The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.
Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by , 2021-04-26 17:46:54

ilovepdf_merged (1)

ilovepdf_merged (1)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 32

Το επόμενο πρωί με βρήκε πιασμένη σε όλο μου το κορμί. Είχε αρκετή
ώρα που είχα ξυπνήσει, αλλά δεν ήθελα να ανοίξω τα μάτια. Ήμουν
σκεπασμένη με ένα σεντόνι και το είχα σφίξει πάνω μου. Ένιωθα το φως
του ήλιου που έμπαινε από τα παράθυρα να ζεσταίνει το δέρμα μου,
πράγμα που σήμαινε πως θα ήταν μία μέρα με καλό καιρό. Το σφίξιμο
στο στήθος μου ήταν έντονο ύστερα από τη νύχτα που πέρασα και
φοβόμουν πως ζούσα σε ένα όνειρο, όμως ήξερα ότι στην
πραγματικότητα ήταν ένας εφιάλτης από τον τρόπο που τελείωνε: με
εμένα μόνη σε ένα κρεβάτι και με την καρδιά πληγωμένη για μία ακόμη
φορά.

Αναδεύτηκα και έφερα τα χέρια στα μάτια μου. Τα έτριψα με δύναμη
για να καθαρίσουν και ύστερα προσπάθησα να τα ανοίξω. Ανα-
σηκώθηκα στους αγκώνες και κοίταξα γύρω μου. Βρισκόμουν στο
δωμάτιό του και φυσικά ήμουν μόνη. Με γρήγορες κινήσεις μπήκα στο
δικό μου δωμάτιο τυλιγμένη με το σεντόνι. Κλείδωσα την πόρτα, πέταξα
το σεντόνι στην πολυθρόνα και χώθηκα μέσα στο μπάνιο. Κοίταξα τον
εαυτό μου στον καθρέφτη και πραγματικά ήμουν αξιολύπητη. Τα μάτια
μου πρόδιδαν την αϋπνία, την κούραση αλλά και τα συναισθήματά μου,
το δέρμα μου ήταν ωχρό ενώ την κλείδα μου κοσμούσαν σημάδια. Τα
άγγιξα με τα ακροδάχτυλά μου και τα ένιωσα να καίνε. Μπορεί να
υπήρχαν εκεί, όμως δεν είχε γίνει τίποτα μεταξύ μας το προηγούμενο
βράδυ. Με άγγιζε, με φίλαγε, όμως για πρώτη φορά βρισκόμασταν και οι
δύο γυμνοί στο κρεβάτι και δεν κάναμε τίποτα.

Τράβηξα το βλέμμα μου μακριά και μπήκα για ένα καυτό μπάνιο. Το
μυαλό μου δεν μπορούσε να ξεκολλήσει απ’ όσα συνέβησαν.

Κυνηγοί Ζωής 251

Ο τρόπος που τα χείλη του χάιδευαν το δέρμα μου, τα χέρια του πώς με
άγγιζαν. Όλα ήταν διαφορετικά. Δεν ήταν ούτε άγριος, ούτε επιθετικός,
ούτε τίποτα. Ήταν σαν να μου έλεγε αντίο και αυτό με ενοχλούσε.
Ανησυχούσα, γιατί ήξερα ότι κάτι τον είχε αλλάξει και δεν ήξερα τι θα
ακολουθήσει.

Γύρισα το νερό στο παγωμένο και προσπάθησα να ξυπνήσω. Δεν
άργησα να βγω και η καρδιά μου ήταν έτοιμη να πεταχτεί έξω από το
στήθος μου. Ντύθηκα με νευρικές κινήσεις και με τα μαλλιά να στάζουν
ακόμα πάνω μου κατέβηκα κάτω για να πιω κάτι. Ίσως ήταν νωρίς για
ένα ποτό, όμως ένας χυμός και μερικά παυσίπονα θα ήταν ό,τι έπρεπε.
Ο πόνος στο πόδι μου με τρέλαινε, αλλά δεν του έδινα και πολλή
σημασία.

Τα βήματά μου ήταν αργά και ήμουν αρκετά αφηρημένη,
περισσότερο απ’ όσο συνήθιζα. Μπήκα στην κουζίνα κι εκεί τα ‘χασα.
Με περίμενε μία απρόσμενη έκπληξη. Γύρω από τον πάγκο είχαν
μαζευτεί όλοι και μιλούσαν μεταξύ τους ενώ μόλις με είδαν, σε
δευτερόλεπτα το σκηνικό άλλαξε και βρέθηκα στη μέση μιας τεράστιας
αγκαλιάς.

«Παιδιά, με πνίγετε!» φώναξα κι ενώ η Ροσέλ με έσφιξε ακόμα
περισσότερο, ο Ντέιβιντ και ο Λίαμ φαινόταν ότι το έκαναν επίτηδες.
Μάλιστα ο Ντέιβ όχι μόνο με έσφιγγε, αλλά δεν έχασε ευκαιρία να πάει
τα χέρια του στον κώλο μου και να τον ζουλήξει τελείως αδιάκριτα. Το
βλέμμα μου έπεσε στον Κίλιαν που καθόταν από την άλλη πλευρά του
πάγκου και μας κοιτούσε με εκείνο το σέξι στραβό χαμόγελο.

«Ντέιβιντ, αν δεν πάρεις τα κουλά σου από πάνω της, θα σε βάλω
κάτω και θα σου κόψω τα αρχίδια» είπε ακόμα χαμογελώντας και όλοι
πάγωσαν, μαζί τους κι εγώ.

Ο Ντέιβ απομακρύνθηκε από κοντά μου και άκουσα ένα πνιχτό
γελάκι από τη μεριά της Ροσέλ. Την κοίταξα στραβά και δεν το
σχολίασα. Όταν το βλέμμα μου έπεσε πάνω στον άλλον, ένιωσα το αίμα
να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Έσφιξα τις γροθιές μου και τον πλησίασα
απειλητικά. Δίχως να πάρω τα μάτια μου από τα δικά του, τον γράπωσα

252 ALEXA MERIAN

από το μπράτσο με δύναμη και άρχισα να τον τραβάω. Προς μεγάλη μου
έκπληξη δεν έφερε καμία αντίσταση και μάλιστα γελούσε.

Τι στον διάολο είχε πάθει; Ναρκωτικά είχε πάρει;
Βγήκαμε έξω στην αυλή και τον τράβηξα λίγο πιο πέρα από το σπίτι,
δίπλα από την πισίνα. Τον άφησα και άρχισα να περπατάω πέρα δώθε
νευριασμένα.
«Τι στο καλό πάει λάθος μαζί σου; Από πού κι ως πού να πεις κάτι
τέτοιο μπροστά σε άλλους;» φώναξα τινάζοντας τις γροθιές μου στον
αέρα.
Εκείνος σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και με κοίταξε με εκείνο το
κλασικό διαβολικό χαμόγελό του.
Αχ, θα τον σκοτώσω!
«Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αντιδράς με αυτό τον τρόπο. Δεν μου
αρέσει να πειράζουν κάτι που αγγίζω μόνο εγώ» είπε κτητικά και για μια
στιγμή ξέχασα πώς αναπνέουν. Ύστερα άρχισα να γρυλίζω.
«ΠΑΣ ΚΑΛΑ; Και ποιος σου είπε ότι μόνο εσύ μπορείς να με αγγίζεις;
Τι νομίζεις ότι είμαι; Ιδιοκτησία σου; Είσαι τρελός!» φώναξα κι εκείνος
συνέχισε να κάθεται απτόητος.
Αφού περίμενε να τελειώσω με όλα όσα του έλεγα, έριξε τα χέρια του
στο πλάι και με πλησίασε σε σημείο να μας χωρίζουν μόνο μερικά
εκατοστά. Είχα το κεφάλι ψηλά και τον κοιτούσα αγριωπά, αλλά ήξερα
πως αν μέναμε για πολύ έτσι, δεν θα άντεχα και πάρα πολύ. Το βλέμμα
του με μαγνήτιζε και έριχνε τις άμυνές μου, πράγμα που ήταν πολύ κακό.
Σήκωσε το χέρι του και η παλάμη του κλειδώθηκε γύρω από τον
λαιμό μου με δύναμη τραβώντας με ακόμα πιο κοντά. Άκουσα τη Ροσέλ
να φωνάζει από την κουζίνα, μα κανείς δεν πλησίασε. Φυσικά και τα
παρακολουθούσαν όλα.
«Σ’ το είπα και δεν θα το ξαναπώ άλλη φορά. Δεν μου αρέσει να
πειράζουν κάτι που αγγίζω μόνο εγώ κι επίσης, ναι, είμαι τρελός... για
σένα» χαμογέλασε σαρδόνια και μου κόπηκε η ανάσα.
Προσπάθησα να τον σπρώξω, όμως το κράτημά του ήταν σαν
μέγγενη και δεν μπορούσα να ξεφύγω. Ξαφνικά έσβησε την απόσταση
που μας χώριζε και τα χείλη του κατέκτησαν με ορμή τα δικά μου.

Κυνηγοί Ζωής 253

Πάγωσα! Τι στο καλό τον είχε πιάσει; Τα χέρια μου ήταν σφιχτά σε
γροθιές πάνω στο στήθος του και ένιωσα δάκρυα να κυλάνε από τα
μάτια μου. Πάλι έπαιζε μαζί μου και αυτή τη φορά είχαμε και θεατές. Το
χέρι του είχε χαλαρώσει στον λαιμό μου και, αντί να τον σφίγγει, τώρα
τον αγκάλιαζε. Σταμάτησε και με κοίταξε στα μάτια. Ένιωθα το βλέμμα
του επάνω μου, όμως δεν μπορούσα να ανοίξω ακόμα τα δικά μου.
Ήξερα ότι θα με κοίταζε πάλι χωρίς συναισθήματα και ειδικά αυτή τη
στιγμή δεν ήθελα να το δω.

«Άνοιξε τα μάτια σου, Βαλεντίν» πρόσταξε ήρεμα και υπάκουσα σαν
υπνωτισμένη.

Τα άνοιξα αργά. Ένιωσα το βλέμμα του να καίει κάθε κύτταρο του
κορμιού μου. Αντί να αντικρίσω τη γνωστή απάθεια, κάτι άλλο ήταν εκεί.
Πρώτη φορά έβλεπα τόσα συναισθήματα μέσα τους και ήταν κάτι που με
είχε αφήσει άφωνη.

«Γιατί;» ψέλλισα μπερδεμένα κι εκείνος χαμογέλασε διαβολικά.
Πλησίασε πιο κοντά και άρχισε να μιλάει σιγά δίπλα από το αυτί
μου.
«Γιατί σε θέλω και βαρέθηκα το κρυφτό. Τη στιγμή που θα ουρλιάζεις
το όνομά μου στο εξοχικό θέλω όλοι να ξέρουν ότι είσαι δική μου» είπε
με κτητικότητα κι εκείνη τη στιγμή θόλωσα.
Από τη μία χαιρόμουν που με ήθελε και ίσως για παραπάνω από ένα
απλό πήδημα, όμως από την άλλη μού ανέβαζε το αίμα στο κεφάλι με
τον τρόπο που διάλεξε να μου το δείξει.
Έβαλα τα χέρια μου στο στήθος του και τον έσπρωξα με δύναμη. Για
κακή του τύχη βρισκόμασταν πολύ κοντά στην πισίνα και έτσι γλίστρησε
και έπεσε μέσα στο νερό. Σταύρωσα τα χέρια στο στήθος και περίμενα
να βγει έξω ενώ χαμογελούσα με ικανοποίηση.
«Ακόμα να καταλάβεις ότι με εκνευρίζεις όταν θες να βγεις από
πάνω;» του είπα γελώντας.
«Δεν σε εκνευρίζει πάντα όταν είμαι από πάνω» είπε με ένα εμφανές
υπονοούμενο και γρύλισα τινάζοντας τα χέρια ενώ από πίσω μου
άκουγα γέλια.
«Κίλιαν!» φώναξα κι εκείνος γέλασε.

254 ALEXA MERIAN

«Άμα βγω από ‘δώ μέσα, τη γάμησες!» είπε απειλητικά και άρχισε να
κολυμπάει προς το μέρος μου. Εγώ από την άλλη έκανα μερικά βήματα
πίσω και τον κοίταξα με τρόμο.

«Δεν θα τολμήσεις να με αγγίξεις, αλλιώς θα σου σπάσω τα μούτρα!»
τον απείλησα και με μία κίνηση πήδηξε έξω από το νερό και στάθηκε
μπροστά μου βρεγμένος από την κορυφή ως τα νύχια.

«Έτσι λες» είπε και άρχισε να περπατάει προς το μέρος μου.
Γύρισα πλάτη και άρχισα να τρέχω κουτσαίνοντας μακριά του.
Μπήκα μέσα στο σπίτι και κρύφτηκα πίσω από τον Λίαμ. Εκείνος
στάθηκε από την απέναντι πλευρά του πάγκου και μου χαμογέλασε
πονηρά.
«Από πότε κρύβεσαι πίσω από έναν άντρα εσύ;» είπε ειρωνικά.
Ήξερε πάρα πολύ καλά πώς αν έθιγε την υπερηφάνεια μου, θα άλλαζα
στάση. Έτσι έβαλα τα χέρια στη μέση και στάθηκα δίπλα στον Λίαμ.
«Και ποιος σου είπε ότι κρύβομαι; Έλα, αν σου βαστάει!» τον
προκάλεσα και με κοίταξε με το ένα φρύδι ανασηκωμένο.
Άρχισε να κάνει τον γύρο του πάγκου κι εγώ άρχισα πάλι να τρέχω.
Επειδή η σκάλα ήταν πολύ κακή επιλογή για το πόδι μου, δεν είχα και
πάρα πολλές επιλογές, έτσι μπήκα στην πρώτη πόρτα που βρήκα στο
ισόγειο. Για κακή μου τύχη ήταν το γραφείο του και για ακόμα χειρότερη
γιατί με πρόλαβε και μπήκε και αυτός μέσα. Στάθηκα πίσω από το
γραφείο του κι εκείνος στηρίχτηκε πάνω στην πόρτα κλειδώνοντάς την.
«Τι κάνεις; Άνοιξέ την αμέσως!» του φώναξα και γέλασε. Για μια
στιγμή τα έχασα. Τον κοιτούσα περίεργα, γιατί όλη αυτή η συμπεριφορά
ήταν από μόνη της περάξενη. Δεν συνήθιζε ούτε να γελάει, ούτε να μου
μιλάει σαν να απευθύνεται σε κανονικό άνθρωπο και γενικά ούτε
φερόταν σαν να έχει συναισθήματα. Κάτι τον είχε αλλάξει και παρ’ όλο
που μου άρεσε, ταυτόχρονα με τρόμαζε αυτή η αλλαγή.
«Τι με κοιτάς έτσι;» με ρώτησε και τότε κατάλαβα ότι είχα αφαιρεθεί
στις σκέψεις μου. Είχε πλησιάσει πιο κοντά και φαινόταν πλέον σαν να
με χαζεύει.
«Κάτι σε έχει αλλάξει. Δεν ξέρω ποιον έχω απέναντί μου» του είπα
ειλικρινά και ρουθούνισε χαμογελώντας.

Κυνηγοί Ζωής 255

Κάθισε στην πολυθρόνα που βρισκόταν μπροστά από το γραφείο και
με κοίταξε στα μάτια.

«Έλα εδώ» μου είπε ήρεμα και, όπως τότε στο ξενοδοχείο, δεν έφερα
καμία αντίρρηση. Η διαφορά με τότε ήταν πως δεν υπήρχε κανένας
προστακτικός τόνος στη φωνή του.

Τον πλησίασα και στάθηκα μερικά εκατοστά μακριά του. Εκείνος
τύλιξε το χέρι του γύρω από τη μέση μου και με τράβηξε να πέσω στην
αγκαλιά του. Τα ρούχα μου άρχισαν αμέσως να γίνονται μούσκεμα από
τα δικά του, όμως δεν με ένοιαζε. Τύλιξα τα χέρια μου γύρω από τον
λαιμό του επιφυλακτικά και τον κοίταξα στα μάτια. Είχε πάλι εκείνο το
συναισθηματικό βλέμμα που δεν μπορούσα να καταλάβω.

«Πριν τον θάνατο της Εμίλια ήμουν στην Ιατρική σχολή. Βρισκόμουν
στο έτος που κάναμε την πρακτική μας στα επείγοντα και έτσι μια μέρα
σαν όλες τις άλλες γνώρισα την πρώην αρραβωνιαστικιά μου, τη Νόρα.
Είχε έρθει με ένα απλό κάταγμα στον αριστερό καρπό της. Το ένα έφερε
το άλλο και αρχίσαμε να βγαίνουμε. Πέρασαν δύο χρόνια από εκείνη την
ημέρα και έτσι της ζήτησα να με παντρευτεί. Νόμιζα πως αποφεύγοντας
την οικογενειακή μου κληρονομιά και κάνοντας μία διαφορετική ζωή θα
ήμουν ευτυχισμένος. Ο πατέρας μου τότε επέμενε να συνεχίσω ό,τι
ξεκίνησε εκείνος και μου έλεγε πως ό,τι και να ήμουν, γιατρός ή
δολοφόνος, η Νόρα θα με ακολουθούσε αν ήθελε να είναι πραγματικά
μαζί μου. Έμοιαζε σαν να ήξερε το μέλλον, ο μπάσταρδος» είπε και τον
κοίταξα συνοφρυωμένα.

«Από την ημέρα που μας επιτέθηκαν η ζωή μου άλλαξε οριστικά,
όπως και το ποιος ήμουν. Αφού βγήκα από το χειρουργείο, άρχισα να
χώνομαι όλο και πιο βαθιά στα μονοπάτια του Μορέι. Ήθελα να
εκδικηθώ για τα πάντα και δεν με σταματούσε τίποτα. Η Νόρα στο
μεταξύ προσπάθησε να μείνει στο πλάι μου, αλλά όταν είδε πως ο
άντρας που είχε γνωρίσει είχε γίνει ο ίδιος ο Διάβολος, φοβήθηκε. Δεν
άργησε να έρθει η στιγμή που το έβαλε στα πόδια, όπως κάνουν όλοι
όσοι με γνωρίζουν. Μόνο εσύ δεν το έκανες» είπε και με κοίταξε στα
μάτια.

256 ALEXA MERIAN

«Στο ξενοδοχείο με ρώτησες αν ποτέ θα έβλεπες κάποια από αυτές
τις πλευρές που δεν ήξερες κι εγώ κρατούσα πολύ καλά κρυμμένες, και
σ’ το αρνήθηκα. Όμως εκείνη η έκρηξη που προοριζόταν για σένα και το
γεγονός ότι πυροβόλησες εν ψυχρώ εκείνον τον άντρα, τα άλλαξε όλα.
Επανειλημμένα έχεις σταθεί στο πλάι μου αλλά και εναντίον μου, όμως
είσαι εδώ. Αυτό αλλάζει πράγματα που δεν φαντάζεσαι» είπε και με το
χέρι του αγκάλιασε το πρόσωπό μου.

Χώθηκα περισσότερο στην αγκαλιά του και τον έσφιξα επάνω μου με
δύναμη. Είχα κρύψει το πρόσωπο στον λαιμό του ενώ το σφίξιμο στο
στήθος μου ήταν στα όρια του ανυπόφορου. Ήθελα να ουρλιάξω την
αλήθεια. Να του πω τα πάντα για όσα έχω κάνει, πως εγώ φταίω για όλα
αυτά που στερήθηκε, όμως κανένας ήχος δεν έβγαινε από το στόμα μου.
Φοβόμουν. Όχι για τη ζωή μου, μα πως θα τον έχανα. Ήμουν τόσο
ερωτευμένη μαζί του, που καλύτερα να υπέφερα κάθε δευτερόλεπτο που
περνούσε. Ήταν εγωιστικό και το ήξερα, όμως θα έκανα τα πάντα για να
πάρω όλη τη θλίψη από πάνω του, ακόμα και αν αυτό σήμαινε πως θα
έπρεπε να την κρατήσω όλη εγώ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 33

Το ταξίδι τους μέχρι το Ραθκλέβιν ήταν μακρύ και είχαν ξεκινήσει από
αρκετά νωρίς το πρωί. Ο Κίλιαν ύστερα από τα τελευταία γεγονότα είχε
φροντίσει στο έπακρον να μεταφερθούν με την καλύτερη ασφάλεια και
έτσι είχαν χρησιμοποιήσει τέσσερα αμάξια. Ενώ εκείνος βρισκόταν
μόνος του στο πρώτο, τα κορίτσια ήταν στο ακριβώς από πίσω και τα
άλλα δύο ήταν γεμάτα με φύλακες. Η διάθεσή του δεν ήταν αρκετά
ανεβασμένη, μιας και το σπίτι στο οποίο πήγαιναν του ξυπνούσε πικρές
αναμνήσεις.

Σε εκείνο το σπίτι περνούσαν τα καλοκαίρια τους όλα τα αδέρφια
μαζί μέχρι που μεγάλωσαν αρκετά. Μετά τον θάνατο της Εμίλια δεν είχε
πατήσει ξανά το πόδι του. Ύστερα από τόσα χρόνια δεν ήξερε τι θα
ξυπνούσε μέσα του και ήλπιζε να δημιουργούσε κάτι καινούριο με τη
Βαλεντίν που θα επισκίαζε καθετί κακό. Αυτό που ένιωθε για εκείνη ήταν
πιο δυνατό απ’ όσο πίστευε στην αρχή και, παρ’ όλο που το μυαλό του
του έλεγε πως ήταν λάθος, το ένιωθε πιο σωστό από ποτέ. Μαζί της
ένιωθε πως ίσως και να ήταν ζωντανός.

«Φτάσαμε, αφεντικό» είπε ο οδηγός και το βλέμμα του περιπλα-
νήθηκε στο παλιό αρχοντικό.

Αυτό ήταν το πατρικό της μητέρα τους. Ένα παλιό νεοκλασικό που με
τα χρόνια έγιναν πολλές εργασίες και πλέον είχε αλλάξει κατά πολύ.
Πέρα από τον έξτρα χώρο που είχε φροντίσει ο πατέρας τους να γίνει
ώστε να μένει και το προσωπικό, καθότι η πόλη ήταν αρκετά μακριά, είχε
φροντίσει να διατηρήσει την κλασική του όψη, αλλά με αρκετή δόση
χλιδής.

258 ALEXA MERIAN

Βγήκαν όλοι από το αμάξι και αμέσως γύρισε πίσω για να βρει με το
βλέμμα τους υπόλοιπους. Η Ροσέλ ήταν ακόμα μέσα στο αμάξι και
λογομαχούσε με τον Λίαμ για μία ακόμη φορά ενώ η Βαλεντίν είχε βγει,
όμως το βλέμμα της δεν ήταν εκεί που περίμενε εκείνος να είναι. Αντί να
κοιτάζει το σπίτι ή κάτι άλλο, είχε αφαιρεθεί προς τη θάλασσα και
έμοιαζε χαμένη εκεί. Το σπίτι ήταν μόλις μερικά μέτρα μακριά από το
νερό και ήταν σαν ένας μικρός κόλπος που είχε γίνει η προσωπική τους
παραλία. Πλησίασε αρκετά κοντά της και έβαλε τα χέρια στις τσέπες αντί
να την αγγίξει.

«Είναι πανέμορφα εδώ» μουρμούρισε εκείνη δίχως να πάρει το
βλέμμα της από τα κύματα κι εκείνος χαμογέλασε.

Η Ροσέλ τον είχε ενημερώσει ήδη πως της άρεσε η θάλασσα, οπότε
ίσως και αυτό να του έδινε μία ακόμη ώθηση να το επισκεφτούν. Δεν
υπήρχαν άλλα σπίτια τριγύρω και η περιοχή ήταν καλά φυλαγμένη. Σε
οποιαδήποτε εισβολή κανείς δεν θα μπορούσε να τους πλησιάσει και αν
το έκαναν, θα τον έβρισκαν μπροστά τους.

«Έλα μαζί μου» της είπε ήρεμα κι εκείνη δεν έφερε αντίρρηση.
Αρχίσανε να περπατάνε μακριά από τους άλλους ώσπου φτάσανε
κοντά στο νερό. Εκείνη είχε τα χέρια τυλιγμένα γύρω της και του
φαινόταν κάπως απόμακρη η συμπεριφορά της, αλλά δεν της μιλούσε.
Πίστευε πως έτσι και την απασχολούσε κάτι σημαντικό, θα του το έλεγε.
Όλες οι γυναίκες που είχε βρεθεί ως τώρα το έκαναν και συνήθως με μία
παραπάνω δόση γκρίνιας απ’ όσο χρειαζόταν, όμως το να τη βλέπει
σιωπηλή τον μπέρδευε και φυσικά εκνευριζόταν. Κοιτούσε τη θάλασσα
λες κι εκεί βρίσκονταν όλες οι λύσεις του κόσμου ενώ θα μπορούσε να
είχε ζητήσει τη συμβουλή του, όμως φυσικά η Βαλεντίν δεν ήταν ποτέ
από τους ανθρώπους που θα ζητούσε έτσι εύκολα τη βοήθεια κάποιου.
Περπάτησαν αρκετά σε σημείο να απομακρυνθούν τόσο πολύ που
δεν φαίνονταν από το σπίτι και τότε εκείνος δεν μπόρεσε να συγκρατήσει
τον εαυτό του. Αμέσως την άρπαξε στα χέρια του και την κόλλησε επάνω
στον κορμό ενός δέντρου. Ξεκίνησε να τη φιλάει αχόρταγα κι εκείνη
ανταποκρίθηκε στα φιλιά του. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό
του και πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά του τραβώντας τα.

Κυνηγοί Ζωής 259

Εκείνος αναστέναξε και της δάγκωσε τα χείλη με μανία. Έπιασε το τζιν
της και, αφού το ξεκούμπωσε, φρόντισε να της το βγάλει με γρήγορες
κινήσεις. Τη στήριξε ξανά επάνω στο δέντρο, σήκωσε τα πόδια της ψηλά
και μπήκε μέσα της κάνοντάς τη να βγάλει ένα δυνατό βογκητό. Τον
έσφιξε επάνω της ενώ τα πόδια της τυλίχτηκαν σφιχτά γύρω από τη μέση
του. Εκείνος δεν μπορούσε να συγκρατηθεί, αλλά η συμπεριφορά της
τον τρέλαινε ακόμα περισσότερο.

«Αχ, Κίλιαν!» φώναξε το όνομά του μετά από λίγο και την ένιωσε να
τρέμει.

Ήταν τόσο σφιχτή που δεν άντεξε ούτε εκείνος και ύστερα από
μερικές ωθήσεις τελείωσε μαζί της και έμεινε εκεί να την κρατάει για λίγο.
Έκλεψε μία στιγμή και πήρε μία βαθιά ανάσα τραβώντας μέσα του το
άρωμα των μαλλιών της.

«Αυτή η μυρωδιά θα με σκοτώσει, αν δεν με τρελάνει πρώτα» της
είπε κι εκείνη σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε με ένα κουρασμένο
χαμόγελο.

«Αυτό τώρα τι ήταν;» τον ρώτησε παιχνιδιάρικα.
«Με καυλώνει το πείσμα σου» είπε κι εκείνη τον χτύπησε με τη
γροθιά της στον ώμο.
Εκείνος άρχισε να γελάει. Απομακρύνθηκε λίγο από κοντά της και,
αφού ντυθήκανε, την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε για να πάνε
πάλι πίσω. Η Βαλεντίν κοίταξε το χέρι του που κρατούσε το δικό της,
όμως δεν είπε τίποτα. Ήταν αρκετά παγωμένη και πράγματι ο καιρός δεν
ήταν και ο καλύτερος, πόσο μάλλον σε εκείνη την περιοχή. Έβγαλε το
σακάκι του και το πέρασε γύρω από τους ώμους της. Τον κοίταξε με
απορία.
«Τι;» τη ρώτησε κι εκείνη ρουθούνισε τραβώντας το βλέμμα της
μακριά.
«Δεν θα σε συνηθίσω ποτέ έτσι» μουρμούρισε.
«Δεν είμαι και τόσο μαλάκας, ξέρεις» της απάντησε σαρκαστικά και
έκεινη τότε ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια πιάνοντάς τον απροετοίμαστο.

260 ALEXA MERIAN

«Συγγνώμη, αλλά δεν μου φερόσουν και με τον καλύτερο τρόπο»
γέλασε κι εκείνος ρουθούνισε. Σε καμία περίπτωση δεν πίστευε πως είχε
άδικο αφού ήξερε πολύ καλά πώς της φερόταν.

«Εντάξει, έχεις ένα δίκιο, αλλά κι εσύ γίνεσαι ανυπόφορη. Μου έδινες
αρκετούς λόγους για να το κάνω» παραδέχτηκε και τότε της κόπηκε το
γέλιο.

Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της, που στα μάτια του Κίλιαν ακόμα
ξεχώριζε καθώς είχε τρελή αδυναμία στο σώμα της.

«Επειδή εσύ έσκαγες από τη ζήλια σου δεν σημαίνει ότι έπρεπε να
γίνεσαι μαλάκας με την πρώτη ευκαιρία» του είπε απότομα, αλλά αυτός
δεν μπορούσε να σταματήσει να χαμογελάει. Ήξερε όμως πώς θα την
νευρίαζε ακόμα περισσότερο και δεν μπορούσε να το ελέγξει.

«Τώρα γιατί γελάς;» του είπε αγανακτισμένα και έκανε να φύγει
μακριά.

Την τράβηξε από το μπράτσο και η πλάτη της κόλλησε πάνω στο
σώμα του. Τύλιξε τα χέρια του σφιχτά γύρω της ώστε να μην ξεφύγει και
την κράτησε εκεί.

«Έχεις σκεφτεί ποτέ πόσο σέξι δείχνεις όταν νευριάζεις;» τη ρώτησε
κι εκείνη γύρισε το κεφάλι προς το μέρος του.

«Δεν είσαι με τα καλά σου! Εγώ σου μιλάω κι εσύ σκέφτεσαι με το
πουλί σου!» παραπονέθηκε κι εκείνος γέλασε στα λόγια της.

«Δεν φταίω εγώ γι’ αυτό. Έχεις μία τελείως διαφορετική σχέση μαζί
του» της είπε προκλητικά κι εκείνη άρχισε να τον χτυπάει με τις γροθιές
της στο στήθος.

«Είσαι ένας ανώμαλος!» φώναξε και το κοκκίνισμα στα μάγουλά της
τον έκανε να θέλει να την πειράξει ακόμα περισσότερο.

«Δεν θα το αρνηθώ» μουρμούρισε και τη φίλησε πριν προλάβει να
αντιδράσει. Όταν την άφησε, πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους
της και την τράβηξε για να γυρίσουν πίσω.

Μπαίνοντας στο σπίτι αμέσως προσπάθησε να αποφύγει κάθε
ανάμνηση που ξυπνούσε στο μυαλό του. Οι φωνές της αδερφής του και
του Λίαμ ήταν αρκετές για να το καταφέρουν έστω για λίγο.

Κυνηγοί Ζωής 261

Πήγανε με τη Βαλεντίν στο σαλόνι και τους κοιτούσανε που
στέκονταν αντικριστά και έμοιαζαν έτοιμοι να χιμήξουν ο ένας στον
άλλον. Αυτή η κόντρα του θύμιζε υπερβολικά εκείνον και τη γυναίκα στο
πλάι του.

Ξαφνικά η Ροσέλ γύρισε προς το μέρος τους και φαινόταν έξαλλη.
«Α, επιτέλους ήρθατε! Ελπίζω να απολαύσατε τη βόλτα σας, γιατί
πραγματικά είμαι έτοιμη να κάνω φόνο!» τσίριξε και ο Λίαμ την
αγριοκοίταξε.
«Τι έγινε πάλι, μικρή;» είπε ο Κίλιαν αγανακτισμένα και η Βαλεντίν
δίπλα του αναστέναξε. Γύρισε προς το μέρος του και σχεδόν τον πήρε
αγκαλιά.
«Άσε, θα το αναλάβω εγώ» είπε ήρεμα και πριν προλάβει να φύγει,
εκείνος έσκυψε και άφησε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη της. Εκείνη
κοκκίνισε και τραβήχτηκε μακριά για να πάει στην αδερφή του που μέσα
στα νεύρα της κρυφογελούσε κιόλας.
«Μικρή, πάμε στο δωμάτιό σου» μουρμούρισε η Βαλεντίν και την
τράβηξε για να φύγουν.
Ο Λίαμ τις κοιτούσε λοξά που έφευγαν ενώ ο Κίλιαν από την άλλη
έβαλε τα χέρια στις τσέπες και κοίταξε τον φίλο του που έβραζε.
«Τι έγινε πάλι, ρε; Έχει περίοδο η μικρή και παίζει με τα νεύρα σου;»
τον ειρωνεύτηκε.
«Τι να σου πω και σένα τώρα! Η αδερφή σου έχει γκόμενο και μας
έχει ζαλίσει που δεν μπορεί να τον δει» αναφώνησε θυμωμένα κι εκείνος
ξαφνικά σοβάρεψε.
«Τι έχει λέει;» γρύλισε μέσα από τα δόντια του και τότε εκείνος
κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να του το είχε πει με τέτοιο τρόπο.
«Έτσι νομίζω. Αυτό κατάλαβα από μία συζήτηση που είχαν με τη
Βαλεντίν στο αμάξι. Είναι μικρή, γαμώτο!» είπε και κάτι δεν του κόλλαγε
στα λεγόμενά του. Στο μεταξύ άρχισε να νευριάζει και με τη Βαλεντίν που
το γνώριζε και παρ’ όλα αυτά δεν του είχε πει τίποτα.
«Έλα τώρα στη βιβλιοθήκη!» τον πρόσταξε και κάθε καλή διάθεση
που είχε τώρα είχε εξαφανιστεί μονομιάς.

262 ALEXA MERIAN

Μπήκε στο μεγάλο δωμάτιο και κάθισε πίσω από το παλιό γραφείο.
Ο Λίαμ τον ακολούθησε και, αφού έκλεισε την πόρτα, άρχισε να
βηματίζει πέρα δώθε ανήσυχος.

«Ποιος σκατά είναι;» γρύλισε ο Κίλιαν κι εκείνος σταμάτησε και
κοίταξε το κενό.

«Δεν ξέρω, αυτό προσπαθούσα να μάθω, όμως δεν μου έλεγε. Έτσι
και τον πιάσω στα χέρια μου θα φτύσει αίμα!» είπε με νεύρο κι εκείνος
τον κοίταξε εξεταστικά.

«Κι εσύ γιατί κάνεις έτσι; Δεν είναι δα και τόσο μικρή για να την
προστατεύεις με αυτόν τον τρόπο» του είπε καχύποπτα για να τον
δοκιμάσει και αυτός δεν το κατάλαβε ενώ τον κοίταξε δίχως να μιλάει.
Σηκώθηκε και άρχισε να ξεκουμπώνει το σακάκι του αργά ενώ μετρούσε
ανάποδα από μέσα του.

«Κοίταξε να δεις πώς έχουν τα πράγματα. Ή θα μου πεις την αλήθεια
και το τι έχει συμβεί με σένα και την αδερφή μου ή σε δέκα λεπτά από
τώρα θα φωνάξω να καθαρίσουν το πτώμα σου και μετά θα ασχοληθώ
με τον άλλον» του είπε με ήρεμο τόνο, όμως μέσα του έβραζε.

Εκείνος στάθηκε μπροστά του και ύψωσε το κεφάλι έτοιμος να τον
αντιμετωπίσει.

«Είμαι ερωτευμένος με τη Ροσέλ και δεν θέλω κανένα κακομαθημένο
παιδαρέλι, από όπου κι αν τον γνώρισε, να βρίσκεται δίπλα της μόνο και
μόνο για να βάλει ένα συν στη λίστα για το πόσες έχει πηδήξει. Εμπρός,
σκότωσέ με, αλλά ό,τι νιώθω δεν μπορείς να το αλλάξεις. Το μόνο που
θέλω να σου ζητήσω είναι να μην την πειράξεις» του είπε με θάρρος κι
εκείνος ένευσε καταφατικά. Σήκωσε τα μανίκια από το πουκάμισό του
και έσφιξε τις γροθιές.

«Σε έχω βάλει μέσα στο σπίτι μου, σε είχα σαν αδερφό μου και έτσι
μου το ξεπληρώνεις; Με το να βάλεις στο μάτι την ανήλικη αδερφή μου;»
του είπε και ύστερα δεν άντεξε. Τα μάτια του θόλωσαν και χίμηξε
μπροστά δίχως να υπολογίζει τίποτα. Άρχισα να τον χτυπάει, μα ο Λίαμ
δεν αντιδρούσε. Ούτε προστάτευε τον εαυτό του αλλά ούτε τον χτυπούσε
πίσω. Όλα γίνονταν πολύ γρήγορα.

Κυνηγοί Ζωής 263

Αυτό που ακολούθησε ήταν σαν μια θολούρα από αίμα και καπνό
που έβγαινε από ένα περίστροφο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 34

Όταν με φίλησε, για μία ακόμη φορά ένιωσα τη γη να χάνεται κάτω από
τα πόδια μου. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή και ειδικά το γεγονός
ότι το έκανε μπροστά στους άλλους, το έκανε χειρότερο. Αμέσως
τράβηξα τη Ροσέλ από το χέρι. Ανεβήκαμε στον επάνω όροφο και την
ακολούθησα όπου και αν πήγαινε. Μόλις μπήκαμε μέσα, έκλεισα την
πόρτα πίσω μου και την αγριοκοίταξα.

«Τι σκατά έγινε κάτω;» είπα και με κοίταξε με δάκρυα στα μάτια.
«Ο Λίαμ…» είπε και έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της.
Πλησίασα και κάθισα απέναντί της περιμένοντας υπομονετικά να
μου μιλήσει. Προηγουμένως στο αμάξι μού έλεγε για ένα αγόρι που είχε
γνωρίσει στο σχολείο της και πως της άρεσε, όμως η ατμόσφαιρα
ανάμεσα σε εκείνη και τον Λίαμ ήταν κάπως τεταμένη και τότε ξεκίνησε η
καταστροφή.
«Κοριτσάκι μου, τι έγινε με σένα και τον Λίαμ;»
Προσπάθησα να την προσεγγίσω με ήρεμο τρόπο και το κλάμα της
έγινε ακόμα πιο γοερό. Είχε αρχίσει να με τρομάζει και, μιας και δεν είχα
μεγάλη εμπειρία με τα κορίτσια, δεν ήξερα τι να κάνω. Περίμενα μερικά
λεπτά ακόμα και κάποια στιγμή άρχισε να ηρεμεί και να μου μιλάει.
«Την ημέρα που επιτέθηκαν σε μένα και στον αδερφό μου ενώ εσύ
έλειπες, ήμουν χάλια. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, ένιωθα άρρωστη και
όλοι έλειπαν εκτός από τον Λίαμ που είχε μείνει πίσω για να με
προσέχει. Ήταν αργά και καθόμασταν και οι δύο στο σαλόνι. Φοβόμουν,
αρχίσαμε να πίνουμε παρέα και... έπεσα στην αγκαλιά του και…» μου

Κυνηγοί Ζωής 265

εξήγησε και στο τέλος σταμάτησε και τα μάτια της γέμισαν ξανά δάκρυα.
Εγώ από την άλλη είχα μείνει και την κοιτούσα άναυδη.

«Και μετά τι, μικρή μου; Ροσέλ, τι έγινε;» τη ρώτησα και με αγκά-
λιασε.

«Ωχ, Θεέ μου! Θα μας σκοτώσει ο αδερφός σου έτσι και το μάθει. Κι
εσένα κι εμένα, αλλά πρώτο από όλους τον Λίαμ. Μα πώς...; Πώς έγινε;»
τη ρώτησα απελπισμένα ενώ σκούπιζα τα μάτια της και μέσα μου ήμουν
έτοιμη να σκάσω. Θα με σκότωνε ο Κίλιαν αν μάθαινε πως εγώ τα ήξερα.
Και άλλα μυστικά, γαμώτο!

«Μου είπε πως φοβόταν ότι θα με χάσει και πως είναι ερωτευμένος
μαζί μου και... καταλαβαίνεις. Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι πολλά!»
κλαψούρισε. Από παλιά μας συζήτηση ήξερα πως δεν είχε βρεθεί ξανά
τόσο κοντά με άλλο αγόρι και η όλη κατάσταση με τον Λίαμ ήταν τόσο
μπερδεμένη που έκανε τα πράγματα ακόμα χειρότερα.

«Μην ανησυχείς, μικρή μου. Θα σε βοηθήσω όσο μπορώ. Αρκεί να
μη με κάνει βραστή με πατάτες ο αδερφός σου και όλα θα πάνε καλά»
είπα και στο τελευταίο γέλασε κάπως. Της χαμογέλασα ενώ μέσα στο
κεφάλι μου έψαχνα χίλιους τρόπους για το πώς θα εξελισσόταν
αναίμακτα αυτή η κατάσταση. Όχι πως δεν θα του έριχνα και του Λίαμ
ένα γερό χέρι ξύλο, αλλά αυτό θα το άφηνα για το τέλος.

Από το πουθενά ένας δυνατός ήχος σαν πυροβολισμός ακούστηκε
και μας έκανε και τις δύο να τιναχτούμε.

Όχι, ρε γαμώτο!
Πετάχτηκα όρθια και έτρεξα προς την πόρτα. Η Ροσέλ με ακολού-
θησε, όμως δεν ήθελα να έρθει μαζί μου.
«Μικρή, μείνε εδώ» της είπα και προσπάθησα να φύγω, αλλά δεν
έλεγε να ακούσει.
«Όχι! Θα έρθω μαζί σου!»
«Ροσέλ, άκουσέ με για μια φορά! Μείνε εδώ και θα έρθω να σε βρω.
Δεν θέλω να γίνουν τα πράγματα χειρότερα» είπα όσο πιο ψύχραιμα
μπορούσα. Ήμουν κάπως απότομη, αλλά δεν ήξερα τι με περίμενε στον
κάτω όροφο και δεν ήθελα τα πράγματα να γίνουν χειρότερα με εκείνη
και τον αδερφό της.

266 ALEXA MERIAN

«Σε παρακαλώ, μείνε εδώ» της είπα λίγο πιο ήρεμα αυτή τη φορά και,
αφού ένευσε καταφατικά, βγήκα από το δωμάτιο και κατέβηκα κάτω
τρέχοντας.

Τους έψαξα σε όλα τα δωμάτια και δεν σκέφτηκα ούτε να χτυπήσω
όταν βρήκα το σωστό. Άνοιξα την πόρτα και μπαίνοντας μέσα μού
κόπηκαν τα πόδια. Ο Λίαμ ήταν πεσμένος στο πάτωμα γεμάτος αίματα
ενώ ο Κίλιαν κρατούσε ένα όπλο και τον κοιτούσε με ένα ανεξήγητο
βλέμμα. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και την κλείδωσα πριν προλάβει
να μπει κανείς.

«Είσαι σοβαρός; Τι πήγες και έκανες;» του φώναξα και έπεσα δίπλα
στον Λίαμ που έδειχνε μισολιπόθυμος και κατάχλομος. Προσπάθησα να
βρω την πληγή του, μα με τόσο αίμα δεν μπορούσα να καταλάβω πού
είχε φάει τη σφαίρα.

«Μη φοβάσαι, δεν τον σκότωσα. Δύο στα πόδια έφαγε» είπε ψυχρά
και αμέσως έψαξα τα πόδια του. Είχε ένα σημάδι στον κάθε μηρό και
από ‘κει έβγαινε όλο το αίμα.

«Σκατά. Αμάν, ρε Κίλιαν!» μουρμούρισα και ένιωσα πως με κοιτούσε
με θυμό, όμως δεν του έδωσα σημασία. Έπρεπε να σταματήσω την
αιμορραγία από τις πληγές του Λίαμ και δεν ήξερα πώς. Έβγαλα το
μπλουζάκι που φορούσα και έμεινα με ένα αθλητικό μπούστο. Το έσκισα
στα δύο, το τύλιξα γύρω από τα πόδια του και πίεσα. Μετά από λίγο το
αίμα σταμάτησε και αμέσως ασχολήθηκα με το αν ο Λίαμ είχε τις
αισθήσεις του.

«Ε, βλαμμένε, με ακούς;» τον ταρακούνησα και ευτυχώς εκείνος
αναδεύτηκε, αλλιώς ήμουν έτοιμη να τον ξεκινήσω από πιο νωρίς στις
σφαλιάρες.

«Με πυροβόλησε» ψέλλισε κι εγώ ρουθούνισα.
«Δεν το κατάλαβα. Πρέπει να σε πάω νοσοκομείο» είπα σαρκαστικά
και τότε άνοιξε τα μάτια του και με κοίταξε.
«Όχι, μόνο βάλε με στο δωμάτιό μου και θα είμαι καλά» μουρμούρισε
και γρύλισα σαν απάντηση. Το βλέμμα μου έπεσε στον άλλον που
ακόμα μας κοιτούσε και ένιωθα τα χέρια μου να αρχίζουν να τρέμουν
από τα νεύρα.

Κυνηγοί Ζωής 267

«Τι με κοιτάς; Θα βοηθήσεις να τον πάμε ή θα κάνεις για πολλή ώρα
τη γλάστρα;» τον ρώτησα και με κοίταξε αγριεμένα. Έσκυψε και στάθηκε
μερικά εκατοστά μακριά μου.

«Με σένα θα ασχοληθώ αργότερα» μου είπε ψυχρά και έκανε να
φύγει. Ήξερα τι με περίμενε, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι θα έπρεπε να το
δουν και άλλοι.

«Κίλιαν!» τον φώναξα και σταμάτησε τα βήματά του, όμως δεν γύρισε
προς το μέρος μου. «Ο έρωτας δεν είναι έγκλημα για να αξίζει τιμωρία.
Μην της το κάνεις αυτό» του είπα ήρεμα και περίμενα. Δεν ήμουν
σίγουρη ότι είχε ακούσει τα λόγια μου και δεν τα είχε προσπεράσει.
Ύστερα από όλο αυτόν τον καιρό μπορεί να μην άφηνε τους άλλους να
το δούνε, όμως ήξερα πως δεν ήταν άκαρδος.

Περίμενε μερικά δεύτερα και ύστερα άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω.
Αναστέναξα και κοίταξα τον Λίαμ δίπλα μου που με κοιτούσε και είχε το
βλέμμα που έδειχνε πως περίμενε να τον κράξω.

«Σκατά τα έκανες πάλι» του είπα ήρεμα.
«Υποθέτω μου άξιζαν και οι δύο» μουρμούρισε κι εκείνη τη στιγμή
μπήκαν μέσα τρέχοντας ο Ντέιβιντ με άλλον έναν μπράβο.
Όταν είδαν τον Λίαμ και μένα μέσα στα αίματα, έτρεξαν κατευθείαν
προς το μέρος μας. Τον σήκωσαν στα χέρια και βγήκαμε από το
δωμάτιο.
Αφού βεβαιώθηκα πως τον έβαλαν στην κρεβατοκάμαρά του, τους
άφησα να τον περιποιηθούν και έφυγα. Ανέβηκα πάλι επάνω και αυτή τη
φορά αντί για το δωμάτιο της Ροσέλ ή το δικό μου, μπήκα στου Κίλιαν.
Δεν φαινόταν να έχει γυρίσει εδώ. Τα παράθυρα ήταν ακόμα κλειστά και
όλα ήταν στρωμένα. Περπάτησα μέχρι το κέντρο του δωματίου και
κοίταξα γύρω μου. Τόνοι του καφέ και του ζεστού κίτρινου κυριαρχούσαν
και μου κέντρισε την περιέργεια το γεγονός πως αυτό το δωμάτιο σε
σχέση με το άλλο ήταν πιο φωτεινό. Τα μόνα έπιπλα που είχε ήταν μία
μεγάλη βιβλιοθήκη γεμάτη από βιβλία, ένα βαρύ γραφείο με μία
δερμάτινη καρέκλα και ένα διπλό κρεβάτι. Όλος ο χώρος έδειχνε έναν
πολύ διαφορετικό Κίλιαν και μου θύμιζε όλα όσα μου είπε εκείνη τη μέρα
στο γραφείο του: για το ποιος ήταν πριν εγώ και η οικογένειά μου του

268 ALEXA MERIAN

καταστρέψουμε τη ζωή. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού και λύγισα το
σώμα μπροστά κρύβοντας το πρόσωπο μέσα στα χέρια μου.

«Σκατά» μουρμούρισα και ένιωσα πως το κεφάλι μου θα έσπαγε από
όλη αυτή την ένταση. Αυτή η σχέση ήταν σαν το τανγκό, ένα βήμα μπρος
δύο πίσω.

Το βλέμμα μου έπεσε σε κάποιες φωτογραφίες που ήταν επάνω στη
βιβλιοθήκη σχεδόν κρυμμένες. Σηκώθηκα και τις πλησίασα. Σε όλες τους
ήταν εκείνος ή καλύτερα ένα φάντασμά του. Στις περισσότερες από
αυτές βρισκόταν με τις αδερφές του είτε και οι τρεις μαζί είτε μόνος με
κάποια από τις δύο, και σε όλες χαμογελούσε. Αυτό που μου κίνησε την
περιέργεια βέβαια δεν ήταν αυτό αλλά κάτι άλλο. Ο Κίλιαν είχε μακρύ
μαλλί.

«Και μετά εμένα φώναζες φρικιό» μουρμούρισα και, με τη
φωτογραφία στο χέρι, ξάπλωσα πάνω από τα σκεπάσματα κρατώντας
την μπροστά στα μάτια μου. Έδειχνε διαφορετικός, κάτι που με έκανε να
αναρωτιέμαι πώς θα ήταν τα πράγματα αν τον γνώριζα τότε. Φυσικά
ήμουν κι εγώ διαφορετική, και όχι με τον καλύτερο τρόπο.

Πέρασα αρκετή ώρα εκεί μέσα και δεν κατάλαβα πως με είχε πάρει ο
ύπνος πάνω στο κρεβάτι μέχρι που άκουσα έναν δυνατό θόρυβο.
Τινάχτηκα ζαλισμένη. Κοίταξα προς το μέρος της πόρτας με τα μάτια
θολά και τον είδα να στέκεται εκεί και να με κοιτάζει. Η γραβάτα του ήταν
κρεμασμένη γύρω από τον λαιμό του ενώ είχε ανοίξει μερικά κουμπιά
στο πουκάμισό του.

«Τι ώρα είναι;» μουρμούρισα και κοίταξα το ρολόι πάνω στο
κομοδίνο. Ήταν δύο μετά τα μεσάνυχτα.

«Τι θες εδώ;» με ρώτησε σχετικά ήρεμα και άρχισε να ξεντύνεται.
Αν έβλεπα καλά, φαινόταν πιωμένος. Όχι στο σημείο να παραπατάει
όμως, ούτε έμοιαζε να είναι στην τσίτα.
«Σε περίμενα» είπα απλώς καθώς τον παρατηρούσα.
Άρχισε να βγάζει τα ρούχα του ένα ένα. Τα πέταξε στην πλάτη της
καρέκλας, έμεινε με το μποξεράκι και ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Στήριξε
τους αγκώνες στα πόδια του και έμεινε να κοιτάζει μπροστά το κενό.

Κυνηγοί Ζωής 269

Κάθισα κι εγώ δίπλα του και περίμενα κάποιο από τα ξεσπάσματά
του. Όσο περνούσε η ώρα και δεν ερχόταν κανένα από αυτά,
ανησυχούσα όλο και περισσότερο.

«Γιατί δεν μου είπες τίποτα για τη μικρή και τον Λίαμ;» είπε ενώ
κοιτούσε ακόμα το άγνωστο και ένιωσα έναν κόμπο να στέκεται στον
λαιμό μου.

«Εδώ τον πυροβόλησες εν ψυχρώ. Άσε που όταν το έμαθα, εμείς οι
δύο ακόμα παίζαμε ξύλο. Πού να φανταστώ ότι θα έρθουν έτσι τα
πράγματα;»

«Ότι εμείς θα καταλήγαμε έτσι;»
Ήταν σαν να συμπλήρωνε τα λόγια μου και τον κοίταξα. Ήταν τόσο
ήρεμος και φαινόταν σε όλο του το πρόσωπο ότι βασανιζόταν.
«Γιατί το έκανες, Κίλιαν; Πού είναι το κακό να αγαπάνε ο ένας τον
άλλον;» τον ρώτησα ειλικρινά. Σηκώθηκε απότομα όρθιος και άρχισε να
περπατάει πέρα δώθε.
«Είναι δεκαέξι, γαμώτο! Και όσο φυσιολογική και αν θέλω να είναι η
ζωή της, δεν μπορεί να είναι από τη στιγμή που, ανά πάσα στιγμή,
κάποιος που θέλει το δικό μου κεφάλι να πάει πρώτα σε εκείνη. Πόσο
μάλλον άμα μπλέξει με κάποιον από το σινάφι μας» είπε έντονα και τότε
συνειδητοποίησα κάτι που δεν το έβλεπα πριν.
«Τον πυροβόλησες για να βγει εκτός» είπα χαμηλόφωνα και τον
άκουσα που κάγχασε.
«Τουλάχιστον έτσι, αν αντέξει τη μουρμούρα της Ροσέλ, δεν θα είναι
μπλεγμένος σε όλα τα σκατά που είμαι εγώ» παραδέχτηκε και τον
κοίταξα τρυφερά. Ο Κίλιαν νοιαζόταν. Μπορεί να το έκανε με τον δικό του
άχαρο και τελείως παράδοξο τρόπο, όμως και πάλι νοιαζόταν.
Σηκώθηκα και τον πλησίασα αργά. Τον άγγιξα απαλά και έγειρα το
κεφάλι μου στην πλάτη του. Δεν με ένοιαζε αν θα με έδιωχνε μακριά ή αν
συνέχιζε να μου κρατάει μούτρα, εγώ ήθελα να τον αγγίξω. Φίλησα το
δέρμα του και αμέσως τον ένιωσα να τσιτώνεται. Το βλέμμα μου
περιπλανήθηκε πάνω του και είδα εκείνες τις ουλές ξανά. Τα χέρια μου
κατέβηκαν και τον άγγιξα εκεί. Αμέσως το σώμα του πέτρωσε και γύρισε
από την άλλη κοιτώντας με στα μάτια. Δεν μίλησε, όμως έβλεπα εκείνη

270 ALEXA MERIAN

την ατέλειωτη φωτιά να καίει στα μάτια του. Σήκωσα ξανά τα χέρια και τα
έβαλα πάνω στο στήθος του. Ανασηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου
και άφησα ένα απαλό φιλί στις άκρες των χειλιών του.

«Καλύτερα να φύγω. Ξάπλωσε να ξεκουραστείς» είπα ήρεμα, σχεδόν
ψιθυριστά και γύρισα για να φύγω όταν ξαφνικά ένιωσα το χέρι του να
γραπώνει τον καρπό μου. Τον κοίταξα ενώ εκείνος απέφευγε το βλέμμα
μου.

«Μείνε απόψε» είπε και έκανα ένα βήμα μπροστά.
Το κράτημά του χαλάρωσε. Έπλεξα τα δάχτυλά μου με τα δικά του
και τον τράβηξα προς το κρεβάτι. Καθίσαμε κι άρχισα να ξεφορτώνομαι
τα παπούτσια και ύστερα τα ρούχα μου. Έβγαλα πρώτα το τζιν μου κι
εκείνος αμέσως μετά τράβηξε το μπλουζάκι μου αφήνοντάς με με τα
εσώρουχα. Κοίταξε το σώμα μου και άρχισε να με αγγίζει, αλλά όχι
κτητικά όπως κάθε άλλη φορά. Τα δάχτυλά του σέρνονταν πάνω στο
δέρμα μου μέχρι που το ένα χέρι του αγκάλιασε τη μέση μου και το άλλο
το πέρασε μέσα από τα μαλλιά μου. Το σώμα του κόλλησε πάνω στο
δικό μου και ένιωσα να καίγομαι. Έφερε το μέτωπό του πάνω στο δικό
μου κι αισθάνθηκα την ανάσα του.
«Έτσι και κάνεις το λάθος να φύγεις το πρωί θα το μετανιώσεις»
μουρμούρισε και μου ξέφυγε ένα γελάκι.
«Είπε ο κύριος που, αφού πηδήξει καλά καλά, την κοπανάει πριν καν
ξημερώσει»
«Αν δεν πέταγες την ειρωνεία σου, θα έσκαγες» αναστέναξε με
αγανάκτηση.
Τεντώθηκα γελώντας σαν αιλουροειδές και τύλιξα τα χέρια μου γύρω
του ενώ τον καβάλησα. Εκείνος έπεσε πίσω και τα χέρια του με
κρατούσαν από τη μέση.
«Δεν είμαι εγώ αυτή που δεν θέλει να κοιμάται άλλος άνθρωπος στο
κρεβάτι μου».
«Αυτό σου έλειπε, να άφηνες και άλλους μαζί με μένα. Αν θυμάσαι
καλά κοιμηθήκαμε αγκαλιά κιόλας ύστερα από εκείνη τη νύχτα που
πλακωθήκαμε. Και τώρα που το θυμάμαι, έπρεπε να σε αφήσω εκεί

Κυνηγοί Ζωής 271

μέσα στη βροχή, για να μάθεις για τα χαστούκια που έχω φάει μέχρι και
σήμερα».

«Και λίγα σου έχω δώσει. Και δεν κατάλαβα, εσύ γιατί μπορούσες να
κοιμηθείς με άλλες κι εγώ όχι;» είπα δήθεν θιγμένα κι εκείνος γέλασε.

«Ακόμα μπορώ κι εσύ όχι. Αυτό δεν αλλάζει» είπε και αμέσως
τινάχτηκα, αφού πρώτα τον χτύπησα στο στήθος. Εκείνος όμως με
πρόλαβε και με έριξε δίπλα του ενώ έπεσε από πάνω μου. Μου πάτησε
μία γερή δαγκωνιά στον ώμο κάνοντάς με να τσιρίξω πάνω στο
πάπλωμα και ύστερα τον άκουσα να γελάει.

«Θα σε σκοτώσω!» του φώναξα καθώς πάλευα.
«Καλά, πέσε για ύπνο τώρα και άσε τις αγριάδες για το πρωί» είπε
και με αγκάλιασε σφιχτά.
«Άσε με! Να πας να κάνεις αγκαλίτσες με τις τσουλάρες που πας και
πηδιέσαι!» του φώναξα και με έσφιξε ακόμα πιο πολύ.
«Αυτό κάνω, σκάσε και κοιμήσου».
«ΚΙΛΙΑΝ!» του φώναξα και, αφού προσπάθησα λίγο ακόμα να
ξεφύγω δίχως όμως να τα καταφέρω, στο τέλος ενέδωσα και έμεινα
ακίνητη.
«Σε μισώ» γρύλισα μέσα από τα δόντια μου κι εκείνος με φίλησε στο
μάγουλο.
«Κι εγώ, έρωτα. Καληνύχτα τώρα» είπε και έκλεισα τα μάτια
κρύβοντας το χαμόγελό μου και κουρνιάζοντας περισσότερο στην
αγκαλιά του.
«Κίλιαν;» ρώτησα ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα.
«Τι θες;»
«Σου πήγαινε το μακρύ μαλλί και τα μούσια» είπα.
Εκείνος έκρυψε το πρόσωπο στα μαλλιά μου και αναστέναξε.
«Κοιμήσου, Βαλεντίν» είπε και έπλεξα ξανά τα δάχτυλά μου με τα
δικά του.
«Καληνύχτα» μουρμούρισα και άφησα τον ύπνο να έρθει αυτή τη
φορά καλοδεχούμενα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 35

Οι μέρες στο εξοχικό περνούσαν αργά και καθημερινά υπήρχαν
φασαρίες. Φυσικά έρχονταν σε ποικιλίες και πλέον είχαμε φτάσει στο
σημείο να μη μιλάει σχεδόν κανένας με κανέναν. Η Ροσέλ κρατούσε
ακόμα μούτρα στον αδερφό της, παρ’ όλο που της εξήγησα τον λόγο που
το έκανε. Αργότερα άρχισε να κρατάει μούτρα και σε μένα, διότι
υποστήριζα τον Κίλιαν. Εκείνος πάλι δεν μιλούσε ακόμα με τον Λίαμ ενώ
ο δεύτερος προσπαθούσε όσο μπορούσε να μιλήσει μαζί μου. Στο τέλος
εγώ είχα μείνει στη μέση προσπαθώντας να παραμείνω ουδέτερη.

Ήμασταν ήδη στα μέσα του Δεκέμβρη και, αν και στην Ιρλανδία είχε
κρύο γενικά, η θερμοκρασία ανέβηκε άξαφνα για μερικές μέρες.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι και ένιωθα το στομάχι μου να πονάει. Κοίταξα
τη γυμνή πλάτη του Κίλιαν που κοιμόταν δίπλα μου και χαμογέλασα.
Παρά τα παράδοξα που έγιναν, για κάποιο λόγο εμείς μεταξύ μας
ήμασταν καλά και ήμουν σχετικά χαρούμενη με αυτό. Το προηγούμενο
βράδυ μάλιστα κάναμε μία μακριά βόλτα στην παραλία και αργότερα
καθίσαμε στο σαλόνι οι δυο μας και πίναμε ενώ συζητούσαμε ελάχιστα.
Προσπαθούσε να μάθει πράγματα για τη ζωή μου, όμως δεν μπορούσα
να του πω τα πάντα και έτσι αρκέστηκε στα πιο πρόσφατα γεγονότα,
όπως την επιβίωσή μου στους δρόμους. Προσπάθησα κι εγώ να τον
ρωτήσω πράγματα για εκείνον, όμως με τη σειρά του μου είπε πολύ λίγα.
Κυρίως μου μίλησε για τους γονείς του και πως μετά τον θάνατο της
Εμίλια, ο πατέρας του απλά έφυγε και του άφησε όλη την οικογενειακή
επιχείρηση. Η μητέρα του ήταν κλεισμένη σε μία νευρολογική κλινική και
μόνο εκείνος το γνώριζε. Δεν μου είπε λεπτομέρειες γι’ αυτό το θέμα και
δεν τον πίεσα να μου πει παραπάνω πράγματα, καθότι ένιωθα πόσο

Κυνηγοί Ζωής 273

θυμωμένος αλλά και πληγωμένος ήταν. Φυσικά ο Κίλιαν ήταν ο
κλασικός Κίλιαν, οπότε ούτε έδειξε κάποιο συναίσθημα, αντίθετα έγινε το
ίδιο ψυχρός και απόμακρος όπως πάντα.

Άπλωσα το χέρι μου και ίσα που άγγιξα τα μαλλιά του. Είχα
παρατηρήσει πως του άρεσε να τον χαϊδεύω με αυτόν τον τρόπο και με
χαλάρωνε κι εμένα. Σαν ένιωσε το άγγιγμά μου, αναδεύτηκε, μα δεν
άνοιξε τα μάτια. Άγγιξα με τα χείλη μου την πλάτη του και ύστερα
σηκώθηκα πάλι για να φύγω.

Τη στιγμή που κούμπωνα το σουτιέν μου και ήμουν έτοιμη να
φορέσω και το κάτω μέρος, σηκώθηκα όρθια. Μέσα σε δευτερόλεπτα
ένιωσα ένα χέρι να με τραβάει από το λάστιχο και να με πετάει πάλι
πίσω στο κρεβάτι. Έπεσα πίσω γελώντας και κούρνιασα μέσα στα χέρια
του. Το χέρι του αμέσως πήγε στην πλάτη μου και άρχισε να διαγράφει
αόρατους κύκλους.

«Καλημέρα» γουργούρισα.
«Πάλι φεύγεις;» είπε βραχνά και δάγκωσα τα χείλη μου παιχνι-
διάρικα.
«Μάλλον όχι» είπα και στην απάντησή μου χαμογέλασε. Έγειρε
μπροστά και άρχισε να με φιλάει ενώ το σώμα του κάλυπτε το δικό μου.
Μόλις άρχισε να τρίβεται στην περιοχή μου, τραβήχτηκα και τον κοίταξα
στα μάτια. Ήταν σκοτεινά και φαινόταν έτοιμος να με κατασπαράξει.
«Κάποιος ξύπνησε με όρεξη;» είπα και μου χαμογέλασε διαβολικά.
«Θες να το διαπιστώσεις και μόνη σου;» με ρώτησε. Άρχισα να τον
σπρώχνω κι εκείνος να γελάει.
«Είσαι άξεστος, άσε με να φύγω!» του φώναξα, μα εκείνος δεν με
άφηνε από τα χέρια του.
«Κίλιαν, πραγματικά άσε με. Νομίζω πως ήρθε η περίοδός μου» είπα
σοβαρά και στράβωσε. Τινάχτηκε από πάνω μου γρυλίζοντας, αφού
πρώτα άφησε ένα φιλί στο μέτωπό μου.
«Άντε πήγαινε να πλυθείς. Θα σε περιμένω κάτω για πρωινό» είπε
και μου έσκασε μία ξυλιά στον μηρό.
Χαμογέλασα και σηκώθηκα για να συνεχίσω με το ντύσιμο μου.
Όπως και στο σπίτι στο Μπράϊτον έτσι και σε αυτό το κάθε

274 ALEXA MERIAN

υπνοδωμάτιο είχε δικό του μπάνιο. Έτσι ένιωθα καλύτερα να πάω στο
δικό μου. Πριν βγω από το δωμάτιο, τον κοίταξα. Είχε ήδη κλείσει τα
μάτια του, αλλά δεν κοιμόταν. Ένα από τα πράγματα που είχα
ανακαλύψει για τον Κίλιαν αυτό τον καιρό ήταν πως τα πρωινά πάντα
του άρεσε να κάθεται για λίγο στο κρεβάτι. Δεν ήταν από τους τύπους
που τους άρεσε το πρωινό ξύπνημα.

Βγήκα στον διάδρομο με το χαμόγελο ακόμα στα χείλη μου και έπεσα
πάνω στη Ροσέλ. Της χαμογέλασα γλυκά, όμως εκείνη δεν ανταπέδωσε.

«Έλα, μικρή. Τώρα δεν θα μου μιλάς κιόλας;» της είπα και κοίταξε
οπουδήποτε αλλού εκτός του μέρος μου. Στο τέλος αναστέναξε και
σήκωσε το βλέμμα της επάνω μου. Έβλεπα πόσο την πείραζε όλο αυτό
που γινόταν.

«Μάλλον έχεις δίκιο. Θα έρθεις για πρωινό;» με ρώτησε κι εξέπνευσα
με ανακούφιση.

«Αργότερα. Θέλω να πάω να κάνω ένα μπάνιο πρώτα» είπα ήρεμα
και με κοίταξε πονηρά. Τη σκούντηξα και ύστερα συνέχισα τον δρόμο για
το δωμάτιό μου.

Καθώς πλενόμουν ένιωθα τον πόνο στην κοιλιά μου να μεγαλώνει
μέχρι που άρχισε να μοιάζει πιο πολύ σαν σφίξιμο. Σαν ένα κακό
συναίσθημα να με βασάνιζε και σωματικά, όμως δεν είχα καμία ιδέα για
το τι μπορεί να ήταν.

Αφού φόρεσα ένα φούτερ και ένα κολάν, κατέβηκα κάτω με τη
διάθεση να πάω για τρέξιμο. Ίσως λίγος καθαρός αέρας θα με
βοηθούσε. Κατέβηκα τα σκαλιά χοροπηδηχτά και μόλις μπήκα στην
κουζίνα πάγωσα· όχι μόνο με την εικόνα που είχα μπροστά μου αλλά και
με το κλίμα που επικρατούσε. Η Ροσέλ καθόταν στη μία πλευρά του
τραπεζιού και άλειφε ένα ψωμί με βούτυρο, ο Λίαμ με τον Ντέιβιντ
κάθονταν από την απέναντι πλευρά και έτρωγαν κρουασανάκια ενώ ο
Κίλιαν στεκόταν στον πάγκο της κουζίνας δίπλα από την καφετιέρα και
έπινε τον καφέ του δίχως να τους κοιτάζει. Περπάτησα σιωπηλά προς το
ψυγείο και άνοιξα για να βρω ένα μπουκαλάκι με νερό. Το άρπαξα και
πήγα να βγω έξω. Η φωνή της Ροσέλ με σταμάτησε.

Κυνηγοί Ζωής 275

«Ε, δεν θα φας τίποτα;» μου φώναξε και αμέσως το βλέμμα όλων
έπεσε πάνω μου. Για κάποιον αστείο λόγο ένιωσα άβολα.

«Πάω για τρέξιμο στην παραλία. Μπορεί να φάω αργότερα» είπα και
ο Κίλιαν με κοίταξε συνοφρυωμένα.

«Θα έρθω κι εγώ μαζί σου. Ήρθε ο καιρός να επαναφέρω τη φόρμα
μου» είπε αποφασιστικά και ξαφνικά ακούστηκε ένα συγχρονισμένο
πνιχτό μουγκρητό από τα αγόρια. Εκείνη τους αγριοκοίταξε και
σηκώθηκε όρθια τινάζοντας τα μαλλιά της. Περπάτησε μέχρι το μέρος
μου και πέρασε το μπράτσο της γύρω από το δικό μου.

«Καλή σας μέρα» είπε απαξιωτικά και με τράβηξε για να βγούμε έξω.
Πριν φύγω, τα μάτια μου συνάντησαν του Κίλιαν που χαμογελούσε. Δεν
το έκανε για να μας κοροϊδέψει κι αυτό έκανε το σφίξιμο στο στομάχι μου
πιο έντονο. Πλέον ένιωθα τύψεις.

Βγήκαμε έξω από την μπροστινή πόρτα με τη Ροσέλ και πήραμε το
δρομάκι που οδηγούσε στην παραλία με ήρεμο ρυθμό και δίχως να
μιλάμε. Περπατούσα με το κεφάλι σχεδόν σκυφτό και τις σκέψεις μου
χαμένες όταν ένιωσα ένα χαλαρό σκούντημα.

«Τι έχεις εσύ; Σήμερα δεν φαίνεσαι και πολύ καλά» είπε και
ανασήκωσα τους ώμους αδιάφορα.

«Μάλλον είναι οι μέρες μου. Τίποτα το σπουδαίο» είπα άκεφα και
κοίταξε μπροστά ενώ είχε το βλέμμα που σήμαινε πως σκέφτεται κάτι
τρελό πάλι.

«Και αν δεν είναι αυτό; Και αν γίνω θεία;» αναφώνησε όλο χαρά και
σήκωσα τα μάτια στον ουρανό.

Να δω τι άλλο θα ακούσω από αυτό το κορίτσι.
«Θες να μπω σε λεπτομέρειες για το πώς κάνουμε σεξ ο αδερφός σου
κι εγώ για να καταλάβεις ότι δεν υπάρχει περίπτωση;» της είπα με ένα
ψεύτικο χαμόγελο κι εκείνη πήρε μια έκφραση αηδίας.
«Όχι, όχι! Μου φτάνει που ακούγεστε σε όλο το σπίτι κάθε βράδυ!
Αχόρταγοι είστε και οι δύο, σαν τα κουνέλια!» είπε και ξαφνικά άρχισα
να γελάω δυνατά.
Σταμάτησα τα βήματά μου και αγκάλιασα την κοιλιά μου από τα
γέλια. Δεν ήξερα για τι να πρωτογελάσω: με το γεγονός ότι τη φρίκαρα με

276 ALEXA MERIAN

αυτά που της έλεγα, με το ότι πάντα γκρίνιαζα στον Κίλιαν ότι με κάνει
και ακούγομαι υπερβολικά ή με το ότι μας παρομοίασε με κουνέλια;
Ειδικά τον Κίλιαν!

«Μικρή, έχεις πλάκα» είπα και συνεχίσαμε να περπατάμε. Όταν
φτάσαμε στην ακροθαλασσιά σταμάτησα και την κοίταξα.

«Δεν περιμένεις ότι όντως θα τρέξουμε, ε; Εγώ το είπα για να
αποφύγω αυτή την παγερή παρέα» είπε και χαμογέλασα.

«Σου υπόσχομαι πως άμα με ακολουθήσεις, θα σου δείξω μερικές
κινήσεις για το πώς να προστατεύεις τον εαυτό σου» είπα και με κοίταξε
με μάτια γεμάτα λαχτάρα. Τα μάτια της μπορεί να ήταν ίδια με του
Κίλιαν, όμως σε εκείνον δεν είχα δει ποτέ τόση ζωντάνια όπως στη
Ροσέλ.

«Αλήθεια; Δεν θα αλλάξεις πάλι γνώμη, έτσι;» με ρώτησε και
ρουθούνισα. Και στο παρελθόν με είχε παρακαλέσει και της έλεγα
συνέχεια όχι, αλλά μετά τα τελευταία γεγονότα το σκέφτηκα καλύτερα και
καλό θα ήταν αν ήξερε έστω μερικές κινήσεις αυτοάμυνας.

Και κάπως έτσι αρχίσαμε να τρέχουμε χαλαρά κατά μήκος της ακτής.
Εκείνη στην αρχή με ακολούθησε ήσυχα, μα μετά από λίγο άρχισε να
παραπονιέται κάθε δέκα βήματα, σε σημείο να μου σπάσει τα νεύρα.
Πήγαμε περίπου μέχρι εκεί που με είχε ξεμοναχιάσει ο Κίλιαν και μετά
πάλι πίσω. Όταν σταμάτησα πια να τρέχω, εκείνη ήρθε κοντά μου και
έσκυψε μπροστά λαχανιασμένη βάζοντας τα χέρια στα γόνατα.

«Πωπώ, είσαι σε πολύ καλή φόρμα τελικά» της είπα κοροϊδευτικά και
με χτύπησε στον γοφό γιατί δεν μπορούσε να πάρει ανάσα για να με
βρίσει. Όταν σηκώθηκε, πλέον ένιωθε καλύτερα και την έβαλα να σταθεί
απέναντί μου.

«Λοιπόν, κάνε ό,τι σου πω και θα σ’ τα δείχνω αργά, εντάξει;» της
είπα και ένευσε καταφατικά. «Ωραία. Χτύπα με» είπα και με κοίταξε
αναποφάσιστη.

Περίμενε λίγο για να δει αν σοβαρολογώ και όταν κατάλαβε ότι δεν
έκανα πλάκα, πήρε μία τελείως άπειρη θέση μάχης και σήκωσε το πόδι
της άτσαλα. Δίχως να καταβάλω και πολλή προσπάθεια, την απέκρουσα
και την κοίταξα με απελπισία.

Κυνηγοί Ζωής 277

«Μα καλά, τόσα γομάρια σε αυτό το σπίτι κανένας δεν προσφέρθηκε
να σου δείξει έστω τα βασικά;» αναρωτήθηκα και κούνησε τους ώμους
αδιάφορα.

«Είμαι μοντέλο, Βαλ, πού να χρειαστώ αυτοάμυνα, στην πασαρέλα;
Άσε που ο αδερφός μου προσπαθεί κάθε μέρα να με κρατήσει όσο το
δυνατόν πιο έξω από όλα αυτά» είπε και αναστέναξα.

«Και τις περισσότερες φορές με τον πιο ακατάλληλο τρόπο»
μουρμούρισα κι εκείνη γέλασε.

«Ναι, αλλά εμείς τον αγαπάμε έτσι όπως είναι, ε;» είπε γλυκά και
έκανα μία γκριμάτσα.

Δεν της απάντησα και συνέχισα τα μαθήματα ώστε να αλλάξω θέμα.
Φυσικά όλο αυτό τριβέλιζε το μυαλό μου. Δεν λέω, ήμουν ερωτευμένη με
τον Κίλιαν κι επιτέλους μπορούσα να το παραδεχτώ, όμως αγάπη; Όσο
δύσκολο μου φαινόταν παλιά και παρ’ όλο που με τη Ροσέλ άρχισα να
αλλάζω, τα πράγματα μαζί του ήταν διαφορετικά. Δεν ξέρω αν μπορούσα
να τον αγαπήσω, όπως ήμουν σχεδόν σίγουρη πως και για εκείνον ήταν
έτσι.

Εδώ φέρναμε την καταστροφή και χωρίς αγάπες και λουλούδια. Άμα
γινόταν και αυτό, καήκαμε.

Δεν είχα καταλάβει πόσο πολύ με είχε προβληματίσει αυτό που μου
είπε η Ροσέλ μέχρι που με μία αδέξια κίνησή της και μία αστεία κραυγή
με έριξε κάτω. Όταν το συνειδητοποίησε, άρχισε να χορεύει μόνη της και
να πανηγυρίζει με τα χέρια ψηλά. Στηρίχτηκα στους αγκώνες μου και την
κοίταξα ειρωνικά. Ξαφνικά τίναξα το πόδι μου στα δικά της και την έριξα
κι εκείνη κάτω. Της πήρε μερικά λεπτά για να καταλάβει τι γίνεται και
όταν το έκανε, άρχισε να παραπονιέται.

«ΒΑΛ! Έχω άμμο στα μαλλιά μου και αυτό θα αφήσει μελανιά!» είπε
με παράπονο και άρχισα να γελάω.

«Μέχρι να πας στην Ιταλία θα έχει περάσει» της είπα και με
κλότσησε στα πόδια δίχως ίχνος δύναμης.

Από το πουθενά το χαμόγελό της πάγωσε και το βλέμμα της είχε
καρφωθεί πάνω από το κεφάλι μου. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι
ένιωθε και έτσι γύρισα κι εγώ το σώμα μου για να δω. Τρία μαύρα

278 ALEXA MERIAN

αμάξια πλησίαζαν το σπίτι και το σφίξιμο στο στομάχι μου επέστρεψε
πιο δυνατό από ποτέ.

«Μικρή, καλύτερα να πάμε μέσα» της είπα ήρεμα και τη βοήθησα να
σηκωθεί. Το χέρι της κρατούσε το δικό μου με πίεση και έτσι δεν την
άφησα μέχρι και που ανεβήκαμε πάλι το δρομάκι που οδηγούσε στο
σπίτι.

Τα αμάξια σταμάτησαν μπροστά από το σπίτι το ένα πίσω από το
άλλο και από μέσα τους βγήκαν αρκετοί άντρες με μαύρα κουστούμια και
μαύρα γυαλιά. Ταυτόχρονα η πόρτα άνοιξε και ο Κίλιαν μαζί με τους
δικούς του άντρες τινάχτηκε έξω. Όλοι τους φαίνονταν πολύ σοβαροί.
Τους πλησιάσαμε και, ενώ η Ροσέλ στάθηκε στο πλάι του, δεν άφησε το
χέρι μου. Έμεινα από πίσω της έτοιμη για τα πάντα.

Η τελευταία πόρτα από το αμάξι άνοιξε και από μέσα της βγήκε ένας
ψηλός άντρας με σκούρα ξανθά μαλλιά που στα πλάγια είχαν αρχίσει να
γκριζάρουν. Όταν έβγαλε τα γυαλιά του, είδα την ίδια φουρτουνιασμένη
θάλασσα που έβλεπα και στα μάτια του Κίλιαν. Αυτός ο απρόσμενος
επισκέπτης ήταν ένας Μορέι και δεν φαινόταν καλοδεχούμενος από τους
άλλους. Παρατήρησα πως ο Κίλιαν είχε σφίξει τις γροθιές του και μέχρι
και ο Λίαμ στεκόταν στο πλάι του και τον κοιτούσε ψυχρά. Εκείνος ο
άντρας μας κοίταξε όλους έναν προς έναν και όταν τα μάτια του έπεσαν
πάνω μου, είδα μία λάμψη μέσα τους. Όμως δεν στάθηκε για πολύ και
ένα ψυχρό χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη του.

«Καλησπέρα, παιδιά μου» είπε και ένιωσα το χέρι της Ροσέλ να με
σφίγγει και να τρέμει ταυτόχρονα.

Ω, σκατά...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36

«Τι θες εσύ εδώ;» Η φωνή του Κίλιαν ήταν σκληρή και θύμιζε τον
άνθρωπο που γνώρισα πριν μερικούς μήνες.

Εκείνος ο άντρας γέλασε με ένα γέλιο δίχως ψυχή και κοίταξε γύρω
του, πριν το βλέμμα του πέσει πάλι πάνω μας.

«Με ρωτάς γιατί ήρθα να δω τα παιδιά μου; Γιε μου, σε είχα για πιο
έξυπνο» του είπε σαρκαστικά και ο Κίλιαν αμέσως έκανε ένα βήμα
μπροστά.

Ενστικτωδώς το χέρι μου γλίστρησε γύρω από το μπράτσο του και
τον κράτησα σφιχτά. Εκείνος για μία φευγαλέα στιγμή με κοίταξε στραβά
και προς έκπληξή μου διέκρινα μίσος και κακία στο βλέμμα του. Τον
άφησα και κράτησα τη Ροσέλ από τους ώμους.

«Μικρή, καλύτερα θα ήταν να πάμε μέσα» της είπα ήρεμα κι εκείνη,
αφού έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στον πατέρα και τον αδερφό της, γύρισε
προς το μέρος μου και άρχισε να περπατάει προς το σπίτι. Κοίταξα τον
Κίλιαν και, εφόσον δεν εισέπραξα καμία αντίδραση, γύρισα να φύγω.

«Αυτή εκεί ποια είναι;» ρώτησε με θράσος ο Γκλεν Μορέι και έσφιξα
τις γροθιές μου.

Προφανώς και ήξερα το όνομά του και όχι μόνο αυτό για εκείνον,
αφού στο παρελθόν είχα διαταγές να τον σκοτώσω. Μόνο το πρόσωπό
του δεν θυμόμουν, αν και σιγά σιγά ξυπνούσαν οι αναμνήσεις. Γύρισα
αργά προς το μέρος του και τον κοίταξα απαξιωτικά. Ένα βογκητό
ακούστηκε από την πλευρά του Ντέιβιντ, μα το αγνόησα. Σταύρωσα τα
χέρια στο στήθος και τον κοίταξα από πάνω ως κάτω.

280 ALEXA MERIAN

«Το όνομά μου είναι Βαλεντίν. Αν αναφέρεσαι σε μένα ως “αυτή”»
του είπα κι εγώ με το ίδιο θράσος, μιλώντας μάλιστα στον ενικό.

Εκείνος σήκωσε το πρόσωπο και με εξέτασε με την ίδια
περιφρόνηση.

«Και ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να λες στην κόρη μου τι να κάνει;
Τι είσαι εσύ για την οικογένειά μου;»

Πάγωσα. Περίμενα να ακούσω την απάντηση όχι από το δικό μου
στόμα μα από του άντρα που στεκόταν δίπλα μου, όμως εκείνος δεν
έβγαζε μιλιά. Στεκόταν σιωπηλός, ψυχρός, με το βλέμμα του στραμμένο
μπροστά. Η σιωπή του με διέλυσε.

«Είμαι στενή φίλη και φύλακας της κόρης σου. Στέκομαι δίπλα της
εδώ και μήνες και θα την προστατεύω ακόμα και όταν φύγει από αυτό το
σπίτι. Με αυτό το δικαίωμα της λέω πώς να αποφύγει καταστάσεις που
θα τη στεναχωρήσουν» του είπα ψυχρά κρατώντας τον εαυτό μου με
νύχια και με δόντια να μη χάσω την πυγμή μου.

Ξαφνικά ένιωσα βλέμματα να με καρφώνουν στην πλάτη. Ο γερο-
Μορέι μου χαμογέλασε σαν να με επιβράβευε για το θάρρος μου και
κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Το τελευταίο που ήθελα ήταν η
επιβράβευση αυτού του καθάρματος.

«Πολύ καλά. Μπορείς να ακολουθήσεις την κόρη μου. Έχουμε μία
αρκετά σημαντική και μεγάλη συζήτηση να κάνουμε με τον γιο μου» είπε
σαν να μου έδινε εντολή να φύγω και ίσως να ήταν και η μόνη που να
δεχόμουν από το στόμα του.

Του γύρισα την πλάτη δίχως κανέναν χαιρετισμό, μα δεν έκανα βήμα.
Ανασήκωσα τα μάτια μου επάνω στον Κίλιαν νιώθωντας την απο-
γοήτευση να καίει τη σάρκα μου. Ύστερα συνέχισα τον δρόμο μου με το
κεφάλι ψηλά. Από πίσω μου ακολούθησε με κουτσά βήματα ο Λίαμ.
Όταν μπήκαμε μέσα, έριξα τους ώμους μπροστά και κοίταξα το κενό
ανέκφραστη. Τα χέρια του Λίαμ με αγκάλιασαν μόλις έκλεισε η πόρτα
και η Ροσέλ ήρθε αμέσως κοντά μας.

«Τι έγινε; Γιατί είναι έτσι;» ρώτησε εκείνη και σούφρωσα τα χείλη
σκεπτική. Ύστερα χαμογέλασα και σήκωσα το βλέμμα μου πάνω της.

Κυνηγοί Ζωής 281

«Απ’ ό,τι φαίνεται, μικρή, θα συγκατοικήσουμε στην Ιταλία» της είπα
ήρεμα και με κοίταξε έκπληκτη.

«Αυτό θα ήταν τέλειο, μα πώς σου ήρθε; Ο Κίλιαν;» είπε σαστισμένα
και ρουθούνισα με το χαμόγελο κολλημένο στο πρόσωπό μου δίχως να
το νιώθω.

«Ο αδερφός σου έκανε πάλι το θαύμα του» είπε ο Λίαμ από πίσω
μου κι εκείνη τον κοίταξε μπερδεμένα. Ύστερα το βλέμμα της έπεσε πάλι
πάνω μου και με αγκάλιασε σφιχτά. Τα χέρια της άγγιξαν το πρόσωπό
μου και, όταν το σκούπισε, κατάλαβα πως έκλαιγα. Η ειρωνεία ήταν πως
είχα ακόμα το χαμόγελο και δεν μπορούσα να το βγάλω από κει. Έκανα
μερικά βήματα μπροστά και πήγα προς τη σκάλα.

«Καλό θα ήταν να μείνεις στο δωμάτιό σου για σήμερα. Δεν ξέρω τι
έχει γίνει με τον πατέρα σου, όμως μην μπλεχτείς στις συζητήσεις τους»
είπα με μία παράξενη ηρεμία και ύστερα συνέχισα τον δρόμο μου.

Ανέβηκα στον επάνω όροφο και με γρήγορα βήματα κλείστηκα στο
δωμάτιό μου. Μόλις έκλεισα την πόρτα, γύρισα το κλειδί και έκανα λες
και όλα ήταν φυσιολογικά. Δεν έδωσα την παραμικρή σημασία στα
δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια μου και έκανα ό,τι έκανα πάντα μετά
από το τρέξιμο. Έβγαλα τα λερωμένα ρούχα και, αφού τα έβαλα για
πλύσιμο, άνοιξα το ζεστό νερό στο ντους. Μερικά δεύτερα αργότερα η
θέρμη άγγιζε τους μύες μου κι όταν χαλάρωσαν, ήταν η στιγμή που
κατέρρευσα. Αγκάλιασα το σώμα μου, μα κανένας λυγμός δεν ξέφυγε
από μέσα μου. Μπορεί να ένιωθα πόνο και απογοήτευση, αλλά πάνω
από όλα ένιωθα ηλίθια. Ηλίθια, γιατί πίστευα σε κάτι που μόνο με
παραμύθι έμοιαζε. Ένα ανόητο παραμύθι για έναν άνθρωπο σαν εμένα
που το είχε πλάσει το χαζό μυαλό του.

Πέρασα αρκετή ώρα κάτω από το νερό σκεπτόμενη πού έκανα λάθος
και τι έπρεπε να κάνω ύστερα. Θα έμενα όσο άντεχα μαζί τους και όταν
έφευγε η Ροσέλ για την Ιταλία, θα πήγαινα κι εγώ μαζί της. Θα τηρούσα
τα λόγια μου και θα γινόμουν φύλακάς της. Θα ξεκινούσα μία άλλη ζωή
μακριά από όλους χωρίς να χρειαζόταν να καταστρέψω κάτι που είχα
ήδη, εκτός βέβαια από το κομμάτι που υπήρχε ο Κίλιαν.

282 ALEXA MERIAN

Καθώς στέγνωνα τα μαλλιά μου με μία άλλη πετσέτα, το κινητό μου
άρχισε να χτυπάει. Κοίταξα την οθόνη και μόλις είδα το όνομα του
Έιντζελ, αναστέναξα.

«Άγγελέ μου» του είπα με μία κρυφή απόγνωση και όταν άκουσα το
γέλιο του, δραπέτευσα μακριά.

«Σταμάτα να με φωνάζεις έτσι λες και είμαι ακόμα μικρό παιδί»
παραπονέθηκε και χαμογέλασα.

«Πώς είσαι, Κουίν; Δεν έχουμε μιλήσει εδώ και μέρες» με ρώτησε
και ρουθούνισα.

«Το ξέρω, μικρέ. Δεν είμαι και στα καλύτερά μου, αλλά θα συνέλθω.
Έμαθες κάτι παραπάνω για την επίθεση που μου έκαναν;» είπα για να
αλλάξω θέμα κι εκείνος αναστέναξε.

«Να υποθέσω ότι δεν πρόκειται να μου πεις τίποτα, ε; Δεν έμαθα κάτι
έγκυρο, αλλά είμαι αρκετά σίγουρος ότι ήταν ο Λουσιάνο. Πρέπει να
προσέχεις πολύ, Κουίν. Αν ήξερε πού μένεις, σίγουρα ξέρει και για τους
άλλους. Πουθενά δεν είσαι ασφαλής και ανησυχώ κάθε μέρα» είπε
ειλικρινά και χαμογέλασα πικρά.

«Μικρέ, όσο πιο έξω μείνεις από αυτό τόσο το καλύτερο για σένα. Για
μένα μπορεί να είναι καλύτερα έτσι, όμως εσύ θέλω να μείνεις ασφαλής.
Δεν θέλω να σε δω ξανά στο κρεβάτι του νοσοκομείου ή και χειρότερα».

«Πας καλά; Ενώ για μένα δεν είναι τίποτα άμα μάθω πως αυτός ο
γελοίος σε πείραξε; Μα καλά, τι διάολο σου έχει κάνει ο άλλος και έχεις
φτάσει να έχεις τάσεις αυτοκτονίας; Α, θα έρθω και θα του δείξω που
πειράζει την αδερφή μου» είπε και για κάποιον λόγο με έκανε να
γελάσω.

Φυσικά ο Έιντζελ δεν ήξερε τίποτα για όσα μου είχε κάνει ο
Λουσιάνο στο παρελθόν. Κανείς δεν τα ήξερε και παρ’ όλο που πάλευα
κι εγώ να τα σβήσω από τη μνήμη μου, δεν τα είχα καταφέρει. Τα
σημάδια στην πλάτη μου ήταν αρκετά για να μου θυμίζουν κάθε μέρα,
κάθε λεπτό τι πέρασα στα χέρια του.

«Να κάτσεις στα αυγά σου. Δεν χρειάζεται να ξέρει και για σένα.
Αρκετά σκατά είμαστε με αυτή την ιστορία. Καλύτερα να τελειώσει, να

Κυνηγοί Ζωής 283

ηρεμήσω κι εγώ. Υποσχέσου μου ότι θα μείνεις έξω από όλα, σε
παρακαλώ» του είπα και αναστέναξε.

«Κουίν... Πφφφ, καλά! Αλλά άμα σε πειράξει, δεν θέλω να το σκεφτείς
δεύτερη φορά. Θα με πάρεις και θα έρθω να σε πάρω από όπου διάολο
σε έχει πάει και θα δούμε τι θα κάνουμε με τον άλλο».

Ήξερε πως το να επιμένει με έναν άνθρωπο τόσο ξεροκέφαλο σαν
εμένα δεν θα του έβγαινε πουθενά. Μου μίλησε λίγο ακόμα για τη ζωή
του μετά την επίθεση και φυσικά δεν μου έκανε εντύπωση που άκουσα
τουλάχιστον τρία γυναικεία ονόματα. Ένα ήταν σίγουρο, πως ο αδερφός
μου μέχρι να τον χτυπήσει ο έρωτας κατακούτελα, δεν επρόκειτο να
σταματήσει να τριγυρνάει με τη μία και με την άλλη. Τουλάχιστον όμως
ήταν καλά. Ευτυχώς που ο Άνταμς είχε μάθει το μάθημά του ύστερα απ’
όσα συνέβησαν και τον κρατούσε πλέον έξω από τις βρωμοδουλιές του.

Όταν κλείσαμε το τηλέφωνο, ένιωθα κάπως καλύτερα και ξάπλωσα
για λίγο στο κρεβάτι μου με τα μάτια κλειστά. Το κεφάλαιο Κίλιαν έπρεπε
αυτή τη φορά να κλείσει οριστικά, αν και κάτι μέσα μου μου έλεγε πως
θα τραβούσε πολύ αυτό το τέλος. Ανασηκώθηκα και προσπάθησα να
ηρεμήσω μήπως και φύγει ο τρομερός πονοκέφαλος που με βασάνιζε
όμως μάταια. Δεν λειτουργούσε και έτσι αποφάσισα να κατέβω στην
κουζίνα και να φτιάξω κάτι ζεστό να πιώ.

Φόρεσα ένα ζευγάρι λευκά εσώρουχα και ύστερα ένα τζιν σορτσάκι
με μία γκρι μπλούζα. Δεν μπήκα στον κόπο να φορέσω παπούτσια,
εφόσον δεν είχα σκοπό να βγω έξω, και βγήκα από το δωμάτιο. Το σπίτι
ήταν ήσυχο και ο ήλιος είχε πέσει από νωρίς. Ευτυχώς στην κουζίνα δεν
ήταν κανείς και, αφού έβαλα το νερό να ζεσταίνεται, κάθισα σε μία
καρέκλα και περίμενα. Στο μεταξύ τσιμπολογούσα λίγο κέικ που υπήρχε
πάνω στο τραπέζι, όμως δεν είχα ιδιαίτερη όρεξη μετά από όλα αυτά.

Όταν το νερό ζεστάθηκε, σηκώθηκα και το έριξα σε μία κούπα μαζί με
μερικές σταγόνες λεμόνι και λίγο μέλι. Καθώς ανακάτευα με ένα κουτάλι,
ένας δυνατός κρότος με έκανε να τιναχτώ. Μου ακούστηκε σαν χτύπημα
πόρτας. Δεν πέρασαν μερικά λεπτά και ένας πολύ θυμωμένος Κίλιαν
φάνηκε στην είσοδο της κουζίνας. Μόλις με είδε, πάγωσαν τα βήματά
του και με κοίταξε αγριεμένα.

284 ALEXA MERIAN

Έγλειψα το κουταλάκι από το μέλι, το ξέπλυνα, το έβαλα πάλι πίσω
στη θέση του ενώ ύστερα γύρισα σε αυτό που έκανα. Πήρα την κούπα
στα χέρια μου, φύσηξα λίγο κι ήπια μία μικρή γουλιά. Ξαφνικά η κούπα
ξέφυγε από τα χέρια μου και μέσα σε δευτερόλεπτα βρέθηκε στον τοίχο
απέναντι μου και είχε γίνει χίλια κομμάτια. Τον κοίταξα εξαγριωμένη κι
εκείνος ήταν μερικά εκατοστά μακριά μου έτοιμος να εκραγεί.

«Μπορείς να μου πεις τι στον διάολο κάνεις;» του φώναξα, μα
εκείνος δεν μου μίλησε.

Γράπωσε το μπράτσο μου σφιχτά και άρχισε να με τραβάει με
δύναμη. Προσπάθησα να αντισταθώ, αλλά για πρώτη φορά ένιωθα
αδύναμη μπροστά του. Βγήκε από το σπίτι και συνέχισε να περπατάει με
μεγάλα βήματα και να με σέρνει πίσω του. Τα πόδια μου μόλις άγγιξαν
το χωμάτινο έδαφος, άρχισαν να πονάνε και τότε μόνο άρχισα να του
φωνάζω.

«Κίλιαν, σταμάτα!» φώναξα.
Εκείνος δεν αντέδρασε καν. Συνέχισε τον δρόμο του και κατάλαβα ότι
μας οδηγούσε στην παραλία. Η νύχτα που θα ερχόταν προβλεπόταν
πολύ κρύα και θα είχε κακό καιρό, συνεπώς τα ρούχα μου δεν
βοηθούσαν καθόλου.
Άρχισα να τρέμω κι εκείνου ούτε που του καιγόταν καρφί.
«Κίλιαν, με πονάς, γαμώτο!» φώναξα και μόνο τότε γύρισε το βλέμμα
του.
«Σκάσε!» φώναξε.
Με μία γρήγορη κίνηση με πέταξε στον ώμο του σαν άνθρωπος των
σπηλαίων και συνέχισε τον δρόμο του. Τουλάχιστον, αν εξαιρούσα το
κρύο, δεν περπάταγα πάνω σε ανώμαλο έδαφος. Είχα έναν άλλον
ανώμαλο να με κουβαλάει. Περίμενα υπομονετικά να δω πού θα με πάει
και τότε μόνο θα αντιδρούσα. Ω, τότε θα αντιδρούσα πολύ άσχημα.
Σήκωσα το κεφάλι και παρατήρησα πως πλέον δεν φαινόταν το σπίτι
πουθενά. Αυτό σήμαινε πως από στιγμή σε στιγμή θα σταματούσε, αλλά
δεν θα το άφηνα να περάσει έτσι. Όπως είχα τα πόδια μου στον αέρα
τίναξα το ένα με δύναμη μπροστά και για καλή μου τύχη τον πέτυχα
ακριβώς εκεί που ήθελα. Εκείνος έβγαλε μία πνιχτή κραυγή και άρχισε

Κυνηγοί Ζωής 285

να γονατίζει. Τότε βρήκα ευκαιρία και ξέφυγα από το κράτημά του.
Στάθηκα όρθια παραπατώντας, σταθεροποιήθηκα και τον κοίταξα
αγριεμένα.

Εκείνος κρατούσε τον καβάλο του ενώ προσπαθούσε να σηκωθεί.
Όταν το έκανε, με κοίταξε άγρια. Στεκόμασταν ο ένας απέναντι από τον
άλλον έτοιμοι να χιμήξουμε σαν τα λιοντάρια μπροστά.

«Τι σκατά κάνεις, μου λες;» του φώναξα πρώτη και έσφιξε τις γροθιές
του.

«Εγώ τι κάνω ή εσύ; Πρώτα λες όλες αυτές τις μαλακίες, με από-
φεύγεις και τώρα με χτυπάς και από πάνω; Είσαι τελείως ηλίθια;»
φώναξε και μπορούσα να δω τις φλέβες στον λαιμό του να έχουν
διογκωθεί από τα νεύρα.

«Εσύ φταις για όλα αυτά! Εσύ με διώχνεις μακριά με τη συμπε-
ριφορά σου και τώρα μου ζητάς και τα ρέστα; Έρχεσαι, με αρπάζεις σαν
Νεάντερνταλ και νομίζεις ότι θα σε φοβηθώ; Σε γελάσανε! Τράβα στις
πουτάνες που πηδάς και θα κάνουν ό,τι τους πεις από φόβο μήπως τους
φυτέψεις καμία σφαίρα στο κεφάλι, αφού τις εγκρίνει και ο πατερούλης
σου, και παράτα με στην ησυχία μου. Γελοίε!»

Μόλις του είπα όλα αυτά, σαν να τον αποσυντόνισαν τα λόγια μου
και χαλάρωσε λίγο. Πέρασε τα χέρια μέσα από τα μαλλιά θυμωμένα.

«Γι’ αυτό τα κάνεις όλα αυτά; Επειδή δεν είπα φανερά στον πατέρα
μου ότι πηδιόμαστε;» είπε και μου ξέφυγε ένα γέλιο.

«Φυσικά, γιατί δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να πηδιόμαστε. Να
θεωρήσω πως όλα όσα μου είπες εκείνο το βράδυ πίσω στο Μπράιτον
ήταν μαλακίες και απλώς συνέχισες να με θεωρείς σαν μία από τις
γκόμενες που πηδάς. Γιατί δεν με εκπλήσσει αυτό, Κίλιαν;»

«Είσαι ηλίθια, γαμώτο! Δεν καταλαβαίνεις ότι το παραμικρό να έλεγα
σε αυτόν τον μπάσταρδο οι πιθανότητες στα επόμενα δεύτερα να ήσουν
νεκρή ήταν πολύ μεγάλες! Κάθε σου λέξη, κάθε σου προσβολή, ακόμα
και η στάση του σώματός του για εκείνον ήταν πρόκληση και δεν το είχε
σε τίποτα να σε πυροβολήσει εν ψυχρώ μπροστά σε όλους. Ξέρεις τι
μου ζήτησε όταν βρεθήκαμε μόνοι;» είπε και σταμάτησε για λίγο για να
μου δώσει το περιθώριο να καταλάβω τα λόγια του, όμως το μυαλό μου

286 ALEXA MERIAN

ήταν θολό από τον θυμό. Δεν ήθελα να καταλάβω τίποτα. Είχα πάρει την
απόφασή μου και το «εμείς» δεν υπήρχε.

«Μου ζήτησε να σε βγάλω από τη μέση, γιατί μια γυναίκα σαν εσένα
είναι κακό πρότυπο για τη Ροσέλ και το να σε “βγάλω από τη μέση” για
τον Μορέι δεν είναι απλώς το να σε διώξω. Θέλει να σε καθαρίσω με τα
ίδια μου τα χέρια. Το ίδιο θα γινόταν άμα του έλεγα πως ήμασταν μαζί,
με τη διαφορά ότι αυτό το καθάρισμα θα γινόταν πιο άμεσα» μου
εξήγησε και ξέσπασα σε γέλια. Σήκωσα τα χέρια ψηλά σαν να παρα-
δίνομαι και περίμενα με τον αέρα να χτυπάει το σώμα μου σαν μαχαίρι.

«Έλα, τότε! Γι’ αυτό δεν με έσυρες στην ερημιά, μακριά από όλους;
Βγάλε το γαμημένο περίστροφό σου και ρίξε μου» είπα με θάρρος και
περίμενα.

Με κοιτούσε σαν να ήμουν τρελή και κανείς από τους δυο μας δεν
κουνήθηκε. Κατέβασα τα χέρια γελώντας και τον πλησίασα σε σημείο να
μας χωρίζουν μόνο μερικά εκατοστά.

«Είσαι ένας δειλός και κρύβεσαι πίσω από τον πατέρα σου. Αν είχες
τα αρχίδια, όχι μόνο θα τραβούσες τη σκανδάλη αλλά θα του έλεγες
κιόλας ότι είσαι μαζί μου. Νόμιζα ότι είχα αρχίσει να ανήκω κάπου, σε
κάποιον, δίχως να το μετανιώνω, αλλά για μία ακόμη φορά έκανα λάθος.
Πολύ καλά, γύρνα και πες του ότι το έκανες και θα κανονίσω η φυγή μου
να είναι αθόρυβη. Θα μιλήσω εγώ με τη Ροσέλ, μην ανησυχείς γι’ αυτό»
του είπα ήρεμα και είδα τον θυμό του να φουντώνει ξανά. Άσχημο
πράγμα να σου πληγώνουν τον εγωισμό.

«Βαλεντίν, μη μου λες μαλακίες. Δεν ξέρεις τι γίνεται σε αυτή την
οικογένεια για να πετάς τέτοια λόγια» γρύλισε και σήκωσα το χέρι μου
και το έβαλα στα χείλη του για να σταματήσει.

«Έχεις δίκιο. Δεν ξέρω και δεν θέλω να μάθω. Άφησε με ήσυχη,
Κίλιαν» είπα όσο πιο ψυχρά μπορούσα και με άφηνε η καρδιά μου.
Ύστερα τον προσπέρασα και άρχισα να απομακρύνομαι από κοντά του.

Εκείνος δεν έκανε απολύτως τίποτα και δεν μπορούσα να πιστέψω
το πόσο ηλίθια ένιωθα που μέχρι και τελευταία στιγμή είχα την ελπίδα
ότι με ήθελε.

Κυνηγοί Ζωής 287

«Μπορείς να μείνεις στο σπίτι. Έφυγε. Κάν’ το για τη Ροσέλ και για
την ασφάλειά σου» μου φώναξε.

Ένιωσα τον παγωμένο αέρα να τραβάει τα δάκρυά μου και τη φωνή
μου άφαντη. Δεν του απάντησα, απλώς συνέχισα τον δρόμο μου δίχως
να νιώθω τίποτα – ούτε το κρύο, ούτε τα πληγιασμένα πόδια μου, αλλά
ούτε και την καρδιά μου που γινόταν κομμάτια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 37

Εκείνη η μέρα ήταν και η τελευταία που έκλαψα για τον χωρισμό μου με
τον Κίλιαν. Αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί χωρισμός, γιατί μάλλον δεν
είχαμε ποτέ και κάτι το τόσο σοβαρό. Πέρασα όλη την υπόλοιπη μέρα
κλεισμένη στο δωμάτιό μου με τον Λίαμ στο πλευρό μου να μου μιλάει,
μα δεν τον άκουγα. Μέχρι και που έφτασε το βράδυ βρισκόμουν στον
κόσμο μου, ώσπου αποκοιμήθηκα στην αγκαλιά του τελείως
κουρασμένη.

Το επόμενο πρωινό ξύπνησα και ήμουν τελείως διαφορετική. Είχα
πνίξει τον πόνο που ένιωθα μέσα μου και στην επιφάνεια είχα βγάλει την
ίδια ψυχρότητα που είχα και πριν. Φυσικά μου πήρε αρκετά για να
πείσω και τον Λίαμ αλλά και τη Ροσέλ πως ήμουν εντάξει, αλλά στο
τέλος ευτυχώς το κατάλαβαν και σταμάτησαν να μου αναφέρουν το
οτιδήποτε. Με εκείνον βρισκόμουν μόνο στις περιπτώσεις που
μαζευόμασταν όλοι μαζί για φαγητό ή τυχαία στους διαδρόμους, μα δεν
είχαμε ανταλλάξει καμία κουβέντα. Με κοιτούσε με το ίδιο ανέκφραστο
βλέμμα που τον κοιτούσα κι εγώ και αυτό κρατούσε μόνο μερικά
δεύτερα. Ώρες ώρες ίσως και να ένιωθα ένα κύμα θυμού να πέφτει
επάνω μου, όμως του έδειχνα πως δεν το παρατηρούσα καν ή ότι δεν με
ένοιαζε. Φυσικά και με πείραζε, όμως δεν ήθελα να το ξέρει.

Η παραμονή Πρωτοχρονιάς είχε φτάσει. Η Ροσέλ ήταν σε πλήρη
υστερία από το πρωί και διαρκώς γκρίνιαζε για τα πάντα. Ήθελε
απεγνωσμένα να βγει έξω και ο Κίλιαν ήταν κάθετος πως δεν ήταν
καθόλου καλή ιδέα. Καθόμουν στον καναπέ του σαλονιού και χάζευα
διάφορα πράγματα στο ίντερνετ από το κινητό μου – ήθελα να
ολοκληρώσω τη λίστα μου με τα δώρα για όλους, επειδή δεν είχα άλλον

Κυνηγοί Ζωής 289

τρόπο πέρα από το ταχυδρομείο. Είχα κουλουριαστεί μαζί με μία πικέ
κουβέρτα και ήμουναφοσιωμένη τόσο που όταν μπήκαν και οι δύο σαν
χείμαρρος μέσα στο δωμάτιο, τρόμαξα. Οι διαφημίσεις στο τηλεοπτικό
πρόγραμμα της ζωής μου μόλις ξεκινούσαν.

«Σου είπα ότι θα είμαι εντάξει! Αφού θα βγούνε όλοι γιατί να μην πάω
κι εγώ;» του φώναξε η Ροσέλ με εκείνη την τσιριχτή φωνή γεμάτη
παράπονο. Όταν άκουσα το απεγνωσμένο γρύλισμά του, κρατιόμουν με
το ζόρι για να μη γελάσω. Σιγά μην έβγαζε άκρη μαζί της.

«Μικρή, μαζέψου! Είπα θα μείνεις εδώ και τέλος!» της φώναξε και
τότε άρχισε το πανηγύρι.

«Από τότε που ήρθε ο μπαμπάς σού έχει στρίψει εντελώς! Είσαι
βλαμμένος; Και ποιος νομίζεις ότι θα μείνει πίσω για να φυλάει εμένα
αφού όλοι θα είναι έξω για να διασκεδάσουν είτε όλοι μαζί είτε με τις
οικογένειές τους; Γιατί θες να μας καταδικάσεις όλους; Μέχρι κι εσύ θα
είσαι έξω με γκόμενα!» τσίριξε πιο πολύ και με έκανε να νιώσω ένα
σφίξιμο στην καρδιά.

«Ροσέλ, μάζεψε το στόμα σου και σταμάτα να μου κάνεις τη ζωή
δύσκολη» της είπε εκείνος προειδοποιητικά, αλλά μπορούσα να ακούσω
στη φωνή του πως μάλλον πάλι θα πέρναγε το δικό της.

«Αμάν, ρε Κίλιαν! Δηλαδή θες να με κάνεις να περάσω χάλια γιορτές,
ξανά! Βαλ, πες κι εσύ κάτι!» παραπονέθηκε και μόνο τότε σήκωσα το
βλέμμα μου σαστισμένη. Για κακή μου τύχη πέτυχε το δικό του που με
παρακαλούσε άηχα να της βάλω μυαλό. Φυσικά και δεν το είχα σκοπό.
Χαμογέλασα ψεύτικα και πετάρισα τα μάτια μου.

«Εμένα μη με ανακατεύετε. Σε τέτοια θέματα ούτε εμένα ακούει» είπα
απλώς και γύρισα πάλι στις αγορές μου σαν να μην υπήρχα. Εκείνη τη
στιγμή άκουσα το γρύλισμα του Κίλιαν και μάλλον θα καιγόμουν στην
Κόλαση με την απόλαυση που ένιωσα.

«Εσύ τι θα κάνεις δηλαδή;» απαίτησε να μάθει η μικρή και τότε
άρχισε το πραγματικό σόου.

Κοίταξα το μεγάλο παλιό ρολόι στον τοίχο και τινάχτηκα δήθεν
αναστατωμένη.

290 ALEXA MERIAN

«Ω, σκατά πρέπει να πάω να ετοιμαστώ!» αναφώνησα και άρχισα να
μαζεύω τα πράγματά μου.

«Πού πας;» ρώτησε έκπληκτη η Ροσέλ καθώς ανέβαινα τις σκάλες
και ένιωσα την πλάτη μου να τσουρουφλίζεται από κάτι. Γύρισα και τους
κοίταξα με τέτοιο ύφος που σίγουρα θα με βράβευαν με όσκαρ αν ήμουν
ηθοποιός.

«Α, εγώ θα λείπω από νωρίς, οπότε μη μου δίνετε σημασία» είπα με
άνεση και αμέσως γύρισα την πλάτη και άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά
χοροπηδηχτά.

«ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ Η ΒΑΛΕΝΤΙΝ ΘΑ ΒΓΕΙ ΕΞΩ!» ακούστηκε η τσιρίδα της
Ροσέλ πεντακάθαρα στον επάνω όροφο και μπήκα στο δωμάτιό μου
ξεσπώντας σε άηχα γέλια.

Μόλις έκλεισα την πόρτα, έπιασα το κινητό μου και κάλεσα τον
Έιντζελ. Ύστερα από αρκετή πίεση τού είχα αποκαλύψει πως είμασταν
στην Ιρλανδία και είχε φροντίσει να βρίσκεται κοντά για παν ενδεχόμενο.

«Χρόνια πολλά, όμορφη» μου ευχήθηκε και συνέχισα να έχω το
χαμόγελο στα χείλη μου.

«Χρόνια πολλά, μικρέ. Τι θα κάνεις το βράδυ;» είπα δίχως πολλά
πολλά, κάτι που τον ξάφνιασε.

«Υποθέτω κάτι μαζί σου;» ρώτησε σαν να μην ήταν σίγουρος και
γέλασα.

«Αυτό ακριβώς. Λοιπόν ντύσου, στολίσου και το βράδυ θα βρεθούμε
να πιούμε. Θα πω και στον Λίαμ να έρθει, άμα δεν έχει κανονίσει κάτι»
είπα όλο χαρά.

Ο αδερφός μου με τον Λίαμ τον τελευταίο καιρό είχαν αρχίσει να
έχουν κάποιες επαφές εξαιτίας μου και ήθελα να βεβαιωθώ πως κι
εκείνος δεν θα έμενε μόνος του μέσα.

«Μια χαρά. Στείλε μου το πού και θα είμαι εκεί. Πώς και τέτοια κέφια
εσύ; Τα ξαναβρήκες με τον ψηλό;» είπε και ξαφνικά σκοτείνιασα. Το
χαμόγελο έσβησε από το πρόσωπό μου και κάθισα στην άκρη του
κρεβατιού.

«Λοιπόν, πάω να μιλήσω με τον Λίαμ και μιλάμε μετά. Περίμενε
μήνυμά μου» είπα δήθεν χαρωπά και του το έκλεισα. Κοίταξα τη μαύρη

Κυνηγοί Ζωής 291

οθόνη για μερικά λεπτά δίχως να σκέφτομαι τίποτα, γιατί πολύ απλά δεν
υπήρχε κάτι για να σκεφτώ. Έπρεπε μονάχα να ηρεμήσω εκείνο το
ξέφρενο και επώδυνο χτυποκάρδι που με έπιανε κάθε φορά που τον
έβλεπα ή άκουγα για εκείνον.

Σηκώθηκα απότομα από το κρεβάτι και κούνησα το κεφάλι πέρα
δώθε για να διώξω κάθε λάθος σκέψη. Δίχως να δώσω άλλα περιθώρια
στον εαυτό μου να επηρεαστεί από τα λόγια του αδερφού μου, άνοιξα
την πόρτα και βγήκα στον διάδρομο. Δεν ακούγονταν φωνές, πράγμα
που σήμαινε πως ή την είχε πνίξει ή είχε σταματήσει το ματς. Κατέβηκα
τα σκαλιά επιφυλακτικά και πήγα σχεδόν αθόρυβα στο δωμάτιο του
Λίαμ. Έπρεπε να κοιμόταν καθότι όταν μου άνοιξε, ήταν με τα μάτια
μισόκλειστα και τα μαλλιά του ανακατωμένα όσο δεν πήγαινε.

«Τι θες;» μούγκρισε και έσπρωξα την πόρτα για να μπω μέσα.
Εκείνος με κοίταξε και, αφού έκλεισε την πόρτα, γύρισε κουτσαίνοντας
πάλι πίσω στο κρεβάτι και ξάπλωσε ξανά αγκαλιάζοντας το μαξιλάρι του.

«Θα πας με τους άλλους το βράδυ;» τον ρώτησα και άφησε ένα
μούγκρισμα άρνησης να βγει από μέσα του. Ξεφύσηξα αγανακτισμένα
από την έλλειψη επικοινωνίας και κάθισα πάνω στην πλάτη του με
δύναμη και σταύρωσα τα πόδια. Εκείνος έβγαλε μια κραυγή, αλλά δεν
κουνήθηκε και πάρα πολύ.

«Γιατί δεν θα πας;»
Γρύλισε θυμωμένα και με μία κίνηση γύρισε κι εγώ έπεσα δίπλα του.
«Δεν έχεις σκοπό να με αφήσεις να κοιμηθώ, έτσι δεν είναι; Δεν
γουστάρω να πάω μαζί τους. Θα είναι και η μικρή και δεν έχω καμία
όρεξη» είπε και χαμογέλασα.
«Τον έπεισε τελικά να πάει; Εντύπωση μου κάνει» είπα ειρωνικά κι
εκείνος γέλασε.
«Σιγά που δεν θα τον έπειθε. Οι φωνές τους ακούγονταν σε όλο το
σπίτι».
«Σωστά. Ωραία, εσύ όμως δεν υπάρχει λόγος να κάθεσαι μόνος σαν
τον μαγκούφη. Θα βγούμε με τον Έιντζελ το βράδυ οπότε κοιμήσου όσο
προλαβαίνεις. Στις δέκα να είσαι έτοιμος να φύγουμε τα δυο μας» είπα
πεταρίζοντας τα μάτια μου.

292 ALEXA MERIAN

«Χμ, Πρωτοχρονιά με τη Βαλεντίν. Ωραία που θα περάσουμε!» είπε
σαρκαστικά κάνοντας μία γκριμάτσα και του έσκασα μπουνιά στα
πλευρά.

«Έλα, δεν θέλω αηδίες. Μια χαρά θα είναι και σίγουρα ο αδερφός
μου θα φέρει και κάνα δυο κοπέλες μαζί του, οπότε θα έχει ενδιαφέρον η
βραδιά» είπα και στο τέλος του έκλεισα το μάτι. Εκείνος αμέσως με
σήκωσε και με έβγαλε από το δωμάτιο κακήν κακώς κλείνοντας την
πόρτα πίσω του.

«Στις δέκα, μην το ξεχάσεις!» του φώναξα γελώντας και ύστερα
γύρισα από την άλλη και ανέβηκα πάνω για να ετοιμαστώ.

Καθώς περπατούσα στον διάδρομο κοιτούσα μόνο το κινητό μου
διότι έστελνα μήνυμα στον Έιντζελ και δεν κατάλαβα που η πόρτα της
Ροσέλ άνοιξε και με τράβηξε άγαρμπα μέσα. Αφού την έκλεισε, στάθηκε
με τα χέρια στη μέση και με κοιτούσε άγρια.

Και η μουρμούρα ξεκινούσε σε τρία, δύο, ένα...
«Ξέρασέ τα όλα!» είπε και γέλασα δήθεν ανήξερα.
«Δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάς».
«Με ποιον θα βγεις; Πού θα πάτε; Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας; Τι θα
φορέσεις; Πώς γίνεται και αποφάσισες εσύ να βγεις έξω;»
Όλες τις ερωτήσεις τις έκανε μαζεμένες και στο μεταξύ σταύρωσα τα
χέρια στο στήθος και περίμενα υπομονετικά μέχρι να τελειώσει. Είχα
κιόλας πονοκέφαλο!
«Μικρή, δεν θα σου δώσω λογαριασμό τι θα κάνω. Απλά θα βγω κι
εγώ έξω σαν άνθρωπος. Όσο για το τι θα φορέσω, ήλπιζα πως θα έχω
τη βοήθειά σου σε αυτό» της είπα για να την ενθαρρύνω και αμέσως το
βλέμμα της άστραψε. Δίχως να πει κάτι άλλο, πήγε στην ντουλάπα της
και την άνοιξε διάπλατα κοιτώντας τα ρούχα της ένα ένα.
«Θες κάτι τολμηρό ή απλό αλλά επίσημο;» είπε και στριφογύρισα τα
μάτια ενώ κάθισα στην άκρη του κρεβατιού της.
«Κάτι που θα μου είναι άνετο και δεν θα μετανιώσω την ώρα και τη
στιγμή που ζήτησα τη βοήθειά σου» είπα με αγνόησε συνεχίζοντας το
ψάξιμο.

Κυνηγοί Ζωής 293

Όταν βρήκε αυτό που ήθελε, έβγαλε ένα επιφώνημα ενθουσιασμού
και το τέντωσε μπροστά μου. Ήταν ένα μαύρο κομμάτι από λάτεξ
ύφασμα και δεν καταλάβαινα αν ήταν ρούχο ή ζώνη ή κάτι τέτοιο τέλος
πάντων. Το κοίταξα με το ένα φρύδι ανασηκωμένο και περίμενα κάποια
επεξήγηση. Εκείνη αναστέναξε και το πέταξε στα χέρια μου.

«Πήγαινε στο μπάνιο και δοκίμασέ το».
Την κοίταξα άλλη μία φορά και μετά το ρούχο. Τελικά έκανα όπως
μου είπε. Μπήκα στο μπάνιο και προσπάθησα να καταλάβω πού ήταν το
πάνω και πού το κάτω. Αφού πάλεψα λίγη ώρα, καθότι το ύφασμα ήταν
τέτοιο που έσφιγγε, κατάλαβα πως τελικά ήταν φόρεμα και βγήκα έξω
προσπαθώντας να μαζέψω τα αμάζευτα.
«Μ’ αρέσει που σου είπα ότι θέλω κάτι άνετο» μουρμούρισα καθώς
έβγαινα και έφτιαχνα το μπούστο μου, μα ξαφνικά μαρμάρωσα. Εκείνος
στεκόταν στην πόρτα και μόλις με είδε, τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα.
Το βλέμμα του πήγαινε από το πρόσωπο στο φόρεμα και από το φόρεμα
πάλι πίσω σε μένα. Ένιωσα τη θερμοκρασία του δωματίου να ανεβαίνει
επικίνδυνα. Το φόρεμα ήταν υπερβολικά στενό και κοντό ενώ μου τόνιζε
τόσο πολύ το μπούστο που ένιωθα ότι μία λάθος κίνηση να έκανα θα
είχα κάποιο ατύχημα.
«Α, σου πάει πολύ! Ε;» είπε αμήχανα η Ροσέλ κοιτώντας μία τον
αδερφό της και μία εμένα.
Εκείνος πήρε το βλέμμα του από πάνω μου απότομα και, λίγο πριν
βγει έξω, γύρισε προς την αδερφή του δίνοντάς μου περιθώριο να τον
παρατηρήσω λίγο καλύτερα. Φορούσε ένα ριγέ πουκάμισο που είχε το
ίδιο βαθύ μπλε που είχαν και τα μάτια του όταν θύμωνε, με μία μαύρη
γραβάτα με ίδιο χρώμα σακάκι. Ήταν τόσο όμορφος που το στομάχι μου
σφίχτηκε.
Ποιος ξέρει με ποια θα έβγαινε και ντύθηκε έτσι. Αναρωτήθηκα.
«Εγώ θα φύγω νωρίτερα, γιατί έχω μερικές δουλειές να κανονίσω.
Ό,τι χρειαστείς θα με πάρεις αμέσως» της είπε αυστηρά και γύρισε να
φύγει, αφού πρώτα μου έριξε μία τελευταία άγρια ματιά, και χτύπησε την
πόρτα λίγο παραπάνω από το κανονικό. Στο μεταξύ εγώ έμεινα να

294 ALEXA MERIAN

κοιτάζω το σημείο που βρισκόταν πριν και πλέον δεν ένιωθα και τόσο
καλά να βγω έξω.

«Βαλ, σου πάει πάρα πολύ. Μπορείς να το κρατήσεις. Έτσι και
αλλιώς εγώ πέρα από μία φωτογράφιση δεν το έχω ξαναφορέσει ποτέ»
είπε η Ροσέλ για να μου αποσπάσει την προσοχή και της χαμογέλασα
νευρικά.

«Σ’ ευχαριστώ, μικρή μου» είπα και έμεινα λίγο παραπάνω για να τη
βοηθήσω με τα δικά της ρούχα αποφεύγοντας κάθε αναφορά στον
αδερφό της. Ύστερα, αφού πήρα ό,τι έπρεπε, πήγα στο δωμάτιό μου και
ξεκίνησα κι εγώ να ετοιμάζομαι. Στο μεταξύ το μυαλό μου ήταν κολλημένο
ακόμα στην εικόνα του και στο γεγονός πως κάποια άλλη θα τον έβλεπε
έτσι, όμορφο και καλοντυμένο. Από τη μία νευρίαζα με αυτό, αλλά από
την άλλη και με τον εαυτό μου που δεν μπορούσα να ξεκολλήσω.

Η ώρα ήταν εννιά παρά δέκα όταν άκουσα τη φωνή του Λίαμ να με
φωνάζει να κατέβω. Φόρεσα ένα σχετικά χοντρό μπουφάν ντυμένο με
συνθετική γούνα και ένα ζευγάρι μπότες με χαμηλό τακούνι. Τσέκαρα
άλλη μια φορά τον εαυτό μου στον καθρέφτη και ύστερα πήρα την
τσάντα μου και βγήκα. Χαιρέτησα τη Ροσέλ που ακόμα βαφόταν, μιας
και θα έβγαινε πιο αργά με τα παιδιά, και κατέβηκα κάτω. Ο Λίαμ ήταν
και αυτός ντυμένος στα μαύρα με ένα καλό πουκάμισο δίχως γραβάτα
και κρατούσε στο χέρι του το χοντρό του παλτό.

«Είσαι κούκλα! Θα κάψεις καρδιές σήμερα» είπε σαν κομπλιμέντο
και του χαμογέλασα.

«Κι εσύ δεν πας πίσω. Άντε να δω με ποια θα γυρίσεις σπίτι
σήμερα» είπα χαριτολογώντας και με αγριοκοίταξε. Άνοιξε την εξώπορτα
και με άφησε να βγω πρώτη ενώ εκείνος ακολούθησε από πίσω.
Μπήκαμε σε ένα από τα αμάξια που ήταν μπροστά από το σπίτι και, λίγο
πριν βάλει μπροστά, σήκωσα το βλέμμα μου στο σπίτι και πιο
συγκεκριμένα στο παράθυρο που έβλεπε το δωμάτιο του Κίλιαν. Το φως
ήταν ανοιχτό και η σιλουέτα του φαινόταν ξεκάθαρα να στέκεται εκεί και
να κοιτάζει έξω. Χαμήλωσα τα μάτια ώστε να αποφύγω κάθε άλλη οπτική
επαφή και ευτυχώς ο Λίαμ ξεκίνησε αμέσως.

Κυνηγοί Ζωής 295

Το μέρος που θα συναντούσαμε τον αδερφό μου ήταν αρκετά μακριά
από το σπίτι για λόγους ασφαλείας και στη διαδρομή δεν μιλούσαμε και
πάρα πολύ. Όταν φτάσαμε στο μαγαζί, ο Λίαμ με άφησε έξω από την
πόρτα και πήγε να παρκάρει. Στο μεταξύ εγώ έβγαλα το κινητό μου και
προσπαθούσα να βρω τον αδερφό μου όταν άκουσα το παλιό μου
όνομα. Πριν προλάβω να αντιδράσω εκείνος με τύλιξε στην αγκαλιά του
και με στριφογύρισε.

«Φτάσατε έγκαιρα! Μόλις ήρθαμε κι εμείς» είπε ο Έιντζελ και από
πίσω του είδα δύο ξανθιές κοπέλες να μας κοιτάζουν χαμογελώντας.

Ο Λίαμ δεν άργησε να μας βρει και, αφού έγιναν οι κατάλληλες
συστάσεις με τις κοπέλες που συνόδευε ο αδερφός μου, τη Νικόλ και την
Υλένια, μπήκαμε μέσα στο μαγαζί. Λόγω της ημέρας είχε αρκετό κόσμο
και ευτυχώς βρήκαμε θέση σε μία γωνία του μπαρ. Τα αγόρια αμέσως
πήραν παραγγελία από τον μπάρμαν και το ποτό άρχισε να ρέει άφθονο.
Ο κόσμος γλεντούσε κι εμείς το ίδιο και, αφού άλλαξε και ο χρόνος,
αρχίσαμε με τα κορίτσια να χορεύουμε στην πίστα ενώ τα αγόρια ήταν
στο μπαρ και μας κοιτούσαν. Ξαφνικά η Νικόλ έσκυψε προς το μέρος
μου φανερά μεθυσμένη και χασκογελούσε.

«Ο φίλος σου είναι ελεύθερος;» μου φώναξε για να την ακούσω
πάνω από τη μουσική και αυθόρμητα το βλέμμα μου έπεσε στον καημένο
τον Λίαμ που έπνιγε τον πόνο του για τη Ροσέλ στο ποτό.

«Είναι περίπλοκη ιστορία» της είπα υπονοώντας να το αφήσει, μα
εκείνη μου χαμογέλασε πονηρά.

«Δεν πειράζει, θέλω να το ανακαλύψω!» είπε με ενθουσιασμό και
συνέχισε να χορεύει προκλητικά ενώ τον κοιτούσε έτοιμη να τον
κατασπαράξει.

Καημένε, Λίαμ.
Συνέχισα να χορεύω μαζί τους δίχως να κοιτάζω και πάρα πολύ
γύρω μου και δεν έδινα σημασία σε τίποτα. Ήξερα πως αρκετά αντρικά
βλέμματα ήταν στραμμένα επάνω μου και ειδικά του μπάρμαν που μας
εξυπηρετούσε, όμως κανείς δεν είχε εκείνα τα μπλε μάτια που ήθελα εγώ
να με κοιτάζουν. Στη σκέψη του και μόνο η διάθεσή μου έπεσε
κατακόρυφα. Άφησα τα κορίτσια να χορεύουν, γύρισα πίσω στο μπαρ

296 ALEXA MERIAN

και περίμενα για να πάρω ακόμα ένα ποτό. Ο Έιντζελ με κοίταξε και μου
έκανε νόημα να πάω κοντά του. Αφού πήρα το ποτό μου, τον πλησίασα
και αμέσως με αγκάλιασε.

«Γιατί δεν διασκεδάζεις;» με ρώτησε και ήπια μια γερή γουλιά από το
ποτήρι μου για να τον αποφύγω.

«Διασκεδάζω!» φώναξα και κούνησε το κεφάλι πέρα δώθε
αποδοκιμαστικά. Εκείνη τη στιγμή μας πλησίασαν οι άλλες δύο και
αμέσως έκανα στην άκρη για να πάρει τη θέση μου η Υλένια ενώ η Νικόλ
πήγε και κόλλησε πάνω στον Λίαμ κάνοντάς του νάζια. Εκείνος με
κοίταξε μια φορά και ύστερα άρχισε να φλερτάρει ελαφρά μαζί της.

Και έτσι βρέθηκα ανάμεσα σε δύο ζευγάρια να πίνω το ποτό μου ενώ
μέσα μου έβραζα για την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα. Το ποτό
είχε ρίξει τις άμυνές μου και όσο περνούσε η ώρα νευρίαζα
περισσότερο. Πήρα ένα ακόμα και αφού το ήπια γρήγορα, αμέσως πήγα
και για άλλο. Όταν το παρατήρησε ο Λίαμ, προσπάθησε να με
σταματήσει.

«Ε, τι έπαθες;» με ρώτησε και δάγκωσα τα χείλη μου. Κούνησα το
κεφάλι αρνητικά και δεν του απάντησα. Ένα ζευγάρι κλειδιά βρέθηκε
δίπλα μου, επάνω στο μπαρ, και αφού τα είδα, γύρισα το βλέμμα μου
επάνω του.

«Γύρνα σπίτι πριν γίνεις τελείως χάλια» μου είπε και τον κοίταξα
σαστισμένα.

«Κι εσύ;»
«Βαλεντίν, απλώς πήγαινε και μην αγχώνεσαι για μένα. Οι άλλοι
είναι κοντά, θα πω σε κάποιον να έρθει να με μαζέψει. Κάνε αυτό που
χρειάζεται για να ηρεμήσεις» είπε και έσφιξα την αρμαθιά στη χούφτα
μου. Τον αγκάλιασα σφιχτά και αφού τους χαιρέτησα, πήρα τα
πράγματά μου και άρχισα να σπρώχνω τον κόσμο για να βγω έξω.
Μόλις ο παγωμένος αέρας χτύπησε το κορμί μου, ένιωσα το κεφάλι
μου να ξεθολώνει λιγάκι. Φόρεσα το μπουφάν μου και φτάνοντας στο
αυτοκίνητο ένιωσα κάποιον να με πλησιάζει. Γύρισα και προς μεγάλη
μου έκπληξη είδα τον Σέντρικ να μου χαμογελάει.
«Σέντρικ!» αναφώνησα κι εκείνος πλησίασε ακόμα περισσότερο.

Κυνηγοί Ζωής 297

«Καλή χρονιά, Βαλεντίν. Είσαι μία κούκλα!» είπε και του χαμο-
γέλασα.

«Καλή χρονιά! Τι κάνεις εσύ εδώ;» τον ρώτησα και κούνησε τους
ώμους του αδιάφορα.

«Δουλεύω για τον αδερφό σου, το ξέχασες αυτό;» μου είπε και
ένευσα καταφατικά. Ξαφνικά με έπιασε μία νευρικότητα που ήμουν μαζί
του. Δεν μιλούσαμε και με πλησίασε όλο και περισσότερο.

«Λοιπόν; Για πού είσαι τώρα;» με ρώτησε και έπαιξα νευρικά με τα
κλειδιά στα χέρια μου.

«Πουθενά. Γυρίζω σπίτι» απάντησα ειλικρινά κι εκείνος ένευσε.
«Θα σε περιμένουν κιόλας φαντάζομαι» είπε με το υπονοούμενο
φανερό για τον Κίλιαν και αμέσως έσκυψα το κεφάλι.
«Όχι, Σέντρικ, θα γυρίσω σπίτι για ύπνο» ξεφύσησα κι εκείνος
ρουθούνισε.
«Ωραία, τότε δεν θα έχω τύψεις άμα σε βάλω σε μπελάδες» είπε και
τον κοίταξα περίεργα.
«Τι εννοείς;» είπα και δίχως να μου απαντήσει με λόγια ξεκίνησε με
πράξεις.
Με ένα μεγάλο βήμα βρέθηκε μπροστά μου και τα χέρια του με
άρπαξαν ενώ τα χείλη του συγκρούστηκαν πάνω στα δικά μου βίαια.
Κόλλησε το σώμα μου πάνω στο αυτοκίνητο ενώ χάιδευε την πλάτη μου.
Στην αρχή ήμουν έκπληκτη, παρ’ όλο που με είχε ξαναφιλήσει, όμως δεν
τον απομάκρυνα. Ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Ίσως με αυτόν τον τρόπο να
απάλυνε σιγά σιγά ο πόνος μέσα μου. Στο κάτω κάτω κι εκείνος
κοιμόταν με όποια του άνοιγε τα πόδια.
Σήκωσα τα χέρια μου και τα πέρασα μέσα από τα μαλλιά του ενώ
άνοιξα το στόμα και βάθυνα το φιλί μας. Μπορούσα να γευτώ το αλκοόλ,
μα δεν ήταν τόσο έντονο. Μάλλον εγώ είχα πιει περισσότερο από
εκείνον. Ένα έντονο βογκητό βγήκε από μέσα του και απομακρύνθηκε
λιγάκι βαριανασαίνοντας.
«Βαλεντίν, δεν ξέρω αν μπορώ να κρατηθώ. Σε θέλω, γαμώτο!»
αναφώνησε και τον κοίταξα στα μάτια. Δεν ήμουν καθόλου σίγουρη για
ό,τι ετοιμαζόμουν να πω.

298 ALEXA MERIAN

«Μην κρατηθείς» είπα και, σαν να τον πυροδότησα, άρχισε πάλι να
με φιλάει αχόρταγα.

Τα χέρια του με γράπωσαν από τα πλευρά και με χάιδευαν όταν
σταμάτησε πάλι και με τράβηξε από την πλευρά του πεζοδρομίου. Λίγο
παραπέρα υπήρχε ένα σκοτεινό δρομάκι που δεν περνούσε κόσμος και
έτσι δεν θα μας έβλεπε κανείς. Μόλις μπήκαμε μέσα, με κόλλησε πάνω
στον τοίχο και ξεκίνησε πάλι να με φιλάει. Έβγαλα το μπουφάν μου και
το πέταξα κάτω με γρήγορες κινήσεις κι εκείνος ξέφυγε από τα χείλη μου
και άρχισε να κατεβαίνει όλο και πιο χαμηλά στον λαιμό μου. Σταμάτησε
και κοίταξε για λίγο το φόρεμά μου ενώ ύστερα το βλέμμα του
καρφώθηκε στα μάτια μου.

«Όταν σε είδα να χορεύεις με αυτό το φόρεμα, πήγα στον άλλο
κόσμο και γύρισα. Τι μου έχεις κάνει;» είπε ερωτικά και του χαμογέλασα
αβέβαια.

Δεν ήθελα να μιλήσω άλλο, γιατί, άμα το καθυστερούσα, θα το
μετάνιωνα. Τον άρπαξα από τον γιακά του πουκαμίσου του και τον
κόλλησα ξανά επάνω μου. Εκείνος έβαλε τα χέρια στους γλουτούς μου
και με μια κίνηση με σήκωσε ψηλά αναγκάζοντάς με να τυλίξω τα πόδια
μου γύρω του και άρχισε να με χουφτώνει. Ήταν το ίδιο κτητικός με
εκείνον, και αυτό με σκότωνε. Το μυαλό μου ήταν θολό, μα στη σκέψη
μου κυριαρχούσε μόνο ο Κίλιαν.

Μα τι κάνω εδώ πέρα;
Τα χέρια του περιπλανιόντουσαν πάνω μου και καθώς τρύπωσαν
κάτω από το φόρεμά μου, ένιωσα τον πανικό να με κατακλύζει. Δάκρυα
άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια μου και αμέσως προσπάθησα να τον
σταματήσω.
Όχι, δεν το ήθελα αυτό. Δεν ήθελα να γίνει κάτι τέτοιο. Όχι με τον
Σέντρικ.
«Σταμάτα» του είπα ξέπνοα και ευτυχώς εκείνος το κατάλαβε και
αμέσως με άφησε. Έφερα τα χέρια στο πρόσωπό μου και προσπάθησα
να αναπνεύσω.
«Βαλεντίν, έλα ηρέμησε» μου είπε ήρεμα και με τράβηξε σε μία
προστατευτική αγκαλιά.

Κυνηγοί Ζωής 299

«Συγγνώμη, Σέντρικ. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό» απολογήθηκα
κρυμμένη στα χέρια του και δεν μου απάντησε.

Απομακρύνθηκα από κοντά του άγαρμπα, άρπαξα τα πράγματά μου
κι άρχισα να τρέχω προς το αμάξι. Το άνοιξα και κατευθείαν μπήκα στη
θέση του οδηγού, έβαλα μπροστά και έφυγα δίχως να κοιτάξω πίσω μου.
Το πόδι μου πατούσε το γκάζι όλο και πιο πολύ, ενώ δάκρυα έτρεχαν
από τα μάτια μου σαν καταρράκτες. Άνοιξα το παράθυρο και άφησα τον
παγωμένο αέρα να μπει μέσα και να με ξυπνήσει. Μόλις πήγα να κάνω
ένα τραγικό λάθος. Ήμουν τόσο ηλίθια και μετά από αυτό δεν θα
μπορούσα να αντικρίσω τον Σέντρικ ξανά στα μάτια.

Πίεσα ακόμα περισσότερο το γκάζι, παίρνοντας τις στροφές με
ιλιγγιώδη ταχύτητα και ταυτόχρονα άνοιξα το ράδιο να παίζει στη
διαπασών. Ένα μελαγχολικό τραγούδι των Starset έπαιζε και άρχισα να
τραγουδάω δυνατά ενώ δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω.

Έφτασα μπροστά από το σπίτι στο μισό χρόνο από αυτόν που
κάναμε όταν φύγαμε. Όταν σταμάτησα, είχα αφήσει ένα σύννεφο σκόνης
πίσω μου. Κοίταξα μπροστά το σκοτεινό κτίσμα και δεν μπορούσα να
αναπνεύσω. Ήμουν λαχανιασμένη από το κλάμα και άρχισα να
κοπανάω το τιμόνι με μανία. Βγήκα έξω και άρχισα να κλοτσάω τα
λάστιχα μέχρι που έβγαλα μια αγανακτισμένη κραυγή. Ύστερα έμεινα
εκεί να κοιτάζω τη μαύρη θάλασσα και τα κύματα ενώ προσπαθούσα να
ηρεμήσω την αναπνοή μου. Ήμουν υπερβολικά κοντά να με πιάσει ξανά
κρίση και αυτή τη φορά δεν ήταν κανείς για να με ηρεμήσει. Ούτε εκείνος
θα εμφανιζόταν ως δια μαγείας.

Βαθιές ανάσες, Βαλεντίν, μου έλεγε η φωνή του μέσα στο κεφάλι μου
και αυτό έκανα.

Τραβούσα το οξυγόνο μέσα μου και προσπαθούσα να κατεβάσω
τους παλμούς της καρδιάς μου. Όταν τα κατάφερα, ένιωθα μουδιασμένη
και άδεια.

Γύρισα την πλάτη μου στη νύχτα και μπήκα μέσα στο σπίτι. Ήταν
σκοτεινά και με αργά βήματα περπάτησα ως το σαλόνι. Έκλεισα πίσω
μου τις βαριές ξύλινες συρόμενες πόρτες που το χώριζαν από το
υπόλοιπο σπίτι. Πέταξα το μπουφάν μου σε μία πολυθρόνα με


Click to View FlipBook Version