500 ALEXA MERIAN
«Εσύ δεν κουράστηκες καθόλου;» τον ρώτησα και με κοίταξε
πονηρά. Δεν είπε κάτι και, όταν κατάλαβα τι εννοούσε με αυτό το
βλέμμα, τέντωσα τα μάτια από έκπληξη και ξεφύσηξα.
«Είσαι τρελός!» αναφώνησα κι εκείνος γέλασε με την αντίδρασή μου.
Δεν αργήσαμε να φτάσουμε στην πύλη του σπιτιού και η καρδιά μου
άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Μόλις σταμάτησε έξω από την είσοδο και
πάτησα το πόδι μου κάτω, είδα την πόρτα να ανοίγει και την κυρία Σόφι
να βγαίνει έξω με τα χέρια ανοιχτά και το χαμόγελο στα χείλη της να
φωτίζει μέχρι και τον ουρανό. Από πίσω της έστεκαν ο Ντέιβιντ με τον
Χιούγκο και αμέσως με τύλιξαν στην αγκαλιά τους. Η κυρία Σόφι έκλαιγε
από χαρά ενώ τα αγόρια κλασικά με κορόιδευαν.
«Ντέιβιντ, μάζεψε τα κουλά σου» τον προειδοποίησε αγριεμένα ο
Κίλιαν και γύρισα προς το μέρος του με ένα ζεστό χαμόγελο.
Ένιωθα σαν να μην είχε περάσει ούτε μία μέρα από τότε που έφυγα.
Ο Κίλιαν χώθηκε στα πίσω καθίσματα και τράβηξε τον κοιμισμένο Εμίλιο
στην αγκαλιά του και αμέσως όλοι στήριξαν την κυρία Σόφι που αμέσως
κράτησε το στήθος της και έκανε να πέσει. Δεν άργησα να καταλάβω
πως κανείς δεν της είχε πει για την ύπαρξή του και φυσικά νευρίασα,
όμως δεν πρόλαβα να αντιδράσω, μιας κι εκείνη αμέσως έπεσε πάνω
μου και άρχισε να με ευχαριστεί.
«Το ήξερα πως θα έφερνες τα πάνω κάτω σε αυτή την οικογένεια,
παλιοκόριτσο. Ευχαριστώ τον Θεό που σε έφερε στον κόσμο μας» είπε
στο αυτί μου και δεν άντεξα ούτε κι εγώ. Αυτές οι καταραμένες ορμόνες
θα με τρέλαιναν. Την έσφιξα πάνω μου ενώ δεν μπορούσα να ελέγξω το
τρέμουλο που είχε κυριεύσει το σώμα μου.
Στο μεταξύ ο μικρός ξύπνησε και, αφού στην αρχή ήταν αρκετά
μπερδεμένος στην αγκαλιά του πατέρα του, μόλις είδε το πού βρισκόταν,
άρχισε να τρέχει ενθουσιασμένα εδώ κι εκεί και να φωνάζει πως ήταν
πολύ καλύτερο από το σπίτι μας. Ένα αυτάρεσκο χαμόγελο στόλισε το
πρόσωπο του Κίλιαν.
«Καλά, χαμογέλα. Κάτσε να περάσει την πρώτη του βδομάδα εδώ και
θα σου κοπεί το χαμόγελο μέχρι και να ενηλικιωθεί» είπα και με κοίταξε
με τρόμο.
Κυνηγοί Ζωής 501
«Μαμά, μαμά, ο θείος Λίαμ μου είπε ότι έχουν πολλά πράγματα να
παίξω στο γυμναστήριο, να πάω; Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ!» είπε και
γαντζώθηκε από τα πόδια μου ενώ με κοιτούσε με τα ίδια κουταβίσια
μάτια που είχε πάντα όταν ήθελε κάτι.
Κοίταξα τον Λίαμ θυμωμένα, όμως εκείνος με αγνόησε και ήρθε και
τον πήρε στην αγκαλιά του.
«Πού να δεις τη μαμά σου να παίζει με όλα αυτά» μουρμούρισε με
ένα εμφανές υπονοούμενο στη φωνή του και άρχισαν να
απομακρύνονται ενώ η Ροσέλ τους ακολουθούσε από πίσω. Έκανα να
πάω κι εγώ μαζί τους, όμως το χέρι του Κίλιαν μου έκλεισε την είσοδο
και με τράβηξε επάνω του.
«Άφησέ τους να πάνε αυτοί και πάμε εμείς μέσα που θέλω να σου
δείξω κάτι» μου είπε χαμηλόφωνα.
Η αλήθεια είναι πως το μυαλό μου πήγε σε αυτό ακριβώς που
περίμενα, όμως για μία ακόμη φορά αυτός ο άντρας με άφησε άφωνη.
Μπήκαμε μέσα και, αντί να ανέβουμε στον επάνω όροφο που
βρίσκονταν τα υπνοδωμάτια, με οδήγησε στον διάδρομο του κάτω
ορόφου. Σταματήσαμε έξω από το δωμάτιο χορού της Εμίλια. Τον
κοίταξα μπερδεμένα δίχως να καταλαβαίνω τι ακριβώς κάναμε εκεί ενώ
από την άλλη ανησυχούσα για τον ίδιο. Γνώριζα πώς ένιωθε κάθε φορά
που βρισκόταν εκεί μέσα, οπότε ήμουν λίγο αβέβαιη.
Εκείνος με κοίταζε με ύφος σοβαρό και μου ένευσε με το κεφάλι να
μπω μέσα. Έβαλα το τρεμάμενο χέρι μου πάνω στο πόμολο, άνοιξα την
πόρτα και μπήκα μέσα. Άνοιξα τα μάτια διάπλατα.
«Κίλιαν, είναι πανέμορφο!» αναφώνησα και αμέσως τον αγκάλιασα.
Είχε αλλάξει τελείως τον χώρο και ήταν ένα νέο και πανέμορφο δωμάτιο
χορού. Όλες οι κουρτίνες ήταν ανοιχτές, το πάτωμα φρεσκογυαλισμένο
και ο χώρος μύριζε σαν καινούριος. Σε όλους τους τοίχους υπήρχαν
καθρέφτες και ένα νέο ηχοσύστημα βρισκόταν στη θέση του παλιού.
Στάθηκα στη μέση του δωματίου και ένιωθα το αίμα να τρέχει
γρήγορα μέσα στις φλέβες μου από τον ενθουσιασμό. Ξαφνικά μουσική
πλημμύρισε τον χώρο και γύρισα προς το μέρος του. Ήταν το ίδιο
502 ALEXA MERIAN
τραγούδι που χορέψαμε κι εκείνη τη νύχτα που οι ψυχές μας ήρθαν πιο
κοντά.
Τα πόδια του ήταν γυμνά και είχε ξεκουμπώσει και το πουκάμισό του.
Άπλωσε το χέρι προς το μέρος μου και ένιωσα σαν υπνωτισμένη. Πέταξα
και τα δικά μου παπούτσια μακριά και τον πλησίασα αργά με τον ρυθμό
της μουσικής. Μόλις του έδωσα το χέρι μου, με τράβηξε βίαια επάνω του
και αυτόματα τα σώματά μας άρχισαν να κουνιούνται σε έναν χορό που
μόνο οι δυο μας γνωρίζαμε. Εκείνος οδηγούσε εμένα και εγώ ήμουν
έρμαιο στα χέρια του. Όταν το τραγούδι έφτανε στο τέλος του, με
κράτησε επάνω στο σώμα του και αφού κλειδώθηκαν οι ματιές μας,
συνεχίσαμε να κουνιόμαστε πιο αργά μέχρι που σταματήσαμε τελείως.
Διάφορα χειροκροτήματα ακούστηκαν από την είσοδο και μας
απέσπασαν την προσοχή, όμως εκείνος δεν σταμάτησε να με κρατάει
πάνω του. Ήταν ο Λίαμ με τη Ροσέλ και τον Εμίλιο και μας κοιτούσαν
όλο θαυμασμό. Ο μικρός έτρεξε προς το μέρος μας και γραπώθηκε από
τα πόδια μου.
«Μαμά, χορεύετε πολύ όμορφα εσύ και ο μπαμπάς!» αναφώνησε και
ο Κίλιαν τον σήκωσε στην αγκαλιά του ενώ χαμογελούσε. Μου έδωσε
ένα φιλί στο κεφάλι και κοίταξε την αδερφή του όλο νόημα.
«Θα σας δούμε μετά» είπε και βγήκαν από το δωμάτιο αφήνοντας
εμένα με την απορία. Κοίταξα τη Ροσέλ κι εκείνη ανασήκωσε τους
ώμους.
«Έχω ρητές εντολές να σε κρατήσω μαζί μου όλη μέρα γιατί θα
βγούμε το βράδυ οικογενειακώς και ο αδερφός μου θέλει να είσαι
ξεκούραστη» μου εξήγησε και αναστέναξα. Αυτό μόνο ένα πράγμα
σήμαινε. Θα έπρεπε να περάσω όλη την υπόλοιπη μέρα με τη Ροσέλ να
γκρινιάζει για τα ρούχα μου, να με παιδεύει με περιποιήσεις και όλα τα
σχετικά που ακόμα σιχαινόμουν.
«Άνθρωπος των σπηλαίων όπως πάντα» μουρμούρισα ειρωνικά κι
εκείνη γέλασε.
«Αν ήταν άνθρωπος των σπηλαίων, θα σε τράβαγε από τα μαλλιά,
θα σου έδινε ένα πετσί να φορέσεις και αυτό είναι όλο» γέλασε και
αμέσως το μυαλό μου έκανε κάποιους πολύ περίεργους συνειρμούς.
Κυνηγοί Ζωής 503
«Λες και δυσκολεύεται ο αδερφός σου σε κάτι τέτοια» είπα και
γελάσαμε και οι δύο.
Αφού τσιμπήσαμε κάτι ελαφρύ στην κουζίνα, ανεβήκαμε στον επάνω
όροφο για να πάμε στο δωμάτιο της Ροσέλ. Για μια στιγμή στάθηκα στη
μέση του διαδρόμου και κοίταξα την κλειστή πόρτα του πρώην δωματίου
μου. Ήμουν περίεργη για το τι είχε απογίνει, όμως δεν τολμούσα να
πλησιάσω πιο κοντά.
«Σου είπε ποτέ πως κανονικά αυτό ήταν το δωμάτιο της Εμίλια;» με
ρώτησε εκείνη και την κοίταξα έκπληκτη.
«Τι; Όχι!» αναφώνησα και μου χαμογέλασε.
«Από τότε έπρεπε να είχα καταλάβει πως εσύ και ο αδερφός μου θα
είχατε μία τόσο μεγάλη ιστορία. Όταν σας είδα να μαλώνετε και το πώς
σε κοιτούσε αλλά κι εσύ εκείνον, κάτι μου έβγαζε, όμως δεν είχα
συνειδητοποιήσει πως θα ήταν τόσο μεγάλο. Χαίρομαι που έπεσα πάνω
σου, Βαλεντίν» είπε και ένιωθα το σώμα μου να καίει. Σήκωσα τα χέρια
και την τράβηξα στην αγκαλιά μου ενώ ένιωσα τα μάτια μου να
τσούζουν.
«Γαμώτο σου, Ροσέλ» είπα κι εκείνη γέλασε.
«Έλα, φτάνουν τα δράματα. Πάμε να σε κάνω μια θεά για απόψε»
είπε με τον κλασικό υπερβολικά ενθουσιασμένο τρόπο της και με
τράβηξε μέσα στο δωμάτιό της.
Οι επόμενες ώρες που ακολούθησαν μου φάνηκαν σαν τον παλιό
καιρό που περνούσα χρόνο με τη Ροσέλ. Δεν είχε αλλάξει τίποτα μέσα
σε αυτά τα χρόνια, παρά μόνο ο εαυτός της. Φυσικά στο ελάχιστο, αλλά
δεν είχε σημασία. Έφτιαξε τα μαλλιά μου σε μεγάλες μπούκλες που
έπεφταν στην πλάτη μου ανέμελα ενώ την τελευταία ώρα έκανε το
μακιγιάζ μου, όμως δεν μπορούσα να δω τι ακριβώς έκανε και αυτό με
τρόμαζε.
«Έτοιμη!» αναφώνησε και με κοίταξε με τέτοια ικανοποίηση που
έκανε την περιέργειά μου πιο δυνατή. Με τράβηξε μέχρι τον ολόσωμο
καθρέφτη και χτύπησε παλαμάκια σαν παιδί.
«Όπως πάντα είσαι πανέμορφη!» είπε και της χαμογέλασα.
Πράγματι το αποτέλεσμα, ύστερα από όλη αυτή την ώρα, ήταν απίθανο
504 ALEXA MERIAN
και ήταν κάτι που μου ταίριαζε. Δεν ήταν κάτι υπερβολικά έντονο αλλά
ταυτόχρονα τόνιζε την αγριάδα μου.
«Σ’ ευχαριστώ, μικρή. Όμως τι θα φορέσω; Δεν ξέρω καν πού θα
πάμε» τη ρώτησα κι εκείνη μου χαμογέλασε πονηρά.
Στάθηκε μπροστά στην ντουλάπα της και από μέσα έβγαλε μία θήκη.
Τράβηξε το φερμουάρ και, όταν έβγαλε από μέσα το μαύρο ύφασμα και
το τέντωσε μπροστά μου, ξαφνιάστηκα.
«Αυτό είναι…»
«Φυσικά και το κράτησα. Πώς τόλμησες και άφησες πίσω το δώρο
μου, κακούργα!» είπε με παράπονο και γέλασα. Έπιασα το φόρεμα στα
χέρια μου και το κοίταξα. Θυμήθηκα την πρώτη και τελευταία φορά που
το φόρεσα. Ήταν και η πρώτη φορά που με φίλησε ο Κίλιαν στο Lust.
«Άντε πάρ’ το και έλα να βοηθήσεις κι εμένα γιατί θα αργήσουμε και
ποιος ακούει την γκρίνια τους».
Όντως η Ροσέλ θα έκανε πολύ περισσότερη ώρα να ετοιμαστεί από
μένα αν δεν τη βοηθούσα. Κάποια στιγμή ήρθε ο Λίαμ να την πάρει κι
εκείνος φαινόταν εντυπωσιασμένος με το πόσο όμορφη έδειχνε. Παρ’
όλο που ήταν μοντέλο, στα μάτια του είχε μία τελείως διαφορετική
ομορφιά και αυτό φαινόταν από τον τρόπο που την κοιτούσε.
«Βαλ, πήγαινε να ντυθείς και βάλε τα πέδιλα που σου έχω αφήσει
στο μπάνιο. Εμείς θα πάμε κάτω» μου είπε εκείνη και ρουθούνισα. Δεν
έχανε στιγμή η μικρή για να ξεμοναχιαστεί με τον άλλον, αλλά δεν την
κατηγορούσα.
Έκανα όπως μου είπε και στάθηκα μπροστά στον ολόσωμο καθ-
ρέφτη. Έμοιαζα με το ίδιο κορίτσι περίπου έξι χρόνια πριν, όμως τα
μάτια μου πρόδιδαν την πραγματική μου ηλικία.
«Αχ, ας μην τον σκοτώσει» μουρμούρισα με απόγνωση αναφερόμενη
στη συνάντηση του Κίλιαν με τον πατέρα μου και αναστέναξα. Πήρα το
παλτό στα χέρια μου και βγήκα από το δωμάτιο. Όλο το σπίτι ήταν
ήσυχο, κάτι που με παραξένεψε, όμως δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία.
Άρχισα να περπατάω και, όταν έφτασα στην άκρη της σκάλας,
σταμάτησα. Εκείνος με περίμενε στην είσοδο και κοιτώντας με
μπορούσα να διακρίνω τον θαυμασμό. Κατέβηκα τα σκαλιά ένα ένα
Κυνηγοί Ζωής 505
αργά κι έφτασα μπροστά του, στάθηκα μερικά εκατοστά μακριά και του
χαμογέλασα. Μου ανταπέδωσε κι εκείνος με ένα πονηρό χαμόγελο, κάτι
που με τρέλανε κάνοντάς με να δαγκώσω το κάτω χείλος μου. Το ένα του
χέρι σηκώθηκε και με έπιασε από τη μέση τραβώντας με απότομα για να
κολλήσω επάνω του.
«Από εκείνη τη νύχτα ήθελα να σ’ το σκίσω αυτό το φόρεμα, έρωτα,
και χαίρομαι τόσο πολύ που μου δίνεις την ευκαιρία επιτέλους» είπε και
με φίλησε με πάθος.
«Πολύ φοβάμαι πως άμα το σκίσεις, θα ακούμε την γκρίνια της
Ροσέλ για την επόμενη δεκαετία» γέλασα κι εκείνος ξεφύσηξε.
«Πάμε, γιατί δεν το έχω σε τίποτα να σε πάρω εδώ στο χολ» είπε και
με τράβηξε για να βγούμε έξω ενώ εγώ γελούσα. Μας περίμενε μόνο ένα
μαύρο αυτοκίνητο και δεν φαινόταν κανείς άλλος.
«Πού είναι οι υπόλοιποι;» ρώτησα και με αγνόησε.
Μου άνοιξε την πόρτα να μπω και ύστερα εκείνος έκανε τον γύρο και
μπήκε από την άλλη πλευρά. Υπέθετα πως ξεκίνησαν πρώτοι για να μας
δώσουν λίγο χρόνο. Κάθισε δίπλα μου και με κοίταξε στα μάτια.
«Είσαι πανέμορφη» είπε και ένωσε το μέτωπό του με το δικό μου.
Χαμογέλασα και έκλεισα τα μάτια απολαμβάνοντας κάθε δευτερόλεπτο
μαζί του. Σε όλη τη διαδρομή καθόμασταν αγκαλιά και δεν μιλούσαμε.
Γιατί δεν μπορούσε αυτή η βόλτα να είναι πιο μεγάλη;
«Κάνε μία μεγάλη στροφή και σταμάτα στην παραλία» είπε εκείνος
λες και διάβασε τη σκέψη μου και ο οδηγός υπάκουσε δίχως να φέρει
αντιρρήσεις. Το αυτοκίνητο σταμάτησε κι εκείνος γύρισε όλος προς το
μέρος μου.
«Ήθελα να μιλήσουμε λίγο πριν συναντήσουμε τους υπόλοιπους»
είπε και τον κοίταξα ανήσυχα. Σήκωσε το χέρι του και αγκάλιασε το
πρόσωπό μου χαμογελώντας.
«Μην ανησυχείς δεν έγινε τίποτα κακό».
«Βασικά ήθελα κι εγώ να σου μιλήσω, όμως μπορείς να ξεκινήσεις
πρώτος» είπα και τότε ήταν σειρά του να με κοιτάξει ανήσυχα. Άνοιξε το
στόμα να πει κάτι, όμως η φωνή του οδηγού του τον σταμάτησε.
506 ALEXA MERIAN
«Αφεντικό, έχουμε επισκέπτες» είπε και γυρίσαμε και οι δύο
μπροστά. Ένα μαύρο τζιπ είχε σταματήσει ένα μέτρο μακριά από το
αυτοκίνητό μας και από μέσα του κατέβαιναν άντρες μαυροφορεμένοι.
Στο τέλος κατέβηκε και το δεξί χέρι του Ανατόλι.
«Σκατά» γρύλισε εκείνος και αμέσως έβγαλε το όπλο από τη θήκη
του και γύρισε προς το μέρος μου.
«Άμα σου ζητήσω να περιμένεις στο αμάξι, να υποθέσω πως δεν θα
το κάνεις, έτσι δεν είναι;» είπε και ένευσα καταφατικά.
«Ποτέ ξανά χώρια». Εκείνος αμέσως με φίλησε με πάθος.
«Σ’ αγαπάω. Έχει όπλα κάτω από το κάθισμα. Ξέρεις τι να κάνεις»
μου είπε γεμάτος εμπιστοσύνη και, πριν προλάβω να απαντήσω, άνοιξε
την πόρτα και βγήκε έξω.
Βρίζοντας έβαλα τα χέρια μου κάτω από το κάθισμα και έπιασα δύο
αυτόματα περίστροφα. Έλεγξα αν ήταν γεμάτα και όταν βεβαιώθηκα, τα
έκρυψα στις καλτσοδέτες μου και βγήκα έξω.
«Πες του αφεντικού σου ότι μπορεί να πάει στον διάολο» του φώναξε
ο Κίλιαν και τότε άρχισαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Ευτυχώς καμία
σφαίρα δεν τον πέτυχε και κρυφτήκαμε και οι δύο από την πίσω πλευρά
του αμαξιού περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία.
«Να ξέρεις ότι μετά από όλο αυτό θα ακολουθήσει πρόταση γάμου
και δεν δέχομαι “όχι” σαν απάντηση» είπε και τον κοίταξα έκπληκτη.
Ανασηκώθηκα την κατάλληλη στιγμή και άρχισα να τους ρίχνω έναν
έναν κάτω. Δεν αστόχησα ούτε μία φορά και για το τέλος άφησα εκείνον
τον μαλάκα που είχε στείλει ο Ανατόλι.
«Άφησε και κανέναν για μένα» αναφώνησε ο Κίλιαν και του φύτεψε
μία σφαίρα στο κεφάλι. Αναπνέαμε και οι δύο γρήγορα και δεν
μιλούσαμε μέχρι να ηρεμήσουμε. Ύστερα με πλησίασε αργά και με το
ένα του χέρι με αγκάλιασε.
«Λοιπόν; Ποια είναι η απάντησή σου;» με ρώτησε και ακούμπησα τα
χέρια μου στο στήθος του.
«Κίλιαν, είμαι έγκυος» ξεφούρνισα δίχως να τον λυπηθώ και αμέσως
πάγωσε. Δεν κουνιόταν και για μια στιγμή νόμιζα πως ούτε αναπνέε.
Κυνηγοί Ζωής 507
«Κίλιαν;» τον ρώτησα και ξαφνικά τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω μου
με δύναμη και με φίλησε.
«Τώρα και αν δεν δέχομαι το “όχι” σαν απάντηση!» είπε και αμέσως
ξέσπασα σε γέλια.
«Δεν είχα σκοπό να σου αρνηθώ» γουργούρισα και αμέσως τύλιξα
τα χέρια μου γύρω από τον λαιμό του κι εκείνος με έσφιξε επάνω του.
«Σ’ αγαπάω τόσο πολύ!» αναφώνησε και με φίλησε δυνατά. «Άλλο
ένα διαολάκι. Άλλο ένα!» είπε όλο ενθουσιασμό και ήταν η πρώτη φορά
που τον έβλεπα τόσο ενθουσιασμένο. Αμέσως έβγαλε το κινητό από την
τσέπη του και αφού κάλεσε κάποιον, το έβαλε στο αυτί και περίμενε.
«Έλα, εγώ είμαι. Πήρα να σου πω πως οι μαλάκες που έστειλες δεν
θα γυρίσουν και πως έτσι και ξαναβρώ κάποιον σταλμένο από σένα
στον δρόμο μου, ένα τηλέφωνο και όλα θα τιναχτούν στον αέρα. Το
κατάλαβες; Μακριά από τη γυναίκα και την οικογένειά μου» είπε και το
έκλεισε δίχως να περιμένει απάντηση. Με κοίταξε και μου χαμογέλασε.
«Πάμε;» ρώτησε.
«Πάμε» αποκρίθηκα.
Με αγκάλιασε σφιχτά ενώ με φίλησε με πάθος.
Αυτό ήταν το τέλος μας ή μάλλον η αρχή. Το τι ακολούθησε δεν έχει
σημασία να ειπωθεί μιας και με εμάς τους δύο τα γεγονότα δεν
τελειώνουν ποτέ και η ζωή μας θα έχει πάντα ενδιαφέρον. Το μόνο που
έχει σημασία είναι πως γίναμε εμείς οι κυνηγοί στη ζωή και δεν αφήσαμε
ποτέ ξανά κανέναν και τίποτα να μας χωρίσει. Συνεχίσαμε μαζί και γι’
αυτό η ιστορία μας δεν θα τελειώσει ποτέ.
Τώρα αρχίζει…