300 ALEXA MERIAN
προορισμό την κάβα και αφού άρπαξα το πρώτο μπουκάλι που βρήκα,
ξάπλωσα στον διθέσιο καναπέ πίνοντας μια αρκετά γενναιόδωρη
γουλιά. Η μία ακολούθησε την άλλη και σε μικρό χρονικό διάστημα είχα
χάσει τον έλεγχο και γελούσα μόνη μου. Παραμιλούσα και γέλαγα με τα
χάλια μου. Δεν ήθελα πολύ για να μεθύσω, ειδικά εφόσον είχα πιει και
νωρίτερα.
Πώς μπόρεσα να σκεφτώ ότι θα ξεχνούσα τον Κίλιαν με το να
κοιμηθώ με κάποιον άλλον; Και με ποιον; Με τον Σέντρικ! Που δεν μου
είχε κάνει τίποτα. Πόσο πιο σκατά άνθρωπος θα μπορούσα να είμαι πια;
Κάποια στιγμή έχασα πλήρως την επαφή με το περιβάλλον γύρω
μου. Δεν καταλάβαινα τίποτα και ένιωθα ευγνώμων γι’ αυτό, παρ’ όλο
που το επόμενο πρωί θα το μετάνιωνα. Μέσα στη ζάλη μου άκουσα
φασαρία, μα δεν κουνήθηκα από τη θέση μου. Αμέσως υπέθεσα πως
κάποιος είχε γυρίσει νωρίς.
«ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑΑΑ!» φώναξα σαν την τρελή και ύστερα άρχισα να
γελάω πάλι. Κουλουριάστηκα περισσότερο πάνω στον καναπέ ενώ το
χέρι μου κρεμόταν κρατώντας το μπουκάλι από το στόμιο. Άκουσα την
πόρτα να ανοίγει και βήματα, όμως δεν μπορούσα να ανοίξω τα μάτια
μου.
«Σκατά» άκουσα μία χαμηλή φωνή και κάποιον να ρουθουνίζει.
«Αυτό ακριβώς! Σκατά. Είμαι σκατά! Ένας σκατένιος άνθρωπος
είμαι» παραμίλησα και άρχισα πάλι να γελάω. Ξαφνικά αυτός ο κάποιος
άρπαξε το μπουκάλι από το χέρι μου και ύστερα βρέθηκα να πετάω. Μία
οικεία μυρωδιά με τύλιξε και πετούσα.
«ΠΕΤΑΩΩΩ!» άρχισα να φωνάζω και να γελάω μαζί.
«Σκάσε, γιατί άμα πετάξεις μέχρι τη θάλασσα, δεν θα σου αρέσει
καθόλου» είπε. Την ήξερα αυτή τη φωνή. Πανικοβλήθηκα και άρχισα να
τινάζομαι, όμως εκείνος δεν με άφηνε.
«Βαλεντίν, κάτσε ήρεμα, γιατί θα σε δείρω» γρύλισε και τα χέρια του
πίεσαν το δέρμα μου με δύναμη. Ήμουν σίγουρη πως αυτό θα άφηνε
μελανιά.
«Άσε με! Δεν σε θέλω! Άσε με, διάολε! Είσαι ο Διάολος και με
βασανίζεις!» του φώναξα και αμέσως μετά με πέταξε κάπου που ευτυχώς
Κυνηγοί Ζωής 301
ήταν μαλακά. Άνοιξα τα μάτια μου και αναγνώρισα το δωμάτιό μου. Η
πόρτα έκλεισε με δύναμη και ένας οργισμένος Κίλιαν στεκόταν μπροστά
μου έτοιμος να μου ορμήσει για να παίξουμε ξύλο.
Ας τολμούσε.
Ήθελα να τον δείρω για πολλούς και διάφορους λόγους.
«Τι θες εσύ εδώ; Εσύ δεν θα έπρεπε να πηδιέσαι σαν το κουνέλι
τώρα;» του είπα νευριασμένα και πέρασε το χέρι μέσα από τα μαλλιά
του νευριασμένα.
«Τι κάνεις, γαμώ την τρέλα μου; Τι χάλια είναι αυτά;» μου είπε έντονα
και τινάχτηκα. Στάθηκα στα γόνατα επάνω στο κρεβάτι με σφιγμένες τις
γροθιές. Μεγάλο λάθος. Ζαλιζόμουν απίστευτα πάρα πολύ.
«Να μη σε νοιάζουν καθόλου τα χάλια τα δικά μου! Να πας να
πηδήξεις καμιά πουτάνα και να με αφήσεις εμένα να κάνω ό,τι θέλω!»
Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και με κοίταξε με ένα σαρδόνιο
χαμόγελο που ήθελα να του το χαλάσω με μια σφαλιάρα.
«Τι έγινε, έρωτα; Ζηλεύουμε;» είπε και αμέσως αντέγραψα τη στάση
του σώματός του.
«Γιατί να σε ζηλέψω; Τι μου είσαι για να σε ζηλέψω; Αν θες να
ξέρεις, κι εγώ το ίδιο έκανα και μάλιστα με τον Σέντρικ!» του φώναξα
δίχως να καταλάβω τι είπα και το πρόσωπό του ξαφνικά σοβάρεψε. Σε
δευτερόλεπτα τη μια στιγμή στεκόταν μπροστά μου και την άλλη με είχε
πιάσει σφιχτά από τον λαιμό και με κρατούσε πίσω στα μαξιλάρια.
«Τι είπες; Τι είπες, Βαλεντίν;» γρύλισε σοβαρά και με τίναξε πάνω
στα μαξιλάρια.
«ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΑΚΟΥΣΕΣ! Τι έγινε Κίλιαν; Σε πείραξε;» του είπα
ειρωνικά και το χέρι του βρέθηκε σε γροθιά δίπλα από το κεφάλι μου.
«Τι λες, ρε μαλακισμένο; Πρώτα ντύνεσαι σαν πουτάνα και μετά
πηδιέσαι και μου ζητάς τα ρέστα; ΤΙ ΛΕΣ, ΓΑΜΩΤΟ!» φώναξε
εξοργισμένος κάτι που με έκανε να βάλω τα κλάματα.
Απομακρύνθηκε από κοντά μου και μου γύρισε πλάτη στηρίζοντας τα
χέρια στον τοίχο. Τινάχτηκα όρθια δίχως να υπολογίζω τίποτα και
άρχισα κι εγώ να φωνάζω πλησιάζοντάς τον. Η μέθη είχε γίνει παρελθόν
μπροστά στην αδρεναλίνη.
302 ALEXA MERIAN
«Είσαι ο μεγαλύτερος μαλάκας που θα μπορούσε να βρεθεί στη ζωή
μου! Θέλω να σε βγάλω από το μυαλό μου και δεν μπορώ! Με
δηλητηριάζεις και πονάει! Είσαι ο Διάολος ο ίδιος!» του φώναξα όσα
ένιωθα και οι γροθιές του άρχισαν να κοπανιούντε ασυγκράτητα πάνω
στον τοίχο. Για λίγα δεύτερα δεν μου έδινε σημασία όμως όταν γύρισε
πάλι προς το μέρος μου, με άρπαξε άγαρμπα και με κόλλησε με δύναμη
πάνω στην κρύα ταπετσαρία δίχως να μου αφήνει περιθώρια διαφυγής.
«Πες μου ότι μου λες μαλακίες τόση ώρα. Βαλεντίν, πηδήχτηκες ή δεν
πηδήχτηκες μαζί του;» με ρώτησε και ένιωσα τα δάκρυα καυτά να
τρέχουν σαν ποτάμια.
«ΌΧΙ!» τσίριξα στο πρόσωπό του και τότε με άφησε και έκανε ένα
βήμα πίσω. «Όχι, δεν μπόρεσα. Δεν μπορώ» είπα πιο χαμηλόφωνα με
λυγμούς να με πνίγουν και έσκυψα το κεφάλι. «Εσύ φταις. Εσύ φταις
που σε ερωτεύτηκα» είπα σχεδόν σε έναν ψίθυρο και συνέχισα να
κλαίω.
Έκανε ένα ακόμα βήμα μπροστά και κόλλησε το σώμα του πάνω μου
ενώ τα χείλη του συγκρούστηκαν πάνω στα δικά μου. Άρπαξε τα χέρια
μου και τα έβαλε πάνω από το κεφάλι μου ενώ τα δάχτυλά του
μπλέκονταν με τα δικά μου.
«Θα με τρελάνεις εσύ» μουρμούρισε μέσα από τα χείλη μου και
αμέσως μετά δεν έχασε καιρό. Με ξεκόλλησε από τον τοίχο και πέσαμε
και οι δύο στο κρεβάτι. Τράβηξε με μανία το φερμουάρ από το φόρεμά
μου, το έκανε κουβάρι και το πέταξε σε μία γωνιά για να μην το βλέπει.
Ύστερα σταμάτησε για λίγο και με κοίταξε από πάνω ως κάτω για ένα
δευτερόλεπτο πριν μου ορμήσει.
Τράβηξα το πουκάμισό του άγαρμπα για να ανοίξει ενώ ήμουν
σίγουρη πως το κατέστρεψα. Τα μάτια μου ήταν θολά όπως και το μυαλό
μου, όμως τον ήθελα απεγνωσμένα. Αφού γδύθηκε τελείως έπιασε το
εσώρουχό μου και με μία κίνηση το έσκισε και αμέσως μετά μπήκε μέσα
μου απότομα. Έβγαλα μια κραυγή πόνου και απόλαυσης ταυτόχρονα
ενώ εκείνος κουνιόταν με μανία μέσα μου. Τα νύχια μου γράπωσαν την
πλάτη του και μπήκαν μέσα στο δέρμα του κάνοντάς τον να ρίξει το
κεφάλι πίσω. Οι φωνές και των δυο μας ήταν δυνατές και κατά κάποιο
Κυνηγοί Ζωής 303
τρόπο ένιωθα ευγνώμων που έλειπαν όλοι. Ξαφνικά σταμάτησε, βγήκε
από μέσα μου, με γύρισε ανάποδα και μπήκε πάλι με τον ίδιο τρόπο ενώ
το σώμα του κόλλησε πάνω στο δικό μου. Το χέρι του τυλίχτηκε γύρω
από τον λαιμό μου και με πίεσε ενώ τα δόντια του άφηναν σημάδια
στους ώμους μου.
«Ελπίζω αύριο να μην το μετανιώσεις» είπε καθώς κουνιόταν
μανιασμένα κάνοντάς με να τρελαίνομαι από την ηδονή.
«Θα το μετανιώσω, αλλά μη σταματάς!» του είπα με κοφτές αναπνοές
και τότε ο ρυθμός του έγινε ακόμα πιο γρήγορος. Δεν πίστευα ποτέ μου
ότι γινόταν και πιο γρήγορα! Αλλά είχα πλήρη διαύγεια σε όλα όσα του
έλεγα. Ήξερα ότι θα το μετάνιωνα κι εγώ αλλά το ίδιο κι εκείνος. Ήξερα
πως θα ξυπνήσω το επόμενο πρωί και όλα αυτά θα μου φαίνονταν σαν
ένα επώδυνο όνειρο ενώ εκείνος θα έλειπε από δίπλα μου. Το ήξερα,
γαμώτο, αλλά δεν ήθελα να σταματήσει αυτό το όνειρο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 38
Ένιωθα το φως που έμπαινε από το παράθυρο να χτυπάει τα μάτια μου,
όμως δεν ήθελα να τα ανοίξω. Το κεφάλι μου βούιζε και πόναγε λες και
είχαν βάλει καμπάνες δίπλα από τα αυτιά μου και τις χτυπούσαν
μανιωδώς με σφυρί. Οι αναμνήσεις μου από το προηγούμενο βράδυ
ήταν θολές και δεν ήξερα ως που είχα φτάσει. Ανασηκώθηκα λίγο στους
αγκώνες και σιγά σιγά άρχισα να ανοίγω τα μάτια μου. Το φως με
σκότωνε.
«Γαμώτο» μουρμούρισα βραχνά ενώ στο στόμα μου υπήρχε έντονα η
γεύση του αλκοόλ. Μόλις το κατάλαβα, ένιωσα το δωμάτιο να γυρίζει και
αμέσως με έπιασε αναγούλα. Τινάχτηκα και έτρεξα στο μπάνιο. Έσκυψα
πάνω από τη λεκάνη και άρχισα να βγάζω ό,τι είχε απομείνει στο
στομάχι μου – μόνο αλκοόλ και τη χολή μου.
«Μισώ τη ζωή μου» μουρμούρισα ενώ βρισκόμουν ακόμα σκυμμένη.
Όταν κατάλαβα πως είχα τελειώσει με τους εμετούς, σηκώθηκα και
στάθηκα μπροστά από τον νιπτήρα για να πλύνω το πρόσωπό μου.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα καταλάβει πως ήμουν γυμνή, μα όταν
είδα το σώμα μου, τέντωσα τα μάτια. Το βλέμμα μου έπεσε στα σημάδια
του: μελανιές σε διάφορα σημεία και έντονες πιπιλιές που κοσμούσαν
τον λαιμό μου. Το μυαλό μου άρχισε αμέσως να παίρνει γρήγορες
στροφές ενώ προσπαθούσα μανιωδώς να θυμηθώ τι έγινε. Μέχρι το
σημείο που έφυγα από το μπαρ θυμόμουν τα πάντα και ήμουν χίλια τοις
εκατό σίγουρη ότι δεν κοιμήθηκα με τον Σέντρικ, όμως μετά γύρισα σπίτι
και ήπια μέχρι λιποθυμίας στο σαλόνι.
Κυνηγοί Ζωής 305
Πώς; Ωχ, όχι! Όχι, όχι, όχι! Σκατά! Το έκανα με τον Κίλιαν. Γιατί,
πάνω που είχα αρχίσει να απομακρύνομαι για τα καλά; Μ’ αρέσει που
είπα να κάνω μία καινούρια αρχή. Ωραία την έκανα.
Περπάτησα με αργά και σιωπηλά βήματα μέχρι την άκρη της πόρτας
και έβγαλα λιγάκι το κεφάλι προς το δωμάτιό μου για να δω αν ήταν εκεί.
Φυσικά και είχε φύγει πριν προλάβω να ξυπνήσω. Γύρισα την πλάτη
απογοητευμένη και μπήκα μέσα στο ντους.
Έπλυνα το σώμα μου τρίβοντας σκληρά με το σφουγγάρι μήπως και
φύγει αυτή η μυρωδιά που με τρέλαινε, όμως το μόνο που κατάφερα
ήταν να κοκκινίσω από το τρίψιμο. Στο τέλος τα παράτησα. Όταν βγήκα,
τυλίχτηκα με το αφράτο μπουρνούζι μου και βγήκα χτενίζοντας τα μαλλιά
μου. Στο κρεβάτι μου επάνω με περίμενε η Ροσέλ και είχε εκείνο το
κουταβίσιο βλέμμα· φαινόταν έτοιμη να κλάψει. Ξέροντας τι με περιμένει,
ένιωθα κι εγώ σαν να θέλω να κλάψω, όμως κρατήθηκα. Κάθισα δίπλα
της και περίμενα να αρχίσει να μιλάει, μα δεν το έκανε. Άφησα τη
βούρτσα μου στο κομοδίνο και γύρισα ολόκληρη προς το μέρος της.
«Πες μου τι έγινε» της είπα ήρεμα και κοίταξε για λίγο αμήχανα
τριγύρω και ύστερα μίλησε.
«Πώς περάσατε εχθές;» ρώτησε και αναστέναξα. Όχι μόνο γιατί
απέφευγε να μπει κατευθείαν στο θέμα, αλλά και στη θύμηση των
χθεσινών γεγονότων.
«Είχε ενδιαφέρον η βραδιά».
«Α. Και ήσουν με τον Λίαμ όλο το βράδυ;» είπε και αμέσως κατάλαβα
πού το πήγαινε.
«Όχι όλο το βράδυ. Τι έγινε πάλι με τον Λίαμ, Ροσέλ;» τη ρώτησα
ευθέως και, ενώ έπαιζε νευρικά με τα δάχτυλά της, έσκυψε το κεφάλι.
«Δεν γύρισε μόνος του και φαίνεται πως γενικά δεν είναι μόνος του»
είπε με παράπονο και μετά ακριβώς άρχισαν τα κλάματα.
Φαίνεται πως εκείνος τελικά πράγματι προσπάθησε να περάσει καλά
και την πείραξε επειδή τον ήθελε. Την τράβηξα κοντά μου και έβαλε το
κεφάλι της στα πόδια μου. Της χάιδεψα τα μαλλιά και αναστέναξα.
306 ALEXA MERIAN
«Ροσέλ, γιατί δεν του μιλάς; Με το να παίζετε κρυφτό δεν θα γίνει
ποτέ κάτι μεταξύ σας» της είπα και ξαφνικά ένιωσα το στομάχι μου να
σφίγγεται ξανά.
«Γιατί απ’ ό,τι φαίνεται εκείνος δεν θέλει. Όλα όσα μου έλεγε ήταν
μπούρδες» παραπονέθηκε και πήρα μία βαθιά ανάσα.
Δεν άντεξα παραπάνω. Την έσπρωξα τρέχοντας πάλι πίσω στην
τουαλέτα. Μετά από μερικά λεπτά είχα στηρίξει την πλάτη μου στο
έπιπλο δίπλα από τη λεκάνη και το βλέμμα μου έπεσε στη Ροσέλ που με
κοιτούσε με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος.
«Μα καλά, πόσο ήπιες εχθές;» με ρώτησε και ρουθούνισα.
«Και νόμιζα πως δεν υπήρχε άλλο αλκοόλ μέσα μου» μουρμούρισα
και προσπάθησα να σηκωθώ. Εκείνη με πλησίασε και με βοήθησε
στηρίζοντάς με. Αφού πλύθηκα, γυρίσαμε πάλι στο δωμάτιο και
ξάπλωσα κλείνοντας τα μάτια μου.
«Θες να σου φέρω τίποτα;» με ρώτησε.
«Όχι. Θέλω να προσπαθήσεις να τα βρεις με τον Λίαμ, αλλά χωρίς
να τσακωθείτε ή να προσπαθήσεις να προχωρήσεις χωρίς αυτόν» είπα
ψυχρά και δεν άκουσα τίποτα που να έδειχνε ανταπόκριση.
Άνοιξα τα μάτια και την είδα να κοιτάζει το κενό σκεπτική. Περίμενα
υπομονετικά για την αντίδρασή της μέχρι που ξαφνικά κούνησε το κεφάλι
και με κοίταξε με εκείνο το συνηθισμένο χαμόγελο.
«Πρέπει να πάμε κάτω για πρωινό. Θα φτιάξει το στομάχι σου. Μετά
μία βόλτα στα μαγαζιά θα είναι ό,τι πρέπει. Άντε ετοιμάσου και κατέβα»
είπε και αμέσως έκανε να βγει από το δωμάτιο δίχως να μου αφήσει
περιθώρια να απαντήσω. Το τελευταίο που χρειαζόμουν ήταν να μπω σε
ένα αμάξι που κουνάει σαν τρελό και να πάω βόλτα στα μαγαζιά με
κόσμο και φασαρία.
Έκλεισα ξανά τα μάτια και με βαθιές ανάσες προσπάθησα να
ηρεμήσω. Το κεφάλι μου κόντευε να σπάσει και ένιωθα το δωμάτιο να
γυρίζει. Άμα έμενα στο κρεβάτι, τότε σίγουρα θα ένιωθα χάλια για το
υπόλοιπο της ημέρας. Ανασηκώθηκα στους ώμους και κοίταξα το
δωμάτιο.
«Σκατά!» γρύλισα και τότε άρχισα να ετοιμάζομαι.
Κυνηγοί Ζωής 307
Φόρεσα ένα μαύρο τζιν παντελόνι και ένα μαύρο ζιβάγκο για να
κρύψω κάθε σημείο που μου είχε αφήσει σημάδια εκείνος. Ευτυχώς η
μικρή δεν είχε παρατηρήσει τίποτα ειδάλλως ποιος με γλίτωνε από την
ανάκρισή της. Έπιασα τα μαλλιά μου κοτσίδα και φόρεσα τα γυαλιά της
μυωπίας για να καλύψω τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια μου.
Κοίταξα το είδωλό μου στον καθρέφτη και ανασήκωσα τους ώμους
αδιάφορα. Δεν είχα αλλάξει ιδιαίτερα. Φόρεσα ένα ζευγάρι μποτάκια και
κατέβηκα για να τους βρω. Τα βήματά μου ήταν αργά και συρτά. Μπήκα
στην κουζίνα κι εκεί βρήκα τον Λίαμ σκυμμένο πάνω από μία κούπα
καφέ. Φαινόταν σε μία παρόμοια κατάσταση με μένα. Ο Ντέιβιντ
κοιτούσε το κινητό του και η Ροσέλ έτρωγε ήρεμα το πρωινό της
ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον Λίαμ.
«Καλημέρα» μουρμούρισα απρόθυμα και το μόνο που εισέπραξα
σαν απάντηση ήταν ένα μακρόσυρτο μουγκρητό από τα αγόρια.
Κάθισα δίπλα στη Ροσέλ, έβαλα ένα ποτήρι χυμό κι άρχισα να
τσιμπολογάω ένα κρουασάν. Καθώς έτρωγα σιωπηλά, άνοιξε η
εξώπορτα και έκλεισε με έναν μεγάλο κρότο. Όλοι σηκώσαμε τα κεφάλια
και μετά από λίγο πρόβαλε στην είσοδο της κουζίνας εκείνος. Φορούσε
αθλητικά και το πρόσωπό του ήταν αναψοκοκκινισμένο. Μόλις μας είδε
όλους μαζεμένους και πιο συγκεκριμένα εμένα, τα χαρακτηριστικά του
σκλήρυναν και πήγε κατευθείαν στο ψυγείο και έβγαλε ένα μπουκάλι με
νερό.
«Καλημέρα» είπε ψυχρά και ύστερα βγήκε από το δωμάτιο. Το
στομάχι μου άρχισε πάλι να κλοτσάει όμως αυτή τη φορά μπορούσα να
κρατηθώ. Ήπια την πορτοκαλάδα μου μονορούφι και συνέχισα να τρώω
όμως η όρεξή μου είχε κοπεί. Σηκώθηκα, ξέπλυνα το ποτήρι μου και
γύρισα στη Ροσέλ.
«Σε πόση ώρα θα φύγουμε;» τη ρώτησα και με κοίταξε λίγο
μπερδεμένα.
«Ε, τώρα;» ρώτησε και κοίταξε τα αγόρια. Εκείνοι ανασήκωσαν του
ώμους αδιάφορα.
«Μπορούμε να ξεκινήσουμε και τώρα» είπε ο Ντέιβιντ.
308 ALEXA MERIAN
Σηκώθηκαν όλοι και πήγαμε ο καθένας στο δωμάτιό του για να
πάρουμε τα πράγματά μας και να φύγουμε. Ήμουν η πρώτη που
κατέβηκε και είδα τον Λίαμ στην πόρτα. Βγήκαμε έξω και μόλις μπήκαμε
στο αμάξι, γύρισα και τον κοίταξα περιμένοντας να ξεκινήσει να μιλάει.
«Μη με κοιτάς έτσι. Ξέρω ότι η μικρή σού είπε ότι με είδε με τη
Νικόλ» είπε αδιάφορα και σταύρωσα τα χέρια στο στήθος.
«Και; Αυτό έχεις να πεις μόνο;» τον ρώτησα και ανασήκωσε τους
ώμους.
«Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω, Βαλεντίν. Δεν θέλω ούτε άλλα τρεξίματα
και κλάματα αλλά ούτε να φάω κι άλλες σφαίρες από τον Κίλιαν. Τον
έχω σαν αδερφό μου και τα πράγματα έχουν ξεφύγει. Μπορεί εγώ και η
Ροσέλ απλώς... δεν πάει» είπε και δεν του απάντησα.
Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε. Βγήκαν όλοι έξω και μαζί τους βγήκε κι
εκείνος που δεν ήθελα. Ο Λίαμ κοίταξε προς το μέρος τους και ρου-
θούνισε.
«Καλώς τα δεχτήκαμε» μουρμούρισε και αμέσως άλλαξα τα γυαλιά
της μυωπίας μου σε αυτά του ηλίου. Δεν ήθελα να τον δω, όπως ούτε
ήθελα να έχω καμία επαφή μαζί του ούτε καν οπτική.
Εκείνος μόλις μπήκε μέσα, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να
γυρίσει από την αντίθετη πλευρά και να κοιτάξει έξω. Ωραία,
τουλάχιστον για μια φορά νιώθαμε το ίδιο. Η Ροσέλ ήρθε από τη μεριά
του παραθύρου μου και το άνοιξα για να την ακούω.
«Εγώ θα πάω με τον Ντέιβιντ και τον Ρομπέρτο. Τα λέμε στο
εμπορικό» είπε δίχως να κοιτάξει προς την πλευρά του Λίαμ και έφυγε
για να πάει με το άλλο αμάξι. Δεν νομίζω πως η ατμόσφαιρα μπορούσε
να γίνει πιο άβολη.
Έγειρα το κεφάλι πάνω στο τζάμι και έκλεισα τα μάτια. Αυτή η βόλτα
θα ήταν σκέτο μαρτύριο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 39
Το εμπορικό ήταν μεγάλο και λόγω της ημέρας γεμάτο κόσμο. Τα γυαλιά
μου δεν έφυγαν στιγμή από τα μάτια μου, κάτι που δεν πέρασε
απαρατήρητο από κανέναν. Τα αγόρια με κορόιδευαν, ενώ ο άλλος
συνέχισε εκείνες τις εκνευριστικές κλεφτές ματιές. Η Ροσέλ πηγαι-
νοερχόταν σαν την τρελή στα μαγαζιά και ψώνιζε πράγματα δίχως να
υπολογίζει τίποτα, και το χειρότερο ήταν ότι στα περισσότερα τραβούσε
και μένα μέσα. Η όρεξή μου αν ήταν μία φορά πεσμένη πριν, πλέον είχε
πέσει ακόμα πιο πολύ. Το στομάχι μου με ταλαιπωρούσε και η
οχλαγωγία με έκανε να νιώθω περισσότερο ζαλισμένη.
Είχε φτάσει μεσημέρι όταν επιτέλους κι εκείνη κουράστηκε και άρχισε
να πεινάει. Αφού γκρίνιαξε λίγο στον αδερφό της, καθίσαμε όλοι μαζί σε
ένα εστιατόριο για φαγητό και φυσικά ούτε τότε έβγαλα τα γυαλιά μου. Ο
Ντέιβιντ με τον Λίαμ άρχισαν πάλι τα σχόλια και το μόνο που
εισέπραξαν αυτή τη φορά ήταν άτονες εκφράσεις. Ευτυχώς δεν άργησαν
να σταματήσουν. Δεν παρήγγειλα φαγητό, μόνο μία κούπα τσάι. Τα
τελευταία λεπτά ένιωθα λες και είχα συνεχώς ένα βλέμμα καρφωμένο
πάνω μου όπου και να πήγαινα. Μάλλον είχα παραφρονήσει εντελώς
μετά από όλα όσα είχαν συμβεί, όμως όσο και αν προσπαθούσα να το
βγάλω από το κεφάλι μου, αυτό συνέχιζε να βρίσκεται εκεί. Το σφίξιμο
στο στομάχι μου γινόταν πάλι πιο έντονο και είχα τρομερή ναυτία.
«Εμένα με συγχωρείτε» είπα ξαφνικά και σηκώθηκα να φύγω.
«Θες να έρθω μαζί σου;» με ρώτησε η Ροσέλ όμως ένευσα αρνητικά.
«Όχι, δεν θα αργήσω» είπα και γύρισα την πλάτη ενώ άρχισα να
απομακρύνομαι με μεγάλα βήματα. Ρώτησα έναν υπεύθυνο για το πού
310 ALEXA MERIAN
βρίσκονταν οι τουαλέτες και, αφού μου έδειξε τον δρόμο, το βήμα μου
έγινε ακόμα πιο γρήγορο.
Δεν άργησα να πεταχτώ μέσα και να κλειστώ αμέσως σε μία
καμπίνα. Έσκυψα πάνω από την τουαλέτα, πέταξα τα γυαλιά μου στο
πάτωμα κι άδειασα ό,τι είχε απομείνει μέσα στο στομάχι μου. Αυτή τη
φορά ήμουν σίγουρη πως το αλκοόλ είχε φύγει για τα καλά από τον
οργανισμό μου. Έμεινα για λίγο εκεί, με την πλάτη κολλημένη στα
τοιχώματα της καμπίνας να κοιτάζω το κενό. Οι σκέψεις μου είχαν
φτάσει σε ένα αδιέξοδο. Η απόφασή μου να φύγω στην Ιταλία με τη
Ροσέλ τη δεδομένη στιγμή έμοιαζε η καλύτερη που είχα πάρει.
Ανασήκωσα τους ώμους αδιάφορα και έπιασα τα γυαλιά μου.
Προσπάθησα να σηκωθώ με το κεφάλι μου να γυρίζει από την
εξάντληση και έφτασα παραπατώντας στον νιπτήρα. Έριξα μπόλικο
παγωμένο νερό στο πρόσωπό μου, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και
γέλασα.
«Είσαι ένα χάλι» μουρμούρισα και μου ξέφυγε ένα γελάκι. Έκρυψα
τα κατακόκκινα μάτια μου πάλι πίσω από τα γυαλιά, πήρα μία βαθιά
ανάσα κι άρχισα να περπατάω όσο πιο φυσιολογικά μπορούσα.
Μάλλον θα ζητούσα από κάποιον να με γυρίσει σπίτι. Αυτή η βόλτα ήταν
μία πάρα πολύ κακή ιδέα.
«Βρε, βρε ποια έχουμε εδώ» άκουσα μία φωνή να λέει από πίσω μου
και πριν προλάβω να αντιδράσω, ένα χέρι είχε τυλιχτεί γύρω από τον
λαιμό μου και με είχε τραβήξει με δύναμη σε μία γωνία αφοπλίζοντάς με.
Τα γνώριμα μάτια του Λουσιάνο με κοίταζαν έτοιμα να με
κατασπαράξουν και το όπλο του με σημάδευε κατευθείαν στο κεφάλι.
Αμέσως μνήμες ξύπνησαν μέσα στο κεφάλι μου και άρχισα να τρέμω.
Δεν ξέρω γιατί συνέχιζα να τον φοβάμαι; Μαζί του βρίσκονταν και άλλοι
δύο από τους μπράβους του που φρόντιζαν να περνάμε απαρατήρητοι
από τον κόσμο.
«Τι σκατά θες;» του γρύλισα και το όπλο του με πίεσε παραπάνω.
«Κόψε τις αγριάδες, πιτσιρίκα, γιατί δεν θα τα πάμε καθόλου καλά»
είπε και αρκέστηκα να τον κοιτάζω με μίσος.
Κυνηγοί Ζωής 311
«Μπράβο το κορίτσι μου. Πάντως σ’ το αναγνωρίζω. Μου πήρε
αρκετά να βρω εσένα και τον γκόμενό σου. Δύσκολη η αναζήτηση, αλλά
μόλις ανακάλυψα ποιος είναι εξεπλάγην. Από όλους τους ανθρώπους
στη γη έπεσες σε αυτόν που είχα βάλει στο μάτι. Κερδισμένος βγαίνω
εγώ. Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια που λένε» είπε σαρκαστικά και
ένιωσα να μου κόβονται τα πόδια.
«Τι θέλεις από εμάς;» είπα ενώ προσπαθούσα να κρατήσω σταθερή
τη φωνή μου.
«Θέλω αυτός ο μαλάκας να μείνει μακριά από τις δουλειές μου, γιατί
το μόνο που κάνει είναι να μου δημιουργεί πρόβλημα. Κι εσύ…» Με την
άκρη του όπλου του χάιδεψε το πρόσωπό μου κατεβαίνοντας όλο και πιο
χαμηλά. «…εσύ θα γυρίσεις πίσω στον πατερούλη σου και θα γίνουν τα
πράγματα όπως έπρεπε να είχαν γίνει πριν κάνεις την επανάστασή σου.
Ελπίζω να έχεις μάθει περισσότερα κόλπα να μου δείξεις» είπε με
σιγουριά και ένιωσα πάλι το στομάχι μου να γυρίζει. Ήθελα να κάνω
εμετό πάνω του.
Τον κοιτούσα με μίσος και δεν του απάντησα σε τίποτα.
Έπρεπε να σκεφτώ κάτι και γρήγορα, γιατί αυτός ήταν ικανός να κάνει
κακό σε όλους. Έπρεπε να μιλήσω στον Κίλιαν, για να πάρει τη Ροσέλ
μακριά και να κρυφτούν κι οι δυο.
«Τώρα φύγε σαν καλό κοριτσάκι και φρόντισε να μη μάθει κανείς για
αυτή τη συνάντησή μας, αλλιώς και η ξανθούλα αλλά και οι υπόλοιποι
μαλάκες που κάνεις παρέα θα το μετανιώσουν. Θα τους βασανίζω έναν
έναν μέχρι θανάτου μπροστά στα μάτια σου και φυσικά θα αφήσω τους
καλύτερους για το τέλος» είπε και αμέσως φοβήθηκα τα λόγια του.
«Κατάλαβες, Κουίν;» κραύγασε στο πρόσωπό μου και απλώς ένευσα
καταφατικά. Ύστερα με έσπρωξε με δύναμη και βγήκα από την κρυψώνα
που με είχε χώσει.
Ένιωθα το αίμα να έχει στραγγίξει από τις φλέβες μου και δεν ένιωθα
τα βήματά μου. Περπατούσα σαν ναρκωμένη και όσο πλησίαζα το
τραπέζι που ήταν οι υπόλοιποι, ένιωθα χειρότερα. Κάθισα στην καρέκλα
μου και όλα τα βλέμματα έπεσαν επάνω μου.
«Βαλεντίν, τι συμβαίνει;» με ρώτησε ο Λίαμ.
312 ALEXA MERIAN
«Εσύ είσαι κάτασπρη, σαν να είδες φάντασμα» είπε ο Ντέιβ και
κούνησα το κεφάλι πέρα δώθε.
«Αυτά γίνεται όταν πίνεις ανεξέλεγκτα από το προηγούμενο βράδυ»
είπε ειρωνικά ο Κίλιαν και τον κοίταξα τρομοκρατημένα.
Δεν μπορούσα ούτε καν να του ανταποδώσω την ειρωνεία. Και μόνο
στη σκέψη ότι έπρεπε να του πω την αλήθεια και να τον αντιμετωπίσω
σε κάθε ξέσπασμά του, η καρδιά μου πονούσε τρομερά. Δεν επρόκειτο
όμως να άφηνα εκείνο το κάθαρμα να τους πειράξει. Τράβηξα το βλέμμα
μου μακριά.
«Μάλλον έχεις δίκιο. Δεν έπρεπε να πιω. Σας πειράζει να φύγουμε;»
είπα αποφεύγοντας κάθε οπτική επαφή με όλους και ένιωσα πολύ
άβολα.
«Κίλιαν, εγώ μπορώ να μείνω με κάποιον; Θα έρθουν οι φίλοι μου
αργότερα» του είπε ήρεμα η Ροσέλ.
«Λίαμ, Ντέιβιντ, μείνετε εσείς μαζί της. Εμείς θα γυρίσουμε με τον
Χιούγκο και τον Ρομπέρτο» είπε εκείνος και από τη φωνή του
καταλάβαινα πως ήταν γυρισμένος προς το μέρος μου. Ίσως ήταν
καλύτερα που θα ήμουν μόνη με τον Κίλιαν. Αν εκείνος μου έκανε κακό
μπροστά στη Ροσέλ, θα ήταν άσχημο και δεν ήθελα να το υποστεί αυτό.
Ευτυχώς η μικρή δεν έφερε αντίρρηση για τον Λίαμ και κάπως έτσι
σηκωθήκαμε να φύγουμε από το μαγαζί. Όση ώρα ο Κίλιαν κανόνιζε τον
λογαριασμό, βρήκα ευκαιρία και τράβηξα τον Λίαμ και τη Ροσέλ μακριά
για να τους μιλήσω.
«Λοιπόν, ακούστε με προσεκτικά. Μείνετε κεντρικά με πολύ κόσμο.
Με την παραμικρή περίεργη κίνηση έχετε εξαφανιστεί από ‘δώ πέρα.
Πάρε τον αδερφό μου· αυτός ξέρει πώς να σας βοηθήσει. Κινδυνεύουμε
όλοι και πρέπει δυστυχώς να μιλήσω στον Κίλιαν» τους είπα σοβαρά
και με κοίταξαν έντρομοι.
«Μη μου πεις ότι θα του πεις την αλήθεια; Θα σε σκοτώσει!»
αναφώνησε η μικρή και ξεφύσηξα.
«Δεν έχω άλλη επιλογή, Ροσέλ. Πρέπει να το κάνω και να του πω ό,τι
ξέρω, γιατί σίγουρα θα υπάρχει κάτι που μπορεί να κάνει. Γνωρίζω ότι
θα υπάρξουν συνέπειες, μα είμαι έτοιμη να τις δεχτώ. Φτάνει με το
Κυνηγοί Ζωής 313
κρυφτό, και ειδικά τώρα που ξέρω ότι τα άτομα που αγαπάω κιν-
δυνεύουν» είπα ειλικρινά και η Ροσέλ έπεσε αμέσως στην αγκαλιά μου.
Ο Λίαμ κατένευσε. Το κορμί της Ροσέλ έτρεμε – ήμουν σίγουρη ότι
πάλευε να μην κλάψει.
«Ποιος είναι;» με ρώτησε και αναστέναξα.
«Ο Λουσιάνο. Σε παρακαλώ, πρόσεχέ την» του είπα και έσφιξε τις
γροθιές του.
«Θα το κάνω». Πριν προλάβω να τον αγκαλιάσω σφιχτά, μας
διέκοψε η εμφάνιση του Κίλιαν. Αυτή τη φορά κανείς μας δεν τον
κοιτούσε και ένιωθα κάπως ένοχη γι’ αυτό.
«Φεύγουμε» δήλωσε φανερά εκνευρισμένος και περίμενε.
Η Ροσέλ μου έδωσε μία τελευταία αγκαλιά και ύστερα με άφησε.
Ακολούθησα τον Κίλιαν, αφού πρώτα έδωσε μία από τις γνωστές του
εντολές για τη φύλαξη της αδερφής του, και μέχρι να μπούμε στο αμάξι,
ήμουν σιωπηλή.
Η διαδρομή ήταν αρκετά μακρινή και είχα την ελπίδα πως δεν θα
χρειαζόταν να ξεκινήσουμε άμεσα τη συζήτηση, όμως ήταν ξεκάθαρο
φαίνεται πως η μοίρα μου με τιμωρούσε για όλα όσα είχα κάνει.
«Θα μου πεις τώρα τι στον διάολο συμβαίνει;» είπε ψυχρά και
απέφυγα το βλέμμα του.
Κοίταξα έξω από το παράθυρο και το σκεφτόμουν διπλά και τριπλά.
Περνούσαμε μέσα από ένα βουνό και δεξιά κι αριστερά υπήρχαν δέντρα
και κανένα σημείο πολιτισμού.
«Θα μιλήσουμε καλύτερα όταν γυρίσουμε σπίτι. Άσε με να τα βάλω σε
μία σειρά στο μυαλό μου» του είπα ειλικρινά και ξεφύσηξε εκνευρισμένα.
Πέρασε το χέρι με νεύρο μέσα από τα μαλλιά του και του έριξα μία
κλεφτή ματιά μέσα από τους μαύρους φακούς.
«Όχι, ρε πούστη μου, όχι! Τώρα θα τα λύσουμε όλα! Και βγάλε αυτά
τα γαμημένα γυαλιά από τα μάτια σου!» μου φώναξε και ξαφνικά άρπαξε
τα γυαλιά μου με τη βία και τα τσάκισε μέσα στη χούφτα του. Τον
κοίταξα σοκαρισμένη όπως κι εκείνος καθώς με παρατηρούσε.
314 ALEXA MERIAN
«Σε παρακαλώ, απλώς άσε να φτάσουμε πρώτα σπίτι και θα σου τα
εξηγήσω όλα» είπα έτοιμη να λυγίσω και τον έβλεπα που τρελαινόταν,
όμως δεν ήθελα να γίνει εδώ, μέσα σε ένα αμάξι.
«Βαλεντίν, είμαι στο τόσο να χάσω τον έλεγχο και να τα κάνω όλα
μπουρδέλο. ΜΙΛΑ ΤΩΡΑ!» φώναξε και έκλεισα το κεφάλι μέσα στα χέρια
μου.
«ΣΤΑΜΑΤΑ!» τσίριξα, αλλά δεν πρόλαβε να μου απαντήσει.
Από το πουθενά άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί. Κοίταξα πίσω
και είδα δύο μηχανές να μας ακολουθούν σε αρκετά κοντινή απόσταση.
Οι οδηγοί φορούσαν μαύρα και ο καθένας τους κρατούσε από ένα
αυτόματο και μας σημάδευαν.
«Σκατά!» μουρμούρισα και γύρισα προς τον Κίλιαν. Εκείνος είχε
βγάλει έξω τα δικά του όπλα και ήταν έτοιμος να ανταποδώσει τα πυρά.
Έβγαλα ένα από τα αυτόματα που έκρυβαν κάτω από τα καθίσματα
και άνοιξα την οροφή του αυτοκινήτου. Βγήκα η μισή απ’ έξω και αμέσως
άρχισα να πυροβολώ. Ξαφνικά ένιωσα ένα απότομο τράβηγμα από τα
πόδια και βρέθηκα πάλι πίσω στη θέση μου με έναν έξαλλο Κίλιαν να
στέκεται απέναντί μου.
«Μπορείς να μου πεις τι σκατά κάνεις;» μου φώναξε.
«Παίζω βιολί. Πας καλά; Τι με βλέπεις να κάνω;» τον ειρωνεύτηκα και
τη στιγμή που πήγα να ανέβω πάλι πάνω εκείνος με τράβηξε πίσω ενώ
προσπάθησε να μου πάρει και το όπλο.
«Άσ’ το αυτό, δεν είναι παιχνίδι!»
«Είσαι ηλίθιος, αγόρι μου; Σου φαίνεται ότι παίζω;» του φώναξα και
ανέβηκα πάνω. Πυροβόλησα τον ένα από τους δύο και έχασε για λίγο
τον έλεγχο της μηχανής, όμως την ίσιωσε και συνέχισε το κυνηγητό μαζί
με τον άλλον. Ο Κίλιαν με τράβηξε κάτω ξανά και αμέσως με έπιασε από
το κεφάλι και με κάλυψε, γιατί οι μηχανόβιοι είχαν έρθει από τα πλάγια
και πυροβολούσαν τα τζάμια.
«Σταμάτα, γαμώ το πείσμα σου! Θα σκοτωθείς εκεί έξω!» μου φώναξε
και τον αγριοκοίταξα.
Κυνηγοί Ζωής 315
«Δεν με νοιάζει! Δεν θα μείνω με σταυρωμένα τα χέρια!» του
απάντησα και άρχισα να πυροβολώ στα τυφλά έξω. Τα λόγια του με
έκαναν να σταματήσω και τον κοίταξα σοκαρισμένη.
«ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ ΟΜΩΣ ΕΜΕΝΑ!» είπε εξοργισμένος και τα μάτια μου
συνάντησαν τα δικά του.
Ήταν ένα βλέμμα που κράτησε μόνο για λίγα δεύτερα. Οι
πυροβολισμοί έπεφταν βροχή και ένας από αυτούς ήταν αρκετός για να
κάνει το αυτοκίνητο να χάσει τον έλεγχό του και να ξεφύγει από τον
δρόμο. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα που το μόνο που θυμάμαι είναι το
σώμα του Κίλιαν να με καλύπτει και ύστερα το αμάξι να ντελαπάρει στην
άσφαλτο και το κεφάλι μου να χτυπάει σε διάφορα σημεία. Πρώτη φορά
φοβόμουν τόσο πολύ στη ζωή μου και ούτε καν για τη δική μου
ασφάλεια. Έτσι και αλλιώς περίμενα πως το τέλος μου θα ήταν σύντομο,
όμως δεν ήθελα να πάθει τίποτα κανείς, πόσο μάλλον εκείνος. Τα
πράγματα ήταν τόσο μπερδεμένα που το μόνο που ένιωθα ήταν οξύς
πόνος, μούδιασμα και μία συνεχή θολούρα στα μάτια.
«Κίλιαν…» ψέλλισα και το μόνο που μπορούσα να διακρίνω καθαρά
ήταν τον γκρίζο ουρανό. Προσπάθησα να γυρίσω το κεφάλι, όμως
πονούσα πολύ.
«Κίλιαν!» είπα με λίγο πιο δυνατή φωνή, μα από την πίεση ένιωσα
σαν κάτι να τρυπάει το σώμα μου και έσφιγγα τα δόντια για να μην
ουρλιάξω. Ανασήκωσα το κεφάλι και μέσα στη θολούρα μου είδα κάτι να
εξέχει από το σώμα μου.
«Σκατά» μουρμούρισα και έμεινα ακίνητη. Προσπάθησα να τον
ξαναφωνάξω, όμως δεν πήρα καμία απάντηση. Κοίταξα τον ουρανό και
μαύρες κουκίδες άρχισαν να αιωρούντε στον αέρα.
Ας είναι εκείνος ζωντανός και δεν θέλω τίποτα άλλο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 40
Το σώμα του ήταν κλεισμένο μέσα στο αναποδογυρισμένο αμάξι σε μία
αφύσικη στάση σαν να ήταν μια πάνινη κούκλα. Όταν άρχισε να
ξυπνάει, το πρώτο πράγμα που ένιωσε ήταν ένας έντονος πόνος στο
κεφάλι. Ύστερα άρχισε να νιώθει το υπόλοιπο σώμα του. Άνοιξε τα
μάτια και κοιτώντας το σκηνικό τού ήρθαν σκηνές από όλα όσα είχαν
συμβεί. Άρχισε να αναπνέει γρήγορα πανικόβλητος. Προσπαθούσε να
τη βρει με τα μάτια του, καθότι του ήταν δύσκολο να κουνηθεί, όμως δεν
την έβλεπε πουθενά.
«Βαλεντίν!» φώναξε, μα δεν πήρε καμία απάντηση. Προσπάθησε να
κουνηθεί, αλλά τα πόδια του τον πονούσαν τρομερά.
«Γαμώτο» γρύλισε και άρχισε να σέρνεται προς τα σπασμένα
παράθυρα. Είδε ένα ζευγάρι πόδια να τον πλησιάζουν και τα χέρια του
Χιούγκο τον τράβηξαν έξω ενώ στη συνέχεια τον βοήθησε να σταθεί
όρθιος.
«Αφεντικό, είσαι καλά;» τον ρώτησε εκείνος, μα δεν του απάντησε
ενώ κοιτούσε γύρω του νευρικά.
«Πού είναι η Βαλεντίν;» τον ρώτησε και τότε είδε κάτι στο πρόσωπό
του να αλλάζει. Απέφυγε να τον κοιτάξει και αυτό ήταν κάτι που τον
έκανε να πανικοβάλλεται ακόμα περισσότερο.
«Χιούγκο, πού είναι η Βαλεντίν;» γρύλισε απειλητικά και τότε άκουσε
ένα αδύναμο μουρμουρητό.
«Κίλιαν…» έλεγε το όνομά του ξεψυχισμένα.
Κυνηγοί Ζωής 317
Ξέφυγε από τα χέρια του Χιούγκο και κουτσαίνοντας ακολούθησε τη
φωνή της. Όταν την είδε, ένιωσε τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα
πόδια του. Τα γόνατά του λύγισαν και έπεσε δίπλα της.
«Όχι, όχι» μονολόγησε και κράτησε το πρόσωπό της μέσα στα χέρια
του. Ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα στην άσφαλτο με ένα μεγάλο κομμάτι
γυαλί καρφωμένο στα πλευρά της ενώ από το στόμα της έτρεχε αίμα.
Την τράβηξε επάνω του με προσοχή δίχως να την πιέσει στην πληγή της
και προσπάθησε να την ξυπνήσει.
«Κίλιαν» παραμίλησε ξανά κι εκείνος παραμέρισε μερικές τούφες
από τα μαλλιά της και τη χάιδεψε στο πρόσωπο. Ήταν τόσο παγωμένη,
κι αυτό έκανε την ψυχή του να τρέμει.
«Κίλιαν, πονάω» είπε και τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του. Ήταν
γεμάτα δάκρυα και έμοιαζαν χαμένα.
«Υπομονή, μωρό μου. Κρατήσου μέχρι να έρθει βοήθεια» της είπε και
γύρισε προς τον Χιούγκο που τους κοιτούσε σαστισμένος δίχως να ξέρει
τι να κάνει.
«Βοήθησέ με να τη βάλω μέσα στα δέντρα και πήγαινε φέρε βοήθεια.
Βάλε φωτιά στο αμάξι πριν φύγεις και κάλεσε ένα ασθενοφόρο.
Βεβαιώσου ότι η Ροσέλ είναι καλά και κάνε γρήγορα!» του είπε και σε
αυτά τα λόγια εκείνη τινάχτηκε και έσφιξε το χέρι του.
«Όχι! Όχι ασθενοφόρο» παραπονέθηκε, μα εκείνος την αγνόησε.
«Αφεντικό, και τι θα γίνει με το πτώμα του Ρομπέρτο;» τον ρώτησε ο
Χιούγκο και το σκέφτηκε για λίγο.
«Άσε να νομίζουν ότι ήταν το δικό μου. Θα μιλήσω εγώ με την
οικογένειά του όταν τελειώσουμε με όλα αυτά. Τώρα έλα, βοήθησέ με
γρήγορα! Δεν ξέρω πόσο χρόνο έχει» του απάντησε ταραγμένα, μα
εκείνη τον έσφιξε ξανά.
«Περίμενε» μουρμούρισε και τα χέρια της περιπλανήθηκαν στην
πληγή της.
«Βγάλε το σακάκι σου» του είπε και πριν προλάβει εκείνος να
αντιδράσει έπιασε το γυαλί με τα χέρια της και το έβγαλε γρήγορα
πνίγοντας τους λυγμούς της. Το πέταξε μακριά και με τα χέρια της πίεζε
την πληγή για να εμποδίσει το αίμα που έβγαινε ασταμάτητα.
318 ALEXA MERIAN
Εκείνος έβγαλε το σακάκι του με γρήγορες κινήσεις και το πίεσε στο
σημείο που είχε πριν εκείνη τα χέρια της.
«Είσαι ηλίθια, γαμώτο! Πας γυρεύοντας να σκοτωθείς με τις μαλακίες
που κάνεις» είπε μέσα από τα δόντια του κι εκείνη του χαμογέλασε
κουρασμένα.
«Με ενοχλούσε» είπε ειρωνικά και αυτός ξεφύσηξε. Έκανε νόημα με
το κεφάλι στον Χιούγκο και, αφού τη σήκωσαν μαζί, μπήκαν μέσα στα
δέντρα στην άκρη του δρόμου και την αφήσανε κάτω. Κάθισε κι εκείνος
δίπλα και την τράβηξε έτσι ώστε να την έχει στην αγκαλιά του.
«Πήγαινε τώρα και κάνε γρήγορα» είπε κι εκείνος έγνεψε.
«Θα γίνει καλά, αφεντικό» είπε με σιγουριά και ο Κίλιαν ήθελε τόσο
να το πιστέψει. Αυτή η γυναίκα είχε καταφέρει και τον είχε λυγίσει τόσο
πολύ ξανά που σχεδόν τη μισούσε γι’ αυτό, όμως άμα πάθαινε κάτι θα
τρελαινόταν.
Μείνανε μόνοι τους και τα μάτια του δεν είχαν αφήσει το πρόσωπό
της στιγμή. Πάλευε να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά και για μία ακόμη
φορά θαύμαζε το πείσμα και την επιμονή της. Τη χάιδευε στο πρόσωπο
ενώ εκείνη κρατούσε το χέρι του.
«Πονάω» ψέλλισε και τη φίλησε στα μαλλιά.
«Το ξέρω, μωρό μου. Κάνε όμως υπομονή και μην κλείνεις τα μάτια
σου» της είπε ήρεμα. Τα μάτια της κοίταξαν μέσα στα δικά του. Αυτά τα
γατίσια μάτια που έπαιζαν με το μυαλό του.
«Πώς με είπες;» ρώτησε και της χαμογέλασε ειρωνικά.
«Έχεις μία πληγή που πιθανότατα θα σε σκοτώσει και κολλάς σε
αυτά που λέω. Καλά σε λέω εγώ ηλίθια. Ακόμα και σε στιγμές σαν κι
αυτή είσαι τόσο ξεροκέφαλη» της είπε κι εκείνη γέλασε, όμως το γέλιο
της κόπηκε και ύστερα άρχισε να βήχει βγάζοντας αίμα από το στόμα.
Την κράτησε στην αγκαλιά του μέχρι να ηρεμήσει.
«Υποθέτω ότι γι’ αυτό με κρατάτε τριγύρω» είπε και αυτός της
χαμογέλασε πικρά. Έκρυψε το πρόσωπό του στο κεφάλι της και
εισέπνευσε βαθιά.
«Και γι’ αυτό» είπε σχεδόν ψιθυριστά και τη φίλησε. Το σώμα της
ήταν τόσο παγωμένο και η ανάσα της με το ζόρι έβγαινε. Στο μυαλό του
Κυνηγοί Ζωής 319
τριγύριζαν τα χειρότερα σενάρια και, όσο σκεφτόταν ότι εκείνοι οι άντρες
με τις μηχανές ξέφυγαν, η οργή του δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Ήξερε
ποιος ήταν υπεύθυνος κι εν μέρει καταλάβαινε την ανησυχία της
Βαλεντίν, όμως αυτό που δεν καταλάβαινε ήταν το τι είχε γίνει πριν και
την είχε ανησυχήσει τόσο πολύ. Ήταν ένα μόνιμο μυστήριο για εκείνον
και όσο και αν ήθελε να της βάλει τις φωνές, άλλο τόσο ήθελε να τη
σφίξει παραπάνω στην αγκαλιά του και να μην την αφήσει να βγει ξανά
απο κει. Είχε φέρει τα πάνω κάτω στον συναισθηματικό του κόσμο και
αν και προσπαθούσε να μείνει σε απόσταση, εκείνη είχε καταφέρει και
τον είχε γονατίσει. Δεν ήθελε να χάσει άλλον άνθρωπο από τη ζωή του.
Είχε ριζώσει βαθιά στην καρδιά του και δεν ήθελε να τη βγάλει ακόμα
και αν του φαινόταν λάθος. Το είχε προσπαθήσει όταν είχαν χωρίσει,
όμως δεν τα είχε καταφέρει. Δεν της είπε ποτέ την αλήθεια για το τι είχε
γίνει εκείνη την ημέρα, γιατί φοβόταν για την ασφάλεια τη δική της αλλά
και της αδερφής του. Για εκείνον αυτές οι δύο ήταν οι προτεραιότητές του
και θα έκανε τα πάντα για να τις προστατέψει.
Ξαφνικά ένιωσε το κρύο χέρι της πάνω στο μάγουλό του και την
κοίταξε ανήσυχος. Την κράτησε πιο κοντά μήπως και τη ζεστάνει.
«Τι έγινε, τι έπαθες;» τη ρώτησε.
«Χάθηκες πάλι σε εκείνος το σκοτεινό μέρος» του είπε κι εκείνος
ρουθούνισε.
«Πώς στον διάολο με καταλαβαίνεις κάθε φορά;» τη ρώτησε και στα
χείλη της απλώθηκε ένα κουρασμένο χαμόγελο.
«Μην ξεχνάς ότι είμαστε τα ίδια σκατά και οι δύο» του είπε ωμά και
την κράτησε πιο σφιχτά στην αγκαλιά του.
«Μη μιλάς. Κουράζεις περισσότερο τον οργανισμό σου» της είπε
ήρεμα κι εκείνη κούνησε αδιάφορα τους ώμους, κάτι που τον εκνεύριζε
όταν το έκανε ειδικά για τέτοια ζητήματα.
«Πρέπει... πρέπει να μιλήσουμε» είπε ξέπνοα κι εκείνος πήρε μία
βαθιά ανάσα.
«Γιατί όποτε ξεκινάνε συζήτηση οι γυναίκες με αυτή τη φράση δεν
είναι ποτέ για καλό;» μουρμούρισε δυνατά για να την πειράξει κι εκείνη
τον κοίταξε στραβά. «Έρωτα, απλώς βγάλε τον σκασμό και κάνε
320 ALEXA MERIAN
υπομονή. Θα έχουμε αρκετό καιρό να μιλήσουμε όταν γίνεις καλά και
αφού σου δώσω ένα γερό χέρι ξύλο» της είπε αγανακτισμένα και αυτή
συνέχισε να τον κοιτάζει άγρια.
«Κίλιαν, μιλάω σοβαρά. Είναι κάποια πράγματα που πρέπει να σου
πω» είπε και αμέσως έσφιξε τα δόντια με τον πόνο να διαγράφεται σε
κάθε χιλιοστό του προσώπου της.
«Βαλεντίν, γαμώτο σου! Κάτσε καλά και θα μιλήσουμε άλλη ώρα»
της γρύλισε και τη βόλεψε καλύτερα ώστε να μην πιέζεται πουθενά.
Κοίταξε γύρω του ανήσυχα ενώ αναρωτιόταν για το πού βρισκόταν το
ασθενοφόρο.
Εκείνη έκλεισε τα μάτια και αναστέναξε.
Της χάιδευε τα μαλλιά απαλά ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να
βγάλει το κινητό από την τσέπη του για να καλέσει κάποιον,
οποιονδήποτε που θα μπορούσε να τους βοηθήσει. Φυσικά δεν ήταν
τόσο τυχερός. Από το ατύχημα όλη η οθόνη ήταν σπασμένη και ήταν
κλειστό. Το πέταξε δίπλα του εκνευρισμένα και έριξε πάλι το βλέμμα του
πάνω στη Βαλεντίν. Πόνεσε περισσότερο και από τις σωματικές πληγές
του. Ήταν ακίνητη και ανέπνεε με δυσκολία.
«Βαλεντίν;» ρώτησε ήρεμα, μα ούτε σάλεψε. «Βαλεντίν!» φώναξε και
την ταρακούνησε λίγο, όμως και πάλι τίποτα. Άρχισε να πανικοβάλλεται
σε σημείο να ακούει τους χτύπους της καρδιάς του σαν βουητό μέσα στο
κεφάλι του.
Σειρήνες ασθενοφόρου ακούστηκαν από μακριά και ένιωσε σαν να
μπορεί να αναπνεύσει απότομα. Δεν θα αργούσαν να τους βρουν.
Μπορεί να είχε άσχημες αναμνήσεις από αυτόν τον ήχο, αλλά δεν
επρόκειτο να τις άφηνε να τον ρίξουν, επειδή εκείνη τον χρειαζόταν
δυνατό.
«Κάνε υπομονή, μωρό μου. Κάνε υπομονή» είπε σχεδόν ψιθυριστά
και την κράτησε πάνω του ενώ προσπαθούσε να ηρεμήσει.
«Θέλω να κοιμηθώ. Άσε με να κοιμηθώ» παραμίλησε αδύναμα και
της κράτησε το πρόσωπο μέσα στις παλάμες του ενώ την κοιτούσε στα
μάτια. Βρισκόταν σε παραλήρημα και με το ζόρι κρατιόταν.
Κυνηγοί Ζωής 321
«Βαλεντίν, σου το ορκίζομαι πως άμα κάνεις τη μαλακία και
κοιμηθείς, τη γάμησες! Με ακούς; Όταν γίνεις καλά, θα σε κλειδώσω σε
ένα δωμάτιο και θα σε βασανίσω για όλα όσα μου έχεις κάνει!» της είπε
άγρια κι εκείνη χαμογέλασε με τα μάτια κλειστά.
«Αυτό είναι απειλή ή υπόσχεση;» είπε και τα χείλη της είχαν αρχίσει
να μελανιάζουν. Ήταν κάτωχρη.
«Πώς μπορείς και με φτάνεις στα όριά μου μία τέτοια στιγμή, μου
λες;» είπε έτοιμος να καταρρεύσει από την όψη της.
«Γι’ αυτό με θες» του απάντησε σχεδόν ξεψυχισμένα κι εκείνος έσφιξε
τα δόντια. Δεν ήξερε αν τα λόγια που βγήκαν από τα χείλη του τα άκουσε
εκείνη ή ήταν μόνο στη σκέψη του, αλλά ήταν σίγουρος για τη σημασία
τους πίσω από κάθε γράμμα και αυτό ήταν που τον γονάτιζε.
«Γι’ αυτό σε αγαπάω» είπε ψιθυριστά και τη φίλησε στα χείλη. Ήταν
τόσο παγωμένη και, δίχως να χάσει καιρό, την άφησε απαλά στο έδαφος
και προσπάθησε να σηκωθεί όρθιος. Βγήκε στον δρόμο κι εκείνη τη
στιγμή το ασθενοφόρο τον πλησίαζε. Μόλις τον είδαν, σταμάτησαν και
δύο από τους τραυματιοφορείς πετάχτηκαν από την πίσω πλευρά με ένα
φορείο. Τους έδειξε πού είχε αφήσει τη Βαλεντίν. Ένας ακόμα νοσοκόμος
τον πλησίασε και προσπάθησε να τον ηρεμήσει και να δει τα τραύματά
του. Δεν τον άφησε. Είχε χάσει κάθε έλεγχο και το μόνο που τον ένοιαζε
ήταν μονάχα εκείνη, ούτε καν ο ίδιος του ο εαυτός.
Την πέρασαν από μπροστά του με μία μάσκα οξυγόνου και δεν
φαινόταν να έχει τις αισθήσεις της. Άνοιξαν τις πίσω πόρτες και την
έβαλαν μέσα. Ύστερα μπήκε κι εκείνος μαζί τους. Δεν άφηνε κανέναν να
τον αγγίξει και σε όλη τη διαδρομή δεν σταματούσε να της κρατάει το
χέρι. Οι γιατροί προσπαθούσαν να κάνουν ό,τι μπορούσαν και πήγαν να
τη χάσουν ήδη δύο φορές, μα ευτυχώς όταν έφτασαν στο νοσοκομείο
ήταν ακόμα μαζί τους.
Μόλις άνοιξαν τις πόρτες, έτρεχαν όλοι προς τα χειρουργεία. Εκείνον
δεν τον άφησαν να πάει μαζί. Οι γιατροί τον τραβούσαν μακριά της για
να τον περιποιηθούν, όμως δεν ήθελε. Ξαφνικά είδε τον Λίαμ μπροστά
του και τον κράτησε σφιχτά από τους ώμους.
322 ALEXA MERIAN
«Κίλιαν, σταμάτα! Δεν μπορείς να πας εκεί μέσα!» του φώναξε, μα
δεν εκείνος δεν τον άκουγε.
«Πώς στον διάολο βρέθηκες εσύ εδώ; Πού είναι η αδερφή μου;» του
γρύλισε, αλλά αυτός δεν πτοήθηκε.
«Είναι καλά και ασφαλής. Άκουσέ με, πρέπει να πας να σε δουν.
Έχεις χτυπήσει άσχημα κι εσύ κι εκείνη. Έχουν μπει στο χειρουργείο και
θα μπω κι εγώ. Θα κάνω ό,τι μπορώ, με ακούς;» του είπε κι εκείνος τον
άρπαξε από τον λαιμό σφιχτά και τον έφερε κοντά του κοιτώντας τον στα
μάτια δολοφονικά.
Ένας άλλος άντρας, άγνωστος για τον Κίλιαν, τους πλησίασε και
έπιασε τα χέρια του με δύναμη, μα δεν εκείνος ούτε που τον κοίταξε.
«Θα τη βγάλεις από ‘κει ζωντανή, με ακούς; Αν δεν το κάνεις, αυτή τη
φορά αυτό που θα στοχεύσω δεν θα είναι τα πόδια σου αλλά το
σκατοκέφαλό σου, το κατάλαβες;» του είπε άγρια κι εκείνος ένευσε
καταφατικά. Το ήξερε ότι θα έκανε τα πάντα για να τη σώσει, όμως δεν
έλεγχε ούτε το μυαλό αλλά ούτε και τα λόγια του. Του είχε εμπιστοσύνη,
όμως δεν έπαυε να φοβάται.
«Θα γίνει καλά. Άσε με τώρα να πάω να ετοιμαστώ και πήγαινε κι
εσύ να σε δούνε οι γιατροί» του είπε ο φίλος του με σιγουριά και τον
κοίταξε για λίγο παραπάνω. Ύστερα απομάκρυνε το χέρι του και κοίταξε
τον νεαρό άντρα που πήγε να τους σταματήσει.
«Ποιος στον διάολο είσαι εσύ;» του γρύλισε και σταύρωσε τα χέρια
στο στήθος.
«Δεν έχει σημασία» απάντησε αυτός και αμέσως κάτι του φάνηκε
οικείο στο πρόσωπό του.
«Σε ξέρω εσένα. Κάπου σε έξω ξαναδεί».
«Και φυσικά με ξέρεις, Μορέι. Είμαι ο Έιντζελ Άνταμς. Έχουμε
τρακάρει πολλές φορές εμείς οι δύο σε συμβούλια» είπε με θράσος και ο
Κίλιαν έσφιξε τα χέρια σε γροθιές ενώ άρχισε να τρέμει ολόκληρος.
«Και τι στον διάολο θες εσύ εδώ;» του είπε ενώ προσπαθούσε να
συγκρατήσει την οργή του για να μην τον σκοτώσει εκείνη τη στιγμή.
«Δεν είμαι εδώ για μπελάδες, Μορέι. Γνωρίζω την Κ... τη Βαλεντίν και
είμαι εδώ για εκείνη, οπότε κόψε τους τσαμπουκάδες και τράβα να σε δει
Κυνηγοί Ζωής 323
κανένας γιατρός. Δεν νομίζω να θέλεις να σε δει σε αυτά τα χάλια όταν
ξυπνήσει» είπε διστακτικά και πραγματικά τα λόγια του Έιντζελ τον
ξάφνιασαν.
Ένας οξύς πόνος διαπέρασε το κεφάλι του και τα μάτια του άρχισαν
να θολώνουν. Δεν του γύρισε την πλάτη στιγμή, όμως έκανε αυτό που
επέμειναν όλοι να κάνει. Άφησε τους γιατρούς να τον κλείσουν σε ένα
δωμάτιο και τότε άρχισαν όλες τις απαραίτητες εξετάσεις. Του έκαναν
ράμματα στις ανοιχτές πληγές και, αφού τον έδεσαν με αρκετούς
επιδέσμους, του έδωσαν και δύο πατερίτσες, ώστε να στηρίζει το σώμα
του. Φυσικά τα δέχτηκε όλα αυτά αρκεί να τον άφηναν να τριγυρνάει
ανενόχλητος στους διαδρόμους έστω και υπό επίβλεψη. Βέβαια δεν
παρέλειψε ούτε τις απειλές του αλλά ούτε και τις γενναιόδωρες δωρο-
δοκίες.
Περπάτησε κουτσαίνοντας μέχρι την αίθουσα αναμονής των
χειρουργείων. Παράτησε τις πατερίτσες σε μία γωνία και κάθισε σε μια
καρέκλα αμίλητος περιμένοντας. Του φαινόταν πως οι ώρες και τα λεπτά
περνούσαν πιο αργά και από τον θάνατο, κι αυτό τον βασάνιζε. Κανείς
δεν είχε βγει να τον ενημερώσει για την κατάσταση της Βαλεντίν και έτσι
μονάχα περίμενε.
Ύστερα από κάποια στιγμή είδε τον μικρό γιο των Άνταμς να
πλησιάζει προς το μέρος του με δύο κύπελλα στα χέρια. Άφησε το ένα
δίπλα του, απομακρύνθηκε και κάθισε μερικές θέσεις μακριά του. Η
παρουσία του εκεί δημιουργούσε αμέτρητα ερωτήματα και τα λόγια που
του είχε πει πριν τους βρει το ασθενοφόρο, τον προβλημάτιζαν ακόμα
περισσότερο. Αναρωτιόταν μήπως και όλα όσα είχε να του πει είχαν
σχέση μαζί τους. Τον κοίταξε με ένα στραβό βλέμμα και ύστερα
παρατήρησε το κύπελλο που μέσα του είχε ένα χρυσό υγρό.
«Τσάι και συμπάθεια;» του είπε ειρωνικά και ο Έιντζελ ήπιε μία γερή
γουλιά από το δικό του.
«Μάλλον ουίσκι και μίσος, αλλά πάρ’ το όπως θες» του απάντησε
αδιάφορα και το άδειασε αμέσως πετώντας το τσαλακωμένο ποτήρι
μέσα σε έναν κάδο.
324 ALEXA MERIAN
Ο Κίλιαν κοίταξε ξανά το δικό του, το άρπαξε και το ήπιε όλο με μία
γουλιά. Το υγρό έκαψε τον λαιμό του, αλλά σε συνδυασμό με όλα τα
φάρμακα που του είχαν χορηγήσει όλα μαζί, έκαναν το στομάχι του να
διαμαρτύρεται. Παράλληλα δεν σκέφτηκε το γεγονός ότι ο άλλος μπορεί
και να τον είχε δηλητηριάσει. Ήταν όμως πλέον αργά για να το τσεκάρει.
Τον κοιτούσε εξεταστικά. Ήταν αφηρημένος ενώ το ένα του μανίκι
από το πουκάμισό του ήταν διπλωμένο ψηλά και φαινόταν δεμένο
επάνω στις φλέβες. Ήταν έτοιμος να αρχίσει να του κάνει κάποιες
ερωτήσεις, όμως η πόρτα του χειρουργείου άνοιξε και ο Λίαμ βγήκε έξω
ντυμένος με την ποδιά του γιατρού. Μαζί του ήταν μία νοσοκόμα.
Φαινόταν ταλαιπωρημένος. Όταν τους είδε, έβγαλε τη μάσκα και τα
γάντια του και τους κοίταξε βγάζοντας μία βαθιά ανάσα. Αμέσως και οι
δύο τινάχτηκαν όρθιοι ταυτόχρονα κι εκείνος τους πλησίασε.
«Είναι σταθερή. Το γεγονός ότι την κρατούσες ξύπνια την έσωσε·
όπως φυσικά και το πείσμα της. Έχασε πάρα πολύ αίμα και το γυαλί
μπήκε πολύ βαθιά, όμως ευτυχώς δεν έκανε σοβαρή ζημιά σε κάποιο
όργανο. Δεν θέλω να φανταστώ τη μουρμούρα της όταν ξυπνήσει και
μάθει πως θα πρέπει να είναι ακίνητη για πάρα πολύ καιρό» είπε και
στο τέλος o Κίλιαν ρουθούνισε. Ένευσε καταφατικά ενώ ένιωσε τις
πληγές του πιο έντονες από ποτέ και το σώμα του έτοιμο να
καταρρεύσει. Τόση ώρα ήταν στην τσίτα μέχρι να μάθει για την
κατάστασή της, αλλά, μόλις βεβαιώθηκε ότι ήταν καλά, κάθε νεύρο του
σώματός του ξύπνησε και άρχισε να παραπονιέται.
«Πότε θα ξυπνήσει; Πότε θα μπορέσουμε να τη δούμε;» ρώτησε ο
Έιντζελ και ο Κίλιαν τον κοίταξε στραβά. Ρώτησε όλα όσα ήθελε ο ίδιος
να ρωτήσει, όμως περισσότερο τον ένοιαζε να μάθει παρά το να του
φυτέψει μία σφαίρα στο κεφάλι.
«Δυστυχώς αυτό εξαρτάται από εκείνη. Θα μείνει για λίγο στην
αναρρωτική μονάδα και μετά θα τη βάλουμε σε δωμάτιο. Θα επιμείνω να
έχει εμένα γιατρό, ώστε να έχουμε πρόσβαση στα πάντα» είπε με
σιγουριά κι εκείνος πήρε μία βαθιά, επίπονη ανάσα. Άπλωσε το χέρι του
και ο Λίαμ ανταπέδωσε τη χειραψία.
Κυνηγοί Ζωής 325
«Σ’ ευχαριστώ για όλα, Λίαμ» είπε, όμως ο φίλος του καταλάβαινε και
μόνο από ένα βλέμμα του πόσο ευγνώμων ήταν.
«Θα γίνει καλά, Κίλιαν. Πήγαινε κι εσύ στο δωμάτιό σου. Θα σε
ενημερώνω τακτικά» προσπάθησε να τον πείσει και για πρώτη φορά δεν
έφερε καμία αντίρρηση σε κανέναν. Συμφώνησε με ένα νεύμα και, αφού
χαιρέτησε μόνο τον Λίαμ, γύρισε την πλάτη. Στήριξε το σώμα του στις
πατερίτσες κι άρχισε να απομακρύνεται.
Ύστερα από λίγο ήταν κλεισμένος στο δωμάτιο που του είχαν
παραχωρήσει, ξαπλωμένος στο κρεβάτι να κοιτάζει έξω από το
παράθυρο. Το βλέμμα του έπεσε στα ρούχα που φορούσε. Όταν
παρατήρησε το πόσο κουρελιασμένα ήταν, κατάλαβε πως έπρεπε να
βρει ένα τηλέφωνο και να ειδοποιήσει κάποιον να του φέρει άλλα. Με
δυσκολία ανασηκώθηκε, γδύθηκε και τα πέταξε σε μία καρέκλα.
Ξάπλωσε ξανά σκεπάζοντας καλά τον εαυτό του πριν πατήσει το κουμπί
για να καλέσει τη νοσοκόμα.
Δεν πέρασαν μερικά λεπτά και η πόρτα άνοιξε. Μία γυναίκα ντυμένη
με στολή νοσοκόμας μπήκε μέσα. Ήταν περίπου στην ηλικία του και
μόλις είδε το γυμνό του στέρνο, τα μάτια της έλαμψαν.
«Με φωνάξατε;» είπε με λάγνα φωνή κι εκείνος ξεφύσηξε. Μερικούς
μήνες πριν μπορεί και να μη δίσταζε να την κάνει δική του σε εκείνο το
δωμάτιο, παρ’ όλη την κατάσταση την οποία βρισκόταν, όμως τη
συγκεκριμένη στιγμή ούτε αυτή του έκανε αίσθηση αλλά ούτε και καμία
άλλη γυναίκα.
«Θα ήθελα να κάνω ένα τηλεφώνημα» είπε απαιτητικά και ψυχρά, μα
εκείνη δεν πτοήθηκε.
Έβαλε το χέρι στην ποδιά της και έβγαλε ένα κινητό τηλέφωνο. Το
έστρεψε προς το μέρος του.
Εκείνος εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση και κάλεσε τον αριθμό του
σπιτιού του. Ένας από τους άντρες της ασφάλειάς του το σήκωσε. Μόλις
άκουσε πως ήταν το αφεντικό του, άρχισε να τον ρωτάει για τα πάντα.
Του εξήγησε πώς είχαν τα πράγματα και ύστερα, αφού ρώτησε για τη
Ροσέλ, του είπε πως χρειαζόταν ένα σακβουαγιάζ με δικά του ρούχα, της
Βαλεντίν και μία καινούρια συσκευή τηλεφώνου. Ο άντρας τον
326 ALEXA MERIAN
διαβεβαίωσε πως κάποιος θα πήγαινε άμεσα με όλα όσα του ζήτησε.
Ύστερα εκείνος του είπε πως η ίδια η Βαλεντίν είχε φροντίσει η αδερφή
του να ξεφύγει με ασφάλεια από το εμπορικό και πως όλοι τους
ανησυχούσαν για το πώς ήταν και οι δύο. Ο Κίλιαν του έδωσε ρητές
εντολές να μη βγει κανείς από το σπίτι, εκτός αν το ζητούσε εκείνος και
ύστερα, δίχως να χασομεράει άλλο, το έκλεισε. Το έδωσε πίσω στη
νοσοκόμα και, παρ’ όλο που το έβαλε πίσω στην τσέπη της, δεν έφυγε.
Στεκόταν εκεί να τον κοιτάζει με νάζι.
«Μπορείς να κρατήσεις το νούμερό μου άμα θέλεις» του είπε με χάρη
κι εκείνος έγειρε το κεφάλι πίσω κουρασμένα.
«Το μόνο που θέλω από σένα αυτή τη στιγμή είναι να μου φέρεις το
πιο δυνατό παυσίπονο έχεις και μετά να με παρατήσεις στην ησυχία
μου» της απάντησε ψυχρά.
Τον κοίταξε σαν να θίχτηκε ο εγωισμός της, γύρισε την πλάτη και
βγήκε από το δωμάτιο σχεδόν τρέχοντας.
Μετά από λίγο φάνηκε μία τελείως διαφορετική νοσοκόμα, καμία
σχέση με την προηγούμενη και, αφού σύνδεσε το χέρι του με έναν ορό,
τον κρέμασε στο πλάι και ύστερα έφυγε για να τον αφήσει μόνο.
Επιτέλους ύστερα από όλα όσα είχαν συμβεί είχε την ηρεμία του για
να ξεκουραστεί όπως θα έπρεπε. Τα παυσίπονα που του είχαν
χορηγήσει δεν άργησαν να δράσουν και έτσι ξάπλωσε ξανά και άφησε
το βλέμμα του να περιπλανιέται στον νυχτερινό ουρανό. Παρά την
κούραση φοβόταν να κλείσει τα μάτια. Ήξερε πως άμα το έκανε, εικόνες
από τη Βαλεντίν βουτηγμένη στο αίμα θα έρχονταν εναλλάξ με τη
δολοφονία της Εμίλια μέσα στο κεφάλι του και δεν το ήθελε. Η διαφορά
με τότε ήταν πως εκείνος ήταν στο δωμάτιο του χειρουργείου να παλεύει
για τη ζωή του και όχι κανείς άλλος. Ξαφνικά ένιωθε σαν να μην μπορεί
να αναπνεύσει και αμέσως ανακάθισε στην άκρη του κρεβατιού και
προσπάθησε να ηρεμήσει τον εαυτό του. Το κεφάλι του γύριζε και ένιωθε
σαν να θέλει να κάνει εμετό.
«Τι σκατά μου έβαλε αυτή η σκύλα στον ορό;» αναρωτήθηκε δυνατά
και έπεσε πάλι πίσω στο μαξιλάρι. Μπορεί να είχε πάρει τον σωματικό
πόνο μακριά όμως ο ψυχικός είχε μείνει εκεί να τον βασανίζει.
Κυνηγοί Ζωής 327
Από το πουθενά άρχισε να νιώθει τα βλέφαρά του βαριά και ήξερε
πως από λεπτό σε λεπτό θα τον έπαιρνε ο ύπνος, αλλά κάτι τον
ενοχλούσε. Στη συνείδησή του ήξερε πως αυτή η επίθεση δεν ήταν
τίποτα μπροστά σε όσα θα ακολουθούσαν και ήταν σχεδόν σίγουρος γι’
αυτό, όμως δεν ήξερε κατά πόσο ήταν έτοιμος να παλέψει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 41
Νερό. Αν είχα μόνο μία λέξη για να περιγράψω την κατάσταση στην
οποία βρισκόμουν, αυτή θα ήταν το νερό. Ένιωθα το σώμα μου
μουδιασμένο, σαν να επιπλέει δίχως να έχω την επιλογή να κουνηθώ. Οι
ήχοι γύρω μου ήταν μουντοί λες και βρισκόμουν στον πάτο της
θάλασσας και κάποιος έσερνε τα πόδια του πάνω σε βότσαλα ή σαν
μηχανές που δούλευαν κάτω από το νερό. Το παράξενο όμως ήταν πως
όσο περνούσε η ώρα αυτά άλλαζαν. Μπορούσα να αναγνωρίσω τον ήχο
που έκαναν οι ρόδες ενώ κυλούσαν στο δάπεδο και ίσως να ξεχώριζα
μερικές φωνές, όμως τίποτα από αυτά δεν ήταν ακόμα καθαρό. Συχνά
έπεφτα σε ένα πλήρες σκοτάδι και τότε ξεκινούσαν οι εφιάλτες. Το
χειρότερο όμως ήταν πως δεν μπορούσα να ξυπνήσω από αυτούς.
Όταν πήρα τον πλήρη έλεγχο του σώματός μου, ένιωσα τι σημαίνει
πόνος. Από τον λαιμό και κάτω ήμουν πιασμένη, μα ταυτόχρονα
πονούσα με έναν ενοχλητικό τρόπο που με εκνεύριζε. Προσπάθησα να
ανοίξω τα μάτια μου. Την πρώτη φορά το μόνο που έβλεπα ήταν μια
συνεχή θολούρα. Ύστερα από αρκετές φορές που τα ανοιγόκλεισα,
μπόρεσα να δω καθαρά. Βρισκόμουν σε ένα δωμάτιο με λευκούς
τοίχους, ξαπλωμένη πάνω σε ένα άβολο κρεβάτι και ντυμένη με ποδιά
νοσοκομείου.
Τέλεια.
Μπροστά μου βρισκόταν ένας άντρας ντυμένος με λευκή ρόμπα και
έτσι όπως ήταν μπερδεμένο το μυαλό μου, μου πήρε κάμποσο να
καταλάβω πως ήταν ο Λίαμ ντυμένος γιατρός. Δεν είχε καταλάβει πως
είχα ξυπνήσει, μιας και δεν κουνιόμουν κι εκείνος ήταν αφηρημένος μέσα
σε μερικά χαρτιά. Διάβαζε με τόση προσοχή που άθελά μου χαμογέλασα
Κυνηγοί Ζωής 329
και αμέσως ένιωσα πόνους σε διάφορα σημεία του προσώπου μου.
Ποιος ξέρει πόσο χάλια έδειχνα.
«Είναι σοβαρά τα πράγματα, γιατρέ;» είπα με βραχνή φωνή, σχεδόν
ανύπαρκτη κι εκείνος σήκωσε το βλέμμα του προς το μέρος μου.
«Βαλεντίν!» είπε και ήρθε κοντά μου. Κράτησε τα καλωδιωμένα χέρια
μου μέσα στα δικά του και μου χαμογέλασε κουρασμένα.
«Είσαι καλά; Πώς νιώθεις;» με ρώτησε και ρουθούνισα.
«Νιώθω σαν χιλιοχτυπημένο σακί από πατάτες» είπα και γέλασε με
τον χαρακτηρισμό μου.
«Αν κρίνω από τον σαρκασμό σου, το ατύχημα δεν σου άφησε
κανένα παραπάνω κουσούρι» μου είπε για να με πειράξει και γέλασα,
όμως αμέσως το μετάνιωσα. Το πρόσωπό μου παραμορφώθηκε από τον
πόνο. Πήρα μερικές βαθιές ανάσες, ηρέμησα και φρόντισα να μείνω
ακίνητη. Εκείνος στο μεταξύ πήρε μία σύριγγα και έβαλε κάτι μέσα στον
ορό που, για καλό δικό του, ελπίζω να ήταν παυσίπονο.
«Θα σου συνιστούσα να μην κουνιέσαι και πάρα πολύ. Τα τραύματά
σου είναι σοβαρά και δεν θες να ανοίξουν. Είναι ακόμα νωρίς» μου είπε
και ξεφύσησα ενοχλημένα. Το κεφάλι μου γύριζε κι ενώ προσπαθούσα
να θυμηθώ λεπτομέρειες από την επίθεση, δεν μου έρχονταν και πολλά.
«Τι έγινε; Πώς βρέθηκα εδώ; Ο... ο Κίλιαν;» ψέλλισα διστακτικά και
ένιωσα τον φόβο να μου τρυπάει τα σωθικά.
«Είναι καλά, μην ανησυχείς. Βρίσκεται κι εκείνος εδώ, παρ’ όλο που
πήρε εξιτήριο πριν δύο μέρες. Δεν σε άφησε στιγμή» μου είπε με ένα
χαμόγελο και αμέσως άκουσα από το μηχάνημα που ήμουν συνδεδεμένη
τους χτύπους της καρδιάς μου να αυξάνονται.
«Θες να τον φωνάξω;» είπε με έναν πονηρό τόνο και τον κοίταξα σαν
χαμένη. Του ένευσα καταφατικά και έτσι βγήκε έξω.
Η πόρτα δεν άργησε να ανοίξει με φόρα. Ο Κίλιαν φαινόταν
κουρασμένος και στα μάτια του μπορούσα να ξεχωρίσω τόσα πολλά
συναισθήματα. Στήριζε το σώμα του σε δύο πατερίτσες κι η καρδιά μου
έγινε κομμάτια. Ξαφνικά τις πέταξε στο πάτωμα και με πλησίασε
κουτσαίνοντας. Έσκυψε από πάνω μου, κράτησε το πρόσωπό μου
τρυφερά στα χέρια του και με φίλησε ανυπόμονα. Φαινόταν πως ήθελε
330 ALEXA MERIAN
να με σφίξει παραπάνω, αλλά κρατιόταν δεδομένης της κατάστασης, και
αυτό έκανε δάκρυα να εμφανιστούν στα μάτια μου και να αρχίσουν να
τρέχουν. Ευτυχώς ήταν καλά. Κόλλησε το μέτωπό του με το δικό μου ενώ
ανέπνεε γρήγορα.
«Κίλιαν» είπα το όνομά του με τρεμάμενη φωνή κι εκείνος με φίλησε
ξανά.
«Σςς... μη μιλάς. Άσε με να σε χορτάσω» είπε σχεδόν ψιθυριστά και
με τους αντίχειρές του μου χάιδεψε το πρόσωπο.
Σήκωσα αργά το χέρι μου και τον άγγιξα κι εγώ. Το πρόσωπό του
είχε μερικές γρατζουνιές, αλλά πέρα από το περπάτημά του δεν έβλεπα
να έχει κάποιο άλλο σοβαρό τραύμα. Αυτό με έκανε να νιώθω κάπως
καλύτερα, όμως δεν σταμάτησα στιγμή να νιώθω ενοχές που εξαιτίας
μου βρέθηκε και για δεύτερη φορά στα επείγοντα.
Με φίλησε στο μέτωπο και ύστερα τράβηξε μία καρέκλα και κάθισε
κοντά μου δίχως να αφήσει το χέρι μου. Με κοιτούσε στα μάτια και
ομολογώ πως δεν τον είχα συνηθίσει τόσο συναισθηματικό. Ήταν λες
και τον γνώριζα για πρώτη φορά.
«Πώς νιώθεις;» με ρώτησε ήρεμα και κοίταξα το μπανταρισμένο
σώμα μου.
«Χάλια, αλλά δεν είναι κάτι που δεν έχω συνηθίσει» παραδέχτηκα.
«Ακόμα δεν μπορώ να χωνέψω πως έκανες τη μαλακία και έβγαλες
το γυαλί μόνη σου. Τι σκατά σκεφτόσουν;» με ρώτησε σαν να με μάλωνε
και ανασήκωσα το ένα μου φρύδι.
«Είναι πολύ απλό. Εάν επρόκειτο να πεθάνω, δεν θα το έκανα με ένα
κομμάτι γυαλί χωμένο στα πλευρά μου» είπα, όμως δεν του είπα πως
ήθελα να μου ήταν πιο εύκολο να τον αγκαλιάσω έστω για τελευταία
φορά.
«Δεν υπήρχε περίπτωση να σε άφηνα να πεθάνεις στα χέρια μου»
είπε ειλικρινά και φαινόταν από το βλέμμα του να εννοεί κάθε λέξη. Αυτό
έκανε την καρδιά μου να πονάει περισσότερο από κάθε πληγή που είχα.
Πώς θα του έλεγα την αλήθεια; Πώς θα τον πλήγωνα με αυτόν τον τρόπο;
«Σου το ορκίζομαι πως μόλις μάθω ποιος το έκανε, θα πληρώσει για
όσο πόνο σου προκάλεσε. Κανείς δεν θα βγει ζωντανός από τα χέρια
Κυνηγοί Ζωής 331
μου. Όλοι θα πληρώσουν» είπε με μίσος και αυτόματα τράβηξα το χέρι
μου μακριά από το δικό του. Ένιωσα να μου κόβεται η ανάσα και δεν
ήξερα πώς να αντιδράσω. Τα δάκρυά μου έγιναν πιο έντονα κι εκείνος
τινάχτηκε όρθιος και αγκάλιασε ξανά το πρόσωπό μου σκουπίζοντάς τα.
«Ε, τι έγινε; Τι έπαθες; Πονάς;» με ρώτησε αγχωμένα και κούνησα το
κεφάλι αρνητικά.
«Όχι, όχι. Εγώ φταίω. Εγώ φταίω για όλα» παραμίλησα συγχυσμένα
κι εκείνος προσπάθησε να με ηρεμήσει δίχως να καταλαβαίνει τι εννοώ.
«Μικρή μου, ησύχασε. Δεν φταις σε κάτι» είπε στην αρχή ήρεμα
όμως εγώ δεν έλεγα να σταματήσω. Με είχε πιάσει κρίση και δεν άντεχα.
Ήθελα να του πω τα πάντα, όμως όταν άρχισα να τρέμω ολόκληρη,
ένιωσα την πληγή μου να πονάει περισσότερο από ποτέ και έφτασα σε
σημείο να μην μπορώ να αναπνεύσω.
«Βαλεντίν!»
Τη δεδομένη στιγμή ούτε εκείνος μπορούσε να με ηρεμήσει και
ένιωθα χάλια γι’ αυτό.
«Φώναξε τον Λίαμ» είπα ξέπνοα κι εκείνος έκανε ό,τι του είπα. Άνοιξε
την πόρτα και η φωνή του ακούστηκε σε όλο τον όροφο. Ύστερα γύρισε
στο πλευρό μου και ο Λίαμ δεν άργησε να μπει μέσα, μόνο που μαζί του
μπήκε και ο αδερφός μου. Πανικοβλήθηκα ακόμα περισσότερο.
«Κάνε κάτι, γαμώτο!» γρύλισε ο Κίλιαν και έσφιξα τα δόντια για να
μην ουρλιάξω.
«Κράτησέ τη σταθερή» είπε ο Λίαμ και τότε ο Κίλιαν κράτησε το χέρι
μου κολλημένο πάνω στο στρώμα ενώ ο άλλος έβαζε ένα υγρό μέσα από
τον καθετήρα. Ύστερα από μερικά δεύτερα ένιωσα ξανά το σώμα μου
βαρύ και δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη.
«Ευχαριστώ» είπα και έκλεισα τα μάτια. Η αναπνοή μου δεν άργησε
να έρθει στο φυσιολογικό της και ήμουν σχετικά πιο ήρεμη. Όλα
έμοιαζαν σαν μία απλή σκέψη. Σαν όλα να ήταν μέσα στο κεφάλι μου και
απλώς ανοιγόκλεισα τα μάτια για ένα λεπτό και όταν τα άνοιξα ξανά όλο
το σκηνικό είχε αλλάξει.
332 ALEXA MERIAN
Βρισκόμουν μόνη μέσα στο δωμάτιο και έξω ήταν νύχτα. Ήθελα
αμέσως να μιλήσω είτε στον Λίαμ είτε στον Κίλιαν, όμως ήμουν σίγουρη
πως αν ήταν στο κτίριο, θα βρίσκονταν στο δωμάτιο. Άρα ήμουν
ολομόναχη και αυτό κατά κάποιο τρόπο με τρόμαζε. Κοίταξα γύρω μου
γιατί διψούσα τρομερά και ευτυχώς κάποιος είχε αφήσει μία κανάτα με
νερό, μα ήταν μακριά. Άπλωσα το χέρι μου να το πιάσω και αφού το
έφτασα με δυσκολία, γέμισα το ποτηράκι και το ήπια όλο με μια γουλιά.
Τη στιγμή που προσπαθούσα να τα αφήσω πάλι πίσω στο τραπεζάκι,
άνοιξε η πόρτα και προς μεγάλη μου έκπληξη μπήκε μέσα η Κλαίρ. Την
κοίταξα σαστισμένα και ύστερα η έκπληξή μου έγινε τρόμος.
«Κλαιρ; Τι θες εσύ εδώ;» είπα κι εκείνη δεν μου απάντησε.
Παραμέρισε τη θέση της από την είσοδο και ύστερα ακολούθησε ο
πατέρας μου μαζί με τον Έιντζελ και μερικούς νοσοκόμους. Ο αδερφός
μου έστεκε σκυφτός πίσω από τον Άνταμς ενώ εκείνος με κοιτούσε με
έναν τρόπο που δεν μπορούσα να καταλάβω.
«Πώς είσαι, Κουίν;» με ρώτησε ο πατέρας μου και προσπάθησα να
κουνηθώ, όμως τότε συνειδητοποίησα κάτι που με τρομοκράτησε ακόμα
περισσότερο. Με είχαν δέσει στο κρεβάτι με λουριά.
«Τι στον διάολο κάνετε; Λύστε με, τώρα!» φώναξα απαιτητικά, μα
κανείς τους δεν κουνήθηκε.
«Είναι για το καλό σου, Κουίν. Στο σπίτι έχουμε τους καλύτερους
γιατρούς και δεν θα κινδυνεύεις από κανέναν» είπε η Κλαιρ για να με
καθησυχάσει, όμως κατάφερε το ακριβώς αντίθετο.
«Τι; Όχι! Δεν γυρνάω εκεί πέρα! Θέλω να πάω σπίτι μου! Στους
ανθρώπους που με αγαπάνε και τους αγαπάω!» φώναξα και είδα τον
αδερφό μου να με κοιτάζει σαν να λυπάται.
«Κουίν, θα γυρίσεις σπίτι και αυτό είναι διαταγή. Είδες πού
κατάντησες όσο ήσουν απροστάτευτη τόσο καιρό. Ρίσκαρες τη ζωή σου
και οι Μορέι ανακάλυψαν τα ίχνη σου».
«ΌΧΙ! Κάνεις λάθος! Δεν φταίνε εκείνοι που είμαι εδώ!» του φώναξα
και είδα τον Έιντζελ να κουνάει αρνητικά το κεφάλι σαν να με
προειδοποιεί.
Κυνηγοί Ζωής 333
«Φτάνουν τα λόγια. Πάρτε την» είπε ο Άνταμς και οι νοσοκόμοι με
πλησίασαν. Ο ένας από αυτούς κανόνιζε τα μηχανήματα, ο άλλος
κρατούσε μία σύριγγα με ένα διάφανο υγρό μέσα. Άρχισα να τσιρίζω και
να χτυπιέμαι, πράγμα που έκανε τον άλλον να παρατήσει τα μηχανήματα
και να με κρατήσει σταθερή. Αυτός με τη σύριγγα κατάφερε τον σκοπό
του και έβαλε το υγρό μέσα μου. Ένιωσα πάλι το ίδιο μούδιασμα και
μέχρι και την τελευταία στιγμή δεν σταμάτησα να ουρλιάζω. Δεν
μπορούσα να το πιστέψω πως θα τον έχανα έτσι. Χωρίς να του πω καν
αντίο.
«ΚΙΛΙΑΑΑΝ!»
Το όνομά του ήταν η τελευταία κραυγή που βγήκε από το στόμα μου
πριν χάσω τις αισθήσεις μου. Ύστερα όλα τελείωσαν.
Όταν άνοιξα τα μάτια, αναγνώρισα εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο στον
επάνω όροφο στον οίκο των Άνταμς. Με είχαν γυρίσω πίσω παρά τη
θέλησή μου. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια μου και τα έκλεισα σφιχτά
ευχόμενη να ήταν όλα ένα κακό όνειρο· ένα πολύ κακό όνειρο.
«Κίλιαν…» είπα μέσα από τους λυγμούς μου και, όσο και αν το
ευχόμουν, τίποτα δεν άλλαζε. Είχα γυρίσει πίσω.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 42
Οκτώ μήνες πέρασαν από την ημέρα που εξαφανίστηκε εκείνη δίχως μία
λέξη, ένα αντίο. Τον Κίλιαν αυτό ήταν που τον πλήγωνε πιο πολύ. Η
απουσία της σχεδόν τον τρέλαινε. Κάθε βράδυ ο ύπνος του ήταν σαν
ταινία τρόμου με πρωταγωνιστές τους ίδιους. Είχε φτάσει σε σημείο να
μη θέλει να κλείσει τα μάτια και να ξεκουραστεί. Περνούσε τις ώρες του
είτε κλεισμένος στο γραφείο του είτε στο Lust αποφεύγοντας
οποιαδήποτε συζήτηση που την αφορούσε.
Ήξερε πως η αδερφή του και ο Λίαμ είχαν ακόμα επικοινωνία μαζί
της, όμως δεν ήθελε να μάθει το παραμικρό. Τουλάχιστον είχε μάθει πως
ήταν καλά μετά την εγχείρηση και μόνο αυτό, κατά κάποιο τρόπο, του
αρκούσε, όμως δεν καταλάβαινε ακόμα το γιατί.
Γιατί έτσι, γιατί τόσα μυστικά, γιατί, γιατί, γιατί.
Τον είχε τρελάνει και δυστυχώς κάποιες φορές ξέφευγε και αυτό
επηρέαζε τις δουλειές του. Έκανε άτσαλα πράγματα, ασυνήθιστα για
εκείνον, και πολλές φορές δεν ήταν καν συγκεντρωμένος.
Άλλο ένα βράδυ τον βρήκε ξαπλωμένο στον καναπέ του γραφείου του
στο Lust κι ενώ στο ένα χέρι κρατούσε τη μοναδική του συντροφιά –ένα
μπουκάλι ουίσκι–, το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο ταβάνι και άκουγε
σιωπηλός τη μουσική που ερχόταν από τον κάτω όροφο. Είχε περάσει η
ώρα παραπάνω από το κανονικό, αλλά εκείνος δεν ήθελε να γυρίσει
σπίτι. Και μόνο που τον κοιτούσαν όλοι με αυτό το περίεργο βλέμμα σαν
να τον λυπούνταν για ό,τι είχε γίνει, εκνευριζόταν ακόμα περισσότερο. Οι
μέρες πριν φύγει η Ροσέλ για την Ιταλία λιγόστευαν και τα πράγματα τού
φαίνονταν ακόμα πιο περίπλοκα. Ευτυχώς για εκείνον, ο Λίαμ θα
πήγαινε μαζί της, μιας και φαινόταν να τα έχουν βρει κάπως, και ήταν
Κυνηγοί Ζωής 335
πιο ήσυχος για την ασφάλειά της. Είχε παρατηρήσει πως οι τσακωμοί
μεταξύ τους είχαν σταματήσει, αλλά δεν του έδειχναν αν ήταν μαζί ή όχι.
Τουλάχιστον δεν το έδειχναν μπροστά του, αλλά δεν ήταν και τόσο
αφελής ώστε να μην το καταλάβαινε.
Σήκωσε το χέρι του αργά και ήπιε μία γερή γουλιά από το μπουκάλι
αφήνοντας το κεχριμπαρένιο υγρό να κάψει τα σωθικά του. Είχε
συνειδητοποιήσει πλέον πως εκείνη ίσως και να μην τον άκουσε ποτέ να
της λέει πως την αγαπούσε και έτσι δεν την ένοιαζε. Πίστευε πως ίσως
και να ήταν καλύτερα που έφυγε το ίδιο ξαφνικά όπως μπήκε στη ζωή
του.
Τουλάχιστον ένιωθες ζωντανός, του είπε υπεροπτικά το υποσυ-
νείδητό του και ήθελε τόσο πολύ να του χώσει κάποιος μπουνιά που
σκεφτόταν έτσι.
Η πόρτα άνοιξε και ο Λίαμ με τον Ντέιβιντ μπήκαν μέσα. Μόλις τον
είδαν, έριξαν το κλασικό βλέμμα ο ένας στον άλλον κι εκείνος άρχισε να
γελάει.
«Τι έγινε;» ρώτησε κοφτά και ήπιε μία ακόμη γουλιά από το μπου-
κάλι.
«Φίλε, έχεις ξεφύγει» είπε ο ένας από τους δύο και ο Λίαμ
προσπάθησε να αρπάξει το μπουκάλι από τα χέρια του, όμως δεν θα τον
άφηνε. Έβγαλε το περίστροφο από τη θήκη του και τον σημάδεψε.
«Άλλο ένα βήμα και στην άναψα. Ξανά» είπε και μετά άρχισε πάλι να
γελάει. Ήταν τόσο πικρή η αίσθηση του γέλιου που σχεδόν τη μισούσε.
«Κίλιαν, τι σκατά κάνεις;» τον ρώτησε ο Λίαμ κι εκείνος του έδειξε το
μπουκάλι με ένα βλέμμα που έλεγε το προφανές πριν πιει ξανά.
«Πριν αρχίσετε το κήρυγμα, πείτε μου γιατί ήρθατε εδώ» είπε
αδιάφορα και ο Ντέιβιντ έκανε δύο βήματα μπροστά και του έδωσε έναν
άσπρο φάκελο.
Ήταν μία πρόσκληση για ένα γκαλά που διοργάνωνε ο Μαρτίνεζ,
ένας από τους πιο γνωστούς μεξικάνους μαφιόζους της δυτικής ακτής
στην Αμερική. Αυτός διακινούσε το μεγαλύτερο εμπόριο ναρκωτικών και,
απ’ όσο γνώριζε, αυτό το γκαλά ήταν τρόπος για να γίνει μία μεγάλη
συμφωνία με τους Ευρωπαίους αγοραστές. Ήξερε γι’ αυτό μήνες πριν,
336 ALEXA MERIAN
όμως πλέον δεν έδινε καθόλου σημασία. Είχε βάλει σκοπό να ρίξει την
αυτοκρατορία των Μορέι, αφού πρώτα έπαιρνε εκδίκηση για τον θάνατο
της Εμίλια, αλλά έτσι όπως είχαν γίνει τα πράγματα, είχε αφήσει τα
πάντα να πάνε πίσω.
«Ο πατέρας σου έστειλε αυτό και επιμένει ότι θα σε δει εκεί» του είπε
ο Λίαμ και, όπως κρατούσε τον φάκελο, τον πέταξε στο πάτωμα και
ξάπλωσε πάλι πίσω. Θα γινόταν την επόμενη μέρα, σε ένα από τα πιο
κοσμικά κέντρα του Λονδίνου και δεν είχε καμία όρεξη να πάει.
«Πολύ καλά. Γυρίστε πίσω, θα μείνω εδώ απόψε» είπε, μα εκείνοι
δεν κουνήθηκαν. Έμειναν εκεί να τον κοιτάζουν.
«Τι δεν καταλαβαίνετε, ε; Ξεκουμπίδια!» τους φώναξε και μόνο τότε
έφυγαν.
Έμεινε εκεί ξαπλωμένος να κοιτάζει το άγνωστο μέχρι που τα μάτια
του έπεσαν πάλι στον πεσμένο φάκελο. Άπλωσε το χέρι, τον έπιασε και
τον έφερε κοντά του. Θα γινόταν στο ξενοδοχείο Γκόρινγκ, ένα από τα
καλύτερα πεντάστερα του Λονδίνου. Ήξερε πως πράγματι έπρεπε να
πάει παρά τα «θέλω» του. Ως αρχηγός των Μορέι πλέον δεν μπορούσε
να αφήσει τον πατέρα του να εμφανιστεί μόνος. Αυτό θα ήταν αρκετό για
να αλλάξουν τα πράγματα και σίγουρα θα ακολουθούσαν ακόμα
περισσότερα προβλήματα.
Έβγαλε το κινητό του από την τσέπη, κάλεσε τον αριθμό που ήθελε
και περίμενε. Ύστερα από μερικά χτυπήματα μία τρεμάμενη φωνή
απάντησε αγουροξυπνημένα.
«Κύριε Μορέι;» Εκείνος δεν μπήκε καν στον κόπο να τη χαιρετήσει.
«Αύριο να βρίσκεσαι έξω από το Γκριν Παρκ στις οκτώ. Θα περάσω
να σε πάρω. Φρόντισε να φοράς κάτι ανάλογο μίας δεξίωσης» είπε
κοφτά κι εκείνη δεν έφερε καμία αντίρρηση.
«Πρόκειται για το γκαλά του Μαρτίνεζ;» τον ρώτησε και κάτι του
φάνηκε περίεργο.
«Ναι, πού ξέρεις εσύ γι’ αυτό;»
«Θα είναι εκεί και ο Ρομάνο» είπε και του ξέφυγε ένα γρύλισμα.
«Και για ποιο λόγο σε πληρώνω, Κίμπερλι, αν είναι να μην το ξέρω
ήδη;» της φώναξε κι εκείνη δεν του απάντησε κατευθείαν.
Κυνηγοί Ζωής 337
«Μα σας το έγραφα στον φάκελο που λάβατε πριν δύο βδομάδες»
είπε με τρόμο και αμέσως της έκλεισε το τηλέφωνο.
«Σκατά! Ούτε που τον είχα ανοίξει αυτόν τον φάκελο» μουρμούρισε.
Τουλάχιστον πλέον γνώριζε κάτι από αυτά που έγραφε ήδη μέσα.
Ανασηκώθηκε και άφησε το μπουκάλι να πέσει κάτω. Κάλεσε αμέσως
τον Λίαμ και τον ρώτησε αν ήταν κοντά. Όταν του είπε πως μόλις είχαν
ξεκινήσει, του ζήτησε να γυρίσουν να τον πάρουν. Προσπάθησε να
σηκωθεί, αλλά αμέσως ζαλίστηκε και στηρίχτηκε στο γραφείο του
άτσαλα, ρίχνοντας κάτω μερικά χαρτιά. Δεν μπήκε καν στον κόπο να τα
μαζέψει. Πήρε μονάχα το σακάκι του και κατέβηκε τα σκαλιά. Οι άλλοι
τον περίμεναν στο τζιπ. Μόλις μπήκε μέσα, ο Λίαμ του έδωσε έναν
φάκελο.
«Φαίνεται πως ο Μάικλ δεν έβαλε μυαλό από την τελευταία σας
συνάντηση και αποφάσισε πως ήταν θα ήταν καλύτερο αν πρόδιδε την
εμπιστοσύνη σου» του εξήγησε κι εκείνος κοίταξε τις φωτογραφίες που
υπήρχαν μέσα στον φάκελο. Τον έδειχνε σε διάφορες συναλλαγές με
εμπόρους και μάλιστα σε δύο από αυτές δίπλα του βρισκόταν ο
Μάουρο, το δεξί χέρι του Λουσιάνο. Το βλέμμα του έπεσε σε μία που
έκανε χειραψία μαζί του και αυτομάτως κοίταξε το χέρι που του είχε
καρφώσει η Βαλεντίν τότε στο γραφείο του.
«Και πού βρίσκεται τώρα;» είπε ψυχρά κι εκείνος τον πληροφόρησε
πως είχε πάει στις προβλήτες του Μπράιτον για μία ακόμη συναλλαγή.
Το γεγονός ότι τολμούσε να τα κάνει και κάτω από τη μύτη του τον
εκνεύριζε περισσότερο από όλα. Τόσο πολύ είχε ξεφύγει πια;
Έβγαλε τα δερμάτινα γάντια από την τσέπη του και τα φόρεσε ενώ
λίγο αργότερα τσέκαρε τους γεμιστήρες του.
«Ξεκίνα» πρόσταξε και όταν κοίταξε πάλι μπροστά, ένιωθε τον
δαίμονα που έκρυβε μέσα του να ξυπνάει. Είχε φτάσει η ώρα να μπουν
τα πράγματα στη θέση τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 43
Οκτώ μήνες και κάτι. Τόσο είχε περάσει από τη μέρα που οι δικοί μου με
είχαν κλειδώσει μέσα στην έπαυλη των Άνταμς και δεν μπορούσα να
φύγω. Όχι ότι δεν ήμουν ικανή· απεναντίας. Μπορούσα να φύγω, και
μάλιστα από την μπροστινή πόρτα. Θα το έκανα, όμως πλέον είχα κάτι
που ήθελα να προστατέψω και οι απειλές του Λουσιάνο με εμπόδιζαν να
κάνω το παραμικρό βήμα. Ήξερε τα πάντα για τη ζωή μου με τους Μορέι.
Ήξερε για την αδυναμία που είχα στη Ροσέλ, ότι θα νοιαζόμουν για
οτιδήποτε πάθαινε κάποιος από τα παιδιά που δούλευαν εκεί και φυσικά
ήξερε για τη σχέση μου με τον Κίλιαν. Ήξερε πόσο θα πονούσα άμα
έμενα μακριά του, πως άμα πάθαινε κάτι, εγώ θα έπεφτα μαζί του και το
εκμεταλλευόταν, γιατί ήθελε ό,τι είχε η οικογένειά μου. Θα μπορούσα να
τον εμποδίσω, όμως μία φωτογραφία που έφτασε στα χέρια μου
μερικούς μήνες πριν, ήταν αρκετή για να με κάνει να το σκεφτώ δεύτερη
φορά. Ήταν της Ροσέλ, αρκετά πρόσφατη και κοιμόταν στο κρεβάτι της,
που σήμαινε πως είχε πρόσβαση ακόμα και στις προσωπικές τους ζωές.
Αυτό τους έκανε εύκολους στόχους.
Και κάπως έτσι βρέθηκα φυλακισμένη σε ένα σπίτι και μία
κατάσταση που δεν μου έδινε πολλές επιλογές: ή θα έκανα αυτό που
ήθελε δίνοντάς μου χρόνο να τον αφανίσω ή θα έβλεπα αυτούς που
αγαπούσα να πεθαίνουν αργά και βασανιστικά μπροστά στα μάτια μου.
Με τον Κίλιαν δεν είχαμε μιλήσει καθόλου, ούτε για να του πω αντίο, ενώ
με τη Ροσέλ η επικοινωνία μας είχε γίνει αραιή ως σπάνια, ειδικά από τη
στιγμή που έφυγε για την Ιταλία. Ήξερα πως τον είχα χάσει και ακόμη
περισσότερο από τη στιγμή που θα μάθαινε για το ποια ήμουν.
Κυνηγοί Ζωής 339
Αυτή τη μέρα κάτι μου έλεγε πως θα τον έβλεπα μετά από τόσο καιρό
και η καρδιά μου έτρεμε. Πονούσα σωματικά και ψυχικά, γιατί ήξερα
πως από αυτή τη συνάντηση κανένας δεν θα έβγαινε αλώβητος. Για μένα
δεν με ένοιαζε, διότι ήξερα ήδη το μέλλον, όμως εκείνος δεν μου έφταιγε
σε τίποτα. Κατέστρεψα τη ζωή του μια φορά στο παρελθόν και το έκανα
πάλι.
Ένα ήρεμο χτύπημα στην πόρτα με έβγαλε από τις σκέψεις μου.
Καθόμουν στο έπιπλο τουαλέτα που είχα στο δωμάτιό μου και προσ-
παθούσα να ετοιμαστώ για το γκαλά του Μαρτίνεζ.
«Περάστε» είπα άτονα και κοίταξα μέσα από τον καθρέφτη την πόρτα
που άνοιγε.
Ο αδερφός μου μπήκε μέσα και πλησίασε για να σταθεί από πίσω
μου. Από την ημέρα που με γύρισαν πίσω είχε την ίδια ενοχή στο βλέμμα
του κάθε φορά που με κοιτούσε.
«Τι κάνεις, αδερφούλα;» με ρώτησε ήρεμα και κούνησα τους ώμους
αδιάφορα.
«Ετοιμάζομαι για το σόου απόψε» είπα και τύλιξε τα χέρια του γύρω
μου, όμως δεν ανταπέδωσα την αγκαλιά. Δεν ήθελα να με αγγίζει κανείς.
«Δεν θα αφήσω κανέναν να σε πειράξει. Κάνε υπομονή και όλα θα
φτιάξουν. Θα το δεις» μου είπε ενθαρρυντικά και ρουθούνισα.
«Δεν μπορεί να φτιάξει τίποτα, Έιντζελ. Ειδικά μετά από το σημερινό,
όλα θα τελειώσουν οριστικά» είπα ψυχρά κι εκείνος με κοίταξε στα μάτια
με ένα βλέμμα σαν να φοβόταν. Με άφησε καταλαβαίνοντας πως δεν
ήθελα καμία παραπάνω επαφή με κανέναν και ύστερα από λίγο έφυγε.
Κοίταξα ξανά το είδωλό μου στον καθρέφτη και παρατήρησα τα
δάκρυα που έτρεχαν στα μάγουλά μου. Δεν τα ένιωθα, αλλά ο πόνος
ήταν εκεί σταθερός να μου θυμίζει τα λάθη μου. Τα σκούπισα άτσαλα,
βιαστικά και έφτιαξα ξανά το μέικ απ που είχα βάλει για να κρύψει τη
χλομάδα που δεν είχε φύγει από πάνω μου ούτε μια μέρα μετά το
ατύχημα. Σηκώθηκα, γδύθηκα και φόρεσα το φόρεμα που είχα διαλέξει
για το γκαλά. Ήταν κλειστό από μπροστά με στενά μακριά μανίκια, ενώ
από πίσω όλη μου η πλάτη ήταν έξω αποκαλύπτοντας κάθε σημάδι που
υπήρχε εκεί. Σε μάκρος το φόρεμα κάλυπτε όλο μου το πόδι με τα
340 ALEXA MERIAN
τατουάζ, διότι είχα ρητές εντολές από τους αρχηγούς τις οικογένειας να
μη φανεί τίποτα από τη ζωή που έκανα τόσο καιρό, ενώ από την άλλη
είχα φροντίσει να κάνω ένα κόψιμο μέχρι ψηλά τον μηρό μου που τον
άφηνε εκτεθειμένο. Τα μαλλιά μου τα άφησα να πέφτουν σε μπούκλες
στην πλάτη μου και το βάψιμο ήταν απλό έως και ελλιπές.
Καθώς φορούσα τα τακούνια μου κοίταξα το ρολόι και αναστέναξα.
Είχε φτάσει η ώρα να κατέβω στον κάτω όροφο για να φύγουμε όλοι
μαζί. Ούτε το δικό μου αμάξι δεν με άφηναν να πάρω, γιατί πίστευαν
πως θα ξεφύγω, λες και δεν είχαν ήδη καταλάβει πως, αν ήθελα, θα το
είχα κάνει από τη στιγμή που ανάρρωσα.
Τα τακούνια μου ήταν το μόνο που ηχούσε στον διάδρομο ενώ
περπατούσα βυθισμένη στο χάος που επικρατούσε μέσα στο κεφάλι
μου. Λίγο πριν φτάσω στη σκάλα, άκουσα φωνές και για μια στιγμή
σταμάτησα. Πέρα από τη φωνή του αδερφού και του πατέρα μου,
ακουγόταν και μία άλλη αντρική φωνή που δεν μου πήρε πολύ να
καταλάβω σε ποιον ανήκε. Φυσικά και θα του είχε πει ο πατέρας μου να
έρθει να με συνοδεύσει. Εκείνος δεν ήξερε τίποτα για τη σχέση μου με
τον Λουσιάνο και όσες φορές προσπάθησα να του πω την αλήθεια, δεν
τα κατάφερνα. Νόμιζε πως υπερέβαλα μόνο και μόνο για να γλιτώσω,
οπότε, από ένα σημείο και μετά, ήταν ανώφελο να προσπαθώ.
Μόλις έκανα την εμφάνισή μου στην κορυφή της σκάλας, όλοι τους με
κοίταξαν ενώ ο Λουσιάνο είχε ένα πονηρό χαμόγελο. Κατέβηκα κάτω
τελείως ανέκφραστα και τους πλησίασα.
«Κουίν, είσαι πανέμορφη» είπε η Κλαιρ για να ελαφρύνει το κλίμα
και ένιωσα την αναγούλα να ανεβαίνει στον λαιμό μου. Ήξερα ότι
φαινόμουν σαν ένα κινούμενο πτώμα – δεν χρειάζονταν αυτού του
είδους τα σχόλια.
«Πάμε;» είπα ενώ τους προσπέρασα και βγήκα έξω. Μπήκα στο
αμάξι που μας περίμενε και αμέσως παρατήρησα πως η ασφάλεια του
πατέρα μου ήταν μεγαλύτερη απ’ ό,τι συνήθιζε. Φυσικά όλοι τους ήταν
ντυμένοι στα μαύρα, με άψυχα προσωπεία, και κανείς δεν είχε καμία
ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους. Αυτό μου έλειπε περισσότερο από τους
Μορέι.
Κυνηγοί Ζωής 341
Η πόρτα του αυτοκινήτου που ήμουν μέσα άνοιξε και ο Λουσιάνο
μπήκε και κάθισε δίπλα μου. Τον κοίταξα περίεργα κι εκείνος μου
χαμογελούσε.
«Είσαι πάρα πολύ όμορφη σήμερα, Κουίν» είπε σε μία αποτυχημένη
προσπάθεια να με φλερτάρει και τον αγριοκοίταξα. Ύστερα γύρισα το
βλέμμα μου προς το παράθυρο και περίμενα να τελειώσει αυτό το
μαρτύριο.
Το γκαλά είχε ξεκινήσει όταν φτάσαμε και είχε πολύ περισσότερο
κόσμο απ’ όσο πίστευα. Όλοι τους μαφιόζοι, μεγάλοι επιχειρηματίες,
τοκογλύφοι αλλά και έμποροι. Ο καθένας τους είχε δίπλα του από έναν
συνοδό ενώ οι περισσότεροι ήταν άντρες. Χωρισμένοι σε πηγαδάκια
συζητούσαν για τις βρομοδουλειές τους ενώ οι γυναίκες συνοδοί είχαν
κάνει μία κλίκα κοντά στον μπουφέ και χασκογελούσαν.
Για αρκετή ώρα είχα παρατήσει τους δικούς μου και είχα βρει
καταφύγιο σε μία γωνία με το τρίτο ποτήρι σαμπάνιας στο χέρι. Ακόμα
έπαιρνα χάπια μετά την εγχείρηση, όμως ειδικά αυτή τη φορά δεν με
ένοιαζε τίποτα. Ένιωσα μια παρουσία δίπλα μου και όταν σήκωσα το
κεφάλι, ο Λουσιάνο έπαιρνε το ποτήρι από τα χέρια μου.
«Μία τόσο όμορφη γυναίκα σαν εσένα δεν κάνει να πίνει τόσο» είπε
και κατέβασε το υπόλοιπο ποτό που είχα αφήσει μονοκοπανιά.
«Τι στον διάολο κάνεις; Τι καλοσύνες είναι αυτές σήμερα;» τον
ειρωνεύτηκα κι εκείνος γέλασε.
«Μη γίνεσαι υπερβολική, Κουίν. Απλώς προστατεύω τη γυναίκα που
με συνοδεύει» είπε με θράσος και έσφιξα τις γροθιές μου.
«Δεν συνοδεύω κανέναν, ειδικά από τη στιγμή που δεν θέλω καν να
βρίσκομαι εδώ» είπα κι εκείνος γέλασε βάζοντας το χέρι του γύρω από
τη μέση μου και τραβώντας με σιγά σιγά προς το πλήθος. Ήθελα τόσο
πολύ να του χώσω μπουνιά, μα δεν μπορούσα. Όχι για την ώρα
τουλάχιστον.
Περάσαμε ανάμεσα από τον κόσμο μέχρι που φτάσαμε σε μία κλίκα
που είχε κάνει ο Μαρτίνεζ και μέσα βρισκόταν και ο πατέρας μου.
342 ALEXA MERIAN
«Α, πάνω στην ώρα ήρθατε» είπε όλο χαρά και μας τράβηξε για να
είμαστε στο επίκεντρο. Πριν προλάβω να παρατηρήσω τους πάντες,
άρχισε να μιλάει για εμάς.
«Αγαπητοί μου φίλοι και συνεργάτες, ήθελα να μοιραστώ μαζί σας
μία αρκετά σημαντική απόφαση που πήρα. Τον τελευταίο καιρό
σκεφτόμουν σοβαρά την απόσυρσή μου από την αρχηγεία των Άνταμς,
μιας και τα χρόνια έχουν περάσει. Νομίζω πως όλοι θυμόμαστε τι έγινε
και με τον γιο μου πριν μερικούς μήνες» είπε και άκουσα μουρμουρητά
από δίπλα μου για το πόσο δίκιο είχε, όμως δεν μπορούσα να πάρω το
βλέμμα μου από πάνω του. Δεν μου άρεσε καθόλου αυτή η συζήτηση και
το που οδηγούσε.
«Ύστερα από αυτό το γεγονός το σκεφτόμουν πολύ, όμως ευτυχώς η
κόρη μου, η βασίλισσά μου γύρισε και πιστεύω πως δεν υπάρχει πιο
κατάλληλο και έμπειρο άτομο για αυτή τη θέση. Φυσικά και δεν θα την
άφηνα να αναλάβει μόνη της χωρίς να έχει κάποιον άξιο άντρα δίπλα της
να την προσέχει. Αυτός δεν είναι άλλος από τον έμπιστό μου, τον
Λουσιάνο. Γι’ αυτό, με τον νέο χρόνο και με αρκετές προετοιμασίες, θα
γίνει ο γάμος αυτών των δύο και τα ηνία θα περάσουν σε αυτούς: στην
κόρη μου, Κουίν Άνταμς και τον Λουσιάνο Ρομάνο» συνέχισε και
στάθηκε ανάμεσά μας για να μας αγκαλιάσει με περηφάνια.
Τα λόγια του με έκαναν να μαρμαρώσω και ούτε καν που τραβήχτηκα
όταν ο Λουσιάνο στάθηκε δίπλα μου αγέρωχος και με αγκάλιασε. Οι
γύρω μας χειροκροτούσαν ενώ έδιναν συγχαρητήρια στον πατέρα μου
και τον Λουσιάνο. Έστεκα εκεί παγωμένη να κοιτάζω το κενό.
«Χαμογέλα, μικρή μου» μου είπε σαρκαστικά και ύστερα έσκυψε στο
αυτί μου κάνοντάς το να φαίνεται λες και μου έλεγε ερωτόλογα. Τα λόγια
του έσταζαν περισσότερο φαρμάκι και από οχιά.
«Σήκωσε τα μάτια σου και χαμογέλα σε ΌΛΟΥΣ, Βαλεντίν. Χαμογέλα
σε κάθε πρόσωπο εδώ μέσα» είπε χαιρέκακα τονίζοντας τις λέξεις
επιδεικτικά.
Στο άκουσμα του άλλου μου ονόματος, σαν να με χτύπησε ρεύμα,
σήκωσα το βλέμμα και ήρθα αντιμέτωπη με αυτό που με τρόμαζε. Ένα
ζευγάρι μπλε μάτια είχαν καρφωθεί επάνω μου και με κοιτούσαν
Κυνηγοί Ζωής 343
σοκαρισμένα ενώ το σοκ μετατράπηκε αστραπιαία σε μίσος. Στεκόταν
ανάμεσα σε εκείνους τους άντρες, ντυμένος στα μαύρα και είχε ακούσει
τα πάντα. Αυτή η νύχτα θα ήταν και η τελευταία που θα έμενα ζωντανή.
ΚΙΛΙΑΝ
Το γκαλά ήταν ακριβώς όπως το περίμενα. Βαρετό και ανούσιο σαν όλα
τα άλλα. Έπινα ήρεμος το ποτό μου όταν ο πατέρας μου με πλησίασε.
Μου φαινόταν παράξενος. Είχε παρατήσει τη γλάστρα που είχε για
συνοδό μαζί με όλες τις άλλες και ήμουν σίγουρος πως με πλησίαζε για
να μου μιλήσει.
«Καμιά ενδιαφέρουσα συμφωνία;» είπα αδιάφορα ενώ ήπια μία
γουλιά ουίσκι κι εκείνος ρουθούνισε τραβώντας το ενδιαφέρον μου.
«Όχι, αλλά είχα μία ενδιαφέρουσα συνάντηση. Από πότε αψηφάς τις
εντολές μου, Κίλιαν;» είπε και συνοφρυώθηκα.
«Τι μαλακίες μου λες;» τον ρώτησα και γύρισε το βλέμμα του μέσα
στο πλήθος ψάχνοντας για κάτι.
Όταν το βρήκε, ένευσε με το κεφάλι του προς το μέρος της. Έμοιαζε
σαν να πάγωσε ο χρόνος και ο ήχος να χάθηκε από το περιβάλλον που
βρισκόμουν. Ήταν στηριγμένη στον τοίχο κρυμμένη σε μία γωνία και
κρατούσε ένα ποτήρι σαμπάνια που της είχε τραβήξει την προσοχή
περισσότερο απ’ όλα. Την παρατήρησα καλά και φαινόταν αλλαγμένη,
αλλά, παρ’ όλα αυτά, παρέμενε το ίδιο άγρια όμορφη. Το δέρμα της ήταν
ωχρό ενώ το κορμί της φαινόταν υπερβολικά αδύνατο. Για μια στιγμή
όλη μου η περιέργεια και το μίσος για εκείνη έφυγαν και ανησύχησα για
την κατάσταση στην οποία βρισκόταν, όμως όλα αυτά επέστρεψαν όταν
είδα κάποιον να την πλησιάζει και αυτός ο κάποιος την αγκάλιασε από
τη μέση και της μιλούσε χαμογελώντας. Δεν άργησα πολύ να τον
αναγνωρίσω και αυτό έκανε τις γροθιές μου να σφίξουν ενώ ένιωθα το
αίμα να πάλλεται στις φλέβες μου. Την τράβηξε προς το πλήθος που
είχαν μαζευτεί όλοι οι αρχηγοί, μεταξύ αυτών και ο Μαρτίνεζ με τον
Κυνηγοί Ζωής 345
Άνταμς. Πλησίασα κι εγώ χωρίς να ακούω τη φωνή του Μορέι που με
προειδοποιούσε να μην κάνω σκηνή και περίμενα υπομονετικά μέχρι να
με δει.
Ο Άνταμς ξεκίνησε να μιλάει για την απόσυρσή του και την επίθεση
του γιου του, μα τα λόγια που ακολούθησαν με έκαναν να χάσω τη γη
κάτω από τα πόδια μου. Δεν πίστευα πως όλα όσα άκουσα ήταν
αλήθεια. Ένιωθα κάθε λέξη σαν μαχαίρια που μου πετούσε εκείνη με
τόση επιδεξιότητα όπως έκανε πάντα. Όχι μόνο ήταν κόρη ενός από τους
αιώνιους εχθρούς μου, αλλά ήταν και αρραβωνιασμένη με εκείνον που
μου έκανε τη ζωή κόλαση ξεκινώντας με τον θάνατο της Εμίλια, εφτά
χρόνια πριν.
Τα μάτια μου δεν έφυγαν στιγμή από πάνω της και όταν με κοίταξε,
είδα την έκπληξη και ύστερα τον τρόμο στο πρόσωπό της.
Τώρα φοβάσαι, έρωτα;
Ένιωσα λες και το δωμάτιο στέρεψε από αέρα και προσπάθησα να
λύσω τη γραβάτα μου. Δεν ήθελα άλλο να την κοιτάζω. Το βλέμμα της
ήταν σαν φωτιά που με έκαιγε. Σήκωσα το ποτήρι μου κάνοντας μία
ψεύτικη πρόποση και, αφού άδειασα το περιεχόμενό του, γύρισα την
πλάτη μου. Με γρήγορα βήματα και σφιγμένες γροθιές πήγα να βρω το
μπάνιο που βρισκόταν στο κάτω όροφο. Όταν μπήκα μέσα, ξέσπασα
χτυπώντας τις ξύλινες πόρτες με τις γροθιές μου να ματώνουν και τις
κραυγές μου να γεμίζουν τον χώρο. Μετά από λίγο στάθηκα
λαχανιασμένος μπροστά από τον νιπτήρα και κοίταξα τον εαυτό μου
στον καθρέφτη. Ένιωθα αηδιασμένος με μένα. Πώς μπόρεσα να το κάνω
αυτό στην Εμίλια; Ύστερα απ’ ό,τι της έκανε αυτή η οικογένεια εγώ όχι
μόνο πηδήχτηκα με την κόρη τους αλλά την ερωτεύτηκα κιόλας. Και το
χειρότερο της υπόθεσης ήταν πως δεν μπορούσα να τη μισήσω. Την
αγαπούσα ακόμα και αυτό με έκανε να με μισώ ακόμα περισσότερο.
Έσκυψα μπροστά και έριξα μπόλικο νερό στο πρόσωπό μου και
έμεινα για λίγο εκεί, με το κεφάλι σκυφτό και κλειστά τα μάτια να
προσπαθώ να ηρεμήσω τον πονοκέφαλο που με βασάνιζε. Γρήγορα
βήματα από τακούνια ήχησαν στα αυτιά μου και μετά από λίγο η πόρτα
άνοιξε, ενώ όταν έκλεισε, κλείδωσε κιόλας. Ρουθούνισα όταν κατάλαβα τι
346 ALEXA MERIAN
έκανε. Πήρα μια βαθιά ανάσα και ανασηκώθηκα λίγο κοιτώντας τη μέσα
από τον καθρέφτη. Βρισκόταν εκεί, στηριγμένη πάνω στην πόρτα με το
πρόσωπό της γεμάτο δάκρυα.
Ω, έρωτα. Ακόμα δεν έχεις κλάψει αρκετά.
ΒΑΛΕΝΤΙΝ
Όταν τον είδα να φεύγει, ένιωσα τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα
πόδια μου. Αμέσως ξέφυγα από τα χέρια του Λουσιάνο, που πλέον
χαμογελούσε με κακία, και προσπάθησα να τον προλάβω μέσα στο
πλήθος. Τον έχασα και τότε με βρήκε ο αδερφός μου. Προσπάθησε να με
πείσει να μην πάω να τον βρω, πως σίγουρα θα με σκότωνε μετά από
όλα αυτά, όμως προτιμούσα τον σύντομο θάνατο που θα μου έδιναν τα
χέρια του παρά εκείνον τον αργό και βασανιστικό που θα περνούσα
κάθε μέρα μακριά του. Ο Έιντζελ το κατάλαβε αυτό και με άφησε να
φύγω. Ήταν ο μόνος που με καταλάβαινε και ο μόνος που είχε δει έστω
και για λίγο πόσο δυνατά ήταν τα αισθήματά μου για εκείνον.
Βγήκα από τον χώρο του γκαλά από την ίδια πλευρά που έφυγε κι
εκείνος και αυτό με έβγαλε στις σκάλες που οδηγούσαν στον κάτω
όροφο. Κατέβηκα τα σκαλιά δυο δυο και όταν έφτασα κάτω, κοίταξα
δεξιά και αριστερά. Δυνατά χτυπήματα και κραυγές με οδήγησαν στο
μέρος το οποίο είχε πάει, και δεν ήταν άλλο από τις αντρικές τουαλέτες.
Για μια στιγμή ένιωσα ευγνώμων που δεν είχε φύγει τελείως από το
κτήριο. Είχε φτάσει η ώρα να ξεκαθαρίσουμε τα πάντα.
Έτρεξα προς την πόρτα και λίγο πριν την ανοίξω και μπω,
αφουγκράστηκα την ξαφνική σιωπή που ερχόταν από μέσα. Πήρα μια
βαθιά ανάσα και γύρισα το χερούλι. Μπήκα μέσα αποφασισμένη για τα
πάντα και κλείδωσα πίσω μου. Εκείνος ήταν σκυμμένος πάνω από τον
νιπτήρα και, όταν σήκωσε το βλέμμα του επάνω μου μέσα από τον
καθρέφτη, ήμουν απόλυτα σίγουρη ότι με μισούσε. Τα μάτια του ήταν
δύο σκοτεινιασμένες θάλασσες και δεν υπήρχε ίχνος συναισθήματος
μέσα τους πέρα από μίσος και απέχθεια.
ΚΙΛΙΑΝ
Μίσος και απέχθεια. Δεν ένιωθα τίποτα άλλο παρά μόνο αυτά τα δύο.
Έριξα άλλο λίγο νερό στο πρόσωπό μου για να πάρω δυνάμεις,
σκουπίστηκα και γύρισα προς το μέρος της. Την πλησίασα ανέκφραστος
και προσπάθησα να φτάσω το χερούλι, όμως εκείνη μπήκε στη μέση.
«Φύγε» της είπα ψυχρά κι εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Όχι! Δεν σε αφήνω να φύγεις αν δεν με ακούσεις πρώτα! Πρέπει να
σου μιλήσω, να σου εξηγήσω» φώναξε και γέλασα ειρωνικά.
«Βαλεντίν, Κουίν ή όπως στον διάολο σε λένε, δεν με νοιάζει να
μάθω τίποτα. Έπαιξες με την οικογένειά μου, μας έκανες να σε
εμπιστευτούμε και όλα αυτά για να μας αποτελειώσετε έναν έναν. Τώρα
τι άλλο θες;» της είπα με κακία ενώ εκείνη κουνούσε το κεφάλι σαν να μη
θέλει να ακούει τα λόγια μου. Τόσο κακή ηθοποιός.
«Όχι, Κίλιαν. Κάνεις λάθος» είπε και τότε μου γύρισε το μάτι.
Ξέφυγα από τον έλεγχο που πάλευα τόσο σκληρά να κρατήσω και με
μία γρήγορη κίνηση την έπιασα από τον λαιμό και της χτύπησα το
κεφάλι πίσω ενώ το περίστροφό μου βρισκόταν κολλημένο στον
κρόταφό της.
«Φύγε, γαμώτο!» γρύλισα δυνατά κι εκείνη έκλεισε τα μάτια από τον
πόνο. Όταν τα άνοιξε, με κοίταξε παλεύοντας να αναπνεύσει.
«Πάτα την! Σκότωσέ με, δεν με νοιάζει, όμως πρώτα θα με ακούσεις!»
είπε με πείσμα και για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια ένιωσα το
χέρι μου να τρέμει κρατώντας το όπλο. «Ναι, είμαι αυτή που είμαι, όμως
δεν επέλεξα εγώ σε πια οικογένεια θα γεννηθώ. Δεν μπήκα ποτέ στην
οικογένειά σου για να σας κάνω κακό. Δεν ήξερα καν πού ήμουν μέχρι