The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.
Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by , 2021-04-26 17:46:54

ilovepdf_merged (1)

ilovepdf_merged (1)

350 ALEXA MERIAN

που μου το αποκάλυψε η Ροσέλ. Εγώ την ησυχία μου ήθελα και μία νέα
ζωή μακριά από τα σκατά που είχα μάθει, και μαζί σας, έστω και για
λίγο, ένιωσα φυσιολογική. Ότι ανήκω κάπου. Δεν ήθελα ποτέ κανείς σας
να πάθει κακό και πάλευα γι’ αυτό κάθε μέρα! Σας αγάπησα όλους, έναν
προς έναν και πιο πολύ απ’ όλους εσένα!» μου φώναξε μέσα στους
λυγμούς της. Πραγματικά εκείνη τη στιγμή ήθελα να γυρίσω το όπλο
προς το μέρος μου και να πυροβολήσω την καρδιά μου, γιατί μόνο έτσι
θα σταματούσε να πονάει.

«Κίλιαν, σου λέω την αλήθεια. Έπρεπε να φύγω για να σε
προστατέψω. Γιατί σ’ αγα–» πήγε να πει, μα δεν την άφησα. Σήκωσα το
βλέμμα μου γεμάτο μίσος και έσφιξα τον λαιμό της ακόμα περισσότερο
χτυπώντας την ξανά.

«Μην τολμήσεις να το πεις ξανά αυτό. Εσύ δεν ξέρεις να αγαπάς,
μόνο να πονάς τους άλλους» φώναξα και την έβλεπα που πάλευε να
πάρει ανάσα, όμως δεν μπορούσα να ελέγξω τον εαυτό μου.

«Εμπρός, σφίξε κι άλλο, σκότωσέ με, όμως αυτό δεν θα αλλάξει
τίποτα. Σ’ αγαπάω και θα συνεχίσω να το κάνω» μου φώναξε πνιχτά και
τα λόγια της ήταν μερικές ακόμα παραπάνω μαχαιριές στην καρδιά μου.
Την είχε κάνει κομμάτια και ακόμα συνέχιζε.

«Σκάσε, γαμώτο! Μη με κάνεις να σε πονέσω πολύ παραπάνω, γιατί
αυτά που μπορώ να σου κάνω είναι χειρότερα και από τον θάνατο!» της
φώναξα και αφήνοντας τον λαιμό της η γροθιά μου προσγειώθηκε μερικά
εκατοστά πιο δίπλα από το κεφάλι της κάνοντας μία μικρή λακκούβα στο
ξύλο της πόρτας. Εκείνη έμεινε εκεί να με κοιτάζει με τα δάκρυα να μη
σταματάνε και να με τρελαίνουν περισσότερο.

«Τίποτα δεν με πληγώνει πιο πολύ από το να γυρίσω στην κόλαση
που ζω χωρίς εσένα» μου είπε βραχνά όμως με σθένος και αυτό ήταν
αρκετό για να χάσω τελείως και το τελευταίο κομμάτι του εαυτού μου που
είχε μείνει ανέπαφο. Τα είχε καταστρέψει όλα και στη θέση τους είχε
μπει ο Διάολος και μόνο αυτός.

Έκλεισα τα μάτια για μία στιγμή μόνο και, όταν τα άνοιξα, δεν ένιωθα
απολύτως τίποτα. Την κοίταξα με ένα κακό χαμόγελο και πέταξα το όπλο
μου στην άλλη άκρη του δωματίου.

Κυνηγοί Ζωής 351

«Πας στοίχημα, έρωτα;» είπα με κακία και αμέσως μετά πέρασα το
χέρι μέσα από τα μαλλιά της. Τα έπιασα σφιχτά, τη γύρισα απότομα και
την κόλλησα με δύναμη πάνω στον τοίχο. Ενώ με το ένα χέρι της
κρατούσα το κεφάλι κολλημένο εκεί, με το άλλο τράβηξα το φόρεμά της
ψηλά και της έσκισα άγαρμπα το εσώρουχο. Μία πνιχτή κραυγή
γλίστρησε από τα χείλη της, όμως δεν μου έφερε καμία αντίσταση.
Πλησίασα πιο κοντά καθώς ξεκούμπωνα το παντελόνι μου και τη
δάγκωσα με δύναμη στην πλάτη.

«Ακόμα δεν έχεις νιώσει τον πραγματικό πόνο, έρωτα» της είπα
δίπλα από το αυτί και μπήκα μέσα της απότομα κάνοντάς τη να
ουρλιάξει. Έμπαινα και έβγαινα μέσα της δυνατά, άγαρμπα κι ενώ εκείνη
ούρλιαζε εγώ δεν μπορούσα να σταματήσω. Το βλέμμα μου έπεσε πάνω
στα νέα σημάδια που είχε η πλάτη της, μα ούτε αυτά μπορούσαν να με
κάνουν να σταματήσω, να τη λυπηθώ. Τράβηξα τα μαλλιά της ώστε να
γείρει πίσω το κεφάλι και της άφησα αρκετά σημάδια με τα δόντια μου
στον λαιμό. Ήθελα να την κάνω να πονέσει όπως πόνεσα κι εγώ ενώ
ταυτόχρονα τιμωρούσα και τον εαυτό μου που την ερωτεύτηκα και την
αγαπούσα ακόμη.

Βγήκα από μέσα της και την πέταξα στο πάτωμα. Έπεσα από πάνω
μπαίνοντας μέσα της με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Τα χέρια μου άφηναν
σημάδια στα πόδια και το κορμί της και τη στιγμή που ένιωσα την ουλή
που είχε από το τρακάρισμα, σταμάτησα να νιώθω τα πάντα. Εκείνη στο
μεταξύ προσπάθησε να με αγγίξει, όμως δεν την άφησα. Άρπαξα τα
χέρια της και τα κόλλησα με δύναμη στο πάτωμα.

«Μη με ακουμπάς!» γρύλισα και όταν είδα τα δάκρυα στα μάτια της,
γύρισα το βλέμμα μου αλλού. Δεν μπορούσα να τη βλέπω. Έφτασα σε
οργασμό κρύβοντας το πρόσωπο στον λαιμό της ενώ της άφησα άλλο
ένα σημάδι με τα δόντια μου. Σηκώθηκα βαριανασαίνοντας, ντύθηκα και
κοίταξα το κουλουριασμένο σώμα της. Έσκυψα από πάνω της και την
κράτησα ξανά από τα μαλλιά φέρνοντας το πρόσωπό της κοντά στο δικό
μου.

«Κάποτε μου είπες να μην υποτιμάω την ηθική σου. Απ’ ό,τι φαίνεται
έκανα λάθος που σταμάτησα να σε αποκαλώ πουτάνα, γιατί αυτό είσαι.

352 ALEXA MERIAN

Μία πουτάνα που γαμάει τις ζωές των άλλων. Μία πουτάνα που μου
γάμησε την ψυχή» της είπα με περίεργα ήρεμη φωνή αλλά και με
ειλικρίνεια ενώ όταν στο τέλος έσπασε η φωνή μου, κατάλαβα πως
ήμουν έτοιμος να ξεσπάσω. Την άφησα να πέσει στο έδαφος ενώ
έκλαιγε με άηχες κραυγές.

«Σ’ αγαπάω, γαμώτο» την άκουσα να ψιθυρίζει και ένιωσα τα
δάκρυά μου να ξεφεύγουν από τα μάτια μου.

«Άντε γαμήσου, Βαλεντίν» είπα χαμηλόφωνα και βγήκα έξω
χτυπώντας την πόρτα πίσω μου, αφήνοντας τα κομμάτια της καρδιάς
μου μαζί της.

Ήθελα να φύγω όσο το δυνατόν πιο γρήγορα από ‘κει μέσα. Δεν
άκουσα κανέναν από αυτούς που με φώναξαν και μόλις βγήκα έξω,
σταμάτησα το πρώτο μαύρο ταξί που βρήκα και μπήκα μέσα δίνοντάς
του τη διεύθυνση του Lust. Δεν ήθελα τίποτα και κανέναν. Έπρεπε να
φύγω μακριά από όλους και πόσο μάλλον από εκείνη. Όλα είχαν
τελειώσει οριστικά. Όλα είχαν τελειώσει για πάντα.

ΒΑΛΕΝΤΙΝ

Είχα αγκαλιάσει το σώμα μου και έκλαιγα με άηχες κραυγές ενώ
παραμιλούσα συνέχεια πως τον αγαπάω. Δεν ήξερα πόση ώρα
βρισκόμουν εκεί, όμως κάποια στιγμή άκουσα την πόρτα να ανοίγει και
τη φωνή του Έιντζελ να με φωνάζει, έπειτα να μου μιλάει, όμως εγώ δεν
τον άκουγα. Δεν καταλάβαινα τα λόγια του – ήμουν χαμένη στο δικό μου
σκοτάδι. Τα λόγια που μου είχε πει εκείνος πριν φύγει τα άκουγα ξανά
και ξανά μέσα στο κεφάλι μου και κάθε φορά με πονούσαν όλο και
περισσότερο.

Κάποτε μου είπες να μην υποτιμάω την ηθική σου. Απ’ ό,τι φαίνεται
έκανα λάθος που σταμάτησα να σε αποκαλώ πουτάνα, γιατί αυτό είσαι.
Μία πουτάνα που γαμάει τις ζωές των άλλων. Μία πουτάνα που μου
γάμησε την ψυχή.

Έλεγε και έλεγε συνέχεια και δεν σταματούσε.
«Έιντζελ, σε παρακαλώ, πάρε με μακριά» ψιθύρισα μέσα στους
λυγμούς μου και ο αδερφός μου έκανε ό,τι του είπα. Τύλιξε το σακάκι του
γύρω μου, με σήκωσε στην αγκαλιά του και βγήκαμε από το μπάνιο. Στη
διαδρομή συναντήσαμε τον πατέρα μου, αλλά όταν πήγε να ρωτήσει τι
έγινε, ο Έιντζελ τον σταμάτησε με απειλές και με τράβηξε μακριά.
Λίγο πριν βγούμε έξω, άνοιξα τα μάτια και είδα τον Λουσιάνο να μας
κοιτάζει με το χαμόγελο της ικανοποίησης χαραγμένο στο πρόσωπό του.
Αμέσως τα έκλεισα ξανά και τότε αγκάλιασα το σκοτάδι. Όλα είχαν
τελειώσει οριστικά. Όλα είχαν τελειώσει για πάντα.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 44

Το φως που έμπαινε από τα στόρια με ενοχλούσε τρομερά. Ξύπνησα με
τρομερή ημικρανία και δεν είχα καμία όρεξη να σηκωθώ από το κρεβάτι.
Όχι πως τις προηγούμενες μέρες το έκανα, όμως αυτή τη φορά τα
πράγματα ήταν διαφορετικά. Είχα υποσχεθεί στον Έιντζελ πως θα
πηγαίναμε βόλτα, αλλά, όπως και κάθε άλλη μέρα, θα του το ακύρωνα.
Δεν ήθελα να βγω έξω και γενικά δεν ήθελα να δω κανέναν.

Η πόρτα του δωματίου μου άνοιξε και μπήκε μέσα με φόρα ο πατέρας
μου και η Κλαιρ, η οποία κρυβόταν από πίσω του σαν βρεγμένη γάτα.
Εκείνος άνοιξε το φως και με κοίταξε εξοργισμένα που κρύφτηκα πίσω
από τα χέρια μου.

«Κουίν, φτάνουν τα παιχνίδια. Πες μου αμέσως τι έχει γίνει. Ποιος
σου το έκανε αυτό!» μου φώναξε και κάθισα στο κρεβάτι κοιτώντας τον
με μίσος.

«Εσείς μου το κάνατε αυτό! Εξαιτίας σας δεν μπορώ να είμαι
χαρούμενη!» του είπα έντονα και με κοίταξαν και οι δύο σοκαρισμένοι.
Ήταν η πρώτη φορά μετά από το γκαλά που ύψωνα τη φωνή μου για
κάτι. Γενικά που έδειχνα κάποια σημεία ζωής.

«Τι είναι αυτά που λες, Κουίν; Εμείς δεν θα σε πειράζαμε ποτέ» είπε
και ξέσπασα σε τρανταχτά γέλια. Σηκώθηκα όρθια και σταύρωσα τα
χέρια στο στήθος.

«Για αρχή σταμάτα να με φωνάζεις με αυτό το ηλίθιο όνομα. Δεν
είμαι καμία βασίλισσα και έπαψα αρκετό καιρό τώρα να είμαι μία
Άνταμς. Το όνομά μου είναι Βαλεντίν και με καταστρέψατε όταν μου
βάλατε το όπλο στα χέρια έντεκα χρόνια πριν και με αναγκάσατε

356 ALEXA MERIAN

να σκοτώσω εκείνο τον άντρα και ειδικά στα γενέθλιά μου. Με
καταστρέψατε όταν θέλησα να ζήσω μία ζωή πέρα από όλα αυτά κι
εσείς δεν με αφήσατε σε ησυχία. Με καταστρέψατε όταν μου
ανακοινώσατε εκείνον τον ηλίθιο αρραβώνα με τον Λουσιάνο χωρίς καν
να με ρωτήσετε. Αυτός ο άντρας ευθύνεται για όλα τα κακά που
συμβαίνουν σε αυτή την οικογένεια κι ενώ προσπαθώ να σου βρω
αποδείξεις ότι δεν μπορείς να τον εμπιστεύεσαι, εσύ πας και μου
κανονίζεις γάμους και πανηγύρια. Με έχει πληγώσει τόσο σωματικά και
ψυχικά, μα εσύ συνεχίζεις να εθελοτυφλείς και να πιστεύεις παραμύθια
πέρα από την ίδια σου την κόρη. Τι σας έχω κάνει και με μισείτε τόσο;»
ξέσπασα και οι φωνές μου ακούγονταν σε όλο το σπίτι.

Ο αδερφός μου μάλλον με άκουσε και φάνηκε να έρχεται τρέχοντας
προς το δωμάτιό μου.

«Τι έγινε εδώ πέρα;» ρώτησε ανήσυχα και αμέσως στάθηκε στο
πλευρό μου.

«Πες τους! Πες τους τι σκατά γίνεται, γιατί δεν αντέχω άλλο αυτήν την
υποκρισία! Δεν την αντέχω άλλο!» τσίριξα εκτός ελέγχου πλέον και η
αναπνοή μου γινόταν όλο και πιο γρήγορη. Ήμουν έτοιμη να πάθω
κρίση, όμως κάτι ήταν διαφορετικό αυτή τη φορά.

«Έιντζελ» είπα πνιχτά κι εκείνος αμέσως με κράτησε στα χέρια του
τη στιγμή που πήγα να πέσω. Με έβαλε να καθίσω στην άκρη του
κρεβατιού και πέρασα τα χέρια μέσα από τα μαλλιά μου ενώ κοιτούσα
σαν να ήμουν τρελή. Ένιωθα τρελή.

«Θέλω τη ζωή μου πίσω. Είμαι η Βαλεντίν και θέλω τη ζωή μου πίσω.
Θέλω εκείνον πίσω». Παραμιλούσα με ψιθυριστή φωνή και ο Έιντζελ
προσπαθούσε να με κάνει να συνέλθω, όμως δεν τα κατάφερνε.

Όπως καθόμουν τινάχτηκα όρθια. Ήθελα είτε να κατέβω κάτω στην
κλειδωμένη αίθουσα χορού και να χορέψω μέχρι λιποθυμίας είτε να
φύγω ξανά από αυτό το σπίτι, όμως τα πόδια μου δεν με βαστούσαν.
Δεν είχα τη δύναμη πια. Έκανα δύο βήματα και έπεσα στο πάτωμα πριν
προλάβει κάποιος να με πιάσει. Τα γόνατα και οι παλάμες μου
γδάρθηκαν στη μοκέτα και ύστερα ακολούθησε το σώμα μου.

Κυνηγοί Ζωής 357

«Κουίν!» άκουσα τη φωνή του Έιντζελ να με φωνάζει, μα ακουγόταν
λες και βρισκόταν μακριά. Τα βλέφαρά μου έκλεισαν και το τοπίο
σκοτείνιασε.

Όταν τα άνοιξα ξανά, ήμουν στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, αλλά το
δωμάτιο το αναγνώρισα γιατί ήταν στο πατρικό μου. Ήταν το ίδιο
δωμάτιο που κρατούσαν τον Έιντζελ μετά την επίθεσή του και για μία
ακόμη φορά το χρησιμοποιούσαν για νοσοκομειακούς λόγους. Εκείνος
καθόταν ακριβώς στην καρέκλα δίπλα μου και με κοιτούσε ανυπόμονα
για το πότε θα ξυπνήσω. Όταν είδε πως προσπαθούσα να σηκωθώ,
κάθισε κοντά μου κρατώντας τα χέρια μου μέσα στα δικά του.

«Μην ταράζεσαι».
«Τι σκατά έγινε;» τον ρώτησα άκεφα και μου χαμογέλασε συμπο-
νετικά.
«Τι θες να γίνει, Κουίν; Δεν τρως καθόλου, δεν κοιμάσαι και η
ψυχολογία σου είναι χάλια. Έχεις ανεβάσει λίγο πυρετό, όμως ο γιατρός
σου έδωσε κάποια αντιπυρετικά και έχεις φυσιολογική θερμοκρασία
τώρα» είπε, μα δεν τον πίστεψα και πάρα πολύ. Ναι, είχα καταλάβει πως
κάτι άλλο πήγαινε λάθος μαζί μου, όμως γιατί μου έλεγε ψέματα;
Ξαφνικά ο γερο-Άνταμς μπήκε μέσα και έδειχνε κατάχλομος.
Πλησίασε με αργά βήματα το άλλο πλευρό του κρεβατιού και με κοιτούσε
περίεργα. Έμοιαζε πιο μεγάλος από την πραγματική του ηλικία κι εκείνο
το ψυχρό προσωπείο είχε χαθεί. Η έκφρασή του θύμιζε πολύ εκείνη που
είχε στο νοσοκομείο, τότε που βρισκόταν ο Έιντζελ στην εντατική.
«Κουίν, ξύπνησες» είπε νευρικά και συνοφρυώθηκα. Σταύρωσα τα
χέρια στο στήθος και τους κοίταξα μία τον έναν και μία τον άλλον
εναλλάξ.
«Οκ, τι στον διάολο συμβαίνει εδώ πέρα;» απαίτησα να μάθω και οι
δύο άντρες κοιτάχτηκαν.
«Ηρέμησε. Απλώς δεν θέλω να σε αναστατώσω περισσότερο.
Γνωρίζεις ποιανού είναι;» με ρώτησε μπερδεμένα και ανασήκωσα το ένα
μου φρύδι.
«Ποιανού είναι τι; Τι λες;»

358 ALEXA MERIAN

«Μπαμπά!» παραπονέθηκε ο Έιντζελ και ο πατέρας μου μου έδωσε
ένα χαρτί. Όταν το κοίταξα, παρατήρησα πως ήταν μία φωτογραφία με
μερικούς αριθμούς από κάτω. Το βλέμμα μου σκοτείνιασε και τα χέρια
μου άρχισαν να τρέμουν.

«Θέλω τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου» απαίτησα ήρεμα και
δίπλωσα το χαρτί που κρατούσα.

«Κουίν, δεν νομίζω πως–» πήγε να πει ο αδερφός μου, μα το βλέμμα
μου τον σταμάτησε.

«Το όνομά μου είναι Βαλεντίν και, αν θέλετε να συνεχίσω να μένω σε
αυτό το σπίτι, θέλω τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου» είπα αυτή τη φορά
πιο δυνατά και οι δύο άντρες αντάλλαξαν ανησυχητικές ματιές.

Ο πατέρας μου σηκώθηκε και βγήκε από το δωμάτιο ενώ ο Έιντζελ
πέρασε το χέρι μέσα από τα μαλλιά του φανερά ενοχλημένος.

«Τι θα κάνεις, Βαλεντίν;» με ρώτησε μα δεν του απάντησα.
Σηκώθηκα όρθια και έβαλα το χαρτί στην τσέπη της φόρμας μου.
Μάζεψα τα μαλλιά μου σε μία ψηλή, άχαρη κοτσίδα και τότε ο Άνταμς
μπήκε μέσα και μου έδωσε την αρμαθιά με το διαμαντένιο μπρελόκ.

«Θα γυρίσω το βράδυ ή νωρίς το πρωί. Αύριο το απόγευμα θα
έχουμε οικογενειακό συμβούλιο» είπα ψυχρά και κανείς τους δεν μου
έφερε αντίρρηση. Τους προσπέρασα και, αφού ανέβηκα στο δωμάτιό
μου, φόρεσα το μπουφάν και τα παπούτσια μου, πέταξα το κινητό και τα
κλειδιά μου σε μία τσάντα και κατέβηκα ξανά κάτω.

Η πόρτα του γραφείου του Άνταμς ήταν ανοιχτή και από μέσα
μπορούσα να ακούσω τις φωνές τους, μα δεν σταμάτησα. Δεν είχα
χρόνο να ασχοληθώ μαζί τους. Αντ’ αυτού πήρα τον δρόμο για το
γκαράζ. Μπήκα στο Άουντι, πάτησα τέρμα το γκάζι και βγήκα έξω.
Ευτυχώς που είχαν ειδοποιήσει να ανοίξουν την πύλη, ειδάλλως θα την
έσπαγα και δεν θα ήταν τόσο καλή η σύγκρουση.

Η διαδρομή από το Μάντσεστερ μέχρι το Μπράιτον ήταν περίπου
πέντε ώρες, αλλά έτσι όπως έτρεχα εγώ έκανα πολύ λιγότερο. Σε όλη τη
διαδρομή το μυαλό μου γύρισε στους δύο τελευταίους μήνες που
πέρασαν μετά το γκαλά, μα δεν θυμόμουν και πολλά. Ήταν σαν να
περνούσε η ζωή μου μέσα από ένα θολό φίλτρο. Από εκείνη τη νύχτα και

Κυνηγοί Ζωής 359

ύστερα υπέφερα μέχρι και να αναπνεύσω, μέχρι που όλα έγιναν μία
συνήθεια και δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τον πόνο από την
καθημερινότητα αγνοώντας τι πραγματικά συνέβαινε γύρω μου.

Θυμόμουν καθαρά τη διαδρομή και όσο πλησίαζα, ένιωθα το σφίξιμο
στο στομάχι μου να γίνεται ολοένα και εντονότερο. Όταν η πύλη του
σπιτιού των Μορέι φάνηκε, είχε πλέον βραδιάσει και ο ουρανός ήταν
γεμάτος σύννεφα έτοιμα για μια δυνατή καταιγίδα.

Πάτησα απότομα το φρένο και τα λάστιχα άφησαν μια στριγκλιά
πριν σταματήσουν. Έβγαλα τα κλειδιά από τη μίζα και τινάχτηκα έξω
αφήνοντας το αμάξι στην άκρη του δρόμου. Στάθηκα στην πύλη και
κοίταξα τον φρουρό που φαινόταν έκπληκτος από την παρουσία μου.
Τον ήξερα και με ήξερε κι εκείνος. Πλησίασα.

«Πρέπει να μιλήσω με το αφεντικό σου» είπα ψυχρά κι εκείνος
άργησε να απαντήσει.

«Βαλεντίν... Δεν γίνεται» είπε διστακτικά και σταύρωσα τα χέρια στο
στήθος.

«Ρίκι, είναι σημαντικό και αφορά κι εκείνον κι εμένα. Πρέπει να τον
δω» του είπα σοβαρά κι εκείνος αναστέναξε.

«Μας έχει δώσει εντολές να σε διώξουμε ακόμα και με τη βία. Δεν
θέλει να έχει καμία σχέση μαζί σου».

Προφανώς και όλοι ήξεραν τι είχε συμβεί. Κοίταξα το διπλωμένο
χαρτί που κρατούσα στα χέρια μου και δάγκωσα τα χείλη.

«Πολύ καλά. Αντίο, Ρίκι» του είπα και γύρισα την πλάτη για να φύγω.
Άφησα τη φωτογραφία πάνω στο κάθισμα του συνοδηγού και χτύπησα
με δύναμη τις γροθιές μου στο τιμόνι.

Τι ήρθα να κάνω εδώ; Να του πασάρω ένα παιδί μήπως και γυρίσει;
Ήμουν τόσο ηλίθια.

Έπιασα το κινητό μου και κάλεσα τους μοναδικούς ανθρώπους που
μου είχαν απομείνει μετά τον αδερφό μου.

«Ροσέλ;» είπα και η φωνή μου βγήκε περίεργα.
«Βαλ, τι έγινε; Είσαι καλά;» με ρώτησε ανήσυχα και κοίταξα την
έπαυλη. Στη Ροσέλ δεν είχα πει ολόκληρη την ιστορία για το τι είχε γίνει
με τον αδερφό της παρά μόνο ότι ήξερε πλέον ποια είμαι.

360 ALEXA MERIAN

«Όχι, δεν είμαι. Δεν είμαι καθόλου καλά» παραδέχτηκα και αφού την
έβαλα σε ανοιχτή ακρόαση, έβαλα μπροστά το αμάξι και ξεκίνησα.

«Με τρομάζεις. Τι άλλο έγινε;» ρώτησε και ρουθούνισα.
«Αυτό που ευχόσουν τόσο καιρό έγινε. Σε εφτά μήνες πιθανότατα να
γίνεις θεία» της είπα ωμά και μία απόλυτη ησυχία ακούστηκε από την
άλλη γραμμή.
«Ρος; Ροσέλ, είσαι εκεί;» ρωτούσα, όμως κανείς δεν μου απαντούσε.
Ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβος και ύστερα απάντησε μία αντρική
φωνή και στην αρχή δεν κατάλαβα ποιος ήταν.
«Τι της είπες και πέταξε το τηλέφωνο;» με ρώτησε εκείνος και
ξεφύσηξα.
«Λίαμ, εσύ είσαι; Με τρόμαξες» είπα και χαμογέλασα λιγάκι.
«Ναι, άσε τα σάπια και πες μου τι της είπες» απαίτησε. Του εξήγησα
πώς είχαν τα πράγματα κι εκείνος άρχισε να φωνάζει. Ένιωσα κάπως
άσχημα. Δεν είχα σκοπό να τους αναστατώσω, απλά θεώρησα πως
έπρεπε να το ξέρουν.
«ΘΑ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΩ!» τσίριξε η μικρή από το παρασκήνιο και
αμέσως πήρε εκείνη το τηλέφωνο.
«Επειδή προφανώς έχει πολλά κενά η ιστορία, τα οποία μου κρύβετε
όλοι, σε μία βδομάδα θα βρισκόμαστε στο Λονδίνο. Πρέπει να βρεθούμε
και να μιλήσουμε από κοντά» μου ανακοίνωσε και αμέσως ένιωσα
χειρότερα.
«Ρος, άκουσέ με. Τα πράγματα εδώ πέρα δεν είναι καλά. Μην κάνεις
το λάθος και έρθεις γιατί θα σου κόψω τα πόδια, όπως μην κάνεις το
λάθος να του πεις κουβέντα. Ο μόνος λόγος που σας το λέω είναι επειδή
ξέρω ότι, παρ’ όλα όσα έγιναν, θα χαιρόσασταν, και ίσως να είστε και οι
μοναδικοί» παραδέχτηκα και στο τέλος η φωνή μου χαμήλωσε.
«Βαλεντίν, δεν το θες;» με ρώτησε και δεν μίλησα. Δεν είχα προλάβει
να σκεφτώ αν το ήθελα ή όχι. Το μόνο που έκανα μόλις το έμαθα, ήταν
να ξεκινήσω να βάλω επιτέλους τα πράγματα σε μία σειρά, ώστε αν
γεννιόταν, να μη μεγάλωνε όπως οι γονείς του.
«Δεν ξέρω, Ροσέλ. Δεν έχω ούτε πέντε ώρες που το έμαθα και ήδη
έχω ξεκινήσει να φροντίζω για την προστασία του. Μπορεί να ήρθε από

Κυνηγοί Ζωής 361

το πουθενά και γι’ αυτό να είναι υπαίτιος ο αδερφός σου, όμως το τίποτα
που ένιωθα τον τελευταίο καιρό έγινε ξαφνικά κάτι και δεν έχω προλάβει
να το συνειδητοποιήσω» είπα ήρεμα και όπως οδηγούσα, ξαφνικά
πάτησα το φρένο και σταμάτησα στην άκρη του δρόμου κοιτώντας
μπροστά μου σαν χαμένη. Κοίταξα ξανά τη φωτογραφία στο δίπλα
κάθισμα και μισοχαμογέλασα.

«Τουλάχιστον ξέρω ότι πέρα από μένα θα μεγαλώσει με θείους που
το αγαπάνε» είπα και την άκουσα να αναστενάζει.

«Δεν έχεις άδικο σε αυτό, φυσικά και θα το αγαπάμε! Όμως πρέπει
να σε δω. Έλα στην Ιταλία. Θα σε βοηθήσουμε εμείς και θα έχουμε τον
χρόνο μας και να μιλήσουμε αλλά και να διασκεδάσουμε. Θα είναι όπως
τα είχαμε σκεφτεί!» είπε όλο χαρά και κούνησα το κεφάλι χαμογελώντας.
Ίδια και απαράλλακτη.

«Θα πάρει λίγο χρόνο, μικρή, για να ξεκαθαρίσω πρώτα τα
πράγματα εδώ, όμως δεν είναι καθόλου άσχημη ιδέα. Με την πρώτη
ευκαιρία θα μπω στο αεροπλάνο και θα είμαι εκεί, εντάξει;» της είπα για
να την καθησυχάσω και προσπάθησα να ακουστώ ευδιάθετη. Στην
πραγματικότητα τα χέρια μου έτρεμαν ενώ είχα γραπωθεί από το τιμόνι
και κρατιόμουν για να μην ξεσπάσω ξανά.

«Αν νομίζεις ότι είναι καλύτερα να μείνεις παραπάνω εκεί, εντάξει, αν
και δεν συμφωνώ. Να ξέρεις ότι χάρηκα πολύ με αυτά που μου είπες
και, ύστερα από όλα όσα έγιναν, εμείς συνεχίζουμε να σε αγαπάμε. Σου
υπόσχομαι πως δεν θα του πω τίποτα μέχρι να θεωρήσεις εσύ ότι είναι η
κατάλληλη ώρα» μου είπε και δάγκωσα τα χείλη για να μην κλάψω.

«Μικρή, καμιά φορά είσαι η πιο ώριμη από όλους μας. Να προσέχετε
εκεί. Θα μιλήσουμε σύντομα».

«Όπως το είπες, καμία φορά!» φώναξε ο Λίαμ από μέσα και ύστερα
η Ροσέλ άρχισε να τον κατσαδιάζει, κάτι που με διασκέδασε κάπως.

Τους έκλεισα άρον άρον, γιατί δεν μπορούσα να ελέγξω άλλο τα
δάκρυά μου. Έκρυψα το πρόσωπό στα χέρια μου και άρχισα να κλαίω
σπαρακτικά. Αυτός ο άνθρωπος με είχε πληγώσει περισσότερο απ’ όσο
είχα φανταστεί και δεν μπορούσα να πιστέψω πως ακόμα και μετά από
όλα αυτά του ήμουν τόσο ευγνώμων. Μου έδειξε πώς είναι να αγαπάς

362 ALEXA MERIAN

και να αγαπιέσαι και μέσα από τον πόνο μού έδωσε νόημα να συνε-
χίσω.

Άγγιξα την κοιλιά μου και μου ξέφυγε ένας λυγμός παραπάνω. Δεν
ήξερα αν μπορούσα να το κάνω μόνη, όμως θα έβαζα τα δυνατά μου.
Τόσα χρόνια εκπαίδευσης και σκληραγώγησης θα έβγαιναν σε καλό. Θα
έκανα τα πάντα για να το προστατέψω, ακόμα και αν χρειαζόταν να
παγώσω την καρδιά μου.

Σκούπισα τα μάτια και κοίταξα μπροστά με ένα βλέμμα κενό και
ύστερα έβαλα μπρος το αμάξι. Αυτή τη φορά πήρα τον χρόνο μου και
οδηγούσα με σταθερή ταχύτητα. Είχα ανοίξει και το παράθυρο και ο
παγωμένος αέρας έπαιρνε τα μαλλιά μου πίσω, χαλαρώνοντάς με.
Ξαφνικά άρχισα να γελάω. Στην αρχή χαμηλόφωνα, μα δεύτερα
αργότερα έγινε πιο δυνατό, υστερικό. Ήμουν σίγουρα τρελή, αλλά πλέον
δεν ήμουν μόνη. Μπορεί εκείνος να διάλεξε να φύγει και να είχε δίκιο,
όμως τουλάχιστον μου άφησε κάτι πίσω και αυτό άξιζε κάθε είδους
τρέλα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 45

Μετά το ταξίδι μου στο Μπράιτον, ο πατέρας μου και ο Έιντζελ με
περίμεναν στο σαλόνι του σπιτιού. Όταν μπήκα μέσα και τους είδα,
πήρα μία βαθιά ανάσα και τους κοίταξα ανέκφραστα.

«Πού ήσουν; Πήγες να βρεις αυτόν;» απαίτησε ο γερο-Άνταμς και τον
αγριοκοίταξα.

«Ναι, σε αυτόν πήγα, αλλά δεν είναι κάτι που σας αφορά» είπα και η
φωνή μου ακούστηκε πολύ διαφορετική.

«Και ποιος είναι; Ποιανού είναι το παιδί, μικρή;» είπε το ίδιο
αυστηρά σαν να με μάλωνε, όμως δεν ήμουν μικρή πλέον για να τον
φοβηθώ. Αυτές οι μέρες ήταν πλέον πίσω μου.

«Το παιδί είναι δικό μου και μόνο δικό μου!» είπα έντονα με βαριά
φωνή κι ενώ εκείνος με κοιτούσε έκπληκτος, είδα τον αδερφό μου να
κατεβάζει το βλέμμα και να κλείνει τα μάτια. Ύστερα σήκωσε το κεφάλι
και ήρθε και στάθηκε στο πλάι μου.

«Από τη στιγμή που διάλεξε η αδερφή μου να το κρατήσει, δεν
υπάρχει λόγος να το ψάχνουμε παραπάνω. Ο λόγος της είναι κανόνας κι
εγώ είμαι μαζί της. Το παιδί είναι της Βαλεντίν και μόνο δικό της» είπε με
σθένος και τον κοίταξα νιώθοντας πιο δυνατή από ποτέ. Η σχέση μου με
τον αδερφό μου ήταν πάντα δυνατή όμως δεν πίστευα ποτέ πόσο.

Το βλέμμα μου γύρισε πάνω στον Άνταμς που για πρώτη φορά
έβλεπα ένα τόσο έντονο συναίσθημα στα μάτια του· σαν να είχε καρδιά.
Έκανε ένα βήμα μπροστά και το μόνο πράγμα που δεν περίμενα ποτέ να
κάνει: άνοιξε τα χέρια του και με αγκάλιασε σφιχτά σε μία αγκαλιά που
ξεχείλιζε από συναισθήματα που δεν είχα δει ποτέ μου.

364 ALEXA MERIAN

Με κοίταξε στα μάτια και φαινόταν να καμαρώνει.
«Αυτή είναι η κόρη μου. Τα πράγματα θα γίνουν όπως θες, αρκεί εσύ
και το εγγόνι μου να είστε ασφαλής» είπε και νομίζω πως το πρόσωπό
μου έμοιαζε σίγουρα με κινούμενο σχέδιο.
«Αν δεν σας πειράζει, θα ήθελα να πάω να ξεκουραστώ. Αύριο θα
ξεκινήσουμε όλες τις διαδικασίες για να περάσει στα χέρια μου η
αρχηγεία των Άνταμς. Σύντομα θα χρειαστεί να φύγω για την Ιταλία και
θα λείψω για αρκετό καιρό, οπότε θέλω να ξέρω πώς πηγαίνουν τα
πράγματα. Θέλω όμως να καθίσετε και να ακούσετε όλα όσα έχω να σας
πω αυτή τη φορά, δίχως να με σταματήσετε» είπα αποφασιστικά και οι
δυο τους κοιτάχτηκαν για μια στιγμή.
«Εάν είναι αυτό που επιθυμείς. Καλό σου βράδυ» είπε ο Άνταμς και
περάσαμε στις παλιές καλές μας σχέσεις.
Γύρισα την πλάτη μου και ανέβηκα επάνω στο υπνοδωμάτιό μου.
Κλείδωσα την πόρτα και κάθισα αργά στην άκρη του κρεβατιού μου
κοιτώντας το κενό. Έπειτα ξάπλωσα κάτω από τα σκεπάσματα και
αγκάλιασα τον εαυτό μου αφήνοντας ό,τι με πονούσε να φύγει μαζί με τα
δάκρυά μου.
Όλο το βράδυ μου ήταν κάπως έτσι. Νόμιζα ότι δεν θα μπορούσα να
κάνω πιο ανήσυχο ύπνο στη ζωή μου κι όμως... Ξυπνούσα συνέχεια και
όταν δεν άντεξα άλλο, σηκώθηκα τελείως από το κρεβάτι. Ο ήλιος δεν
είχε βγει ακόμα και ήταν σκοτεινά. Μπήκα στο μπάνιο για να κάνω ένα
ντους να ηρεμήσω. Έπειτα ντύθηκα και κατέβηκα στον κάτω όροφο.
Έφτιαξα ένα τσάι και μπήκα στο γραφείο του πατέρα μου. Ξεκίνησα να
διαβάζω φακέλους. Στην αρχή τίποτα δεν ήταν ενδιαφέρον, αλλά όσο
συνέχιζα το διάβασμα τόσο όλα έβγαζαν νόημα.
Ο πατέρας μου ήταν γνωστός για τη διακίνηση όπλων και
ναρκωτικών και τα τελευταία χρόνια είχε αρχίσει να ασχολείται και με το
ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Φυσικά η ειδικότητά του ήταν οι δολοφονίες
– το ότι είχε βάλει κι εμένα να το κάνω από πολύ μικρή ηλικία, μου
έβγαζε μίσος. Και όλα αυτά που διάβαζα θα περνούσαν πλέον από τα
δικά μου χέρια. Για μία στιγμή δεν ήμουν καθόλου σίγουρη γι’ αυτό που
πήγαινα να κάνω, όμως από την άλλη μόνο με αυτόν τον τρόπο θα

Κυνηγοί Ζωής 365

μπορούσα να κρατήσω το παιδί μου και όλους όσους αγαπούσα
ασφαλείς. Αν έμενα στην απ’ έξω, όπως και πριν έτσι και μετά, θα
γινόμουν εύκολος στόχος δίχως να έχω κάποιον να καλύψει τα νώτα
μου. Τουλάχιστον πλέον θα είχα περισσότερη δύναμη όπως και
ασφάλεια.

Το μυαλό μου έτρεξε αρκετό καιρό πίσω, στη δολοφονία του
Ουμπέρτο. Κι εκείνος είχε μία οικογένεια πίσω του και τα έχασε όλα
επειδή προσπάθησε να μείνει στην απ’ έξω. Δυστυχώς αυτό ήταν το
σινάφι μας και καλύτερα να πάλευες μέχρι να νικήσει ο πιο δυνατός
παρά να προσπαθούσες να το αποφύγεις, γιατί έτσι πάντα την πλήρωνε
ο πιο αδύναμος. Σκοπός μου είχε γίνει η ασφάλεια του παιδιού μου και η
κατάρριψη της αυτοκρατορίας των Άνταμς. Μόνο αν φτάναμε στον πάτο
θα γλίτωνε ή αν μέναμε στην κορυφή. Ήταν μία απόφαση που έπρεπε να
πάρω με τον καιρό, αλλά για την ώρα δεν μπορούσα. Ήταν πολλά αυτά
που έπρεπε να γίνουν και, δίχως τον Κίλιαν να στέκεται στο πλάι μου,
φάνταζαν πιο δύσκολα.

Έκλεισα με δύναμη τον φάκελο που είχα μπροστά μου και χτύπησα
τη γροθιά μου πάνω στο βαρύ ξύλο. Φοβόμουν πως το μυαλό μου δεν θα
σταματούσε ποτέ να τον φέρνει στο προσκήνιο και αυτό με έκανε να
πονάω ακόμα περισσότερο.

«Όχι!» είπα με πείσμα και έσφιξα τα χέρια μου. Μπορούσα να τα
καταφέρω και χωρίς αυτόν.

Τινάχτηκα όρθια και βγήκα έξω από το γραφείο. Στον διάδρομο
συνάντησα την Κλαιρ που στην αρχή με κοίταξε έκπληκτη μα ύστερα μου
χαμογέλασε γλυκά. Φαινόταν σαν να είχε μόλις ξυπνήσει και με τράβηξε
μαζί της για πρωινό με το ζόρι. Ακόμα ένιωθα χάλια και δεν ήθελα να
βάλω μπουκιά στο στόμα μου, αλλά δεν φαινόταν να με ακούει και πάρα
πολύ. Μιλούσε ακατάπαυστα για τη δική της εγκυμοσύνη στον Έιντζελ κι
έπειτα για το πόσο ζωηρός ήταν. Για μια στιγμή με έκανε λιγάκι να
ξεχαστώ.

Το απόγευμα έφτασε και κλειστήκαμε όλοι μαζί στο γραφείο του
πατέρα μου που σύντομα θα περνούσε στα δικά μου χέρια. Τους
εξήγησα όλα όσα είχα μάθει για τον Λουσιάνο μέσα από τους Μορέι,

366 ALEXA MERIAN

αλλά και όλα όσα μου είχε κάνει. Ο Άνταμς φαινόταν εξοργισμένος μαζί
του αλλά και με τον εαυτό του. Του είπα επίσης τα μαρτύρια που πέρασα
στα χέρια του κρυφά από όλους. Πως με εκπαίδευε με άσχημους
τρόπους και ύστερα μου πουλούσε έρωτα κάνοντάς με να πιστεύω πως
έτσι έπρεπε. Να πονάω για να είμαι δυνατή. Κάθε φορά που εκείνοι
επέμεναν να μείνω μόνη μαζί του εγώ φοβόμουν για τη σωματική μου
ακεραιότητα, αλλά έτσι έπρεπε να κάνω γιατί όλοι ήξεραν τι έκαναν.
Όλοι είχαν δίκιο κι εγώ έπρεπε να μάθω, να δαμαστώ. Έτσι με είχαν
κάνει να πιστεύω, μέχρι που προτίμησα να το σκάσω. Ακόμα και αν
φοβόμουν τι θα μου φέρει το άγνωστο, ήμουν σίγουρη ότι θα ήταν
καλύτερο από αυτό που ζούσα. Ευτυχώς τότε γνώρισα τον πραγματικό
κόσμο και τον πραγματικό μου εαυτό, τη Βαλεντίν.

Διέταξε τους άντρες του να τον βρουν και να τον φέρουν μπροστά
μου, όμως τα πράγματα έγιναν πιο δύσκολα, μιας και αυτό το κάθαρμα
ήταν ειδικός στο να κρύβεται.

Για τους επόμενους τρεις μήνες περνούσα περισσότερο τον χρόνο
μου είτε διαβάζοντας και μαθαίνοντας για όλες τις δουλειές που είχε
κανονισμένες ο Άνταμς, είτε κολυμπώντας στην υπόγεια πισίνα του
σπιτιού. Αυτά τα Χριστούγεννα ήταν ακόμα πιο μελαγχολικά από τα
προηγούμενα διότι έπρεπε να τα περάσω μόνη, μακριά απ’ όλους, με την
μπαλίτσα που εξείχε από το σώμα μου να με τυραννάει με εμετούς και
πολύ φαγητό. Προφανώς αυτό το παιδί θα με ταλαιπωρούσε αφού ήταν
δικό του και δικό μου.

Με εκείνον δεν είχα μιλήσει. Προσπάθησα αρκετές φορές δίχως
επιτυχία και, παρ’ όλο που είχα ορκιστεί πως δεν θα μάθαινε τίποτα από
κανέναν, είχα ρίξει τις άμυνές μου και προσπάθησα πολύ για να
γνωρίζει την ύπαρξη του παιδιού. Φυσικά με απέρριπτε και αργότερα
έμαθα πως έφυγε κιόλας από τη χώρα δίχως να πει το πού. Αυτό μου
έκοψε κάθε ελπίδα.

Ευτυχώς η μέρα που θα ταξίδευα για την Ιταλία είχε φτάσει και
ανυπομονούσα. Η Ροσέλ και ο Λίαμ με περίμεναν πώς και πώς κι εγώ
ήθελα να τους δω. Με είχαν προειδοποιήσει ήδη πως έπρεπε να πάρω

Κυνηγοί Ζωής 367

μαζί μου μία έξτρα άδεια βαλίτσα γιατί είχαν ψωνίσει για το πιτσιρίκι και
φοβόμουν αρκετά για το τι θα αντίκριζαν τα μάτια μου.

Ένα ξαφνικό χτύπημα στην πόρτα με έβγαλε από την ονειροπόλησή
μου και ανασηκώθηκα από το κρεβάτι για να απαντήσω. Ήταν ο
αδερφός μου και μάλιστα, αν έκρινα από το πρόσωπό του, κάτι είχε
συμβεί.

«Καλημέρα, αδερφούλα. Πώς είσαι σήμερα;» με ρώτησε και στένεψα
τα μάτια.

«Εγώ είμαι καλά, εσύ τι έχεις; Τι μούτρα είναι αυτά;» τον ρώτησα και
ξεφύσηξε προβληματισμένος.

«Βαλεντίν, δεν ξέρω πώς θα το πάρεις μα κάποιος έχει έρθει για
σένα. Ωστόσο δεν είμαι σίγουρος αν πρέπει να τον δεις» είπε και η
καρδιά μου άρχισε να χτυπάει σαν τρελή.

«Μη μου πεις πως είναι ο…» πήγα να πω, όμως το γεγονός ότι
κούνησε αρνητικά το κεφάλι με έκανε να αναπνεύσω ξανά κανονικά.

«Ε, τότε ποιος είναι;»
«Ο πατέρας του» είπε ξερά και το βλέμμα μου σκλήρυνε.
Προσπάθησα να σηκωθώ με την κοιλιά μου να με δυσκολεύει και ο
Έιντζελ αμέσως ήρθε δίπλα μου να με βοηθήσει.
«Πήγαινε κάτω και πες του ότι θα κατέβω σε λίγο. Μην αφήσεις τον
μπαμπά να του ορμήσει, γιατί δεν θέλω να γίνει καμία φασαρία».
«Και τι θα κάνεις;» με ρώτησε ανησυχητικά και μισοχαμογέλασα.
«Θα βάλω ένα τέλος σε αυτή την κόντρα» είπα απλώς. Εκείνος
ένευσε με αβεβαιότητα και βγήκε έξω.
Φόρεσα ένα μαύρο πλεκτό μακρυμάνικο φόρεμα με τσέπες που
έφτανε λίγο πιο πάνω από το γόνατό μου και ένα χοντρό μαύρο κολάν με
ένα ζευγάρι μπότες χωρίς τακούνι. Έδεσα τα μαλλιά μου σε μία ψηλή
κοτσίδα και πριν φύγω, άνοιξα ένα από τα συρτάρια της ντουλάπας μου
και έβγαλα κάτι που ίσως μου φαινόταν χρήσιμο αργότερα. Βγήκα από
το δωμάτιο και άρχισα να περπατάω στον διάδρομο με βήματα αργά.
Ξαφνικά ένιωσα κάτι στην κοιλιά μου, σαν χτύπημα, και κατάλαβα πως
το μικρό μου ήταν ανήσυχο. Χάιδεψα την μπαλίτσα και πήρα μία βαθιά

368 ALEXA MERIAN

ανάσα κλείνοντας τα μάτια. Όταν τα άνοιξα ξανά, το βλέμμα μου είχε
ψυχράνει.

Άρχισα να κατεβαίνω τα σκαλιά ένα ένα με προσοχή και η ματιά μου
συναντήθηκε με αυτή του Γκλεν Μορέι. Είχαν τα ίδια μάτια και αυτό με
τάραξε για μία και μόνο στιγμή. Στάθηκα μπροστά του με την πλάτη ίσια
και τον κοίταξα με θάρρος απλώνοντας το χέρι σε μία τυπική χειραψία.

«Καλησπέρα, κύριε Μορέι. Σε τι οφείλουμε την επίσκεψή σας;» είπα
ανέκφραστα κι εκείνος κοίταξε το χέρι μου ενώ ύστερα το βλέμμα του
έπεσε στην κοιλιά μου κάνοντας τα μάτια του να ανοίξουν διάπλατα από
την έκπληξη. Φανερά οι ερωτήσεις άρχισαν να χορεύουν στο πρόσωπό
του. Άπλωσε κι εκείνος το χέρι σε μία χειραψία και ένιωσα τους άντρες
του πατέρα μου να τσιτώνονται. Αμέσως και οι δικοί του φάνηκαν σε
ετοιμότητα.

«Για εσάς ήρθα, δεσποινίς μου. Ήθελα να κάνουμε μία τυπική
κουβέντα ύστερα από τα νέα που διέρρευσαν για την αρχηγεία σας,
όμως απ’ ό,τι βλέπω δεν είναι το μόνο που πρέπει να συζητήσουμε»
είπε.

Τράβηξα το χέρι μου δείχνοντας τη δεξιά πλευρά του σπιτιού.
«Τότε καλύτερα να τα πούμε στο γραφείο μου, μιας και η συζήτηση
θα είναι μεγάλη. Οι άντρες σας μπορούν να μείνουν εδώ. Δεν διατρέχετε
κάποιο κίνδυνο, το ίδιο κι εσείς!» είπα ενώ στο τέλος διέταξα τους δικούς
μου.
Έτσι και έγινε. Μερικά λεπτά αργότερα εγώ, εκείνος, ο πατέρας μου
και ο Έιντζελ βρισκόμασταν στο γραφείο μου με τον αδερφό μου να
στέκεται από πίσω μου σαν προστάτης ενώ οι δύο άντρες κάθονταν από
την άλλη πλευρά του γραφείου.
«Σας ακούω». Βολεύτηκα στην καρέκλα μου και σταύ-ρωσα τα χέρια
μπροστά μου.
«Για αρχή ήρθα να μάθω ποιος ήταν ο σκοπός σου όταν
αποφάσισες να ξεγελάσεις την οικογένειά μου και να τη φτάσεις σε
σημείο να διαλυθεί» είπε απαιτητικά και ο Άνταμς αμέσως τσιτώθηκε.
Φυσικά και δεν ήξερε ακόμα για το μπλέξιμό μου με τους Μορέι.
Ε, καιρός να τα μάθαινε και αυτός.

Κυνηγοί Ζωής 369

«Δεν μπήκα στην οικογένειά σας για να κοροϊδέψω κανέναν, κύριε
Μορέι. Η οικογένειά σας μου φέρθηκε με τον καλύτερο τρόπο κι εγώ τους
αγάπησα έναν προς έναν, άσχετα με το παρελθόν που έχετε εσείς με τον
πατέρα μου. Εννοούσα κάθε λέξη όταν σας είπα ότι προστάτευα την
κόρη σας, πράγμα που ξεκίνησε όταν τη συνάντησα στους δρόμους, εκεί
που την είχατε αφήσει, και μόνο ο αδερφός της νοιαζόταν να την ψάξει.
Φυσικά άργησα πολύ να μάθω από πού ερχόταν, αλλά και όταν το
έκανα, δεν σταμάτησα να νοιάζομαι για εκείνη αλλά και τους
υπόλοιπους. Δυστυχώς όμως τα πράγματα ήρθαν έτσι επειδή εσείς οι
δύο…» είπα και τους έδειξα και αυτόν αλλά και τον Άνταμς
«δηλητηριάζατε τα μυαλά των παιδιών σας για μια έχθρα που ούτε καν
γνωρίζω πώς ξεκίνησε. Επιλέξατε να καταστρέψετε τις ζωές μας από τότε
που γεννηθήκαμε και η μοίρα αποφάσισε να κάνει το παιχνίδι πιο
ενδιαφέρον μπλέκοντας τους δρόμους μας. Έτσι έρχομαι εγώ και σας
ρωτάω: Από που ξεκίνησε όλο αυτό; Τι ήταν τόσο σοβαρό που όχι μόνο
χάθηκε άδικα η ζωή της Εμίλια αλλά καταστράφηκαν και αυτές των
υπολοίπων;» είπα με σθένος και οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν σιωπηλά για
μια στιγμή. Ύστερα ο Μορέι γύρισε το ψυχρό βλέμμα του επάνω μου και
ξεφούρνισε κάτι το οποίο δεν το περίμενα.

«Ο πατέρας σου νομίζει πως εγώ δολοφόνησα τη μητέρα σου» είπε
και τότε τα πάντα έπεσαν σε μία νεκρική σιωπή. Ένιωσα το χέρι του
Έιντζελ στον ώμο μου και το βλέμμα μου δεν έφυγε από τον πατέρα μου.

«Τι άλλο μου έχεις κρύψει;» είπα ψυχρά και ο Άνταμς έγειρε
μπροστά βάζοντας τα χέρια στο πρόσωπό του.

«Όταν γεννήθηκες, η μητέρα σου είχε πέσει σε κατάθλιψη. Φοβόταν
πως κάποιος την παρακολουθούσε ενώ συνέχεια με κατηγορούσε για τη
δική σου ασφάλεια. Ήθελε να φύγει, όμως εγώ δεν την άφηνα. Στο τέλος
όμως πέρασε το δικό της. Μου έδωσε τα χαρτιά του διαζυγίου και έφυγε
για να βρει τους γονείς της στην Αμερική.

»Με τον Γκλεν ήμασταν από πάντα αντίπαλοι, αλλά τη συγκεκριμένη
περίοδο υπήρχε στην αγορά κάτι που το θέλαμε και οι δύο – μία
συμφωνία δισεκατομμυρίων. Όλα έγιναν τη νύχτα που έλειπα για το
μεγάλο συμβούλιο όπου θα έκλεινε και αυτή η συμφωνία. Θα γινόταν

370 ALEXA MERIAN

στο Μαϊάμι, στην έδρα του Μαρτίνεζ, και φυσικά πήγα μήπως και την
πείσω να γυρίσει μαζί σου πίσω στο Μάντσεστερ.

»Εσύ ήσουν ακόμα δύο χρονών και κοιμόσουν στο κρεβάτι σου όταν
μπήκαν μέσα και τη βρήκαν σε μία λίμνη αίματος δίπλα σου, ενώ μαζί με
εκείνη βρισκόταν και ο μεγαλύτερος αδερφός του Μορέι. Δίχως να χάσω
καιρό, σε πήρα πίσω στο σπίτι και έψαχνα για στοιχεία. Όλα
οδηγούσαν σε αυτόν» μου εξήγησε και στο τέλος έδειξε με το κεφάλι του
τον Μορέι. Εκείνος ρουθούνισε και έριξε την πλάτη του πίσω.

Εγώ από την άλλη ήμουν ανέκφραστη και για κάποιο περίεργο λόγο
δεν ένιωθα τίποτα. Τόσα χρόνια νόμιζα πως ήταν ζωντανή και πως
απλώς με είχε εγκαταλείψει και τώρα… Κι άλλα ψέματα.

«Πάντα ήσουν παρανοϊκός, Άρθουρ, και άκουγες πάντα τους άλλους.
Δεν ήμουν εγώ αυτός που σκότωσε τη Βικτώρια, όμως εσύ ήσουν
υπαίτιος για την επίθεση στο σπίτι μου που είχε σαν τίμημα τη ζωή της
Εμίλια και την αρχή της καταστροφής μας» είπε έντονα ο Μορέι και
ξαφνικά άρχισα να γελάω. Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν και ύστερα με
κοιτούσαν λες και είχα αποτρελαθεί.

«Είστε και οι δύο ηλίθιοι. Δύο ηλίθιες μαριονέτες που μεγαλώσατε
τους χειρότερους δολοφόνους» είπα αναφερόμενη σε μένα και τον
Κίλιαν. «Ποιος σου είπε ότι η μαμά ήταν δολοφονημένη;» ρώτησα σαν
να διασκεδάζω με αυτά που μου έλεγαν. Ο πατέρας μου με κοίταξε
μπερδεμένος και ύστερα, σαν να το συνειδητοποίησε, έσφιξε τις γροθιές
του και τινάχτηκε όρθιος. Ύστερα γύρισα το βλέμμα μου στον Μορέι και
χαμογέλασα θλιμμένα.

«Επικεφαλής στην επίθεση της Εμίλια ήμουν εγώ και ο μικρός γιος
των Ρομάνο. Η Εμίλια είχε μπλέξει μαζί του ενώ εκείνος προσπαθούσε
να την πλησιάσει για να καταφέρει αυτό που έγινε. Σκοπός των Ρομάνο
είναι να πάρουν την εξουσία που έχετε και οι δύο σας ώστε να
επεκταθούν και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Φυσικά δεν υπήρχε καλύτερος
τρόπος να το καταφέρουν αυτό από το να δημιουργήσουν μία φονική
βεντέτα μεταξύ σας. Είστε δύο από τους μεγαλύτερους αρχηγούς και
πάλι σας κορόιδεψαν. Φυσικά εγώ δεν γνώριζα τίποτα μέχρι εκείνη τη
νύχτα που έγιναν όλα. Έμεινα στο νοσοκομείο για τον γιο σας δίχως να

Κυνηγοί Ζωής 371

τον γνωρίζω, ακόμα και αν με είχατε πείσει πως ήταν εχθρός μου, και
όταν βεβαιώθηκα πως θα γινόταν καλά, έφυγα. Μερικές μέρες αργότερα
παράτησα αυτή τη ζωή πίσω μου και έμενα στους δρόμους. Το τι έγινε
μετά δεν έχει σημασία, αλλά εφόσον ενώθηκαν σε τέτοιο σημείο οι
δρόμοι μας και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, ήρθε η ώρα όλα να μπούνε
στη θέση τους, δεν νομίζετε;» είπα σοβαρά και κανείς τους δεν μίλησε.

Το τηλέφωνο του Έιντζελ έσπασε τη σιωπή και εκείνος το σήκωσε.
Δεν ξέρω τι του είπε ο συνομιλητής του, μα το βλέμμα του σκλήρυνε.
Όταν το έκλεισε, κοίταξε πρώτα εμένα και ύστερα τους άλλους δύο.

«Έχουμε τον Λουσιάνο. Τον πήγαν στην αποθήκη» είπε και έκλεισα
τα μάτια πιέζοντας τα χείλη μου. Τα άνοιξα και, δίχως να πω κάτι, άνοιξα
το πρώτο συρτάρι από το γραφείο μου και έβγαλα ένα περίστροφο και
τον σιγαστήρα του. Ένιωθα τα βλέμματα όλων επάνω μου. Έχωσα τα
χέρια στις τσέπες μου και έβγαλα από μέσα ένα ζευγάρι δερμάτινα
μαύρα γάντια. Κράτησα το περίστροφο και, αφού έβαλα τον γεμιστήρα,
το έδωσα στον Έιντζελ και σηκώθηκα όρθια. Ίσιωσα το φόρεμά μου και
άρχισα να περπατάω.

«Ακολουθήστε με, κύριοι» είπα.
Η αποθήκη ήταν στην πίσω πλευρά του σπιτιού και φυσικά ήταν
υπόγεια, μακριά από το φως του ήλιου. Είχε φροντίσει γι’ αυτό ο
πατέρας μου. Δεν ήθελε οι κραυγές τους να ακούγονται στον έξω κόσμο.
Κατέβηκα τα σκαλιά με προσοχή και το πρώτο άτομο που συνάντησα
ήταν ο Σέντρικ. Με περίμενε μαζί με τους άλλους εκεί και τα χέρια του
ήταν γεμάτα αίματα. Τον κοίταξα με ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη ενώ
εκείνος μου ένευσε με σεβασμό. Δεν είχαμε μιλήσει ξανά μετά από εκείνο
το συμβάν, ένα χρόνο πριν, παρά μόνο για τα τυπικά της ασφάλειας.
Απέναντί μου δεμένος σε μία καρέκλα ήταν ο Λουσιάνο και ήταν
ελαφρά χτυπημένος ενώ φαινόταν πως μόλις ξυπνούσε από κάποιο
είδος νάρκωσης.
Τώρα είσαι δικός μου. Σκέφτηκα.
Στάθηκα μπροστά του, έπιασα τα μαλλιά του με δύναμη και σήκωσα
το κεφάλι του.

372 ALEXA MERIAN

«Καλά ξυπνητούρια, όμορφε» είπα και τίναξα με δύναμη το κεφάλι
του πίσω.

«Βρε, βρε. Σε γκάστρωσε κιόλας; Δεν προσέχεις, Κουίν, και αυτό με
εκπλήσσει» είπε ειρωνικά και αυτόματα το χέρι μου έφυγε και του
έσκασα μία γροθιά στο πρόσωπο. Εκείνος γύρισε στο πλάι και άρχισε
να γελάει.

«Το όνομά μου είναι Βαλεντίν» είπα ψυχρά, άχρωμα. Είχα αρχίσει
να χάνω κάθε συναίσθημα και έτσι έπρεπε για να τα καταφέρω. Δεν του
άξιζε ίχνος μίσους ή λύπησης.

«Τόσο ικανή και χαραμίζεσαι. Ακόμα και με ένα μπάσταρδο στην
κοιλιά σου και μπορείς να παλέψεις» είπε χαιρέκακα και ήταν η σειρά
μου να γελάσω.

«Τουλάχιστον ξέρεις τι σε περιμένει» είπα και γύρισα την πλάτη μου
για να πάω στο οπλοστάσιο της αποθήκης. Το κοίταξα λες και θα
διάλεγα κάτι απλό, καθημερινό αντί για ένα όπλο βασανισμού.

Έβγαλα από μέσα ένα στιλέτο με πριονωτές λεπίδες. Γύρισα και με
μία κίνηση το πέταξα προς το μέρος του. Αυτό καρφώθηκε στον ώμο του.
Έβγαλε μία δυνατή κραυγή και ύστερα έσφιξε τα δόντια.

«Νομίζεις ότι μπορείς να με σπάσεις; Θυμάσαι όλα όσα σου έκανα
τα βράδια; Πόσο φώναζες από ηδονή αλλά και από πόνο; Το ξέρω ότι το
διασκεδάζεις, Κουίν. Εγώ σε έκανα αυτό που είσαι, οπότε δείξε μου το
δημιούργημά μου. Αυτό έχεις μόνο, μωρή σαδίστρια πουτάνα;» φώναξε
και του χαμογέλασα διαβολικά.

Ο δαίμονας που κρατούσα μέσα μου είχε λύσει τα δεσμά του και
ήταν η ώρα του να παίξει.

Πήρα άλλα τρία μαχαίρια και τον πλησίασα με αργά βήματα. Έβγαλα
αυτό που είχε καρθωθεί στον ώμο του αργά και στη θέση του έβαλα τα
δάχτυλά μου. Τον τράβηξα προς τον τοίχο κάνοντάς τον να ουρλιάζει
υστερικά.

«Δέστε τον» διέταξα τους άντρες μου κι εκείνοι, αφού τον έλυσαν, τον
κρέμασαν από τις αλυσίδες κάνοντας κάθε του πληγή να πονάει
περισσότερο.

Κυνηγοί Ζωής 373

«Τώρα τι έχεις να πεις, όμορφε; Πιστεύεις ότι με ξέρεις τόσο καλά;»
είπα δήθεν αθώα κι εκείνος άρχισε να γαβγίζει ό,τι βρισιά του ερχόταν
στο μυαλό.

«Θα το πληρώσεις αυτό, Κουίν! Εσύ και το μπάσταρδό σου θα
πέσετε στα χέρια μου και όσα σου έκανα δεν θα είναι τίποτα. Και αυτό,
ειδικά αν είναι κορίτσι, θα το απολαύσω ακόμα παραπάνω» είπε.

Γύρισα αργά και τον κοίταξα με οργή, έτοιμη να τον κατασπαράξω.
Τη στιγμή που έκανε το λάθος να απειλήσει τη ζωή του παιδιού μου ήταν
και η τελευταία λέξη που έβγαλε από το στόμα του. Ύστερα αυτά που
ακολούθησαν ήταν μόνο οι κραυγές του καθώς του έκοψα ένα πολύτιμο
μέλος από το σώμα του και τον ανάγκασα να το φάει. Έκλεισα με το χέρι
μου το στόμα του για να τον αναγκάσω να το καταπιεί ενώ του
χαμογελούσα.

«Αυτό για να θυμηθείς το κακό που έκανες στην Εμίλια κι εμένα» του
είπα ερωτικά και ύστερα τον άφησα να κλαψουρίζει φτύνοντας αίμα και
χολή.

Πλησίασα τον Έιντζελ και πήρα το περίστροφο από τα χέρια του. Το
σήκωσα προς το μέρος του έτοιμη να τον αποτελειώσω, όμως μία σκέψη
πέρασε από το μυαλό μου κι εκεί που τον σημάδευα στο κεφάλι, άλλαξα
πορεία και έριξα τρεις σφαίρες· όλες στα πόδια του. Έδωσα το
περίστροφο πίσω στον αδερφό μου που με κοιτούσε ανησυχητικά και
πέταξα τα γάντια μου που ήταν πλέον γεμάτα με αίματα, στο έδαφος.
Γύρισα προς το μέρος του Μορέι που ήταν ανέκφραστος και του ένευσα.

«Η τελευταία του ανάσα είναι το δώρο μου για τον γιο σας. Δεν του
χρωστάω τίποτα πλέον ύστερα από όλα όσα έκανε για μένα» είπα και
μετά από αυτό τους προσπέρασα και άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά.
Ήθελα να φύγω από αυτό το μέρος. Πιέστηκα αρκετά όμως όσο και αν
ανησυχούσα για τον μικρό, ήταν κάτι που έπρεπε να κάνω.

Οι άντρες του Μορέι ανέλαβαν το αναίσθητο σώμα του Λουσιάνο ενώ
εκείνος μας ακολούθησε στο εσωτερικό του σπιτιού.

«Δηλαδή όντως είναι δικό του;» με ρώτησε και τον κοίταξα άτονα.
«Θα πάρεις την ίδια απάντηση που πήραν όλοι όταν το έμαθαν. Το
παιδί είναι δικό μου και μόνο δικό μου που σημαίνει πως από τη στιγμή

374 ALEXA MERIAN

που δεν δέχτηκε καν να με δει για να μάθει γι’ αυτό, δεν έχει κανένα
δικαίωμα να γνωρίζει την ύπαρξή του. Προσπάθησα, Γκλεν, αλλά ο
Κίλιαν με αρνήθηκε, όχι μόνο μία φορά, άρα αρνήθηκε και αυτό». Έκανα
μία παύση και κράτησα την κοιλιά μου ενώ το όνομά του άφησε μία
γλυκόπικρη γεύση στο στόμα μου.

«Εμένα όμως με συγχωρείτε, αλλά πρέπει να ετοιμαστώ για την
πτήση μου. Η κόρη σας με περιμένει πώς και πώς και δεν θέλω να
αργήσω. Για τα υπόλοιπα μπορείτε να μιλήσετε με τον πατέρα ή τον
αδερφό μου. Θα με κρατάνε ενήμερη. Ίσως θα ήταν καλύτερα να λύσετε
τις διαφορές σας» είπα και γύρισα να φύγω, όμως η τελευταία του
ερώτηση έκανε τα μάτια μου να τσούξουν.

«Είναι αγόρι ή κορίτσι;» είπε και χαμογέλασα δαγκώνοντας τα χείλη
μου.

Δεν του απάντησα και συνέχισα τον δρόμο για το δωμάτιό μου. Για
ένα πράγμα ήμουν σίγουρη. Πως από ‘δώ και στο εξής το μικρό μου θα
είχε δύο πολύ δυνατές οικογένειες να το αγαπάνε και να το
προστατεύουν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 46

5 χρόνια αργότερα

Ξέρετε ποιο είναι το κακό όταν σου αφήνουν στη διαχείρισή σου ένα
μεγάλο ποσοστό σε κλαμπ και άλλα μέρη που λειτουργούν μέχρι και
πολύ αργά μετά τα μεσάνυχτα; Ότι είσαι αναγκασμένος να τα
λειτουργήσεις, πράγμα που σε κρατάει και σένα ξύπνια μέχρι το πρωί.
Όχι ότι ο ύπνος μου ήταν τόσο καλός ώστε να παραπονιέμαι ότι τον
χάνω, όμως ακόμα και αυτό το λίγο παραπάνω που θα κοιμόμουν θα
ήταν ιδανικό.

Η ώρα ήταν περίπου πέντε μετά τα μεσάνυχτα και μόλις είχα μπει
στο υπνοδωμάτιό μου. Πέταξα τις γόβες μου σε μία άκρη και έπεσα με τα
ρούχα στο κρεβάτι. Έκρυψα το πρόσωπό μου στα μαξιλάρια και πήρα
μία βαθιά ανάσα. Ένιωθα επιτέλους όλο το βάρος και την πίεση από το
σώμα μου να φεύγει αργά. Ήμουν σχεδόν έτοιμη να κοιμηθώ όταν
άκουσα την πόρτα μου να ανοίγει αργά και βήματα να με πλησιάζουν.
Τα ήξερα πολύ καλά αυτά τα βήματα. Ανασήκωσα το κεφάλι μερικά
εκατοστά και όταν είδα αυτά τα γαλάζια μάτια να με κοιτάνε με
παράπονο αναστέναξα. Σηκώθηκα και στήριξα το σώμα μου στα γόνατα
ανοίγοντας τα χέρια.

«Έλα εδώ» του είπα ήρεμα κι εκείνος, αφού σκαρφάλωσε στο
κρεβάτι, χώθηκε στην αγκαλιά μου. Με τα χεράκια του έπιασε μία από τις
μπούκλες μου και άρχισε να την πλέκει στα δάχτυλά του.

376 ALEXA MERIAN

«Πάλι εφιάλτη είχες;» Κούνησε το κεφαλάκι του θετικά. Τον φίλησα
στα ξανθά μαλλάκια του και ανέπνευσα για αρκετή ώρα τη μυρωδιά του.
Το άρωμα του γιου μου πάντα με ηρεμούσε. Τον τράβηξα στην αγκαλιά
μου για να ξαπλώσουμε μαζί κι ενώ εκείνος είχε κουρνιάσει δίπλα μου,
εγώ τον χάιδευα και τον κοιτούσα. Ακόμα και στον τρόπο που ξάπλωνε
ήταν ίδιος με εκείνον.

«Τι είδες αυτή τη φορά;» τον ρώτησα, αν και ήξερα την απάντηση.
Εκείνος κοίταξε χαμηλά για λίγο και ύστερα σήκωσε τα ματάκια του και
κοίταξε βαθιά μέσα στα δικά μου.

«Μαμά, γιατί δεν έχω μπαμπά;»
Πήρα μία κοφτή ανάσα. Τον φίλησα ξανά στο κεφάλι και έκλεισα τα
μάτια.
Τι συζήτηση και αυτή στις πέντε το πρωί!
«Γλυκέ μου, τα έχουμε ξαναπεί όλα αυτά. Ο μπαμπάς κι εγώ δεν
έχουμε μιλήσει από πολύ πριν γεννηθείς εσύ. Δεν ξέρει ότι έχει έναν
όμορφο άγγελο, αλλά είμαι σίγουρη πως, άμα το ήξερε, θα σε αγαπούσε
όπως σε αγαπάμε όλοι μας και ακόμα πιο πολύ» είπα ήρεμα ενώ με το
ζόρι κρατούσα τον εαυτό μου να μη λυγίσει.
Ο μικρός έσκυψε το κεφάλι παίζοντας ακόμα με τα μαλλιά μου.
Φαινόταν σκεπτικός.
«Είδα πάλι στον ύπνο μου πως ο μπαμπάς ήρθε και με πήρε μακριά
σου» είπε έτοιμος να κλάψει και τον αγκάλιασα σφιχτά.
«Εμίλιε, κανείς δεν θα σε πάρει μακριά μου. Ας τολμήσει κανείς να σε
πλησιάσει και η μαμά θα του κάνει όλα όσα σου μαθαίνει ο θείος
Έιντζελ πίσω από την πλάτη μου» του είπα πονηρά κι εκείνος γέλασε
κρύβοντας το προσωπάκι του στην αγκαλιά μου από ντροπή.
«Ναι καλά. Εσύ δεν ξέρεις από αυτά! Εσύ είσαι μαμά» είπε με
θάρρος και αμέσως άρχισα να τον γαργαλάω.
Φυσικά και ο γιος μου δεν είχε ιδέα για το τι ήμουν ικανή να κάνω.
Δεν με είχε δει ούτε μία φορά να προπονούμαι, αλλά είχα απαγορεύσει
και στους υπόλοιπους να του δείχνουν τι ήμαστε πραγματικά. Προφανώς
και κανείς δεν με άκουγε, μιας και όλοι είχαν ξετρελαθεί μαζί του, αλλά τι

Κυνηγοί Ζωής 377

να έκανα. Μου αρκούσε που του χάριζαν την παιδική ηλικία που
στερηθήκαμε οι υπόλοιποι και τον έκαναν να γελάει.

«Έλα, ύπνο τώρα, γιατί είμαι πολύ κουρασμένη» του είπα και τον
κάλυψα με τα σκεπάσματα σαν να ήταν μπουρίτο. Τον φίλησα στο
μέτωπο κι εκείνος μου χαμογέλασε με κατακόκκινα τα ματάκια του από
τη νύστα.

«Πάω να κάνω ένα μπανάκι και έρχομαι κι εγώ». Εκείνοςμε τράβηξε
για να με φιλήσει στο μάγουλο.

«Καληνύχτα, μαμά» είπε και κούρνιασε στα μαξιλάρια μου.
Σηκώθηκα για να πάρω μία αλλαξιά και, πριν μπω στο μπάνιο, τον
κοίταξα που ήδη τον είχε πάρει ο ύπνος. Χαμογέλασα πικρά. Όση ώρα
βρισκόμουν κάτω από το ντους, σκεφτόμουν αυτά που μου είπε πριν
μερικά λεπτά και ένιωθα αυτό το πλέον μόνιμο σφίξιμο στο στήθος μου
να πονάει. Για τον πατέρα του με ρωτούσε από πολύ μικρός και ποτέ δεν
του έκρυψα την αλήθεια. Μάλιστα μία φορά η Ροσέλ του έδειξε μία
φωτογραφία του πώς ήταν και ο ίδιος μικρός και από τότε πάντα είχε
κάτι να με ρωτάει γι’ αυτόν.
Οι εφιάλτες του είχαν ξεκινήσει όταν πήγε για πρώτη φορά στον
παιδικό σταθμό όπου όλα τα παιδάκια τον κορόιδευαν για το ότι δεν είχε
πατέρα. Φυσικά δεν μου πήρε πολύ να τον κρατήσω ξανά στο σπίτι.
Άρχισε όμως να τους έχει σε συχνή βάση και σχεδόν κάθε βράδυ
κοιμόταν μαζί μου. Όσο μεγάλωνε, προσπαθούσα να του δώσω να
καταλάβει πως δεν γινόταν να το κάνει συνέχεια αυτό, μα κι εγώ δεν
άντεχα να τον αφήνω μόνο του. Κάθε φορά που τον είχα στην αγκαλιά
μου ξεχνούσα τα πάντα και το σφίξιμο σχεδόν εξαφανιζόταν, όχι όμως
τελείως. Ήταν ίδιος με τον Κίλιαν και αυτό άφηνε γλυκόπικρα σημάδια
επάνω μου. Ωστόσο δεν σταματούσα ούτε λεπτό να του δείχνω πόσο τον
αγαπούσα.
Τον πατέρα του δυστυχώς μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια τον είδα
μόνο στα δύο πρώτα μεγάλα συμβούλια και, όταν έμαθε πως η αρχηγεία
είχε περάσει πλέον στα χέρια μου, δεν παραβρέθηκε ποτέ ξανά σε
κανένα από τα επόμενα και φυσικά το ίδιο είχα κάνει κι εγώ. Έστελνα
είτε τον Έιντζελ είτε τον γερο-Άνταμς βρίσκοντας πάντα συγκεκριμένες

378 ALEXA MERIAN

δικαιολογίες. Ήξερα ήδη πως μία μέρα θα ερχόμασταν αντιμέτωποι και
μάλιστα θα μάθαινε για τον μικρό, όμως δεν ήμουν έτοιμη ακόμα. Η
Ροσέλ αλλά και ο πατέρας του δεν του είπαν ποτέ τίποτα καθώς
σεβάστηκαν και των δύο την άποψη ότι δεν θέλαμε να δούμε ο ένας τον
άλλον και ευτυχώς για την ώρα όλα λειτουργούσαν καλά.

Φόρεσα τις πιτζάμες μου και βγήκα εξώ. Μόλις σκεπάστηκα και
τύλιξα τα χέρια μου γύρω του, έκλεισα τα μάτια και άφησα τον εαυτό μου
ελεύθερο να χαλαρώσει. Δεν άργησε να με πλακώσει η κούραση και να
κοιμηθώ, μα αυτή η γαλήνη διήρκεσε μόνο μερικές ώρες – μέχρι να
ξυπνήσει πάλι ο μικρός. Είχε σηκωθεί με όρεξη, όπως κάθε φορά που
κοιμόταν μαζί μου, και χοροπηδούσε στο πλάι μου φωνάζοντας για να με
ξυπνήσει. Κάπου στο βάθος άκουσα το γέλιο του αδερφού μου που τον
παρότρυνε να συνεχίσει και τα νεύρα μου είχαν αρχίσει να χτυπάνε
κόκκινο.

«Εμίλιε Βίκτορ Άνταμς Μορέι, σου ορκίζομαι πως άμα δεν
σταματήσεις, θα σε στείλω πακέτο στη θεία σου στην Αμερική να την
ξυπνάς αυτή κάθε μέρα έτσι!» είπα μέσα από το μαξιλάρι μου και ο
μικρός έπεσε στην αγκαλιά μου ξυπνώντας με για τα καλά από το βάρος.

Ο Έιντζελ ήρθε και κάθισε δίπλα μας γελώντας και τον τράβηξε στην
αγκαλιά του.

«Μικρέ, σταμάτα να βασανίζεις τη μαμά σου και πήγαινε κάτω για
πρωινό με τον παππού και τη γιαγιά» είπε και ο μικρός, δίχως να του
φέρει αντίρρηση, μου έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο λέγοντάς μου «σ’
αγαπώ» και ύστερα εξαφανίστηκε. Πώς μπορούσα να κρατήσω
χαρακτήρα σε κάτι τέτοια;

«Μπορείς ακόμα να το δώσεις για υιοθεσία ξέρεις» είπε ο αδερφός
μου και αναστέναξα πέφτοντας πάλι πίσω στο μαξιλάρι μου.

«Δελεαστικό, αλλά φοβάμαι πως άμα το κάνω, θα βουλιάξει όλο το
Ηνωμένο Βασίλειο» είπα και εκείνος γέλασε.

«Άντε, έλα κι εσύ για πρωινό» είπε δίνοντάς μου ένα φιλί στο
μάγουλο και αμέσως σηκώθηκε.

«Θέλω να κοιμηθώ!» φώναξα και άκουσα το γέλιο του από τον
διάδρομο.

Κυνηγοί Ζωής 379

«Βίκτορ, έλα να σηκώσεις τη μαμά για πρωινό!» φώναξε και γρύλισα
με διάρκεια.

Αφού κοπάνησα τις γροθιές μου στο κρεβάτι, σηκώθηκα και
κατέβηκα στον κάτω όροφο. Μετά από λίγα λεπτά βρισκόμουν στο
τραπέζι της κουζίνας να πίνω καφέ με το κεφάλι στηριγμένο στο ένα μου
χέρι ενώ οι υπόλοιποι ασχολούνταν με τα καμώματα του γιου μου. Τους
έκανε ό,τι ήθελε αυτό το μικρό κάθαρμα.

«Άντε, ρώτα την!» τον παρότρυνε ο Έιντζελ και νομίζω για μερικά
λεπτά είχα κοιμηθεί. Ανασηκώθηκα και ήπια μία γουλιά από τον καφέ
μου.

«Τι να με ρωτήσει;» είπα δίχως να ξέρω τι με περίμενε.
«Μαμά, εμένα πότε θα μου μάθεις να ρίχνω με όπλο και να πετάω
μαχαίρια;» ήπιε και τότε πνίγηκα με τη γουλιά μου. Αφού συνήλθα,
αγριοκοίταξα τον αδερφό και τον πατέρα μου εναλλάξ.
«Πάτε με τα καλά σας; Τι του μαθαίνετε;» ξεφώνησα και όλοι τους
έμοιαζαν να το διασκεδάζουν.
«Έτσι και αλλιώς θα τα μάθει μία μέρα, γιατί να μην τα μάθει από την
καλύτερη;» είπε με υπερηφάνεια ο Άνταμς και έκλεισα τα μάτια
παίρνοντας μία βαθιά ανάσα.
«Είναι μόνο πέντε!» διαφώνησα και τότε είδα τον μικρό να μου κάνει
εκείνα τα ίδια κουταβίσια μάτια που μου έκανε και η θεία του.
«Άμα με αφήνεις να κοιμάμαι λίγο παραπάνω, σου υπόσχομαι πως
θα σου δείξω μια μέρα» είπα και αμέσως άρχισε να χοροπηδάει.
Ύστερα, αφού έδωσε από ένα φιλί στον καθένα μας, έφυγε για να πάει
να βασανίσει και το υπόλοιπο προσωπικό. Τα βλέμματα όλων έπεσαν
πάνω μου και χαμογελούσαν.
«Πάλι σε κράτησε ξύπνια μέχρι τα ξημερώματα;» με ρώτησε η Κλαιρ.
«Είχε ξανά εφιάλτες και ρωτούσε για τον πατέρα του» είπα άτονα και
προσπάθησα να μην αφήσω τους άλλους να δούνε πόσο με ενοχλεί.
«Τώρα που το ανέφερες, ο Γκλεν με ρώτησε αν θα πας εσύ στο
συμβούλιο του Μαρτίνεζ» είπε ο πατέρας μου και στριφογύρισα τα μάτια
μου. Το γεγονός πως οι πρεσβύτεροι των Άνταμς και Μορέι από

380 ALEXA MERIAN

ορκισμένοι εχθροί μιλούσαν στο τηλέφωνο πιο συχνά και από
φιλενάδες, ξεπερνούσε τα όρια της φαντασίας.

«Μα νόμιζα πως θα πας εσύ» είπα και τότε εκείνος κοίταξε μία την
Κλαιρ και μία τον Έιντζελ.

«Θα γυρίσουμε πίσω στο Μάντσεστερ με την Κλαιρ αύριο και μετά
θα φύγουμε για Πράγα. Είναι η επέτειός μας» μου απάντησε και ένιωσα
τον εμετό να ανεβαίνει από το στομάχι μου.

Με τον Έιντζελ μέναμε σε μία αρκετά μεγάλη μονοκατοικία μαζί με
τον μικρό, λίγο πιο έξω από το Λονδίνο, ώστε να μη χρειάζεται να λείπω
συχνά ενώ οι υπόλοιποι παρέμεναν στο Μάντσεστερ. Φυσικά το σπίτι
μας μόνο απλή μονοκατοικία δεν το έλεγες με τόσα δωμάτια, αλλά αυτό
δεν ήταν το θέμα της συζήτησής μας.

«Καλά, και γιατί ρωτάει αν θα πάω εγώ;»
«Γιατί θέλει να δει τον μικρό. Μην ξεχνάς ότι κι εκείνος είναι παππούς
και ειδικά τώρα που βγήκε η μητέρα τους από την κλινική θέλει να τη
γνωρίσει πώς και πώς» μου είπε και τον κοίταξα σοκαρισμένη.
«Δεν πρόκειται να πάρω τον μικρό στο Μαϊάμι».
«Έλα, αφού θα είμαι κι εγώ. Είναι ευκαιρία να δεις και τη Ροσέλ. Αν
θυμάμαι καλά, θα είναι και η μεγάλη επίδειξη μόδας που θα πάρει
μέρος» είπε ο αδερφός μου για να με πείσει και τον αγριοκοίταξα.
«Για αρχή, μακριά τα ξερά σου από τη Ροσέλ, γιατί θα σ’ τα κόψω.
Αφού θα έρθεις κι εσύ, γιατί δεν πας μόνος;» του αντιμίλησα και
αναστέναξαν όλοι μαζί.
«Γιατί εγώ θέλω να κάνω διακοπές και σταμάτα να το αποφεύγεις.
Ένα απλό συμβούλιο είναι για τις προσφορές. Μπορούμε να
χαλαρώσουμε όλοι μας. Δες το σαν ευκαιρία να ξεκουραστείς λίγο από
τα ξενύχτια, να δεις τη μικρή και να ξεκουραστείς» είπε έντονα και
στένεψα τα μάτια μου. Σηκώθηκα και άφησα την κούπα μου στον
νεροχύτη ενώ πήρα ένα μπουκάλι νερό από το ψυγείο.
«Θα το σκεφτώ» είπα και έκανα να φύγω όταν άκουσα τη φωνή του.
«Είναι σε δύο μέρες!» μου φώναξε και γρύλισα δυνατά φροντίζοντας
να με ακούσουν. Ανέβηκα στο δωμάτιό μου, φόρεσα ένα μαύρο μπικίνι,
τύλιξα το σώμα μου με ένα παρεό και κατέβηκα για να πάω στην υπόγεια

Κυνηγοί Ζωής 381

πισίνα του σπιτιού. Εκεί μέσα είχα φτιάξει το σώμα μου μετά την
εγκυμοσύνη και πολλές φορές το κολύμπι με έκανε να ηρεμώ και να
σκέφτομαι τα πράγματα πιο λογικά.

Ο αδερφός μου με τον μικρό δεν άργησαν να φανούν φορώντας και
οι δυο τους μαγιό. Άφησε τον μικρό στην άκρη της πισίνας να
πλατσουρίσει ενώ εγώ κολύμπησα προς το μέρος του. Άρχισα να τον
πιτσιλίζω για να τον πειράξω μέχρι που τον πήρα μαζί μου και αρχίσαμε
να παίζουμε μέσα στο νερό. Το σκεφτόμουν σοβαρά για τις διακοπές
που μου πρότειναν, παρ’ όλο που είχαν να κάνουν με δουλειά. Η Ροσέλ
και ο Λίαμ δεν είχαν δει τον Εμίλιο για πολύ καιρό, από τότε που εκείνη
την ανέλαβε ένα αμερικάνικο πρακτορείο μοντέλων. Όπως κρατούσα τον
μικρό στην αγκαλιά μου, τον κοίταξα και σκέφτηκα πως θα ήταν ωραίο
αν πηγαίναμε κάπου μαζί.

«Σου έχει λείψει καθόλου η θεία Ροσέλ και ο θείος Λίαμ;» τον
ρώτησα και αμέσως απάντησε θετικά. Φυσικά και θα του είχαν λείψει
αφού πάντα τον κακομάθαιναν.

«Θες να πάμε να τους δούμε;»
«ΝΑΙ!» φώναξε δυνατά και έπεσε στην αγκαλιά μου.
Ύστερα συνεχίσαμε το πλατσούρισμα και τα παιχνίδια μέχρι να
κουραστεί και να τον βάλω να κοιμηθεί. Για μεσημέρι πάντα τον έβαζα
να κοιμηθεί στο κρεβάτι του και έμενα για λίγο μαζί του. Τον κοιτούσα
και σκεφτόμουν το ταξίδι που θα κάναμε. Αφού το ήθελε και ο γιος μου,
δεν είχα παρά να δεχτώ όσα μου είπαν. Σιγά, τι ήταν ένα συμβούλιο;
Μερικές συναντήσεις και τέρμα. Μετά διακοπές.
Μαϊάμι, ερχόμαστε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 47

Το αεροπλάνο πήρε θέση για προσγείωση και ο μικρός είχε αποκοιμηθεί
στην αγκαλιά μου. Ο Έιντζελ από την άλλη πλευρά είχε πιάσει κουβέντα
με δύο συνεπιβάτισσές μας και ήμουν σίγουρη πως, ενώ μου είχε
υποσχεθεί να με βοηθήσει με το ντάντεμα του μικρού, εκείνος θα
εξαφανιζόταν κάθε βράδυ και με διαφορετική γυναίκα. Αντί για ένα παιδί
θα ντάντευα δύο.

«Έι, Καζανόβα, θα βοηθήσεις με τα πράγματα του μικρού για να τον
πάρω αγκαλιά;» τον ρώτησα και αμέσως χαμογέλασε νευρικά στις
κοπέλες και γύρισε προς το μέρος μου έτοιμος να με πνίξει.

«Ναι, αδερφούλα! Θα σε βοηθήσω!» είπε επιδεικτικά και του
χαμογέλασα με νάζι για να τον τσιγκλήσω παραπάνω.

«Είσαι ένας γλύκας εσύ!» είπα και του τσίμπησα το μάγουλο.
Λίγα λεπτά μετά ήμασταν στο έδαφος και περιμέναμε να κατεβούν
όλοι για να βγούμε κι εμείς. Ένιωθα ήδη την υγρασία της Φλόριντα να
κολλάει στο δέρμα μου και ξαφνικά είχα την αίσθηση πως έπρεπε
επειγόντως να μπω στο μπάνιο. Σήκωσα τον μικρό στην αγκαλιά μου
που είχε ξυπνήσει κάπως από τη φασαρία, αλλά ακόμα χουζούρευε στον
λαιμό μου.
«Φτάσαμε;» με ρώτησε νυσταγμένα και τον φίλησα στο μέτωπό του.
«Ναι, μωρό μου. Τώρα θα πάμε να βρούμε τη θεία» είπα και ξαφνικά
ένιωσα κι εγώ ανυπομονησία.
Μπήκαμε στον χώρο που θα περνούσαν οι βαλίτσες μας και αφού τις
παρέλαβε ο αδερφός μου, περπατήσαμε προς την υποδοχή. Άφησα τον
μικρό να περπατήσει δίπλα μου ενώ του κρατούσα το χεράκι και

Κυνηγοί Ζωής 383

κοιτούσα τριγύρω όταν άκουσα μία τσιρίδα – κατάλαβα πού ακριβώς να
πάω. Η Ροσέλ ήταν μόνη της κι αυτό με παραξένεψε. Την πλησίασα και
αμέσως εκείνη άρπαξε τον μικρό και άρχισαν οι δυο τους τα πειράγματα,
τα φιλιά και τις αγκαλιές. Εγώ από την άλλη στεκόμουν με τον Έιντζελ
λίγο πιο δίπλα να τους περιμένουμε να τελειώσουν, αλλά ούτε που μας
πρόσεχαν.

Αυτή η κοπέλα θα μου το καταστρέψει το παιδί.
«Κοίτα εδώ αγάπες. Εμένα με έχουν χεσμένη» είπα σαν παράπονο
και αμέσως η Ροσέλ ήρθε και με αγκάλιασε.
«Είμαι τόσο χαρούμενη που είστε όλοι εδώ!» αναφώνησε και τα
χέρια της με έσφιξαν όπως πάντα. Για πρώτη φορά δεν αντέδρασα σε
αυτή την έκρηξη αγάπης και ίσα ίσα που τη δέχτηκα.
Πήραμε τις βαλίτσες μας και βγήκαμε από την έξοδο για να πάμε στο
ξενοδοχείο που θα μέναμε για μία βραδιά. Από την επομένη θα
μετακομίζαμε σε ένα παραθαλάσσιο μικρό σπιτάκι που είχα νοικιάσει
για μένα και τον μικρό ενώ ο Έιντζελ θα έμενε με μία φίλη του. Αμφέβαλα
κατά πολύ αν είχαν απλώς φιλικές σχέσεις, αλλά δεν ανακατευόμουν.
Μπροστά από την είσοδο μας περίμενε μία μίνι λιμουζίνα με
αναμμένη τη μηχανή ενώ ένας άλλος άντρας στεκόταν έξω με τα χέρια
σταυρωμένα στο στήθος. Θα αναγνώριζα αυτό το χαμόγελο από
χιλιόμετρα μακριά.
«Λίαμ!» φώναξα και αμέσως πήγα και χώθηκα στην αγκαλιά του.
Πόσο μου είχαν λείψει και οι δύο. Εκείνος γέλασε με την αντίδρασή μου
και ύστερα, αφού με άφησε, κοίταξε το πιτσιρίκι που στεκόταν δίπλα
από τη Ροσέλ και τον κοιτούσε μουτρωμένα.
«Μην αγκαλιάζεις τη μαμά μου» είπε με σουφρωμένα τα χείλη και
αμέσως όλοι ξεσπάσαμε σε τρανταχτά γέλια. Ο Λίαμ έσκυψε και τον
πήρε αγκαλιά δίνοντάς του όλη την προσοχή που ζητούσε.
Ύστερα μπήκαμε όλοι μαζί στη λιμουζίνα και ξεκινήσαμε για το
ξενοδοχείο. Σε όλη τη διαδρομή ο μικρός τους έλεγε όλων των ειδών τις
ιστορίες και όταν φτάσαμε, βγήκαμε από μέσα με γέλια και φωνές. Στο
μεταξύ η Ροσέλ μου έλεγε τα νέα της για το πώς πήγαινε η δουλειά της με
το πρακτορείο μοντέλων και έδειχνε τόσο χαρούμενη. Την ίδια περίοδο

384 ALEXA MERIAN

με αυτή θα έπαιρνε μέρος σε μία από τις μεγαλύτερες επιδείξεις μόδας
που έκανε ένας αρκετά γνωστός οίκος ραπτικής και ήταν αγχωμένη,
όμως παραδέχτηκε πως το γεγονός ότι βρισκόμουν κοντά της τη
χαλάρωνε. Ήθελα να τη δω ξανά να λάμπει εκεί πάνω, διότι μετά την
επίσκεψή μου στην Ιταλία πριν πέντε χρόνια, δεν είχα βρει χρόνο να
παρευρεθώ σε άλλη επίδειξη.

Φτάσαμε στο ξενοδοχείο και αφού αφήσαμε τα πράγματά μας, οι
υπόλοιποι συμφώνησαν πως έπρεπε να πάμε για φαγητό. Κι εγώ
πεινούσα, όμως σκέφτηκα πως ο γιος μου είχε εξαντληθεί από το ταξίδι.
Κοίταξα το ρολόι στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι μου και η ώρα ήταν
επτά και μισή.

«Θέλετε να δώσουμε ραντεβού στο εστιατόριο του ξενοδοχείου στις
εννιά και μισή; Θέλω να κάνω μπάνιο και πρέπει να ξεκουραστεί και ο
μικρός» τους εξήγησα και κανένας τους δεν μου έφερε αντίρρηση.

«Θα πάρω και τον πατέρα μου να έρθει που θέλει να δει τον μικρό»
είπε η Ρος και ξεφύσηξα.

«Ναι, τα έμαθα από τον κολλητό του» είπα ειρωνικά για τον δικό μου
πατέρα και είδα μία σκιά να περνάει από τα μάτια της.

«Θα είναι και η... μαμά μου» είπε διστακτικά.
Πέρασα το χέρι μου γύρω από τους ώμους της.
«Μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά» της είπα ήρεμα. Ύστερα μας
άφησαν με τον Λίαμ και έφυγαν ενώ τον μικρό τον είχε πάρει ήδη ο
ύπνος πάνω στο κρεβάτι. Ο Έιντζελ, αφού του έβγαλε τα παπουτσάκια
του, τον έβαλε κάτω από τα σκεπάσματα και έφυγε για να πάει στο δικό
του δωμάτιο. Δίχως να χάσω καιρό, πήρα τα απαραίτητα από τη
βαλίτσα μου και χώθηκα κατευθείαν στο μπάνιο. Ήταν πολύ όμορφο και
άνετο ξενοδοχείο. Έκανα ένα αργό αφρόλουτρο και, από τη στιγμή που
έπεσε το νερό στο σώμα μου, ένιωσα αμέσως καλύτερα.
Τύλιξα το σώμα μου σε ένα μπουρνούζι, σκουπίστηκα και φόρεσα
μία φόρμα και ένα τοπάκι. Βγήκα από το μπάνιο χτενίζοντας τα μαλλιά
μου και πήγα και κάθισα δίπλα στον γιο μου. Σκεπάστηκα κι εγώ και
τύλιξα τα χέρια μου γύρω του. Ο ύπνος δεν άργησε να με πάρει.

Κυνηγοί Ζωής 385

Ήμουν αρκετά κουρασμένη, αλλά ταυτόχρονα ένιωθα και πιεσμένη
λόγω του συμβουλίου, κι αυτό επηρέασε τα όνειρά μου. Φυσικά και είχα
τον ίδιο εφιάλτη με αυτόν που βασάνιζε το μυαλό μου τα τελευταία πέντε
χρόνια. Οι στιγμές με τον Κίλιαν έπαιζαν στο μυαλό μου σαν να τις
ζούσα την ίδια ακριβώς στιγμή. Ένιωθα κάθε του άγγιγμα ενώ τα λόγια
του μαστίγωναν το κορμί μου ξανά και ξανά σαν να μην είχαν τελειωμό.
Κάθε φορά πόναγε και περισσότερο.

Μέσα σε όλα αυτά ένιωσα κάτι να με αγγίζει και ξύπνησα απότομα
λουσμένη στον ιδρώτα. Ο μικρός είχε τα χέρια του στο πρόσωπό μου και
προσπαθούσε να με ξυπνήσει. Τον τύλιξα στην αγκαλιά μου σφιχτά ενώ
ευχαριστούσα από μέσα μου το σύμπαν που μου τον έδωσε.

«Μαμά, είχες κι εσύ κακό όνειρο;» με ρώτησε και τον άφησα δίπλα
μου φιλώντας του τα χεράκια.

«Ναι, μωρό μου, αλλά πάει πέρασε» του είπα και χαμογέλασα όσο
πιο πειστικά μπορούσα. Δεν είχε περάσει προφανώς, αλλά δεν ήθελα να
με βλέπει σε αυτή την κατάσταση.

Τον σήκωσα για να ετοιμαστούμε, μιας και πλησίαζε η ώρα να
φύγουμε. Πήγα στο δωμάτιο του Έιντζελ και χτύπησα για να βγει, αλλά
βρέθηκα μπροστά σε μία ακόμα έκπληξη. Την πόρτα την άνοιξε μία
ξανθιά γυναίκα.

«Εμ… γεια!» είπε αμήχανα και ρουθούνισα.
«Πες στον Έιντζελ ότι θα τον περιμένουμε κάτω» της είπα απλώς και
αμέσως έφυγα.
Αμάν αυτό το παιδί! Δεν έχασε ευκαιρία ακόμα δεν ήρθαμε.
Αφού κατεβήκαμε στο ισόγειο, ρώτησα για το εστιατόριο και ένας
άντρας με κουστούμι μας οδήγησε σε αυτό. Δεν είχε φτάσει κανείς ακόμα
πριν από μένα. Έδωσα τον αριθμό των ατόμων που θα ήμασταν, με μία
καρέκλα παραπάνω σε περίπτωση που ο αδερφούλης μου αποφάσιζε
να φέρει και το ραντεβού του. Καθίσαμε με τον μικρό και παράγγειλα ένα
ποτήρι κόκκινο κρασί για μένα και έναν χυμό για εκείνον. Δεν πέρασε
πάρα πολύ η ώρα όταν άρχισαν να μαζεύονται και οι υπόλοιποι – ο
Έιντζελ τελικά ήρθε μόνος.

386 ALEXA MERIAN

«Το ραντεβουδάκι σου γιατί δεν ήρθε;» τον πείραξα κι εκείνος
στριφογύρισε τα μάτια ειρωνικά.

«Δεν ήταν το ραντεβού μου. Είναι η κοπέλα ενός φίλου» μου είπε και
ανασήκωσα το ένα φρύδι και του χαμογέλασα.

«Ναι, είμαι σίγουρη γι’ αυτό».
«Εγώ πάντως, άμα θες, μπορώ να είμαι το ραντεβού σου» του είπε
γλυκά και πονηρά η Ροσέλ και έγειρε προς το μέρος του. Το ίδιο έκανε κι
εκείνος ακουμπώντας το μέτωπό του στο δικό της.
«Με μεγάλη μου χαρά, αλλά θα μας σκοτώσει η άλλη» είπε
δείχνοντας εμένα κι εγώ στο μεταξύ κοιτούσα τον Λίαμ που έδειχνε να
κρατάει με το ζόρι τα νεύρα του.
«Και δεν θα είμαι μόνο εγώ» μουρμούρισα ώστε να μη με ακούσει
κανείς και τους αγριοκοίταξα.
«Έλα, μαζευτείτε και έχουμε και μικρό παιδί στην παρέα» τους
μάλωσα και γέλασαν όλοι εκτός από τον Λίαμ που έδειχνε φανερά
στεναχωρημένος. Έπρεπε να μιλήσω μαζί του γιατί ακόμα δεν είχα
καταλάβει τι είχε συμβεί πάλι μεταξύ τους.
«Καλησπέρα!» άκουσα μία φωνή να λέει από πίσω μου με ευχάριστο
τόνο και αμέσως ο μικρός τινάχτηκε.
«Παππού!» αναφώνησε και ο Μορέι τον σήκωσε στην αγκαλιά του.
«Εμίλιε! Πώς μεγάλωσες έτσι! Σωστός άντρας πια!» του είπε
ευχάριστα και ο δικός μου καμάρωνε.
«Είδες; Η μαμά όμως δεν μου μαθαίνει να παλεύω αφού μεγάλωσα»
παραπονέθηκε και αναστέναξα.
Ε, μανία αυτό το παιδί να θέλει να μου γίνει βάρβαρος όπως το σόι
του. Να και σε κάτι άλλο που έμοιασε στον πατέρα του.
«Καλησπέρα, Βαλεντίν. Να σας συστήσω. Από ‘δώ η Νταβίνα Μορέι,
η γυναίκα μου και μητέρα των παιδιών μου» είπε με υπερηφάνεια και
σηκώθηκα για να τη χαιρετήσω.
Όταν άπλωσα το χέρι, κοίταξα μέσα στα μάτια της. Δεν ήταν πολύ
μεγάλη σε ηλικία, αλλά τα όσα είχε περάσει φαίνονταν ένα προς ένα
πάνω της. Όλη την ταλαιπωρία, τη στεναχώρια μπορούσες να τα

Κυνηγοί Ζωής 387

ξεχωρίσεις από τα σκοτεινά μάτια της. Άπλωσε κι εκείνη το χέρι της σε
μία ψυχρή χειραψία και ανταπέδωσε με ένα μαγκωμένο χαμόγελο.

«Χάρηκα για τη γνωριμία, Βαλεντίν» είπε και προσπάθησα να
χαμογελάσω κι εγώ.

«Επίσης» είπα απλώς και ύστερα καθίσαμε όλοι μαζί στο τραπέζι.
Το γεύμα κύλησε πολύ ήρεμα δίχως πολλές συζητήσεις και με τον
μικρό να κλέβει ως συνήθως την παράσταση. Η μητέρα της Ροσέλ δεν
μιλούσε καθόλου ενώ μας παρατηρούσε απροκάλυπτα όλους και κυρίως
έμενα και τον μικρό. Και ο ίδιος δεν φάνηκε να τη συμπάθησε καθώς την
απέφευγε συνέχεια. Μπορεί να ήμουν υπερβολική, όμως όχι και ο γιος
μου.
«Θα τον φέρεις να μείνει και σε εμάς καμιά μέρα, ε;» με ρώτησε
κάποια στιγμή ο Γκλεν και τα ‘χασα. Ήπια μία γουλιά από το κρασί μου
και άφησα το ποτήρι κάτω ήρεμα.
«Είστε εμ... μόνοι στο σπίτι;» τον ρώτησα δίχως να θέλω να
αναφέρω το όνομα του Κίλιαν και αμέσως ένιωσα μία άβολη αύρα που
απλώθηκε σε όλους. Ένιωθα λες και έπαιζα σε ένα παράλογο θεατρικό
με πρωταγωνιστή τον γιο μου που πλήρωνε τα λάθη τα δικά μας εν
αγνοία του.
«Αν εννοείς τον γιο που μου άφησες διαλυμένο, όχι. Δεν θα τον
γνωρίσει ο δικός σου γιος». Πίσω από την απαθή έκφραση της Νταβίνα
διέκρινα την απροκάλυπτη επίκρισή της. Ασυναίσθητα έσφιξα τόσο
πολύ το ποτήρι μου που έσπασε μέσα στην παλάμη μου και όλα τα
κομμάτια μπήκαν στο δέρμα μου. Στο πρόσωπό μου δεν φάνηκε καμία
αντίδραση, παρά μόνο το απόλυτο κενό. Το ένιωθα μουδιασμένο όπως
και το σώμα μου.
Επικράτησε ένας μικρός πανικός από την πλευρά των δικών μου
ανθρώπων, όμως κανένας δεν τόλμησε να με πλησιάσει παρά μόνο ο
Λίαμ που από τη μία στιγμή στην άλλη βρέθηκε στο πλευρό μου. Κοίταξα
το χέρι μου που ήταν βαμμένο με αίμα και, δίχως να πάρω το βλέμμα
μου από κει, μίλησα στον Έιντζελ.
«Αδερφέ, νομίζω πως είναι η ώρα του μικρού να πέσει για ύπνο»
είπα με μία ουδέτερη φωνή κι εκείνος τινάχτηκε και πήρε τον μικρό στην

388 ALEXA MERIAN

αγκαλιά του που τόση ώρα δεν είχε καταλάβει τι γινόταν. Άφησα το
πληγιασμένο χέρι μου να πέσει στο πλάι και κοίταξα τον μικρό με ένα
ψεύτικο χαμόγελο.

«Δεν θα αργήσω, γλυκέ μου, εντάξει;» του είπα και μας κοίταξε όλους
μπερδεμένα.

«Μα, μαμά–».
«Εμίλιε, μίλησα. Θα πας με τον θείο Έιντζελ στο δωμάτιο και θα
ανέβω κι εγώ σε λιγάκι» του είπα αυστηρά και δεν αντιμίλησε ξανά.
Έκρυψε το πρόσωπό του στον λαιμό του Έιντζελ και είμαι σίγουρη πως
τον στεναχώρησα, όμως δεν είχα επιλογή. Δεν ήθελα να με δει σε μία
κατάσταση που δεν ήξερα πώς να την ελέγξω. Δεν ήθελα να ξέρει αυτή
την πλευρά του εαυτού μου.
Γύρισα ξανά την προσοχή μου προς το τραπέζι και άρχισα να
επεξεργάζομαι τα καρφωμένα γυαλιά στο δέρμα μου. Σαν να ήταν
φυσικό, έπιασα το πρώτο και το τράβηξα να βγει χωρίς να κάνω ούτε
έναν μορφασμό.
«Κοίταξε να δεις πώς έχουν τα πράγματα». Τράβηξα άλλο ένα
κομμάτι, χωρίς όμως ακόμα να τους κοιτάζω, πετώντας το προηγούμενο
πάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο γεμίζοντάς το με αίμα. «Μπορείς να
πεις ό,τι θες για μένα, για το παρελθόν μου όμως…» Άλλο ένα κομμάτι
βγήκε από τη θέση του. «Όταν ο γιος μου βρίσκεται μπροστά, θέλω να
πιστεύει πως ζει σε έναν γαμημένο παράδεισο. Ειδικά από τη στιγμή
που δεν του έχω κρύψει τίποτα. Εγώ είμαι αυτή που κάθε μέρα της ζωής
μου, τα τελευταία πέντε γαμημένα χρόνια, βασανίζομαι επειδή ο γιος σου
με απέρριψε δίχως δεύτερη σκέψη» είπα το ίδιο ουδέτερα και έβγαλα και
το τελευταίο κομμάτι.
Όταν σήκωσα τα μάτια μου, η Ροσέλ με κοιτούσε με τρόμο, εκείνη με
ένα ύφος που δεν μπορούσα να εξηγήσω και ο Γκλεν είχε στηρίξει το
πρόσωπο στα χέρια του και φαινόταν να σκέφτεται. Ήξερα πως όταν
γύριζα τον εαυτό μου σε αυτήν την κατάσταση μπορούσα να τρομάξω
και τον Διάολο, μα δεν με ένοιαζε τίποτα. Πήρα μία υφασμάτινη πετσέτα
και την έσφιξα δυνατά για να σταματήσω τη ροή του αίματος, όμως δεν
πήρα στιγμή τα μάτια μου από πάνω της.

Κυνηγοί Ζωής 389

«Ο γιος μου θα είναι πάντα χαμογελαστός, ακόμα και αν χρειαστεί να
φέρω όλο τον κόσμο ανάποδα χωρίς να υπολογίσω ούτε τον ίδιο μου τον
εαυτό. Είμαστε ενήλικες και παίρνουμε τις αποφάσεις μας. Ο Κίλιαν
έκανε τις δικές του κι εγώ το ίδιο, και αυτές δεν αφορούν κανέναν άλλον
πέραν από εμάς τους ίδιους, γι’ αυτό και θα ζήσουμε με αυτές» είπα με
ένα μοχθηρό βλέμμα και το όνομά του βγήκε από τα χείλη μου δίχως
αντίσταση μετά από πολύ καιρό. Ύστερα όπως ήμουν, σηκώθηκα
αθόρυβα και τους κοίταξα όλους έναν προς έναν.

«Εμένα να με συγχωρείτε. Υποσχέθηκα στον γιο μου να τον βάλω για
ύπνο και δεν σπάω ποτέ υποσχέσεις. Καληνύχτα» είπα και γύρισα την
πλάτη. Προσπαθούσα να απομονώσω το μυαλό μου στον ήχο που
έκαναν τα τακούνια μου στο πάτωμα ώστε να ηρεμήσω, όμως άλλο ένα
ζευγάρι με ακολουθούσε με γρήγορα βήματα. Φτάνοντας έξω από το
εστιατόριο, άκουσα το όνομά μου από τον τελευταίο άνθρωπο που
περίμενα να το κάνει.

«Βαλεντίν, περίμενε» με φώναξε ο Γκλεν και σταμάτησα. Στάθηκε
απέναντί μου και έφτιαξε το σακάκι του.

«Σε παρακαλώ, συγχώρεσε τη γυναίκα μου. Μην κρατήσεις τον μικρό
μακριά από την οικογένεια. Είναι το μοναδικό πλάσμα που θα μπορούσε
να μας φέρει κάπως πιο κοντά» είπε ήρεμα και χαμογέλασα στραβά
σφίγγοντας τη ματωμένη πια πετσέτα.

«Και να σκεφτείς ότι αυτό το πλάσμα ήρθε από τον άνθρωπο που
σας κατέστρεψε. Αστείο δεν είναι;» είπα σαρκαστικά και ρουθούνισα.
«Μη φοβάσαι, Γκλεν. Γνωρίζω πολύ καλά σε τι κατάσταση βρίσκεται η
Νταβίνα και την κατανοώ, όμως μέχρι ένα σημείο. Ο μικρός έχει κάθε
δικαίωμα να βρίσκεται και με τις δύο οικογένειες. Απλά θα προτιμούσα
λίγη διακριτικότητα στο θέμα του πατέρα του, γιατί ήδη περνάει αρκετά.
Να είσαι σίγουρος πως όταν είναι και οι δυο τους έτοιμοι, θα βρεθούνε
και δεν θα μπω στη μέση» είπα και έκανα να φύγω, όμως τα λόγια του
με σταμάτησαν.

«Εσύ θα είσαι ποτέ έτοιμη;» με ρώτησε και ήταν το τελευταίο
χτύπημα που πόνεσε πιο πολύ από όλα.

390 ALEXA MERIAN

«Θα τα πούμε στο συμβούλιο, Μορέι. Χαιρετισμούς στον πατέρα
μου» είπα και συνέχισα τον δρόμο μου.

Μπήκα στο ασανσέρ και, αφού έκλεισαν οι πόρτες και άρχισε να
ανεβαίνει, ένιωσα τον πραγματικό πόνο. Μέχρι να φτάσω στον όροφό
μου είχα ξεχάσει πώς αναπνέουν και πάλευα να κρατηθώ. Ούτε να τον
σκέφτομαι δεν μπορούσα πλέον. Ανοίγοντας η πόρτα του ασανσέρ, είδα
τον Λίαμ να με περιμένει. Έπεσα στην αγκαλιά του.

«Έλα μαζί μου» είπε και τον ακολούθησα δίχως ενδοιασμούς.
Μπήκαμε στο δωμάτιό του και άρχισε να περιποιείται τις πληγές μου με
μερικά ράμματα. Ύστερα τις έδεσε με μία γάζα και πλέον όλα είχαν γίνει
όπως πριν, μόνο που ο πόνος παρέμενε όπως κάθε άλλη φορά.

«Θα σταματήσει ποτέ να πονάει;» τον ρώτησα με σκυμμένο το κεφάλι
και τον άκουσα να ρουθουνίζει.

«Ρωτάς το πιο ακατάλληλο άτομο».
«Γιατί, Λίαμ; Γιατί πρέπει να τα περνάμε όλα αυτά;» τον ρώτησα
ήρεμα κι εκείνος ανασήκωσε τους ώμους.
«Όπως είπες κάνουμε τις επιλογές μας και ζούμε με αυτές.
Τουλάχιστον οι δικές σου επιλογές μας έδωσαν κάτι το οποίο μας κάνει
να χαμογελάμε. Προστάτεψε τον παράδεισό του, Βαλεντίν. Μέσα σε αυτό
το χάος, αυτή την άβυσσο που γεννηθήκαμε και υπάρχουμε, ο μικρός
είναι το φως που μας κρατάει στα λογικά μας. Το ίδιο και σένα» μου είπε
και για μία ακόμη φορά εκείνος ήταν η φωνή της λογικής. Τα ήξερα όλα
αυτά, όμως ο Λίαμ είχε τον τρόπο του να με βγάζει από τη σύγχυση.
«Θα σε περιμένω στη βεράντα του σπιτιού να πιούμε και να δούμε
τον ωκεανό. Έχουμε να πούμε πολλά» του είπα κι εκείνος χαμογέλασε
κουρασμένα.
«Το περιμένω πώς και πώς. Θα φέρω αρκετή βότκα και κρασί» είπε
και γέλασα. Άφησα ένα φιλί στο μάγουλό του και ύστερα έφυγα για να
πάω επιτέλους στον μικρό.
Όταν μπήκα στο δωμάτιο, εκείνος είχε ήδη αποκοιμηθεί και ο Έιντζελ
με περίμενε ανήσυχος. Του εξήγησα πως όλα ήταν καλά και, αφού τον
έδιωξα, φόρεσα τις πιτζάμες μου και ξάπλωσα στο πλάι του Εμίλιου.
Εκείνος αμέσως με κατάλαβε και κούρνιασε στην αγκαλιά μου με τα

Κυνηγοί Ζωής 391

μαλλάκια του ανακατεμένα και την ανάσα του ρυθμική. Έσκυψα και
άφησα ένα φιλί στο μέτωπό του και χαμογέλασα σκεπτόμενη τα λόγια
του Λίαμ.

«Φως μου» ψιθύρισα. Τύλιξα τα χέρια μου σφιχτά γύρω του.
Προσπάθησα να αφήσω όλη αυτή την παιδική αγνότητα να με αγγίξει
και να μπορέσω να κοιμηθώ. Ήμουν ανόητη, το ξέρω.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 48

Το σπίτι στην παραλία ήταν ό,τι έπρεπε για να ηρεμήσει το μυαλό μου.
Ήταν μία απλή, σχετικά μικρή, ξύλινη μονοκατοικία με δύο ορόφους και
ήταν όλη δικιά μας. Στον επάνω όροφο ήταν τα δύο υπνοδωμάτια –το
δικό μου και του Εμίλιου–, με το κάθε δωμάτιο να έχει ατομικό μπάνιο
ενώ στον κάτω όροφο βρισκόταν το σαλόνι με ενιαία κουζίνα και ένα
μικρό γραφείο. Η μπροστινή όψη ήταν μία μικρή βεράντα με μερικά
σκαλιά που μόλις τα κατέβαινες, τα πόδια σου άγγιζαν κατευθείαν την
αμμουδιά. Το είχα λατρέψει από κάθε άποψη. Όταν μίλησα με τον μεσίτη
και μου έστειλε φωτογραφίες, δεν περίμενα ότι θα ήταν τόσο κατάλληλο.
Οι τραβηγμένες εικόνες το αδικούσαν, μα και πάλι το νοίκιασα δίχως
δεύτερη σκέψη. Μάλιστα που το έβλεπα από κοντά, ίσως να έμπαινα
στη διαδικασία να το αγοράσω. Μερικές διακοπές σε ένα τέτοιο μέρος
δεν έβλαψαν ποτέ κανέναν. Μακριά από μπράβους, δολοφονίες και όλα
αυτά που με ακολουθούσαν. Όχι, ότι και πάλι δεν είχα την ασφάλειά
μου, μα αυτοί έμεναν σε παρόμοια σπιτάκια σαν αυτό λίγο πιο μακριά
ενώ είχα ανθρώπους σε όλη τη Φλόριντα.

«Μαμά, μαμά, έλα να δεις τι βρήκα!» φώναξε ο μικρός από τη
βεράντα.

Άφησα τις σακούλες με τα ψώνια στον πάγκο της κουζίνας, βγήκα
έξω και τον κοίταξα χαμογελώντας. Καθόταν στο τελευταίο σκαλί και
έπαιζε με κάτι στην άμμο ενώ ο αέρας ανακάτευε τα ξανθά του μαλλάκια.
Πλησίασα και κάθισα κι εγώ μαζί του.

«Τι βρήκες, μωρό μου;» τον ρώτησα και μου έδειξε μερικά κοχύλια
που τα είχε κρυμμένα στη χούφτα του. Χάιδεψα τα μαλλιά του και, αφού

Κυνηγοί Ζωής 393

σηκώθηκα, έφερα τρέχοντας ένα γυάλινο βαζάκι από την κουζίνα και του
το έδωσα.

«Πάρε αυτό, να μαζέψεις κι άλλα και να τα βάλεις στο δωμάτιό σου»
του είπα και με κοίταξε με τα ματάκια του γεμάτα χαρά.

«Μπορώ να πάω να μαζέψω τώρα;» με ρώτησε όλο λαχτάρα και τον
φίλησα στο κεφάλι.

«Εγώ νόμιζα ότι θα με βοηθήσεις να μαγειρέψουμε» είπα και αμέσως
σηκώθηκε με το βαζάκι στην αγκαλιά του και άρχισε να ανεβαίνει τα
σκαλιά.

«Πάμε, πάμε, πεινάω!» φώναξε και γέλασα.
Τον ακολούθησα και αμέσως τον άρπαξα στην αγκαλιά μου και
άρχισα να τον γαργαλάω. Τα γέλια του αμέσως γέμισαν το σπίτι.
Το απογευματάκι καθίσαμε οι δυο μας αγκαλιά στο σαλόνι και
αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά μου καθώς βλέπαμε ταινία. Σε μερικές ώρες
θα έπρεπε να φύγω για το συμβούλιο και δεν ήθελα καθόλου να πάω.
Παρακολουθώντας τις σκηνές να περνάνε, ο ήχος της πόρτας με έκανε
να αναπηδήσω. Ευτυχώς ο μικρός δεν ξύπνησε. Τον κούνησα ήρεμα για
να σηκωθώ και με ήσυχα βήματα πήγα προς την είσοδο. Ήταν η Ροσέλ
με τον Λίαμ και από πίσω τους βρισκόταν ο αδερφός μου. Τους έκανα
νόημα να μην κάνουν φασαρία και μπήκαμε μέσα.
«Άσε, θα τον ανεβάσω εγώ πάνω» μου είπε ο Έιντζελ. Έκανα νόημα
με το κεφάλι στους άλλους δύο να με ακολουθήσουν στην κουζίνα.
Έβαλα φρέσκο νερό στον βραστήρα και άρχισα να φτιάχνω τσάι.
«Και οι δύο μαζί θα προσέχετε το παιδί μου; Να ανησυχώ από
τώρα;» τους ρώτησα σαρκαστικά και με αγριοκοίταξαν ταυτόχρονα.
«Η μικρή θα καθίσει με το παιδί κι εγώ θα έρθω μαζί σου» εξήγησε ο
Λίαμ και τα λαμπάκια της Ροσέλ άναψαν αμέσως.
«Μικρό είναι το πουλί σου!» του φώναξε κι εκείνος ανασήκωσε τους
ώμους αδιάφορα.
«Το ξέρεις πολύ καλά ότι δεν είναι, αλλά δεν νομίζω να είσαι στο
θέμα μας» της είπε απόλυτα ήρεμα και με το ζόρι κρατούσα τα γέλια μου
με τη φάτσα που πήρε η άλλη. Ήταν έτοιμη να εκραγεί. Πήγα προς το

394 ALEXA MERIAN

μέρος της και τύλιξα το χέρι μου γύρω της ενώ στο άλλο κρατούσα μία
κούπα με καφέ.

«Για πάμε πάνω να με βοηθήσεις να ετοιμαστώ. Αφήστε τους
τσακωμούς για όταν θα είστε τα δυο σας» είπα και την τράβηξα με το
ζόρι να με ακολουθήσει ενώ φεύγοντας είδα με την άκρη του ματιού μου
τον άλλον να χαμογελάει.

«Έχε χάρη που είναι το ανίψι μου στο σπίτι αλλιώς θα τον έσφαζα
στην κουζίνα σου, σ’ το λέω!» παραπονέθηκε η μικρή και γέλασα.

«Εσύ θα καθάριζες τα αίματα μετά. Έλα, τώρα άσ’ τον αυτόν και
βοήθα με να βρω κάτι καλό για το βράδυ. Τον νου σου, θέλω όλοι να με
φοβούνται».

«Ε, καλά γι’ αυτό δεν χρειάζεσαι τα ρούχα. Ένα κομπλιμέντο να σου
κάνουν το βλέμμα που θα τους ρίξεις αρκεί» είπε και τη σκούντησα.

Μπήκαμε στο δωμάτιό μου και φυσικά όπως πάντα η Ροσέλ στάθηκε
μπροστά από την ντουλάπα και άρχισε να ψάχνει τα ρούχα μου
αρχίζοντας τα παράπονα για το γούστο μου και το πόσο είχα
σοβαρέψει. Ύστερα από όλες αυτές τις «ευχάριστες» κριτικές που
δέχτηκα από εκείνη, αποφασίσαμε ότι θα φορούσα ένα μπορντό
πουκάμισο μαζί με ένα μαύρο γιλέκο, μαύρο παντελόνι και
ψηλοτάκουνες γόβες. Τα άφησα όλα πάνω στο κρεβάτι μου και μαζί με
αυτά άφησα και ένα ζευγάρι δερμάτινα γάντια. Όταν τα είδε εκείνη,
ξαφνικά σοβάρεψε, αλλά δεν είπε τίποτα.

«Δεν χρειάζεται να ξέρεις παραπάνω πράγματα γι’ αυτό, μικρή.
Καμιά φορά είναι καλύτερο να βρίσκεσαι στην άγνοια» της είπα και
ένευσε. Δεν είπαμε κάτι άλλο γι’ αυτό και ύστερα εκείνη αφοσιώθηκε
απόλυτα στον καλλωπισμό μου. Μου έκανε τα μαλλιά μπούκλες που
έπεφταν ελεύθερες στην πλάτη μου ενώ σαν βάψιμο τόνισε τα μάτια μου
έντονα με μαύρη σκιά και τα χείλη μου με μπορντό κραγιόν.

Ντύθηκα και κατεβήκαμε στον κάτω όροφο. Όλα τα αγόρια μάς
περίμεναν στο σαλόνι, και ο γιος μου μαζί. Έβαλα τα γάντια στην τσέπη
του σακακιού μου και μόλις με είδε, τα ματάκια του άστραψαν. Ήρθε
τρέχοντας προς το μέρος μου και με αγκάλιασε.

Κυνηγοί Ζωής 395

«Μαμά, είσαι πολύ όμορφη!» είπε όλο χαρά και χαμογέλασα. Λύγισα
τα πόδια ώστε να είμαι στο ίδιο ύψος με εκείνον και αγκάλιασα το
προσωπάκι του με τα χέρια μου.

«Θέλω να είσαι καλό παιδί και να μη ζαλίσεις πολύ τη θεία Ροσέλ.
Θα την προσέχεις σαν μεγάλος άντρας που είσαι. Δεν θα αργήσω να
γυρίσω. Σου υπόσχομαι πως το πρωί θα πάμε για μπάνιο, εντάξει;» του
είπα κι εκείνος ένευσε καταφατικά δίχως να φέρει αντιρρήσεις.

«Μπράβο το αγόρι μου». Τον αγκάλιασα σφιχτά όπως κάθε βράδυ
που έφευγα και ήξερα τους κινδύνους της δουλειάς. Τον φίλησα και
ύστερα σηκώθηκα και πήγα στους άλλους που με περίμεναν.

«Πάμε» είπα και βγήκαμε όλοι μαζί έξω.
Στον δρόμο μάς περίμεναν δύο τζιπ – στο ένα θα ήμουν εγώ και στο
άλλο οι μπράβοι μου. Η καρδιά μου χτυπούσε σε έναν βαρύ και γρήγορο
χτύπο. Στη διαδρομή έβγαλα τα γάντια από την τσέπη μου και τα φόρεσα
ενώ αμέσως μετά τσέκαρα τα πάντα στα όπλα που είχα επάνω μου. Ο
Λίαμ με τον Έιντζελ με κοιτούσαν κι αργότερα έκαναν και αυτοί το ίδιο.
Κανένας μας δεν χαμογελούσε και όλοι είχαμε αυτό το ψυχρό βλέμμα.
Αφήσαμε όλα μας τα συναισθήματα πίσω με τους ανθρώπους που
αγαπούσαμε, γιατί εκεί που πηγαίναμε δεν υπήρχε χώρος γι’ αυτά. Εκεί
που πηγαίναμε μόνο η βία, το αίμα και η απάτη είχαν θέση και πολλά
άλλα που ευτυχώς για μένα δεν μου ήταν τόσο οικεία.
Το αυτοκίνητο πήγαινε με προορισμό ένα από τα καλύτερα
ξενοδοχεία του Μαϊάμι. Ήταν χτισμένο πάνω στην ακτή ενώ το beach bar
του ήταν ένα από τα πιο γνωστά της πόλης για την ελίτ του κοινωνία.
Μόνο μία λέξη μπορούσε να χαρακτηρίσει ένα μέρος σαν και αυτό,
«πολυτέλεια».
Έδωσα το όνομά μου στη ρεσεψιόν κι ο ξενοδόχος με κοίταξε με
τρόμο. Ύστερα μου έδωσε ένα διαφορετικό κλειδί και μου έδειξε μία
διαφορετική κατεύθυνση από αυτή των κοινών ανελκυστήρων.
Ακολουθήσαμε έναν άντρα που ήταν ντυμένος στα μαύρα κι εκείνος μας
οδήγησε σε έναν κρυμμένο ανελκυστήρα. Αφού μπήκαμε μέσα, πάτησε
το κουμπί του τελευταίου ορόφου και ύστερα οι πόρτες έκλεισαν. Η
ανάβαση δεν ήταν αργή. Ο χώρος για μια στιγμή και μόνο ήταν

396 ALEXA MERIAN

σκοτεινός, μα όταν άνοιξαν την πόρτα, βρεθήκαμε σε ένα από τα πιο
πολυτελέστατα penthouse που είχα δει. Ο περισσότερος χώρος ήταν
ανοιχτός στον νυχτερινό ουρανό ενώ οι τοίχοι του ήταν όλοι γυάλινοι.
Μας πλησίασε ένας ακόμα άντρας και μας έδειξε τον δρόμο μέχρι την
τραπεζαρία που θα γινόταν το συμβούλιο. Απ’ ό,τι μπορούσα να δω,
είχαν ήδη μαζευτεί όλοι. Μόλις μας είδε ο Μαρτίνεζ, σηκώθηκε και ήρθε
προς το μέρος μου με τα χέρια ανοιχτά.

«Βαλεντίν Άνταμς! Κάθε φορά που σε βλέπω γίνεσαι όλο και πιο
επικίνδυνα όμορφη!» είπε και του χαμογέλασα.

«Ροντρίγκο, κι εγώ χαίρομαι που σε βλέπω» είπα και ανταπέδωσα
την αγκαλιά του. Ύστερα έκανε στην άκρη και μας έδειξε με το χέρι του
πού να περάσουμε. Με το κεφάλι ψηλά έκανα μερικά βήματα και κάθισα
στη θέση την οποία προοριζόταν για μένα και αυτή ήταν κοντά στον
Μαρτίνεζ. Κάθισα και το βλέμμα μου αμέσως περιπλανήθηκε και στους
υπόλοιπους. Φυσικά και ήταν όλοι μαζεμένοι και, ενώ τους
περισσότερους τους ήξερα ,δεν έβλεπα πουθενά τον Γκλεν Μορέι.

Ο Μαρτίνεζ μου έπιασε την κουβέντα για τον πατέρα μου, μιας και
δεν είχαμε ξεκινήσει ακόμα τη συζήτηση για τις δουλειές. Όταν
ακούστηκε ο ήχος του ανελκυστήρα, εκείνος σηκώθηκε από τη θέση του
για να χαιρετήσει τους καλεσμένους του. Δεν έδωσα καμία σημασία για
το ποιος ήταν και αντίθετα πήρα το ποτήρι με την τεκίλα που μου είχαν
φέρει. Καθώς έπινα, ένιωσα ένα χέρι να ακουμπά διακριτικά τον ώμο
μου. Σήκωσα τα μάτια για να δω τον Λίαμ να με κρατάει αλλά να κοιτάζει
αλλού. Ακολούθησα το βλέμμα του και αμέσως το σώμα μου σφίχτηκε.
Με το ζόρι ανέπνεα.

«Συγγνώμη για την καθυστέρηση. Προβλήματα με την κίνηση» είπε
και κάθισε στη θέση που ήταν απέναντι από τη δική μου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 49

Για έναν άνθρωπο σαν τον Κίλιαν η Φλόριντα ήταν ένα από τα χειρότερα
μέρη για να μείνει· γεμάτη φασαρία και ψεύτικους ανθρώπους, όμως
τίποτα δεν του φαινόταν πιο βασανιστικό από το Λονδίνο. Τουλάχιστον
εκεί που βρισκόταν μπορούσε να τους ψυχολογήσει. Ήξερε πως όλοι
σκέφτονταν το συμφέρον και μπορούσε να ανταπεξέλθει σε αυτό. Κάθε
βράδυ μπορούσε να βρίσκεται με όποια γυναίκα ήθελε, μα καμία δεν είχε
δει το κρεβάτι του. Πάντα γυρνούσε μαζί τους στη σουίτα ενός
ξενοδοχείου και ύστερα έφευγε αμέσως αφού είχε τελειώσει και είχε
πάρει αυτό για το οποίο είχε πάει. Τα πράγματα πήγαιναν ακριβώς
όπως τα ήθελε και αν υπήρχε άνθρωπος που τον αμφισβητούσε ή του
έφερνε αντίρρηση, σε δευτερόλεπτα βρισκόταν νεκρός. Το γεγονός ότι
ήταν πλέον συνεργάτης ενός από τους πιο δυνατούς ανθρώπους της
Ηλιόλουστης πολιτείας, ήταν κατά πολύ υπέρ του. Ο Μαρτίνεζ τον είχε
δεχθεί με ανοιχτές αγκάλες και κάθε λεπτό που περνούσε μαζί του μόνο
σε καλό του έβγαινε.

Δεν είχε μετανιώσει που έφυγε από την Ιρλανδία πέντε χρόνια πριν.
Ήταν μόνος του και είχε κλείσει την καρδιά του μακριά από κάθε κίνδυνο
που θα μπορούσε να τη βλάψει ξανά. Η μοναδική επικοινωνία που είχε
με το παρελθόν του ήταν για δουλειές και μόνο ό,τι είχε να κάνει με την
οικογένειά του, και αυτή ήταν ελλιπής. Οι συζητήσεις ήταν ολιγόλεπτες
και τα τηλεφωνήματα αραιά. Πολλές φορές μέσα στον χρόνο είχε και την
αδερφή του κοντά, όμως οι σχέσεις τους είχαν αλλάξει. Κι εκείνος ήταν
πιο ψυχρός, πιο απόμακρος από ποτέ, αλλά κι εκείνη ήταν διαρκώς
απασχολημένη, είτε με το μόντελινγκ είτε με το να βασανίζει τον Λίαμ. Με
εκείνον δεν μιλούσε καθόλου από τη στιγμή που είχε γίνει το συμβάν με

398 ALEXA MERIAN

τη Βαλεντίν, καθώς ο Λίαμ είχε πάρει καθαρά το μέρος της και αυτός το
θεωρούσε προδοσία. Ό,τι είχε να κάνει με εκείνη το είχε διαγράψει ή
τουλάχιστον το είχε προσπαθήσει. Δεν έλεγε ούτε το όνομά της και από
τη στιγμή που ο πατέρας του τον είχε ενημερώσει πως εκείνη είχε στείλει
τον Λουσιάνο στα χέρια του και πως το τελειωτικό του χτύπημα ήταν
δώρο για εκείνον, μάζεψε τα πράγματά του και εξαφανίστηκε. Στην αρχή
κλείστηκε για αρκετό καιρό μόνος στο εξοχικό μέχρι που έφτασε η μέρα
που τα παράτησε όλα πίσω και έκλεισε αεροπορικά εισιτήρια για την
Αμερική. Από εκείνη τη μέρα και ύστερα, δεν έμαθε ποτέ τι έγινε ούτε με
τον Λουσιάνο αλλά ούτε και με τη Βαλεντίν. Ήξερε πως προσπαθούσε
να επικοινωνήσει μαζί του κατά κάποιο τρόπο, αλλά είχε αποκλείσει
κάθε τρόπο επικοινωνίας. Το μόνο που γνώριζε ήταν πως είχε πάρει
πλέον τα ηνία της οικογενειακής επιχείρησης και πως έστελνε είτε τον
αδερφό είτε τον πατέρα της για τα συμβούλια των μεγάλων, μόνο και
μόνο για να μην τον συναντήσει. Είχε πέσει στα μάτια του από τη στιγμή
που διάλεξε την εξουσία πέρα από όλα και κατά κάποιο τρόπο χαιρόταν
που δεν την είχε συναντήσει ξανά. Εκείνο το βράδυ στην τουαλέτα του
ξενοδοχείου μαζί με το πληγωμένο σώμα της άφησε και όλο του τον
εαυτό και από τότε δεν μπήκε ξανά στον κόπο να τον αναζητήσει.
Μπορεί να τη μισούσε, μα ταυτόχρονα μισούσε και τον εαυτό του για ό,τι
της έκανε. Ήταν σίγουρος πως κι εκείνη τον μισούσε, όμως, όπως είχε
πει και η ίδια, ήταν ο Διάολος ο ίδιος και της το είχε αποδείξει κάθε
δευτερόλεπτο.

«Κύριε Μορέι, ο οδηγός σας είναι κάτω» είπε η οικονόμος του και τον
διέκοψε από τις σκέψεις που είχε χαθεί ως συνήθως. Της ένευσε και
γύρισε πάλι μπροστά. Βρισκόταν στο διαμέρισμά του που ήταν στον
τελευταίο όροφο μίας πολυάριθμης σε διαμερίσματα πολυκατοικίας στο
κέντρο του Μαϊάμι.

Στεκόταν στον γυάλινο τοίχο και κοιτούσε το άγνωστο σκεπτικός.
Κατέβασε με μία γουλιά ό,τι είχε απομείνει από ουίσκι στο ποτήρι του
και ύστερα το άφησε σε ένα τραπεζάκι. Κούμπωσε το σακάκι του και,
αφού έλεγξε αν το όπλο του ήταν καλά στη θήκη του, πήρε τον δρόμο για
το ασανσέρ. Δύο από τους μπράβους του τον ακολούθησαν ενώ στο

Κυνηγοί Ζωής 399

παρκινγκ τον περίμεναν και οι υπόλοιποι που θα τον συνόδευαν. Σε
κανένα συμβούλιο δεν ήταν συνετό να πηγαίνεις χωρίς αρκετή
ασφάλεια, ακόμα και αν οι μισοί περίμεναν έξω από τον χώρο που θα
γινόταν.

Σε όλη τη διαδρομή είχε καρφώσει τα μάτια του έξω και σκεφτόταν
για μία ακόμη φορά όλα όσα τον βασάνιζαν. Όσο περνούσε ο καιρός
βούλιαζε όλο και περισσότερο στη μιζέρια του και τίποτα πλέον δεν τον
ευχαριστούσε. Στο παρελθόν είχε πει πως αυτή η γυναίκα θα ήταν η
καταστροφή του και όντως είχε αποδειχτεί πως είχε δίκιο.

«Αφεντικό, φτάσαμε» τον διέκοψε η φωνή του οδηγού.
Κούμπωσε το σακάκι του και βγήκε από το τζιπ. Ακολούθησε τη
γνωστή διαδρομή για το penthouse χωρίς να χρειαστεί να τον οδηγήσει
κάποιος. Είχε πάει τόσο πολλές φορές που η συνοδεία ήταν περιττή.
Καθώς ανέβαινε το ασανσέρ γινόταν όλο και πιο νευρικός. Ο
πατέρας του επέμενε υπερβολικά πολύ να πάει μόνος και δεν το πίστευε
πως ήθελε να περάσει χρόνο με τη μητέρα του. Από τότε που είχε πάρει
εξιτήριο από την κλινική δεν την άφηνε σε ησυχία, όμως και πάλι η
δουλειά για εκείνον ήταν πάνω από όλα, όποτε ήταν κάτι που τον
μπέρδευε απόλυτα. Είχε μία υπόνοια για το τι ακριβώς συνέβαινε, όμως
δεν ήθελε να δηλητηριάζει άλλο το μυαλό του και έτσι απλώς περίμενε
μέχρι να φτάσει.
Οι πόρτες άνοιξαν και με βήμα σταθερό μπήκε στον χώρο.
Αναγνώρισε μερικές από τις γυναίκες του προσωπικού που ήδη είχε
κοιμηθεί μαζί τους και όλες τους τον κοίταξαν με τρόμο, πράγμα καθόλου
παράξενο. Μπήκε στον χώρο που είχαν μαζευτεί όλοι και αμέσως
κατάλαβε ότι ήταν εκεί χωρίς να τη δει. Το άρωμά της ξεχώριζε ανάμεσα
στον καπνό από πούρα και τσιγάρα. Εκείνη δεν τον είχε δει, όμως οι
άντρες που βρίσκονταν στο πλάι της τον κοιτούσαν έτοιμοι για όλα. Αυτό
του έδωσε την ευκαιρία να την παρατηρήσει λίγο παραπάνω και δεν
μπορούσε να καταλάβει τι τον ενοχλούσε τόσο: το ότι ήταν τελείως
αλλαγμένη, ψυχρή ή το γεγονός ότι παρέμενε υπερβολικά όμορφη;
Όταν δήλωσε την παρουσία του, φρόντισε να ακουστεί το ίδιο
σαρκαστικός όπως πάντα και πρόσεχε να μην προδώσει κανένα


Click to View FlipBook Version