The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.
Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by , 2021-04-26 17:46:54

ilovepdf_merged (1)

ilovepdf_merged (1)

100 ALEXA MERIAN

σε μία γωνία με αμέτρητα CD. Έτρεξα αμέσως προς το μηχάνημα και
ευχήθηκα να δούλευε. Φαινόταν ότι είχαν καιρό να το χρησιμοποιήσουν,
μα κάποιος σίγουρα καθάριζε εδώ μέσα καθώς δεν υπήρχε ίχνος
σκόνης. Διάλεξα ένα από τα CD και, αφού το έβαλα, έτρεξα να κλείσω
καλά την πόρτα – δεν ήθελα να με ακούσει κανείς.

Στάθηκα στο κέντρο της αίθουσας και περίμενα να ξεκινήσει η
μελωδία. Όταν μπήκε το πιάνο, κάθε μόριο του κορμιού μου
πυροδοτήθηκε και άρχισα να κουνιέμαι σύμφωνα με τον ρυθμό. Είχε
περάσει τόσος καιρός και ένιωθα τα πάντα τόσο έντονα καθώς μια
γλυκιά ζάλη θόλωνε το μυαλό μου. Δεν ήταν από το ποτό. Πάντα ένιωθα
έτσι όταν χόρευα. Έκλεισα τα μάτια κι αφέθηκα σε κάθε νότα. Ύστερα
από τόσο καιρό ένιωθα ελεύθερη να κάνω αυτό που ήθελα και πάλι,
όμως οι σκέψεις μου δεν είχαν πνιγεί. Λικνιζόμουν, έκανα σβούρες με τα
μάτια κλειστά και όμως έβλεπα καθετί που με πονούσε.

Όλη μου τη ζωή με εκπαίδευαν για να σκοτώνω και όταν θεώρησαν
εκείνοι ότι ήμουν έτοιμη, έβαλαν ένα πιστόλι στα χέρια μου και με
ανάγκασαν να αφαιρέσω την πρώτη ζωή. Και μετά ακόμη μία και ακόμη
μία. Δεν με άφησαν να ζήσω σαν φυσιολογική έφηβη ούτε να γνωρίσω
τον έρωτα. Ακόμα κι εκεί ήταν όλα προσχεδιασμένα, μέχρι που μια μέρα
μου ξεφούρνισαν έναν γάμο κι εγώ θα έπρεπε να ακολουθήσω για μία
ακόμη φορά εντολές. Τότε ήταν και η πρώτη φορά που αντιστάθηκα και
είπα φτάνει, αλλά μέχρι και αυτή τη στιγμή όλα αυτά και άλλα πολλά με
στοίχειωναν. Υπέφερα δίχως να το γνωρίζει κανείς και πιο πολύ
υπέφερα στα χέρια εκείνου που όλοι μισούσαν.

Το προηγούμενο βράδυ εκείνο το τέρας που με στοίχειωνε παραλίγο
να επιστρέψει, μα για πρώτη φορά κάποιος βρέθηκε να με σταματήσει.
Είχα μία ακόμα εικόνα να με τυραννάει και αυτή ήταν τα μάτια του Κίλιαν
την ώρα που είπε το όνομά μου. Κι εγώ το έκανα. Για πρώτη φορά
άκουσα κάποιον και σταμάτησα. Γιατί; Γιατί αυτός ο άντρας είχε τέτοια
επίδραση επάνω μου; Γιατί αυτός ο συγκεκριμένος από όλους τους
άντρες του πλανήτη;

Και μετά ήταν κι η Ροσέλ, ένας αντικατοπτρισμός της παιδικής μου
ηλικίας. Παρ’ όλο που ήταν μικρή, με είχε κάνει να νιώσω για λίγο

Κυνηγοί Ζωής 101

ξέγνοιαστη και φυσιολογική. Μπορούσα να πω ότι ήταν φίλη μου, αλλά
ακόμα και αυτή την έννοια δεν την ήξερα καλά.

Είχα μπλέξει με την οικογένεια που μισούσε τη δική μου και το είδος
μου και με ήθελαν νεκρή. Δηλαδή το σύμπαν με μισούσε τόσο πολύ και
το κάρμα μου ήταν τόσο πολύ λερωμένο, που τα πλήρωνα όλα μαζί.
Ήξερα πως ο χρόνος μου ήταν μετρημένος. Πως με τον έναν ή με τον
άλλον τρόπο, η ζωή μου θα έληγε σύντομα, είτε έφευγα είτε έμενα. Όμως
λαχταρούσα να ζήσω την κάθε στιγμή. Ήθελα να ζήσω με ανθρώπους
γύρω μου που δεν θα καταπίεζαν την ψυχή μου. Ήθελα να ζήσω
ζωντανή και όχι ένα άδειο κουφάρι, ακόμα και αν αυτό με έφερνε πιο
κοντά στο τέλος. Ήμουν η Βαλεντίν κι εκείνο το τέρας που ονόμασαν
Κουίν είχε εξαφανιστεί πολύ καιρό τώρα. Δεν μπορούσα να το σκοτώσω
εφόσον συνέχιζε να με στοιχειώνει, όμως μπορούσα να του πω να
βγάλει τον σκασμό μέχρι να του έδινα εγώ την εντολή πότε θα μιλούσε.
Ήμουν η Βαλεντίν και κανείς δεν θα το άλλαζε αυτό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14

Κάθε μέρα για εκείνον φάνταζε ίδια με την προηγούμενη πράγμα που
ήταν σκέτο βασανιστήριο. Προσπαθούσε να κρατάει μόνιμα
απασχολημένο τον εαυτό του, προκειμένου να δει τα αποτελέσματα που
ζητούσε. Όταν όμως αυτά δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν, τότε
ο ίδιος γινόταν ακόμη περισσότερο απλησίαστος, ακόμα και για τους
ανθρώπους που γνώριζαν τον ήδη δύσκολο χαρακτήρα του.

Ο μοναδικός του στόχος ήταν να πιάσει τον γιο των Ρομάνο και να
τον κάνει να πληρώσει για όλα όσα είχε κάνει στην οικογένειά του. Όμως
αυτός πάντα βρισκόταν ένα βήμα πιο μπροστά από εκείνον και αυτό τον
εξόργιζε. Ούτε ο θάνατος του θείου του δεν ήταν αρκετός για να τον κάνει
να βγει από όπου κι αν κρυβόταν.

Το αμάξι έκανε στροφή και σταμάτησε έξω από την πύλη του σπιτιού.
Ήταν τρεις ώρες μετά τα μεσάνυχτα και όλα βουτηγμένα μέσα στο
σκοτάδι. Τη στιγμή που σταμάτησαν μπροστά από το ήσυχο σπίτι,
εκείνος βγήκε έξω και έκλεισε τα μάτια του για μερικά δεύτερα,
παίρνοντας μία βαθιά ανάσα. Μύρισε την υγρασία στον αέρα και
προσπάθησε να αφήσει τα προβλήματα εκεί και να χαλαρώσει, πράγμα
που ήταν απίθανο.

«Αφεντικό, θα πάμε για προπόνηση;» τον ρώτησε ο οδηγός, όμως η
κούραση διαγραφόταν σε όλο του το πρόσωπο. Νωρίτερα ανάμεσα στα
καθήκοντα τους ήταν και το να χρησιμοποιήσουν βία.

Αυτός κούνησε το κεφάλι αρνητικά ενώ κοιτούσε αλλού.
«Όχι. Κλειδώστε την αποθήκη και πηγαίνετε όλοι να ξεκουραστείτε»
είπε προστακτικά και αμέσως γύρισε για να μπει μέσα στο σπίτι. Μπορεί

Κυνηγοί Ζωής 103

να ήταν ψυχρός όμως νοιαζόταν για τους άντρες του σαν να ανήκαν και
οι ίδιοι στη γενεαλογία των Μορέι.

Μόλις πάτησε το πόδι του στο εσωτερικό του σπιτιού, κάτι τον
τσίτωσε και σταμάτησε το βήμα του. Κοίταξε τριγύρω εξονυχιστικά και
σιγά σιγά περπάτησε μέχρι το σαλόνι. Έβγαλε τα γάντια του όπως έκανε
πάντα και τα έβαλε στην τσέπη του σακακιού ώστε να μην καταλάβει
τίποτα η Ροσέλ σε περίπτωση που τον έβλεπε. Ήταν κάτι που πάντα
έκανε και θα συνέχιζε να το κάνει για χάρη της.

Εκεί δεν βρήκε τίποτα και συνέχισε την αναζήτησή του με σφιγμένες
τις γροθιές. Ξαφνικά μία μελωδική μουσική άρχισε να παίζει και τα
βήματά του πάγωσαν. Εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στην κουζίνα και το
βλέμμα του έπεσε πάνω σε ένα κλειστό μπουκάλι με κρασί που
βρισκόταν στον πάγκο.

«Τι άλλο στον διάολο θα δω απόψε» μουρμούρισε και ακολούθησε
τη μουσική. Ο ήχος ερχόταν από τον διάδρομο του ισογείου και του
φαινόταν παράλογο, μιας και κανείς δεν πήγαινε συχνά σε αυτή την
πλευρά του σπιτιού.

Τράβηξε το όπλο από τη θήκη του και το κράτησε σφιχτά στο χέρι.
Πλησίασε με ήσυχα βήματα την πόρτα από το δωμάτιο της Εμίλια και
λίγο πριν απλώσει το χέρι στο πόμολο, προσπάθησε να ηρεμήσει την
αναπνοή του. Πέρα από την καθαρίστρια, απέφευγε να μπαίνει εκεί
μέσα, γιατί αμέσως ξυπνούσαν άσχημες αναμνήσεις και συναισθήματα.

Πήρε μία βαθιά ανάσα και άνοιξε την πόρτα. Το θέαμα που αντίκρισε
έκανε την καρδιά του να πονάει ενώ τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν.
Μία γυναικεία φιγούρα κειτόταν στο ξύλινο πάτωμα και φαινόταν
αναίσθητη. Έβαλε το όπλο πάλι πίσω στη θήκη του και την πλησίασε με
μεγάλες δρασκελιές σκύβοντας στο πλάι της. Την τράβηξε στην αγκαλιά
του και απομάκρυνε τα μαλλιά από το πρόσωπό της. Όταν κατάλαβε
πως ανέπνεε, άφησε μία μακριά αναπνοή να βγει από μέσα του.

«Βαλεντίν» είπε στην αρχή με έναν έντονο τόνο στη φωνή του, μα
εκείνη ούτε που σάλεψε.

«Βαλεντίν!» της φώναξε αυτή τη φορά. Και πάλι τίποτα.

104 ALEXA MERIAN

Στην αναπνοή της μπορούσε να μυρίσει το αλκοόλ και υπέθεσε πως
λιποθύμησε από αυτό. Γρύλισε εκνευρισμένα και κλείνοντας τη μουσική
την πλησίασε ξανά και τη σήκωσε στα χέρια του. Βγήκε από το δωμάτιο
και για κακή του τύχη έπεσε πάνω στον Χιούγκο και τον Ντέιβιντ. Είδε
την πονηριά να διαγράφεται στα πρόσωπά τους.

«Αφεντικό, φαίνεται πως θα περάσεις καλά απόψε» του είπε ο
Ντέιβιντ με το κλασικό πρόστυχο υπονοούμενο στη φωνή του κι εκείνος
τον αγριοκοίταξε.

«Είσαι μαλάκας» παραμίλησε ξαφνικά εκείνη στην αγκαλιά του, μα
δεν φαινόταν να έχει ξυπνήσει.

Από τη μία ήθελε να γελάσει, γιατί του έδωσε ακριβώς την απάντηση
που ετοιμαζόταν να δώσει ο ίδιος, αλλά από την άλλη ήθελε να την
πετάξει στο πάτωμα για ό,τι είχε κάνει.

Αγνοώντας τους άντρες του, άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά και μπήκε
κατευθείαν στο δωμάτιό της βάζοντάς τη στο κρεβάτι. Ασυναίσθητα
άγγιξε το μέτωπό της για να τσεκάρει την θερμοκρασία της, όμως δεν
φαινόταν να είναι ανεβασμένη. Ωστόσο παραμιλούσε και μάλιστα
άσχημα. Ρυτίδες ανησυχίας είχαν σχηματιστεί στο πρόσωπό της ενώ η
ανάσα της ήταν κοφτή.

«Παρατήστε με, όλοι!» φώναξε απότομα κι εκείνος την κοίταξε
παραξενεμένα ενώ περίμενε μήπως έλεγε κάτι άλλο που θα έβγαζε
νόημα.

«Δεν θέλω, φύγε, φύγε!» είπε ξανά και τότε προς μεγάλη του έκπληξη
είδε δάκρυα να κυλάνε από τα μάτια της.

Μια περίεργη αίσθηση τύλιξε το κορμί του και ήθελε να την αγγίξει,
όμως ήξερε πως ήταν πιο δυνατός από αυτό. Το πείσμα και ο εγωισμός
του ήταν τόσο ισχυρά που δεν άφηναν κανένα άλλο συναίσθημα να τον
επηρεάσει. Παρέμεινε εκεί να την κοιτάζει σχεδόν με μίσος. Δεν
μπορούσε να καταλάβει όμως γιατί αυτή η γυναίκα τον έκανε να νιώθει
παράξενα. Το απεχθανόταν αυτό. Είχαν περάσει αρκετές από το πλάι
του και όμως αυτή είχε κάτι που δεν μπορούσε να το εξηγήσει.

Η όψη της άλλαξε και έδειχνε να ηρεμεί απότομα. Τα χαρακ-
τηριστικά της μαλάκωσαν και αμέσως γύρισε την πλάτη του και άρχισε

Κυνηγοί Ζωής 105

να απομακρύνεται όταν δίχως να το περιμένει άκουσε το όνομά του.
Πάγωσε. Πίστεψε πως είχε ξυπνήσει και γύρισε έτοιμος να την κράξει για
ό,τι είχε γίνει, όμως είδε πως τα μάτια της ήταν κλειστά και σταμάτησε.

«Κίλιαν» είπε σχεδόν ψιθυριστά και ύστερα το επανέλαβε ακόμα μία
φορά. Στα χείλη της χαράχτηκε ένα ανεξήγητο χαμόγελο, η ανάσα της
άλλαξε και το σώμα της φάνηκε να χαλαρώνει. Εκείνος έσφιξε τις γροθιές
του και ξεφύσηξε ενοχλημένα.

«Τι στον διάολο πάει λάθος μαζί σου» μουρμούρισε δίχως να ξέρει
αν το λέει σε εκείνη ή στον ίδιο του τον εαυτό. Δίχως να περιμένει λεπτό
παραπάνω, βγήκε με μεγάλα βήματα έξω από το δωμάτιο και έκλεισε την
πόρτα πίσω του σαν να τον κυνηγούσαν.

Περπάτησε με νεύρο προς το δωμάτιο του Λίαμ και χτύπησε με
δύναμη την πόρτα του. Εκείνη δεν άργησε να ανοίξει και ο φίλος του τον
κοίταξε ξαφνιασμένος. Φαινόταν πως τον είχε ξυπνήσει.

«Γαμώτο, Κίλιαν. Ανάθεμα και αν ξέρω τι με θες τέτοια ώρα».
«Πάρε μερικά παυσίπονα και πήγαινέ τα στο δωμάτιο της Βαλεντίν»
του είπε ψυχρά και έκανε να φύγει, όμως ο Λίαμ δεν είχε σκοπό να το
αφήσει να περάσει έτσι απλά.
«Τι της έκανες πάλι;» τον ρώτησε κι εκείνος ρουθούνισε σαρκαστικά.
«Και γιατί πρέπει απαραίτητα να της έκανα κάτι εγώ;» είπε έντονα
και ο Λίαμ τον κοίταξε με ένα ύπουλο χαμόγελο.
«Ξέχνα το. Απλά πρόσεχε» του απάντησε δήθεν αδιάφορα.
Ο Κίλιαν ένιωσε ενοχλημένος που δεν μπορούσε ο φίλος του να
κρατήσει το στόμα του κλειστό δίχως να πετάξει κάποιο υπονοούμενο.
«Κάνε αυτό που σου είπα, Λίαμ» γρύλισε ηττημένα και χώθηκε στο
δωμάτιό του. Χαλάρωσε τη γραβάτα από το πουκάμισό του και έπεσε
πάνω στο κρεβάτι κλείνοντας τα μάτια. Προσπάθησε να βάλει τις
σκέψεις του σε μία σειρά.
Ο Λουσιάνο ήξερε να κρύβεται καλά και στο εμπόριο δεν έκανε
εκείνος τις συμφωνίες αλλά λειτουργούσε μέσω άλλων. Μόλις μία
εβδομάδα πριν παραλίγο να προλάβουν την ανταλλαγή μαύρων
χρημάτων με ναρκωτικά στο Τσέλσι, μα ο άνθρωπος που τους έδινε
πληροφορίες πληρωνόταν και από άλλους και τους είχε δώσει λάθος

106 ALEXA MERIAN

στοιχεία. Όταν εκείνοι ήταν έτοιμοι, αυτοί είχαν τελειώσει την ανταλλαγή.
Για μία ακόμη φορά ήταν τόσο κοντά στο να τον πιάσει και πάλι εκείνος
βρισκόταν ένα βήμα μπροστά. Αυτό ήταν από τα πράγματα που τον
εξόργιζαν περισσότερο.

Χτύπησε τη γροθιά του στο στρώμα με δύναμη και τινάχτηκε όρθιος.
Δεν ήξερε τι άλλο μπορούσε να κάνει. Άρχισε να βγάζει τα ρούχα με τις
σκέψεις του μπερδεμένες στο χάος και μπήκε στο μπάνιο
προσπαθώντας να χαλαρώσει. Το καυτό νερό έπεφτε στο δέρμα του και
τον έκαιγε, όμως εκείνος δεν το ένιωθε. Έκλεισε τα μάτια μήπως και
συγκεντρωθεί, όμως ούτε αυτό λειτούργησε καθώς το πρώτο πράγμα
που ξεπήδησε μπροστά του ήταν εκείνη. Όπως τη βρήκε, με το σώμα
ξαπλωμένο στο ξύλινο πάτωμα, του ξυπνούσε επώδυνες αναμνήσεις,
αλλά γενικά η παρουσία της δεν τον άφηνε απαθή. Ύστερα από τον
θάνατο της Εμίλια είχε σταματήσει να έχει τόσα συναισθήματα για
όλους, όμως η Βαλεντίν είχε μία περίεργη επίδραση επάνω του που
έσπαγε κάθε ρουτίνα που πάλευε να διατηρήσει. Ο αντιδραστικός
χαρακτήρας, οι άξαφνες αντιδράσεις της, το γεγονός ότι πάντα
χαμογελούσε κι εκείνο το καταπληκτικό σώμα με τις γεμάτες καμπύλες,
τον έκαναν να αισθάνεται διαφορετικά κάθε φορά.

Και μόνο στη σκέψη της το σώμα του άρχισε να αντιδρά. Δίχως να το
σκεφτεί παραπάνω γύρισε το νερό στο κρύο. Περίμενε αρκετή ώρα και
προς ενόχλησή του η έξαψη που ένιωθε δεν έλεγε να σβήσει. Έκλεισε το
νερό νευρικά και, αφού τύλιξε μία πετσέτα γύρω από τη μέση του, μπήκε
πίσω στο δωμάτιό του. Άρπαξε το κινητό ψάχνοντας μανιωδώς τις
επαφές του.

«Σκατά» μουρμούρισε στον εαυτό του. Βρήκε την επαφή που έψαχνε,
το έβαλε στο αυτί και περίμενε καθώς καλούσε μέχρι που απάντησε μία
γυναικεία αγουροξυπνημένη φωνή.

«Κίλιαν;» ρώτησε ναζιάρικα και μόρφασε.
«Έλα από το σπίτι και φρόντισε να μη φοράς τίποτα» της είπε κοφτά
κι εκείνη γέλασε.
«Μμ, ορεξούλες έχει το μωρό μου;» γουργούρισε εκείνη και άρχισε
να πιστεύει πως ίσως και να είχε ήδη μετανιώσει που την κάλεσε.

Κυνηγοί Ζωής 107

«Δεν έχω χρόνο για παιχνίδια, Μέγκαν. Ξέρεις τι να κάνεις όταν
φτάσεις» είπε και της το έκλεισε πριν προλάβει να απαντήσει.

Φόρεσε ένα μαύρο μποξεράκι, μια μαύρη φόρμα και ένα απλό
αμάνικο μπλουζάκι. Έπειτα βγήκε από το δωμάτιο και κατέβηκε στον
κάτω όροφο. Μπήκε στο γραφείο του, έβαλε ένα ποτήρι με ουίσκι, κάθισε
στον καναπέ και περίμενε ανυπόμονα. Η πόρτα δεν άργησε να ανοίξει
και μία γυναικεία φιγούρα άρχισε να περπατά προς το μέρος του με
βήμα γατίσιο. Φορούσε μόνο ένα κόκκινο παλτό και από τα γυμνά της
πόδια κατάλαβε ότι είχε ακολουθήσει πιστά τις εντολές του. Επιτέλους
μία γυναίκα σε αυτό το σπίτι που δεν του έφερνε αντιρρήσεις. Τον
κοίταξε πονηρά με τα μελιά της μάτια.

«Έκανα αυτό που μου ζήτησες» είπε σε λάγνο τόνο και άρχισε να
λύνει τη ζώνη από το παλτό της. Το άφησε να πέσει στο πάτωμα κι
εκείνος κοίταξε με ικανοποίηση το γυμνό της σώμα. Για μία ακόμη φορά
η Βαλεντίν πέρασε από το μυαλό του κι ο καβάλος του ευθύς αμέσως
άρχισε να ασφυκτιά μέσα στο μποξεράκι.

«Γονάτισε» πρόσταξε με φωνή που δεν πρόδιδε κανένα συναίσθημα
κι εκείνη έκανε αυτό που της είπε. Ακούμπησε τα χέρια της στα πόδια
του και τον κοίταξε με βλέμμα που περίμενε τις εντολές του περνώντας τη
γλώσσα πάνω από τα χείλη της πεινασμένα. Της ένευσε καταφατικά και
τότε εκείνη κούνησε τα χέρια της και, αφού κατέβασε τη φόρμα μαζί με το
εσώρουχό του, έπιασε τη στύση του σφιχτά και άρχισε να τον ικανοποιεί
με τη γλώσσα της. Εκείνος έγειρε πίσω το κεφάλι και με κλειστά μάτια
άφησε τον εαυτό του ελεύθερο να το απολαύσει. Η ανάσα του έγινε πιο
γρήγορη και όπως ήταν πλέον αναμενόμενο, δεν άργησε η εικόνα της
Βαλεντίν να ξεπηδήσει μπροστά του. Με άλλη βρισκόταν και άλλη είχε
στο μυαλό του κι αυτό του δημιουργούσε σύγχυση. Και μόνο στην ιδέα
πως εκείνη βρισκόταν ανάμεσα στα πόδια του και τον ικανοποιούσε, τον
έκανε να θέλει να φτάσει πιο κοντά στην κορύφωση.

Τινάχτηκε όρθιος και τη σταμάτησε. Την έπιασε σφιχτά από την
καστανή κοτσίδα της και αφού την έβαλε να καθίσει στον καναπέ με
ανοιχτά τα πόδια, φόρεσε ένα προφυλακτικό και μπήκε απότομα μέσα

108 ALEXA MERIAN

της. Η συνοδός του έβγαλε μία κραυγή πόνου κι εκείνος της έκλεισε το
στόμα με την παλάμη του.

«Σκάσε» γρύλισε κι ενώ την κρατούσε ακόμα από τα μαλλιά
συνέχισε να μπαινοβγαίνει μέσα της άγαρμπα. Έκλεισε τα μάτια του
ξανά και στη σκέψη εκείνων των γκρίζων γατίσιων ματιών τελείωσε
ηχηρά. Δεν περίμενε καν να ηρεμήσει η αναπνοή του. Άφησε την κοπέλα
να πέσει πάνω στον καναπέ, ντύθηκε και κάθισε πίσω από το γραφείο
του.

Έπειτα έπιασε το μπουκάλι με το ουίσκι και γέμισε ξανά το ποτήρι
του ενώ άδειασε σχεδόν το μισό με μία μόνο γουλιά. Το βλέμμα του είχε
καρφωθεί με μίσος στο κενό και δεν κατάλαβε πως η άλλη είχε
αγκαλιάσει τους ώμους του με νάζι.

«Τι έγινε, μωρό μου; Ποιος σε έχει θυμώσει τόσο που σε έκανε να
ξεσπάσεις πάνω μου;» είπε λάγνα κι εκείνος τινάχτηκε μακριά της.

«Ντύσου και φύγε» της είπε ψυχρά κι εκείνη μειδίασε.
«Μπα; Δεν έχει δεύτερο γύρο; Δεν με έχεις συνηθίσει σε τέτοια,
Κίλιαν» του είπε με το υπονοούμενο φανερό στη φωνή της και στο τέλος
γέλασε.
Όρμησε μπροστά και την άρπαξε με δύναμη από το μπράτσο. Το
πρόσωπό της βρισκόταν χιλιοστά μακριά από το δικό του και φαινόταν
πως την πονούσε από την έκφραση που είχε πάρει.
«Είπα, ντύσου και σήκω φύγε από ‘δώ μέσα» απαίτησε και την
έσπρωξε μακριά.
Εκείνη παραπάτησε πάνω στις γόβες της, άρπαξε το παλτό της και
ντύθηκε. Στο μεταξύ αυτός ξεκλείδωσε την πόρτα και την έβγαλε με το
ζόρι έξω. Τη στιγμή που περνούσαν από το σαλόνι ήρθαν αντιμέτωποι
με μία απρόσμενη έκπληξη. Η Βαλ έβγαινε από την κουζίνα κρατώντας
στα χέρια ένα ποτήρι με νερό ενώ στο πρόσωπό της φαινόταν ότι ακόμα
κοιμόταν. Στην αρχή τους κοιτούσε μπερδεμένα, μα όταν εκείνος τύλιξε τα
χέρια του γύρω από τη μέση της συνοδού του, σαν να ξύπνησε. Ο Κίλιαν
την προσπέρασε λες και δεν βρισκόταν καν εκεί και όταν βγήκαν έξω,
άφησε την κοπέλα απότομα.

Κυνηγοί Ζωής 109

«Μην πατήσεις ξανά το πόδι σου εδώ μέσα» της είπε απειλητικά και
αμέσως εκείνη έκανε μεταβολή και πήγε παραπατώντας στο αμάξι της.
Δεν έμεινε παραπάνω να τη δει να φεύγει.

Μπαίνοντας μέσα είδε τη Βαλεντίν να ανεβαίνει τα σκαλιά φανερά
ενοχλημένη. Ένα αινιγματικό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του και
έβαλε τα χέρια στις τσέπες παρακολουθώντας τη μέχρι να χαθεί.

«Χμ, ενδιαφέρον» μουρμούρισε ύπουλα με το χαμόγελο ακόμα στο
πρόσωπό του.

Ύστερα γύρισε πίσω στο γραφείο του και πέρασε όλο το υπόλοιπο
βράδυ εκεί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15

Τρεις βδομάδες. Τρεις ανυπόφορες βδομάδες είχαν περάσει από το
βράδυ που τον είχα δει με εκείνη τη γυναίκα και από τότε δεν μπορούσα
να τον κοιτάξω δίχως να τον ειρωνευτώ. Καλά, ναι, όχι ότι πριν του
μιλούσα και με τον καλύτερο τρόπο, αλλά αυτή τη φορά το είχα
παρακάνει. Αν ζήλευα; Όχι, φυσικά! Γιατί να τον ζηλέψω; Θέλω να πω,
ήταν ένας ελεύθερος άντρας και μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε. Ένας
πολύ όμορφος άντρας που μπορούσε να έχει όποια γυναίκα ήθελε. Κάθε
μέρα και διαφορετική. Εξάλλου εγώ τον μισούσα. Μου έσπαγε τα νεύρα
και ήταν ξεκάθαρη η αντιπάθειά του απέναντί μου.

Κάθε μέρα κάναμε προπόνηση και κάθε μέρα καταλήγαμε να
σταματάμε, επειδή κάτι θα είχαμε βρει για να αρπαχτούμε. Τις τελευταίες
μέρες όμως είχαμε ηρεμήσει. Για την ακρίβεια εγώ είχα ηρεμήσει και δεν
του έδινα πια σημασία. Γιατί; Γιατί αυτές τις τρεις μέρες
προετοιμαζόμουν για μία συγκεκριμένη. Και ποια ήταν αυτή; Λοιπόν,
ήταν Κυριακή, έβρεχε και έκανε κρύο. Ήταν 28 Σεπτεμβρίου και στο
παρελθόν αυτή τη σημαδιακή ημερομηνία συνέβησαν δύο σημαντικά
γεγονότα. Το πρώτο ήταν πως έκανα τον πρώτο μου φόνο κι επίσης λίγα
χρόνια αργότερα το έσκασα από το σπίτι και την παλιά μου ζωή. Α, ναι
ξέχασα. Μέσα σε όλα αυτά ήταν και τα γενέθλιά μου. Γινόμουν επισήμως
είκοσι επτά ετών, αλλά δεν το έβλεπα σαν ένα σημαντικό γεγονός. Ήταν
μια απλή μέρα σαν όλες τις άλλες. Είχα συνηθίσει να τα περνάω μόνη
μου, μα αυτή τη φορά ένιωθα περίεργα. Είχα άτομα γύρω μου που θα
μπορούσα να το γιορτάσω, μα δεν το γνώριζε κανείς. Δεν το είχα πει
ούτε στη Ροσέλ.

Κυνηγοί Ζωής 111

Η ώρα ήταν έξι τα χαράματα και είχαμε μαζευτεί όλοι στο
γυμναστήριο. Είχαμε χωριστεί σε ομάδες και, ενώ οι περισσότεροι είχαν
ξεκινήσει ήδη και έκαναν προπόνηση, η δική μου ομάδα ήταν σε μία
πλευρά και περίμενε τον αργοπορημένο Κίλιαν. Είχα καθίσει πάνω στο
ρινγκ με τα χέρια μου περασμένα στα σχοινιά και κοιτούσα τα αγόρια
που έκαναν πλάκα ο ένας στον άλλον. Δεν συμμετείχα παρά μόνο
παρακολουθούσα σαν απλός θεατής.

Και τώρα αυτοί είναι στυγεροί δολοφόνοι; Πιο πολύ με ένα τσούρμο
λυκειόπαιδα μοιάζουν παρά με κάτι άλλο.

Ξαφνικά ακούστηκε ο δυνατός ήχος της πόρτας και όλοι σταμάτησαν.
Ένας όχι και τόσο ήρεμος Κίλιαν εμφανίστηκε και ήρθε με φόρα προς το
μέρος μας. Κατέβηκα από το ρινγκ και πλησίασα τους υπόλοιπους.

«Καλημέρα» είπε ξερά και το ίδιο του απάντησαν και οι υπόλοιποι.
Έμεινα αδιάφορα αμίλητη και περίμενα διαταγές. Δεν ξέρω γιατί,
αλλά το είχα συνηθίσει όλο αυτό και δεν το έβλεπα πλέον τόσο
ανταγωνιστικά. Θέλω να πω πως έκανα την κανονική μου προπόνηση με
τους άλλους, αλλά δεν πάλευα και τόσο να φτάσω τον Κίλιαν ώστε να
πάρω τα σπαθιά και την ελευθερία μου. Ειδικά το δεύτερο δεν το ήθελα
πλέον. Εξάλλου τον είχα νικήσει ήδη μια φορά και αυτό μου έφτανε.
«Λίαμ, στο ρινγκ. Οι υπόλοιποι ξεκινήστε» πρόσταξε βλοσυρά και
υπακούσαμε.
Ο Ντέιβιντ πλησίασε δίπλα μου χαμογελώντας και έσκυψε προς το
μέρος μου.
«Κάποιος δεν ξύπνησε καλά» είπε και μου ξέφυγε ένα γελάκι.
«Μάλλον η βάρδια δεν ήταν και τόσο ικανοποιητική» συμπλήρωσα
και γελάσαμε και οι δύο λίγο πιο δυνατά. Τι το θέλαμε…
«Τελικά άλλαξα γνώμη. Βαλεντίν, εσύ στο ρινγκ» είπε.
Γύρισα και τον κοίταξα έκπληκτη. Ήξερα ότι όποτε ήθελε να ξεσπάσει
ανέβαζε κάποιον επάνω, αλλά ως τώρα δεν το είχε κάνει ποτέ σε μένα.
Κοίταξα τα αγόρια που με κοιτούσαν το ίδιο έκπληκτοι και αναστέναξα.
Με έντονα βήματα πλησίασα ξανά και ανέβηκα επάνω.
«Καλή τύχη, γατούλα. Θα περάσω να σε ράψω μετά» μου είπε ο Λίαμ
ενώ με χτύπησε στην πλάτη για συμπαράσταση.

112 ALEXA MERIAN

«Ευχαριστώ για την ενθάρρυνση» με ειρωνεύτηκε και στάθηκα
απέναντι από τον Κίλιαν με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. «Γιατί να
την πληρώσω εγώ;» τον ρώτησα με παράπονο και ξεφύσηξε.

«Γιατί ήσουν πολύ ήσυχη τις προηγούμενες μέρες, αλλά σήμερα
αποφάσισες να μου το χαλάσεις» είπε ειρωνικά και με χτύπησε χαμηλά
στα πόδια με αποτέλεσμα να πέσω κάτω.

Πωπώ, δεν είμαι καθόλου καλά σήμερα.
Εκείνος στάθηκε λίγο πιο πέρα σαν να μη συμβαίνει τίποτα και με
κοίταξε με μίσος. Μα καλά, τι του είχα κάνει;
«Δεν είσαι καλά εσύ σήμερα» είπα και του χίμηξα.
Ξεκινήσαμε να παλεύουμε και για μία ακόμη φορά η μάχη ήταν
άνιση. Εκείνος είχε τρομερά νεύρα και φαινόταν να τα έχει μαζί μου
συγκεκριμένα. Το ένιωθα και φαινόταν από τον τρόπο που μου έκανε
επιθέσεις.
«Τι στον διάολο πάει λάθος μαζί σου;» φώναξα δυνατά κι εκείνος
γρύλισε.
«Εσύ φταις! Εσύ είσαι το λάθος». Η γροθιά του έφυγε με νεύρο προς
το μέρος μου. Την απέφυγα με έναν ελιγμό και τον κοίταξα σοκαρισμένη.
«Επειδή γέλασα;» τον ρώτησα αποσβολωμένη και έσφιξε τα χέρια
του σε σημείο να ασπρίσουν οι αρθρώσεις του.
«Επειδή υπάρχεις!» μου φώναξε και τότε όλοι γύρισαν προς το μέρος
μας κι εγώ σταμάτησα δαγκώνοντας τα χείλη μου. Ένιωθα τα μάτια μου
να τσούζουν, μα δεν είχα σκοπό να κλάψω μπροστά του.
«Δεν ξέρω ποιο είναι το πρόβλημά σου, αλλά εγώ δεν σου έχω κάνει
τίποτα» είπα νευρικά κι εκείνος κάγχασε.
«Και μόνο που βρίσκεσαι εδώ δημιουργείς προβλήματα» γρύλισε και
γύρισα την πλάτη μου.
Κοίταξα το κενό για λίγο ενώ με το ζόρι συγκρατούσα τα δάκρυα που
ήταν έτοιμα να κυλήσουν. Έπρεπε να φύγω άμεσα. Γύρισα απότομα και
τον πλησίασα επιθετικά έτοιμη να τον χτυπήσω, όμως δεν θα το έκανα.
Στάθηκα χιλιοστά μακριά του και τον κοίταξα με οργή στα μάτια. Εκείνος
δεν κουνήθηκε καθώς το βλέμμα του είχε καρφωθεί στο δικό μου.

Κυνηγοί Ζωής 113

«Σε λυπάμαι. Θα μπορούσα να σου δείξω πώς είναι να είσαι
πρόβλημα, όμως όχι μια μέρα σαν και αυτή. Σήμερα δεν θα σου κάνω τη
χάρη» είπα χαμηλόφωνα αλλά άγρια και στο τέλος η φωνή μου έσπασε.
Ένιωσα ένα δάκρυ να χαϊδεύει το μάγουλό μου και, την ώρα που πήδηξα
κυριολεκτικά από το ρινγκ, ο Ντέιβιντ και ο Λίαμ με πλησίασαν.

«Βαλ, περίμενε» φώναξε ο ένας από τους δύο, μα είχα βάλει το
κεφάλι κάτω και δεν σταματούσα.

«Παρατήστε με» είπα και βγήκα έξω στον κρύο πρωινό αέρα.
Δεν κίνησα προς το σπίτι, αντίθετα αυτή τη φορά χώθηκα πιο βαθιά
στα δέντρα. Περπατούσα γρήγορα ενώ είχα αφήσει τον εαυτό μου
ελεύθερο. Παραμέριζα φυλλώματα και κλαδιά με δύναμη. Η αναπνοή
μου δημιουργούσε συννεφάκια στον αέρα. Στο μεταξύ είχα καταλάβει
πως κάποιος με ακολουθούσε, μα δεν ήθελα να μιλήσω με κανέναν
ακόμα.
Περπατούσα και περπατούσα όταν κάποια στιγμή σταμάτησα και
κοίταξα ψηλά. Η νύχτα έδινε τη θέση της στην αυγή κι εκείνη έκανε
διάφορα παιχνιδίσματα ανάμεσα στα φύλλα των ψηλών δέντρων. Μια
απότομη οργή με κατέκλυσε και βγάζοντας μια κραυγή η γροθιά μου
συγκρούστηκε με έναν κορμό δέντρου. Ύστερα λύγισα τα γόνατα και
κάθισα στο νωπό έδαφος. Εκείνη τη στιγμή ο ακόλουθός μου με
πλησίασε και τύλιξε τα χέρια του γύρω μου και με σήκωσε.
«Έλα, ησύχασε» είπε ήρεμα και με φίλησε στα μαλλιά.
Με έβαλε να καθίσω σε έναν κομμένο κορμό κι εκείνος κάθισε δίπλα
μου στο έδαφος. Πέρασαν μερικά λεπτά με τους δυο μας βυθισμένους
στη σιωπή. Τα δάκρυα είχαν στεγνώσει επάνω στο δέρμα μου, όμως δεν
με ένοιαζε.
«Δεν αντέχω άλλο, Λίαμ» είπα κι εκείνος με κοίταξε. «Δεν αντέχω
άλλο να μου συμπεριφέρεται λες και είμαι κανένα αδέσποτο που το
κλοτσάει επειδή τον ενοχλεί κι εγώ να–» είπα, μα έκοψα την πρότασή
μου. Πήγα να πω ότι ήμουν ερωτευμένη, όμως ούτε να το ξεστομίσω δεν
ήθελα. Πώς μπορούσα άλλωστε να ήμουν ερωτευμένη με έναν τέτοιο
άνθρωπο;

114 ALEXA MERIAN

Εκείνος με κοιτούσε και δεν μίλαγε. Έβλεπα στα μάτια του τη γνώση
και αναρωτιόμουν γιατί δεν μπορούσα να ερωτευτώ κάποιον σαν και
αυτόν. Κάποιον που θα με έκανε χαρούμενη.

Ο Λίαμ κούνησε το κεφάλι καταφατικά σαν να συμφωνούσε με κάτι
και τράβηξε το βλέμμα του πάλι μακριά.

«Είσαι ερωτευμένη μαζί του» συμπλήρωσε την πρότασή μου παρά
ρώτησε και τον κοίταξα με τα μάτια τεντωμένα από την έκπληξη.

Προσπάθησα να το αρνηθώ, μα οι λέξεις δεν έβγαιναν από μέσα
μου. Σαν το στόμα μου να τους απαγόρευε να ξεπηδήσουν από μέσα
του. Έμεινα πάλι σιωπηλή για λίγο πριν αφήσω την αλήθεια.

«Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να καταλάβω τον έρωτα, και μαζί του είναι
ακόμα πιο περίπλοκο» παραδέχτηκα στο τέλος και κατέβασα το βλέμμα
μου.

«Τότε να το παλέψεις για να το μάθεις. Μην αφήνεις τα συναισ-
θήματά σου κρυφά, γιατί όσο περνάει ο καιρός, θα σε πνίγουν όλο και
πιο πολύ. Θα ξυπνάς, θα τον βλέπεις και το γεγονός ότι δεν θα μπορείς
να τον αγγίζεις, θα σε τρελαίνει. Άμα βρει και κάποια που θα θέλει να
την έχει μόνιμα δίπλα του; Ω, τότε ο πόνος θα γίνει αβάσταχτος» είπε και
ένιωσα πως τόση ώρα που μιλούσε κρατούσα την ανάσα μου.

Την άφησα να βγει και δεν μου πήρε πολύ να καταλάβω πως
μιλούσε εκ πείρας. Έπεσα κι εγώ στο έδαφος και αγκάλιασα τα πόδια
μου.

«Λίαμ, ποια είναι;» τον ρώτησα ήρεμα και αυτός έσκυψε το κεφάλι.
Πρώτη φορά τον έβλεπα τόσο ευάλωτο και έσπαγα το κεφάλι μου να
καταλάβω. Ποια ήταν εκείνη που του είχε κλέψει το μυαλό και την
καρδιά, ώστε να τον κάνει να νιώθει έτσι; Και τότε η διαπίστωση με
χτύπησε με ορμή.

«Η Ροσέλ;» αναφώνησα κι εκείνος ένευσε καταφατικά δίχως να με
κοιτάζει. Ένιωθα λες και όλα ξαφνικά έβγαζαν νόημα. Όλη αυτή η
κόντρα, όλα τα πειράγματα, το γεγονός ότι δέχτηκε να πάει εκείνος μαζί
της στην Ιταλία, παρ’ όλο που σφάζονταν για το παραμικρό. Όλα αυτά
επειδή την ήθελε.

«Και γιατί δεν της μιλάς;» τον ρώτησα και μου χαμογέλασε ειρωνικά.

Κυνηγοί Ζωής 115

«Γιατί ο Κίλιαν θα το πάρει πολύ ζεστά το θέμα. Ο καλύτερός του
φίλος να γουστάρει την κατά δέκα χρόνια μικρότερη αδερφή του; Στην
καλύτερη θα βρεθώ πεταμένος σε κανένα χαντάκι με μια σφαίρα
ανάμεσα στα μάτια μου και πίστεψέ το: το σημάδι του είναι το ίδιο
εύστοχο με το δικό σου» είπε και στο τέλος κάγχασε.

Πλησίασα περισσότερο κοντά του και πέρασα το χέρι μου στους
ώμους του.

«Είμαστε και οι δύο σε μία πάρα πολύ καλή κατάσταση» είπα και
αμέσως ξεσπάσαμε και οι δύο σε βροντερά γέλια. Όταν σταματήσαμε να
γελάμε, ένιωθα λίγο καλύτερα.

«Αχ, βρε Λίαμ. Αν εξαιρέσεις το παράδοξο της γνωριμίας μας, εσύ
σκέφτεσαι και λίγο τους άλλους. Ήρθες εδώ για μένα και γενικά
νοιάζεσαι. Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι να σε βοηθήσω με τη
Ροσέλ» είπα και μου χαμογέλασε.

«Σ’ ευχαριστώ, Βαλ, μα δεν νομίζω πως υπάρχει κάτι που να μπορείς
να κάνεις» μουρμούρισε ηττημένα και τον αγκάλιασα.

«Κάτι θα σκεφτώ. Τώρα που το ξέρω θα σου ξεπληρώσω κανονικά
εκείνη τη μαχαιριά που είχες φάει, παρ’ όλο που μου την ανταπέδωσες»
είπα κι εκείνος με κοίταξε στραβά.

«Κανόνισε να τα κάνεις όπως εκείνη την ημέρα».
«Τι εννοείς;» τον ρώτησα μπερδεμένα.
«Σκατά» γέλασε. Τον έσπρωξα και απομακρύνθηκα από κοντά του
γελώντας κι εγώ.
«Είσαι τόσο βλαμμένος. Μου θυμίζεις πάρα πολύ τον αδερφό μου»
παραδέχτηκα.
«Γιατί, έχεις αδερφό;» με ρώτησε και χαμογέλασα στο κενό.
Είχα αδερφό ήταν η σωστή πρόταση.
«Ναι, και αν και είναι μερικά χρόνια μικρότερος, συνήθιζε να με
πειράζει όπως εσύ. Μάλλον γι’ αυτό σε συμπαθώ» είπα κι εκείνος
σηκώθηκε χαμογελώντας προσφέροντάς μου το χέρι του για να σηκωθώ.
«Θα μπορούσα να ανταποδώσω, όμως δεν έχω μικρότερο αδερφό
για να ξέρω πώς είναι» είπε καθώς περπατούσαμε και τον κοίταξα
έκπληκτη.

116 ALEXA MERIAN

«Μόλις με παρομοίασες με αγόρι;»
«Ναι» παραδέχτηκε στεγνά και τον χτύπησα στο μπράτσο. Τα
πειράγματά μας συνεχίστηκαν μέχρι το γυμναστήριο.
Όταν βγήκαμε από το δάσος, το βλέμμα μου έπεσε σε μία φιγούρα
που στεκόταν απ’ έξω και κοιτούσε προς το μέρος μας. Όταν κατάλαβα
ποιος ήταν, τα χαρακτηριστικά μου σκλήρυναν και το χαμόγελο χάθηκε
από τα χείλη μου. Παρατήρησα πως κοιτούσε το χέρι του Λίαμ που ήταν
τυλιγμένο γύρω μου και τα χέρια του είχαν σφιχτεί σε γροθιές.
«Πού ήσασταν τόση ώρα;» μας ρώτησε και αυτομάτως κοίταξα τον
Λίαμ με ένα χαμόγελο όλο νόημα.
Το χέρι του σφίχτηκε περισσότερο γύρω μου και μίλησε εκείνος
πρώτος.
«Ηρέμησε, αφεντικό. Δεν γινόταν να την αφήσω μόνη της εκεί έξω»
είπε κι εκείνος φαινόταν να βράζει από θυμό.
«Η Βαλ, όπως μας έχει πει πολλές φορές, μπορεί να προστατευτεί
μια χαρά και μόνη της. Εσύ δεν έχεις καμιά δουλειά να τρέχεις από πίσω
της, ειδικά όταν σε χρειάζομαι. Προέκυψαν πολλά και οι υπόλοιποι
έχουν ήδη φύγει» του είπε απότομα και ο Λίαμ μαζεύτηκε.
Το βλέμμα του καρφώθηκε επάνω μου και αν μπορούσε, θα με είχε
σκοτώσει χίλιες φορές. Όχι, που θα τη γλίτωνα.
«Θα έπρεπε να βρίσκεσαι στο γυμναστήριο και να κάνεις
προπόνηση αντί να σαλιαρίζεις εδώ και από κει».
Η φωνή του έσταζε δηλητήριο και για μία ακόμη φορά υποτίμησε την
ηθική μου δίχως καν να τη γνωρίζει. Ξέφυγα από το κράτημα του Λίαμ
και τον πλησίασα καρφώνοντας το βλέμμα μου στο δικό του.
«Ό,τι και να σου πω είναι λίγο. Είσαι μεγάλος μαλάκας» είπα ήρεμα
ενώ ύστερα έφυγα δίχως να περιμένω την απάντησή του. Καθώς
απομακρυνόμουν άκουσα τον Λίαμ να του λέει ότι είχα δίκιο, όμως με
ενοχλούσε όλο αυτό. Δεν ήθελα να έχω δίκιο. Ήθελα να δει ποια
πραγματικά ήμουν χωρίς απαραίτητα αυτό να σήμαινε ότι θα με
ερωτευόταν και ίδιος.
Μα είσαι μία δολοφόνος, είπε η φωνή μέσα στο κεφάλι μου και
χαμογέλασα.

Κυνηγοί Ζωής 117

Δεν είχε και άδικο, αλλά τουλάχιστον ήξερα πως άξιζα μία καλύτερη
μεταχείριση. Είχα αλλάξει. Μα τι λέω; Οι δολοφόνοι δεν αλλάζουν ποτέ.

***
Το μεσημέρι έφτασε και με βρήκε στην κουζίνα να ετοιμάζω μια
μεγάλη τούρτα σοκολάτας. Με τόσα άτομα μέσα σε αυτό το σπίτι μία
κανονικού μεγέθους δεν θα έφτανε ακόμα και αν έτρωγαν μόνο ένα
κουτάλι ο καθένας. Συνήθως αυτή τη μέρα- τότε που έμενα μόνη- δεν
έσβηνα ποτέ κεράκια,Έβγαινα απλώς έξω για φαγητό. Όμως για αυτή τη
φορά είπα τουλάχιστον να φτιάξω ένα γλυκό κρατώντας φυσικά τον λόγο
της παρασκευής του για τον εαυτό μου. Ευτυχώς που υπήρχε και η
μαγείρισσα του σπιτιού, η κυρία Σόφι, και με βοήθησε να μάθω τα
κατατόπια της κουζίνας γιατί αλλιώς ήμουν ικανή να βάλω καμιά φωτιά.
Ήταν καλή γυναίκα και φαινόταν να με συμπαθεί από τον τρόπο που
μου φερόταν.
«Μμ, τι μυρίζει έτσι;» είπε μια νυσταγμένη Ροσέλ καθώς έμπαινε στο
δωμάτιο και τεντωνόταν. Πλησίασε και κάθισε σε ένα σκαμπό απέναντί
μου και με κοιτούσε την ώρα που στόλιζα την τούρτα. Πήγε να αρπάξει
λίγη από τη σαντιγί και αμέσως της χτύπησα το χέρι, για να το πάρει
μακριά.
«Κρατήσου και θα φάμε μετά από το μεσημεριανό» της είπα
χαμογελώντας κι εκείνη σούφρωσε τα χείλη. Ύστερα έπιασε κι εκείνη
μερικά από τα υλικά και με βοήθησε.
Τότε μπήκαν μέσα τα αγόρια και ο καθένας έκανε κάτι διαφορετικό
ενώ ο Ντέιβ και ο Λίαμ όρμησαν και αυτοί στην τούρτα και φυσικά
εισέπραξαν από δύο χαστούκια έκαστος.
«Προς τι αυτή η διάθεση σήμερα; Έγινε κάτι το ενδιαφέρον;» με
ρώτησε με υπονοούμενο η Ροσέλ και μου έδειξε με τα μάτια τον αδερφό
της που έπινε νερό.
Άφησα το γαρνίρισμα της τούρτας σε εκείνη και τράβηξα το βλέμμα
μου στον κατάλογο με τα υλικά λες και θα έλειπε κάτι εφόσον την είχα
ήδη έτοιμη. Με το ζόρι έβλεπα τα γράμματα και όχι μόνο επειδή δεν
πρόσεχα ιδιαίτερα, αλλά επειδή είχα βγάλει και τους φακούς επαφής και
δεν φορούσα τα γυαλιά μου.

118 ALEXA MERIAN

«Δεν έγινε κάτι. Απλώς ήθελα να φτιάξω ένα γλυκό για όλους μας.
Αυτό είναι όλο» είπα και ο Λίαμ ήρθε και τύλιξε τα χέρια του γύρω μου
σε μία αδερφική αγκαλιά.

«Μη σκας, θα έρθουν και τα καλά» είπε και είδα τη Ροσέλ να μας
κοιτάζει περίεργα.

Βρε λες;
Ένας δυνατός θόρυβος ακούστηκε από πίσω μου και είδα τον Κίλιαν
να πετάει σχεδόν ένα από τα μπουκάλια μέσα στο ψυγείο και να φεύγει
από το δωμάτιο με μεγάλες δρασκελιές. Τότε ο Λίαμ με άφησε και κάθισε
δίπλα μου.
«Επίτηδες το έκανες;» τον ρώτησα κι εκείνος χαμογέλασε και
κούνησε τους ώμους αδιάφορα.
«Δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάς» είπε και τον σκούντηξα.
Η Ροσέλ εξακολουθούσε να μας κοιτάζει περίεργα.
«Προσπαθείτε να κάνετε τον αδερφό μου να ζηλέψει;» είπε και τα
μάγουλά μου πήραν φωτιά ενώ ο Λίαμ και ο Ντέιβ κόντεψαν να πνιγούν
με το γέλιο τους.
«Έχεις μεγάλη φαντασία, μικρή» την κορόιδεψε ο Λίαμ και ήταν
σειρά της να κοκκινίσει.
«Δεν μίλησα σε σένα» του είπε απότομα και γύρισε πάλι προς το
μέρος μου.
«Είστε μαζί;» με ρώτησε και την κοίταξα μπερδεμένα.
«Ποιος; Εμείς;» τη ρώτησα και έδειξα εμένα και τον Λίαμ.
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι και τότε ήρθε και η δική μου σειρά να
ξεσπάσω σε γέλια.
«Δεν κατάλαβα, γιατί σε χαλάω;» με ρώτησε και συνέχισα να γελάω.
«Εσύ είσαι αυτός που με παρομοίασε με άντρα εκτός αν υπάρχει
κάτι που δεν μας έχεις πει» γέλασα και τότε ο Ντέιβ τινάχτηκε μακριά του
και ένας νέος γύρος πειραγμάτων ξεκίνησε.
Καθίσαμε για μερικά λεπτά ακόμα και αργότερα τα αγόρια έφυγαν,
γιατί ο Κέρβερος είχε αρχίσει να εκνευρίζεται.
Αφού έβαλα την τούρτα στο ψυγείο, ρώτησα την κυρία Σόφι μήπως
ήθελε βοήθεια με το μαγείρεμα και όταν μου αρνήθηκε, πήρα τη Ροσέλ

Κυνηγοί Ζωής 119

και ανεβήκαμε στο δωμάτιο. Περάσαμε το υπόλοιπο της ημέρας
μπροστά από το λάπτοπ της να κοιτάζουμε επιδείξεις μόδας, μοντέλα,
ρούχα και, ενώ είχα αρχίσει να βαριέμαι φανερά, εκείνη τα παράτησε και
αρχίσαμε να μιλάμε. Είχε τόσα όνειρα για αυτά που ήθελε να κάνει και
το γεγονός ότι θα πήγαινε στην Ιταλία την είχε κάνει να τα εμπλουτίσει.
Ήθελε να πάω κι εγώ μαζί της και της είπα ότι θα το σκεφτόμουν. Δεν
είχα να χάσω κάτι άλλωστε. Δεν υπήρχε κάτι να με κρατάει σε αυτήν τη
χώρα από την αρχή.

Η μέρα έφυγε γρήγορα σχετικά και το βράδυ αφού γύρισαν οι άλλοι,
μαζεύτηκαν για φαγητό στην τραπεζαρία, μα εγώ δεν κατέβηκα. Η Ροσέλ
ήρθε δύο φορές για να μου πει να κατέβω, όμως ήμουν αμετάπειστη.
Προφασίστηκα μία αδιαθεσία και ξάπλωσα. Όλη η καλή διάθεση που
είχα μέσα στη μέρα είχε εξαφανιστεί και το μόνο που ήθελα ήταν να
μείνω μόνη. Οι ώρες πέρασαν αργά και ευτυχώς που η Ροσέλ μου είχε
δώσει ένα παλιό της iPod και μπορούσα να απασχολήσω το μυαλό μου
με μουσική.

Βρισκόμουν στο κρεβάτι μου με τα μεγάλα ακουστικά στα αυτιά μου,
φορώντας μόνο ένα φαρδύ φούτερ και είχα τα μαλλιά μου πιασμένα
ψηλά σε μια κοτσίδα. Είχα βρει τα γυαλιά μου και ξεφύλλιζα ένα από τα
περιοδικά της Ροσέλ όταν ένιωσα ένα δυνατό γουργούρισμα στο
στομάχι μου. Ήταν λες και είχα καταπιεί κάποιον κροκόδειλο ή κάτι
τέτοιο. Γέλασα και αμέσως σηκώθηκα και φόρεσα μία φαρδιά φόρμα.
Δίχως να χαμηλώσω τη μουσική από τα αυτιά μου, βγήκα έξω και
ξυπόλυτη κατέβηκα στον κάτω όροφο.

Τα πάντα ήταν σκοτεινά. Μπαίνοντας στην κουζίνα είδα στο ψηφιακό
ρολόι του φούρνου ότι ήταν μόνο έντεκα και μισή.

Μα καλά από τώρα είχαν πάει όλοι για ύπνο;
Κούνησα τους ώμους αδιάφορα και άνοιξα το ψυγείο για να βρω το
πιθανόν μου γεύμα. Το βλέμμα μου έπεσε πάνω σε ένα κομμάτι τούρτας
που είχε περισσέψει και δάγκωσα τα χείλη μου. Πήρα το πιάτο στα
χέρια μου, το άφησα επάνω στον πάγκο και έψαξα για ένα αυτοσχέδιο
κερί, μα το μόνο που βρήκα ήταν ένα ρεσό. Κοίταξα ξανά το ρολόι και
είχε μείνει ένα τέταρτο μέχρι να πάει μεσάνυχτα και να αλλάξει η μέρα.

120 ALEXA MERIAN

Έβαλα ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια να παίζει και άναψα το
κερί.

«Και τώρα η ευχή» μονολόγησα δυνατά και κοίταξα τη φλόγα που
τρεμόπαιζε.

Ποια να είναι η ιδανική ευχή;
«Εύχομαι... εύχομαι ο πόνος να φύγει μακριά και να γίνω φυσιο-
λογική» είπα ξανά δυνατά και φύσηξα απαλά.
Το κερί έσβησε και έμεινα να κοιτάζω τον καπνό που αιωρούνταν
στον αέρα μέχρι που χάθηκε. Άρπαξα το κουτάλι και τη στιγμή που πήγα
να φάω, ένιωσα ένα χέρι να αγγίζει τον ώμο μου. Τινάχτηκα μακριά και
αρπάζοντας ένα κουζινομάχαιρο γύρισα προς το μέρος του απειλητικά.
«Τι στο–».
«Ηρέμησε, εγώ είμαι!» είπε εκείνος και ένιωσα την καρδιά μου να
χάνει μερικούς χτύπους. Κατέβασα το μαχαίρι και προσπάθησα να
αναπνεύσω κανονικά.
«Κίλιαν, τι στο καλό; Προσπαθείς να αυτοκτονήσεις;» είπα και
αφήνοντας το μαχαίρι στη θήκη του, κάθισα πάλι πίσω στο σκαμπό.
Έκλεισα τη μουσική και άφησα τα ακουστικά δίπλα μου. Εκείνος
πήρε ένα μπουκάλι από το ψυγείο και κάθισε ακριβώς απέναντί μου.
Προσπάθησα να τον αγνοήσω όσο γινόταν. Έβγαλα το κερί επάνω από
το κομμάτι, πήρα ξανά το κουτάλι και άρχισα να τρώω. Ένιωθα το
βλέμμα του πάνω μου να με καίει, μα δεν ήθελα να τον κοιτάξω.
«Ώστε αυτό το ξεχωριστό είχε αυτή η ημέρα. Είναι τα γενέθλιά σου»
είπε και το βλέμμα μου έπεσε στο ρολόι.
«Ήταν τα γενέθλιά μου» τον διόρθωσα μονότονα και συνέχισα να
τρώω.
Ξαφνικά ένα ακόμα κουτάλι εμφανίστηκε μέσα στο πιάτο μου και τον
κοίταξα βλοσυρά.
«Τι κάνεις;» τον ρώτησα κι εκείνος κούνησε τους ώμους αδιάφορα.
«Το κομμάτι που τρως το είχαν φυλάξει για μένα» είπε με τον ίδιο
τόνο και αμέσως πέταξα το κουτάλι μου στον νεροχύτη και έκανα να
φύγω. Όμως εκείνος βρέθηκε δίπλα μου και με κράτησε σφιχτά στα
χέρια του.

Κυνηγοί Ζωής 121

«Άσε με!» του είπα έντονα, μα δεν υπάκουσε. Με γύρισε προς το
μέρος του και με έβαλε με το ζόρι να καθίσω πίσω στην καρέκλα ενώ
μου έκλεινε τον δρόμο. Το σώμα του ήταν κοντά στο δικό μου και για μια
στιγμή ξέχασα πως αναπνέουν.

«Γιατί είσαι τόσο πεισματάρα και δεν μπορείς να ηρεμήσεις για μια
στιγμή μόνο;»

«Γιατί ακόμα και τώρα που ήξερες ότι είχα μία σημαντική μέρα, πήγες
να την καταστρέψεις ξανά» του είπα απότομα και τράβηξε το βλέμμα του
μακριά.

Πήρε μία βαθιά ανάσα, αλλά δεν έδειχνε θυμωμένος.
«Συγγνώμη» μουρμούρισε και τον κοίταξα αποσβολωμένη.
«Τι;»
«Είπα συγγνώμη. Δεν ήθελα να το κάνω αυτό, απλά συνέχεια με
προκαλείς και μου βγήκε φυσικό. Ήμουν νευριασμένος και ξέσπασα
επάνω σου». Για μια στιγμή νόμιζα ότι ονειρευόμουν.
Ο Κίλιαν μου ζητούσε συγγνώμη. Ποιος; Ο Κίλιαν. Ο ίδιος άνθρωπος
που δεν έχανε ευκαιρία να με μειώνει. Κάποιος μου έκανε πλάκα.
Κοίταξα τα χέρια μου και δεν ήξερα τι να πω. Δεν μπορούσα να τον
κοιτάξω στα μάτια, γιατί ήξερα ότι μπορεί και να υπέκυπτα και να τον
συγχωρούσα και όχι μόνο. Δεν ήθελα να νιώθω κάτι για αυτόν. Δεν
έπρεπε.
Το χέρι του με κράτησε από το πιγούνι και σήκωσε το κεφάλι μου
ώστε να τον κοιτάζω. Πήρε το κουτάλι και, αφού έκοψε ένα μικρό
κομματάκι, το έφερε στα χείλη μου. Δίχως να πάρω τα μάτια μου από τα
δικά του, άνοιξα το στόμα και τον άφησα να με ταΐσει. Ένα μειδίαμα
φάνηκε στα χείλη του και με το ίδιο κουτάλι έκοψε ένα ακόμα κομμάτι και
έφαγε κι εκείνος.
«Είδες που το κάνεις τόσο μεγάλο θέμα; Μόνο να το μοιραστούμε
ήθελα» είπε με έναν απίστευτα σέξι τόνο και ένιωσα το έδαφος να
υποχωρεί από κάτω μου.
Και ναι, υπέκυψα. Σκατά.

122 ALEXA MERIAN

Άφησε το κουτάλι επάνω στο πιάτο και με το χέρι του αγκάλιασε το
μάγουλό μου. Αμάν, ζημιά! Ο αντίχειράς του σύρθηκε στα χείλη μου και
με πίεσε ελαφρά στην αριστερή πλευρά.

«Είχες λερωθεί» είπε με τον ίδιο τόνο και το μόνο που βγήκε από το
στόμα μου ήταν ένα απλό «αχά». Φυσικά και δεν θα έλεγα τίποτα το
ευφάνταστο.

Με κοίταξε έντονα στα μάτια κι εκεί που νόμιζα ότι η κατάσταση θα
προχωρούσε παρακάτω επικίνδυνα, απομακρύνθηκε. Πήρε το μπουκάλι
στα χέρια του και στάθηκε στην πόρτα.

«Καληνύχτα και χρόνια σου πολλά, Βαλεντίν» μου είπε με ένα
χαμόγελο και ύστερα έφυγε.

Άφησα μία μεγάλη ανάσα να βγει από μέσα μου και στήριξα το
πρόσωπο στα χέρια μου.

Κατάλαβες, ο κύριος; Ήρθε, έκανε τη ζημιά του, άφησε την καρδιά
μου να χτυπάει σαν τρελή και έφυγε. Σκατά στα μούτρα του!

Έφαγα το υπόλοιπο κομμάτι από την τούρτα, έπλυνα το πιάτο κι
ανέβηκα στο δωμάτιό μου με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Ξάπλωσα στο
κρεβάτι ενώ οι στίχοι από το Wicked Game τριγύριζαν στο μυαλό μου.

I never dreamed that I’d meet somebody like you.
And I never dreamed that I’d lose somebody like you.
No, I don’t want to fall in love
No, I don’t want to fall in love
With you

Και κάπως έτσι κοιμήθηκα με το συναίσθημα του έρωτα και μισό
κομμάτι τούρτας να βασανίζουν το στομάχι μου. Ήταν γλυκό το βάσανο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16

Το επόμενο πρωινό ξύπνησα με έναν τελείως βάναυσο αλλά τόσο
τρυφερό τρόπο. Η Ροσέλ μπήκε στο δωμάτιό μου και έκανε κυριολεκτικά
επίθεση επάνω μου ουρλιάζοντας. Από πίσω της ακολούθησε ο Ντέιβιντ
με τον Λίαμ οι οποίοι έκαναν ακριβώς το ίδιο δίχως όμως τα ουρλιαχτά,
και όλοι τους κρατούσαν τσάντες και κουτιά.

«Τι στο καλό γίνεται εδώ πέρα;» ρώτησα αγουροξυπνημένα και με
κοίταξαν χαμογελώντας.

«Δεν το πιστεύω πως δεν μου είπες τίποτα για τα γενέθλιά σου!»
γκρίνιαξε η Ροσέλ και τους κοίταξα σαστισμένα.

Μα πώς το... ο Κίλιαν;
«Δεν... Εγώ–» πήγα να δικαιολογηθώ, αλλά εκείνη με διέκοψε και
έβαλε στην αγκαλιά μου τα πράγματα που κρατούσε.
«Δεν χρειάζεται. Άντε, άντε άνοιξέ τα!» αναφώνησε και γέλασα.
Διάλεξα μία σακούλα στην τύχη και την άνοιξα. Έβγαλα από μέσα
ένα μαύρο ύφασμα, αρκετά καλό, που αργότερα ανακάλυψα πως ήταν
φόρεμα. Ήταν πανέμορφο. Σε μία άλλη είχε ένα ζευγάρι μαύρες γόβες με
λουράκι στον αστράγαλο και η τελευταία περιείχε ένα κουτί. Έσκισα το
περιτύλιγμα από την περιέργεια και έμεινα με ανοιχτό το στόμα. Μου είχε
πάρει ένα ολοκαίνουριο κινητό. Την κοίταξα με ορθάνοιχτα τα μάτια ενώ
εκείνη περίμενε να μιλήσω.
«Ρε μικρό, αυτά είναι πάρα πολλά! Πρέπει να ξόδεψες αρκετά λεφτά»
της είπα κι εκείνη γέλασε.

124 ALEXA MERIAN

«Το “ξόδεψα” είναι σχετικό. Τα χρέωσα όλα στην πιστωτική κάρτα
του Κίλιαν, αλλά δεν πειράζει. Σε περίπτωση που χαθείς ξανά να μην
ανησυχούμε» είπε δείχνοντας το κινητό και την τράβηξα σε μία δυνατή
αγκαλιά.

«Σ’ ευχαριστώ, μικρή μου» της είπα και τα αγόρια γέλασαν.
«Ελπίζω να με αγαπάς ακόμα και όταν με σκοτώσει ο αδερφός μου»
μουρμούρισε και γέλασα δυνατά.
«Τελειώνετε με τις αγκαλιές, για να ανοίξει και τα δικά μας!» είπε ο
Ντέιβ και το ύφος του με ανησύχησε.
Ποιος ξέρει τι θα μου είχε πάρει!
Πρώτος μου έδωσε μία μοβ σακούλα ο Λίαμ στην οποία είχε ένα
φούτερ που μπροστά έγραφε τη λέξη «Fighter» και ένα ζευγάρι κόκκινα
γάντια μπαντάζ. Για το τέλος έμεινε ο Ντέιβ. Κρατούσε μία σχετικά μικρή
κόκκινη σακούλα και αμέσως αναγνώρισα το λογότυπο από μία αρκετά
γνωστή εταιρεία εσωρούχων. Την άνοιξα με επιφύλαξη και όπως το
περίμενα, μέσα βρήκα κάτι αντίστοιχο. Τράβηξα το δαντελένιο ύφασμα
και το σήκωσα ψηλά με το ένα φρύδι ανασηκωμένο. Ο Λίαμ αμέσως
έκλεισε τα μάτια της Ροσέλ με το χέρι του ενώ γελούσαν και οι δύο.
«Να υποθέσω ότι περιμένεις να το βάλω σε κάποια προπόνηση ή
κάτι τέτοιο;» είπα γελώντας.
«Σε προπόνηση όχι, αλλά στο δωμάτιό μου εννοείται» είπε και μου
έκλεισε το μάτι παιχνιδιάρικα.
Ήταν ανεπίδεκτος μαθήσεως. Μου είχε πάρει ένα δαντελένιο babydoll
το οποίο συνοδευόταν από ένα εξίσου κόκκινο κιλοτάκι και ένα ζευγάρι
δερμάτινες χειροπέδες με ασημένια αλυσίδα. Απίστευτο.
«Παιδιά, σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τα δώρα σας, ακόμα κι
εσένα Ντέιβ» είπα και τον έσπρωξα ναζιάρικα. Ύστερα σηκώθηκα από
το κρεβάτι και, αφού άφησα τα πράγματα επάνω στην πολυθρόνα του
δωματίου μου, γύρισα και τους κοίταξα.
«Τι λέτε, πάμε στην κουζίνα να φάμε τίποτα;» τους ρώτησα ευδιάθετα
κι εκείνοι συμφώνησαν. Τους έδιωξα άρον άρον για να ντυθώ και μπήκα
για ένα γρήγορο ντους.

Κυνηγοί Ζωής 125

Αφού βγήκα, έπιασα τα μαλλιά μου ψηλά και φόρεσα ένα λευκό
τιραντάκι και μία φαρδιά μαύρη φόρμα. Άνοιξα το πλέον καινούριο μου
κινητό και παρατήρησα πως στις επαφές μου υπήρχαν ήδη τα τηλέφωνα
όλων. Χαμογέλασα, έπειτα φόρεσα τα αθλητικά μου και κατέβηκα τις
σκάλες χοροπηδώντας. Στο τελευταίο σκαλί σταμάτησα απότομα και
είδα έναν έκπληκτο Κίλιαν που με κοιτούσε περίεργα.

«Καλημέρα;» είπε μπερδεμένα και του χαμογέλασα.
«Καλημέρα» είπα γλυκά και τα μάτια του τέντωσαν από την έκπληξη.
Ήμουν καλοδιάθετη και του συμπεριφέρθηκα καλά, κάτι που δεν
συνήθιζα.
Μείναμε και οι δύο σιωπηλοί για λίγο. Μέσα στο κεφάλι μου τρι-
γυρνούσε η ερώτηση που ήθελα να του κάνω. Πήρα μία βαθιά ανάσα
και την άφησα να γλιστρήσει από το στόμα μου.
«Εσύ είπες στα παιδιά για τα γενέθλιά μου, έτσι δεν είναι;» τον
ρώτησα και δάγκωσα το κάτω χείλος μου.
Εκείνος με κοίταξε επίμονα και χαμογέλασε στραβά.
«Δεν ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς» είπε και ύστερα γύρισε πλάτη και
έφυγε.
Αυτομάτως ένα πλατύ χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό μου και με
αυτό πήγα να βρω τους άλλους.
Η ώρα πέρασε ευχάριστα έχοντας στην παρέα την κυρία Σόφι μαζί με
άλλες δύο κοπέλες του προσωπικού. Εκείνος δεν είχε εμφανιστεί μέχρι
το απόγευμα. Δεν είχε φωνάξει ούτε τα παιδιά και υπέθεσα ότι τους είχε
αφήσει για να περάσουμε τη μέρα μαζί. Μα έκανα λάθος.
Ο ήλιος είχε πέσει και καθόμασταν γύρω από τον πάγκο της κουζίνας
και συζητούσαμε όταν μπήκε μέσα ο Κίλιαν. Φαινόταν έξαλλος. Ο Λίαμ
και ο Ντέιβ τον κοίταξαν και αμέσως τον πλησίασαν.
«Ντέιβ, μείνε σπίτι σήμερα. Ο Λίαμ κι εγώ θα πάμε στο Lust απόψε»
είπε κι εκείνοι ένευσαν δίχως να φέρουν καμία αντίρρηση.
Δεν τους έδινα σημασία καθώς κοιτούσα τις φωτογραφίες που είχαμε
βγάλει νωρίτερα με το καινούριο μου κινητό όταν ξαφνικά άκουσα το
όνομά μου και έπεσε μία απόκοσμη σιγή.

126 ALEXA MERIAN

«Μπορείς να πάρεις και τη Βαλ μαζί σου. Δεν χρειάζεται να μείνει
μέσα μια μέρα σαν και αυτή» είπε ξαφνικά η Ροσέλ και σήκωσα το
κεφάλι απότομα.

Ένιωθα πως τα μάτια μου θα πεταχτούν έξω από την έκπληξη ενώ
κρατούσα την ανάσα μου. Εκείνος με κοιτούσε με ένα ανεξήγητο βλέμμα
και δεν απαντούσε ενώ οι υπόλοιποι κοιτούσαν μία εμένα και μία
εκείνον.

«Δεν χρειάζεται, Ροσέλ. Δεν έχω και πολύ όρεξη να βγω» είπα κι
εκείνη με κεραυνοβόλησε με το βλέμμα.

«Μην αρχίζεις πάλι. Δεν υπάρχει λόγος να μείνεις μέσα. Άσε που στο
Lust θα είναι και τα παιδιά και δεν θα είσαι μόνη σου».

«Μα Ροσέλ–».
«Μπορείς να έρθεις» είπε ξαφνικά εκείνος και τον κοίταξα άναυδη.
«Α... ε…» ψέλλισα φωνήεντα δίχως να μπορώ να αρθρώσω λέξη.
«Στις δέκα και μισή να είσαι έτοιμη. Δεν θα περιμένω παραπάνω»
είπε απότομα και γύρισε την πλάτη για να φύγει.
Α, πολύ ωραία.
Γύρισα προς το μέρος της Ροσέλ και την κράτησα από τον λαιμό
απειλητικά μα όχι σφιχτά.
«Θα σε σκοτώσω!» της φώναξα κι εκείνη ξέσπασε σε γέλια.
«Τελείωνε, σήκω να πάμε πάνω να ετοιμαστείς· έχεις μόνο τέσσερις
ώρες μπροστά σου» είπε και αναστέναξα.
«Εντάξει έχω τέσσερις ώρες, δεν θα κάνω και τόσο πολύ» της είπα
και αμέσως σοβάρεψε.
«Δεν έχω σκοπό να σε αφήσω να βγεις έξω με ένα απλό τζιν και
αλογοουρά. Τελείωνε, πάμε να ετοιμαστείς!» είπε αυταρχικά και άρχισε
να με τραβάει από το χέρι.
Οι υπόλοιποι γελούσαν ενώ εγώ ανησυχούσα για το τι είχε στο
μυαλό της να μου κάνει. Ομολογώ πως πράγματι είχα σκοπό να βγω με
ένα τζιν και δίχως να κάνω κάτι το εξεζητημένο, μα απ’ ό,τι φαινόταν τα
σχέδια μου ναυαγούσαν.
Αφού ανεβήκαμε στο δωμάτιό μου, με έβαλε με το ζόρι στο μπάνιο
και μου έδωσε ρητές οδηγίες να μη βγω πριν κλείσω ένα μισάωρο.

Κυνηγοί Ζωής 127

Εκείνη πήγε στο δικό της, για να φέρει τα απαραίτητα σύνεργα όπως
είπε. Δεν ξέρω τι εννοούσε με αυτό.

Έβγαλα τα ρούχα μου, ρύθμισα το νερό στο ζεστό, χώθηκα από
κάτω και άφησα τη ζέστη να με αγκαλιάσει. Τα νεύρα μου αμέσως
χαλάρωσαν και με τα μάτια κλειστά απόλαυσα κάθε λεπτό. Όταν
τελείωσα, η αλήθεια ήταν πως ένιωθα περισσότερο έτοιμη για ύπνο
παρά για έξοδο, μα άμα το έλεγα στη Ροσέλ, θα με σκότωνε. Κάλυψα το
σώμα μου με ένα χνουδωτό μαύρο μπουρνούζι, τύλιξα τα μαλλιά μου σε
μία πετσέτα, βγήκα και κόντεψα να πάθω καρδιακό. Το φόρεμα που μου
είχε αγοράσει η Ροσέλ ήταν απλωμένο στο κρεβάτι και όλος ο
υπόλοιπος χώρος καλυπτόταν από καλλυντικά και είδη για τα μαλλιά.
Τρόμος!

«Ροσέλ, μήπως υπερβάλλεις;» τη ρώτησα και φυσικά εισέπραξα ένα
άγριο βλέμμα. Από πότε έγινε αυτή αυστηρή;

Με έβαλε να καθίσω με το ζόρι σε ένα σκαμπό και στάθηκε μπροστά
μου.

«Τώρα σε αναλαμβάνω εγώ και δεν θέλω αντιρρήσεις. Μην ξεχνάς
ότι σε τέτοια θέματα έχω περισσότερη εμπειρία» είπε και αναστέναξα.

«Τελείωνε» αναστέναξα κι εκείνη ξεκίνησε την περιποίησή μου.
Πρώτα ασχολήθηκε με το πρόσωπό μου. Της υπέδειξα να μην κάνει
κάτι το υπερβολικό, μιας και δεν μου άρεσαν τα μασκαριλίκια, εκείνη μου
είπε όμως να μην ανησυχώ και πως θα λάτρευα το αποτέλεσμα. Άνοιγε
και έκλεινε κουτιά ενώ ένιωθα τα πινέλα επάνω στο δέρμα μου, αλλά δεν
μπορούσα να δω τίποτα – μου είχε απαγορεύσει να κοιτάξω σε
καθρέφτη.
Ύστερα από αρκετή ώρα, αφού τελείωσε με το πρόσωπο και τα
μαλλιά μου, απομακρύνθηκε και με κοίταξε με περηφάνια.
«Λοιπόν;» τη ρώτησα και το χαμόγελό της έγινε πιο πλατύ.
«Είσαι πανέμορφη» είπε και μου έδωσε το φόρεμα.
«Πήγαινε να αλλάξεις και μην κοιτάξεις σε κανέναν καθρέφτη στο
μπάνιο. Περίμενε να δεις ολόκληρο το αποτέλεσμα» είπε και γελώντας
μπήκα στο μπάνιο.

128 ALEXA MERIAN

Με το ζόρι κρατιόμουν να μη ρίξω ούτε μία κλεφτή ματιά, μα δεν
ήθελα να της χαλάσω χατίρι. Φόρεσα ένα σετ από δαντελωτά μαύρα
εσώρουχα και ύστερα το φόρεμα. Ερχόταν σε σχετικά ίσια γραμμή ενώ
στο πλάι είχε ένα σχίσιμο μέχρι ψηλά στον μηρό μου. Ήταν ακριβώς στα
μέτρα μου, αλλά το γεγονός ότι είχε πολύ βαθύ ντεκολτέ και ανοιχτή όλη
την πλάτη με τρόμαζε λιγάκι. Ήταν πολύ προκλητικό και το τελευταίο που
ήθελα ήταν και άλλα σεξιστικά σχόλια από τον Κίλιαν.

«Λοιπόν;» φώναξε η Ροσέλ από μέσα και βγήκα διστακτικά έξω.
Εκείνη άνοιξε το στόμα και με κοίταξε με θαυμασμό.

«Ροσέλ, δεν είμαι σίγουρη γι’ αυτό» μουρμούρισα κι εκείνη μου
έδωσε τα παπούτσια για να τα φορέσω.

Ξεφύσηξα και αφού έδεσα το λουράκι γύρω από τους αστραγάλους
μου, σηκώθηκα και στάθηκα μπροστά από τον καθρέφτη. Χαμογέλασα
στο είδωλό μου, παρ’ όλο που μου φαινόταν περίεργο να αντικρίζω μία
τέτοια εκδοχή του εαυτού μου. Είχε περάσει αρκετός καιρός που είχα
ντυθεί τόσο καλά. Πάντα ήμουν φαν των τζιν.

«Τι ώρα είναι;» ρώτησα τη Ροσέλ κι εκείνη κοιτώντας το ρολόι στο
κινητό της γούρλωσε τα μάτια και γέλασε νευρικά.

«Ώρα να κατέβεις. Ο Κίλιαν περιμένει».
Πήρα γρήγορα μία τσάντα που μου είχε δώσει και ένα παλτό. Βγήκα
από το δωμάτιο και άρχισα να τρέχω. Εκείνη με ακολουθούσε από πίσω,
μα, λίγο πριν φτάσουμε στα σκαλιά, σταμάτησε και κρύφτηκε.
«Καλή διασκέδαση» μου είπε και έκλεισε το μάτι όλο πονηριά.
Άρχισα να κατεβαίνω τα σκαλιά και τα βλέμματα των τριών αντρών
έπεσαν επάνω μου. Ο Ντέιβ με κοιτούσε με το στόμα ανοιχτό και μόνο
που δεν του έτρεχαν τα σάλια ενώ ο Λίαμ χαμογελούσε και κοιτούσε μία
εμένα και μία τον Κίλιαν. Εκείνος ούτε που το είχε καταλάβει. Το βλέμμα
του είχε καρφωθεί επάνω μου, μα η έκφρασή του ήταν ανεξήγητη. Ήταν
ντυμένος στα μαύρα και τα μάτια του, παρ’ όλο που είχαν αυτό το βαθύ
ψυχρό γαλάζιο, φάνταζαν μαύρα, σκοτεινά.
«Α-αφεντικό, να μείνει ο Λίαμ με τη Ροσέλ και να έρθω εγώ μαζί
σου;» είπε ο Ντέιβ.
Γέλασα.

Κυνηγοί Ζωής 129

Εκείνος τον κεραυνοβόλησε με ένα βλέμμα και γύρισε την πλάτη του.
«Πάμε!» είπε σκληρά και άρχισε να περπατάει προς την έξοδο.
Τι ξεροκέφαλος!
Φόρεσα το παλτό μου και τον ακολούθησα. Όταν βγήκαμε έξω, ο
Λίαμ μού άνοιξε την πόρτα για να μπω στο τζιπ και τον ευχαρίστησα με
ένα χαμόγελο. Με έκανε να νιώσω περίεργα αλλά όμορφα.
Σε όλη τη διαδρομή ήμασταν όλοι σιωπηλοί. Κάθε φορά που το
βλέμμα μου έπεφτε στον Κίλιαν, παρατηρούσα πως κι εκείνος με
κοιτούσε. Καθόταν αρκετά μακριά μου και ένιωθα την ατμόσφαιρα
αποπνικτική.
«Σου πάει αυτό το ντύσιμο» είπε ξαφνικά και τον κοίταξα με έκπληξη.
Δεν είχε πάρει το βλέμμα του από το παράθυρο καθώς μίλησε και
ένιωσα τα μάγουλά μου να καίνε.
Ονειρευόμουν ή όντως μου έκανε κομπλιμέντο; Μέχρι πριν λίγο
ήμουν σίγουρη ότι πάλι θα με έκρινε για το ντύσιμό μου.
«Ε... Ευχαριστώ... Υποθέτω;» μουρμούρισα αμήχανα και την
τελευταία λέξη την είπα σχεδόν από μέσα μου, μα μάλλον εκείνος με
άκουσε και κάρφωσε τα μάτια του στα δικά μου με έναν περίεργο τρόπο.
«Γιατί με κοιτάς;»
«Δεν έχεις ακούσει ξανά κομπλιμέντο;» με ρώτησε με καθαρή
ειλικρίνεια και αμέσως γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη ενώ ένιωθα
να καίω ολόκληρη.
«Έχει περάσει αρκετός καιρός, για να είμαι ειλικρινής» είπα και
παρέλειψα να σχολιάσω πως από εκείνον ειδικά δεν περίμενα τίποτα
τέτοιο.
Για μερικές στιγμές ένιωθα το βλέμμα του ακόμα επάνω μου, μα δεν
τολμούσα να γυρίσω. Σκατά! Δεν είχα λόγο να φέρομαι σαν μαθητριούλα
και όμως δεν μπορούσα να το ελέγξω.
Ευτυχώς δεν αργήσαμε πολύ να φτάσουμε και αφού ο Χιούγκο έκανε
τον γύρο του τετραγώνου, σταμάτησε στην πίσω πλευρά ενός μεγάλου
κτιρίου. Πρώτοι βγήκαν ο Χιούγκο με τον Λίαμ και κοιτώντας τριγύρω
εξεταστικά μας άνοιξαν τις πόρτες.

130 ALEXA MERIAN

Μπήκαμε σε έναν μικρό χώρο με χαμηλό μπλε φωτισμό που το μόνο
που υπήρχε ήταν μία μαύρη μεταλλική σκάλα που οδηγούσε στον επάνω
όροφο και μία ακόμα πόρτα που από κεί ερχόταν μουσική και φασαρία.
Έβγαλα το παλτό μου και ο Λίαμ το πήρε από τα χέρια μου.

«Θα το βάλω επάνω για να μην το κουβαλάς. Εσύ μπορείς να πας να
διασκεδάσεις μέσα στο κλαμπ» είπε ευγενικά και κατάλαβα πως είχαν
δουλειές που εγώ δεν μπορούσα να είμαι παρούσα.

Ένευσα καταφατικά και όταν πλησίασα την πόρτα, άκουσα κάποιον
από πίσω μου να παίρνει μια κοφτή ανάσα. Χαμογέλασα αμήχανα και
γύρισα για μια στιγμή.

«Τα λέμε μετά» είπα ήρεμα και ύστερα έφυγα.
Παρ’ όλο που ήταν σχετικά νωρίς, το μαγαζί ήταν γεμάτο από κόσμο
και στριμώχτηκα αρκετά για να φτάσω το μπαρ. Ευτυχώς βρήκα μία κενή
θέση και αφού την κράτησα για τον εαυτό μου, γύρισα για να πάρω ένα
ποτό. Δεν ήθελα να πιω τόσο πολύ και πόσο μάλλον χωρίς παρέα, μα
αφού θα διασκέδαζα μόνη μου, τουλάχιστον ας το έκανα κανονικά.
Η μπαργούμαν με πλησίασε και της είπα τι θέλω. Αμέσως
παρατήρησα τα λιγοστά ρούχα που φορούσε και πως δεν ήταν η
μοναδική γυναίκα στο προσωπικό –σχεδόν όλο το προσωπικό ήταν
γυναίκες– με λιγοστά έως καθόλου ρούχα. Οι μόνοι άντρες ήταν μπράβοι
που παραφύλαγαν εδώ κι εκεί και υπήρχε ακόμα ένας τύπος στο μπαρ.
Η κοπελιά που μου πήρε την παραγγελία άφησε ένα ποτήρι κόκκινο
κρασί μπροστά μου. Πήγα να πληρώσω, αλλά μου είπε πως ήταν ήδη
πληρωμένο και μου έδειξε ψηλά σε μία μαύρη τζαμαρία. Την
ευχαρίστησα και γύρισα προς το μέρος της σκιάς που στεκόταν από
πίσω και έκανε την κίνηση της πρόποσης. Καταλάβαινα ποιος ήταν και
έτσι με ένα χαμόγελο σήκωσα το χέρι μου σαν «ευχαριστώ» και ήπια μία
γουλιά. Ύστερα γύρισα προς το μέρος της σκηνής και δεν τον
ξανακοίταξα. Δύο χορεύτριες είχαν πιάσει τους δύο από τους τρεις
στύλους που υπήρχαν εκεί και χόρευαν αισθησιακά ενώ άλλες τρεις
ήταν μέσα σε κλουβιά που κρέμονταν από το ταβάνι, ξέχωρα η καθεμία
από την άλλη. Ρουθούνισα στην ιδέα πως βρισκόμουν σε ένα στριπ-

Κυνηγοί Ζωής 131

τιζάδικο, αλλά δεν μου έκανε και ιδιαίτερη εντύπωση. Τουλάχιστον
ήμουν ασφαλής.

Η ώρα πέρασε αρκετά ευχάριστα ασχέτως που ήμουν μόνη μου.
Ήπια αρκετά αλλά όχι υπερβολικά. Μόνο μέχρι το σημείο που είχα αυτή
την ανάλαφρη ζαλάδα σε σημείο να χαλαρώσω. Ο κόσμος χόρευε και η
μουσική είχε αρχίσει να συνεπαίρνει κι εμένα.

Άι, στο καλό! Είχα έρθει για να διασκεδάσω όχι για να καθίσω σε μία
καρέκλα.

Πάτησα κάτω και βρέθηκα κι εγώ ανάμεσα στο πλήθος. Άρχισα να
κουνιέμαι στον ρυθμό της μουσικής και φυσικά δεν άργησα να κλείσω τα
μάτια και να αφεθώ τελείως σε ένα ερωτικό τραγούδι.

Αχ, ρε Κίλιαν, τι μου έχεις κάνει, γαμώτο…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17

Το βλέμμα του δεν είχε φύγει από πάνω της καθώς λίκνιζε το κορμί της
στον ρυθμό της μουσικής και ένιωθε όλο και περισσότερο μουδιασμένος
όσο περνούσε η ώρα. Δεν είχε ιδέα γιατί τον επηρέαζε τόσο και αυτή η
εικόνα της δεν τον βοηθούσε περισσότερο να το καταλάβει. Γύρισε την
πλάτη του στην τζαμαρία και πλησίασε τον Λίαμ που καθόταν σε μία
από τις πολυθρόνες και τον κοιτούσε με την υπόνοια ενός χαμόγελου.

«Τι με κοιτάς έτσι;» του είπε κι εκείνος ρουθούνισε. Ύστερα γύρισε
μπροστά και ήπιε μία γουλιά από το ποτό του.

«Αφού σου αρέσει, γιατί δεν την πλησιάζεις;» τον ρώτησε κι εκείνος
τον αγνόησε.

Έριξε μία τελευταία ματιά πίσω του και την εντόπισε ξανά. Ο χορός
της ήταν προκλητικός και τα μάτια των περισσότερων αντρών ήταν
καρφωμένα πάνω της. Τα χέρια του αμέσως σφίχτηκαν σε γροθιές και
ξαφνικός θυμός τον κατέκλυσε. Σταμάτησε να την κοιτάει και κάθισε
πίσω από το γραφείο του μέσα στον εκνευρισμό.

«Ο Μάικλ τι σου είπε; Γιατί έχει αργήσει τόσο;» τον ρώτησε για τον
πληροφοριοδότη τους και το βλέμμα του Λίαμ πήγε αμέσως στο κινητό
του.

«Έχουν περάσει δύο ώρες από τότε που μιλήσαμε και θα έπρεπε να
ήταν εδώ. Η Ρούμπι τι σου είπε για το μαγαζί στο Σόχο;» τον ρώτησε κι
εκείνος αναστέναξε.

Η Ρούμπι ήταν μία από τις χορεύτριες που δούλευε στο μαγαζί που
κάηκε στο Σόχο πριν από έναν μήνα. Εκείνη την ημέρα είχε ρεπό και μία
από τις άλλες κοπέλες την είχε πάρει τηλέφωνο. Η Ρούμπι άκουσε την

Κυνηγοί Ζωής 133

επίθεση και δυστυχώς τις κραυγές πόνου της φίλης της. Ύστερα από
αυτό είχε φτάσει στο σημείο να φοβάται μέχρι και τη σκιά της.

«Τίποτα. Ό,τι ξέρουμε όλοι. Δεν μιλάει παρά μόνο με μισόλογα. Μου
φαίνεται πως θα πρέπει να χρησιμοποιήσω άλλες μεθόδους για να την
κάνω να ξυπνήσει» είπε σκληρά και ο Λίαμ αναστέναξε εκνευρισμένα.

«Είσαι τόσο ξεροκέφαλος; Είναι ήδη ψυχικά τραυματισμένη και θες
να την κάνεις χειρότερα, παρ’ όλο που ξέρεις ότι δεν θα πάρεις τις
απαντήσεις σου. Σταμάτα να καταστρέφεις τα πάντα δίχως να σκέφτεσαι
τις συνέπειες» είπε κι εκείνος τον αγριοκοίταξε.

Άρπαξε το μπουκάλι με το ουίσκι και γέμισε γρήγορα ένα ποτήρι.
Κατέβασε μονομιάς το περιεχόμενό του και το γέμισε ξανά.

«Το μισώ ειλικρινά όταν παριστάνεις τη φωνή της λογικής. Και τι
προτείνεις να κάνω δηλαδή; Να περιμένω όσο εκείνο το καθίκι είναι
ελεύθερο;» είπε με νεύρο και το βλέμμα του Λίαμ σκοτείνιασε.

«Τον θέλω νεκρό όσο τον θες κι εσύ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι για
να το πετύχουμε θα πρέπει να καταστρέψουμε και άλλους στο διάβα
μας» είπε και δεν του απάντησε.

Όσο και να ήθελε να τελειώσει μία ώρα αρχύτερα, έπρεπε να
περιμένει. Άδειασε το ποτήρι του ξανά και αφού το γέμισε πάλι,
σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι την τζαμαρία.

Η Βαλεντίν είχε γυρίσει πίσω στη θέση της και καθώς έπινε, κάποιος
την πλησίασε και άρχισε να της μιλάει. Εκείνη του χαμογελούσε και
έδειχνε να ανταποκρίνεται. Ασυναίσθητα ο Κίλιαν έσφιξε γερά το ποτήρι
στα χέρια του και πήρε μία κοφτή ανάσα. Ξαφνικά του ήρθε μία ιδέα στο
μυαλό και γύρισε πάλι προς τον Λίαμ.

«Φέρε μου τη Βαλεντίν επάνω. Νομίζω πως ξέρω έναν τρόπο για το
πώς θα βρούμε τον Λουσιάνο» είπε ύπουλα και ο φίλος του τον κοίταξε
με επιφύλαξη, όμως δεν είπε κάτι. Σηκώθηκε αμέσως και βγήκε από το
δωμάτιο.

Ο Κίλιαν παρακολουθούσε από την τζαμαρία και δεν άργησε να δει
τον Λίαμ να την πλησιάζει και να της μιλάει. Εκείνη τον κοίταξε
καχύποπτα, όμως τον ακολούθησε δίχως να φέρει αντιρρήσεις και
μάλιστα τον κρατούσε από το χέρι για να μη χαθούν. Αυτή τους η κίνηση

134 ALEXA MERIAN

έκανε τον Κίλιαν να τρίξει τα δόντια. Γύρισε πίσω στο γραφείο του και
ήπιε άλλο ένα ποτήρι με ουίσκι.

Τα νεύρα του κόντευαν να χτυπήσουν κόκκινο. Μπορούσε να
ακούσει τα τακούνια της στη μεταλλική σκάλα και μετά από δεύτερα η
πόρτα άνοιξε και το άρωμά της πλημμύρισε τον χώρο δημιουργώντας
του μία ελαφριά ζαλάδα. Κοίταξε το ποτήρι του απορώντας για το πόσο
είχε πιει και ύστερα σήκωσε ξανά το βλέμμα του επάνω της. Τα γατίσια
μάτια της έκρυβαν μία παράξενη ευφορία ενώ το χρώμα στα μάγουλά της
πρόδιδε την ποσότητα αλκοόλ που είχε καταναλώσει και η ίδια.

Αφού άφησε τα πράγματά της στον καναπέ του δωματίου, τον
πλησίασε και κάθισε με χάρη στην πολυθρόνα απέναντί του. Σταύρωσε
τα πόδια της με τέτοιο τρόπο που αμέσως εκείνος ένιωσε κάτι να τον
ενοχλεί κάτω από τη ζώνη του.

«Να σου βάλω κι εσένα;» της είπε ήρεμα δείχνοντας το μπουκάλι κι
εκείνη κατένευσε. Αφού γέμισε ένα καθαρό ποτήρι, έβαλε και για τον
εαυτό του και της το έδωσε.

Εκείνη το πήρε και του έριξε ένα παράξενο βλέμμα. Έπειτα το έφερε
στα χείλη της και ήπιε μία γενναιόδωρη γουλιά. Στο μεταξύ, το μυαλό του
Κίλιαν έκανε τρελά σενάρια με το τι ήθελε να κάνει σε αυτά τα χείλη. Η
στάση του σώματός της όμως του τραβούσε την προσοχή, γιατί παρ’ όλο
που σε κάποιον φαινόταν φυσιολογική, τα δικά του μάτια καταλάβαιναν
πως ήταν επιφυλακτική κοιτώντας τον διαρκώς καχύποπτα. Πάλευε να
κρατήσει το χαμόγελό του, διότι του φαινόταν αστεία η συμπεριφορά της
και γύρισε το βλέμμα του αλλού. Στη σκέψη πως τον φοβόταν ερεθιζόταν
ακόμα περισσότερο.

«Ο Λίαμ μού είπε ότι με ήθελες για να μου μιλήσεις» κι εκείνος
κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

«Ναι, έχω να σου κάνω μία πρόταση».
Στο βλέμμα της διέκρινε τον φόβο για τη συνέχεια. Ένα ύπουλο
μειδίαμα απλώθηκε στο πρόσωπό του και αποφάσισε να συνεχίσει λίγο
ακόμη το παιχνίδι που έπαιζε μαζί της. Στο πρόσωπό του απλώθηκε ένα
ύπουλο μειδίαμα και αποφάσισε να συνεχίσει λίγο να παίζει μαζί της.

Κυνηγοί Ζωής 135

«Εφόσον μένεις στο σπίτι, ειδικά για χάρη της αδερφής μου, θα
ήθελα να δουλέψεις για μένα» της είπε και τότε εκείνη πήρε νευρικά το
ποτήρι της και ήπιε μία μεγάλη γουλιά ενώ έσμιξε τα φρύδια. Χαλάρωσε
λίγο τη γραβάτα του, γιατί ένιωσε ξαφνικά σαν να τον πνίγει, ενώ εκείνη
γύρισε ολόκληρη προς το μέρος του και έσκυψε πιο κοντά. Αυτή της η
κίνηση είχε σαν αποτέλεσμα να δώσει περισσότερο χώρο στο μπούστο
της και αμέσως ο λαιμός του στέγνωσε και ένιωθε λες και θα πνιγεί.

«Ως τι να δουλέψω για σένα;» τον ρώτησε επιφυλακτικά και την
κοίταξε με ένα διαβολικό χαμόγελο.

«Θέλω να μπεις στην ομάδα μου φυσικά! Μα πού πήγε το πρόστυχο
μυαλό σου;» είπε με το υπονοούμενο φανερό στη φωνή του.

Εκείνη τον κοίταξε με θυμό.
«Δεν έχω εγώ πρόστυχο μυαλό, απλά εσύ είσαι ανώμαλος και κάνεις
βρομοδουλειές» είπε με καθαρή ειλικρίνεια και αυτή τη φορά δεν άντεξε
και ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια.
«Είσαι αρκετά αστεία θα έλεγα. Για πες μου, πώς σου φαίνεται σαν
πρόταση; Μου απέδειξες πως οι ικανότητές σου είναι αρκετά αξιόλογες
και δεν θέλω να τις κρατήσω ανεκμετάλλευτες» της είπε με καθαρό
ενδιαφέρον αφού πρώτα ηρέμησε και ήξερε πως με αυτόν τον τρόπο θα
την έκανε να το σκεφτεί λίγο παραπάνω. Η Βαλεντίν ήταν άνθρωπος που
δεν ήθελε να αμφιβάλλουν για αυτά που μπορούσε να κάνει και ήταν
σίγουρος πως τα λόγια του θα είχαν χτυπήσει κάποια ευαίσθητη χορδή.
Το έβλεπε στα μάτια της και, αν και ήξερε πως αυτό ήταν πνευματική
χειραγώγηση, δεν τον ένοιαζε. Την ήθελε για τον εαυτό του και θα την
είχε με οποιοδήποτε κόστος.
Το βλέμμα της περιπλανήθηκε γύρω της νευρικά και ύστερα
σηκώθηκε. Με το ποτό στο χέρι, γύρισε πλάτη και περπάτησε μέχρι την
τζαμαρία. Φαινόταν σκεπτική και κάπως αναστατωμένη.
«Δεν ξέρω, Κίλιαν» είπε κι εκείνος αφού κατέβασε και την τελευταία
γουλιά, σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να την πλησιάζει. Το βήμα του ήταν
αργό, απειλητικό καθώς οι άμυνές του ήταν πλέον σχεδόν μηδαμινές.

136 ALEXA MERIAN

«Δεν είναι μία απάντηση που μπορώ να σ’ τη δώσω άμεσα. Έχω
ξεφύγει κατά πολύ από αυτόν τον τρόπο ζωής και δεν θέλω να γυρίσω
ξανά εκεί. Δεν θέλω να σκοτώνω πάλι για χάρη των άλλων».

Την τελευταία της πρόταση την είπε σιγανά. Την κοίταξε συνοφ-
ρυωμένος.

«Τι εννοείς με αυτό;» τη ρώτησε κι εκείνη κάγχασε.
«Ω, έλα τώρα. Το είπες και μόνος σου. Ξέρεις τι είμαι ικανή να κάνω,
όπως επίσης ξέρεις ότι δεν έχω σκοτώσει μόνο μία φορά. Είσαι πολλά
πράγματα, όχι όμως χαζός» είπε έντονα ενώ ένα πικραμένο χαμόγελο
είχε απλωθεί στα χείλη της.
Έκανε ένα βήμα μπροστά και βρέθηκε πιο κοντά της.
«Γιατί τι άλλο είμαι;» Η φωνή του ήταν τώρα χαμηλή, βραχνή,
αισθησιακή ενώ το βλέμμα του παρέμενε κλειδωμένο στο δικό της.
Τα μάτια της πετάρισαν μερικές φορές ενώ η αναπνοή της όσο
πήγαινε γινόταν όλο και πιο βαριά. Είχε καταλάβει κι άλλες φορές
ακριβώς την επίδραση που είχε πάνω της, όμως αυτή τη φορά έβλεπε
καθαρά τη λαχτάρα στα μάτια της. Έκανε ακόμα ένα βήμα μπροστά και
το σώμα του άγγιξε το δικό της. Εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα και μία
ρυτίδα ανησυχίας φάνηκε στο μέτωπό της. Σήκωσε το χέρι του αργά και
τα ακροδάχτυλά του άγγιξαν το μάγουλό της.
«Κίλιαν, τι κάνεις;» τον ρώτησε ξέπνοα και της χαμογέλασε με ένα
από εκείνα τα στραβά μοχθηρά χαμόγελά του. Ακούμπησε με τον δείκτη
του τα χείλη της απαλά για να σωπάσει.
«Σς... βγάλε τον σκασμό» απαίτησε.
Πριν προλάβει να αντιδράσει, τα δάχτυλά του τυλίχτηκαν γύρω από
τον λαιμό της και την τράβηξε. Τα χείλη τους ενώθηκαν βίαια. Εκείνη
στην αρχή έβγαλε έναν πνιχτό ήχο έκπληξης που ύστερα έγινε
αναστεναγμός κι εκείνος ένιωσε την αυτοσυγκράτησή του να στερεύει.
Πέρασε το χέρι του μέσα από τα μαλλιά της και τα τράβηξε με δύναμη
ενώ με το άλλο γράπωσε το οπίσθιό της και το ζούληξε με δύναμη. Η
αίσθηση του σώματός της στα χέρια του ήταν πολύ καλύτερη από κάθε
φαντασίωση που είχε για εκείνη.

Κυνηγοί Ζωής 137

Η Βαλεντίν έβαλε τα χέρια της στο στήθος του και προσπάθησε να
τον διώξει, μα όταν δάγκωσε τα χείλη της με δύναμη σαν τιμωρία γι’ αυτό
που έκανε, έβγαλε έναν ακόμα αναστεναγμό. Τελικά τα δάχτυλά της
ταξίδεψαν προς τα πάνω και ύστερα τύλιξε τα χέρια της γύρω του.

Οι γλώσσες τους χόρευαν σε έναν παθιασμένο ρυθμό κι εκείνος
ερεθιζόταν σε τέτοιο σημείο, που κόντευε να χάσει τελείως τον έλεγχο
που πάσχιζε να κρατήσει. Η στύση του ασφυκτιούσε μέσα στο
παντελόνι του και ήθελε απεγνωσμένα να την κάνει δική του. Την
παρέσυρε μέχρι τον δερμάτινο καναπέ δίχως να σταματήσει να τη φιλάει
και αμέσως έπεσαν μαζί επάνω καλύπτοντάς τη με το σώμα του. Τα
χείλη τους χωρίστηκαν για μια στιγμή και άρχισε να χαράζει ένα
μονοπάτι από υγρά φιλιά όλο και πιο χαμηλά. Εκείνη σαν να ξύπνησε
από την έκσταση που είχε πέσει, προσπάθησε να τον σταματήσει, όμως
ήταν αδύνατον. Ανασηκώθηκε και, αφού άρπαξε με δύναμη τους
καρπούς της, τους έφερε πάνω από το κεφάλι της και την κοίταξε άγρια
βαθιά μέσα στα μάτια.

«Μην κουνιέσαι» γρύλισε και ύστερα όρμησε ξανά στον λαιμό της.
Τη φίλαγε, τη δάγκωνε και όσο άκουγε τη φωνή της τόσο πιο πολύ ήθελε
να βρεθεί μέσα της.

«Κίλιαν, σταμάτα» είπε ξέπνοα, μα εκείνος δεν την άκουγε.
Τίναξε το σακάκι από πάνω του. Με το ένα χέρι κρατούσε και τα δύο
τα δικά της πάνω από το κεφάλι της και με το άλλο άρχισε να εξερευνεί
το σώμα της πηγαίνοντας όλο και πιο χαμηλά. Από τη στιγμή που την
είδε μέσα σε αυτό το φόρεμα ήθελε να το σκίσει και να την αφήσει γυμνή
να σπαρταράει στα χέρια του.
«Σταμάτα, με πονάς!» Αυτή τη φορά ήταν ένας βουβός ψίθυρος που
τον έκανε να τα χάσει. Σήκωσε τα μάτια του και, όταν συνάντησε τα δικά
της, αμέσως χαλάρωσε το κράτημά του. Εκείνη κάλυψε το πρόσωπό της.
Ήταν πολύ εγωίστρια για να τον αφήσει να δει τα δάκρυα που ήδη είχαν
προλάβει να τρέξουν από τα μάτια της.
Θυμός άρχισε να τον καταβάλει. Την έντυσε ξανά και σηκώθηκε από
πάνω της. Έβγαλε τελείως τη γραβάτα του και μαζί ξεκούμπωσε και δύο
από τα πάνω κουμπιά του πουκάμισού του. Ένιωθε να πνίγεται.

138 ALEXA MERIAN

Πλησίασε το γραφείο του και, γεμίζοντας το ποτήρι με ουίσκι, το
κατέβασε όλο μέσα σε δύο γουλιές. Η πλάτη του ήταν γυρισμένη προς το
μέρος της και έτσι δεν την έβλεπε. Ήταν θυμωμένος, όμως όχι μαζί της.

«Σήκω και φύγε» της είπε ψυχρά και ένιωθε το βλέμμα της επάνω
στην πλάτη του σαν χιλιάδες μαχαίρια. Άκουγε τις κινήσεις της και δεν
άργησε να νιώσει τη γρήγορη ανάσα της πίσω στον σβέρκο του.
Ανατρίχιασε. Είδε τη σκιά της στο τοίχο να σηκώνει το χέρι σε μία
κίνηση θέλοντας να τον αγγίξει, μα τελευταία στιγμή σταμάτησε στον
αέρα πριν το κάνει.

«Φύγε, Βαλεντίν!» γρύλισε νευριασμένα και για καλό δικό της άρχισε
να απομακρύνεται γρήγορα από κοντά του. Τη στιγμή που εκείνη άνοιξε
την πόρτα να βγει έξω, έπεσε πάνω στον Λίαμ και αμέσως τον
αγκάλιασε.

«Βαλεντίν, τι έγινε;» τη ρώτησε εκείνος σαστισμένα και όταν γύρισε
το βλέμμα του πάνω στον Κίλιαν, φάνηκε σαν να ψάχνει εξηγήσεις.

Εκείνος τον κοίταξε θυμωμένα και σχεδόν κρατούσε τον εαυτό του
από το να του ορμήσει.

«Λίαμ, μέσα τώρα!» του φώναξε άγρια κι εκείνος αναστέναξε.
Απομάκρυνε λίγο τη Βαλεντίν από πάνω του και την κοίταξε στα
μάτια.
«Μικρή, πήγαινε κάτω, πιες ένα ποτό να ηρεμήσεις και θα κατέβω κι
εγώ, εντάξει;» της είπε ήρεμα κι εκείνη κατένευσε. Κοίταξε τον Κίλιαν με
ένα τελευταίο, κατηγορηματικό βλέμμα που τον έκανε έξαλλο και ύστερα
έφυγε.
Ο Κίλιαν κάθισε στη θέση του πίσω από το γραφείο και στήριξε το
κεφάλι μέσα στα χέρια του. Ο Λίαμ μπήκε μέσα και στάθηκε απέναντί
του.
«Τι έγινε; Τι πάθατε;» τον ρώτησε κι εκείνος τον κοίταξε λοξά. Το
μυαλό του ήταν τόσο θολό από το ποτό και τον θυμό.
«Άσε την ανάκριση και βάλε λυτούς και δεμένους να βρουν τι στον
διάολο γίνεται με αυτόν τον μαλάκα και πώς θα τον πιάσουμε. Στο
μεταξύ θέλω πληροφορίες για το ποια είναι η Βαλεντίν και ποιο είναι το

Κυνηγοί Ζωής 139

παρελθόν της. Κάτι κρύβει και θέλω να το μάθω χθες!» είπε και ο φίλος
του συνοφρυώθηκε.

«Και το σχέδιό σου να την κάνεις να μιλήσει από μόνη της;»
«Το σχέδιό μου πήγε κατά διαόλου!» φώναξε ξαφνικά και χτύπησε τη
γροθιά του στο γραφείο. Τινάχτηκε όρθιος και άρχισε να πηγαινοέρχεται
σαν τρελός. Το βλέμμα της τον είχε στοιχειώσει και τρελαινόταν.
«Δεν καταλαβαίνω και πάλι, γιατί έφυγε κλαμένη;» τον ρώτησε ο
Λίαμ και όταν δεν του απάντησε τον κοίταξε σοκαρισμένος. «Κίλιαν, τι
της έκανες πάλι;»
«Πήγα να την πηδήξω! Αυτό έκανα» γρύλισε εκείνος.
«Είσαι μαλάκας; Γιατί να κάνεις κάτι τέτοιο και ειδικά στη Βαλεντίν;»
τον ρώτησε και του ξέφυγε ένα ρουθούνισμα.
«Γιατί είχα καύλες και ήταν η μόνη διαθέσιμη. Ήθελα να πηδήξω κι
εκείνη με αυτό το φόρεμα δεν με βοήθησε καθόλου» είπε με ειρωνεία
πράγμα που, κατά κάποιο τρόπο, ήταν και αλήθεια. Δεν είχε σκοπό να
τη χρησιμοποιήσει για παραπάνω από ένα πήδημα. Στόχο είχε να
ξεθυμάνει αυτή η εμμονή. Μόνο αυτό ήθελε.
«Μα καλά, πώς σου ήρθε ότι, ειδικά αυτή, θα σου καθόταν έτσι
απλά;»
«Είναι γυναίκα, φίλε μου. Ξέρεις πολύ καλά πώς πάει σε τέτοιες
περιπτώσεις, παρ’ όλο που εσύ απέχεις από το άθλημα τόσα χρόνια»
κάγχασε και ο Λίαμ τον κοίταξε άγρια.
«Ακούς τι λες; Δεν μπορείς να βάζεις όλες τις γυναίκες στο ίδιο
σακούλι με αυτές που έχεις πηδήξει ως τώρα! Ειδικά η Βαλεντίν δεν είναι
σαν και αυτές».
«Το ξέρω, γαμώτο! Το ξέρω!» φώναξε ξαφνικά και πλησίασε την
τζαμαρία. Προσπάθησε να τη βρει με το βλέμμα του, όμως εκείνη την
ώρα το μαγαζί ήταν γεμάτο. Για μια στιγμή αγχώθηκε πως είχε βγει έξω,
μα τελικά την εντόπισε. Είχε ανέβει στην μπάρα μαζί με άλλες τρεις
γυναίκες –θαμώνες του κλαμπ– και χόρευαν όλες μαζί αισθησιακά
καθώς οι περισσότεροι άντρες είχαν μαζευτεί αποκάτω και τις χάζευαν.
Η Βαλεντίν γελούσε μαζί με τις άλλες ενώ έπινε οτιδήποτε της πρόσφερε
η μπαργούμαν.

140 ALEXA MERIAN

Μία μόνο σκέψη του περνούσε από το μυαλό εκείνη τη στιγμή. Ήθελε
να τις σκοτώσει και τις δύο.

«Τράβα μάζεψέ τη γιατί, άμα κατέβω εγώ, θα καταλήξουμε στο
νοσοκομείο» είπε θυμωμένα και ο Λίαμ αμέσως τον πλησίασε για να δει
τι γίνεται.

«Σκατά!» γρύλισε μέσα από τα δόντια του και χωρίς δεύτερη σκέψη
βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο.

Στο μεταξύ ο Κίλιαν παρακολουθούσε από ψηλά με την αναμονή να
τον τρώει μέχρι να καταφέρει ο φίλος του να την πλησιάσει. Της μιλούσε,
μα εκείνη φαινόταν μάλλον απρόθυμη να τον ακολουθήσει. Ανακούφιση
τον τύλιξε όταν τον είδε να την πετάει στον ώμο του σαν σακί και να
παίρνει πάλι πίσω τον δρόμο για το γραφείο.

Η πόρτα δεν άργησε να ανοίξει και ο φίλος του μπήκε με φόρα μέσα
και την πέταξε επάνω στον καναπέ φανερά έξαλλος. Κοιτούσε μία εκείνη
και μία τον Κίλιαν ενώ ξεφυσούσε. Η Βαλεντίν γελούσε και έλεγε
ασυναρτησίες που δεν έβγαζαν νόημα. Ο Κίλιαν όσο και αν ήθελε να τη
χαστουκίσει, δεν το έκανε, γιατί ήξερε πως δεν θα έμεναν μόνο σε αυτά.

«Έχει γίνει τύφλα» είπε ο Λίαμ και την πλησίασε για να τη βάλει να
ξαπλώσει.

Ο Κίλιαν κάθισε πάλι πίσω στο γραφείο του καθώς μόλις είχε λάβει
ένα μήνυμα στο κινητό του που δεν του άρεσε καθόλου.

«Έρχεται ο Μάικλ. Άφησέ τη να κοιμηθεί να κάνουμε και καμιά
δουλειά και θα ασχοληθώ με αυτό αργότερα» του είπε κι εκείνος, αφού
την έπεισε να ξαπλώσει, τη σκέπασε με το σακάκι του και πήγε και
κάθισε απέναντί του.

Ο Μάικλ δεν άργησε. Όταν μπήκε μέσα, το πρώτο πράγμα που
παρατήρησε ήταν το σώμα της Βαλεντίν. Ήταν γνωστός στην πιάτσα ως
έμπορος όπλων αλλά και γυναικών, οπότε τα μάτια του ζύγισαν αμέσως
τις πιθανότητες που θα είχε και τα λεφτά που θα έβγαζε με κάποια σαν
εκείνη. Το όπλο του Κίλιαν τον στόχευσε κατευθείαν στο μέτωπο και
κατάλαβε ότι δεν αστειευόταν, έτσι τα μάτια του δεν έπεσαν ξανά επάνω
της.

Κυνηγοί Ζωής 141

Δυστυχώς οι μόνες πληροφορίες που μπορούσε να μοιραστεί μαζί
τους ήταν πως ένα νέο παράνομο φορτίο θα ερχόταν από την πατρίδα
τους, την Ιρλανδία, στο Μπράιτον και γι’ αυτό ήταν υπεύθυνος το δεξί
χέρι του Λουσιάνο, ο Μάουρο. Ήταν από τους καλύτερους εκτελεστές
των Ιταλών και δεν του ξέφευγε ποτέ κανείς. Αν κατάφερνε και έπιανε τον
Μάουρο, ο Λουσιάνο θα ήταν θέμα χρόνου.

«Λέγε πόσα θέλεις για να μάθω ώρα και ακριβή τοποθεσία» του είπε
απαιτητικά και ο Μάικλ σταύρωσε τα χέρια κοιτάζοντάς τον με ένα
υπεροπτικό χαμόγελο. Τα δάχτυλα του Κίλιαν τον έτρωγαν να πιάσει
ξανά το όπλο του και αυτή τη φορά να πατήσει τη σκανδάλη, όμως
έπρεπε να κάνει υπομονή αν ήθελε να μην έχει άλλη μια άσκοπη βραδιά.

«Συνήθως οι τιμές μου είναι από πέντε ψηφία και πάνω. Απ’ ό,τι έχω
ακούσει στην πιάτσα είσαι γενναιόδωρος».

«Κοίταξε, επειδή σήμερα δεν είναι η μέρα μου, μην παίζεις μαζί μου»
τον προειδοποίησε. «Λέγε τι θέλεις;» τον ρώτησε.

Το προκλητικό βλέμμα του Μάικλ στράφηκε προς το μέρος της
Βαλεντίν. Σε δευτερόλεπτα τα όπλα όλων είχαν βγει και σημάδευαν ο
ένας τον άλλον.

«Κύριοι, νομίζω πως οι συμφωνίες δεν κλείνονται με αυτόν τον
τρόπο» είπε το κάθαρμα και o Κίλιαν ένιωσε το αίμα του να βράζει.

«Το ξέρεις ότι ακόμα και αν με πυροβολήσεις, δεν θα βγεις ποτέ σου
ζωντανός από ‘δώ». Εκείνος γέλασε.

«Ω, μα θα το κάνω και μάλιστα θα πάρω και αυτό το κόσμημα που
κοιμάται στον καναπέ σου».

«Θα μου δώσεις τις πληροφορίες που ζητάω ή θα φύγεις από ‘δώ
μέσα ξαπλωτός. Διαλέγεις και παίρνεις».

Όλα έγιναν μέσα σε δευτερόλεπτα. Τη μία στιγμή η Βαλεντίν ήταν
ξαπλωμένη στον καναπέ και την άλλη την είδε να σηκώνεται με ταχύτητα
και να αγκαλιάζει τον Μάικλ από πίσω έχοντας ένα μαχαίρι στον λαιμό
του και ένα ακόμη χαμηλά στον καβάλο του.

«Τι στο καλό;» αναφώνησε ο Μάικλ.
«Κατέβασε το όπλο σου» του είπε εκείνη επιτακτικά.

142 ALEXA MERIAN

«Και γιατί να το κάνω, μωρή πουτάνα;» γρύλισε εκείνος και τότε του
χαμογέλασε διαβολικά. Το μαχαίρι της πίεσε περισσότερο τον καβάλο
του κι εκείνος τσιτώθηκε.

«Σου δίνω το δικαίωμα της επιλογής. Ή συνεργάζεσαι ή διαλέγεις
ποιο θα φύγει πρώτο πριν σε καθαρίσω: το δεξί ή το αριστερό;» του είπε
γλυκά κι εκείνος την κοίταξε με τρόμο.

Το χέρι του που κρατούσε το όπλο άρχισε να τρέμει. Το κατέβασε
αργά. Ο Λίαμ δεν έχασε λεπτό και, αφού του πήρε το όπλο μέσα από τα
χέρια, έφερε ένα χαρτί και ένα στιλό μπροστά του ενώ η Βαλ τον
έσπρωξε για να γράψει.

«Τελείωνε και δεν θέλω ζαβολιές» του είπε τολμηρά και ο Κίλιαν την
κοίταξε με το ένα φρύδι ανασηκωμένο.

Ο Μάικλ έπιασε το στιλό και καθώς έκανε κίνηση να γράψει, ο Κίλιαν
είδε φευγαλέα να κινεί το άλλο του χέρι προς τα πλευρά του. Αλλά δεν
ήταν ο μόνος που το παρατήρησε. Η Βαλεντίν με μια γρήγορη κίνηση του
το άρπαξε, το χτύπησε με δύναμη επάνω στο γραφείο κι ύστερα με το
μαχαίρι της του κάρφωσε την παλάμη επάνω στο ξύλο. Το ουρλιαχτό του
Μάικλ ακούστηκε επάνω από τη μουσική, μα κανείς δεν θα τον άκουγε.

«Δεν τα χρειάζεσαι και τα δύο. Τελείωνε!» του είπε έντονα κι εκείνος
συνέχισε το γράψιμο. Όταν τελείωσε, εκείνη σηκώθηκε από πάνω του
και παραμέρισε το φόρεμά της. Μία δερμάτινη καλτσοδέτα ήταν δεμένη
γύρω από τον μηρό της και στερέωσε το ένα μαχαίρι που κρατούσε.
Γύρισε την πλάτη της σαν να μην είχε συμβεί τίποτα απολύτως και
άρχισε να περπατάει προς το μέρος που ήταν κρεμασμένο το παλτό της.
Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος των τακουνιών της και οι λυγμοί του
Μάικλ. Ο Κίλιαν και ο Λίαμ είχαν μείνει σιωπηλοί ενώ περίμεναν να δουν
τι θα γίνει μετά. Φόρεσε το πανωφόρι της, περπάτησε ως την πόρτα και
μίλησε δίχως να γυρίσει να κοιτάξει κανέναν.

«Κύριοι, είναι αργά κι εγώ θα γυρίσω σπίτι. Είναι όλος δικός σας»
είπε και ο Λίαμ τη φώναξε καθώς έβγαινε. Εκείνη σταμάτησε και
ρίχνοντας ένα άγριο βλέμμα προς το μέρος του Κίλιαν, βγήκε έξω.

Κυνηγοί Ζωής 143

«Φώναξε κάποιον να καθαρίσει το χάλι και έλα με τη μηχανή» είπε
στον Λίαμ δείχνοντας τον Μάικλ που πάλευε να βγάλει το μαχαίρι από τη
σάρκα του μα δεν μπορούσε.

Ο Κίλιαν άρπαξε το σακάκι του, βγήκε από το γραφείο και κατέβηκε
κάτω. Η Βαλεντίν είχε ήδη μπει στο τζιπ και κοιτούσε το κινητό της. Όταν
άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα, δεν έκανε καν κίνηση να τον κοιτάξει.

«Ξεκίνα» είπε στον οδηγό και ακούμπησε την πλάτη του στο
κάθισμα.

Πέρασε λίγη ώρα μέχρι που βγήκανε από το Λονδίνο και ακόμα
κανείς τους δεν είχε βγάλει μιλιά. Εκείνη τον απέφευγε όπως πάντα και,
παρ’ όλο που πριν ήταν τύφλα, φαινόταν πιο νηφάλια από ποτέ αλλά
αρκετά κουρασμένη.

«Σ’ ευχαριστώ» της είπε ξαφνικά και είδε το σώμα της να τσιτώνεται.
«Δεν χρειάζεται. Έκανα αυτό που έπρεπε να γίνει» είπε ψυχρά κι
εκείνος την κοίταξε συνοφρυωμένος.
Πώς μπορεί αυτή η γυναίκα να είναι τόσο θερμή και ψυχρή
ταυτόχρονα; αναρωτήθηκε από μέσα του ενώ οι σκέψεις του τον
μπέρδευαν.
Το ήξερε πως τα είχε κάνει άνω κάτω προηγουμένως όμως και η δική
της συμπεριφορά ήταν περίεργη. Εκεί που νόμιζε πως την είχε
καταλάβει, έκανε κάτι και του άλλαζε κάθε θεωρία που είχε
δημιουργήσει. Ένα ήταν σίγουρο γι’ αυτόν: μπορεί να τον μπέρδευε,
όμως δεν θα έπαυε ποτέ να τον εκπλήσσει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18

Δεν ήθελα ούτε να τον κοιτάζω. Μπορεί το μυαλό μου να ήταν σχετικά
θολό από το ποτό, όμως οι σκηνές που διαδραματίστηκαν
προηγουμένως εναλλάσσονταν μέσα στο κεφάλι μου. Πρώτα με φιλούσε
και με χάιδευε, ύστερα με έδιωχνε και μετά αυτός ο γλοιώδης άντρας
απείλησε να τον σκοτώσει. Μπορεί να μη γινόταν τίποτα ακόμα και αν
δεν σηκωνόμουν εγώ να τον σταματήσω, αλλά το σώμα μου δεν με
υπάκουσε. Είχα ώρα που είχα ξυπνήσει και κατάλαβα ότι υπήρχε
κάποιος ξένος στον χώρο. Δεν ήθελα να ενοχλήσω, όμως τον άκουσα να
απειλεί τον Κίλιαν και θόλωσα. Παρ’ όλο που μου είχε φερθεί λες και
ήμουν καμία από αυτές που δούλευαν στο μπαρ του, εγώ θέλησα να τον
γλιτώσω.

Μόλις μπήκα στο σπίτι, τα πάντα ήταν σκοτεινά. Έβγαλα τις γόβες
μου και άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά δυο δυο για το δωμάτιό μου. Δεν
πρόλαβα να φτάσω μέχρι τα μισά όταν εκείνος μπήκε μέσα και με
φώναξε.

«Έλα κάτω, τώρα!» διέταξε και πάγωσα στη θέση μου.
Γύρισα αργά και τον κοίταξα άγρια.
«Τι θέλεις;» τον ρώτησα ψυχρά και τον είδα που πήρε μία βαθιά
ανάσα πριν μιλήσει.
«Εμείς οι δύο έχουμε να πούμε πολλά. Πήγαινε άλλαξε και έλα στο
γυμναστήριο» είπε επιτακτικά και κάγχασα.
«Δεν είσαι καλά. Πάω για ύπνο. Καληνύχτα» είπα με ένα ειρωνικό
χαμόγελο και γύρισα ξανά για να φύγω, όμως δεν είχε σκοπό να με
αφήσει έτσι εύκολα.

Κυνηγοί Ζωής 145

«Δεν υπάρχει περίπτωση. Αν δεν λυθεί αυτό το θέμα και δεν μάθω
κάποια πράγματα, δεν πρόκειται να συνεχίσεις να είσαι κοντά στην
αδερφή μου» είπε αυταρχικά. Είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι που
χρησιμοποιούσε τη Ροσέλ με τέτοιον τρόπο.

«Μια νύχτα ζητάω, γαμώτο! Δεν είμαι σε θέση για τίποτα αυτή τη
στιγμή, γιατί δεν το καταλαβαίνεις;»

«Να μην έπινες!» μου φώναξε και οι λέξεις βγήκαν από το στόμα μου
πριν προλάβω να τις σκεφτώ.

«Κι εσύ να μην προσπαθούσες να με βιάσεις!» ούρλιαξα και τότε
απλώθηκε μία απόκοσμη σιγή. Τα αυτιά μου βούιζαν και ένιωθα μία
ξαφνική αδιαθεσία. Οι άντρες του τον κοιτούσαν άφωνοι ενώ εκείνος είχε
καρφώσει το βλέμμα του επάνω μου.

«Είχα καύλες και ήσουν η άμεσα διαθέσιμη. Δεν σε είδα όμως να
αντιστέκεσαι και πολύ».

Τα λόγια του σαν χιλιάδες μαχαίρια τρύπησαν τη σάρκα μου.
Δάκρυα απειλούσαν να τρέξουν από τα μάτια μου. Έσφιξα τις γροθιές
μου και ένιωσα τα νύχια μου να δημιουργούν μικρές πληγές μέσα στην
παλάμη μου.

«Τι από το “σταμάτα” δεν σου έβγαζε άρνηση;» τσίριξα και άρχισα
να κατεβαίνω τα σκαλιά αργά πλησιάζοντάς τον απειλητικά.

Όλοι τους τσιτώθηκαν στη θέα μου και υποθέτω πως φοβήθηκαν
μήπως χάσω ξανά τον έλεγχο. Όμως δεν θα το έκανα. Όχι για χάρη του.
Τα βήματά μου με οδήγησαν μερικά εκατοστά μακριά του ενώ το βλέμμα
μου δεν έφυγε λεπτό από το δικό του. Εκείνος περίμενε να δει τι θα κάνω
για να απαντήσει και το έκανε όταν σταμάτησα.

«Το γεγονός ότι άνοιξες τα πόδια σου και δεν με έσπρωξες. Ακόμα
και οι καλύτερες πουτάνες δείχνουν σημάδια δυσκολίας» είπε και
ρουθούνισα.

Το χέρι μου σηκώθηκε γρήγορα και με μεγάλη ταχύτητα έπεσε στο
πρόσωπό του. Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα ο Λίαμ ενώ η Ροσέλ είχε
ξυπνήσει από τις φωνές και κατέβηκε κάτω.

«Βαλ, τι γίνεται εδώ;» ρώτησε έκπληκτη, μα κανένας δεν απάντησε.

146 ALEXA MERIAN

Ο Λίαμ ήρθε από πίσω μου και με τράβηξε για να μην του επιτεθώ,
όμως εγώ τον απέφυγα με απόλυτη ηρεμία. Οι άντρες του στέκονταν
μαρμαρωμένοι περιμένοντας ίσως κάποια διαταγή από εκείνον, όμως
αυτός δεν μίλησε.

«Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που με προσβάλλεις με τέτοιο
τρόπο. Από ‘δώ και στο εξής δεν θέλω τίποτα από σένα» του είπα
επικίνδυνα χαμηλόφωνα και γύρισα για να φύγω όταν η φωνή του με
έκανε να παγώσω για δεύτερη φορά.

«Τότε μάζεψέ τα και δίνε του. Δεν γουστάρω να μένεις άλλο στο σπίτι
μου» ξεστόμισε σε έντονο τόνο.

«Κίλιαν!» φώναξαν η Ροσέλ και ο Λίαμ ταυτόχρονα. Ο Ντέιβιντ και ο
Χίουγκο κοιτάχτηκαν σοκαρισμένοι.

Και τότε το άκουσα. Εκείνον τον απαίσιο ήχο που κάνει το γυαλί όταν
σπάει μόνο που αυτή τη φορά ερχόταν από μέσα μου. Συγκεκριμένα
μέσα από το στήθος μου, εκεί που βρισκόταν η καρδιά μου ενώ ύστερα
το βοητό μέσα στο κεφάλι μου έγινε πιο έντονο. Χαμογέλασα γλυκά και
γύρισα να τον κοιτάξω μία τελευταία φορά. Δεν ένιωθα ούτε θυμωμένη
αλλά ούτε και θλιμμένη. Για την ακρίβεια, δεν ένιωθα τίποτα απολύτως.
Εκείνος φάνηκε να εκπλήσσεται με το χαμόγελό μου. Αργά ή γρήγορα θα
γινόταν κάτι τέτοιο και ήμουν ηλίθια που δεν το τελείωσα νωρίτερα πριν
προλάβω να φτάσω σε αυτό το σημείο.

«Τότε σε ευχαριστώ για τη φιλοξενία και για όσα μου πρόσφερες όσο
έμεινα εδώ. Πραγματικά το εκτιμώ» είπα ήρεμα και, γυρίζοντας ξανά την
πλάτη μου, περπάτησα μέχρι τη Ροσέλ με το κεφάλι ψηλά.

«Μικρή, έλα επάνω» της είπα κι εκείνη με κοίταξε σαστισμένη.
Ανέβηκα τα σκαλιά και, όταν πια βρέθηκα στο δωμάτιό μου, πέταξα
τα παπούτσια σε μία γωνία με δύναμη. Τα πρώτα δάκρυα κύλησαν από
τα μάτια μου. Τα σκούπισα αμέσως και άρχισα να βάζω τα λίγα
πράγματα που είχα σε έναν σάκο. Δεν θα περίμενα καν να ξημερώσει.
Η πόρτα άνοιξε και μία κλαμένη Ροσέλ έτρεξε και κρύφτηκε στην
αγκαλιά μου. Την τράβηξα από πάνω μου και κρατώντας την από τους
ώμου, την κοίταξα στα μάτια.

Κυνηγοί Ζωής 147

«Σε παρακαλώ, μη φύγεις! Θα του μιλήσω και δεν θα σε ξαναπ-
λησιάσει» είπε βιαστικά και χαμογέλασα πικρά.

«Μικρή, δώσε μου δύο λεπτά να αλλάξω» της είπα απλώς και μπήκα
στο μπάνιο με μία αλλαξιά.

Έκανα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Όταν βγήκα, είχα φορέσει ένα
μαύρο τζιν με σκισίματα και ένα μπορντό πουλόβερ. Είχα πιασμένα τα
μαλλιά μου σε μία κοτσίδα ενώ όλη η περιποίηση της Ροσέλ είχε χαθεί.
Εκείνη καθόταν στην άκρη του κρεβατιού και κοιτούσε το κενό. Μόλις με
είδε, τινάχτηκε όρθια.

«Θα έρθω μαζί σου! Βαρέθηκα να ελέγχει τις ζωές όλων μας!» είπε με
νεύρο και την αγριοκοίταξα.

«Θα μείνεις εδώ, Ροσέλ. Ο αδερφός σου έχει κάθε δίκιο που το κάνει
αυτό» είπα αυστηρά και δεν μου άρεσε που της μιλούσα με αυτόν τον
τρόπο, αλλά όσο πιο γρήγορα το έκανα τόσο πιο γρήγορα θα έφευγα.

«Βαλ, τι είναι αυτά που λες;»
«Για αρχή το όνομά μου δεν είναι Βαλ και κατά δεύτερον κάθισε» της
είπα και με κοίταξε μουτρωμένη.
Ακούμπησε πίσω στο κρεβάτι και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος
της. Πήρα μια βαθιά ανάσα και μάζεψα όλο το κουράγιο που είχα για να
της μιλήσω.
«Το πραγματικό μου όνομα είναι Κουίν Άνταμς. Από την ηλικία των
δεκαπέντε ετών, που έκανα τον πρώτο μου φόνο και μέχρι έξι χρόνια
πριν, δούλευα ως ψυχρός εκτελεστής για τον ίδιο μου τον πατέρα, τον
Άρθουρ Άνταμς, γνωστός και ως “Βασιλιάς των Βρετανών μαφιόζων”. Σε
όλη μου τη ζωή εκπαιδευόμουν για να γίνω η επόμενη διάδοχος της
οικογένειας, όμως μία αποστολή που είχα αναλάβει έξι χρόνια πριν
άλλαξε όλη μου τη ζωή.
»Τρεις μέρες πριν τα εικοστά μου γενέθλια, ο πατέρας μου με έστειλε
να εκτελέσω τον πιο σοβαρό του αντίπαλο. Αν έφερνα την αποστολή μου
εις πέρας, τρεις μέρες μετά μαζί με τον κανονισμένο μου αρραβώνα, θα
ανακοίνωνε και την άνοδό μου στις βαθμίδες της οικογένειας. Εκείνο το
βράδυ εγώ και η ομάδα μου έχοντας ξεπαστρέψει όλους τους φρουρούς,
μπήκαμε στο σπίτι τους και αρχίσαμε να καταστρέφουμε τα πάντα. Εγώ

148 ALEXA MERIAN

νόμιζα πως στόχος ήταν κάποιο μεγάλο κεφάλι, αλλά στην πορεία έμαθα
πως εκείνοι που έπρεπε να βγάλουμε από τη μέση πρώτα ήταν τα παιδιά
του. Οι γονείς και το μικρότερο παιδί έλειπαν, όμως τα δύο μεγαλύτερα
αδέρφια για κακή τους τύχη ήταν εκεί. Στην αρχή αρνήθηκα να το κάνω,
αλλά τα πράγματα πήραν άλλη τροπή. Ο άντρας που προοριζόταν να
γίνει σύζυγός μου σκότωσε αργά και βασανιστικά την κοπέλα μπροστά
στα μάτια του αδερφού της ενώ εγώ βρέθηκα να παλεύω μαζί του. Στο
τέλος αναγκάστηκα να τον μαχαιρώσω για να γλιτώσω τη ζωή μου.
Νόμιζα πως τον σκότωσα κι εκείνον. Ύστερα από εκείνη τη νύχτα ζούσα
με τις τύψεις να βαραίνουν την ψυχή μου όμως... έκανα λάθος. Για μία
ακόμη φορά έκανα λάθος».

Σταμάτησα τη διήγησή μου και για πρώτη φορά μετά από ώρα
σήκωσα το βλέμμα μου και την κοίταξα στα μάτια. Αυτό που είδα ήταν
φυσικά το αναμενόμενο: πόνος, έκπληξη, οργή και μίσος. Δεν τα έκρυβε
και το έβρισκα απόλυτα λογικό, όμως πονούσε πολύ περισσότερο απ’
όσο περίμενα. Δεν μιλούσε. Κοιτούσε απλώς το κενό ενώ η ανάσα της
ήταν γρήγορη και δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της.

«Ροσέλ, πες κάτι. Βρίσε με, ξέσπασε, αλλά μη μένεις σιωπηλή» την
παρακάλεσα, όμως δεν έδειχνε να ανταποκρίνεται. Περίμενα
υπομονετικά και όταν σήκωσε πλέον το βλέμμα της, αυτά τα μπλε μάτια
είχαν γίνει κατάμαυρα και έμοιαζαν τόσο πολύ με του αδερφου της.

«Τόσο θέατρο. Γι’ αυτό με άφησες να μπω έτσι εύκολα στη ζωή σου.
Γι’ αυτό έμεινες στο σπίτι. Η οικογένειά σου έχει βαλθεί να μας ξεκάνει
όλους!» φώναξε και ένιωσα το αίμα να στραγγίζει από μέσα μου.

«Ροσέλ, όχι! Δεν είχα καμία σχέση όλο αυτόν τον καιρό» προσ-
πάθησα να της εξηγήσω, μα εκείνη δεν με άκουγε. Και με το δίκιο της.

«Απλά φύγε! Είσαι ό,τι χειρότερο έχει συμβεί στη ζωή όλων μας και
δεν σου αξίζει τίποτα! Είσαι ένα τέρας!»

«Ροσέλ–».
«ΦΥΓΕ!» τσίριξε.
Άρπαξα τα πράγματά μου και βγήκα από το δωμάτιο. Πίσω από την
κλειστή πόρτα την άκουσα να κλαίει γοερά, όμως όσο κι αν ήθελα να την
πλησιάσω, ήξερα πως ετούτη τη στιγμή ήταν αδύνατο. Άρχισα να τρέχω

Κυνηγοί Ζωής 149

στους διαδρόμους και κατέβηκα τα σκαλιά. Ήθελα να φύγω όσο το
δυνατόν πιο γρήγορα από ‘κει μέσα.

Ευτυχώς δεν ήταν κανείς στο σαλόνι. Άνοιξα την πόρτα, τινάχτηκα
έξω και κρύες στάλες βροχής χτύπησαν το δέρμα μου μονομιάς. Με
γρήγορο βήμα μπήκα στο δρομάκι που οδηγούσε στην πύλη και άρχισα
να απομακρύνομαι από το σπίτι. Βγήκα στον δρόμο και δίχως να ξέρω
πού πάω, περπατούσα στην άκρη. Τα δάκρυά μου δεν έλεγαν να
σταματήσουν.

Είχα γίνει μούσκεμα, όμως δεν με ένοιαζε. Δεν θα τους έβλεπα ξανά.
Είχα κάνει λάθος που άφησα τον εαυτό μου να αισθανθεί πράγματα για
όλους και κυρίως να νιώσω καλά με εμένα ύστερα από όλα όσα τους
είχα κάνει. Είχε δίκιο η Ροσέλ. Σε όλα όσα είπε είχε δίκιο.


Click to View FlipBook Version