποτέ. Εσύ χρειάζεσαι ένα σταθερό μέρος, οπότε δεν βρίσκω τον
λόγο που κάνουμε αυτή τη συζήτηση» είπε αγανακτισμένα και
σταύρωσα τα χέρια στο στήθος ξεφυσώντας μπερδεμένη.
«Είπες ότι ξέρεις ποια είμαι, οπότε δεν μπορώ να καταλάβω γιατί με
βοηθάς» είπα κι εκείνος ένευσε καταφατικά.

152 ALEXA MERIAN

Κάθισε στον καναπέ και στήριξε το πρόσωπο στα χέρια του. Μου
έκανε νόημα με τα μάτια να ακολουθήσω τα βήματά του. Ένιωθα
περίεργα. Πλησίασα διστακτικά και κάθισα απέναντί του. Παρέμεινα για
λίγα λεπτά σιωπηλή καθώς περίμενα να μιλήσει εκείνος πρώτος.

«Πρώτη φορά σε είδα στο νοσοκομείο τη νύχτα που μετέφεραν τον
Κίλιαν και το σώμα της Εμίλια. Περίμενες υπομονετικά στην αίθουσα
αναμονής μέχρι να μάθεις για την κατάστασή του, μα όταν άρχισαν να
σου κάνουν ερωτήσεις, το έσκασες και δεν γύρισες ξανά. Αφού οι δικοί
σου μου πήραν τον κόσμο όλο, έμαθα ποια ήσουν και όλο αυτόν τον
καιρό σε παρακολουθούσα. Στην αρχή ήθελα να πληρώσεις κι εσύ,
όμως όσο έβλεπα τη ζωή σου τόσο άλλαζα γνώμη.

»Την νύχτα που “έσωσες” τη Ροσέλ από εμάς, ήμουν σίγουρος πλέον
ότι κάτι άλλο είχε συμβεί. Σας παρακολουθούσα και ενημέρωνα τον
Κίλιαν για όλα, εκτός από αυτά που ήδη γνώριζα. Παράλληλα έκανα και
τη δική μου έρευνα, αλλά δεν γνώριζε κανείς γι’ αυτό πέρα από μένα.
Όσο έμενες μαζί μας, κατάλαβα πως δεν ήθελες να έχεις καμία σχέση με
το παρελθόν σου και γι’ αυτό σε βοηθούσα. Είχα καταλάβει πως το
βάρος της ζωής που έζησες σε κυνηγούσε, όμως δεν πρέπει να το
αφήσεις να σε συνθλίψει. Είσαι η Βαλεντίν και όχι εκείνη η κοπέλα έξι
χρόνια πριν. Μπορεί να κουβαλάς το αίμα, όχι όμως την καρδιά».

Τα λόγια του με χτυπούσαν ανελέητα και με κράτησαν σιωπηλή. Είχα
την επιθυμία να κλάψω ατελείωτα, όμως ούτε ένα δάκρυ δεν κύλησε από
τα μάτια μου. Τον κοιτούσα στα μάτια και έβλεπα την ειλικρίνεια μέσα
τους, αλλά δεν είχα λόγια να του απαντήσω. Τι να του πω; Το πόσο
λυπόμουν για όσα έγιναν; Πώς δεν είχε λόγο να ασχοληθεί με έναν
άνθρωπο σαν εμένα; Τη συγκεκριμένη στιγμή ήθελα κοντά μου κάποιον
περισσότερο από ποτέ. Πέταξα στα σκουπίδια οποιαδήποτε προοπτική
ευτυχίας λέγοντας την αλήθεια στη Ροσέλ, όμως δεν ήθελα να
προσποιούμαι άλλο.

«Γίνε εσύ ο κυνηγός της ζωής και όχι το θήραμά της. Αν δεν θέλεις να
έχεις καμία σχέση με όλους μας, μπορώ να φύγω, όμως δέξου την
ευκαιρία που σου δίνω να κάνεις μια νέα αρχή εδώ, σε αυτό το σπίτι»
είπε σοβαρά και σκέφτηκα τις επιλογές μου.

Κυνηγοί Ζωής 153

Όλα γίνονται για κάποιο λόγο και ύστερα από τόσα χρόνια στους
δρόμους, είχα την επιθυμία να ζήσω κάπου που θα το αποκαλώ «σπίτι
μου».

«Λίαμ, είσαι πραγματικά ο καλύτερος άνθρωπος που συνάντησα στη
ζωή μου. Θέλω να δεχτώ την προσφορά σου, όμως κάπως θα πρέπει να
σ’ το ξεπληρώσω. Ίσως να σου πληρώνω κάποιο νοίκι όταν θα βρω μια
δουλειά; Δεν ξέρω, αλλά κάτι θέλω να κάνω» είπα αμήχανα κι εκείνος
χαμογέλασε.

«Έκανες ήδη αρκετά από τη στιγμή που διάλεξες από μόνη σου να
προστατεύεις αυτό το εκνευριστικό πλάσμα που μου έχει κλέψει την
καρδιά. Δεν είναι ανάγκη να μου ξεπληρώσεις τίποτα» είπε και μου
χαμογέλασε.

Τινάχτηκα όρθια και έτρεξα στην αγκαλιά του. Ένιωθα σαν να
αγκάλιαζα τον Έιντζελ. Δεν μπορούσα να πιστέψω το κακό που είχε
προκαλέσει η οικογένειά μου σε ανθρώπους σαν τον Λίαμ και μάλιστα
ότι συμμετείχα κι εγώ.

«Φτάνουν οι αγκαλιές, μικρό. Τράβα να κάνεις ένα μπάνιο και να
κοιμηθείς γιατί κι εγώ πρέπει να γυρίσω πίσω» είπε και ένιωσα κάτι
σκοτεινό να με αγκαλιάζει.

Απομακρύνθηκα από κοντά του και κοίταξα το κινητό μου. Στην
αρχική οθόνη υπήρχε ακόμα η φωτογραφία που είχα βγάλει με τα παιδιά
στην κουζίνα την ημέρα των γενεθλίων μου. Μου έλειπε ήδη όλο αυτό.

«Πριν το ξεχάσω…» άκουσα τον Λίαμ να λέει και γύρισα πάλι προς
το μέρος του. Είχε ανοίξει τον δικό του σάκο και έβγαλε μία μακρόστενη
δερμάτινη θήκη. Ύστερα με πλησίασε και την έστρεψε προς το μέρος
μου.

«Ο Κίλιαν μου ζήτησε να σου δώσω αυτά» είπε και το άφησε στα
χέρια μου. Ξετύλιξα τη θήκη και το βλέμμα μου άστραψε. Ήταν εκείνα τα
μαχαίρια.

«Μα πώς, αφού…» είπα μετέωρα κι εκείνος χαμογέλασε.
«Τα κέρδισες την ημέρα που παλέψατε στη βροχή. Μπορεί να μην
τον σκότωσες, όμως τον νίκησες» είπε με ένα στραβό χαμόγελο.
«Σταμάτα να σκέφτεσαι και πήγαινε να ξεκουραστείς. Οτιδήποτε

154 ALEXA MERIAN

χρειαστείς πάρε με στο κινητό, αν και δεν είσαι άνθρωπος που ζητάει
και ποτέ βοήθεια» είπε σαρκαστικά και ρουθούνισα έχοντας ένα
ειρωνικό χαμόγελο.

Ύστερα εκείνος έφυγε κι εγώ έμεινα μόνη, ακόμη μούσκεμα από
πριν, να κάθομαι στο σαλόνι παρέα με τα μαχαίρια. Χάιδεψα την κρύα
λεπίδα με τα ακροδάχτυλά μου ενώ το μυαλό μου δεν σταματούσε να
σκέφτεται όλα όσα πέρασα σε εκείνο το σπίτι· καλά και κακά, δεν είχε
σημασία. Κοίταξα ξανά τα πρόσωπα στην οθόνη του κινητού μου. Όλοι
χαμογελούσαν, μαζί τους κι εγώ. Αν μπορούσα, θα γυρνούσα τον χρόνο
πίσω, όμως ήταν αργά γι’ αυτό πια. Τύλιξα τα μαχαίρια μου πάλι με το
δέρμα και τα άφησα στον καναπέ. Ύστερα σηκώθηκα και περπάτησα
αργά για να βρω το μπάνιο.

Είχα φτάσει πάλι στο σημείο μηδέν, που σήμαινε πως έπρεπε να
κάνω μία νέα αρχή, όμως ένιωθα περίεργα. Τι και αν δεν ήθελα να
αλλάξω τίποτα; Τι και αν για πρώτη φορά δεν ήθελα να ξεφύγω αλλά να
συνεχίσω αυτό που είχα, τη ζωή με τους ανθρώπους που είχαν εισβάλει
στην καρδιά μου; Όμως ήταν αργά. Ένας νέος δρόμος είχε χαραχτεί και
ήλπιζα πως δεν θα βρισκόμουν ξανά σε αδιέξοδο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20

2 Μήνες μετά

«Λίαμ, ξύπνα!» φώναξα. Στεκόμουν πάνω από το κεφάλι του κι εκείνος
απλώς γύρισε πλευρό.

Θα τον σκοτώσω.
Η ώρα ήταν ήδη εννιά, είχαν απομείνει τριάντα λεπτά πριν τη βάρδια
μου και ο ανεγκέφαλος φίλος μου ακόμα κοιμόταν στον καναπέ μου.
«Άσε με να κοιμηθώ, ρε γαμώτο! Φύγε και θα σηκωθώ μετά»
παραπονέθηκε και τράβηξε τα σκεπάσματα πάνω από το κεφάλι του. Τα
άρπαξα απότομα και τα πέταξα μακριά.
«Αυτό ξέχασέ το! Την προηγούμενη φορά που σε άφησα μου τα
παράτησες όλα μέσα στη μέση και έφυγες. Ούτε τα κουτιά από τις πίτσες
δεν πέταξες» του είπα και κοιτούσε πέρα δώθε. «Ναι, καλά. Μη μου το
παίζεις ανήξερος. Σήκω να ετοιμαστείς να με αφήσεις κι εμένα μέχρι το
γυμναστήριο» του είπα δήθεν γλυκά στο τέλος και έφυγα από κοντά του
για να πάω στο δωμάτιο πριν με κλοτσήσει.
Φόρεσα μία γκρι φαρδιά φόρμα, ένα μαύρο τιραντάκι και από πάνω
ένα πλεκτό πουλόβερ. Έπιασα τα μαλλιά μου σε μία ψηλή κοτσίδα και
κοιτάχτηκα στον καθρέφτη.
Δύο μήνες πριν, όταν με έφερε ο Λίαμ σε αυτό το σπίτι, έκανα μία νέα
αρχή. Ξεκίνησα πάλι δουλειά ως γυμνάστρια στο τοπικό γυμναστήριο
που δούλευα και παλιότερα όταν έμενα με τη Ροσέλ σε αυτή την
περιοχή. Ο ιδιοκτήτης έτυχε να είναι και γνωστός του Λίαμ, οπότε δεν
ήταν δύσκολο να με προσλάβει ξανά. Το όνομα Βαλεντίν το χρη-
σιμοποιούσα κανονικά και μάλιστα ο Λίαμ μού έβαλε την ιδέα να το

156 ALEXA MERIAN

κάνω και μόνιμο. Το πρόβλημα ήταν πως, αν κινούσα νομικές
διαδικασίες, θα το μάθαινε σίγουρα η οικογένειά μου και ίσως με
εντόπιζαν. Το σκεφτόμουν πολύ σοβαρά όμως.

Με τον Λίαμ είχαμε γίνει πολύ καλοί φίλοι και με βοηθούσε όσο
μπορούσε. Περνούσε πού και πού χρόνο μαζί μου όταν το βάρβαρο
αφεντικό του τον άφηνε να ξεμυτίσει. Όσο για την οικογένεια Μορέι,
κανένας τους δεν είχε δώσει σημείο ζωής. Μερικές φορές όμως χτυπούσε
το τηλέφωνό μου, μα κανένας δεν μιλούσε. Πίστευα πως ήταν η μικρή και
το μόνο που έλεγα ήταν πως ήμουν καλά και ύστερα το έκλεινα. Με
πονούσε το γεγονός ότι δεν μιλούσαμε, όμως είχε κάνει την επιλογή της
όπως κι εγώ τη δική μου με το να μείνω μακριά.

«Βαλεντίν, τελείωνε! Θα αργήσεις και πρέπει κι εγώ να γυρίσω σπίτι»
μου φώναξε ο Λίαμ και με έβγαλε από τις σκέψεις μου.

Πήρα τον σάκο με τα πράγματά μου, φόρεσα το παλτό μου και βγήκα
να τον συναντήσω.

«Πάλι σε απείλησε ο άλλος να μείνεις μακριά μου;» τον ρώτησα
ειρωνικά κι εκείνος με κοίταξε στραβά.

«Δεν θα πάψεις ποτέ να είσαι ερωτευμένη μαζί του, έτσι δεν είναι;»
με ρώτησε για να με πικάρει και έστρεψα αλλού το κεφάλι μου.

Ναι, ήμουν ακόμα ερωτευμένη μαζί του, παρ’ όλο που μου είχε φερθεί
με τον χειρότερο τρόπο.

«Σκάσε» μουρμούρισα και ανέβηκα πίσω του στη μηχανή.
«Ο Ντέιβιντ πάντως ακόμη σε περιμένει».
«Μάλλον θα περιμένει αιώνια!» είπα κι εκείνος γέλασε.
Ξεκίνησε και σε πέντε λεπτά βρισκόμασταν έξω από το γυμναστήριο.
Αφού τον χαιρέτησα με μία σφιχτή αγκαλιά, του είπα να μου προσέχει τη
Ροσέλ αλλά και τον άλλον τον ηλίθιο. Έπειτα έφυγε. Παρακολουθούσα
τη μηχανή να απομακρύνεται και ευχόμουν με όλη μου την ψυχή να τα
κατάφερνε επιτέλους μαζί της. Κάθε φορά μου μιλούσε για τη Ροσέλ – τα
καμώματά της, το πόσο τον εκνεύριζε και πως πάντα μόνο σε εκείνον
πήγαινε κόντρα. Είχα παρατηρήσει το βλέμμα και της ίδιας όταν με
πείραζε ο Λίαμ και διέκρινα τη ζήλια στα μάτια της, όμως δεν τολμούσε
να κάνει την παραμικρή κίνηση. Πιθανόν να φοβόταν τον αδερφό της.

Κυνηγοί Ζωής 157

Ξαφνικά με την άκρη του ματιού μου παρατήρησα κάτι περίεργο από
την άλλη πλευρά του δρόμου. Ένα τζιπ ήταν παρκαρισμένο και ένας
άντρας καθόταν στο τιμόνι και διάβαζε εφημερίδα δήθεν ανέμελα. Το
πρόσωπό του μου ήταν γνωστό και μάλιστα νόμιζα πως τον είχα
ξαναπετύχει.

Τι στο καλό; Ποιος απ’ όλους με παρακολουθούσε αυτή τη φορά;
Ήμουν έτοιμη να πάω και να του μιλήσω, όμως η φωνή του Τζόρτζ,
του αφεντικού μου, με σταμάτησε.
«Βαλεντίν, πάνω στην ώρα!» είπε καθώς έβγαινε από το γυμνα-
στήριο και του χαμογέλασα.
«Καλησπέρα, πώς και τέτοια ώρα έξω;» τον ρώτησα και μου φάνηκε
κάπως νευρικός.
«Πρέπει να φύγω, αλλά ήθελα να σε προλάβω. Να… ε, έχει η κόρη
μου γιορτή στο σχολείο και θα πρέπει να πάω, οπότε θα μείνεις με τον
Μαρκ. Ήθελα να σου πω αν θα μπορούσες να κλείσεις εσύ το
γυμναστήριο σήμερα το βράδυ» είπε ενοχικά και κρύος ιδρώτας με
έλουσε.
Πέρα από το γεγονός ότι θα έπρεπε να δουλέψω παραπάνω από
δέκα ώρες, θα ήμουν και με έναν ακόμη μπελά πάνω από το κεφάλι μου.
Ο Μαρκ ήταν συνάδελφός μου, αλλά εδώ και έναν μήνα προσπαθούσε
να γίνει κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Μου ζητούσε συνέχεια να
βγούμε και ήταν όλο κομπλιμέντα. Εντάξει, καλός ήταν, όμως το
τελευταίο που ήθελα ήταν άλλος ένας άντρας να βασανίζει το μυαλό μου.
Αφού χαιρέτησα το αφεντικό μου, μπήκα μέσα στον χώρο με μισή
καρδιά. Είχα το πρώτο μου μάθημα στην αυτοάμυνα, οπότε θα έβγαζα
τα νεύρα μου εκεί. Είπα ένα «γεια» στη Μαρτίν στη ρεσεψιόν και κίνησα
αμέσως για τα αποδυτήρια. Άλλαξα γρήγορα και, αφού έμεινα με το
αθλητικό μπούστο και τη φόρμα, πήγα κατευθείαν στο μάθημά μου.
Μόλις μπήκα μέσα στο τμήμα μου, όλοι όσοι είχαν κάνει πηγαδάκια
χωρίστηκαν και πλησίασαν αμέσως κοντά μου. Φυσικά ήταν όλοι άντρες
και όταν με κοιτούσαν, είχαν εκείνο το ύπουλο χαμόγελο μονίμως
χαραγμένο στο πρόσωπό τους, όμως δεν είχα σκοπό να τους αφήσω να
το έχουν για πολύ ακόμα. Δεν τους είπα ούτε καλημέρα και, δίχως να

158 ALEXA MERIAN

κοιτάζω κανέναν, άρχισα να δένω γάζες γύρω από τα χέρια μου. Ένας
από αυτούς αποφάσισε να το παίξει πιο θαρραλέος από τους άλλους και
με πλησίασε με τον αέρα του γόη. Δεν λέω, όμορφος ήταν, αλλά το υφάκι
του με εκνεύριζε απίστευτα.

«Όμορφη, τα μαθήματα της γιόγκα είναι στον επάνω όροφο» είπε με
μία δόση ειρωνείας και οι άλλοι πίσω του γέλασαν. Στο πρόσωπό μου
απλώθηκε ένα τεράστιο χαμόγελο και πετάρισα τα μάτια μου.

«Ξέρω σε ποιο μάθημα είμαι, μήπως εσύ μπερδεύτηκες;» είπα ακόμα
χαμογελώντας, μα η φωνή μου έσταζε δηλητήριο.

Οι άλλοι συνέχισαν να γελάνε με το σχόλιό μου κι εγώ γύρισα για να
τον αποφύγω και να ξεκινήσω το μάθημα, όμως αυτός είχε μία τελείως
διαφορετική άποψη. Με έπιασε άγαρμπα από το μπράτσο και πήγε να
με τραβήξει. Γύρισα το σώμα μου διαφορετικά και με έναν ελιγμό
χτύπησα το πίσω μέρος από τα γόνατά του κάνοντάς τον να πέσει. Το
χέρι μου τυλίχτηκε γύρω από τον λαιμό του και τον κράτησα σφιχτά.

«Είμαι η Βαλεντίν, η καινούρια σας καθηγήτρια. Τώρα αν δεν θέλετε
να έχετε την τύχη του, γυρίστε στις θέσεις σας να ξεκινήσουμε» είπα και
άφησα το μαθητούδι μου να αναπνεύσει ξανά. Αμέσως έφυγε μακριά
μου βήχοντας.

Ευτυχώς για τα επόμενα σαράντα λεπτά δεν είχαμε άλλες άσκοπες
διακοπές και σχόλια, αλλά ένιωθα τα μάτια του «θαρραλέου» διαρκώς
καρφωμένα επάνω μου. Όταν τελειώσαμε, άρχισα να ετοιμάζομαι για το
επόμενο τμήμα που ευτυχώς ήταν μόνο γυναίκες.

Έβαζα τα βάρη στη θέση τους όταν άκουσα κάτι που με άφησε
άφωνη.

«Φίλε, πως θα τα βγάλουμε πέρα με αυτήν; Παραλίγο να σε
στραγγαλίσει που την άγγιξες» αναφώνησε ο ένας και το βλέμμα του
«θαρραλέου» έπεσε πάλι πάνω μου.

«Είναι άγρια. Νομίζω ότι ερωτεύτηκα» είπε εκείνος και κρατιόμουν με
νύχια και με δόντια για να μην ξεσπάσω σε τρανταχτά γέλια.

Πήρα το μπουκάλι μου και βγήκα έξω από την αίθουσα να το γεμίσω.
Εκείνη τη στιγμή ο Μαρκ με είδε και ήρθε σχεδόν τρέχοντας κοντά μου.
Το χαμόγελο ήταν απλωμένο σε όλο του το πρόσωπο και δεν μου άρεσε

Κυνηγοί Ζωής 159

καθόλου αυτό. Προσπάθησα να ανταποδώσω και δεν ξέρω κατά πόσο
ήμουν πειστική.

«Τι λέει, δύσκολο τμήμα;» με ρώτησε και κάγχασα.
«Μπα, γατάκια σαν όλους τους άλλους είναι και αυτοί» μουρμούρισα
κι εκείνος γέλασε. Τότε η παρέα που είχε μείνει μέσα βγήκε και ο
«θαρραλέος» σταμάτησε και μας κοίταξε.
«Θα το ήθελες πολύ» είπε με ένα φανερό υπονοούμενο και μου
έκλεισε το μάτι πονηρά φεύγοντας.
«Τι ήταν αυτό;» ρώτησα αποσβολωμένη και ο Μαρκ έδειχνε έτοιμος
να εκραγεί.
«Τι έγινε εκεί μέσα;» ρώτησε κάπως περίεργα και ρουθούνισα κου-
νώντας το κεφάλι δεξιά και αριστερά.
«Τίποτα, θα μείνεις μέχρι το κλείσιμο;» τον ρώτησα για να αλλάξω
θέμα και τα μάτια του έλαμψαν.
«Δυστυχώς θα πρέπει να κλείσεις μόνη σου, όμως, αν θες, μπορούμε
να κανονίσουμε κάτι για το βράδυ» είπε όλο ελπίδα και για μια στιγμή
ένιωσα άσχημα. Όμως μόνο για μια στιγμή.
«Κοίτα, θα είμαι κουρασμένη, αλλά και πάλι δεν θέλω να σου πω ότι
θα το κανονίσουμε για μία άλλη φορά, γιατί ξέρω ότι δεν πρόκειται να
γίνει. Συγγνώμη. Δεν είμαι για κάτι τέτοιο αυτή τη στιγμή» του είπα με
απόλυτη ειλικρίνεια κι εκείνος φάνηκε να το καταλαβαίνει.
Δεν έκρυψε στιγμή την απογοήτευσή του, όμως προσπάθησε να μου
δείξει ότι ήταν καλά. Μου ευχήθηκε καλή τύχη με το επόμενο τμήμα και
ύστερα γύρισε στο δικό του πόστο. Ξεφύσησα βαθιά νιώθοντας πως ένα
βάρος έφυγε από πάνω μου και γύρισα πάλι πίσω στη δουλειά μου.
Τουλάχιστον γλίτωσα από αυτό.
Μερικές ώρες αργότερα, αφού τελείωσα και με όλα τα μαθήματα,
άρχισα να μαζεύω το τμήμα μου. Ύστερα πήγα και στους άλλους
χώρους, ώστε να κλείσω το γυμναστήριο. Είχε πάει πάρα πολύ αργά και
ένιωθα όλο μου το σώμα να με πονάει. Τι το ήθελα και δέχτηκα να
αναλάβω και τα παιδικά τμήματα αυτοάμυνας; Τα πιτσιρίκια ήταν σκέτος
μπελάς κι εγώ καθόλου καλή μαζί τους!

160 ALEXA MERIAN

Πλησίασα τη Μαρτίν στη ρεσεψιόν για να δω το καινούριο πρόγ-
ραμμα.

«Είχες πολύ δουλειά σήμερα, ε;» με ρώτησε και ένευσα καταφατικά.
«Άφησέ μου τα κλειδιά και πήγαινε κι εσύ» της είπα ήρεμα και
φάνηκε κάτι παραπάνω από πρόθυμη να το κάνει, αφού με το που το
είπα, σηκώθηκε αμέσως, μάζεψε βιαστικά τα πράγματά της κι
εξαφανίστηκε λέγοντάς μου ένα ξερό «καληνύχτα». Πλέον είχα μείνει
μόνη.
Πήρα το κινητό από το ντουλάπι μου στα αποδυτήρια και ανέβηκα
στον δεύτερο. Το γυμναστήριο είχε αρκετά τμήματα και στον τελευταίο
όροφο έτυχε να έχει και αίθουσες που κάνανε μαθήματα χορού, πιλάτες,
γιόγκα και άλλα τέτοια σχετικά. Ήθελα τόσο πολύ να βρεθώ κι εγώ μέσα
σε μία από αυτές τις αίθουσες και να χορέψω σαν να μην υπάρχει
αύριο, όμως ποτέ δεν έβρισκα την ευκαιρία παρά μόνο μία νύχτα σαν
και αυτή. Αφού βεβαιώθηκα ότι είχαν φύγει όλοι, μπήκα σε μία από
αυτές τις αίθουσες. Σύνδεσα το κινητό μου με τα ηχεία, έβαλα ένα από τα
τραγούδια που ήθελα και παραδόθηκα στη μουσική.
Τα μάτια μου ήταν διαρκώς κλειστά και από πίσω τους έβλεπα
μοναχά ένα πράγμα: εκείνο το γαλάζιο βλέμμα που στοίχειωνε τα όνειρα
μα και τη ζωή μου. Θυμόμουν ξανά από την αρχή τα χέρια του επάνω
στο κορμί μου, τα χείλη του που χάιδευαν τα δικά μου. Όλα τα θυμόμουν
ξανά και ξανά και ξανά. Χτυπιόμουν, αγκάλιαζα τον εαυτό μου,
σερνόμουν στο ξύλινο δάπεδο και ακολουθούσα τη μουσική. Ένιωθα
ελεύθερη, μα για πολλοστή φορά μόνη.
Το κομμάτι τελείωνε και με έβρισκε κατάκοπη να πέφτω στο πάτωμα
με αναπνοή κοφτή και την καρδιά μου να χτυπάει χίλιες φορές πιο
γρήγορα. Έμεινα εκεί για αρκετά λεπτά μέχρι που ένιωθα όλο μου το
κορμί μουδιασμένο. Σηκώθηκα, μάζεψα τα πράγματά μου, έκλεισα την
αίθουσα και κατέβηκα στον κάτω όροφο. Το βλέμμα μου έπεσε σε δύο
άντρες που ήξερα να κάθονται στα όργανα γυμναστικής και να κάνουν
ασκήσεις. Δάγκωσα τα χείλη μου νευρικά. Πήρα μία βαθιά ανάσα, τους
πλησίασα και στάθηκα απέναντί τους με τα χέρια σταυρωμένα στο
στήθος.

Κυνηγοί Ζωής 161

«Τι έγινε, αγόρια; Το αφεντικό σας πληρώνει υπερωρίες για να
λουφάρετε στα γυμναστήρια μέχρι αργά;» τους ρώτησα ειρωνικά κι
εκείνοι σταμάτησαν και σηκώθηκαν όρθιοι. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και
ρουθούνισα ενοχλημένα. «Απλά πείτε μου τι θέλει αυτή τη φορά;» τους
ρώτησα σοβαρά.

«Το αφεντικό θέλει να σε δει» είπε ο ένας κοφτά και με έπιασε ένα
σφίξιμο στο στομάχι.

Τι μπορεί να με ήθελε; Αφού ο Λίαμ με είχε διαβεβαιώσει πως δεν
γνώριζε τίποτα για το παρελθόν μου. Λες να είχε μάθει;

«Ωραία, πείτε του να έρθει να τελειώνουμε» είπα και κοιτάχτηκαν
ξανά.

«Είναι ήδη εδώ» απάντησε ο δεύτερος και ξαφνικά ένιωσα όλη την
κούραση να πέφτει απότομα σαν βάρος πολυκατοικίας στους ώμους
μου.

Τα χέρια μου έπεσαν στο πλάι και τους κοίταξα σαν χαμένη. Ήθελα
να ρωτήσω το πού, μα ένας ήχος μου έδωσε την απάντηση. Ακουγόταν
σαν μέταλλα που χτυπούσαν το ένα με το άλλο και ερχόταν από την
αίθουσα με τα βάρη. Γύρισα την πλάτη στους άλλους και άρχισα να
περπατάω νιώθοντάς τους να με ακολουθούν. Στην είσοδο της αίθουσας
στέκονταν δύο ακόμη άντρες του και, μόλις με είδαν, έκαναν αμέσως
στην άκρη για να περάσω χαμογελώντας μου ταυτόχρονα. Όλοι τους με
ήξεραν, μα αυτή τη στιγμή δεν μπορούσα να είμαι και τόσο φιλική.

Μπήκα κατευθείαν μέσα και πήρα μία βαθιά ανάσα. Άλλοι τρεις με
μαύρα κουστούμια στέκονταν μπροστά στο μηχάνημα με την μπάρα κι
εκείνος βρισκόταν ξαπλωμένος εκεί και έκανε ασκήσεις σαν να μη
συμβαίνει τίποτα. Ήταν μάλιστα και ντυμένος ανάλογα: μαύρη φόρμα και
ένα αμάνικο μαύρο μπλουζάκι που είχε κολλήσει επάνω του από τον
ιδρώτα. Όσο έβλεπα το σώμα του, με έπιανε δυσφορία.

Αν ήταν δυνατόν! Μία ματιά του έριχνα και τρελαινόμουν. Σκατά!
Ξύπνα, Βαλεντίν. Είσαι εδώ για να μάθεις τι στον διάολο θέλει.

Πλησίασα κοντά του και στάθηκα ένα βήμα μακριά του με τα χέρια
σταυρωμένα στο στήθος και βλέμμα απόλυτα σοβαρό. Εκείνος μου έριξε
ένα βλέμμα, στήριξε την μπάρα, ανακάθισε και σκούπισε το πρόσωπό

162 ALEXA MERIAN

του με μία πετσέτα. Οι μύες του είχαν τσιτώσει και έμοιαζε πιο άγριος
από ποτέ. Δεν ήξερα αν έπρεπε να φοβάμαι εκείνον για ό,τι ήθελε να μου
κάνει ή αν έπρεπε να φοβάμαι εμένα που ήμουν έτοιμη να του ορμήσω.

«Λοιπόν; Ταξίδεψες τόσο μακριά για να κάνεις μόνο γυμναστική;»
του είπα ειρωνικά και με αγριοκοίταξε.

«Αχ, αυτό το στόμα. Αντί να κάνει θαύματα, μόνο ειρωνείες ξέρει να
πετάει» είπε προκλητικά και ανασήκωσα το ένα μου φρύδι ειρωνικά ενώ
το σφίξιμο μέσα μου γινόταν όλο και πιο δυνατό.

Από πότε φλερτάρει ο Κίλιαν;
«Κίλιαν, τι σε έφερε εδώ;» είπα κοφτά και χαμογέλασε στραβά.
Επίτηδες το κάνει; Ε, βέβαια!
«Δύο γυναίκες που έχουν βάλει στοίχημα για το ποια θα με τρελάνει
πρώτη».
«Τι σχέση έχω εγώ με τις γκόμενές σου;» του πέταξα λίγο πιο
απότομα απ’ ό,τι έπρεπε και το χαμόγελό του έγινε ακόμα πιο έντονο.
Όχι, δεν φαίνεται καθόλου ότι ζηλεύω. Σκατά στα μούτρα μου λοιπόν.
«Ποιος μίλησε για γκόμενες; Η μία είσαι εσύ και η άλλη η αδερφή
μου» είπε και τότε τινάχτηκα.
«Τι έπαθε η Ροσέλ;» ρώτησα αναστατωμένα, μα εκείνος συνέχισε να
χαμογελάει, πράγμα που με ανακούφιζε αλλά ταυτόχρονα με βασάνιζε.
«Μην ανησυχείς, δεν έπαθε κάτι. Απλά της λείπεις και γι’ αυτό είμαι
εδώ. Θέλει να γυρίσεις πίσω» είπε ήρεμα και με κοίταξε βαθιά μέσα στα
μάτια. Και μόνο που το έκανε αυτό, ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται και
με το ζόρι να με κρατάνε.
«Δεν γίνεται. Έχω τη δουλειά μου, το σπίτι μου… εξάλλου εσύ με
έδιωξες, το θυμάσαι;»
Πέρασα στην αντεπίθεση και, αν έκρινα από το βλέμμα του, δεν του
άρεσε καθόλου αυτό. Δεν μπορούσα να του πω την αλήθεια για τον λόγο
που δεν το έκανα, όσο και να το ήθελα.
Με μία του κίνηση, όπως ήταν καθιστός, τύλιξε το χέρι του γύρω από
τη μέση μου και με τράβηξε δυνατά προς το μέρος του. Κάθισα επάνω
στα πόδια του και τα πρόσωπά μας ήταν μία αναπνοή μακριά το ένα

Κυνηγοί Ζωής 163

από το άλλο. Με πίεζε δυνατά επάνω του κι εκεί που καθόμουν,
μπορούσα να καταλάβω πως ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος που με έβλεπε.

Γαμώτο!
«Γι’ αυτό είμαι εδώ, για να επανορθώσω. Εξάλλου εμείς οι δύο
έχουμε αφήσει κάτι στη μέση αν θυμάμαι καλά» είπε με έναν ερωτικό
τόνο ενώ τα χείλη του βρίσκονταν χιλιοστά μακριά από τα δικά μου.
Για μια στιγμή και μόνο ένιωθα να χάνω το μυαλό μου. Τα μάτια του
με είχαν φυλακίσει και δεν ήξερα αν μπορούσα να του αντισταθώ. Δεν
ήξερα αν ήθελα να του αντισταθώ.
«Κίλιαν, τι θες από μένα;» είπα ξέπνοα και το διαβολικό του
χαμόγελο μου έκοψε τελείως την ανάσα.
«Σου είπα πως έχουμε αφήσει κάτι στη μέση και σιχαίνομαι τις
εκκρεμότητες».
Τα λόγια του διαπέρασαν το κορμί μου σαν ηλεκτρισμός και τον
έσπρωξα με δύναμη. Απομακρύνθηκα από κοντά του τελείως εξορ-
γισμένη.
«Ώστε μόνο αυτό θες; Να με πηδήξεις, επειδή δεν σε άφησα την
προηγούμενη φορά;» φώναξα δυνατά και έσφιξα τις γροθιές μου. Ήθελα
τόσο πολύ να κλάψω και ταυτόχρονα να τον χτυπήσω.
«Και γι’ αυτό» είπε και κούνησε τους ώμους αδιάφορα, κάτι που με
έφτασε στα άκρα.
«Είσαι ένας γελοίος! Πώς στον διάολο σου πέρασε από το μυαλό ότι
θα έπεφτα στο κρεβάτι σου τόσο απλά;» Ήμουν τόσο νευριασμένη που
σχεδόν ούρλιαζα. Εκείνος έδειχνε το ίδιο ήρεμος με πριν.
«Το γεγονός ότι δεν αντιστάθηκες και τόσο την προηγούμενη φορά,
αλλά και πάλι, έχω μάθει να παίρνω αυτό που θέλω και αυτή τη στιγμή
αυτό το κάτι είσαι εσύ. Ηρέμησε και δες το σαν ευκαιρία να περάσεις
καλά. Αν σου είναι τόσο μεγάλο θέμα, μπορώ να σε πληρώσω κιόλας»
είπε και το τελευταίο έσκασε σαν χαστούκι στο πρόσωπό μου.
Όχι ότι δεν περίμενα κάτι διαφορετικό από εκείνον, όμως ήμουν
άνθρωπος που δεν σταματούσε να ελπίζει μέχρι και την τελευταία
στιγμή.

164 ALEXA MERIAN

«Το παρατραβάς. Σου έχω πει να μην υποτιμάς την ηθική μου κι εσύ
το κάνεις επανειλημμένα» γρύλισα και κάγχασε.

«Ηρέμησε, έρωτα. Απλά σε τεστάρω. Ήξερα από την αρχή ότι θα
αρνηθείς μία τέτοια προσφορά, αλλά έτσι και αλλιώς σε πληρώνω τους
τελευταίους δύο μήνες, οπότε δεν βλέπω κάποια διαφορά»

«Τι εννοείς;» είπα σοκαρισμένη ενώ ευχόμουν από μέσα μου να μην
ήταν αυτό που φανταζόμουν.

«Εννοώ πως, είχα δεν είχα, έγινα το αφεντικό σου. Όλο αυτό…» είπε
και έδειξε με τα χέρια του τον χώρο «μου ανήκει· και μαζί του κι εσύ. Μα
καλά δεν αναρωτήθηκες ποτέ για ποιον δουλεύεις;» είπε και κούνησα
αρνητικά το κεφάλι.

Όχι, η ηλίθια δεν το είχα ψάξει τόσο. Πίστευα ότι ο Τζόρτζ ήταν ο
ιδιοκτήτης και όχι αυτός.

«Δεν το πιστεύω» μουρμούρισα κι εκείνος σηκώθηκε όρθιος και
στάθηκε απέναντί μου. Το χέρι του αγκάλιασε το πρόσωπό μου ενώ
πέρασε τον αντίχειρά του αργά πάνω από τα χείλη μου.

«Πίστεψέ το, έρωτα. Τώρα δώσε μου μία απάντηση». Αμέσως
τινάχτηκα μακριά.

«Για ποιο πράγμα;»
«Για την πρόταση που σου έκανα φυσικά» είπε αυτάρεσκα και
χαμήλωσα το βλέμμα μου.
Όταν το σήκωσα, του χαμογελούσα.
«Λέω πως θα πρέπει να σε δει κανένας γιατρός, γιατί είσαι για τα
σίδερα. Εγώ φεύγω από ‘δώ πέρα» είπα και γύρισα την πλάτη για να
φύγω, όμως θυμήθηκα πως δεν είχα πει την τελευταία μου κουβέντα και
έτσι ξαναγύρισα.
«Α, και μιας και είσαι το αφεντικό, κλείδωσε όπως φεύγεις, γιατί εγώ
έχω να βγω και δεν θέλω να με περιμένει η παρέα μου» είπα και του
πέταξα με δύναμη τα κλειδιά στο επίμαχο σημείο του.
Έβγαλε έναν πνιχτό ήχο πόνου, γύρισα από την άλλη και άρχισα να
απομακρύνομαι γρήγορα. Όσο πιο νωρίς έφευγα από κοντά του τόσες
ήταν οι πιθανότητες να μη χάσω τελείως το μυαλό μου.
Βγήκα έξω στον παγωμένο αέρα και το κεφάλι μου πονούσε τρομερά.

Κυνηγοί Ζωής 165

Και τώρα τι θα κάνω;
Ήθελα απεγνωσμένα ένα ποτό. Όχι, πολλά ποτά να ναρκωθώ, να μη
νιώθω τίποτα.
Ακούς εκεί, ότι με θέλει μόνο για το κρεβάτι του.
Και τι περίμενες; Έρωτες, αγάπες και λουλούδια; Σοβαρά το
περιμένεις κάτι τέτοιο από τον Κίλιαν; είπε μια φωνούλα μέσα στο κεφάλι
μου και αναστέναξα. Ωραία, τώρα ακούω και φωνές.
«Βαλεντίν;» άκουσα μία φωνή από τις σκιές και τινάχτηκα.
Α, δεν πάμε καθόλου καλά. Τι θέλει αυτός εδώ;
«Τι στο καλό θες βραδιάτικα; Με παρακολουθείς;» τον ρώτησα, μα
δεν ήξερα το όνομά του. Ο «θαρραλέος» είχε τελικά περισσότερα κότσια
απ’ όσα περίμενα.
«Σέντρικ, το όνομά μου είναι Σέντρικ» είπε και εκείνη τη στιγμή
άκουσα φασαρία που ερχόταν από το γυμναστήριο. Κάτι άστραψε μέσα
μου, κάτι που σίγουρα θα το μετάνιωνα αργότερα.
«Λοιπόν, Σέντρικ, είσαι εδώ να υποθέσω για μένα;» τον ρώτησα και
φάνηκε έκπληκτος.
«Ε, ναι!;» είπε κάπως αμήχανα και τον πλησίασα.
«Τι θα έλεγες τότε να με βγάλεις για ένα ποτό, για να μου
ξεπληρώσεις τη διακοπή από το μάθημά μου;» του πρότεινα πρώτη αυτό
που ήθελε να κάνει εκείνος και ένα ερωτικό χαμόγελο απλώθηκε σε όλο
του το πρόσωπο.
«Αμέ, φύγαμε» είπε και με οδήγησε σε ένα αμάξι που ήταν
παρκαρισμένο ακριβώς μπροστά στην είσοδο.
Μπαίνοντας στη θέση του συνοδηγού, είδα τον Κίλιαν να βγαίνει έξω
και το βλέμμα του να πέφτει πάνω μου γεμάτο οργή. Ο Σέντρικ μπήκε
μέσα και κατευθείαν έβαλε μπροστά τη μηχανή. Καθώς φεύγαμε, γύρισα
το βλέμμα μου στην ευθεία ενώ σήκωσα το μεσαίο μου δάχτυλο και το
κόλλησα στο τζάμι. Είχε δεν είχε πάλι μου είχε ανεβάσει την πίεση στα
ύψη!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21

Η διαδρομή μας μέχρι το μπαρ ήταν σιωπηλή και, αν και μου έκανε
εντύπωση που δεν με είχε ρωτήσει τίποτα, το μυαλό μου ήταν τόσο
κολλημένο στον άλλον τον ηλίθιο που δεν είχα σκεφτεί ούτε καν ότι
αυτός ο τύπος μπορεί να ήταν επικίνδυνος.

Σταμάτα να βλέπεις κινδύνους παντού και απλώς πέρνα καλά!
φώναξε η εσωτερική μου φωνή, που για κάποιον λόγο τις περισσότερες
φορές είχε τη μορφή της Ροσέλ.

Γιατί νομίζω πως μου έχει ξαναπεί κι εκείνη κάτι τέτοιο;
«Φτάσαμε» είπε ξαφνικά εκείνος και τότε κατάλαβα ότι είχαμε
σταματήσει.
Κοίταξα γύρω μου και δεν ήξερα πού ήμασταν. Γύρισα προς το μέρος
του και τον κοίταξα καχύποπτα.
«Δεν πιστεύω να θες να κάνεις καμία μαλακία και με έφερες τόσο
μακριά, γιατί σ’ το λέω ότι θα επαναλάβουμε τη γνωριμία μας» είπα
προειδοποιητικά κι εκείνος γέλασε.
«Είσαι απίστευτη. Όχι, δεν θέλω να κάνω τίποτα περισσότερο από
το να σε γνωρίσω» είπε και μου χάρισε ένα γοητευτικό χαμόγελο που με
παρέσυρε κι εμένα. Του χαμογέλασα.
Γιατί όχι; Καλός φαίνεται, όμορφος είναι.
Μπορεί αυτή να ήταν η ευκαιρία μου να περάσω καλά και να βγάλω
τον άλλον τον βλάκα από το μυαλό μου. Έστω και για ένα βράδυ.
«Τι λες; Πάμε;» είπε ευγενικά και κατένευσα.
Περπατήσαμε μέχρι την είσοδο πλάι πλάι και μου φαινόταν κάπως
αμήχανος. Ομολογώ πως κι εγώ ένιωθα περίεργα. Δεν περίμενα ποτέ ότι
η βραδιά μου θα κατέληγε κάπως έτσι.

Κυνηγοί Ζωής 167

Ευτυχώς το μαγαζί δεν ήταν τόσο γεμάτο και βρήκαμε εύκολα θέση
σε ένα ψηλό τραπέζι με σκαμπό. Τον άφησα να καθίσει εκεί και, δίχως
να αφήσω τον σάκο μου, άρχισα να κατευθύνομαι προς τις τουαλέτες.
Πάλι καλά που είχα μαζί μου μία δεύτερη αλλαξιά και δεν θα καθόμουν
με τα ρούχα της δουλειάς. Αφού άλλαξα, βάφτηκα λίγο και έπιασα τα
μαλλιά μου σε μία ψηλή κοτσίδα. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και το
πρόσωπό μου, παρ’ όλο που ήταν βαμμένο, έμοιαζε ωχρό, άτονο. Είχα
ακριβώς το ίδιο προσωπείο τους τελευταίους δύο μήνες και, όσο και να
προσπαθούσα, δεν άλλαζε.

Τράβηξα το βλέμμα μου μακριά από το γυαλί, μάζεψα τα πράγματά
μου και βγήκα για να γυρίσω στο απρόσμενο ραντεβού μου. Καθώς
περνούσα ανάμεσα από τον κόσμο, τον είδα που καθόταν αφηρημένος
και έπινε το ποτό του. Άδραξα την ευκαιρία να τον παρατηρήσω λιγάκι.
Φορούσε μία μπορντό, στενή, με μακρύ μανίκι μπλούζα ενώ αποκάτω
ένα σκούρο μπλε παντελόνι. Τα μαλλιά του ήταν μαύρα και
καλοφτιαγμένα και γενικά φαινόταν για τύπος που πρόσεχε τον εαυτό
του. Χαμογέλασα στην ιδέα ότι είχε ετοιμαστεί για να έρθει να με βρει.
Ίσως και να άξιζε να του δώσω μία ευκαιρία.

Ναι, αλλά άμα ήταν άλλος στη θέση του, δεν θα το σκεφτόσουν καν,
είπε η εσωτερική μου φωνή και πραγματικά είχα αρχίσει να πιστεύω ότι
τρελαίνομαι. Όμως είχε δίκιο. Αν ήταν αυτός που ήθελα, δεν θα το
σκεφτόμουν.

Τον πλησίασα και κάθισα απέναντί του. Σήκωσε το βλέμμα του ψηλά
και μου χαμογέλασε. Πήρα το ποτήρι με το ποτό μου και ήπια μία γουλιά
αποφεύγοντας το βλέμμα του. Ξαφνικά τον άκουσα να χαχανίζει.

«Γιατί γελάς;» τον ρώτησα και το χαμόγελό του έγινε ακόμα πιο
πλατύ.

«Γιατί είσαι πραγματικά απίστευτη. Μου είπες να βγούμε και όλη την
ώρα με αποφεύγεις. Δεν σου κρύβω πως περίμενα να μου πεις όχι αν το
πρότεινα εγώ, μα πάλι βρέθηκα προ εκπλήξεως» είπε με ειλικρίνεια και
ασυναίσθητα χαμογέλασα κι εγώ.

168 ALEXA MERIAN

«Συγγνώμη, έχει περάσει καιρός από την τελευταία φορά που βγήκα
με κάποιον» του είπα σχεδόν αλήθεια και η θύμηση της τελευταίας μου
εξόδου με ενόχλησε.

«Δεν χρειάζεται να νιώθεις άβολα. Απλά κάνε αυτό που θες». Πήρα
μια βαθιά ανάσα.

Αχ, και που να ‘ξερε τι ήθελα πραγματικά να κάνω. Βασικά ούτε εγώ
ήξερα εκατό τοις εκατό, μα είχα μία ιδέα. Έγειρα πάνω από το τραπέζι
και στηρίχτηκα στους αγκώνες μου.

«Ωραία, λοιπόν. Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Μίλησέ μου για
σένα και μην κρύψεις οποιαδήποτε ανατριχιαστική λεπτομέρεια» είπα
μεταξύ σοβαρού και αστείου. Εκείνος γέλασε τρανταχτά.

«Μου αρέσει που με κάνεις και γελάω. Δεν έχω να σου πω και πολλά
για μένα. Είμαι τριάντα χρονών και δουλεύω ως σωματοφύλακας για
έναν τύπο. Τον περισσότερο χρόνο μου τον περνάω είτε στη δουλειά είτε
στα γυμναστήρια και ειδικά ύστερα από το σημερινό μπορώ να πω πως
δεν το μετανιώνω καθόλου» είπε και στο τέλος άφησε το φλερτ του προς
εμένα δίχως αναστολές. Χαμογέλασα αμήχανα και ήπια μία γερή γουλιά
από το ποτό μου καίγοντας τα πάντα μέσα μου.

«Σωματοφύλακας, ε; Επικίνδυνη δουλειά» είπα σαν να μην ήξερα
περί τίνος πρόκειται κι εκείνος με κοίταξε με το ένα φρύδι ανασηκωμένο.
Έγειρε ακόμα πιο μπροστά και το πρόσωπό του ήταν μερικά εκατοστά
μακριά από το δικό μου.

«Λες κι εσύ δεν ξέρεις τι σημαίνει κίνδυνος» είπε με περίεργο ύφος
και αμέσως σφίχτηκα σε κάθε σημείο του κορμιού μου. Σοβάρεψα και
τον κοίταξα άγρια.

«Τι θες από μένα;» γρύλισα και το χαμόγελο επέστρεψε στο πρό-
σωπό του.

«Δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Ξέρω ποια είσαι από πριν μου κάνεις
εκείνο το κεφαλοκλείδωμα. Δεν θέλω κάτι από σένα πέρα από το να σε
γνωρίσω καλύτερα. Ο αδερφός σου με έχει βάλει να σε προσέχω και το
κάνω με παραπάνω χαρά απ’ ό,τι χρειάζεται» είπε άνετα και μου έκλεισε
το μάτι παιχνιδιάρικα στο τέλος.

Κυνηγοί Ζωής 169

Είχα μείνει άφωνη με τις νέες πληροφορίες που πήρα μεν και το
γεγονός ότι με φλέρταρε με αυτόν τον τρόπο δε.

«Είσαι περίεργος» είπα τελικά και γέλασε.
«Κι εσύ το ίδιο. Είδες που ταιριάζουμε;» είπε και έκανα πίσω
σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος.
«Αυτό να ξέρεις είναι το πιο αλλόκοτο φλερτ που μου έχουν κάνει
ποτέ» παραδέχτηκα. Άρπαξα το ποτήρι μου και κατέβασα μονομιάς το
περιεχόμενό του. Όταν το άφησα κάτω, γύρισα από την άλλη για να δω
πού βρίσκεται το μπαρ. Τα μάτια μου έπεσαν πάνω σε κάποιον, που για
μια στιγμή νόμιζα πως έφταιγε το ποτό που τον έβλεπα, όμως όταν τα
ανοιγόκλεισα μερικές φορές, ήταν ακόμα εκεί. Δεν είχα πιει ακόμα
αρκετά ώστε να έχω τέτοιες παραισθήσεις. Κοιτούσε προς το μέρος μας
με βλέμμα δολοφονικό ενώ είχε σε κάθε πλευρά του και από μία γυναίκα
να του τρίβεται. Τα νεύρα μου χτύπησαν κόκκινο και έσφιξα τις γροθιές
μου. Ο Σέντρικ φάνηκε να το παρατηρεί και το χέρι του άγγιξε το δικό
μου. Γύρισα και τον κοίταξα στα μάτια.
«Θες να φύγουμε;» με ρώτησε ήρεμα και κούνησα αρνητικά το
κεφάλι.
«Θέλω να χορέψω» του είπα. Κατέβηκε από το σκαμπό του και με
πλησίασε δίχως να αφήσει το χέρι μου.
«Πάμε τότε» είπε ήρεμα. Σηκώθηκα και τον ακολούθησα στο κέντρο
του μαγαζιού που χόρευε ο κόσμος. Τα χέρια του στηρίχτηκαν στη μέση
μου, όχι όμως πιο κάτω, κι εγώ έβαλα τα δικά μου επάνω στο στήθος του
ενώ κουνιόμασταν.
«Κοίτα, Σέντρικ, δεν ξέρω τι σε έστειλε ο αδερφός μου να κάνεις,
αλλά και τι έχεις στο μυαλό σου, όμως εγώ–» πήγα να πω και, πριν
προλάβω να τελειώσω την πρότασή μου, έσκυψε και ένωσε τα χείλη του
με τα δικά μου σε ένα απαλό φιλί.
Στην αρχή είχα παγώσει, μα έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να
αφεθώ. Τα χείλη του ήταν απαλά και δεν πάλευε να με φιλήσει, παρ’ όλο
που καταλάβαινα ότι το ήθελε. Όταν σταμάτησε, απομακρύνθηκε λιγάκι
και με κοίταξε στα μάτια.

170 ALEXA MERIAN

«Ομολογώ πως περίμενα το επόμενο χτύπημά σου και όχι να
ανταποδώσεις» είπε και μου ξέφυγε ένα γελάκι.

Χαμήλωσα το κεφάλι και με την άκρη του ματιού μου είδα έναν
εξοργισμένο Κίλιαν να πίνει ασταμάτητα και να σηκώνεται να φεύγει με
μεγάλες δρασκελιές. Δάγκωσα το κάτω χείλος μου και έκλεισα τα μάτια
παίρνοντας βαθιές ανάσες. Ο Σέντρικ με κοιτούσε και, δίχως να πει κάτι,
σήκωσε το κεφάλι μου, έτσι ώστε να μην μπορώ να τον αποφύγω.

«Γιατί δεν τον ακολουθείς;» με ρώτησε ειλικρινά και τον κοίταξα
μπερδεμένα.

Τι στο καλό πάει λάθος με αυτόν τον άντρα;
«Επειδή σε φίλησα δεν σημαίνει πως περίμενα να πέσεις στην
αγκαλιά μου. Αυτός ο τύπος μας ακολούθησε εδώ πέρα. Σε είδα πώς τον
κοιτούσες, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί δεν τον ακολουθείς αφού τον θες
κι εσύ» είπε και τράβηξα το βλέμμα μου πάλι μακριά.
«Γιατί οι κόσμοι μας, αν και ίδιοι, δεν μπορούν να συνυπάρξουν»
είπα κι εκείνος με τράβηξε στην αγκαλιά του.
Μείναμε εκεί να χορεύουμε και ποιος θα το φανταζόταν πως θα
έπεφτα έτσι στην αγκαλιά, όχι ενός απλού άγνωστου, μα κάποιου που
είχε στείλει ο αδερφός μου.
«Όσο αταίριαστοι ή δύσκολοι στη συνύπαρξη και αν είναι οι κόσμοι
σας, μπορείτε πάντα να φτιάξετε έναν καινούριο μαζί. Ή μπορείς πάντα
να κάνεις μία νέα αρχή μαζί μου» είπε και στο τέλος γέλασε.
Τα λόγια του έπαιξαν επαναλαμβανόμενα μέσα στο κεφάλι μου.
Απομακρύνθηκα λιγάκι από κοντά του και γύρισα την πλάτη μου.
Πέρασα μέσα από το πλήθος και πήγα προς το τραπέζι μας ενώ
καταλάβαινα πως εκείνος με ακολουθούσε. Είπα σε έναν σερβιτόρο να
μου φέρει ακόμα ένα ποτό και όταν ήρθε, κατέβασα το μισό με μία
γουλιά.
«Βαλεντίν, δεν ήθελα να σε φέρω σε δύσκολη θέση» είπε εκείνος και
χαμογέλασα στο κενό.
«Μην ανησυχείς, δεν με έφερες σε καμία θέση. Προσπαθώ να
προχωρήσω, όμως η καρδιά μου παλεύει σε έναν πόλεμο που ξέρει ότι
θα χάσει. Ωστόσο θα παραμένει εκεί μέχρι το τέλος» παραδέχτηκα κι

Κυνηγοί Ζωής 171

εκείνος ένευσε καταφατικά. Δεν ήξερα αν μπορούσε να με καταλάβει
όμως.

«Θα σε πείραζε να με γυρίσεις σπίτι; Υποθέτω ξέρεις ήδη πού μένω
όπως και ο αδερφός μου, σωστά;» είπα με μία μικρή δόση ειρωνείας στο
τέλος. Αναστέναξε.

«Ναι, γνωρίζω πού μένεις» είπε σαν να παραδίνεται, και έτσι αφού
ετοιμαστήκαμε, βγήκαμε από το μαγαζί.

Όταν μπήκαμε στο αμάξι, κούρνιασα επάνω στον κάθισμα και
ένιωθα πιο κουρασμένη από ποτέ. Γύρισα το βλέμμα μου προς το
παράθυρο κι εκείνος ξεκίνησε. Η οδήγησή του ήταν τόσο ομαλή που δεν
άντεξα και τα βλέφαρά μου άρχισαν να κλείνουν. Την επόμενη φορά που
τα άνοιξα είχαμε σταματήσει έξω από το σπίτι μου. Ανασηκώθηκα.
Κοίταξα γύρω μου μπερδεμένη και παρατήρησα τον Σέντρικ που είχε
στηριχτεί στην πόρτα του και με κοιτούσε.

«Με πήρε ο ύπνος» είπα κι εκείνος χαμογέλασε κουρασμένα.
«Ναι και δεν ήθελα να σε ξυπνήσω. Φοβήθηκα για τη σωματική μου
ακεραιότητα» γέλασε και με παρέσυρε κι εμένα.
«Καλύτερα να φύγω. Σ’ ευχαριστώ για σήμερα και συγγνώμη για όλη
την αναστάτωση. Πες στον αδερφό μου ότι δεν χρειάζομαι προστασία.
Ίσως να μπορείς να κάνεις κάτι καλύτερο από αυτό» του είπα και
ξαφνικά έγειρε μπροστά και κράτησε το πρόσωπό μου στα χέρια του.
«Θέλω και το κάνω. Άφησέ με να σε γνωρίσω και να με μάθεις κι εσύ
καλύτερα. Σου υπόσχομαι να μη σε ξαναφιλήσω παρά μόνο αν μου το
ζητήσεις εσύ» είπε και συμφώνησα. Ίσως ήταν η ευκαιρία που έψαχνα.
Μπορεί να μη με ενθουσίαζε το γεγονός ότι τον είχε στείλει ο Έϊντζελ,
αλλά μου άρεσε ο χαρακτήρας που μου είχε δείξει ως τώρα.
«Καληνύχτα, Σέντρικ» του είπα ήρεμα και γύρισα από την άλλη να
φύγω.
«Τα λέμε στο μάθημα, Βαλεντίν» μου είπε την ώρα που βγήκα και δεν
του απάντησα.
Στο γυμναστήριο δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναπάω ύστερα από
όλα όσα έμαθα, όμως δεν ήθελα να το συζητήσω εκείνη τη στιγμή. Το
μόνο που αναζητούσα ύστερα από όσα έγιναν, ήταν ένα ζεστό μπάνιο

172 ALEXA MERIAN

και το κρεβάτι μου. Από τη νέα μέρα που ξημέρωνε θα είχα όλο τον
χρόνο να αγχωθώ και να βρω νέα δουλειά.

Το σπίτι μου ήταν κρύο και σκοτεινό. Άνοιξα ένα μικρό πορτατίφ στο
σαλόνι και πήγα κατευθείαν στο μπάνιο. Πέταξα όλα μου τα ρούχα στα
άπλυτα και χώθηκα κάτω από το ζεστό νερό. Όσο είχα κλειστά τα μάτια,
το μόνο που έβλεπα ήταν το μίσος στο βλέμμα του Κίλιαν όταν είδε τον
Σέντρικ να με φιλάει.

«Γιατί τα έκανα πάλι σκατά;» μουρμούρισα δυνατά ενώ χτύπησα τη
γροθιά μου στα πλακάκια του μπάνιου.

Πέρασα αρκετή ώρα κάτω από το νερό μέχρι να βγω έξω. Τύλιξα το
σώμα μου με μια πετσέτα και καθώς στέγνωνα τα μαλλιά μου με μια
άλλη, άκουσα κάτι σαν χτύπημα. Σταμάτησα. Περίμενα μερικά λεπτά και
ακόμα ένα ακολούθησε. Τύλιξα το σώμα μου με ένα μπουρνούζι και
βγήκα επιφυλακτικά από το μπάνιο. Πλησίασα όλο και πιο κοντά στην
πόρτα και ξαφνικά ακολούθησε και άλλο, αυτή τη φορά πιο δυνατό.
Έφυγα πίσω από την πόρτα, σε περίπτωση που γινόταν κάτι, και
πλησίασα στο παράθυρο. Παραμέρισα ελάχιστα την κουρτίνα ενώ
ήμουν σκυμμένη, για να δω ποιος ήταν.

Όχι, ρε γαμώτο!
«Άνοιξε την κωλόπορτα, γιατί θα τη σπάσω!» φώναξε δυνατά και
ευχόμουν να μην τον άκουσαν οι γείτονές μου.
Τινάχτηκα όρθια ενώ ακόμα ένα χτύπημα ακούστηκε.
«ΒΑΛΕΝΤΙΝ, ΑΝΟΙΞΕ ΕΙΠΑ!» φώναξε ξανά. Ακουγόταν μεθυσμένος.
«Περίμενε, γαμώτο!» του απάντησα και έτρεξα στο δωμάτιό μου.
Ντύθηκα στα γρήγορα βάζοντας μία φαρδιά κοντομάνικη μπλούζα,
ένα σορτσάκι που φόραγα για τον ύπνο και ύστερα γύρισα πίσω
τρέχοντας. Ξεκλείδωσα γρήγορα κι εκείνος μπήκε μέσα με φόρα. Μύριζε
λες και είχε κάνει μπάνιο με οινόπνευμα ενώ παραπατούσε.
«Μπορείς να μου πεις τι στον διάολο θες εδώ πέρα;» του γρύλισα κι
εκείνος γύρισε απότομα προς το μέρος μου. Με έπιασε από τον λαιμό
και με κόλλησε στον τοίχο.

Κυνηγοί Ζωής 173

«Είναι εδώ, γι’ αυτό δεν μου άνοιγες; Πες του να βγει να τα πούμε τα
δυο μας» είπε ειρωνικά και με το άλλο του χέρι έβγαλε το όπλο από τη
θήκη του και το σήκωσε ψηλά επειδηκτικά.

Γράπωσα το χέρι του και του το άρπαξα. Σε αυτή την κατάσταση που
βρισκόταν δεν ήταν και τόσο δύσκολο.

«Είσαι τρελός; Τι μαλακίες είναι αυτές που κάνεις;» του είπα και
άρχισε να γελάει.

Γύρισε από την άλλη κοιτώντας αόριστα γύρω του. Έβαλα το όπλο
επάνω στο τραπεζάκι που βρισκόταν δίπλα από την πόρτα και
σταύρωσα τα χέρια στο στήθος. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει.

«Κίλιαν, κάτι σε ρώτησα» επανέλαβα αυτή τη φορά πιο ήρεμα κι
εκείνος κάγχασε.

«Έχεις δίκιο. Είμαι τρελός και κάνω μαλακίες» είπε και τέντωσα τα
μάτια από την έκπληξη.

«Τι;» ρώτησα και η απάντησή του μου ήρθε στο ξαφνικό. Τη μια
στιγμή στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη σε μένα και την άλλη είχε
κλείσει την πόρτα και με είχε κολλήσει πάνω της φιλώντας με άγρια. Η
αναπνοή του μύριζε αλκοόλ ενώ τα χέρια του ταξίδευαν σε όλο μου το
κορμί. Προσπάθησα να του αντισταθώ σπρώχνοντάς τον, μα και η δική
μου επιθυμία ήταν πιο δυνατή. Τύλιξα τα χέρια μου γύρω από τον λαιμό
του, τα δάχτυλά μου πέρασαν μέσα από τα μαλλιά του και τα τράβηξα
δυνατά. Εκείνος αναστέναξε μέσα στο στόμα μου και πέρασε την
μπλούζα επάνω από το κεφάλι μου και μου κατέβασε το σορτσάκι
αφήνοντας με με τα εσώρουχα. Με άρπαξε από τους μηρούς, με σήκωσε
ψηλά στηρίζοντας αυτή τη φορά τον κορμό μου πάνω στον τοίχο και
αμέσως τύλιξα τα πόδια μου γύρω από τη μέση του. Αυτό ήταν. Τον
ήθελα και, παρ’ όλο που ήξερα ότι θα κατέληγε άσχημα, θα το έφτανα
μέχρι το τέλος. Θα συνέχιζα αυτόν τον πόλεμο γνωρίζοντας πως δεν
υπάρχει γυρισμός.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22

Τα χείλη του δεν έφευγαν στιγμή από τα δικά μου ενώ τα χέρια του με
κρατούσαν σφιχτά επάνω του. Ήταν άγριος σαν πεινασμένο θεριό. Με
ξεκόλλησε από τον τοίχο και με έριξε στον καναπέ. Έπιασα την μπλούζα
του άγαρμπα και την τράβηξα πάνω από το κεφάλι του. Ήθελα τόσο
πολύ να τον αγγίξω και να νιώσω το δέρμα του επάνω στο δικό μου.
Όπως το περίμενα έκαιγε ολόκληρος. Τον κρατούσα σφιχτά και χάιδευα
την πλάτη του σέρνοντας τα νύχια μου με δύναμη από πάνω προς τα
κάτω, κάτι που τον έκανε να μουγκρίσει.

Σήκωσε το κεφάλι με κλειστά τα μάτια και αμέσως ανασηκώθηκα και
τον δάγκωσα στην καμπύλη του λαιμού του. Έβγαλε ένα βογκητό πόνου
και ευχαρίστησης και ξαφνικά το χέρι του χώθηκε μέσα στα μαλλιά μου
και τα τράβηξε ώστε να σηκώσω το βλέμμα μου πάνω στο δικό του. Το
γαλάζιο είχε γίνει μαύρο σαν τη φουρτουνιασμένη θάλασσα και
μπορούσα να δω το πάθος μέσα από τη θολούρα του ποτού.

«Τη γάμησες» είπε και το χέρι του ξέφυγε και κατέβηκε πιο κάτω.
Πρώτα έλυσε το σουτιέν μου και το πέταξε μακριά ενώ ύστερα πέρασε το
χέρι του μέσα από το εσώρουχό μου και άρχισε να με χαϊδεύει γρήγορα
και απότομα.

«Αχ!» βόγκηξα και άφησα το κεφάλι μου να πέσει πίσω. Εκείνος το
βρήκε σαν προβάδισμα και μου έκανε τα αντίποινα. Πρώτα με δάγκωσε
με δύναμη κάνοντάς με να φωνάξω, μα ύστερα άρχισε να πιπιλάει όλο
και πιο χαμηλά ενώ δεν σταμάταγε να με βασανίζει ανάμεσα στα πόδια
μου. Ένιωθα όλο και πιο κοντά στον οργασμό. Η αναπνοή μου γινόταν
πιο γρήγορη.

Κυνηγοί Ζωής 175

Εκείνος την ακολουθούσε, μα πριν ολοκληρώσω, σταμάτησε. Τον
κοίταξα άγρια και στο πρόσωπό του είχε χαραχτεί ένα διαβολικό
χαμόγελο.

«Όχι, μωρό μου. Όχι τόσο γρήγορα» είπε απειλητικά.
Σηκώθηκε κρατώντας με στην αγκαλιά του. Τύλιξα τα χέρια μου γύρω
από τον λαιμό του και καθώς έσυρα τα δάχτυλά μου μέσα από τα μαλλιά
του άρχισα να μοιράζω φιλιά κατά μήκος της καμπύλης του λαιμού μέχρι
και τον λοβό του αυτιού του. Εκείνος περπατούσε προς το δωμάτιό μου.
Καταλάβαινα την επίδραση που είχαν τα φιλιά μου από τον τρόπο που
ανέπνεε.
Μόλις μπήκε μέσα, με πέταξε στο κρεβάτι ανάσκελα και ήρθε πάλι
από πάνω μου. Τα χέρια του βρίσκονταν δεξιά και αριστερά από το
κορμί μου ενώ το βλέμμα του με έκαιγε.
«Αχ, αυτό το κορμί» μουρμούρισε.
Ασυναίσθητα σήκωσα το χέρι μου και αγκάλιασα το μάγουλό του.
Ήξερα ότι μαζί του δεν χώραγαν συναισθηματισμοί, όμως ήταν κάτι που
ήθελα να κάνω. Ο αντίχειράς μου σύρθηκε στο κάτω χείλος του και,
δίχως να πάρω το βλέμμα του από το δικό μου, ανασηκώθηκα και
πλησίασα πιο κοντά. Δεν έλεγα τίποτα κι εκείνος με παρατηρούσε. Μου
άφηνε για λίγο το ελεύθερο να κάνω ό,τι θέλω και θα το εκμεταλλευόμουν
όσο μπορούσα. Με έναν άνθρωπο σαν τον Κίλιαν δεν μπορούσες ποτέ
να έχεις την ελευθερία κινήσεων. Τα δάχτυλά μου εξερεύνησαν το
πρόσωπό του και ύστερα άρχισαν να ταξιδεύουν όλο και πιο χαμηλά.
Άγγιξα τα μπράτσα του, το στήθος του και όταν έφτασα χαμηλά στην
κοιλιά του, εκείνος πήρε μία βαθιά ανάσα και μου άρπαξε απότομα τα
χέρια και τα έφερε πάνω από το κεφάλι μου. Με κοιτούσε με πάθος και
περίμενε.
«Είμαι πολύ μεθυσμένος εξαιτίας σου κι εσύ είσαι πανέμορφη. Αύριο
το πρωί που θα είμαι νηφάλιος εσύ θα παραμείνεις πανέμορφη» είπε
σχεδόν ψιθυριστά και μου κόπηκε η ανάσα. Δεν περίμενα ποτέ να τον
ακούσω να λέει κάτι τέτοιο ούτε καν σε αυτήν την κατάσταση. «Άμα
συνεχίσουμε, θα σε πονέσω και αύριο όλα θα είναι διαφορετικά» είπε
ειλικρινά και κάτι σφίχτηκε μέσα μου. Μου έδινε την τελευταία ευκαιρία

176 ALEXA MERIAN

να τον σταματήσω όμως αυτή τη φορά δεν θα το έκανα. Αυτό ήταν κάτι
που το ήξερα ήδη, αν και δεν ήθελα να είναι αληθινό. Τον ήθελα και είχα
αποφασίσει ότι θα έπαιρνα κάθε ρίσκο προκειμένου να με κάνει δική
του.

«Φίλα με» του είπα μοναχά και όρμησε πάλι στα χείλη μου.
Αυτή τη φορά ήταν πιο κτητικός από ποτέ. Δάγκωνε, ρούφαγε τα
χείλη μου ενώ η γλώσσα του μαχόταν με τη δική μου. Ξαφνικά με γύρισε
απότομα από την άλλη. Άκουσα το παντελόνι του να ξεκουμπώνει και μια
συσκευασία να σχίζεται. Ξάπλωσε από πάνω μου και κόλλησε κάθε
σπιθαμή του σώματός του με το δικό μου. Όπως με άγγιζε, μπορούσα να
καταλάβω το μέγεθος του ανδρισμού του αλλά και το πόσο ξαναμμένος
ήταν και ένιωθα κι εγώ πιο υγρή από ποτέ. Το ένα του χέρι μπλέχτηκε
μέσα από τα μαλλιά μου και τα τράβηξε με δύναμη πίσω ενώ με το άλλο
έτριβε το πέος του πάνω στο σημείο μου. Δεν ήμουν σε θέση να
κρατήσω τους αναστεναγμούς μου. Μπήκε μέσα μου απότομα και
αμέσως έβγαλα μία δυνατή κραυγή. Είχε δίκιο ότι θα πονούσα. Μου
έκλεισε το στόμα με το χέρι του ενώ οι διεισδύσεις του γίνονταν όλο και
πιο δυνατές.
«Σκάσε» γρύλισε δίπλα από το αυτί μου και ύστερα με δάγκωσε
δυνατά στον λαιμό.
Μπορεί να ήταν άγριος, όμως για κάποιο λόγο δεν ένιωθα απέχθεια
σε ό,τι και να μου έκανε. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει σε κάθε φιλί
και άγγιγμά του ενώ δεν μετάνιωνα λεπτό που τον άφησα να με αγγίξει.
Ο έρωτάς του ήταν σκληρός και μπορεί για εκείνον να ήταν ένα πήδημα
που το ήθελε απεγνωσμένα, ένα απωθημένο που το περίμενε καιρό,
όμως για μένα ήταν διαφορετικά. Κάθε φορά που έφτανα σε οργασμό
φώναζα το όνομά του ενώ εκείνος έβγαζε όλη του την ένταση επάνω μου.
Όταν έφτασε στην κορύφωση και αυτός, τα χέρια του σφίχτηκαν γύρω
μου δυνατά. Έτρεμα στην αγκαλιά του και όταν τέλειωσε, χαλάρωσε
λιγάκι τη λαβή του, μα δεν σταμάτησε να με κρατάει. Με κοίταξε στα
μάτια καθώς και οι δύο αναπνέαμε γρήγορα και με φίλησε ξανά. Προς
μεγάλη μου έκπληξη δεν ήταν απότομος, το αντίθετο! Τα χείλη του
άγγιζαν απαλά τα δικά μου και ήταν ένα αργό βάσανο.

Κυνηγοί Ζωής 177

Ήμασταν καθισμένοι και στηριζόμουν επάνω του. Ένιωθα κάθε
σημείο στο σώμα μου μουδιασμένο από την κούραση. Δεν μπορούσα να
κουνηθώ και ευτυχώς που με κρατούσε, γιατί θα έπεφτα σαν κούκλα
πίσω. Είχα κρύψει το κεφάλι μου στην καμπύλη του λαιμού του και
άφηνα τη μυρωδιά του να με γεμίσει ενώ πάλευα να ηρεμήσω την καρδιά
μου. Εκείνος με κρατούσε εκεί, όμως μετά άρχισε να βάζει περισσότερο
βάρος και μας έριξε πίσω. Στάθηκε από πάνω μου και με κοίταξε στα
μάτια ενώ τα δικά μου με το ζόρι έμεναν ανοιχτά. Σήκωσε το χέρι του και
αγκάλιασε το πρόσωπό μου. Τα χείλη του άγγιξαν το μέτωπό μου και
ύστερα έφερε τα σκεπάσματα από πάνω μας. Με τύλιξε μέσα σε αυτά
και, αφού άφησε ένα τελευταίο φιλί στα χείλη μου, σηκώθηκε και
κατάλαβα ότι πήγε στο μπάνιο.

Ήθελα τόσο πολύ να μείνω ξύπνια και να μιλήσω μαζί του, να τον
αγγίξω ξανά, μα οι δυνάμεις μου είχαν αρχίσει να με εγκαταλείπουν και η
κούραση με κατέβαλε. Έκλεισα τα μάτια και δεν τα άνοιξα ξανά. Δεν
κοιμόμουν ακριβώς όταν τον κατάλαβα που γύρισε πάλι πίσω. Τον
άκουσα να ντύνεται και ύστερα από λίγο το στρώμα λύγισε και ένιωσα
την ανάσα του πάνω στο πρόσωπό μου.

«Συγγνώμη, έρωτα» ψιθύρισε στο αυτί μου. Με φίλησε στο μάγουλο,
σηκώθηκε και ένιωσα ένα χάδι πριν τα βήματά του αρχίσουν να
χάνονται.

Λίγο αργότερα ακούστηκε η εξώπορτα που έκλεινε και ένιωσα τα
δάκρυα να κυλάνε από τα μάτια μου. Έγινε ακριβώς το αναμενόμενο.
Έφυγε...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23

Ο λόγος που άνοιξα τα μάτια μου και σηκώθηκα από το κρεβάτι ήταν
επειδή χτυπούσε το κινητό και το είχα ξεχάσει στο σαλόνι. Αν δεν
γινόταν αυτό, δεν θα σηκωνόμουν για κανέναν λόγο. Δεν ήθελα να δω
ούτε το φως του ήλιου.

Τύλιξα το σεντόνι γύρω μου όπως όπως για να καλύψω τη γύμνια,
και έσυρα τα βήματά μου έξω. Έπεσα στον καναπέ και απάντησα μερικά
δεύτερα πριν κλείσει. Ήταν το «Αφεντικό μου», ο Τζορτζ και με ρωτούσε
γιατί δεν εμφανίστηκα στην πρωινή προπόνηση. Ίσως να του φώναξα
λίγο παραπάνω και δεν του άφησα καν πολλά περιθώρια για να μιλήσει.
Τον έκραξα για τα ψέματα και για το γεγονός ότι ο Κίλιαν βρισκόταν
πίσω από όλα αυτά. Αφού του το έκλεισα πριν προλάβει να μου
απαντήσει, ήμουν σίγουρη πλέον πως θα έπρεπε να αρχίσω να ψάχνω
για άλλη δουλειά. Όχι, άμεσα. Ήθελα λίγο χρόνο για τον εαυτό μου, να
μαζέψω τα κομμάτια μου που σκόρπισα η ίδια .

Σήκωσα τα πόδια μου, κουλουριάστηκα πάνω στον καναπέ κι
έκρυψα το κεφάλι μέσα στα χέρια μου. Το κινητό χτύπησε για μία ακόμη
φορά και ξεφύσηξα δυνατά. Κοίταξα την οθόνη. Δεν γνώριζα τον αριθμό.

«Παρακαλώ;» απάντησα και η φωνή μου βγήκε κάπως βραχνή.
«Γιατί δεν πήγες στη δουλειά σου;» με ρώτησε εκείνος από την άλλη
γραμμή και ένιωσα τις τρίχες στο σβέρκο μου να σηκώνονται.
«Γιατί δεν θέλω να έχω καμία σχέση μαζί σου» απάντησα όσο πιο
ψυχρά μπορούσα.
Για μερικά δεύτερα ακολούθησε σιγή. Ήθελα να του το κλείσω στα
μούτρα, όμως δεν ήξερα τι με κρατούσε. Ίσως και να ήξερα, μα τι

Κυνηγοί Ζωής 179

περίμενα; Ότι θα μου έλεγε πως δεν ήταν κάτι παραπάνω από ένα
πήδημα; Ότι με ήθελε;

«Βαλεντίν…» είπε το όνομά μου, μα δεν συνέχισε την πρότασή του.
Ένιωσα το αίμα μου να βράζει ενώ δάκρυα γαργαλούσαν τις άκρες των
ματιών μου.

«Δεν υπάρχει λόγος να συζητάμε άλλο. Πήρες αυτό που ήθελες, τώρα
άφησέ με στην ησυχία μου» είπα με τον κόμπο να με βασανίζει στον
λαιμό.

Είδα ότι δεν επρόκειτο να απαντήσει και του το έκλεισα. Πέταξα το
κινητό στην άλλη άκρη του καναπέ και ύστερα ξέσπασα. Ήθελα να
βγάλω τα πάντα από μέσα μου μέχρι να μουδιάσει το μυαλό μου και
μετά θα τα άφηνα πίσω και θα στεκόμουν στα πόδια μου.

Δεν ξέρω καν πόσες ώρες πέρασαν αλλά σίγουρα ήταν αρκετές, γιατί
πλέον έξω ο ήλιος είχε πέσει και είχε δώσει τη θέση του στο φεγγάρι. Τα
μάτια μου είχαν στεγνώσει και ένιωθα πως τα πάντα είχαν στερέψει. Με
το κεφάλι μου βαρύ χώθηκα στο μπάνιο. Άφησα το καυτό νερό να
ξεπλύνει τα κατάλοιπα της προηγούμενης νύχτας. Έτριβα το δέρμα μου
με το σφουγγάρι και, παρ’ όλο που κόντευα να ματώσω, τον ένιωθα
ακόμα επάνω μου.

Γαμώτο!
Παράτησα το σφουγγάρι στον πάτο της μπανιέρας, ξεπλύθηκα,
βγήκα έξω και ντύθηκα. Περπάτησα μέσα στο σκοτάδι και μπαίνοντας
στην κουζίνα, άκουσα το κουδούνι να χτυπάει. Αμέσως η καρδιά μου
άρχισε να χτυπάει σαν τρελή και με γοργά βήματα πήγα να ανοίξω.
Όταν είδα τον Σέντρικ να στέκεται έξω και να με κοιτάει περίεργα, μπορώ
να παραδεχτώ πως ένιωσα μία μικρή απογοήτευση, όμως κάτι στο ύφος
του με έκανε ταυτόχρονα να ανησυχήσω.
«Σέντρικ, τι έγινε; Τι θες εδώ;» τον ρώτησα κι εκείνος πέρασε το χέρι
μέσα από τα μαλλιά του.
«Δεν ήρθες στο γυμναστήριο και έπρεπε να σε δω» είπε και
φαινόταν πως κρατούσε τα λόγια του.
«Με τρομάζεις. Τι συμβαίνει;»

180 ALEXA MERIAN

«Ο Έιντζελ είναι στο νοσοκομείο. Βρέθηκε στη μέση μιας διαφωνίας
του πατέρα σου και τον πυροβόλησαν» είπε και ένιωσα τον κόσμο να
χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Κρατήθηκα γερά από την πόρτα και
κοίταξα το κενό.

«Πού τον έχουν;»
«Έλα, θα σε πάω εγώ» είπε και μπήκα γρήγορα μέσα.
Άρπαξα το παλτό μου και ό,τι άλλο χρειαζόμουν και βγήκα έξω.
Μπήκαμε στο αμάξι του και ξεκίνησε γρήγορα αφήνοντας σημάδια στην
άσφαλτο. Σε όλη τη διαδρομή ήμουν σιωπηλή ενώ από μέσα μου
ευχόμουν να μην πάθει τίποτα ο αδερφός μου. Δεν κοιτούσα το
παρελθόν και ό,τι είχε συμβεί μεταξύ μας. Για μένα θα ήταν πάντα ο
μικρός μου αδερφός.
Το χέρι του Σέντρικ βρέθηκε πάνω στο δικό μου και τινάχτηκα.
«Ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά» προσπάθησε να με καθησυχάσει, μα
δεν είχε και μεγάλη επιτυχία.
«Σε αυτή την οικογένεια τίποτα δεν πάει καλά» μουρμούρισα και δεν
το σχολίασει παραπάνω.
Όταν φτάσαμε μπροστά από το κτίριο σχεδόν πετάχτηκα έξω και
άρχισα να τρέχω αγνοώντας τη φωνή του Σέντρικ από πίσω μου.
Σταμάτησα στην υποδοχή και η νοσοκόμα που βρισκόταν πίσω από τον
πάγκο με κοίταξε έκπληκτη.
«Κυρία μου, ηρεμήστε! Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;» ρώτησε και
για κάποιο λόγο ήθελα να της χώσω σφαλιάρα.
«Είμαι εδώ για τον αδερφό μου, Έιντζελ Άνταμς» είπα έντονα και στο
άκουσμα του ονόματός του με κοίταξε με τρόμο. Πληκτρολόγησε κάτι
στον υπολογιστή της και όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα τόσο πιο
οξύθυμη γινόμουν.
«Τελείωνε, γαμώτο!» φώναξα κι εκείνη τινάχτηκε.
«Ει-είναι στην εντατική ακόμα…» την άκουσα να μου φωνάζει, όμως
δεν με σταματούσε τίποτα.
Ακολούθησα τις πινακίδες που έλεγαν το κάθε τμήμα και κατάλαβα
ότι έφτασα στο σωστό μέρος όταν είδα μία ομάδα σωματοφυλάκων μέσα
στα μαύρα, να έχουν κλείσει τον χώρο και τον πατέρα μου με την Κλαίρ.

Κυνηγοί Ζωής 181

Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την τελευταία φορά που τους είδα και
η έκπληξή τους ήταν μεγάλη.

«Κουίν; Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε εκείνος και ασυναίσθητα το βήμα
μου έγινε πιο γρήγορο και πήγα να του χιμήξω, όμως οι άντρες του με
σταμάτησαν πριν προλάβω να τον φτάσω.

«Πώς τολμάς να με ρωτάς τι κάνω εδώ; Αυτός που θα έπρεπε να
είναι εκεί μέσα είσαι εσύ και όχι ο αδερφός μου!» φώναξα και όλοι
γύρισαν να μας κοιτάξουν.

Ο πατέρας μου έσκυψε το κεφάλι. Φαινόταν θλιμμένος. Ποιος, ο
Άρθουρ Άνταμς θλιμμένος! Ο πιο σκληρός άντρας που γνώρισα στη ζωή
μου.

«Σε παρακαλώ, Κουίν, κάθισε να μιλήσουμε. Μην κατηγορείς τον
πατέρα σου για ό,τι έγινε» είπε η Κλαίρ ήρεμα και την κεραυνοβόλησα με
το βλέμμα.

«Ο γιος σου βρίσκεται σε κίνδυνο εξαιτίας του και μου λες να μην τον
κατηγορώ;» της γρύλισα και μαζεύτηκε στη θέση της.

«Οι φωνές και οι τσακωμοί μας όμως δεν θα τον κάνουν καλά.
Λείπεις πολλά χρόνια, Κουίν, και ο Έιντζελ δεν είναι μωρό παιδί πια.
Ήθελε και ήταν μαζί με τον πατέρα σου γιατί ξέρει το χρέος του στην
οικογένεια» είπε αφήνοντας στο τέλος έναν υπαινιγμό που ήμουν
σίγουρη ότι είχε στόχο εμένα. Για μια στιγμή έβλεπα στα μάτια της πως
με κατηγορούσε, επειδή εγώ θα έπρεπε να είχα αναλάβει τον ρόλο μου κι
όχι ο Έιντζελ.

«Αυτό…» είπα και μας έδειξα όλους «μόνο οικογένεια δεν είναι. Δεν
μετανιώνω στιγμή που έφυγα, όμως μετανιώνω που τότε, έξι χρόνια
πριν, δεν προσπάθησα παραπάνω να τον πείσω να έρθει μαζί μου.
Τώρα θα ήμασταν και οι δύο καλά» είπα κι ενώ ο πατέρας μου έσκυψε
το κεφάλι, η Κλαίρ ένευσε καταφατικά σαν να το πίστευε κι εκείνη.

Κάθισα σε μία μεταλλική καρέκλα μακριά του και έχωσα το πρόσωπο
μέσα στα χέρια μου. Εκείνη τη στιγμή ήρθε και ο Σέντρικ. Στάθηκε όρθιος
κοντά μου.

182 ALEXA MERIAN

«Τι έγινε; Είχατε κανένα νεότερο;» ρώτησε και τότε βγήκε ο γιατρός
από την εντατική. Ο πατέρας μου αμέσως στάθηκε όρθιος απέναντί του
κοιτώντας τον ελπιδοφόρα.

«Τι έγινε, γιατρέ;» τον ρώτησε η Κλαίρ και πλησίασα κι εγώ πιο
κοντά.

«Οι σφαίρες τού τρύπησαν τον αριστερό πνεύμονα, μα ευτυχώς ήταν
από το πλάι και δεν του έκαναν μεγαλύτερη ζημιά και σε άλλα όργανα.
Τον φέρατε εγκαίρως και κάνουμε το καλύτερο δυνατόν, όμως δεν
μπορούμε να εγγυηθούμε για πολλά ακόμα» είπε ο γιατρός και ένιωσα
την καρδιά μου να πονάει. Η Κλαιρ άρχισε να κλαίει σιωπηλά ενώ ο
πατέρας μου κοιτούσε το κενό.

«Πότε μπορούμε να τον δούμε;» είπε κι εκείνη η παγωμένη μάσκα
είχε επιστρέψει στο πρόσωπό του.

«Και τώρα. Κάνουμε διάλειμμα από το χειρουργείο, αλλά μπορεί
μόνο ένας από την οικογένεια να μπει» είπε ο γιατρός.

Τιναχτήκαμε μπροστά. Ο πατέρας μου έλυσε τη γραβάτα του, έβγαλε
το σακάκι του και τα έδωσε στην Κλαίρ.

«Πάμε, γιατρέ» είπε και έσφιξα τις γροθιές μου.
Ήθελα να πάω εγώ μέσα και όχι εκείνος, όμως ο Σέντρικ στάθηκε
δίπλα μου και με έσφιξε από το μπράτσο διακριτικά χωρίς να το δουν οι
άλλοι. Με τράβηξε ελαφρά και έκανα πίσω. Όταν ο γιατρός μπήκε μέσα
με τον άλλον, γύρισα προς το μέρος του.
«Γιατί με σταμάτησες;» του φώναξα και για πρώτη φορά με
αγριοκοίταξε και αυτός.
«Το ξέρω ότι πονάς, μα η αντίδρασή σου δεν θα προκαλέσει τίποτα
παρά μόνο προβλήματα» είπε σοβαρά και σταύρωσα τα χέρια στο
στήθος μου.
«Δεν είναι δουλειά σου να ανακατεύεσαι» του αντιγύρισα και το
βλέμμα του σηκώθηκε στιγμιαία ψηλά και ύστερα γύρισε πάλι πάνω
μου.
«Είναι όμως να σε προστατεύω και αυτή τη στιγμή βρίσκεσαι σε
μεγάλο κίνδυνο» μου πέταξε σχεδόν ψιθυριστά κάτι που με έκανε να
συνοφρυωθώ.

Κυνηγοί Ζωής 183

«Τι εννοείς;» τον ρώτησα και με τράβηξε ακόμα πιο μακριά από τους
άντρες του πατέρα μου.

«Από στιγμή σε στιγμή θα έρθει ο Λουσιάνο για να επισκεφτεί τον
πατέρα σου ενώ στο ίδιο κτίριο αλλά σε άλλη πτέρυγα, βρίσκεται ο πιο
σημαντικός εχθρός της οικογένειάς σου και ταυτόχρονα ο αγαπημένος
σου» μου εξήγησε και ένιωσα το αίμα να στραγγίζει από το σώμα μου.
Όχι, ρε γαμώτο!

«Τι μου λες; Είσαι σίγουρος ότι είναι αυτοί; Γιατί βρίσκονται εδώ;
Έπαθε κανείς κάτι; Πρέπει να πάω!» είπα βιαστικά κι εκείνος χτύπησε το
χέρι στο μέτωπό του ενώ με κράτησε ξανά σφιχτά όταν πήγα να φύγω.

«Πες μου ότι δεν είσαι τόσο ηλίθια και ότι απλώς είναι από το σοκ»
είπε και τον αγριοκοίταξα. «Μη με κοιτάζεις έτσι. Ως τι θα πας; Ως Κουίν
ή μήπως σαν Βαλεντίν; Και άμα σε δει κανείς, τι θα τους πεις όταν θα
σου βάλουν το περίστροφο στο κεφάλι και σε ρωτήσουν για την
τελευταία σου επιθυμία;»

Δεν λέω πως τα επιχειρήματά του δεν ήταν σωστά, όμως, και μόνο
στην ιδέα ότι είχε πάθει κάτι κάποιος από τους Μορέι, τρελαινόμουν.
Χαμήλωσα το κεφάλι σκεπτόμενη τι έπρεπε να κάνω. Να μείνω δεν
μπορούσα – ο Λουσιάνο θα ερχόταν και το τελευταίο που ήθελα ήταν να
τον συναντήσω. Όσο και να ήθελα να πάω να δω μήπως κάποιος από
τους άλλους έπαθε κάτι, δεν μπορούσα, γιατί με την τύχη που είχα όχι
μόνο θα με έβλεπαν αλλά θα γινόταν μακελειό. Ο Κίλιαν μας μισούσε
όλους και δεν θα έμενε σε μία συζήτηση. Ήταν ικανός να σκοτώσει τους
πάντες, αθώους και ένοχους, και μαζί με εκείνους κι εμένα. Σκατά.

«Ωραία και με τον αδερφό μου τι θα γίνει;» τον ρώτησα και έμεινε για
λίγο σκεπτικός.

«Θα μάθω νέα του και όταν μπορείς να τον δεις, θα σε βάλω με
κάποιο τρόπο μέσα. Όμως τώρα πρέπει να φύγουμε. Αν το ήξερα
νωρίτερα, δεν θα σε έφερνα εξαρχής» είπε ένοχα και τον άγγιξα στο
μπράτσο.

«Δεν φταις εσύ. Πρέπει να φύγουμε όμως τώρα. Με το παραμικρό θα
με φέρεις εδώ, συνεννοηθήκαμε;»

184 ALEXA MERIAN

«Απόλυτα. Πάμε!» είπε και άρχισα να περπατάω δίπλα του με βαριά
καρδιά. Δεν ήθελα να φύγω. Έπρεπε να μάθω για την κατάσταση του
Έιντζελ και όχι από ένα τηλέφωνο. Ήθελα να ξέρει ότι ήμουν εκεί.

«Πάμε από την είσοδο των επειγόντων, για να αποφύγουμε την
κεντρική» μου ανακοίνωσε και τον ακολούθησα σιωπηλά.

Καθώς πλησιάζαμε την έξοδο, ένιωθα το βάρος στο στήθος μου να
γίνεται χειρότερο. Ο Σέντρικ πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους
μου για να με παρηγορήσει αλλά και να με καλύψει. Όλα πήγαιναν
τέλεια, μέχρι που για μία ακόμη φορά το σύμπαν συνωμότησε εναντίον
μου. Στα αυτιά μου το όνομά μου ήχησε σαν τύμπανο.

Πρέπει να αποδεχτώ το γεγονός ότι είναι λίγα τα ψωμιά μου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24

«Βαλεντίν;»
Τα πόδια μου μάγκωσαν στο έδαφος. Γύρισα αργά πίσω για να δω

εκείνον που με φώναξε. Ο Λίαμ κρατούσε ένα κύπελλο με καφέ και με
κοιτούσε σοκαρισμένος ενώ και κάποιος άλλος βρισκόταν από πίσω του
και το βλέμμα του πέταγε σπίθες. Δεν κοιτούσε τόσο εμένα όσο τον
Σέντρικ δίπλα μου που ακόμα με κρατούσε στα χέρια του. Έκανα ένα
βήμα μπροστά και πλησίασα τον Λίαμ.

«Τι έγινε; Γιατί είσαι εδώ;» με ρώτησε ανήσυχα και προσπάθησα να
το αποφύγω.

«Είμαι καλά. Εσείς τι κάνετε εδώ; Έπαθε κάποιος κάτι;» ρώτησα και
τότε εκείνοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους για μερικά δεύτερα, κάτι που μου
φάνηκε ύποπτο.

Το βλέμμα μου έπεσε στα χέρια τους και τότε παρατήρησα πως
φορούσαν και οι δύο ακόμα τα δερμάτινα γάντια τους. Ξαφνικά ένιωσα
τόσο θυμωμένη που δεν ήθελα να ακούσω κάτι παραπάνω.

«Άσ’ το. Ελπίζω όλοι να είναι καλά. Θα σε δω κάποια άλλη στιγμή.
Καλό βράδυ» είπα ψυχρά και γύρισα την πλάτη για να φύγω. Και οι δύο
με κοιτούσαν έκπληκτοι, μα δεν με ένοιαζε. Άρπαξα τον Σέντρικ από το
χέρι και βγήκαμε έξω.

«Πάμε σπίτι πριν χάσω τελείως το μυαλό μου» μουρμούρισα κι
εκείνος δεν είπε τίποτα. Ακόμα και σε όλη τη διαδρομή ήταν σιωπηλός,
μα οι φωνές μέσα στο κεφάλι μου δεν έλεγαν να βγάλουν τον σκασμό.
Πρώτα αυτό με τον Έιντζελ, μετά ο Κίλιαν, ο πατέρας μου, ο Σέντρικ, όλοι
τους! Ένιωθα πως ήθελα να το σκάσω ξανά, μέχρι και να αλλάξω

186 ALEXA MERIAN

πάλι το όνομά μου, όμως δεν είχα την ψυχική δύναμη για να το κάνω.
Μάλλον έπρεπε να αποδεχτώ πως δεν πρόκειται να ηρεμούσα ποτέ.

Το αμάξι είχε σταματήσει έξω από το σπίτι μου, μα δεν κουνήθηκα
στιγμή. Είχα γείρει στο τζάμι και κοιτούσα ευθεία σαν χαμένη. Ο Σέντρικ
είχε σβήσει τη μηχανή και είχε καθίσει κι εκείνος πιο χαλαρά. Μπορούσα
να καταλάβω πως το βλέμμα του έπεφτε συνεχώς επάνω μου.

«Πώς το ήξερες ότι εκείνος κι εγώ…» είπα και το τέλος το άφησα
αόριστο. Ούτε εγώ δεν τόλμαγα να συμπληρώσω την πρόταση.

«Όταν τον είδα στο κλαμπ δεν κατάλαβα ποιος ήταν, όμως όταν ήρθε
αργότερα στο σπίτι σου και είχε και σωματοφύλακες μαζί του, τότε
κατάλαβα πως δεν ήταν ένας απλός γκόμενος. Μην ξεχνάς πως η
δουλειά μου είναι να σε προστατεύω, οπότε γνωρίζω τα πάντα για
όλους» μου εξήγησε απλά και όντως μου φάνηκε λογική η εξήγησή του.

«Γιατί δεν ζητάς την παραίτησή σου από αυτή τη θέση; Δεν
χρειάζομαι κάποιον να με προσέχει και, αν όντως με γουστάρεις, το να
είσαι μάρτυρας σε όλα όσα συμβαίνουν είναι κάτι που δεν μπορώ να
δεχτώ» είπα ειλικρινά.

«Γιατί θέλω και το κάνω. Δεν ζήτησα καμία ανταπόκριση και το ξέρεις
καλά. Αλλά αυτή είναι η δουλειά μου και ορκίστηκα στον αδερφό σου
πως θα το κάνω ανεξάρτητα το κόστος. Άσε που το να βρίσκομαι δίπλα
σου από το να σε παρακολουθώ πίσω από τα τζάμια ενός αυτοκινήτου
σαν κανένας ανώμαλος είναι πολύ καλύτερο» είπε και μου ξέφυγε ένα
γελάκι. Βασικά ακούστηκε περισσότερο σαν να πνιγόμουν, κάτι που τον
έκανε και αυτόν να γελάσει.

«Σε αυτό έχεις ένα δίκιο, όμως αν μάθει ο Έιντζελ πως όχι μόνο με
άγγιξες μα με φίλησες κιόλας, νομίζω πως δεν θα του αρέσει καθόλου».

«Δεν νομίζω ότι θα πρέπει να το μάθει, για να είμαι ειλικρινής. Θέλω
κάποια στιγμή να κάνω οικογένεια στο μέλλον και χρειάζομαι όλο τον
εξοπλισμό» είπε και έδειξε με τα μάτια το παντελόνι του.

Γέλασα ξανά και ύστερα ανασηκώθηκα. Έλυσα τη ζώνη μου και
πήρα μία βαθιά ανάσα.

«Σ’ ευχαριστώ για όλα, Σέντρικ. Καληνύχτα» του είπα και ύστερα
βγήκα έξω.

Κυνηγοί Ζωής 187

Μέχρι και που άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα δεν τον άκουγα να
φεύγει, όμως όταν έκλεισα, άκουσα τη μηχανή του αυτοκινήτου να
ξεκινάει και ύστερα να απομακρύνεται. Κλείδωσα την πόρτα, μα δεν
άνοιξα κανένα φως. Πέταξα τα κλειδιά μου με δύναμη πάνω στον καναπέ
και σωριάστηκα κι εγώ μαζί τους. Έβαλα το κεφάλι μέσα στα χέρια μου
και αναστέναξα.

Τι μέρα και αυτή.
Ξαφνικά μία ανατριχίλα διαπέρασε τη σπονδυλική μου στήλη και όλα
έγιναν πολύ γρήγορα. Με την άκρη του ματιού μου έπιασα μία σκιά να
με παρακολουθεί από την είσοδο της κουζίνας. Τινάχτηκα όρθια και
άρπαξα τα μαχαίρια μου, που πλέον διακοσμούσαν τον τοίχο, και
όρμησα μπροστά. Κάποιος ήταν κρυμμένος μέσα στο σπίτι μου και, για
να κρυβόταν στις σκιές, δεν είχε καλούς σκοπούς.
Η σκιά μετακινήθηκε. Το ίδιο έκανα κι εγώ. Ήμουν έτοιμη να επιτεθώ,
όμως ξαφνικά το δωμάτιο φωτίστηκε και, για μια στιγμή και μόνο,
τυφλώθηκα από το ξαφνικό φως. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μερικές φορές.
Όταν έστρεψα το βλέμμα μου ξανά προς τον εισβολέα, μαρμάρωσα. Τα
χέρια μου χαμήλωσαν αργά μέχρι που βρέθηκαν να κρέμονται στα
πλευρά μου και ένιωθα λες και τελείωνε ο αέρας μέσα μου και δεν
μπορούσα να τον αναπληρώσω.
«Τι σκατά θες εδώ;» ρώτησα και τα μπλε του μάτια κάρφωσαν
επίμονα τα δικά μου.
«Σε περίμενα» είπε μόνο και κρατήθηκα για να μη γελάσω με την
κωμωδία που είχε καταντήσει η ζωή μου.
«Μέσα στα σκοτάδια; Καλά, είσαι τόσο ανεγκέφαλος; Θέλεις να
βρεθείς ξεκοιλιασμένος;» είπα και γύρισα πλάτη ώστε να μην τον
κοιτάζω κι έβαλα τα μαχαίρια μου στη θέση τους. Άκουσα τα βήματά του
πίσω μου και ξαφνικά με άρπαξε από το μπράτσο με δύναμη και με
γύρισε. Φαινόταν θυμωμένος, όμως ήμουν κι εγώ το ίδιο, και αυτό δεν
άλλαζε.
«Τι έκανες στο νοσοκομείο;» με ρώτησε και κάγχασα.

188 ALEXA MERIAN

Τράβηξα το χέρι μου με δύναμη και γύρισα πάλι πλάτη για να τον
αποφύγω. Εκείνος όμως είχε αντίθετη γνώμη αφού με άρπαξε ξανά. Αυτή
τη φορά με κρατούσε από τον λαιμό και με είχε κολλήσει στον τοίχο.

«Θα με κοιτάς στα μάτια όταν σου μιλάω! Λέγε τώρα τι έκανες στο
νοσοκομείο και όχι μόνη σου!» γρύλισε αυτή τη φορά και τον
αγριοκοίταξα. Το κράτημά του δεν ήταν τόσο σφιχτό, όμως δήλωνε
προσταγή.

«Δεν θα σου δώσω κανέναν λογαριασμό ούτε με ποιον ήμουν ούτε τι
έκανα» του ανταπέδωσα το γρύλισμα και το βλέμμα του σκοτείνιασε.

Το κράτημά του έγινε απότομο και με τράβηξε κοντά του έτσι ώστε να
μας χωρίζουν μόνο μερικά εκατοστά. Τα μάτια του ήταν ψυχρά και
άψυχα, όμως μπορούσα να δω τον θυμό να καθρεφτίζεται μέσα τους.
Ταξίδευαν διαρκώς από τα μάτια στα χείλη μου και πάλι πίσω.
Μπορούσα να νιώσω τον ηλεκτρισμό ανάμεσά μας και ήξερα πού θα
μας οδηγούσε ξανά αυτό, όμως αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά. Δεν
ήθελα.

«Ξέρεις ότι αυτές οι αγριάδες σε μένα δεν περνάνε, οπότε μην
ταλαιπωρείς τα όμορφά σου χείλη με το να τις ξεστομίζεις ενώ θα
μπορούσες να κάνεις κάτι καλύτερο με αυτά» είπε ενώ είχε αυτή την
ερωτική βραχνάδα στη φωνή του. Με αναστάτωνε, αλλά ο τρόπος του
γινόταν χυδαίος και με απωθούσε.

«Κίλιαν, παράτα με» είπα προσπαθώντας να φύγω, μα εκείνος είχε
διαφορετική γνώμη.

Με έσπρωξε και κόλλησα πάλι επάνω στον τοίχο ενώ αυτή τη φορά
κι εκείνος κόλλησε το σώμα του επάνω στο δικό μου. Ήταν πιο
μεγαλόσωμος από μένα και όμως τα σώματά μας ταίριαζαν με τέτοιον
τρόπο που δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Έσκυψε από πάνω μου και
ένιωσα την ανάσα του πάνω στα χείλη μου.

«Το σώμα σου λέει άλλα, έρωτα» είπε σχεδόν ψιθυριστά καθώς τα
χέρια του άρχισαν να ταξιδεύουν πάνω στο κορμί μου. Το πρόσωπό του
πλησίασε περισσότερο, όμως είχε διαφορετικό προορισμό από αυτόν
που περίμενα. Τα γένια του έγδαραν το μάγουλό μου ενώ τα υγρά του
χείλη άγγιξαν τον λοβό του αυτιού μου.

Κυνηγοί Ζωής 189

«Κάθε σημείο που περνάω αλλάζει κάτω από το άγγιγμά μου, οπότε
σταμάτα να εθελοτυφλείς και πες μου αυτό που θες» ψιθύρισε και
ύστερα με την άκρη της γλώσσας του άγγιξε τον λοβό μου ελαφρά ενώ
ταυτόχρονα τα δάχτυλά του τρύπωναν μέσα από την μπλούζα μου.

Μόλις άγγιξε τη γραμμή του σουτιέν μου, μου ξέφυγε ένας
αναστεναγμός. Τον άκουσα που χαχάνισε και ένιωσα το χαμόγελό του
στην καμπύλη του λαιμού μου. Το ένα του χέρι κατέβηκε πιο χαμηλά
αυτή τη φορά και πέρασε μέσα από τη φόρμα μου ενώ αγκάλιασε το ένα
μου οπίσθιο.

«Θα μου πεις τι έκανες στο νοσοκομείο;» είπε ανάμεσα από τις
δαγκωνιές και τα φιλιά που άφηνε στο δέρμα μου.

«Όχι» ψέλλισα και τότε το χέρι του έφυγε από πίσω και τρύπωσε
ανάμεσα στα πόδια μου.

Ένα βογκητό έκανε να ξεφύγει από τα χείλη μου, όμως εκείνος
πρόλαβε και το έπνιξε με ένα του φιλί. Ήταν άγριος και απότομος όπως
και το προηγούμενο βράδυ κάνοντας τα πόδια μου να τρέμουν και να
στέκομαι με το ζόρι. Με βασάνιζε και δεν μου άφηνε περιθώρια να
παραπονεθώ καθώς δάγκωνε και πιπίλαγε τα χείλη μου ενώ η γλώσσα
του χόρευε με τη δική μου. Ένιωθα τόσο κοντά στον οργασμό κι εκείνος,
σαν να το κατάλαβε, τράβηξε το χέρι του μακριά μου και σταμάτησε. Μου
ξέφυγε ένας παραπονιάρικος αναστεναγμός πριν προλάβω να τον
συγκρατήσω, κι εκείνο το διαβολικό χαμόγελο επέστρεψε στο πρόσωπό
του.

«Τι έγινε, γατούλα; Δεν έχει αγριάδες τώρα; Αν θες να σε γαμήσω το
ίδιο με εχθές, δεν έχεις παρά να μου πεις την αλήθεια, αλλά και ότι το
θες πολύ» είπε με χυδαίο τρόπο και, σαν να ξύπνησα, γύρισα το κεφάλι
μου από την άλλη και τον έσπρωξα μακριά.

Βρήκα ευκαιρία να φύγω, μα εκείνος ήταν το ίδιο γρήγορος με εμένα.
Με άρπαξε, πέσαμε και οι δύο στον καναπέ με εκείνον από πάνω μου.
Πλέον ήμουν φυλακισμένη και δεν μπορούσα να απεγκλωβιστώ.

«Απλά φύγε! Δεν σε θέλω εδώ!» είπα ενώ κοιτούσα αλλού, μα
εκείνος είχε καταλάβει πως έλεγα ψέματα και προσπαθούσα να τον

190 ALEXA MERIAN

αποφύγω και δεν το έβαζε κάτω. Αγνόησε τα λόγια μου και άρχισε πάλι
να με φιλάει στον λαιμό ενώ κατέβαινε όλο και πιο χαμηλά.

«Σταμάτα, Κίλιαν! Δεν το θέλω αυτό!» φώναξα και ένιωσα δάκρυα να
απειλούν να ξεφύγουν από τις άκρες των ματιών μου. Εκείνος αμέσως
ανασηκώθηκε και με κοίταξε στα μάτια. Ύστερα έβαλε δύναμη στα χέρια
του και τινάχτηκε όρθιος. Μαζεύτηκα και τύλιξα το σώμα με τα χέρια μου.

«Και τι είναι αυτό που θες, Βαλεντίν; Έρωτες, ραντεβουδάκια και τα
συναφή;» με ρώτησε άγρια και δεν του απάντησα.

Τι να του έλεγα εφόσον ούτε η ίδια γνώριζα τι ήθελα;
Έσκυψε μπροστά μου και το χέρι του αγκάλιασε το πρόσωπό μου,
μα, προς έκπληξή μου, όχι άγαρμπα. Απλώς το κρατούσε εκεί ώστε να
μην μπορώ να τον αποφύγω ξανά.
«Σε ρώτησα τι θες» απαίτησε να μάθει, αλλά παρέμεινα σιωπηλή. Τα
μάτια του ήταν το ίδιο ψυχρά, μα δεν υπήρχε μέσα τους θυμός.
«Να μην προσπαθείς να με πηδήξεις λες και είμαι καμία από αυτές
που δουλεύουν για σένα και σου παρέχουν τις υπηρεσίες τους επί
πληρωμή» είπα στο περίπου αυτό που ήθελα από εκείνον, όμως δεν
ήμουν απόλυτα ειλικρινής. Ναι, μισούσα το γεγονός ότι με έβλεπε σαν
ένα ακόμα κομμάτι κρέας, αλλά δεν ξέρω τι άλλο περίμενα.
«Αυτός είμαι, Βαλεντίν. Απλά γαμάω και φεύγω όσο και να μη σου
αρέσει να το ακούς. Το πρόβλημα μαζί σου είναι πως ενώ σε άγγιξα μία
φορά, δεν μου ήταν αρκετό και θέλω περισσότερο, αλλά αυτό και τίποτα
άλλο. Μόνο πήδημα» είπε με τον ίδιο ψυχρό τόνο και έκανε το σώμα μου
να μουδιάσει.
Δεν του απάντησα. Πώς θα μπορούσα;
Εκείνος δεν έπαιρνε το βλέμμα του από πάνω μου και όταν είδε ότι
δεν επρόκειτο να μιλήσω, σηκώθηκε και ίσιωσε το σακάκι του.
«Να ξέρεις ότι η προσφορά που σου έκανα εχθές ισχύει. Ακόμα σε
θέλω στο κρεβάτι μου, αλλά μόνο εκεί. Επίσης η μικρή είναι χάλια που
δεν πας να τη δεις, οπότε δεν ξέρω τι θα κάνεις, αλλά θέλω την αδερφή
μου ξανά χαρούμενη» είπε απόμακρα και τινάχτηκα όρθια με τις γροθιές
μου σφιγμένες.

Κυνηγοί Ζωής 191

«Αυτό που ήθελες το πήρες, επομένως δεν νομίζω ότι έχουμε κάποια
άλλη εκκρεμότητα εμείς οι δύο. Όσο για τη Ροσέλ, θα το κανονίσω» είπα
αγριεμένα κι εκείνος με κοίταξε με τον ίδιο τρόπο. Ένα μοχθηρό
χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό του.

«Μα δεν είπα ότι αυτό τελείωσε, έρωτα. Το παιχνίδι μόλις άρχισε» με
προειδοποίησε και ύστερα έφυγε.

Κοιτούσα την κλειστή πόρτα αποσβολωμένη και αμέσως άφησα ένα
δυνατό γρύλισμα να βγει από μέσα μου τινάζοντας τα χέρια ψηλά.

Είναι σίγουρο ότι θα με τρελάνει! Τον μισώ!
Μπήκα κατευθείαν στο μπάνιο για ένα παγωμένο ντους και ύστερα
ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Έπιασα το κινητό και πήρα κατευθείαν
τηλέφωνο τον Λίαμ. Περίμενα μερικά χτυπήματα και ούτε που τον άφησα
να μιλήσει.
«Θα τον σκοτώσω! Και αυτόν αλλά κι εσένα!» φώναξα και τον
άκουσα να γελάει.
«Μη γελάς, κακομοίρη μου. Με έχει τρελάνει και ξέρει και πού μένω,
κάτι που μόνο εσύ θα μπορούσες να του έχεις πει».
«Κατ’ αρχάς δεν του το είπα, αλλά ξέρεις ότι άμα θέλει να μάθει κάτι,
θα το μάθει με τον τρόπο του. Και κατά δεύτερον, εσύ τον αφήνεις και σε
βασανίζει».
Δεν είχε άδικο.
«Θέλω αύριο να φέρεις τη Ροσέλ από το σπίτι» του ζήτησα και
αμέσως απλώθηκε μία απόκοσμη σιγή μέχρι που τον άκουσα να
αναστενάζει.
«Πολύ φοβάμαι πως θα πρέπει να σε φέρω εσένα εδώ, γιατί η μικρή
είναι άρρωστη και ο αδερφός της δεν την αφήνει να βγει έξω» είπε και
ένιωσα την καρδιά μου να χάνει έναν χτύπο της.
Το να πήγαινα εγώ εκεί ήταν σαν να έμπαινα από μόνη μου στο
στόμα του λύκου, όμως αυτό δεν ήταν απαραίτητα κακό. Τα παιχνίδια
παίζονται πάντα με δύο παίκτες.
«Πολύ καλά. Πες μου τι ώρα θα είσαι εδώ, για να είμαι έτοιμη» είπα
ήρεμα.
«Είσαι σίγουρη;»

192 ALEXA MERIAN

Τον διαβεβαίωσα ότι ήμουν απόλυτα σίγουρη όσο είχα ακόμα το
θάρρος να το κάνω. Ύστερα από αρκετές απειλές μου ότι θα τον
σκότωνα και αφού του εξήγησα τι έγινε με τον Έιντζελ, κλείσαμε και
κοίταξα το ταβάνι.

Τι πάω να κάνω;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25

Μόλις είδα τις πύλες του σπιτιού, ένιωσα το σφίξιμο στο στήθος μου πιο
έντονο από πριν. Ο Λίαμ με άφησε έξω από την είσοδο ενώ εκείνος
έφυγε για να βάλει τη μηχανή του στο παρκινγκ του σπιτιού. Θα τον
περίμενα έξω, όμως ο ουρανός ήταν ήδη φορτωμένος με γκρίζα σύννεφα
και μερικές στάλες βροχής άρχισαν να πέφτουν. Μπήκα κάτω από το
υπόστεγο της πόρτας και λίγο πριν τη χτυπήσω, άνοιξε. Η κυρία Σόφι
τινάχτηκε έξω και με πήρε αγκαλιά. Στην αρχή ξαφνιάστηκα, όμως κι εγώ
τύλιξα τα χέρια μου γύρω της και χαλάρωσα κάπως. Μου είχε λείψει η
παρέα αλλά και το φαγητό της. Δεν φημιζόμουν για τη μαγειρική μου, για
να είμαι ειλικρινής.

«Παιδί μου, τι κάνεις; Έχεις αδυνατίσει πολύ!» είπε και έκανε σαν να
ήταν η μητέρα μου.

Γέλασα με την αντίδρασή της και με τράβηξε μέσα. Το σπίτι ήταν
ήσυχο και σκοτεινό, ακριβώς όπως την πρώτη φορά που βρέθηκα εκεί.

«Πες μου τα νέα σου. Πώς είναι η ζωή σου; Πού μένεις; Δεν πιστεύω
να τριγυρνάς πάλι στους δρόμους;» με ρώτησε με υπερβολικό
ενδιαφέρον και γέλασα. Όλοι σε αυτό το σπίτι γνώριζαν την ιστορία μου
ως Βαλεντίν, αν και δεν ήταν κάτι που έκρυβα σε σχέση με το άλλο μου
παρελθόν.

«Όχι, πλέον έχω μία βαρετή ζωή σαν όλες τις άλλες. Μένω σε ένα
σπίτι που μου έχει παραχωρήσει ο Λίαμ και δούλευα σε ένα
γυμναστήριο μέχρι τη στιγμή που έμαθα ότι το αφεντικό μου ήταν άλλο
από αυτό που νόμιζα και έφυγα» είπα δίχως να κρύψω τον εκνευρισμό
μου κι εκείνη έδειξε πως καταλάβαινε τι εννοούσα.

194 ALEXA MERIAN

«Δεν ξέρω τι να σου πω, κορίτσι μου. Κι εδώ από τότε που έφυγες,
έχει επιστρέψει η μαυρίλα. Αρρώστησε και το μικρό μου. Δεν βγαίνει
από το σπίτι, δεν μιλάει με τον αδερφό της καθόλου παρά μόνο για τα
τυπικά θέματα και συνέχεια κλείνεται στο δωμάτιό της. Ο μεγάλος από
την άλλη ή θα ξενυχτάει στο γραφείο του ή θα είναι διαρκώς έξω. Μόνο ο
Θεός ξέρει πού πάει και τι κάνει» είπε και ρουθούνισα. Βέβαια εγώ
γνώριζα καλά κάποια από αυτά που έκανε.

Της έπιασα τα χέρια και χαμογέλασα ενθαρρυντικά.
«Μην ανησυχείτε, είμαι εδώ για να φτιάξω κάπως τα πράγματα.
Τουλάχιστον με τη Ροσέλ γιατί με τον Κίλιαν...» είπα και στο τέλος
άφησα μετέωρη την πρότασή μου. Εκείνη μου έδωσε μία ακόμη αγκαλιά
και, αφού μου ευχήθηκε καλή τύχη, με άφησε μόνη στην είσοδο και πήγε
πίσω στην κουζίνα.
Κοίταξα τη μεγάλη σκάλα. Πήρα μία βαθιά ανάσα και ξεκίνησα να
ανεβαίνω ένα ένα τα σκαλιά ενώ το μυαλό μου ήταν κολλημένο σε αυτά
που μου είχε πει.
Πού να ήξερε πως εγώ ήμουν ο λόγος που από την αρχή υπήρχε ένα
μαύρο σύννεφο από πάνω τους!
Διένυσα τον μεγάλο διάδρομο. Φτάνοντας έξω από τις τρεις πόρτες
τις κοίταξα μία μία. Δεν μπορούσα παρά να χαμογελάσω. Μου έλειπε το
δωμάτιό μου κι ενώ κοιτούσα την κλειστή του Κίλιαν, θυμήθηκα εκείνο το
βράδυ που παλέψαμε, στη συνέχεια με περιποιήθηκε κι ύστερα
κοιμήθηκα στο κρεβάτι του. Τα δάχτυλά μου με έτρωγαν να πιάσω το
χερούλι και να ανοίξω την πόρτα, όμως δεν θα άφηνα τα συναισθήματά
μου να με παρασύρουν. Γύρισα από την άλλη και πλησίασα το δωμάτιο
της Ροσέλ. Σήκωσα το χέρι και χτύπησα το ξύλο.
«Παράτα με!» φώναξε και ρουθούνισα. Μάλλον ο Λίαμ δεν της είχε
πει για την επίσκεψή μου. Γύρισα το χερούλι και την άνοιξα αργά. Εκείνη
αμέσως κουκουλώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα σαν μικρό παιδί.
«Κίλιαν, σου είπα να με παρατήσεις. Δεν θέλω να πάω πουθενά»
φώναξε και γέλασα.

Κυνηγοί Ζωής 195

«Εντάξει, δεν είμαι τόσο κακιά όσο ο αδερφός σου, αλλά ομολογώ
πως περίμενα διαφορετική υποδοχή» γέλασα και τότε εκείνη τινάχτηκε
επάνω.

«Βαλεντίν!» φώναξε και, αφού πέταξε τα σκεπάσματα από πάνω της,
έτρεξε και χώθηκε στην αγκαλιά μου.

Τύλιξα τα χέρια μου σφιχτά γύρω της και τότε κατάλαβα ότι έκλαιγε.
Την άφησα να ξεσπάσει όσο ήθελε. Έπειτα έκλεισα την πόρτα, καθίσαμε
στο κρεβάτι σαν τον παλιό καλό καιρό και αρχίσαμε να μιλάμε.

«Συγγνώμη, Βαλ. Όλα όσα είπα ήταν πάνω στα νεύρα και το σοκ
που έπαθα ύστερα από αυτά που μου αποκάλυψες. Δεν ήθελα να
φύγεις, ειδικά μετά απ’ ό,τι έγινε με τον αδερφό μου» είπε και
χαμογέλασα. Της έπιασα σφιχτά το χέρι και την κοίταξα στα μάτια.

«Είχες κάθε δίκιο που με έδιωξες και, πίστεψέ το, αλλά άλλη στη
θέση σου θα τα είχε πει όλα στον Κίλιαν και μετά θα βρισκόμουν
τέσσερα μέτρα κάτω από το χώμα, αν δεν με έκοβε κομματάκια πρώτα
και δεν με τάιζε στα σκυλιά». Εκείνη αμέσως με κοίταξε με αηδία.

«Μη με κοιτάζεις έτσι, το ξέρεις αρκετά καλά πως έτσι λειτουργούν
όλοι σε αυτόν τον “κόσμο”» της είπα και κοίταξε τα χέρια της.

«Κι εσύ αυτό θα έκανες;» ρώτησε ντροπαλά και ένιωσα να με λούζει
κρύος ιδρώτας. Γύρισα το κεφάλι από την άλλη και δάγκωσα τα χείλη
μου.

«Δεν σ’ το κρύβω πως πριν μερικά χρόνια μπορεί και να το
σκεφτόμουν. Τώρα... δεν ξέρω. Δεν νομίζω» μουρμούρισα και δεν μου
απάντησε πάνω σε αυτό. Εξάλλου τι να έλεγε;

«Τώρα όμως γύρισες και θα μείνεις έτσι δεν είναι; Όπως ήμασταν
και πριν;» είπε και με κοίταξε όλο ελπίδα. Ένιωσα το σφίξιμο στην
καρδιά μου πιο δυνατό από ποτέ.

«Μικρό μου, δεν μπορώ να τα παρατήσω όλα και να ξεκινήσω πάλι
από την αρχή. Άσε που ο αδερφός σου με το που θα με δει να τριγυρνάω
εδώ μέσα θα του ανέβει η πίεση, και είναι επικίνδυνο σε αυτή την
ηλικία» είπα και αρχίσαμε να γελάμε. Ξαφνικά όμως πετάχτηκε μία φωνή
που δεν την περίμενα. Πάγωσα ενώ η Ροσέλ γελούσε ακόμα πιο πολύ.

196 ALEXA MERIAN

«Το άκουσα αυτό» είπε και αμέσως γύρισα από την άλλη και τον
είδα να στέκεται στην είσοδο του δωματίου. Ένιωσα το σώμα μου να
παίρνει φωτιά. Φορούσε ένα κοντομάνικο και από κάτω μία φόρμα ενώ
ήταν ξυπόλυτος. Ήταν τόσο απλά ντυμένος κι έμοιαζε λες και μόλις
ξύπνησε.

«Δεν το κρατούσα κρυφό. Είσαι σε κρίσιμη ηλικία» είπα με θάρρος
και η Ροσέλ με σκούντησε παιχνιδιάρικα με το πόδι της. Εκείνος
σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και ανασήκωσε το φρύδι.

«Νομίζω πως σου έχω αποδείξει τις αντοχές μου» είπε και ένιωσα το
αίμα να ανεβαίνει στα μαγουλά μου και να καίω αυτή τη φορά από
ντροπή. Πώς τολμούσε, ο γελοίος; Ειδικά αν έλεγε κάτι τέτοιο μπροστά
στην αδερφή του, ποιος ξέρει τι είχε πει στους άλλους!

Άρπαξα ένα από τα μαξιλάρια της Ροσέλ και του το πέταξα με
δύναμη.

«Θα σε σκοτώσω!» φώναξα κι εκείνος το έπιασε και γέλασε.
«Πολύ ώριμο» τον ειρωνεύτηκα και το πέταξε πίσω.
«Μη μιλάς εσύ για ώριμες πράξεις» του είπα και με αγριοκοίταξε. Στο
μεταξύ η Ροσέλ δεν είχε σταματήσει να γελάει και ο Κίλιαν την κοιτούσε
με το χαμόγελο στα χείλη.
«Είστε πολύ αστείοι και οι δύο» φώναξε εκείνη καθώς γελούσε ακόμα
και χαμογέλασα κι εγώ με την όψη της. Αμέσως θυμήθηκα αυτό που μου
είχε πει η κυρία Σόφι, ότι είχε αρρωστήσει επειδή η ψυχολογία της δεν
ήταν καλή, και το να τη βλέπω να γελάει με έκανε να νιώθω καλύτερα.
«Σας αφήνω» είπε εκείνος και η μικρή τινάχτηκε όρθια.
«Πού πας; Πάλι για δουλειά;» παραπονέθηκε και κατευθείαν
κατάλαβα το πόσο την είχε παραμελήσει.
«Όχι, πάω για προπόνηση» είπε μονότονα και έβαλε τα χέρια του
στις τσέπες.
«Μα όλοι είναι στο σπίτι του Χιούγκο, δεν θα έπρεπε να είσαι κι εσύ
εκεί;» τον ρώτησε και συνοφρυώθηκα. Κοίταξα με περιέργεια τον Κίλιαν,
αλλά εκείνος απέφυγε το βλέμμα μου.
«Πάω για προπόνηση» είπε πεισματικά και έφυγε δίχως να περιμένει
απάντηση. Η Ροσέλ κατέβασε το κεφάλι και αναστέναξε.

Κυνηγοί Ζωής 197

«Τι έγινε με τον Χιούγκο; Είναι καλά;» ρώτησα ανήσυχα και φάνηκε
να το σκέφτεται πριν μου απαντήσει. Αυτό με έκανε να ανησυχώ ακόμη
περισσότερο.

«Εκείνος καλά είναι. Η κόρη του από την άλλη…» είπε και στο τέλος
άφησε μετέωρη την πρότασή της.

Πριν φύγω από το σπίτι, σε μία σύντομη συζήτηση που είχα με τον
Χιούγκο, μου είχε πει πως είχε μία κόρη στην ηλικία της Ροσέλ, μα δεν
ήταν παντρεμένος, ούτε ζούσε με τη μητέρα της μικρής.

«Ροσέλ, μη με βασανίζεις άλλο. Πες μου τι έγινε!» είπα έντονα κι
εκείνη με κοίταξε λυπημένα.

«Με τη Φιόνα κάναμε παρέα από το σχολείο, επειδή ο Χιούγκο, στην
αρχή, δούλευε με τον πατέρα μου. Πάντα είχε κόλλημα με τον αδερφό
μου και μέχρι και πρότινος έλεγε ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του. Προχθές
το βράδυ άκουσα πως ο Χιούγκο πήρε ένα ανώνυμο τηλεφώνημα και του
είπαν πως η Φιόνα ήταν σε ένα τοπικό μπαρ με κάποιον. Ο αδερφός μου
έλειπε και έτσι όλοι τους έφυγαν για να πάνε να την πάρουν από κεί,
γιατί ο πατέρας της ήταν έξαλλος. Όταν γύρισα, μου είπαν πως ήταν στο
νοσοκομείο. Έπεσαν πυροβολισμοί κι εκείνη ήταν στη μέση. Ο Κίλιαν
από τότε δεν μιλιέται. Ο Λίαμ μου είπε πως πιστεύει ότι εκείνος φταίει για
ό,τι έγινε» μου εξήγησε κι εγώ είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό από το
σοκ. Γι’ αυτό είχαν πάει στο νοσοκομείο;

«Σκατά» μουρμούρισα και αμέσως σηκώθηκα όρθια.
«Ε, πού πας; Θα φύγεις ακόμα δεν ήρθες;» με ρώτησε με παράπονο
και της χαμογέλασα.
«Πάω να μιλήσω λίγο με τον αδερφό σου και θα γυρίσω πάλι» είπα
ήρεμα κι εκείνη μου χαμογέλασε πονηρά.
«Α, κατάλαβα. Αύριο θα σε δω ξανά».
Τη σκούντηξα στο μπράτσο και βγήκα σχεδόν τρέχοντας από το
δωμάτιό της για να μην τη βρίσω. Μας είχε καταλάβει και μας δούλευε
για τα καλά.
Κατέβηκα τα σκαλιά δυο δυο και μπαίνοντας στην κουζίνα έπεσα
πάνω στον Λίαμ. Σταύρωσα τα χέρια στο στήθος και τον αγριοκοίταξα.

198 ALEXA MERIAN

«Γιατί δεν μου είπες τίποτα για την κόρη του Χιούγκο;» του γρύλισα
κι εκείνος με κοίταξε απαθέστατα.

«Δεν με ρώτησες ποτέ» είπε και ήθελα να του βγάλω τα μάτια.
«Θα ασχοληθώ μαζί σου αργότερα» είπα και τον προσπέρασα για
να βγω στην αυλή. Έξω έβρεχε και μάλιστα αρκετά δυνατά.
«Πού πας;» μου φώναξε εκείνος κι εγώ τον αγνόησα. Βέβαια όταν
κατάλαβε ότι κατευθυνόμουν προς το γυμναστήριο, δεν άντεξε δίχως να
το σχολιάσει.
«Τις πόρτες να κλειδώσετε!» φώναξε μέσα στη βροχή και σήκωσα το
χέρι μου υψώνοντας το μεσαίο μου δάχτυλο . Εγώ ήθελα να πάω να του
μιλήσω για ό,τι είχε γίνει κι εκείνος το είχε πει παντού ότι είχαμε κοιμηθεί
μαζί. Όχι, έλεος δεν θα του έδειχνα, αλλά θα τον σκότωνα αυτή τη φορά!
Θα του έβγαζα τα μάτια με τα νύχια μου και θα τα έκανα σκουλαρίκια.
Μέχρι να φτάσω στην αποθήκη είχα βραχεί από την κορυφή ως τα
νύχια. Μπήκα μέσα και το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να βγάλω το
μπουφάν και τα παπούτσια μου και να τα βάλω σε μία άκρη να
στεγνώσουν. Ο χώρος ήταν σχεδόν σκοτεινός και το μόνο που
ακουγόταν ήταν γρυλίσματα και χτυπήματα. Περπάτησα ξυπόλυτη με τα
νερά να στάζουν στο πάτωμα και πλησίασα τον χώρο με τους σάκους.
Εκείνος, παρ’ όλο που είχε καταλάβει ότι ήμουν εγώ, δεν σταμάτησε να
χτυπάει με μανία τον σάκο. Δεν φορούσε μπλούζα ενώ τα χέρια του ήταν
δεμένα με επιδέσμους και ήταν ήδη ιδρωμένος. Πλησίασα ακόμα
περισσότερο και στάθηκα απέναντί του, πίσω από τον σάκο.
«Όπως το πας θα τραυματιστείς» του είπα ήρεμα κι εκείνος
σταμάτησε και κάρφωσε το βλέμμα του επάνω μου. Με κοιτούσε άγρια
και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς εφόσον ήθελα να τον σκοτώσω,
τώρα τον λυπόμουν.
«Τι θες εδώ;» με ρώτησε άκεφα και σταύρωσα τα χέρια στο στήθος.
«Η Ροσέλ μου είπε περίπου τι συνέβη και ήρθα για να μάθω την
αλήθεια από σένα. Τι έγινε με την κόρη του Χιούγκο;» είπα δίχως
προλόγους κι εκείνος μου γύρισε την πλάτη και απέφυγε το βλέμμα μου.
«Η ιστορία δεν διαφέρει πολύ με αυτό που σου είπε. Πυροβόλησαν
τη μικρή σε ένα κλαμπ και είναι στο νοσοκομείο».

Κυνηγοί Ζωής 199

«Και γιατί κατηγορείς τον εαυτό σου για ό,τι έγινε; Εσύ έριξες τη
σφαίρα;» τον ρώτησα και είδα να σφίγγει τις γροθιές του.

«Όχι».
«Ε, τότε;»
«Τι θες από μένα, Βαλεντίν;» γρύλισε και με πλησίασε απειλητικά.
Εγώ από την άλλη δεν κουνήθηκα ούτε σπιθαμή.
«Να μου πεις γιατί θεωρείς τον εαυτό σου υπεύθυνο. Τώρα θα
έπρεπε να ήσουν στο πλάι του φίλου σου και όχι εδώ να χτυπιέσαι σε
έναν άψυχο σάκο!» του είπα με θάρρος και αμέσως το χέρι του
σηκώθηκε και τυλίχτηκε σαν μέγγενη γύρω από τον λαιμό μου.
«Δεν πρόκειται να δεχτώ συμβουλές από σένα. Παράτα με ήσυχο»
γρύλισε ενώ τα μάτια του ήταν σκοτεινά.
Συνέχισα να στέκομαι εκεί και να τον κοιτάζω. Σαν να
συνειδητοποίησε τι έκανε, χαλάρωσε τη λαβή του και τραβήχτηκε μακριά
λες και τον χτύπησε ρεύμα.
«Δεν είμαι στα καλά μου, γι’ αυτό φύγε πριν γίνουν τα πράγματα
χειρότερα» είπε και, αφού γύρισε από την άλλη, άρχισε να απο-
μακρύνεται.
Έκανα αυτό που είπε. Έτριψα τον λαιμό μου και άρχισα να
περπατάω, όμως ο προορισμός μου δεν ήταν η έξοδος. Πέταξα από
πάνω μου το πουλόβερ που φορούσα και έμεινα με ένα τιραντάκι και τη
φόρμα μου. Πήρα δύο γάζες από το κουτί των πρώτων βοηθειών και
άρχισα να τυλίγω τα χέρια μου πλησιάζοντας το ρινγκ. Ανέβηκα επάνω
και γύρισα προς το μέρος του. Εκείνος δεν είχε καταλάβει πού ήμουν και
η φωνή μου τον έκανε να κοκαλώσει.
«Κίλιαν, στο ρινγκ, τώρα!» του φώναξα απαιτητικά κι εκείνος
σταμάτησε να χτυπάει τον σάκο και γύρισε να με κοιτάξει.
Στάθηκε για μερικά δεύτερα ακίνητος και ύστερα ξεκίνησε να
περπατάει προς το μέρος μου. Είχε φτάσει η στιγμή να τα λύσουμε όλα.


Click to View FlipBook Version