ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26
«Κίλιαν, στο ρινγκ, τώρα!» του φώναξε επιτακτικά και γύρισε προς το
μέρος της γεμάτος οργή.
Αυτή η γυναίκα θα με στείλει φυλακή, σκέφτηκε ρουθουνίζοντας.
Κανείς δεν τον διέταζε κι εκείνη το ήξερε καλά, όμως το έκανε, παρ’ όλο
που μπορεί και να της έβγαινε σε κακό. Αυτός έδινε πάντα τις διαταγές
και είχε σκοπό να της δώσει ένα μάθημα γι’ αυτό.
Με σφιγμένες γροθιές πλησίασε την αρένα και με μία κίνηση ανέβηκε
επάνω και στάθηκε αντίκρυ της.
«Στη θέση σου δεν θα το έκανα αυτό, έρωτα. Δεν θα δείξω κανένα
έλεος αυτή τη φορά» είπε και τον κοίταξε με ένα στραβό χαμόγελο. Για
μία ακόμη φορά η αντίδρασή της τον μπέρδεψε.
«Δεν σου ζήτησα ποτέ να δείξεις έλεος. Απ’ όσο ξέρω, εδώ πάνω
ξεσπάτε για αυτά που σας βασανίζουν. Πες ότι σήμερα και οι δύο θα
βάλουμε τους δαίμονές μας να παλέψουν μεταξύ τους» είπε κι εκείνος για
μια στιγμή δεν ήξερε τι να κάνει.
«Ο δικός μου δεν είναι ένας απλός δαίμονας, Βαλεντίν. Είναι ο
Διάολος ο ίδιος και δεν νομίζω να το αντέξεις» της είπε βλοσυρά, μα δεν
φάνηκε να τρομάζει ούτε στο ελάχιστο.
«Μη λες μεγάλα λόγια. Αλλά ας μην μιλάμε άλλο. Εμπρός... έλα» τον
προκάλεσε καθώς σήκωσε τις γροθιές της ψηλά.
Άφησε τον αυτοέλεγχο πίσω του και όρμησε μπροστά αρχίζοντας μία
δυνατή μάχη. Εκείνη στην αρχή απέφευγε με επιτυχία τα χτυπήματά του
ενώ πολλά από αυτά τα απέκρουε σαν να μην την άγγιζαν. Όταν άρχισε
όμως να τον χτυπάει εκείνη, τα ‘χασε. Έβγαζε περισσότερο θυμό και από
τον ίδιο και τότε κατάλαβε τι εννοούσε με αυτό που είχε πει. Είχε και
Κυνηγοί Ζωής 201
εκείνη κάτι για το οποίο ήθελε να ξεσπάσει και πάλευε σαν να μην
υπήρχε αύριο.
Απέφυγε μία γροθιά της, την άρπαξε από τον λαιμό και την έριξε κάτω
ενώ έπεσε από πάνω της. Και τότε σταμάτησαν. Κρατούσε τα χέρια της
σφιχτά στο πάτωμα με όλο το βάρος του και δεν την άφηνε να κουνηθεί.
Οι ανάσες τους ήταν ακανόνιστες και τα μάτια της είχαν αιχμαλωτίσει τα
δικά του.
«Ξέσπασες καθόλου; τη ρώτησε ειρωνικά και αυτή του χαμογέλασε.
«Έχω περισσότερες αντοχές και το ξέρεις. Εσύ; Έβγαλες τα νεύρα
σου ή μήπως η ηλικία σου δεν σου το επιτρέπει;» του απάντησε και δεν
άντεξε και της χαμογέλασε πίσω.
«Μην παίζεις με τη φωτιά, μικρή, γιατί δεν το έχω σε τίποτα να σε
κάνω να μετανιώσεις κάθε λέξη».
«Θα πάρω τα ρίσκα μου» είπε, και τότε, όπως ήταν αναμενόμενο, τη
φίλησε. Ξανά. Είχε συνειδητοποιήσει πως αυτή η γυναίκα τον έκανε να
μην μπορεί να ξεκολλήσει το στόμα του από το δικό της, αλλά δεν
μπορούσε να καταλάβει το γιατί. Όσο και αν ήθελε να τη στραγγαλίσει
με τα ίδια του τα χέρια, άλλο τόσο ήθελε να τη βάλει κάτω και να την
κάνει να ουρλιάξει από ηδονή.
Τα χέρια της σφίχτηκαν σε γροθιές και προσπαθούσε να τα σηκώσει,
μα της τα κρατούσε καρφωμένα στο έδαφος. Δάγκωσε με δύναμη το
κάτω χείλος της κι εκείνη έβγαλε ένα δυνατό βογκητό. Απομακρύνθηκε
αμέσως πριν προχωρήσουν παραπάνω τα πράγματα και κύλισε το
σώμα του δίπλα αποφεύγοντας το μπερδεμένο βλέμμα της.
«Αυτές οι εναλλαγές στη διάθεσή σου μου προκαλούν πονοκέφαλο»
είπε ξέπνοα κι εκείνος χαμογέλασε.
«Άμα συνεχίσω, θα αρχίσεις πάλι τη μουρμούρα, και δεν έχω όρεξη.
Σου είπα ότι δεν είμαι άνθρωπος της δέσμευσης» είπε ειλικρινά.
Τότε εκείνη ανασηκώθηκε και ανέβηκε από πάνω του. Τα χέρια της
άγγιζαν το στήθος του ενώ το βλέμμα της ήταν σκοτεινό.
«Σου ζήτησα κάτι και δεν το θυμάμαι; Με άκουσες να σου λέω να
σταματήσεις;» είπε και η βραχνάδα στη φωνή της τον ερέθισε απίστευτα.
Αν μία φορά ένιωθε καυλωμένος πριν, εκείνη την ώρα τα πράγματα ήταν
202 ALEXA MERIAN
χειρότερα και το καταλάβαινε κι εκείνη. Την άρπαξε από τους καρπούς
και την έριξε δίπλα ενώ πήγε πάλι από πάνω της.
«Αυτό σημαίνει ότι δέχεσαι την πρόταση που σου έκανα;» τη ρώτησε
καθώς άρχισε να τρίβει τον καβάλο του πάνω στην περιοχή της. Ένιωσε
το σώμα της να τσιτώνεται και, προς έκπληξή του, τύλιξε τα πόδια της
γύρω από τη μέση του και τον πίεσε πάνω της.
«Το ότι είμαι εδώ σου δίνει την απάντηση;» του είπε με σαγηνευτική
φωνή και όρμησε στα χείλη της.
Άρχισε να την αγγίζει παντού κι εκείνη κάθε φορά αντιδρούσε,
κάνοντάς τον πιο ασυγκράτητο. Η επίδραση που είχε πάνω της τον
τρέλαινε και, αν και ήξερε πως τα πάντα ήταν ένα τεράστιο λάθος, δεν
μπορούσε να ξεκολλήσει από το κορμί της. Το σεξ με τη Βαλεντίν για
εκείνον ήταν σαν μια μάχη ανάμεσα σε δύο ζώα – έντονο, άγριο– και οι
κραυγές που έβγαιναν από το στόμα της τον ερέθιζαν κάθε φορά όλο και
περισσότερο. Ήταν εθισμένος με αυτές και ήθελε να τις ακούει συνέχεια.
Όπως είχε πει εκείνη στην αρχή, εκεί πάνω θα έβαζαν τους δαίμονές
τους να παλέψουν, μα δεν χρειαζόταν απαραίτητα η βία για να γίνει
αυτό. Αν και μόνο κανονικό σεξ δεν έκαναν. Τα σημάδια στο κορμί της,
όπως και στο δικό του, ήταν περισσότερα από εκείνα που θα είχαν άμα
πάλευαν κανονικά.
Όταν τελείωσαν, έπεσε δίπλα της κι ενώ προσπαθούσε να ηρεμήσει
την ανάσα του, την παρακολουθούσε. Είχε ανασηκωθεί και είχε
αγκαλιάσει τα πόδια της προσπαθώντας κι εκείνη να αναπνεύσει. Το
βλέμμα του έπεσε σε εκείνα τα σημάδια που είχε παρατηρήσει και την
πρώτη φορά που την είδε γυμνή στο κρεβάτι του. Άπλωσε το χέρι του
ασυναίσθητα για να αγγίξει μία από αυτές τις ουλές, μα σταμάτησε
μερικά χιλιοστά μακριά από το δέρμα της. Τράβηξε το χέρι του πάλι
πίσω. Δεν ήξερε γιατί πήγε να το κάνει, γιατί τον ένοιαζε τόσο. Το
έβρισκε παράλογο.
«Τώρα τι έχεις να πεις για την ηλικία μου;» της είπε πειρακτικά κι
εκείνη γέλασε.
«Με λίγη δίαιτα και πολλή γυμναστική ίσως και να θυμηθείς τα νιάτα
σου» του απάντησε ειρωνικά και άφησε ένα γρύλισμα να του ξεφύγει.
Κυνηγοί Ζωής 203
«Δεν θα σταματήσεις ποτέ να με εκνευρίζεις, έτσι δεν είναι;»
«Δεν νομίζω να σταματήσεις ποτέ να με πικάρεις, οπότε δεν βρίσκω
τον λόγο να το κάνω» του απάντησε με ειλικρίνεια ενώ τον κοίταξε
στραβά χαμογελώντας.
«Το γεγονός ότι πηδιόμαστε δεν αλλάζει τα πράγματα μεταξύ μας»
της είπε ωμά κι εκείνη κάγχασε.
«Σωστά. Τίποτα δεν αλλάζει».
Τράβηξε το βλέμμα της μακριά του, κάτι που τον έκανε να
στριφογυρίσει τα μάτια. Γνώριζε πως στις γυναίκες δεν άρεσε να μην
περνάει το δικό τους, αλλά δεν τον ένοιαζε όσα μούτρα και αν κατέβαζε.
Της είχε ήδη πει πως αυτό μεταξύ τους ήταν μόνο σεξ και τίποτα άλλο,
οπότε δεν σήκωνε γκρίνιες και νάζια. Αν και μια γυναίκα σαν τη Βαλεντίν
μόνο ναζιάρα δεν την έλεγες.
Ξαφνικά άρχισε να ψάχνει τα ρούχα της και ξεκίνησε να ντύνεται. Την
παρατηρούσε και δεν του φαινόταν τσαντισμένη κι αυτό ήταν θεωρητικά
καλό.
«Πού πας;» τη ρώτησε.
«Σπίτι, υποθέτω;»
«Είπα εγώ ότι τελειώσαμε;» είπε αφήνοντας κάθε υπονοούμενο στη
φωνή του κι εκείνη τον κοίταξε με έκπληξη.
«Έχεις ακόμα αντοχές;»
«Αυτή η ειρωνεία δεν θα σου βγει σε καλό» είπε και την τράβηξε με
δύναμη ώστε να πέσει επάνω του.
Εκείνη δεν αντιστάθηκε καθόλου και αμέσως άρχισε να τη φιλάει. Τα
χέρια της χάιδευαν το στήθος του ενώ εκείνος με το ένα την κρατούσε
σφιχτά και με το άλλο προσπαθούσε να βγάλει ξανά το εσώρουχό της.
Μόλις ένιωσε τα δάχτυλά του να παίζουν μαζί της, τσιτώθηκε και πέρασε
τα χέρια της μέσα από τα μαλλιά του. Είχε καταλάβει πως ήταν αρκετά
ευαίσθητη όταν την άγγιζε με τέτοιο τρόπο από την πρώτη φορά που το
έκανε.
«Κίλιαν, περίμενε» είπε ξέπνοα μέσα από τα φιλιά τους και του
ξέφυγε ένα γρύλισμα.
204 ALEXA MERIAN
«Είσαι σίγουρη ότι θες να σταματήσω;» της είπε ψιθυριστά ενώ
συνέχισε να τη βασανίζει. Τον κρατούσε σφιχτά από τους ώμους ενώ τα
νύχια της μπήγονταν στο δέρμα του. Έβγαλε έναν μακρύ αναστεναγμό
και όλο της το σώμα τραντάχτηκε. Έτρεμε στην αγκαλιά του κι εκείνος
χαμογέλασε διαβολικά με ευχαρίστηση.
«Έλα, μωρό μου» ψιθύρισε βραχνά στο αυτί της και τα χέρια της τον
έσφιξαν ακόμα περισσότερο. Έκρυψε το κεφάλι της στον λαιμό του και
ύστερα προσπαθούσε να ηρεμήσει την αναπνοή της. Ήθελε να
συνεχίσει να κάνει και άλλα μαζί της, όμως η ώρα ήταν περασμένη και
έπρεπε να γυρίσουν πίσω.
Τα λεπτά ωστόσο πέρασαν και οι δυο τους κάθονταν στην ίδια θέση,
με τα κορμιά κολλημένα. Το σώμα του Κίλιαν είχε αρχίσει να χαλαρώνει
και τα σημεία που είχε χτυπήσει ή ζορίσει νωρίτερα τον πονούσαν. Στην
προσπάθειά του να κουνηθεί ώστε να σηκωθεί και να ντυθεί κατάλαβε
πως εκείνη την είχε πάρει ο ύπνος. Ρουθούνισε στη σκέψη πως και την
προηγούμενη φορά αυτό είχε κάνει. Και μόνο που σκέφτηκε τι άλλο είχε
γίνει εκείνο το βράδυ που κοιμήθηκε μαζί της η διάθεσή του έπεσε.
Αισθάνθηκε να πνίγεται και έπρεπε να φύγει. Έκανε να κουνηθεί ξανά
και τότε εκείνη άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε μπερδεμένα.
«Τι έγινε;» ρώτησε και απέφυγε να την κοιτάξει.
Έπιασε το μποξεράκι του και το φόρεσε. Έπειτα σηκώθηκε όρθιος
και την τράβηξε για να σηκωθεί κι εκείνη.
«Σε πήρε ο ύπνος... ξανά» της απάντησε και έκλεισε το πρόσωπό της
με τα χέρια της.
«Ωχ, δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου» μουρμούρισε χαμηλόφωνα
με σκοπό να μην την ακούσει εκείνος, αλλά για κακό δικό της το έκανε.
«Δεν είσαι η πρώτη που το παθαίνει» είπε και αμέσως του έσκασε
μία, όχι και τόσο σιγανή, μπουνιά στο μπράτσο.
«Μάλλον το μέγεθος της ιδέας που έχεις για τον εαυτό σου είναι
μεγαλύτερο από οτιδήποτε άλλο πάνω σου» του είπε υπεροπτικά κι
εκείνος νευρίασε.
Γύρισε προς το μέρος της και την κοίταξε άγρια. Έκανε ένα βήμα
μπροστά και την έπιασε από τον λαιμό, όχι όμως με δύναμη, και την
Κυνηγοί Ζωής 205
έφερε κοντά του. Εκείνη φάνηκε να το διασκεδάζει από το χαμόγελο που
είχε χαραχτεί στο πρόσωπό της.
«Κανόνισε, κακομοίρα μου, γιατί παίζουμε σε δικό μου γήπεδο και
άμα θέλω, θα φύγεις από ‘δώ με φορείο» την απείλησε κι εκείνη τέντωσε
τα μάτια από την έκπληξη.
«Είσαι γελοίος!» φώναξε και απομακρύνθηκε από κοντά του με τα
μάγουλά της κατακόκκινα.
Πήρε τα ρούχα στην αγκαλιά της και, αφού ντύθηκε, κατέβηκε από το
ρινγκ, όμως δεν έφυγε από τον χώρο.
Εκείνος ντύθηκε χαμογελώντας και ύστερα την πλησίασε.
Προσπαθούσε να δει αν είχαν στεγνώσει το μπουφάν και τα παπούτσια
της, αλλά δεν ήταν και τόσο τυχερή. Άνοιξε την πόρτα και η βροχή ήταν
πιο δυνατή από πριν. Την έκλεισε και γύρισε να τον κοιτάξει.
«Σε πειράζει να μείνω λιγάκι μέχρι να κοπάσει η βροχή και να
στεγνώσουν τα πράγματά μου;» τον ρώτησε και φαινόταν κάπως
περίεργη.
«Κάνε ό,τι θες» της είπε αδιάφορα και ύστερα της γύρισε την πλάτη
και άρχισε να ανεβαίνει στον επάνω όροφο του γυμναστηρίου όπου
είχαν φτιάξει και τα αποδυτήρια.
Μπήκε να κάνει ένα μπάνιο και καθώς έπεφτε το νερό επάνω του είχε
κλειστά τα μάτια και το μόνο που σκεφτόταν ήταν εκείνη. Στην αρχή ήταν
τα σημάδια στην πλάτη της που δεν μπορούσαν να φύγουν από το
μυαλό του και ύστερα η έκφραση που είχε ενώ πάλευαν. Δεν ήταν ίδια με
τις άλλες φορές. Δεν ήταν θυμωμένη· έμοιαζε περισσότερο σαν να
πονάει. Φυσικά το γεγονός ότι αργότερα δέχτηκε την πρόταση που της
είχε κάνει ήταν ένα άλλο μεγάλο κομμάτι που έκανε τα πράγματα ακόμα
πιο περίπλοκα. Από τη μία, το έριχνε στο ότι ήταν και αυτή γυναίκα με
ανάγκες. Από την άλλη, δεν την είχε για το είδος που θα δεχόταν κάτι
τέτοιο. Μπορεί και να έκανε λάθος, γιατί μαζί της ποτέ δεν ήξερες.
Όταν κατέβηκε πάλι κάτω, εκείνη καθόταν στην άκρη από το ρινγκ
και κοιτούσε το κενό. Πλησίασε κοντά της και όταν τον αντιλήφθηκε,
απλώς σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε. Ήταν τελείως ανέκφραστη.
206 ALEXA MERIAN
Άφησε μία καθαρή πετσέτα δίπλα της κι εκείνη την κοίταξε δίχως να
κουνηθεί.
«Έχει μπάνιο επάνω και το νερό είναι ζεστό» είπε και κούνησε
αρνητικά το κεφάλι.
«Καλύτερα να γυρίσω σπίτι. Είναι ήδη πολύ αργά» είπε κι εκείνος
κούνησε αδιάφορα τους ώμους.
«Θα πω σε κάποιον να σε γυρίσει» της απάντησε και γύρισε για να
πάρει τηλέφωνο κάποιον από τους άλλους, όμως η φωνή της τον
σταμάτησε.
«Κίλιαν, θέλω να σε ρωτήσω κάτι».
«Σε ακούω» της απάντησε ψυχρά και τότε τον κοίταξε κατάματα.
«Γιατί πιστεύεις ότι εσύ είσαι υπεύθυνος για ό,τι έγινε με την κόρη
του Χιούγκο;» τον ρώτησε.
Αυτόματα έσφιξε τις γροθιές του και γύρισε αλλού το βλέμμα του για
να την αποφύγει. Δεν μπορούσε να το καταλάβει. Γιατί δεν μπορούσε να
της κρυφτεί;
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27
Με κοίταξε με μίσος. Ύστερα γύρισε αλλού το βλέμμα του και προσ-
πάθησε να με αποφύγει. Έσφιξε τις γροθιές του και περίμενα
υπομονετικά την απάντησή του. Δεν ήξερα ακριβώς τι ήθελα να ακούσω,
όμως ήθελα έστω για μια φορά να με αφήσει να κοιτάξω μέσα του.
Γνώριζα ότι θα πληγωνόμουν όσο δεν πληγώθηκα ποτέ στη ζωή μου,
αλλά τουλάχιστον ήθελα κάτι να απαλύνει τον πόνο αυτό.
«Δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα μιλάς» απάντησε τελικά.
«Είσαι απαίσιος ψεύτης. Τι φοβάσαι, ότι θα σε κρίνω; Είμαι ο
τελευταίος άνθρωπος που θα μπορούσε να το κάνει αυτό ύστερα απ’
όσα έχω κάνει» είπα και στο τέλος μου ξέφυγε ένα γελάκι.
«Κατηγορώ τον εαυτό μου, γιατί εγώ θα έπρεπε να ήμουν στη θέση
της και όχι αυτή. Τώρα που το άκουσες θα με παρατήσεις ήσυχο;» μου
φώναξε απότομα και ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται. Όχι εξαιτίας του,
αλλά σχετικά με αυτό που είπε. Κάτι μέσα μου με έτρωγε και ήθελα να
μάθω παραπάνω πράγματα.
«Κι εκείνη πώς μπλέχτηκε σε κάτι τέτοιο; Η Ροσέλ μου είπε πως είναι
στην ηλικία της» επέμεινα κι εκείνος ξεφύσηξε ενοχλημένος.
«Πήγε με έναν γκόμενο στο κλαμπ πιστεύοντας ότι θα ήμουν εκεί.
Ήθελε να με κάνει να ζηλέψω, όμως εγώ ήμουν αλλού» σταμάτησε και με
κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. «Το έσκασε κρυφά από το σπίτι παρά τις
αντιρρήσεις του πατέρα της και έκανε όπως πάντα του κεφαλιού της.
Όταν έφτασε και τη βρήκε, ήταν τόσο νευριασμένος που έκανε σαματά
και το πράγμα ξέφυγε. Άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί και μέσα
στους αθώους ήταν και η μικρή. Όταν ήμουν σπίτι σου, με ενημέρωσαν
και έφυγα κατευθείαν, ενώ αργότερα έμαθα πως αυτοί που ξεκίνησαν τον
208 ALEXA MERIAN
καυγά δεν ήταν άλλοι από τους Άνταμς. Αυτή η καταραμένη οικογένεια
μέχρι και σήμερα μας ρίχνει έναν έναν. Αν μια φορά ήθελα να πάρω
εκδίκηση πριν, τώρα είμαι απόλυτα σίγουρος ότι θα τους αφανίσω
όλους!» φώναξε με μίσος και το σφίξιμο στο στήθος μου έγινε
ανυπόφορο.
Δεν μίλησα. Δεν είχα τι να του πω. Βασικά ήθελα να μάθει την
αλήθεια και να τελειώνει όλη αυτή η παρωδία, αλλά φοβόμουν. Ήμουν
δειλή.
Έκανα να τον πλησιάσω, όμως εκείνος τραβήχτηκε μακριά.
«Αφού έμαθες αυτό που ήθελες, μπορείς να φύγεις τώρα» είπε
ψυχρά και αναστέναξα.
«Κίλιαν…» είπα σχεδόν ψιθυριστά και εγκατέλειψα κάθε προσ-
πάθεια για την ώρα. Πέρασα από δίπλα του και, λίγο πριν τον
προσπεράσω, σταμάτησα. «Το ίδιο βράδυ που ήρθες στο σπίτι μου ο
αδερφός μου έμπλεξε σε έναν καυγά και τον πυροβόλησαν. Γι’ αυτό
ήμουν κι εγώ στο νοσοκομείο» είπα μονάχα και ύστερα έφυγα.
Βγήκα έξω κι ένιωσα σαν να έπαιρνα ξαφνικά αέρα. Με γρήγορα
βήματα πήγα προς το σπίτι. Ήταν ήδη πάρα πολύ αργά και η Ροσέλ
κοιμόταν και δεν μπορούσα να την αποχαιρετήσω, έτσι πήγα κατευθείαν
να βρω τον Λίαμ για να με γυρίσει σπίτι. Στον δρόμο προσπάθησε να
μου ανοίξει κουβέντα για ό,τι έγινε, όμως δεν τον άφησα. Άνοιξα το
κινητό μου και είδα ότι είχα αρκετές κλήσεις από τον Σέντρικ και
τρόμαξα. Τον κάλεσα δίχως να σκεφτώ την ώρα και περίμενα με αγωνία
να το σηκώσει.
«Πού στο καλό είσαι όλη μέρα;» μου είπε κατευθείαν και φαινόταν
ανήσυχος.
«Και να σου πω δεν θα καταλάβεις. Τι έγινε; Έπαθε κάτι ο Έιντζελ;»
«Κατάλαβα, μαζί του ήσουν. Η κατάσταση του αδερφού σου είναι
στάσιμη και ο πατέρας σου διέταξε να τον μεταφέρουν στην έπαυλη.
Ζήτησε να επικοινωνήσεις μαζί του» είπε και τσιτώθηκα.
Τι με ήθελε πάλι;
«Καλά. Αν μπορείς, έλα αύριο να με πάρεις, αλλιώς θα πάρω το
τρένο και θα πάω» είπα και αμέσως συμφώνησε να με πάει εκείνος.
Κυνηγοί Ζωής 209
Όταν το έκλεισα, έγειρα στο κάθισμα και ξεφύσηξα. Ο Λίαμ με κοίταξε
συνοφρυωμένος, όμως δεν μίλησε.
«Θα πρέπει να λείψω για δύο τρεις μέρες» είπα και κούνησε το
κεφάλι καταφατικά.
«Στη Ροσέλ τι να πω; Θα θέλει να σε δει πάλι» με ρώτησε.
«Δεν χρειάζεται να ξέρει παραπάνω πράγματα για την οικογένειά
μου. Καλύτερα να μείνουν όλα όπως και πριν».
«Έχεις δίκιο. Όμως πρόσεχε και φρόντισε να γυρίσεις πίσω. Ο
άλλος θα μας βάλει όλους να σε ψάξουμε άμα εξαφανιστείς, και δεν το
θες αυτό» είπε σοβαρά και ένευσα καταφατικά. Πράγματι αν ο Κίλιαν
υποψιαζόταν το παραμικρό, θα έβαζε να με ψάξουν. Ίσως και να ήταν
καλύτερα αν μάθαινε την αλήθεια, όμως αυτό θα σήμαινε πως δεν θα
μπορούσα να τους ξαναδώ όλους και ήταν κάτι που δεν επιθυμούσα.
Όταν μπήκα μέσα στο σπίτι, ένιωσα περίεργα. Ήμουν μόνη και, για
πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό, το ένιωθα κιόλας. Άφησα τα
πράγματά μου στο κρεβάτι και μπήκα να κάνω ένα μπάνιο. Όμως η
μυρωδιά του δεν έλεγε να φύγει από πάνω μου όσο και να έτριβα με το
σφουγγάρι.
«Είναι μόνο σεξ» μουρμούρισα ξανά και ξανά μπας και το πιστέψω,
όμως το καταλάβαινα πως δενόμουν μαζί του ακόμα και αν εκείνος δεν
είχε αυτές τις προθέσεις. Το είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή κι εφόσον
δέχτηκα, έπρεπε και να το ακολουθήσω. Τι κάνεις όμως όταν το μυαλό
βάζει τη λογική και το σώμα ακολουθεί την απόλαυση αλλά η καρδιά λέει
κάτι διαφορετικό;
Όταν βγήκα από το μπάνιο τύλιξα το σώμα μου σε μία πετσέτα.
Έπιασα το κινητό για να ρυθμίσω το ξυπνητήρι για το πρωί και βρέθηκα
μπροστά σε μία απρόσμενη έκπληξη. Είχα δύο μηνύματα· το ένα φυσικά
ήταν από τη Ροσέλ και το άλλο από τον Κίλιαν. Η Ροσέλ προφανώς
ξύπνησε και έμαθε ότι έφυγα χωρίς να την αποχαιρετήσω, οπότε
παραπονιόταν που δεν έμεινα εκεί και ο Κίλιαν ήταν ο κλασικός Κίλιαν,
με μία δόση ανωμαλίας παραπάνω.
Έχεις τον τρόπο σου να με ξενερώνεις, αλλά όταν σκέφτομαι αυτό το
σώμα καυλώνω ξανά, έγραφε και μου έκοψε την ανάσα. Δάγκωσα τα
210 ALEXA MERIAN
χείλη μου νευρικά και κάθισα στην άκρη του κρεβατιού σκεπτόμενη τι να
του απαντήσω. Το διαολάκι μέσα μου ήθελε να τον τσιγκλήσει
παραπάνω, όμως ίσως και να μη μου έβγαινε σε καλό. Το σκέφτηκα λίγο
και ύστερα άρχισα να πληκτρολογώ την απάντησή μου.
Ήρεμα, γιατί τα εμφράγματα στην ηλικία σου είναι σύνηθες
φαινόμενο.
Θα με σκότωνε, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο! Αλλά δεν πείραζε. Θα
τον εκδικούμουν για όλες τις φορές που με είχε εκνευρίσει μόνο και μόνο
για να διασκεδάσει. Και ομολογώ πως μου άρεσε αυτό το παιχνίδι,
ακόμα και αν έπαιζα το κεφάλι μου.
Το κινητό δονήθηκε στο χέρι μου και τινάχτηκα. Το άνοιξα για να δω
την απάντηση και αμέσως πανικοβλήθηκα.
Άμα έρθω εκεί και σε κάνω να μη μπορείς να περπατήσεις για
τουλάχιστον μία βδομάδα, θα σου πω εγώ για το ποιος είναι σε
επικίνδυνη ηλικία.
Να κάτσεις στο κρεβατάκι σου, πιες και κανένα τσάι γιατί με
καθυστερείς και είμαι απασχολημένη, του απάντησα, και μαζί με το
μήνυμα έβγαλα και μια φωτογραφία που ήμουν με την πετσέτα και του
την έστειλα.
Θα σε κάνω εγώ, Κίλιαν, να τρέχεις και να μη φτάνεις.
Έβαλα το κινητό στο αθόρυβο δίχως να κοιτάξω για τυχόν απάντηση
και, αφού ντύθηκα, ετοίμασα μία τσάντα με τα άκρως απαραίτητα για το
ταξίδι μου και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Φυσικό επόμενο ήταν να μην
μπορώ να κλείσω μάτι όσο κουρασμένη και να ένιωθα. Ο Σέντρικ θα
βρισκόταν έξω από το σπίτι μου στις οκτώ για να ξεκινήσουμε και η ώρα
είχε πάει ήδη πέντε. Λογικά θα κοιμόμουν στο αμάξι μιας και η διαδρομή
ήταν μεγάλη, αλλά μέχρι τότε τι θα έκανα;
Τίναξα τα σκεπάσματα από πάνω μου και κοίταξα για λίγο τριγύρω.
Μία ζεστή σοκολάτα, αυτό θα έκανα. Σηκώθηκα και με γυμνά πόδια
πήγα μέχρι την κουζίνα. Έβγαλα το γάλα από το ψυγείο και το έβαλα να
βράσει. Στο μεταξύ, άρπαξα το κουτί με τα δημητριακά και άρχισα να
μασουλάω. Το μυαλό μου πήγε στο κινητό μου που δεν είχα κοιτάξει για
απάντηση και κάτι μέσα μου με έτρωγε να πάω να δω. Έριξα τη
Κυνηγοί Ζωής 211
σοκολάτα σε μία κούπα και τελικά υπέκυψα και πήγα ξανά πίσω στο
υπνοδωμάτιό μου. Άρπαξα το κινητό και μόλις διάβασα την απάντησή
του, εξοργίστηκα.
Καλά να περάσεις.
Ήταν το μοναδικό που είχε γράψει και ύστερα τίποτα. Το καθίκι δεν
είχε γράψει τίποτα! Ίσως τελικά έπρεπε να το πάρω απόφαση ότι για
εκείνον ήμουν μόνο ένα βράδυ και τίποτα άλλο για να τελειώνουμε με
τους συναισθηματισμούς.
Σκατά, Βαλεντίν.
Λίγες ώρες αργότερα σηκώθηκα από το κρεβάτι με τέτοια νεύρα που
ένα μου βλέμμα ήταν αρκετό για να μη μου μιλήσει άνθρωπος και ο
λόγος ήταν το κουδούνι που χτυπούσε επανειλημμένα. Άνοιξα την πόρτα
με τα μαλλιά μπροστά από το πρόσωπό μου και με γρυλίσματα αντί για
λέξεις.
«Κάποιος πρέπει να είχε δύσκολη νύχτα, ε;» με ρώτησε ο Σέντρικ
κοροϊδευτικά και το ίδιο γρυλίζοντας του γύρισα την πλάτη και τον
άφησα να μπει μέσα.
Κουλουριάστηκα στον καναπέ ενώ εκείνος άφησε μία χάρτινη
σακούλα μπροστά μου και κάθισε ακριβώς απέναντι.
«Θα ετοιμαστείς να πάμε να δεις τον αδερφό σου ή θα μας πιάσει
μεσημέρι;» ρώτησε, αλλά εγώ ήμουν απασχολημένη με τη μυρωδιά που
ερχόταν από τη σακούλα. Μου είχε φέρει πρωινό και καφέ και μύριζαν
τόσο όμορφα. Για μια στιγμή και μόνο τον λάτρεψα.
«Δώσε μου λίγα λεπτά να ξυπνήσω και φύγαμε» είπα κακόκεφα και
έκανε πράγματι ό,τι του ζήτησα. Με άφησε στην ησυχία μου να φάω και
να πάρω τον χρόνο που χρειαζόμουν.
Τριάντα λεπτά αργότερα βρισκόμασταν στο αμάξι και ευτυχώς ο
καφές με είχε βοηθήσει να ξυπνήσω διότι έπρεπε να κάνω πρώτα μια
κουβέντα μαζί του. Ήθελα να μάθω τι γινόταν πίσω στο σπίτι όσο
έλειπα, ώστε να μη βρεθώ προ εκπλήξεως.
«Πες μου τι ξέρεις για την οικογένειά μου» τον ρώτησα ενώ οδηγούσε
και φάνηκε να εκπλήσσεται από την ερώτησή μου.
212 ALEXA MERIAN
«Ε, δεν ξέρω και πάρα πολλά, εφόσον ο αδερφός σου ήταν εκείνος
που με προσέλαβε για να σε προσέχω. Ο πατέρας σου δεν είχε ιδέα
μέχρι τότε που μας είδε μαζί στο νοσοκομείο. Ύστερα με έπιασε να με
ρωτήσει πληροφορίες για σένα, όμως δεν του αποκάλυψα τίποτα απ’
όσα γνωρίζω» είπε και με κοίταξε με σιγουριά στα μάτια.
«Σ’ ευχαριστώ, μα δεν αξίζει να μπαίνεις σε τέτοιο κίνδυνο για μένα.
Αν το μάθει ότι τον κοροϊδεύεις, είναι θέμα χρόνου να βρεθείς με μια
σφαίρα στον κρόταφο» είπα ειλικρινά και τον άκουσα να γελάει.
«Καλά, άσε με να ανησυχώ εγώ γι’ αυτό. Πες μου όμως τι θες να
μάθεις και με ρωτάς».
«Θέλω να μάθω οτιδήποτε δεν θα με φέρει σε καμία δυσάρεστη
έκπληξη».
«Από τη στιγμή που έγινε αυτό με τον αδερφό σου έχουν έρθει τα
πάνω κάτω, όχι μόνο στην οικογένειά σου αλλά και σε όσους την
ακολουθούν. Όπως ξέρεις, μετά την εξαφάνισή σου, εκείνος που πήρε τη
θέση σου στην αρχηγεία ήταν ο Έιντζελ, μα τώρα έχουν αλλάξει τα
πράγματα και έχουν όλοι αναστατωθεί. Στο μεταξύ αυτός ο Λουσιάνο
έχει πλευρίσει τον πατέρα σου και είναι λίγες οι φορές που δεν αλωνίζει
μέσα στην έπαυλη. Θέλει να κάνει μία συμφωνία μαζί του, κάτι που θα
ενώσει τη δύναμη των Άνταμς με τους Ρομάνο, όμως δεν νομίζω ότι τον
συμφέρει. Οι Ιταλοί είναι ύπουλοι και το ξέρουμε όλοι» μου εξήγησε και
κοίταξα έξω στον δρόμο σκεπτόμενη.
Αν ο πατέρας μου έκανε την οποιαδήποτε συμφωνία με τον
Λουσιάνο, τα πράγματα θα ήταν καταστροφικά. Όσο καιρό τον γνώριζα,
το μόνο που έλεγε ήταν πως ήθελε να ελέγχει όλες τις οικογένειες των
μαφιόζων της Ευρώπης, μα και να φτάσει και στις άλλες ηπείρους.
Όνειρα φανταστικά, σχεδόν παιδικά, αλλά βασιζόταν στην εμπιστοσύνη
που του έδειχναν οι άλλοι και έτσι σχεδόν πάντα έπαιρνε αυτό που
ήθελε. Σχεδόν. Προσπάθησε πολλές φορές να κερδίσει κι εμένα, όμως
δυστυχώς για εκείνον τα σχέδιά του χάλασαν τη ημέρα που το έσκασα.
Φυσικά από την ιστορία μαζί του δεν βγήκα ποτέ αλώβητη, μιας και ο
καταραμένος είχε αφήσει σημάδια όχι μόνο στην ψυχή αλλά και στο
σώμα μου.
Κυνηγοί Ζωής 213
«Και τι δεν θα έδινα για να δω τα σκουλήκια να τρώνε τη νεκρή του
σάρκα, όμως δεν έχω τον τρόπο για να τον αφανίσω. Το κύκλωμά του
είναι αρκετά μεγάλο» μουρμούρισα.
«Ευχάριστη συζήτηση πρωί πρωί. Αυτό το ταξίδι θα είναι μεγάλο,
οπότε γιατί δεν ξαπλώνεις λίγο να ξεκουραστείς; Θα πολεμήσουμε τους
κακούς αργότερα, εντάξει;» είπε λες και μιλούσε σε παιδί και τον
αγριοκοίταξα.
«Έτσι και αλλιώς αυτό θα έκανα, γιατί και μόνο που θα πρέπει να
αντιμετωπίσω τον Άνταμς, θέλω γερό στομάχι» είπα και βολεύτηκα
καλύτερα στο κάθισμα.
Μόλις είχε αρχίσει να βρέχει και οι στάλες σχημάτιζαν ρυάκια στο
τζάμι. Δεν άργησα να κλείσω τα μάτια μου και κατευθείαν να βυθιστώ
στον κόσμο των ονείρων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28
Μέσα στο παραλήρημα του ύπνου ένιωσα ένα δυνατό σκούντημα και
αμέσως τινάχτηκα. Κοίταξα δεξιά και αριστερά μπερδεμένη. Είδα τον
Σέντρικ που με κοιτούσε ήρεμα.
«Ξύπνα, φτάσαμε» είπε με ένα συμπονετικό χαμόγελο και τότε
γύρισα την προσοχή μου έξω από το αμάξι.
Η έπαυλη έστεκε μπροστά μου ίδια και απαράλλακτη όπως έξι
χρόνια πριν. Αν μπορούσα να πω πως είχε αλλάξει κάτι, αυτό θα ήταν η
αύρα της. Αν μια φορά ήταν σκοτεινή στο παρελθόν, πλέον έμοιαζε πιο
ζοφερή από ποτέ.
Άνοιξα την πόρτα και βγήκα έξω. Ένιωσα ένα ξαφνικό βάρος να
πέφτει στους ώμους μου. Πήρα τα πράγματά μου από το πίσω κάθισμα
και πλησίασα την κύρια είσοδο. Οι φύλακες μόλις με είδαν, τα έχασαν.
Τους κοίταξα ψυχρά δίχως να αφήσω περιθώρια για οποιαδήποτε
αντίδραση.
«Πείτε στον πατέρα μου ότι ήρθα» είπα αυστηρά και τότε ο ένας
μπήκε κατευθείαν μέσα ενώ ο άλλος έμεινε μαζί μου έξω. Με κοιτούσε
από πάνω ως κάτω, μα όταν τον κοίταξα αυστηρά, έστρεψε αλλού το
βλέμμα του προσπαθώντας να μην είναι νευρικός.
Η πόρτα άνοιξε μετά από μερικά δεύτερα και ο γερο-Άνταμς βγήκε
πρώτος. Φαινόταν τουλάχιστον είκοσι χρόνια μεγαλύτερος και αρκετά
ταλαιπωρημένος. Παραξενεύτηκα. Κοιταχτήκαμε για αρκετή ώρα και,
παρ’ όλο που δεν μιλούσαμε, τα βλέμματά μας μιλούσαν από μόνα τους.
«Δεν περίμενα να εμφανιστείς» είπε τελικά και συνοφρυώθηκα.
«Πάντα θα είμαι εκεί για τον αδερφό μου και το ξέρεις καλά» είπα
σκληρά.
Κυνηγοί Ζωής 215
«Πέρασε» είπε και μπήκαμε μέσα στο σπίτι.
Με το που είδα το εσωτερικό, αναμνήσεις πλημμύρισαν το μυαλό μου
και οι περισσότερες ήταν επώδυνες. Προσπάθησα να αποκλείσω κάθε
συναίσθημα που μου δημιουργούσαν και περπάτησα προς τη μεγάλη
μαρμάρινη σκάλα που οδηγούσε στον επάνω όροφο.
«Δεν είναι στο δωμάτιό του» μου είπε ο Άρθουρ και τον κοίταξα
παραξενεμένη.
«Τον βάλαμε σε ένα από τα δωμάτια στο ισόγειο, για να αποφύγουμε
τις σκάλες όταν ξυπνήσει» μου εξήγησε.
«Τουλάχιστον το σκεφτήκατε καλά» μουρμούρισα και, αφού
αναστέναξε, έστριψε αριστερά και άρχισε να περπατάει στον μεγάλο
διάδρομο.
Ο Σέντρικ κι εγώ τον ακολουθήσαμε σιωπηλοί. Κάποια στιγμή
περάσαμε από μία κλειστή διπλή πόρτα. Την κοίταξα παρατεταμένα και
οι άλλοι δύο σταμάτησαν και με κοίταξαν.
«Είναι κλειδωμένα από τη μέρα που έφυγες και κανένας δεν το έχει
αγγίξει» μου είπε ο Άρθουρ και μου ξέφυγε ένα γέλιο.
«Εκπλήσσομαι που ο Έιντζελ δεν το έκανε γυμναστήριο όπως
ήθελε». Αμέσως θυμήθηκα τους τσακωμούς και το ξύλο που είχαμε
παίξει για το ποιος θα το έπαιρνε αυτό το δωμάτιο.
«Του έλειπες τόσο πολύ που δεν ήθελε ούτε να το κοιτάζει. Εκείνος
το κλείδωσε και είπε σε όλους ότι κανένας δεν θα το πείραζε παρά μόνο
για να το καθαρίσουν μέχρι να σε φέρει πίσω. Και σε έφερε» μου είπε
και κούνησα το κεφάλι πέρα δώθε. Ήταν μεγάλο λάθος που γύρισα σε
αυτό το σπίτι ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες.
«Πάμε» είπα ψυχρά και ο Άρθουρ δεν μίλησε ξανά.
Σταματήσαμε μπροστά από μια μισάνοιχτη πόρτα και αυτό που
αντίκρισα έκανε την καρδιά μου να ραγίσει. Ο μικρός μου αδερφός ήταν
δεμένος σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου με ένα μηχάνημα στήριξης
οξυγόνου να κρύβει σχεδόν όλο το πρόσωπό του ενώ ήταν κάτωχρος.
Στηρίχθηκα στην κάσα της πόρτας και προσπάθησα να πάρω ανάσα.
Ένιωθα ξαφνικά λες και κάποιος είχε κλέψει το δικό μου οξυγόνο – όπως
τότε μετά τη μάχη μου με τον Κίλιαν, όμως αυτή τη φορά δεν ήταν εκείνος
216 ALEXA MERIAN
εδώ για να με ηρεμήσει. Ο Σέντρικ βρέθηκε αμέσως στο πλάι μου και
μου μιλούσε, όμως εγώ δεν τον άκουγα.
«Βγάλ’ την έξω να αναπνεύσει» είπε ο πατέρας μου άτονα κι εκείνος
έκανε ό,τι τον πρόσταξε.
Έβαλε τα χέρια του κάτω από τα πόδια μου και με σήκωσε στην
αγκαλιά του περπατώντας προς την έξοδο. Με έβγαλε έξω στον κρύο
αέρα και με ξάπλωσε στο φρεσκοκομμένο γρασίδι.
«Έλα, μικρή. Πάρε ανάσα» είπε κι εκείνη τη στιγμή άκουσα το κινητό
μου να χτυπάει. Μόνο δύο άτομα μπορεί να ήταν και ίσως να ήταν οι
μόνοι που μπορούσαν να με βοηθήσουν.
«Δώσ’ το μου» ψέλλισα κι εκείνος με κοίταξε σαν να είμαι τρελή,
όμως δεν με παράκουσε. Το σήκωσε και έβαλε το ακουστικό στο αυτί
μου.
«Βαλ; Βαλ, με ακούς; Εμπρός;» άκουσα τη φωνή της Ροσέλ και
αμέσως ξέσπασα σε κλάματα.
«Ρο-Ροσέλ» είπα ξέπνοα και την άκουσα να βρίζει κάποιον.
«Βαλ, σε παρακαλώ, τι έγινε; Γιατί κλαις;» είπε και μου ξέφυγε ένας
ακόμα λυγμός. Το κεφάλι μου γύριζε και έβλεπα μαύρα στίγματα στον
ουρανό. Άκουγα φασαρία, όμως δεν καταλάβαινα τι γίνεται.
«Βαλεντίν;»
Και τότε άκουσα τη φωνή του. Ο ήχος της ήταν σαν γροθιά στο
στομάχι μου.
«Άκουσέ με, πάρε βαθιές ανάσες. Μία μία» είπε προστακτικά και,
παρά την κατάστασή μου, ήθελα να τον βρίσω. Οι παλιές συνήθειες δεν
κόβονται ποτέ υποθέτω.
«Έλα, έρωτα. Θυμήσου. Κλείσε τα μάτια και θυμήσου» είπε ήρεμα
και για πρώτη φορά τον άκουσα.
Έκλεισα τα μάτια και γύρισα πίσω σε εκείνη τη νύχτα που με
κρατούσε επάνω του και με βοηθούσε να πάρω ανάσα. Όπως και τότε,
έτσι και αυτή τη φορά έβρεχε και σχεδόν ένιωθα το κορμί του επάνω
μου. Σιγά σιγά η ανάσα μου άρχισε να ηρεμεί και όταν άνοιξα τα μάτια,
είδα μόνο τον ουρανό.
Κυνηγοί Ζωής 217
«Μπράβο, έρωτα. Συνέχισε έτσι» μου είπε ξανά και ύστερα από
μερικές βαθιές ανάσες ηρέμησα τελείως.
«Σ’ ευχαριστώ. Πήρατε την κατάλληλη στιγμή» μίλησα βραχνά και
είδα το πληγωμένο βλέμμα του Σέντρικ, όσο και αν προσπάθησε να το
κρύψει.
«Θέλεις να στείλω να σε φέρουν εδώ; Η Ροσέλ έχει ανησυχήσει
πολύ» είπε και κάγχασα. Εκείνον δεν τον ένοιαζε δηλαδή;
«Όχι, δεν είμαι στο Μπράιτον. Θα γυρίσω σε λίγες μέρες» είπα
απόμακρα και ακολούθησε μία στιγμή ησυχίας.
«Πολύ καλά. Αν σε ξαναπιάσει, πάρε εμένα ή τον Λίαμ. Μην
ανησυχήσεις τη Ροσέλ» είπε ψυχρά και το έκλεισα κατευθείαν.
Ανασηκώθηκα και κοίταξα τον Σέντρικ, όμως δεν μπορούσα να τον
κοιτάξω στα μάτια.
«Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες» του είπα απαλά.
«Εγώ δεν έκανα τίποτα» είπε απλώς και άγγιξα τα χέρια του.
«Βοήθησες και προσπάθησες για παραπάνω. Είναι που εκείνοι με
έχουν δει να παθαίνω ξανά κρίση και ξέρουν πώς να το αντιμετωπίσουν.
Αυτό είναι όλο» είπα ήρεμα και μου χαμογέλασε.
«Χαίρομαι που το έκαναν» μου είπε και ύστερα με βοήθησε να
σηκωθώ.
Όταν μπήκαμε πάλι μέσα, ο πατέρας μου περίμενε στη σάλα. Το
βλέμμα του πήγαινε μία σε μένα και μία στον Σέντρικ.
«Πώς είσαι, Κουίν;»
Στο άκουσα του ονόματός μου τσιτώθηκα, όμως δεν ήθελα να κάνω
καμία φασαρία. Δεν έπρεπε να μάθουν για την άλλη μου ταυτότητα.
Ξέφυγα από το κράτημα του Σέντρικ και πήρα μία βαθιά ανάσα πριν
μιλήσω.
«Είμαι καλύτερα. Απλά σοκαρίστηκα. Δεν τον είχα δει νωρίτερα»
παραδέχτηκα κι εκείνος κούνησε το κεφάλι καταφατικά.
«Τόσα χρόνια έχουν δει τα μάτια μας πολλά και είναι εκπληκτικό το
πόσο μας πονάει όταν ένας άνθρωπος δικός μας βρίσκεται υπό αυτές τις
συνθήκες. Καλύτερα να πας να ξεκουραστείς. Μπορείς να τον δεις
αργότερα» μου είπε ήρεμα και όσο σωστά και αν ήταν τα λόγια του, δεν
218 ALEXA MERIAN
ήθελα να πάω στο δωμάτιό μου ακόμα. Ήθελα να περάσω όσο
περισσότερο χρόνο μπορούσα με τον αδερφό μου και ίσως να έμενα
μαζί του και το βράδυ.
«Θα είμαι εντάξει. Το μόνο που θέλω αυτή τη στιγμή είναι να είμαι
δίπλα στον Έιντζελ» είπα άτονα και άρχισα να περπατάω προς τον
διάδρομο δίχως να δώσω περιθώρια κάποιας διαφωνίας.
Όταν βρέθηκα πάλι στην είσοδο του δωματίου του, ένιωσα το ίδιο
σφίξιμο στο στήθος μου, όμως δεν λύγισα. Έκανα το πρώτο βήμα και
μπήκα μέσα. Το βλέμμα μου έπεσε σε μία καρέκλα που ήταν ήδη
τοποθετημένη στο πλάι του και αμέσως πήγα και κάθισα εκεί. Δίχως να
πάρω τα μάτια μου από πάνω του, έπιασα απαλά το χέρι του και έπλεξα
τα δάχτυλά μου με τα δικά μου. Ήθελα να νιώσει ότι ήμουν εκεί.
«Μικρέ μου άγγελε, με ακούς; Είμαι εδώ. Η βασίλισσά σου είναι
εδώ» είπα ήρεμα και μου ξέφυγε ένα γελάκι με τα υποκοριστικά μας.
Έτσι με φώναζε από μικρός που ήταν λόγω του ονόματός μου, μα κι
επειδή ήμουν η μεγαλύτερή του αδερφή, όπως για μένα ήταν ο μικρός
μου άγγελος. Έγειρα το κεφάλι μου εκεί δίπλα του και χάιδεψα το χέρι
του ενώ συνέχισα να του μιλάω.
«Δεν έπρεπε να είσαι σε αυτή τη θέση, ρε Έιντζελ. Πάντα έμπλεκες
σε μπελάδες, επειδή δεν με άκουγες. Μια φορά να το έκανες τώρα δεν θα
ήμασταν εδώ. Ή τουλάχιστον όχι εσύ. Μακάρι να μπορούσα να μας
αλλάξω θέσεις. Εσύ δεν πρέπει να πονάς. Ο μόνος πόνος που θα
έπρεπε να βιώνεις είναι το ξύλο από τις γυναίκες που έχεις πληγώσει,
όχι κάτι τέτοιο» είπα και στην τελευταία πρόταση το μηχάνημα που
μέτραγε τους παλμούς του χτύπησε λίγο πιο γρήγορα και ύστερα γύρισε
πάλι στον σταθερό του ρυθμό. Χαμογέλασα στην ιδέα ότι με άκουγε και
έτσι συνέχισα.
Του μιλούσα όλη μέρα ενώ τα περισσότερα λόγια μου ήταν απειλές
για το τι θα του έκανα όταν ξυπνούσε που με λαχτάρισε με αυτόν τον
τρόπο. Ειδικά σε αυτές οι παλμοί του ανέβαιναν και μπορούσα να δω
ένα ελαφρύ μειδίαμα στο πρόσωπό του, όμως δεν ξυπνούσε.
Το βράδυ ήρθε, και για πολλοστή φορά ο Σέντρικ προσπάθησε να με
πάρει, όμως αρνήθηκα να φύγω από το πλευρό του. Όλοι επέμεναν να
Κυνηγοί Ζωής 219
πάω να ξεκουραστώ, αλλά δεν ήθελα με τίποτα να φύγω και να γυρίσω
στο παλιό μου δωμάτιο.
«Σέντρικ, πήγαινε να ξεκουραστείς εσύ και όταν θελήσω, θα πάω κι
εγώ. Για την ώρα όμως δεν νυστάζω» είπα κι εκείνος ξεφύσηξε
ενοχλημένα.
«Τουλάχιστον φάε κάτι. Δεν άγγιξες ούτε το μεσημεριανό σου» είπε
και κοίταξα τον δίσκο με το ανέγγιχτο φαγητό που είχα αφήσει επάνω σε
ένα τραπεζάκι. Δεν είχα καμία όρεξη.
«Δεν πεινάω και άσε που άμα το κάνω, τα ξέρω τα κατατόπια. Εδώ
μεγάλωσα» είπα κάπως απότομα.
«Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις. Άμα πέσεις κάτω, να δω ποιος θα σε
μαζεύει» είπε και έφυγε κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Τον είχα
τσαντίσει, αλλά δεν με ένοιαζε. Κι εκείνος μου έσπαγε τα νεύρα.
«Σε γουστάρει, ε;» άκουσα μία βραχνή φωνή από πίσω μου και
τινάχτηκα ολόκληρη.
«Έιντζελ!» φώναξα έκπληκτη και εκείνος χαμογέλασε πίσω από τη
μάσκα οξυγόνου. Ήθελα τόσο πολύ να τον αγκαλιάσω, όμως τα
τραύματα και τα μηχανήματα δεν το επέτρεπαν. Κράτησα τα χέρια του
σφιχτά και τα έφερα στο πρόσωπό μου.
«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο με ανησύχησες» είπα.
«Ναι, κάτι άκουσα».
«Πρέπει να φωνάξω τους άλλους και έναν γιατρό. Είμαι τόσο
χαρούμενη που είσαι ξύπνιος» είπα και έκανα να φύγω, όμως τα χέρια
του έσφιξαν τα δικά μου.
«Μην τους ανησυχήσεις. Δεν θα αργήσω να κοιμηθώ ξανά με τόσα
φάρμακα» είπε αργά και πράγματι φαινόταν έτοιμος να πέσει πάλι σε
λήθαργο.
«Ξεκουράσου τότε και κράτα τις δυνάμεις σου για αύριο. Εδώ θα
είμαι πάλι» του είπα ήρεμα και με αγριοκοίταξε.
«Κι εσύ να ξεκουραστείς και άσε τις μαλακίες που λες στους άλλους.
Φαίνεσαι χάλια» είπε και στριφογύρισα τα μάτια.
«Ευχαριστώ, μικρέ» είπα ειρωνικά και συνέχισε να με αγριοκοιτάζει.
220 ALEXA MERIAN
«Καλά, θα πάω, αλλά αφού κοιμηθείς εσύ πρώτος» είπα και
αναστέναξε. Δεν έφερε όμως καμία αντίρρηση, μιας και δεν ήταν
καθόλου δύσκολο να γίνει αυτό.
Δεν μιλήσαμε άλλο και, αφού βρήκα λίγο χώρο, κουλουριάστηκα στο
πλάι του και του κρατούσα το χέρι. Εκείνος μου χάιδευε απαλά τα
δάχτυλα μέχρι που κάποια στιγμή σταμάτησε και μπορούσα να ακούσω
πως η αναπνοή του γινόταν όλο και πιο ρυθμική. Σήκωσα το βλέμμα μου
και, όταν είδα πως τα μάτια του ήταν κλειστά, κατάλαβα πως έπρεπε να
τηρήσω κι εγώ το μέρος της συμφωνίας.
Κατέβηκα από το κρεβάτι προσεκτικά και τέντωσα το σώμα μου, γιατί
είχα πιαστεί όλη αυτή την ώρα. Έπρεπε να πάω να ξεκουραστώ, όμως
δεν ήθελα να γυρίσω στο δωμάτιό μου. Βγήκα κλείνοντας την πόρτα
σιγά και κοίταξα τον σκοτεινό διάδρομο μπροστά μου. Το χαμόγελό μου
έπρεπε να κάλυπτε όλο μου το πρόσωπο. Ήμουν τόσο χαρούμενη που
ήταν καλύτερα. Άρχισα να περπατάω αργά ενώ σκεφτόμουν παράλληλα
όσα είχαν συμβεί νωρίτερα. Δεν περίμενα ότι θα με έπιανε ξανά τέτοια
κρίση και ποιος θα το φανταζόταν ότι θα ηρεμούσα μόνο με τα λόγια του
Κίλιαν. Όμως αφού δεν τον ένοιαζε, γιατί πήρε το τηλέφωνο εκείνος;
Αχ, θα παίξουμε ξύλο ξανά μόλις βρεθούμε· αν δεν καταλήξουμε στο
κρεβάτι μετά, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Γιατί έμπλεξα έτσι μαζί
του, ρε γαμώτο; Υποτίθεται θα έπρεπε να ξεκολλάω όσο πιο γρήγορα
γίνεται από εκείνον και όχι να του κάθομαι. Σκατά.
Άνοιξα μία από τις πόρτες των ξενώνων και χώθηκα μέσα. Λογικά τα
πράγματά μου τα είχαν αφήσει στο παλιό μου υπνοδωμάτιο, αλλά
ύστερα από μια τέτοια μέρα δεν πρόκειται να ανέβαινα εκεί. Πέταξα τα
παπούτσια μου σε μια γωνία και έπεσα με τα ρούχα στο κρεβάτι.
Αγκάλιασα το μαξιλάρι και έκρυψα το πρόσωπό μου μέσα. Είχα μόλις
μερικές ώρες που έφτασα. Αυτό το σπίτι δεν θα σταματούσε ποτέ να μου
δημιουργεί τάσεις φυγής.
Από τις σκέψεις μου με έβγαλε ο ήχος από το κινητό μου. Κοίταξα την
οθόνη και, όταν είδα ποιος με καλούσε, τέντωσα τα μάτια από την
έκπληξη και τον τρόμο. Για μια στιγμή δίστασα να το σηκώσω, μα στο
τέλος το έκανα. Ήμουν περίεργη.
Κυνηγοί Ζωής 221
«Ναι;» είπα και η φωνή μου βγήκε βραχνή.
«Σε ξύπνησα;» με ρώτησε και ξερόβηξα νευρικά.
«Όχι. Μόλις ξάπλωσα» είπα, και για μια στιγμή δεν μιλούσε κανείς
από τους δυο μας. Ήθελα να τον ρωτήσω γιατί με πήρε, μα με πρόλαβε
εκείνος.
«Πώς είσαι από το μεσημέρι;» ρώτησε και κοίταξα τριγύρω.
Τι έγινε, παιδιά; Ποιος μου κάνει φάρσα; Από κάπου θα βγουν οι
κάμερες, δεν μπορεί. Ο Κίλιαν ενδιαφέρθηκε να ρωτήσει πώς νιώθω!
«Είμαι καλύτερα. Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες» είπα ειλικρινά και
μετά από λίγο πάλι ησυχία.
Ήταν περίεργο. Δηλαδή πέρα από τσακωμούς ή σεξ δεν μπορούσαμε
να μιλήσουμε σαν άνθρωποι;
«Κίλιαν, γιατί με πήρες;» τον ρώτησα μετά από λίγο και άκουσα
εκείνο το κλασικό κακό γέλιο.
«Μα για να δω πώς είσαι φυσικά» είπε και ρουθούνισα.
«Ναι, γιατί είναι του στιλ σου να νοιάζεσαι για τους άλλους, πόσο
μάλλον για μένα. Τώρα πες μου τον πραγματικό λόγο που πήρες».
«Άουτς. Αυτό ήταν χτύπημα κάτω από τη ζώνη. Αλλά σχεδόν έχεις
δίκιο. Δεν σε πήρα μόνο για να δω πώς είσαι».
«Αλλά;» ρώτησα παραξενεμένη και αμέσως μου ήρθε στο μυαλό το
διαβολικό χαμόγελό του.
«Έχω καύλες και ήθελα να σε δω» είπε και για μια στιγμή ξέχασα
πώς αναπνέουν.
«Είσαι διεστραμμένος! Σου είπα πως δεν βρίσκομαι στο Μπράιτον».
«Μα δεν είπα πως είμαι στο Μπράιτον» είπε και έσμιξα τα φρύδια.
«Και πού είσαι;» ρώτησα και η απάντησή του με σόκαρε.
«Λίγο πιο έξω από το Μάντσεστερ. Μόλις πάρκαρα έξω από ένα
ξενοδοχείο. Τι λες; Θα έρθεις ή να θυμηθώ καμιά παλιά μου γνωριμία
από την περιοχή;» είπε και τινάχτηκα όρθια.
«Είσαι τρελός!» φώναξα και του το έκλεισα στα μούτρα. Μα πώς με
βρήκε;
222 ALEXA MERIAN
Τον Λίαμ θα τον σκοτώσω όταν γυρίσω! Τι θα κάνω τώρα; Πρέπει να
πάω, ειδάλλως έτσι και μάθει πού μένω, θα μάθει και πολλά άλλα και
δεν είναι καθόλου η κατάλληλη στιγμή.
Έπιασα το κινητό μου και του έστειλα ένα απλό μήνυμα.
Στείλε μου τη διεύθυνση και σε μία ώρα θα είμαι εκεί.
Τον φαντάστηκα να το κοιτάζει και να κάνει αυτό το καταραμένο σέξι
χαμόγελο διαβάζοντάς το. Η απάντηση ήρθε μέσα σε μερικά λεπτά και
σχεδόν μετάνιωσα την απόφασή μου να πάω.
Το ήξερα.
Ύστερα έστειλε ένα ακόμα μήνυμα όπου μου γνωστοποιούσε τη
διεύθυνση. Δεν ήταν και πολύ μακριά, και το μόνο που έμενε ήταν να
βρω έναν τρόπο να φύγω χωρίς να με ακολουθήσει κανείς. Δηλαδή από
την πόρτα.
Άρχισα να τρέχω για να ετοιμαστώ και τελικά δεν απέφυγα να μπω
στο παλιό μου δωμάτιο. Άνοιξα τον σάκο με τα ρούχα μου και έβγαλα
από μέσα ένα στενό μαύρο τζιν και μία κολλητή άσπρη μπλούζα.
Στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη και τρόμαξα όταν είδα το πρόσωπό
μου. Κάθισα στο σκαμπό και ήμουν τόσο ευγνώμων που δεν είχαν
πετάξει τίποτα από τα πράγματά μου. Χτένισα τα μαλλιά μου σε έναν
ψηλό κότσο και βάφτηκα ίσα για να καλύψω την κούραση της ημέρας.
Βέβαια αυτό δεν μπορούσα να το κρύψω από τα μάτια μου και έτσι
φόρεσα τα γυαλιά μου.
Λίγο πριν βγω από το δωμάτιο, έριξα μία τελευταία ματιά και με
έπιασε ένα σφίξιμο. Δεν ήθελα να ξαναγυρίσω και όμως είχαν έρθει έτσι
τα πράγματα. Φόρεσα το παλτό μου και έφυγα δίχως να αφήσω τις
αναμνήσεις να με επηρεάσουν παραπάνω. Τα τακούνια μου αντηχούσαν
σε όλο το σπίτι και ειδικά όταν κατέβαινα την κεντρική σκάλα. Το βλέμμα
μου έπεσε προς το γραφείο του πατέρα μου και το παράξενο ήταν πως
τα φώτα ήταν ακόμα ανοιχτά. Αμέσως μου ήρθε στο μυαλό ο τρόπος με
τον οποίο θα έφευγα αρκεί να κατόρθωνα να συγκρατήσω τα νεύρα μου.
Περπάτησα μέχρι την πόρτα και την άνοιξα δίχως να χτυπήσω. Εκείνος
βρισκόταν πίσω από το παλιό βαρύ ξύλινο γραφείο του και έπινε ενώ
κοιτούσε το κενό.
Κυνηγοί Ζωής 223
«Καλά άκουσα τακούνια. Το σκας ξανά; Δεν υπάρχει λόγος, μιας και
δεν μένεις πλέον εδώ» είπε.
«Και τώρα που τελείωσες το παραλήρημα, υπάρχει πιθανότητα να
φύγω με κάποιο τρόπο χωρίς να με ακολουθήσει κανείς ή να βρεθώ με
μια σφαίρα ανάμεσα από τα μάτια μου από τα φιλαράκια σου;» ρώτησα
και με κοίταξε με ένα ελαφρύ συνοφρύωμα.
«Γιατί δεν χρησιμοποιείς το αμάξι σου;» είπε και είχε ένα δίκιο, όμως
ήμουν κάπως καχύποπτη σχετικά με αυτό.
«Με εμπιστεύεσαι να το πάρω; Με εκπλήσσει» είπα και, δίχως να
απαντήσει, άνοιξε ένα από τα συρτάρια του γραφείου του και έβγαλε μία
αρμαθιά κλειδιά από μέσα. Μου την πέταξε και όταν την έπιασα,
αναγνώρισα το μονόγραμμά μου με τα μαύρα διαμάντια που είχα για
μπρελόκ. Ρουθούνισα όταν θυμήθηκα ότι ήταν δικό του δώρο αμέσως
μετά την πρώτη μου επιτυχημένη αποστολή. Και φυσικά τα διαμάντια
ήταν αληθινά.
«Απλά σαν αντάλλαγμα έλα και αύριο να δεις τον αδερφό σου. Άμα
ξυπνήσει και δει ότι ήσουν εδώ και έφυγες, θα απογοητευτεί πολύ» είπε
και τον κοίταξα με το ένα φρύδι ανασηκωμένο.
«Θα είμαι εδώ το πρωί αν μου υποσχεθείς κι εσύ ότι δεν θα βρω
κανέναν στον δρόμο μου. Ξέρεις πολύ καλά ότι θα το καταλάβω άμα
στείλεις κάποιον» είπα.
«Έχεις τον λόγο μου. Καλά να περάσεις» είπε ειρωνικά και αμέσως
γύρισα την πλάτη και έφυγα.
«Τώρα σώθηκα» μουρμούρισα πριν βγω και ήμουν σίγουρη ότι με
άκουσε.
Περπάτησα σχεδόν τρέχοντας μέχρι το γκαράζ. Κοίταξα ανάμεσα στα
τόσα αμάξια και πάτησα τον διακόπτη ώστε να μπορέσω να εντοπίσω το
δικό μου. Ο ήχος ήρθε από ένα που ήταν καλυμμένο και κρυμμένο σε μία
γωνία. Περπάτησα με γρήγορα βήματα προς το μέρος του και έβγαλα το
κάλυμμα. Ένα Άουντι R8 σε ματ μαύρο χρώμα ήταν μπροστά μου και το
θαύμασα όπως την πρώτη μέρα που μου το φέρανε.
Μπήκα μέσα και ακόμα, μετά από τόσο καιρό, μύριζε καινούριο.
Ήταν καθαρό, πράγμα που σήμαινε πως το συντηρούσαν, μα ακόμα
224 ALEXA MERIAN
απείρακτο. Έβαλα μπροστά και η μηχανή γρύλισε. Πάτησα τέρμα το
γκάζι και βγήκα από το γκαράζ με μεγάλη ταχύτητα με τα λάστιχα να
τσιρίζουν. Πέρασα την πύλη ανενόχλητη. Βγήκα στον δρόμο κι ένιωσα
σαν κάτι να φεύγει από πάνω μου. Είχε περάσει πολύς καιρός από την
τελευταία φορά που οδήγησα αυτό το αμάξι και αυτή τη φορά ένιωθα
τόση ικανοποίηση που το έκανα.
Στο μεταξύ κοίταξα μέσα από τον καθρέφτη πίσω μου και αμέσως
παρατήρησα πως ένα μαύρο αμάξι με φιμέ τζάμια προσπαθούσε να με
προλάβει. Έτσι γίνεται όταν ο Άνταμς κρατάει τον λόγο του. Επιτάχυνα
ακόμα περισσότερο και, όταν έφτασα στην πόλη, αντί να ακολουθήσω
τον δρόμο που έπρεπε για το ξενοδοχείο, μπλέχτηκα σε μερικά στενά και
βγήκα σε μία διαφορετική κατεύθυνση, όμως σχετικά κοντά από εκεί που
ήθελα να πάω. Πάρκαρα έξω από ένα άλλο ξενοδοχείο και παρατήρησα
πως το ίδιο έκανε και το άλλο αμάξι. Έδωσα τα κλειδιά στον παρκαδόρο
και μπήκα μέσα σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Κράτησα ένα δωμάτιο στο
πραγματικό μου όνομα κι ενώ προσποιήθηκα πως ανέβαινα σε αυτό,
στην πραγματικότητα βρήκα την πίσω πόρτα του προσωπικού που
ευτυχώς έβγαινε σε έναν άλλον δρόμο. Αμέσως σταμάτησα ένα ταξί και,
αφού του έδωσα τη διεύθυνση του άλλου ξενοδοχείου, κάθισα πίσω και
περίμενα να με πάει. Είχα αργήσει λίγο. Μόλις έφτασα είπα στην
υποδοχή τον αριθμό του δωματίου και η ρεσεψιονίστ μου είπε το όνομα
του Λίαμ. Μάλλον και κάποιος άλλος δεν ήθελε να μαθευτεί ότι
βρισκόταν στην πόλη.
Δεν ήταν κανένα υπερπολυτελέστατο ξενοδοχείο όμως ο καλός μου
Κίλιαν είχε κλείσει σουίτα και έτσι καθώς περίμενα να ανέβει το
ασανσέρ, έβριζα από μέσα μου και αυτόν για την αναστάτωση που μου
είχε προκαλέσει αλλά και για όλα όσα είχαν γίνει.
Ήθελε και σουίτα, τρομάρα του!
Όταν το ασανσέρ έφτασε στον τελευταίο όροφο και βγήκα έξω πήρα
μία βαθιά ανάσα πριν πάω προς το δωμάτιο. Για κάποιο λόγο είχα
άγχος που θα τον έβλεπα. Λες και δεν είχαμε ξανακάνει κάτι τέτοιο, όμως
τις άλλες φορές δεν το είχαμε και τόσο κανονισμένο.
Κυνηγοί Ζωής 225
«Όχι πισωγυρίσματα, Βαλεντίν» μουρμούρισα στον εαυτό μου και
μετρώντας μέχρι το δέκα κράτησα την ανάσα μου και χτύπησα.
Περίμενα μερικά δεύτερα και τότε άνοιξε. Στεκόταν μπροστά μου και
με κοιτούσε με εκείνα τα παγωμένα μάτια. Μόλις με αντίκρισε, είδα την
επιθυμία να φλέγεται μέσα τους και αμέσως ξέχασα ότι με είχε
αναστατώσει. Αυτός ο άντρας θα ήταν η απόλυτη καταστροφή μου.
«Συγγνώμη που άργησα. Είχα κάποια προβλήματα στον δρόμο»
δικαιολογήθηκα, μα εκείνος δεν είπε τίποτα. Ίσα που μου γύρισε την
πλάτη και πήγε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Έβγαλα το παλτό
μου και το άφησα σε μία πολυθρόνα. Το βλέμμα του δεν είχε φύγει από
πάνω μου. Με κοίταζε σαν να ήμουν το θήραμά του κι αυτό με άναψε.
«Έλα εδώ» είπε προστακτικά και χτύπησε το πόδι του.
Τον κοίταξα με πάθος. Άρχισα να τον πλησιάζω αργά ανυπο-
μονώντας για τη νύχτα που μόλις ξεκινούσε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 29
Με το που κάθισα στα πόδια του με άρπαξε και πέσαμε στο κρεβάτι.
Μου κρατούσε τα χέρια σφιχτά πάνω από το κεφάλι και το βλέμμα του
ήταν θυμωμένο.
«Την επόμενη φορά να είσαι στην ώρα σου» είπε.
«Μα σου είπα πως είχ–» πήγα να πω, μα τα χείλη του με στα-
μάτησαν. Με φιλούσε άγρια και με δάγκωνε με δύναμη.
«Σκάσε» είπε μέσα από τα φιλιά του και μπορώ να πω πως για
πρώτη φορά έκανα ακριβώς αυτό που μου είπε. Έβγαλα τον σκασμό και
τον άφησα να με φιλάει.
Μπορεί τις περισσότερες φορές να μου έσπαγε τα νεύρα, όμως μου
άρεσε που στο σεξ ήταν κτητικός. Και μαζί του αυτό ήθελα. Ήταν
παράλογο όλο αυτό, άγγιζε τα όρια της ανωμαλίας και το ήξερα, όμως
ήθελα να είμαι με κάποιον που δεν θα είχα εγώ πάντα το πάνω χέρι σε
οτιδήποτε κάναμε, γιατί πολύ απλά είχα βαρεθεί τους άντρες που
ένιωθαν περισσότερη ασφάλεια μαζί μου παρά εγώ με αυτούς. Ο Κίλιαν
μπορεί να μην ήταν ο συμβολισμός του ρομαντισμού, όμως αν κάτι μου
έβγαζε, αυτό ήταν πρώτα το πάθος και ύστερα η ασφάλεια. Για εκείνον
ήμουν μόνο το ξέσπασμά του στο σεξ, μα για μένα είχε γίνει κάτι άλλο –
ήθελα να ζήσω αυτό το κάτι άλλο για όσο κρατούσε. Φυσικά αυτό ήταν
από τα πολλά που δεν έπρεπε να μάθει, αλλιώς θα τελείωνε πιο σύντομα
απ’ ό,τι ήθελα.
Τα χέρια του άρχισαν να ταξιδεύουν σε όλο μου το σώμα ενώ τα
χείλη του κατέβαιναν όλο και πιο χαμηλά στον λαιμό μου. Ξαφνικά με
Κυνηγοί Ζωής 227
δάγκωσε με τόση δύναμη που έβγαλα έναν δυνατό αναστεναγμό και
αμέσως το χέρι του μου έκλεισε το στόμα και με κοίταξε μέσα στα μάτια.
Το βλέμμα του με έκαιγε και έχανα το μυαλό μου. Τράβηξε το χέρι του
αργά από το στόμα μου και με τον αντίχειρά του χάιδεψε τα χείλη μου.
Ύστερα πλησίασε αργά και με τη γλώσσα του τα ύγρανε. Όπως
ήμασταν με έσφιξε πάνω του και γύρισε ώστε να βρίσκομαι εγώ από
πάνω του και ανασηκώθηκε βολεύοντας τα πόδια μου γύρω από τη μέση
του. Τράβηξε την μπλούζα πάνω από το κεφάλι μου και την πέταξε
μακριά. Ύστερα άρχισε να αφήνει φιλιά στην κλείδα μου.
Τα χέρια μου σύρθηκαν στο στέρνο του και έβαλα όλες μου τις
δυνάμεις να συγκεντρωθώ και να μπορέσω να του βγάλω τα ρούχα.
Όταν τα χέρια μου άγγιξαν τη γυμνή του σάρκα, ένιωσα το δέρμα του
καυτό.
Με το ένα του χέρι αγκάλιασε τον λαιμό μου και το πέρασε σιγά σιγά
από πίσω στα μαλλιά μου ενώ με το άλλο μου ξεκούμπωσε το σουτιέν.
Τα δόντια του είμαι σίγουρη πως θα άφηναν σημάδια στον λαιμό μου,
αλλά με ερέθιζε τόσο πολύ.
«Αχ, Κίλιαν» ψέλλισα και ένιωσα το χαμόγελό του πάνω στο δέρμα
μου.
«Τι είναι, μωρό μου;» με ρώτησε και το χέρι του τρύπωσε μέσα από
το παντελόνι μου. Κύρτωσα την πλάτη ενώ τα νύχια μου γρατζούνισαν τη
δική του.
«Σε θέλω» είπα με βαριά ανάσα και, μόλις το άκουσε, μας έριξε πίσω
στο κρεβάτι.
Άρχισε ένα μονοπάτι με φιλιά που κατέβαινε όλο και πιο χαμηλά.
Ξεκούμπωσε το παντελόνι μου και το κατέβασε μαζί με το εσώρουχο. Με
φιλούσε από τη μέσα πλευρά των ποδιών μου και, όταν ένιωσα την
ανάσα του πάνω στο σημείο μου, νόμιζα πως η καρδιά θα πεταχτεί από
το στήθος μου. Κοίταξα χαμηλά και τον είδα που είχε καρφώσει το
βλέμμα του επάνω μου. Όταν είδε πως τον κοιτάζω, έσκυψε και άρχισε
να κάνει παιχνίδια με τη γλώσσα του ακριβώς εκεί. Πραγματικά ένιωσα
τον κόσμο να χάνεται. Οι αναστεναγμοί μου γίνονταν όλο και πιο
228 ALEXA MERIAN
δυνατοί και ένιωθα εκείνη τη μικρή πίεση χαμηλά στην κοιλιά μου να
γίνεται πιο έντονη.
«Κίλιαν…» ψέλλισα το όνομά του.
«Έλα, μωρό μου» είπε και τα δάχτυλα έκαναν το παιχνίδι πιο
σκληρό.
Τελείωσα κι ενώ προσπαθούσα να ανακτήσω την αναπνοή μου,
εκείνος άρχισε να ανεβαίνει πάλι ψηλά χαρίζοντας φιλιά σε κάθε σημείο
του σώματός μου. Όταν έφτασε πάλι στα χείλη μου, κόλλησε το σώμα
του με το δικό μου ενώ τα χέρια του έφεραν τα πόδια μου ψηλά και τα
τύλιξα γύρω από τη μέση του. Δεν μου άφησε και πολλά περιθώρια και
φιλώντας με ξεκούμπωσε το παντελόνι του. Μπήκε μέσα μου απότομα
κάνοντάς με να βγάλω μία δυνατή κραυγή. Άρχισε να κουνιέται με ρυθμό
ενώ οι κινήσεις του ήταν απότομες. Τα χέρια του με άγγιζαν κτητικά κι
εγώ σίγουρα του είχα αφήσει σημάδια στην πλάτη και τους ώμους με τα
νύχια μου.
Και αυτό ήταν μόνο η αρχή. Όλο το βράδυ κάναμε σεξ και ήταν σαν
να παλεύαμε για μία ακόμη φορά μεταξύ μας. Εκείνος τελείωνε και μετά
από λίγο ερχόταν καταπάνω μου και δεν με άφηνε σε ησυχία. Λίγο πριν
τα ξημερώματα όταν τελείωσε για μία ακόμα φορά, έπεσα στο κρεβάτι
και απομακρύνθηκα από κοντά του. Εκείνος πρέπει να το κατάλαβε γιατί
άκουσα ένα σιγανό γελάκι και τον κοίταξα στραβά.
«Γιατί γελάς;» τον ρώτησα με βραχνιασμένη φωνή και με πλησίασε.
Με γύρισε προς το μέρος του και αφού με καβάλησε, με έπιασε από τους
καρπούς και έφερε τα χέρια πάνω από το κεφάλι μου
«Κουράστηκες;» με ρώτησε ειρωνικά ενώ εκείνο το κακό χαμόγελο
δεν είχε φύγει από το πρόσωπό του.
Τον αγριοκοίταξα και το χαμόγελό του έγινε ακόμα πιο πλατύ.
«Θες να πεις κάτι;»
«Όχι, εσύ ήσουν αυτή που έλεγε για την ηλικία και τις αντοχές μου»
είπε και με δάγκωσε παιχνιδιάρικα στον λαιμό.
Άφησα μια κραυγή και προσπάθησα να ξεφύγω από το κράτημά του.
Ήταν αδύνατον.
Κυνηγοί Ζωής 229
«Άσε με να φύγω!» τσίριξα γελώντας, μα ήταν σαν να μη μίλησα.
Συνέχισε να με πειράζει μέχρι που στο τέλος έπεσε στο πλάι και με
άφησε στην ησυχία μου.
Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και φόρεσε το μποξεράκι του.
Σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε το κινητό του.
«Θα φύγεις;» τον ρώτησα διστακτικά ενώ του είχα γυρισμένη την
πλάτη και ένιωσα το βλέμμα του επάνω μου να με καίει. Τον άκουσα να
κάνει τον γύρο του κρεβατιού και ήρθε από τη δική μου πλευρά.
Σκέπασα το κορμί μου με το σεντόνι και γύρισα από την άλλη. Δεν ξέρω
αν όντως ήθελα μία απάντηση.
«Πάω στο μπάνιο, θα έρθεις;» είπε.
Ανασηκώθηκα και τον κοίταξα μία στα μάτια και μία χαμηλά. Αν ήταν
δυνατόν!
«Μόνο αν υποσχεθείς ότι θα είσαι φρόνιμος» είπα και μου
χαμογέλασε διαβολικά. Ύστερα γύρισε από την άλλη αφήνοντάς με να
θαυμάσω κάθε σπιθαμή του κορμιού του από πίσω και μπήκε μέσα.
Κοιτούσα την πόρτα νευρικά ενώ δάγκωνα τα χείλη μου με μανία.
Να πάω ή να μην πάω; Άμα πάω, ποιος θα με γλιτώσει από τα χέρια
του;
«Λες και θέλω να γλιτώσω» μονολόγησα κι εν τέλει σηκώθηκα όρθια.
Ένιωσα όλο μου το κορμί να πονάει, όμως δεν έλεγα να βάλω μυαλό.
Άφησα το σεντόνι πίσω μου και μπήκα μέσα γυμνή. Εκείνος ήταν ήδη
μέσα στην ντουζιέρα, κάτω από το νερό. Το δέρμα του γυάλιζε από την
υγρασία και ήθελα τόσο πολύ να τον αγγίξω. Με είχε καταστρέψει αυτός
ο άντρας.
«Θα έρθεις ή θα κάθεσαι να με κοιτάς για πολύ;» είπε δίχως να με
κοιτάζει και ρουθούνισα. Προφανώς με είχε καταλάβει.
Χώθηκα κάτω από το νερό μαζί του, άρπαξα το σφουγγάρι και
άρχισα να τον τρίβω στην πλάτη. Το βλέμμα μου έπεσε στα σημάδια
που είχε από τις μαχαιριές και ένιωσα άβολα. Δεν κατάλαβα ότι είχα
σταματήσει μέχρι που γύρισε προς το μέρος μου και με άρπαξε απότομα.
Το σώμα του κόλλησε επάνω στο δικό μου και άρχισε να με φιλάει με
ορμή. Τα χέρια του με κρατούσαν σφιχτά λες και θα έφευγα, και ο
230 ALEXA MERIAN
τρόπος που ταξίδευαν επάνω μου μου έδειχνε τι θα ακολουθούσε. Με
κόλλησε με δύναμη πάνω στα πλακάκια. Έπειτα με μία κίνηση με
σήκωσε ψηλά κάνοντας τα πόδια μου να τυλιχτούν γύρω τη μέση του και
μπήκε μέσα μου. Έπιασε το πρόσωπό μου με το χέρι του και με
δάγκωσε στα χείλη ενώ μπαινοέβγαινε μέσα μου.
Και κάπως έτσι βρεθήκαμε να κάνουμε σεξ για μία ακόμη φορά. Όταν
τελειώσαμε και πάτησα ξανά κάτω, πήγα να γλιστρήσω κι εκείνος
ευτυχώς πρόλαβε και έβαλε τα χέρια του και με στήριξε. Δεν το πίστευα
πως όντως δεν ένιωθα τα πόδια μου. Με κοίταξε στα μάτια και με
βοήθησε να πλυθώ. Ύστερα βγήκαμε από το ντους. Τύλιξε μία πετσέτα
γύρω μου και, όπως ήμουν, με σήκωσε στην αγκαλιά του και γυρίσαμε
πίσω στο δωμάτιο.
Με έβαλε να ξαπλώσω ενώ στο μεταξύ εγώ είχα μείνει αναύδη από τη
συμπεριφορά του. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα έβλεπα μία τέτοια πλευρά
του Κίλιαν, πόσο μάλλον απέναντί μου. Σκεπάστηκα με το σεντόνι και
τον είδα που έκανε τον κύκλο του κρεβατιού και ξάπλωσε κι εκείνος από
την άλλη πλευρά. Δεν μιλούσαμε κι ενώ εκείνος ήταν ξαπλωμένος
μπρούμυτα, κάποια στιγμή γύρισε προς το μέρος μου. Όπως είχε
κλειστά τα μάτια, τα άνοιξε και με κοίταξε. Χάθηκα στις θάλασσες μέσα
τους και δεν ήθελα τίποτα να χαλάσει από αυτή τη στιγμή, όμως η
πραγματικότητα ήταν για πάντα εκεί να με ξυπνάει και να μη με αφήνει
να ονειρευτώ. Δίχως να αισθάνομαι το σώμα μου, σήκωσα αργά το χέρι
μου και άγγιξα απαλά τον ώμο του.
Διστακτικά έσυρα τα δάχτυλά μου πάνω στο δέρμα του και όσο
κατέβαινα, πλησίαζα τις ουλές που του είχα κάνει. Όταν τις άγγιξα,
εκείνος πήρε μία κοφτή ανάσα και τσιτώθηκε. Τράβηξα το χέρι μου
μακριά πριν προλάβει και αντιδράσει άσχημα. Κοίταξα ξανά τα μάτια του
και μπορούσα να δω την οργή να καθρεφτίζεται μέσα τους. Έφερα το
χέρι κάτω από το κεφάλι μου και έκλεισα τα μάτια. Το δωμάτιο ήταν
σκοτεινό και το μόνο φως που ερχόταν ήταν το αμυδρό φως της αυγής
που έμπαινε από τα παράθυρα. Μέσα στο μυαλό μου ζούσα τη νύχτα
που περάσαμε ξανά και ξανά. Οι τελευταίες στιγμές που με περιποιήθηκε
Κυνηγοί Ζωής 231
με τέτοιο τρόπο με έκαναν να χαμογελάσω χωρίς να το καταλάβω και
ήταν κάτι που δεν του πέρασε απαρατήρητο.
«Γιατί χαμογελάς;» ρώτησε μέσα στην ησυχία και βολεύτηκα
καλύτερα στη θέση μου.
«Γιατί μου φάνηκε περίεργο που σήμερα δεν σκέφτηκες μόνο τον
εαυτό σου» μουρμούρισα κι εκείνος ρουθούνισε μόλις άκουσε την
απάντησή μου.
«Κάνεις λάθος» είπε δήθεν αδιάφορα και άνοιξα τα μάτια ενώ
στήριξα το κεφάλι μου στο ένα χέρι και τον κοίταξα στραβά.
«Πριν στο μπάνιο άλλα μου έδειξες. Ήταν μία πλευρά σου που δεν
περίμενα ποτέ να δω» παραδέχτηκα και στριφογύρισε τα μάτια του.
«Έρωτα, έχω τόσες πλευρές που ούτε καν φαντάζεσαι ότι
υπάρχουν» ξεφύσηξε και τότε η ερώτηση γλίστρησε από τα χείλη μου
πριν προλάβω να τη σταματήσω.
«Υπάρχει ποτέ περίπτωση να τις δω;» ρώτησα και τότε η ατμό-
σφαιρα πάγωσε για δευτερόλεπτα. Εκείνος γύρισε πάλι ανάσκελα και
κοίταξε το ταβάνι.
«Όχι. Σίγουρα όχι» μουρμούρισε και ύστερα από αυτό απέφυγε να
με κοιτάξει ξανά.
Δάγκωσα το κάτω χείλος μου και ξάπλωσα πάλι κανονικά. Έφερα τα
πόδια πιο κοντά στο σώμα μου, όμως δεν του γύρισα την πλάτη. Δεν
ήθελα να νομίζει ότι με πείραξε αυτό που είπε. Μιλάμε για τον Κίλιαν. Σεξ
δίχως συναισθήματα.
«Ήμουν σίγουρη» μουρμούρισα με κλειστά μάτια και ύστερα
προσπάθησα να συγκεντρωθώ στην αναπνοή μου ώστε να ηρεμήσω
τους χτύπους της καρδιάς μου. Ένιωθα τόσο κουρασμένη όμως, παρ’
όλο που ήθελα να κοιμηθώ, το γεγονός ότι τον είχα δίπλα μου με
επηρέαζε. Ευτυχώς για μένα δεν άργησα να χαλαρώσω και τελικά έπεσα
σε έναν βαθύ ύπνο. Είμαι σίγουρη πως το σώμα μου θα με πονούσε
όταν ξυπνούσα, όπως και το ότι εκείνος δεν θα ήταν δίπλα μου, αλλά
ήταν δύο από τα πράγματα που ήξερα με βεβαιότητα ότι θα γίνουν.
Και έγιναν. Το πρώτο πράγμα που αντίκρισα όταν άνοιξα τα μάτια
μου ήταν η άδεια πλευρά του Κίλιαν και κανένα σημάδι ότι ήταν ακόμη
232 ALEXA MERIAN
στο δωμάτιο. Έσφιξα το σεντόνι περισσότερο επάνω μου και έμεινα για
λίγο εκεί κουλουριασμένη μέχρι που ο ήχος από το κινητό μου με
ανάγκασε να σηκωθώ. Κοίταξα ποιος ήταν και ξεφύσηξα όταν είδα.
«Καλημέρα, Σέντρικ» είπα ήρεμα και ευτυχώς κι εκείνος ήταν το ίδιο
ήρεμος με εμένα. Δεν είχε γίνει κάτι που θα έπρεπε να με ανησυχούσε,
παρά μόνο το ότι είχε ξυπνήσει ο Έιντζελ και ότι ήθελε να με δει. Αυτό
και μόνο μου έδωσε δύναμη να σηκωθώ και να ντυθώ.
Αφού κλείσαμε, σηκώθηκα και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη.
Είχα αρκετά σημάδια που έδειχναν ότι είχα μία μακριά νύχτα. Τα μάτια
μου ήταν κουρασμένα, θαμπά ίχνη από δαγκωματιές υπήρχαν στους
ώμους μου ενώ δύο πιπιλιές κοσμούσαν τον λαιμό μου. Ο κύριος
μάρκαρε την περιοχή του καλά σαν ξαναμμένος έφηβος χωρίς να τον
νοιάζει για τα νεύρα τα δικά μου. Πάλι καλά που δεν έφυγε τελείως
αλώβητος από αυτό το δωμάτιο και μόνο αυτό ήταν αρκετό για να
χαμογελάσω ύπουλα. Ήμουν σίγουρη ότι με το ζόρι θα μπορούσε να
ακουμπήσει την πλάτη του σε οποιαδήποτε επιφάνεια.
Κοίταξα την ώρα στο ρολόι του κομοδίνου και ήταν μόνο οκτώ το
πρωί.
Μα καλά τι ώρα είχε φύγει;
Άρπαξα το κινητό μου για να καλέσω ένα ταξί να έρθει να με πάρει
ώστε να πάω να πάρω το αμάξι μου. Τερματίζοντας την κλήση το βλέμμα
μου έπεσε σε ένα μήνυμα που δεν είχα δει νωρίτερα. Το άνοιξα και ήταν
από εκείνον.
Το δωμάτιο είναι πληρωμένο για ολόκληρη τη μέρα, οπότε μπορείς
να μείνεις παραπάνω για να κοιμηθείς.
Έγραφε αυτό και μόνο αυτό. Ψυχρό και λιτό. Αναστέναξα κι ενώ
ετοιμαζόμουν, με πήραν από τη ρεσεψιόν για να μου πουν ότι το ταξί μου
ήταν κάτω και με περίμενε. Φόρεσα το παλτό μου και έφυγα όπως όπως
από το δωμάτιο, μιας και το μόνο που ήθελα πλέον ήταν να πάω να δω
τον αδερφό μου.
Όταν πήρα το αμάξι μου, οδηγούσα με τέτοια ταχύτητα για τη βίλα
των Άνταμς που ήμουν σίγουρη πως ο γερο- Άρθουρ θα λάμβανε
σύντομα μία κλήση με τα στοιχεία του αυτοκινήτου μου. Στο μεταξύ από
Κυνηγοί Ζωής 233
πίσω με ακολουθούσαν και οι άντρες του πατέρα μου, αφού με είδαν
όταν βγήκα από το ταξί και πήρα το αμάξι και ήμουν σίγουρη ότι θα ήταν
κάπως μπερδεμένοι.
Όταν έφτασα, μπήκα στο σπίτι με φόρα έτοιμη να δω τον Έιντζελ
αλλά και να τσακωθώ με τον πατέρα μου, μα εκεί με περίμενε μία
διαφορετική έκπληξη. Στην είσοδο μαζί με τον Σέντρικ και τον Άνταμς
στεκόταν και ένας άλλος άντρας που στην αρχή δεν κατάλαβα ποιος
ήταν, όμως όταν γύρισε προς το μέρος μου και είδα τα μάτια του,
πάγωσα ολόκληρη. Μαύρα μάτια, άψυχα.
«Λου-Λουσιάνο;» ψέλλισα κι εκείνος με κοίταξε με ένα από εκείνα τα
διαβολικά του χαμόγελα.
«Καλησπέρα, Κουίν» είπε και ακούγοντας τη φωνή του ένιωσα να
μου κόβονται τα πόδια. Όμως εκείνος δεν έπρεπε να το καταλάβει.
Κανείς δεν έπρεπε να καταλάβει πόσο τον φοβόμουν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30
Ο ήλιος ίσα που φώτιζε τους δρόμους όταν βγήκε από το ξενοδοχείο.
Περίμενε πρώτα να κοιμηθεί εκείνη, αλλά δεν ήξερε γιατί το έκανε. Θα
μπορούσε να είχε μείνει να κοιμηθεί παραπάνω, μιας και οι δουλειές του
ήταν αρκετά αργότερα, όμως η ερώτησή της τον είχε πιάσει
απροετοίμαστο. Δείλιασε και, αντί να μείνει απτόητος, το έβαλε στα
πόδια. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι πήγαινε λάθος μαζί του, αλλά και
με την άλλη δεν είχε διαφορά. Της είχε πει αρκετές φορές ότι αυτό που
είχαν ήταν μόνο σεξ κι εκείνη του το άλλαζε με τη συμπεριφορά της. Δεν
ήταν ηλίθιος. Είχε καταλάβει πως είχε ελπίδες για κάτι παραπάνω μεταξύ
τους, όμως, παρ’ όλο που ήξερε πως δεν θα το έπαιρνε από εκείνον,
συνέχιζε να είναι εκεί. Τον τρέλαινε η άγνοια που είχε για το τι
σκεφτόταν, με τον ίδιο τρόπο που τον τρέλαινε και το σώμα της.
Και μόνο στη θύμηση της προηγούμενης νύχτας ερεθιζόταν ξανά,
όμως είχε άλλες δουλειές να κάνει και δεν έπρεπε να αποσπάται.
Βρισκόταν σε ένα εστιατόριο στο κέντρο του Μάντσεστερ και περίμενε
κάποιον από τους ανθρώπους που θα του έδιναν τις πληροφορίες που
εξαρχής είχε πάει να πάρει. Φυσικά και δεν είχε πάει μέχρι εκεί μόνο
γιατί είχε ορέξεις για τη Βαλεντίν, όπως είχε πει στην ίδια. Μπορούσε να
τις σβήσει με κάποια άλλη, όμως δεν το έκανε.
Σήκωσε το βλέμμα του ψηλά και κοίταξε προς την είσοδο του
εστιατορίου. Εκεί στεκόταν μια ξανθιά γυναίκα, ντυμένη με ένα γκρι
κοντό φόρεμα και κοιτούσε γύρω στα τραπέζια ψάχνοντας κάποιον.
Έμεινε εκεί να την κοιτάζει. Όταν το βλέμμα της συναντήθηκε με το δικό
του, εκείνη χαμογέλασε ελκυστικά και άρχισε να πλησιάζει προς το
μέρος του. Είχε στηρίξει τα χέρια του στο τραπέζι και την κοιτούσε
Κυνηγοί Ζωής 235
ψυχρά, δίχως συναίσθημα. Στάθηκε απέναντί του και με τα χέρια της
άγγιξε την καρέκλα.
«Να καθίσω;» είπε έχοντας το ίδιο χαμόγελο. Της ένευσε με το χέρι
του. Οι κινήσεις της του έδειχναν πως ήθελε αυτή η συνάντηση να έχει
και συνέχεια. Ήταν προκλητική και φερόταν με αισθησιακή χάρη. Δεν
ήταν ο τύπος γυναίκας που τον έλκυε, όμως γιατί όχι; Τα μάτια του
έπεσαν στο μπούστο της και από το κόψιμο του φορέματος φαινόταν
πως ήταν αρκετά πλούσιο.
«Τα μάτια μου είναι εδώ πάνω, κύριε Μορέι» είπε κι εκείνος την
κοίταξε σχεδόν άγρια.
Ανασηκώθηκε και έγειρε μπροστά.
«Πού είναι;» ρώτησε μπαίνοντας κατευθείαν στο ψητό κι εκείνη
βολεύτηκε στη θέση της χαμογελώντας πλατιά.
«Μου είχαν πει για το πόσο ψυχρός είσαι, μα δεν το πίστευα. Άραγε
σε όλους τους τομείς έτσι είσαι;» είπε με θράσος και τότε αυτός της
χαμογέλασε· μόνο που στο δικό του χαμόγελο την είδε να παγώνει και
να τον κοιτάζει σοκαρισμένα και με τρόμο.
«Άμα δεν θέλεις να χάσεις αυτό το όμορφο σώμα, πες μου αυτά που
θέλω και ίσως να το ανακαλύψεις αργότερα». Εκείνη έμεινε να τον
κοιτάζει με το ίδιο ακριβώς βλέμμα. Ύστερα, σαν να ξύπνησε, άπλωσε
το χέρι προς την τσάντα της και έβγαλε από μέσα έναν φάκελο. Τον
ακούμπησε πρώτα στο τραπέζι και ύστερα τον έσυρε προς το μέρος του.
Τον πήρε στα χέρια του και αμέσως ξεκίνησε να διαβάζει το
περιεχόμενό του. Πριν μερικές μέρες είχε προσλάβει αυτή τη γυναίκα και
την είχε στείλει να μάθει πράγματα για τη συνεργασία των Άνταμς με
τους Ρομάνο, όμως οι πληροφορίες που του είχε φέρει δεν ήταν αρκετές.
Έκλεισε τον φάκελο και τον άφησε πάνω στο τραπέζι. Ύστερα έπιασε το
ποτήρι με το ουίσκι και έβρεξε τα χείλη του.
«Κίμπερλι, σου ζήτησα ημερομηνίες με τις συναντήσεις τους και τις
αντίστοιχες τοποθεσίες. Όλα όσα γράφει αυτός ο φάκελος τα γνωρίζω
ήδη» είπε και καταλάβαινε την αμηχανία της.
«Το γνωρίζω αυτό, κύριε Μορέι, απλά…» πήγε να πει όμως τη
διέκοψε.
236 ALEXA MERIAN
«Έχεις έναν μήνα διορία. Αν δεν έχω αποτελέσματα, θα σε
αποδεσμεύσω από αυτή τη δουλειά και θα γυρίσεις πίσω στον δρόμο.
Έγινα κατανοητός;» είπε απότομα κι εκείνη κούνησε το κεφάλι κα-
ταφατικά.
«Υπάρχει και κάτι άλλο που δεν είναι στον φάκελο» του είπε και τότε
είχε όλη την προσοχή του.
«Έχει έρθει στην πόλη κάποιος που έχει σχέση με τους Άνταμς και
λένε ότι είναι από τους χειρότερους εκτελεστές που πέρασαν ποτέ.
Κανείς δεν ξέρει ούτε το όνομά του και όμως όλοι τον φοβούνται. Ο
Λουσιάνο μπαινοβγαίνει συνέχεια στο σπίτι τους, αλλά εγώ δεν έχω
πρόσβαση» είπε και πραγματικά κέντρισε το ενδιαφέρον του.
Έβαλε τη γροθιά μπροστά από το στόμα του και κοίταξε το κενό.
Ποιος ήταν αυτός και τι δουλειά είχε μαζί τους;
Ύστερα από τις επιθέσεις του Λουσιάνο εναντίον του υποψιαζόταν
τον λόγο που αυτός ο εκτελεστής βρισκόταν στην πόλη, αλλά παρόλα
αυτά είχε τις αμφιβολίες του. Γύρισε πάλι το βλέμμα του επάνω της κι
εκείνη μαζεύτηκε.
«Πολύ καλά, Κίμπερλι. Έχεις παραπάνω από μήνα για να μου φέρεις
περισσότερες πληροφορίες και γι’ αυτόν, αλλά θέλω ό,τι άλλο σου έχω
ζητήσει» είπε αυταρχικά κι εκείνη δεν μίλησε, απλά ένευσε. Ήπιε με μια
γουλιά ό,τι είχε απομείνει από το ποτό του και την κοίταξε με εξεταστικό
βλέμμα από πάνω ως κάτω.
«Και πού μένεις τώρα;» τη ρώτησε δήθεν αδιάφορα και άλλαξε
τελείως το ύφος του. Εκείνη ανοιγόκλεισε τα μάτια πολλές φορές
έκπληκτη. Ο φόβος της τον διασκέδαζε.
«Σε ένα μοτέλ μερικά στενά λίγο πιο μακριά από ‘δώ» ψέλλισε.
Την κοίταξε άγρια και αμέσως πήρε μία ανάσα και την κράτησε.
«Έλα, θα σε γυρίσω εγώ» της είπε και αμέσως έκανε νόημα στον
σερβιτόρο για τον λογαριασμό. Δεν άργησε να παρατηρήσει με την άκρη
του ματιού του πως το χαμόγελο είχε επιστρέψει ξανά στα χείλη της. Κάτι
τον ενοχλούσε σε αυτό και για την ακρίβεια τον νευρίαζε αρκετά.
Όταν κανόνισε τον λογαριασμό, φόρεσε το σακάκι του και μόλις
σηκώθηκε, εκείνη ακολούθησε από πίσω. Μπήκανε στο τζιπ και
Κυνηγοί Ζωής 237
ξεκίνησε. Ένιωθε το βλέμμα της συνέχεια επάνω του. Της ζήτησε οδηγίες
και όταν φτάσανε, αντί να σταματήσει έξω από το μοτέλ, συνέχισε και
σταμάτησε σε ένα κανονικό ξενοδοχείο. Δεν μίλαγε καθόλου, μέχρι που
κατάλαβε ότι ο προορισμός τους δεν ήταν το μοτέλ της.
«Πού πάμε;» τον ρώτησε και αμέσως διέκρινε μια δόση
ανυπομονησίας στη φωνή της.
«Θα δεις» είπε χωρίς να την κοιτάξει.
Όταν φτάσανε, άφησε τα κλειδιά του τζιπ στον παρκαδόρο του
ξενοδοχείου μαζί με ένα γερό φιλοδώρημα και της έκανε νόημα να τον
ακολουθήσει. Μπορούσε να νιώσει την αμηχανία που μάταια
προσπαθούσε να κρύψει παίζοντας με το κινητό της όσο εκείνος
κατευθυνόταν στη ρεσεψιόν.
«Το γνωστό δωμάτιο, κύριε Μορέι;» Ο ρεσεψιονίστ χαμογέλασε και
έριξε μια διακριτική ματιά στην Κίμπερλι.
«Ναι, με ποτό και τα κλασικά» μουρμούρισε άτονα και ο υπάλληλος
αμέσως έπιασε δουλειά.
Πήρε την κάρτα-κλειδί για το δωμάτιο κι άρχισε να περπατάει προς
το ασανσέρ. Εκείνη τον ακολουθούσε από πίσω.
«Αυτό δεν είναι το μοτέλ μου» είπε παιχνιδιάρικα τσεκάροντας το
κραγιόν της στον καθρέφτη και του ξέφυγε ένα χαμηλό ρουθούνισμα.
«Κι εγώ δεν είμαι ο τύπος που πηγαίνει σε φτηνιάρικα μοτέλ» της
απάντησε αδιάφορα βγαίνοντας απ’ το ασανσέρ.
Μπήκανε στο δωμάτιο και, όπως κάθε φορά, έτσι κι εκείνη τη στιγμή
τον περίμενε το κλασικό μπουκάλι μπέρμπον στο τραπέζι της σουίτας
του. Έβαλε σε ένα ποτήρι μια γερή δόση και το κατέβασε μονορούφι.
Κοίταξε το δωμάτιο και απόρησε με τον εαυτό του. Γιατί δεν είχε πάει και
τη Βαλεντίν εκεί; Όποτε ήταν στην πόλη και ήθελε να πάει με κάποια
γυναίκα, πάντα εκεί πήγαινε.
«Μπορώ να έχω κι εγώ ένα ποτήρι;» είπε η Κίμπερλι καθώς άναβε
ένα τσιγάρο και τον απέσπασε από τις σκέψεις του.
Γέμισε ακόμα ένα ποτήρι και το άφησε στο τραπέζι κοντά της ενώ
κάθισε στην πολυθρόνα του. Έπινε αργά καπνίζοντας κι εκείνος την
κοιτούσε από πάνω ως κάτω όσο του είχε γυρισμένη την πλάτη και
238 ALEXA MERIAN
θαύμαζε το δωμάτιο. Το σώμα της έμοιαζε αρκετά με της άλλης, αλλά
ήταν πιο αγύμναστο και όχι τόσο θελκτικό.
Κούνησε το κεφάλι του εκνευρισμένα για να διώξει τη σκέψη της και
γέμισε άλλο ένα ποτήρι μπέρμπον το οποίο κατέβασε μονορούφι.
«Οκ, ξέρεις καλά γιατί ήρθαμε εδώ. Ξεκίνα να γδύνεσαι. Τώρα!» της
είπε προστακτικά και τον κοίταξε με ένα σαγηνευτικό χαμόγελο.
«Άμεσος και ειλικρινής! Μμμ…» γουργούρισε και πλησίασε
στοχεύοντας τα χείλη του, όμως την απέφυγε κατευθείαν.
«Όχι τέτοια. Είπα γδύσου!»
Την έπιασε από τον λαιμό και την κόλλησε στον τοίχο με το ένα χέρι
ενώ με το άλλο ξεκούμπωνε το φόρεμά της.
«Και άγριος! Αχ... Εντάξει κέρδισες» αναφώνησε και αμέσως
κατέβασε το φόρεμα και ξεκούμπωσε το σουτιέν της.
Ξεκούμπωσε κι εκείνος με τη σειρά του το παντελόνι και το κατέβασε
ίσα ίσα μαζί με το εσώρουχο ενώ παράλληλα την πίεσε να γονατίσει.
Χαμογέλασε με την απληστία να καίει το βλέμμα της και, δίχως να χάσει
καιρό, τον έβαλε όλο στο στόμα της και ξεκίνησε να κάνει αυτό που
φαινόταν να γνωρίζει καλά. Πέρασε τα δάχτυλά του από τα μαλλιά της
και τα κράτησε σφιχτά δίνοντάς της ρυθμό. Δεν την άφηνε να πάρει
ανάσα και φαινόταν σαν να πνιγόταν, όμως δεν τον ένοιαζε. Δεν άργησε
να τελειώσει μέσα στο στόμα της κι εκεί που προσπαθούσε να
αναπνεύσει όπως την κρατούσε από τα μαλλιά, την τράβηξε και την
πέταξε πάνω στο κρεβάτι. Πήρε τις κατάλληλες προφυλάξεις και, αφού
ανέβηκε από πάνω, της έσκισε το εσώρουχο και μπήκε μέσα της με
δύναμη. Εκείνη έβγαλε μία κραυγή και ύστερα άρχισε να βογκάει.
«Αχ, Κίλιαν! Πάρε με, έτσι!» φώναξε και πήγε να τον αρπάξει από τον
αυχένα για να τον φιλήσει, όμως εκείνος πάλι την απέφυγε και αυτή τη
φορά την κράτησε νευριασμένος.
«Σου είπα όχι τέτοια!» της γρύλισε.
Τη γράπωσε από τη μέση και τη γύρισε ανάποδα ώστε να την έχει
στα τέσσερα. Την έπαιρνε γρήγορα και δυνατά κι εκείνη δάγκωνε ένα
από τα μαξιλάρια. Της έχωνε σκαμπίλια ξανά και ξανά στον κώλο κι
Κυνηγοί Ζωής 239
εκείνη κάθε φορά φώναζε όλο και πιο δυνατά, παρ’ όλο που είχε το
πρόσωπό της χωμένο στο μαξιλάρι.
Έβγαζε τρομερό θυμό πάνω της και καταλάβαινε πως κι εκείνη
ένιωθε πόνο παραπάνω από ηδονή, όμως δεν ήξερε γιατί ήταν τόσο
νευριασμένος.
«Κίλιαν, με πονάς! Σταμάτα!» έλεγε ανάμεσα στα βογκητά της, αλλά
δεν τον ένοιαζε.
«Σκάσε! Αυτό δεν ήθελες; Σου αξίζει!» της φώναξε και της τράβηξε τα
μαλλιά μέχρι η πλάτη της να κολλήσει στον θώρακά του. Ήξερε πως το
απολάμβανε, αφού κάτι παρόμοιο άρεσε και στην άλλη.
Ξαφνικά και μόνο που τη σκέφτηκε μία τέτοια στιγμή, εξοργίστηκε
ακόμα περισσότερο. Την άφησε να ξαναπέσει στο μαξιλάρι, βγήκε από
μέσα της και τελείωσε. Δεν είπε τίποτα. Την άφησε και χώθηκε μέσα στο
μπάνιο. Άνοιξε το νερό μόνο στο κρύο μήπως και συνέλθει. Το νερό του
έκοψε την ανάσα, αλλά όχι την εικόνα που είχε στο μυαλό του. Δεν
μπορούσε να καταλάβει γιατί τη σκεφτόταν ενώ πηδιόταν με άλλη.
«Σκατά, Βαλεντίν, σκατά γαμώτο!» γρύλισε θυμωμένα.
Χτύπησε τη γροθιά του στο πλακάκι με δύναμη και έβγαλε μία
κραυγή θυμού.
«Τέλος. Αυτό το πράγμα πρέπει να τελειώσει» μουρμούρισε και
ύστερα έκλεισε το νερό, σκουπίστηκε και γύρισε πίσω στο δωμάτιο.
Η Κίμπερλι ήταν ακόμα ξαπλωμένη και είχε σκεπαστεί με ένα σεντόνι.
Φαινόταν τρομαγμένη και δεν του φαινόταν παράλογο.
«Το δωμάτιο είναι πληρωμένο για απόψε. Μπορείς να μείνεις άμα
θέλεις. Θα μιλήσουμε σύντομα, όταν θα έχεις περισσότερες πληρο-
φορίες» είπε καθώς κούμπωνε το πουκάμισό του και κράτησε το σακάκι
στα χέρια του.
Δεν μιλούσε και ούτε τον κοίταξε. Άλλος ένας άνθρωπος που
στιγμάτισε άσχημα, σκέφτηκε. Δεν του έκανε τίποτα εντύπωση πλέον.
Της γύρισε την πλάτη και βγήκε δίχως ενοχές από το δωμάτιο. Κάποιο
από αυτά που ήθελε το είχε πάρει ήδη και του ήταν αρκετό για την ώρα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 31
Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή σε σημείο να με πονάει, αλλά δεν
μπορούσα να το δείξω σε κανέναν. Βρισκόμουν στο δωμάτιο του Έιντζελ
και μαζί με μένα βρίσκονταν και όλοι οι υπόλοιποι. Και όταν λέω
υπόλοιποι, εννοώ όλοι: ο πατέρας μου με την Κλαίρ, ο Σέντρικ αλλά και
ο Λουσιάνο. Είχα καθίσει σε μία καρέκλα ακριβώς δίπλα στον αδερφό
μου κι ενώ του κρατούσα το χέρι σφιχτά, εκείνος μιλούσε στους
υπόλοιπους. Εγώ δεν μπορούσα να βγάλω άχνα. Ένιωθα τα μάτια του
Λουσιάνο επάνω μου να με καίνε και νόμιζα πως άμα μιλήσω, θα
κατέστρεφα τα πάντα και γι’ αυτό παρέμεινα σιωπηλή.
«Ίσως η Κουίν μπορεί να μας βοηθήσει σε αυτό» είπε ξαφνικά
εκείνος και σήκωσα το βλέμμα μου επάνω τους.
«Για ποιο πράγμα ακριβώς;» ρώτησα με φωνή σταθερή δίχως να
προδίδει κανένα συναίσθημα.
«Θέλουμε να στείλουμε μία ομάδα εξόντωσης σε αυτούς που
πλήγωσαν τον αδερφό σου κι εσύ είσαι η πιο κατάλληλη για τη δουλειά.
Η καλύτερη των καλύτερων» είπε εκείνος ενώ με κοιτούσε με νόημα που
δεν μπορούσα ακριβώς να προσδιορίσω.
«Όχι» είπα αυστηρά και τα βλέμματα όλων έπεσαν πάνω μου γεμάτα
ερωτήματα.
«Όχι; Δεν θέλεις να πάρεις εκδίκηση που ο αδερφός σου παραλίγο
να πέθαινε εξαιτίας αυτών των καταραμένων των Μορέι;» ρώτησε ο
γερο-Άνταμς και ένιωσα την καρδιά μου να χάνει μερικούς χτύπους.
«Η απάντησή μου είναι τελική και νομίζω πως και πολύ άργησα να
φύγω από αυτό το μέρος. Γύρισα για τέσσερις μέρες και νομίζετε πως θα
μπω πάλι σε αυτό το τσίρκο που θεωρείτε οικογένεια;»
Κυνηγοί Ζωής 241
«Κουίν!» με προειδοποίησε ο Έιντζελ, όμως δεν του έδωσα σημασία.
«Συγγνώμη, άγγελέ μου, μα δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Δεν είμαι
δολοφόνος. Όχι πια τουλάχιστον» είπα κι εκείνος αναστέναξε.
«Μπορείτε να μας αφήσετε για λίγο μόνους;» ρώτησε ο Έιντζελ και
προς έκπληξή μου κανείς τους δεν έφερε αντίρρηση.
Βγήκαν ένας ένας έξω και τελευταίος από αυτούς έμεινε ο Λουσιάνο.
Πριν βγει, μου έριξε ένα τελευταίο βλέμμα με το διαβολικό του χαμόγελο
να παραμένει σταθερό. Όταν έκλεισε η πόρτα, γύρισα και τον κοίταξα
θυμωμένα.
«Δεν πρόκειται να δεχτώ αυτό που μου ζητάτε. Σ’ αγαπάω, όμως δεν
θα αφαιρέσω καμία άλλη ζωή» είπα και σταύρωσα τα χέρια στο στήθος.
Εκείνος με παρατηρούσε και ύστερα αναστέναξε.
«Τα κάνεις όλα για τη Ροσέλ έτσι δεν είναι;» με ρώτησε και σάστισα.
Είχε γνωρίσει τη Ρόσελ τότε που με παρακολουθούσε· προφανώς και
είχε μάθει σε ποια οικογένεια ανήκε.
«Μη φρικάρεις, δεν πρόκειται να πω σε κανέναν τι σχέση έχεις με
αυτή την οικογένεια. Όμως γιατί τόσο πολύ; Εκείνοι ευθύνονται για
πολλά από όσα έχουν συμβεί στη δική μας οικογένεια κι εσύ τους
προστατεύεις;» με ρώτησε και έσκυψα το κεφάλι.
«Δεν ξέρω τι να πιστέψω πια, μικρέ. Ως τώρα όσα μου έχει πει ο
μπαμπάς είναι όλα ψέματα. Μας έμπλεξε σε μία βεντέτα χωρίς να
ξέρουμε τον λόγο και τώρα παραλίγο να χάσω κι εσένα. Σε αυτή την
οικογένεια βρήκα κάτι άλλο που εμείς δεν το είχαμε ποτέ. Τους χρωστάω
πολλά» παραδέχτηκα κι εκείνος δεν διαφώνησε. Έσκυψε το κεφάλι και
κοίταξε τα χέρια του.
«Μου λείπεις. Τίποτα δεν είναι το ίδιο χωρίς εσένα εδώ. Άλλαξα και
δεν μπορώ να γίνω ο άνθρωπος που ήμουν. Μην ανησυχείς, θα
προσπαθήσω να τους εμποδίσω, όμως θέλω να προσέχεις και να
βρισκόμαστε πότε πότε» είπε στενάχωρα και έπεσα στην αγκαλιά του.
«Έλα μαζί μου. Σ’ το λέω ξανά: Πάμε να φύγουμε μακριά από ‘δώ,
από όλα αυτά» τον παρακάλεσα κι εκείνος με κοίταξε χαμογελώντας.
«Θα τους άφηνες πίσω ενώ κινδυνεύουν;»
242 ALEXA MERIAN
Μου έκανε μία τόσο απλή ερώτηση και μου κόπηκε η ανάσα. Δεν
ήξερα τι να του απαντήσω. Δεν ήξερα αν μπορούσα να του απαντήσω
και ένιωθα άσχημα γι’ αυτό.
Κράτησε τα χέρια μου μέσα στα δικά του και τα έφερε στα χείλη του.
«Δεν θα το κάνεις. Γι’ αυτό φρόντισε να μείνεις ασφαλής κι εσύ. Είμαι
σίγουρος πως θα βάλεις ένα τέλος σε όλα αυτά κάποια στιγμή. Αλλά να
προσέχεις τον Λουσιάνο. Κάτι σκαρώνει και δεν μου αρέσει. Φοβάμαι
ότι δεν θα σου βγει σε καλό» μου είπε ειλικρινά και τον κοίταξα
συνοφρυωμένη.
Ήθελα να τον ρωτήσω τι συμβαίνει, όμως εκείνη τη στιγμή η πόρτα
χτύπησε και η Κλαίρ μας ενημέρωσε πως είχε φτάσει ο γιατρός για να
τον εξετάσει. Έδωσα μία τελευταία αγκαλιά στον Έιντζελ και άνοιξα την
πόρτα για να τους φωνάξω να μπουν μέσα. Ο Σέντρικ με κοιτούσε
περίεργα και, αφού κράτησα για λίγο το χέρι του αδερφού μου, τον
άφησα και γύρισα προς το μέρος τους.
«Εγώ θα πρέπει να σας αφήσω. Αν τυχόν συμβεί κάτι, περιμένω
άμεση ενημέρωση» είπα ψυχρά και ο Άνταμς κάγχασε.
«Και πώς θα σε βρούμε, εφόσον είσαι εξαφανισμένη;» με
ειρωνεύτηκε και έσφιξα τις γροθιές μου για να μην του απαντήσω
κατάλληλα.
«Ο Έιντζελ ξέρει πώς να με βρει. Καλή σας μέρα» είπα με τον ίδιο
τόνο και, ρίχνοντας ένα τελευταίο βλέμμα στον αδερφό μου, βγήκα από
το δωμάτιο. Ο Σέντρικ με ακολούθησε σιωπηλά και μόνο όταν μπήκαμε
στο αμάξι έσπασε τη σιωπή.
«Τι στο καλό έγινε εκεί πέρα;» ρώτησε και του έκανα νόημα με το
δάχτυλο μπροστά από τα χείλη μου, να μη μιλήσει. Άρχισα να ψάχνω
προσεκτικά τα πάντα μέσα στο αυτοκίνητο: το ντουλαπάκι, πίσω από
τον καθρέφτη, κάτω από τα καθίσματα, σε γωνίες, μέχρι να βρω αυτό
που έψαχνα. Έπιασα τον κοριό και τον έβγαλα από την κρυψώνα του.
Τον έδειξα στον Σέντρικ κι εκείνος κοπάνησε το χέρι στο τιμόνι. Τον
άφησα πάνω στο παρμπρίζ και έπεσα πίσω στο κάθισμα.
Κυνηγοί Ζωής 243
«Δεν έγινε κάτι. Ο Έιντζελ θέλει να με βλέπει και προσπάθησε να με
μεταπείσει να συνεργαστώ με τους υπόλοιπους, αλλά δεν τα κατάφερε.
Μου ζήτησε να βρισκόμαστε πιο συχνά».
«Α, ωραία» είπε και ύστερα έβαλε μπρος. Οι συζητήσεις μας ήταν
απλές και ολιγόλεπτες καθότι δεν θέλαμε να δώσουμε στόχο σε όποιον
μας άκουγε, όμως ήμουν σίγουρη πως ήδη είχε γίνει κάποια ζημιά.
Μέχρι να φτάσουμε είχε σκοτεινιάσει και η ώρα ήταν περασμένη.
Όταν πια φτάσαμε έξω από το σπίτι μου, βγήκαμε και οι δύο ώστε να
μιλήσουμε ελεύθερα. Του είπα πως ο Έιντζελ ήξερε για τη Ροσέλ όπως
και τις υποψίες που είχε για τον Λουσιάνο.
«Και τι θα κάνεις; Θα πας έτσι απλά να τους προειδοποιήσεις; Θα σε
φάνε στο δευτερόλεπτο!» αναφώνησε και αναστέναξα.
«Έχεις καμία καλύτερη ιδέα; Μήπως να τους αφήσω και να περιμένω
μέχρι να τους επιτεθούν;» είπα σαρκαστικά και καθώς άνοιξε το στόμα
του για να μιλήσει, από την πόρτα του σπιτιού μου πετάχτηκε έξω ένας
εξοργισμένος Λίαμ. Από πίσω ακολούθησε ο Ντέιβιντ και ο Κίλιαν. Όλοι
τους φαίνονταν πολύ θυμωμένοι και κοιτούσαν μία εμένα και μία τον
Σέντρικ. Εκείνος είχε πλησιάσει επικίνδυνα κοντά μου και φαινόταν
έτοιμος για όλα.
«Τι έγινε, παιδάκια; Προς τι η όλη συνέλευση;» τους ρώτησα
ειρωνικά και εισέπραξα τρία βλέμματα που πέταγαν φωτιές.
«Που στον διάολο έχεις εξαφανιστεί; Γιατί είχες κλειστό το κινητό;»
είπε ο Λίαμ.
Το κινητό μου είχα να το κοιτάξω από την ημέρα που βρέθηκα με τον
Κίλιαν και είχαν τέσσερις μέρες από τότε. Το είχα πετάξει μέσα στον
σάκο με τα πράγματά μου και μάλλον είχε κλείσει.
«Το ξέρατε ότι θα λείπω. Τι έγινε;»
«Μας παρακολουθούν όλους και έχουν κάνει ακόμα δύο επιθέσεις
στα κλαμπ. Ακόμα και αυτή τη στιγμή έχουν βάλει κοριούς σε όλο το
σπίτι και πριν δύο μέρες–» ξεκίνησε να μου εξηγεί ο Λίαμ, μα τον
σταμάτησε ο Ντέιβ.
«Όχι τώρα, Λίαμ» είπε και τότε και οι δυο τους κοίταξαν τον Κίλιαν.
244 ALEXA MERIAN
«Τι έγινε; Τι μου κρύβετε;» γρύλισα και ο Σέντρικ με έπιασε από το
μπράτσο για να ηρεμήσω, κάτι που δεν ξέφυγε από το βλέμμα του
άλλου.
«Κίλιαν, μίλα!» απαίτησα και τα μάτια του εγκλώβισαν τα δικά μου.
Τα έκλεισε για μερικά δεύτερα και ύστερα απάντησε με το ίδιο ψυχρό
ύφος που είχε πάντα.
«Πριν δύο μέρες επιτέθηκαν σε μένα και τη Ροσέλ» είπε και ένιωσα
τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Κοίταξα το κενό ενώ η
προειδοποίηση του Έιντζελ έπαιζε διαρκώς μέσα στο μυαλό μου. Σκατά!
«Πώς είναι η Ροσέλ; Είστε καλά;» είπα και τον κοίταξα.
«Είναι καλά. Πολύ φοβισμένη και ρώταγε συνέχεια για σένα. Της
είπαμε πως ήσουν εκτός πόλης για οικογενειακούς λόγους και ότι ήσουν
καλά. Τη μισή αλήθεια από αυτά που γνωρίζαμε δηλαδή» μου εξήγησε ο
Λίαμ και ένευσα δίχως να μιλήσω.
Ο Σέντρικ με χάιδεψε στην πλάτη για να με ηρεμήσει, όμως ένιωθα
πιο χάλια από ποτέ.
«Θα πρέπει να έρθεις να μείνεις μαζί μας ξανά, μέχρι να βεβαι-
ωθούμε ότι είσαι ασφαλής, και το σαββατοκύριακο θα φύγουμε» είπε ο
Λίαμ και κατάλαβα τον Σέντρικ που τσιτώθηκε.
«Και πού θα πάτε; Δεν μπορεί να φύγει έτσι απλά!» είπε έντονα και
τότε τον λόγο πήρε εκείνος και δεν μου φάνηκε και τόσο ευχαριστημένος
από την παρέμβασή του.
«Η τοποθεσία είναι άκρως απόρρητη. Είναι για την ασφάλεια όλων»
είπε απότομα και κοιτούσα μία τον έναν και μία τον άλλον. Πάλευαν με
τα βλέμματα, κάτι που δεν μπορούσαν να κάνουν με τα χέρια τους.
«Πολύ καλά. Δώστε μου μία ώρα να μαζέψω κάποια από τα
πράγματά μου και θα φύγουμε» είπα με έναν κόμπο να με ενοχλεί στον
λαιμό. Τους παράτησα δίχως να περιμένω ούτε λέξη και μπήκα μέσα στο
σπίτι. Ένιωθα τα γόνατά μου να τρέμουν και για πρώτη φορά ένιωσα
φόβο· όχι για τη δική μου ζωή, μα για τη δική τους.
Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ξεκρεμάσω τα μαχαίρια μου
από τον τοίχο και, όπως κρατούσα το σακβουαγιάζ, τα πέταξα μέσα.
Ύστερα χώθηκα στο δωμάτιό μου. Έβγαλα από την ντουλάπα ένα
Κυνηγοί Ζωής 245
δεύτερο, άρχισα να το γεμίζω με ρούχα και γενικά τα πράγματα που είχα
περισσότερο ανάγκη.
Δεν πέρασε παραπάνω από μισή ώρα και στην είσοδο του δωματίου
μου στεκόταν εκείνος και με κοιτούσε με τα χέρια σταυρωμένα. Δεν
μιλούσε, όμως ένιωθα το βλέμμα του να με καίει και όσο το έκανε τόσο οι
τύψεις με βασάνιζαν. Σταμάτησα ό,τι έκανα και έκρυψα το πρόσωπο στα
χέρια μου. Πήρα βαθιά ανάσα και κοίταξα το κενό.
«Συγγνώμη. Έγιναν πολλά αυτές τις μέρες και δεν κοιτούσα καθόλου
το κινητό μου. Αν ήμουν εδώ...» είπα και στο τέλος δεν ήξερα πώς να
συνεχίσω την πρότασή μου.
«Δεν θα έκανες τίποτα. Ανησύχησαν όλοι» είπε και τον κοίταξα στα
μάτια.
«Κι εσύ;»
«Τι κι εγώ;»
«Ανησύχησες;» τον ρώτησα και αμέσως η ατμόσφαιρα άλλαξε. Ήταν
σαν ηλεκτρισμός που χτυπούσε όλο το δωμάτιο.
«Κοίτα, Βαλεντίν, όλο αυτό είναι λάθος» είπε.
«Νωρίς το κατάλαβες» του πέταξα σαρκαστικά, αλλά αμέσως άλλαξα
στάση. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Τι εννοείς με αυτό;» ρώτησε, μα τον αγνόησα. Έστρεψα την
προσοχή μου προς τη βεράντα του υπνοδωματίου, όμως εκείνος δεν
φάνηκε να το καταλαβαίνει.
«Σε ρώτησα κάτι, γαμώτο. Σταμάτα να με αγνοείς!» είπε εκνευ-
ρισμένα και τον αγριοκοίταξα.
«Μπορείς για λίγο να βγάλεις τον σκασμό;» τον ρώτησα
χαμηλόφωνα και τότε τον είδα να αγριεύει. Άρχισα να μυρίζω τον αέρα
ενώ παράλληλα του πέταξα το ένα σακίδιο και κρέμασα στον ώμο μου το
άλλο.
«Τι στον διάολο κάνεις;» με ρώτησε και αμέσως τον διέκοψα.
«Σκάσε και τρέχα».
«Τι;»
«Τρέχα που να πάρει ο διάολος!» φώναξα και αμέσως κατάλαβα ότι
όλο το σπίτι μύριζε λες και κάποιος είχε αφήσει ανοιχτό το γκάζι. Εκείνος
246 ALEXA MERIAN
με άρπαξε από το χέρι κι αρχίσαμε να τρέχουμε προς την έξοδο. Τα
δευτερόλεπτα που είχαμε στη διάθεσή μας έτρεχαν και, παρ’ όλο που η
πόρτα δεν ήταν μακριά, μου φαινόταν σαν να περνούσε αιώνας. Ο
Κίλιαν με άφησε να πάω μπροστά και καθώς περνούσαμε το κατώφλι,
ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Αμέσως μετά ακολούθησε μία έκρηξη.
Τιναχτήκαμε και οι δύο μπροστά ενώ ο Κίλιαν έπεσε από πάνω μου για
να με προστατέψει από τα γυαλιά και ό,τι άλλο πετούσε στον αέρα. Μου
πήρε μερικά δεύτερα να συνειδητοποιήσω τι γινόταν. Οι άλλοι αμέσως
έτρεξαν προς το μέρος μας για να μας βοηθήσουν, μα για μένα δεν
υπήρχε χρόνος. Ο τύπος που το έκανε αυτό έβγαινε από τη δίπλα αυλή
και προσπαθούσε να ξεφύγει με μία μηχανή.
Άρπαξα το περίστροφο από τη ζώνη του Κίλιαν και τινάχτηκα όρθια
για να τρέξω από πίσω του. Ο τύπος είχε καβαλήσει τη μηχανή και είχε
ξεκινήσει. Σήκωσα το όπλο ψηλά και στόχευσα προς το μέρος του. Μία
σφαίρα ήταν αρκετή για να τον ρίξω κάτω. Έτρεξα κουτσαίνοντας από το
ένα πόδι προς το μέρος του και τον έπιασα από τον γιακά. Η σφαίρα τον
είχε χτυπήσει στην κοιλιακή χώρα και έχανε αίμα κάνοντάς τον ευάλωτο.
Του έβγαλα τη μάσκα. Το πρόσωπό του μου ήταν άγνωστο.
«Ποιος σε έστειλε, ΜΙΛΑ!» του φώναξα και άρχισε να γελάει ενώ
έφτυνε αίμα.
«Δεν μπορείς να νικήσεις» γέλασε σαρκαστικά και τον ταρακούνησα
στοχεύοντας τον κρόταφό του. Στο μεταξύ οι άλλοι βρίσκονταν μερικά
βήματα πιο πέρα και για κάποιο λόγο δεν με πλησίαζαν.
«Σου φαίνεται ότι αστειεύομαι; Σε ρώτησα ποιος σε έστειλε!»
γρύλισα, μα εκείνος συνέχισε να γελάει. Το δέρμα του είχε ασπρίσει και
φαινόταν πως δεν είχε πολύ χρόνο ζωής για ανάκριση.
«Ο βασιλιάς θα ανέβει ακόμα και αν πρέπει να ρίξει τη βασίλισσα»
είπε με υπαινιγμό το πραγματικό μου όνομα και συνέχισε να γελάει.
Κατάλαβα πως ήταν σταλμένος από τον Λουσιάνο και τα νεύρα μου
χτύπησαν κόκκινο. Άρχισα να πατάω τη σκανδάλη με στόχο το κεφάλι
του και άδειασα όλο το όπλο εκεί. Το αίμα του τινάχτηκε επάνω μου και
δεν σταμάτησα μέχρι να ρίξω και την τελευταία σφαίρα. Ακόμα και όταν
άδειασε συνέχισα να πατάω εκνευρισμένα και τα παράτησα λίγο μετά.
Κυνηγοί Ζωής 247
Σηκώθηκα όρθια και, αφού πέταξα το όπλο στα πόδια του Κίλιαν, έσφιξα
τις γροθιές μου. Ο Σέντρικ με κοιτούσε άφωνος ενώ ο Λίαμ και ο Ντειβ με
έκπληξη αλλά και θαυμασμό. Στο βλέμμα του Κίλιαν υπήρχε κάτι το
ανεξήγητο, αλλά δεν έκανα την παραμικρή προσπάθεια για να το
καταλάβω. Τους προσπέρασα ανέκφραστη και ψυχρή. Στάθηκα
μπροστά από το φλεγόμενο σπίτι και κοίταξα τα ερείπια. Έπρεπε να βρω
έναν τρόπο να το ξεπληρώσω στον Λίαμ. Όπου και αν πήγαινα, με
ακολουθούσε η καταστροφή. Στο βάθος άρχισαν να ακούγονται
σειρήνες. Γύρισα την πλάτη μου, άρπαξα τα πράγματά μου και
περπάτησα μέχρι το τζιπ.
«Πάμε πριν μας προλάβουν οι μπάτσοι. Μια έκρηξη μπορώ να την
εξηγήσω, έναν φόνο όχι» είπα άτονα και χώθηκα μέσα στο τζιπ. Οι
υπόλοιποι ακολούθησαν το παράδειγμά μου. Ο Σέντρικ αμέσως ήρθε
από την πλευρά του παραθύρου μου και με κοιτούσε ανήσυχα.
«Θα μιλήσουμε αργότερα» μου είπε και ένευσα. Δεν μπορούσα να
μιλήσω άλλο. Δεν ήθελα να το κάνω.
Ύστερα ξεκινήσαμε για το σπίτι των Μορέι και σε όλη τη διαδρομή
κανείς δεν είπε τίποτα σε κανέναν. Ένιωθα το βλέμμα του Κίλιαν
διαρκώς επάνω μου ενώ οι μπροστινοί αντάλλαζαν ματιές με νοήματα
δίχως να μιλάνε.
Όταν φτάσαμε στο σπίτι και βγήκαμε από το αμάξι, άρπαξα τα
πράγματά μου και μπήκα κατευθείαν μέσα. Ευτυχώς που ήταν
περασμένα μεσάνυχτα και όλοι τους είχαν πέσει για ύπνο. Χωρίς να
σταματήσω πουθενά, ανέβηκα τα σκαλιά δυο δυο παρά τον πόνο στον
πόδι μου και αμέσως χώθηκα στο δωμάτιό μου. Έβγαλα τα ρούχα και
όπως ήταν τα πέταξα σε μία σακούλα σκουπιδιών. Ύστερα κλειδώθηκα
στο μπάνιο, άνοιξα το καυτό νερό, χώθηκα από κάτω και άρχισα να
τρίβω το δέρμα μου με μανία. Δεν ένιωθα ούτε κάψιμο, ούτε πόνο, ούτε
τίποτα. Όσο και αν έτριβα το αίμα για να βγει, συνέχισα να το βλέπω
πάνω μου.
Ένα χτύπημα στην πόρτα με έβγαλε από την εμμονή που με είχε
πιάσει και κοίταξα τρομοκρατημένα προς το μέρος της. Έκλεισα το νερό
248 ALEXA MERIAN
και, αφού φόρεσα το μπουρνούζι μου, άνοιξα και βρήκα τον Λίαμ να με
περιμένει απ’ έξω. Δεν μπορούσα να κρύψω την απογοήτευσή μου.
«Τι έγινε;» τον ρώτησα ήρεμα κι εκείνος με κοίταξε εξεταστικά.
«Ήρθα να δω το πόδι σου γιατί κούτσαινες νωρίτερα» είπε.
Βγήκα έξω χωρίς να μπω στον κόπο να στεγνώσω τα μαλλιά μου και
κάθισα στην άκρη του κρεβατιού. Εκείνος κάθισε απέναντί μου και
σήκωσε αργά το πόδι μου.
«Πού σε πονάει;» ρώτησε και του έδειξα τον αστράγαλο. Τον εξέτασε
και δεν του πήρε πολλή ώρα να καταλάβει ότι απλώς τον στραμπούληξα
κατά την έξοδό μου από το σπίτι.
«Πάρε αυτά τα παυσίπονα και μην το πιέσεις για την επόμενη
βδομάδα» είπε και μου έδωσε μια καρτέλα. Ένευσα καταφατικά και
έμεινε για λίγο να με κοιτάζει.
«Αν σε κάνει να νιώσεις καλύτερα, έχω κάποια ηρεμιστικά στο
δωμάτιό μου. Θα σε βοηθήσουν να χαλαρώσεις και να κοιμηθείς
κάπως». Η φωνή του ήταν ήρεμη μα ακουγόταν η ανησυχία μέσα της.
Τότε για πρώτη φορά σήκωσα το βλέμμα μου στο δικό του και
χαμογέλασα κουρασμένα.
«Δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Δεν είναι κάτι που δεν έχω
ξαναπεράσει» είπα γλυκά και δεν προσπάθησε να με μεταπείσει.
Σηκώθηκε όρθιος και, αφού άφησε ένα φιλί στο μέτωπό μου, είπε
καληνύχτα και έφυγε. Φόρεσα μια φόρμα και ένα φούτερ, έδεσα τα
μαλλιά μου σε έναν ανώμαλο κότσο και κατέβηκα στην κουζίνα. Έβαλα
ένα ποτήρι κρύο νερό και μαζί με αυτό πήρα και δύο ταμπλέτες από τα
παυσίπονα. Κάθισα για λίγο στα σκοτάδια ενώ κοιτούσα έξω από τα
παράθυρα στην πίσω αυλή.
Ξαφνικά άρχισα να νιώθω το σώμα μου να χαλαρώνει παράξενα.
Χαμογέλασα και γέλασα χαμηλόφωνα.
«Τι μου έδωσες, μπάσταρδε;» μουρμούρισα στο τίποτα και αφού
ξέπλυνα το ποτήρι μου, το άφησα πίσω και βγήκα από την κουζίνα.
Κάτι τράβηξε την προσοχή μου στο σαλόνι και γύρισα αργά προς το
μέρος του. Στεκόταν στις σκιές και έπινε ήσυχα κοιτώντας έξω από το
παράθυρο. Συνέχισα να τον κοιτάζω, μα εκείνος, παρ’ όλο που ήξερε
Κυνηγοί Ζωής 249
πως ήμουν εκεί, δεν έκανε κίνηση προς το μέρος μου. Γύρισα την πλάτη
και ξεκίνησα να περπατάω προς τον κάτω διάδρομο και όχι προς τη
σκάλα. Στάθηκα έξω από την πόρτα στο δωμάτιο χορού και ύστερα από
μια βαθιά ανάσα μπήκα μέσα. Κοίταξα τα CD, διάλεξα αυτό που ήθελα
και το έβαλα να παίξει σε μια λογική ένταση ενώ από μέσα μου
ευχαρίστησα τον κατασκευαστή του σπιτιού για την ηχομόνωση.
Στάθηκα στο κέντρο του δωματίου, έκλεισα τα μάτια κι άρχισα να
κουνιέμαι αργά και με μικρές κινήσεις. Όλα όσα έγιναν δεν έφευγαν
στιγμή από το μυαλό μου, μα πάνω απ’ όλα μου είχε καρφωθεί η νύχτα
που είχα περάσει μαζί με τον Κίλιαν πίσω στο Μάντσεστερ. Ο τρόπος
που άγγιζε το κορμί μου, όλα όσα έκανε δεν μπορούσα να τα ξεχάσω και
δεν ήξερα αν ήθελα. Πώς θα μπορούσα άλλωστε;
Ένιωσα κάποιον να με αγγίζει στη μέση. Γύρισα ολόκληρη προς το
μέρος του, μα εκείνος με γύρισε πάλι στην ίδια θέση που ήμουν πριν
τυλίγοντας τα χέρια του γύρω μου σφιχτά. Άρχισε να κουνιέται στην
αρχή αργά με τη μουσική και ύστερα οι κινήσεις του έγιναν πιο
χορευτικές. Τα χέρια του ταξίδευαν πάνω μου ενώ με οδηγούσαν σε έναν
αργό χορό. Κάποια στιγμή με έκανε μία στροφή και βρέθηκα κολλημένη
πάνω στο σώμα του και τα μάτια του εγκλώβισαν τα δικά μου.
«Τι κάνουμε, Κίλιαν;» τον ρώτησα χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά,
και ο δείκτης του βρέθηκε να καλύπτει τα χείλη μου.
«Σςς...ένα ακόμα λάθος και ας είναι το τελευταίο» είπε με τον ίδιο
τόνο και μου κόπηκε η ανάσα. Τα χέρια του άρχισαν πάλι να με
καθοδηγούν καθώς το σώμα μου δεν είχε δική του βούληση.
Τα σώματά μας κινούνταν μαζί σαν ένα, ενώ η ανάσα μου ήταν
συγχρονισμένη με τη δική του. Δεν ήμουν σίγουρη γι’ αυτό που έκανα.
Όμως για ένα πράγμα ήμουν βέβαιη· ήθελα να το ζήσω μέχρι το τέλος,
ακόμα και αν με πλήγωνε βαθιά.