The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.
Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by ΚΑΤΣΑΡΙΚΑΣ ΖΗΣΗΣ, 2021-11-06 03:23:17

ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΩΝ ΘΥΜΗΣΕΣ

ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΩΝ ΘΥΜΗΣΕΣ

Ζήση Κατσαρίκα

ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΩΝ ΘΥΜΗΣΕΣ

Ο ΧΟΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
ΔΕΝΤΡΑ και ΦΥΤΑ

ΖΩΗ ΕΘΙΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ
ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ
ΣΥΝΤΑΓΕΣ

ΟΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ
ΠΟΙΜΕΝΙΚΗ ΖΩΗ
1

Ευχαριστώ όλους για την συμμετοχή στην ‘όμορφη αυτή
προσπάθεια

ΤΟΜΟΣ 1Ος

2

Ο ΧΟΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 5-24
ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ - ΠΛΑΣΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ 24-35
Αφιέρωμα Βασίλη Σερμπέζη 36-40
Αφιέρωμα στον Σταύρο Μπόνια 40 - 43
Αφιέρωμα Γιαρίμη Τάσου (μπάρμπα-ΤΑΣΙΟΥΣ) 44 - 47
Αφιέρωμα στον Κώστα Νάκα 47 - 50
Αφιέρωμα στον Νίκο Λαδιά 50
Αφιέρωμα στην Ιωάννα Τσαούση 50 - 57
Αφιέρωμα στον Απόστολο Τυμπαλέξη 57 - 60
Αφιέρωμα στον Χρήστο Κουτσογιάννη 61 - 65
Αφιέρωμα στον Γιαννακό Θόδωρο 66 -67
Η μάνα 68 -71
ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

1. Εσείς τριανταφυλλάκια μου

2. Να το ‘ξερες μανούλα μου

3. Λιάκαινα
4. Τι καρτερείς βρε φλάμπουρα
5. Μενούσης
6. Στην εκκλησιά της Παναγιάς
7. Θυμήθηκα_την_ξενιτιά
8. Ήρθε καιρός να φύβγουμε
9. Όλοι_τον_ήλιο_τήραγαν
10.Καλά τρώμε και πίνουμε
11.Γιώργη μ’ ήρθαν οι φίλοι σου
12.Κακιά γειτόνισσά Ελένη
13.Βγήκε ν΄ Αντώνης στα Άγραφα
14.Για κέρνα Μαυρομάτα μου
15.Βέργο-κυπαρισσάκι μου
16.Διαβαίνω από την πόρτα σου

17.Βασιλαρχόντισσα
18.Κοντούλα σαν την βαμπακιά

3

19.Πέρα σε εκείνο το βουνό
20.Τα ντόπια τα πουλιά
21.Του Νάσου τα μαλλιά
22.Διώξε με μάνα μ’ διώξε με
23.Ποιος έχει δυο αγαπητικές
24.Φέξε μου φεγγαράκι μου
25.Της Αγιά - Σοφιάς (ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΜΑ ΚΙ ΑΔΙΚΟ)
26.Πικροφαντασιά
27.Θολό ποτάμι πέρναγα
28.Σαράντα πέντε λεμονιές
29.ΒΕΡΓΙΝΑΔΑ
30.ΓΙΑΝΝΟΜ ΣΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΤΗΝ ΕΥΧΗ
31.ΔΑΚΡΥΣΑΝ ΤΑ ΜΑΤΑΚΙΑ ΜΟΥ
32.ΕΣΕΙΣ ΠΟΥΛΑΚΙΑ ΑΠ' ΤΟ ΖΕΡΒΟ
33.ΜΑΤΑΚΙΑ Μ' ΔΕ' ΝΥΣΤΑΖΕΤΕ
34.Ο ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ
35.ΚΟΨΕ ΚΛΩΝΙ ΒΑΣΙΛΙΚΟ
36.ΝΑΤΑΝ ΤΑ ΝΕΙΑΤΑ ΔΥΟ ΒΟΛΕΣ
37.ΞΥΠΝΑ ΠΟΥΛΑΚΙ Μ' ΤΟ ΠΡΩΙ
38.ΠΕΡΑ ΣΕ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΟΞΙΑ
39.Τι λουλούδι θες να γίνω;

ΔΕΝΤΡΑ και ΦΥΤΑ
1. Πάλιουρας
2. Γαύρος
3. Οξιά
4. Σντρίμερο
5. Μπότσικα
6. Φασκόμηλο
7. Νάνες
8. Λουβουδιά

4

9. Λυγαριά
10.Σιδεροχόρτι
11.Παπαρούνα
12.Πουρνάρι
13.Δρυς
14.Σχίνος
15.Οβριά
16.Σκλήθρα

ΖΩΗ κ ΕΘΙΜΑ
ΖΩΗ
Τεκμήρια απο τη ζωή και το όνομα
Απόψεις
Η πίστη των Σαρακατσάνων
Σαρακατσάνοι και Χριστιανισμός Γ. Φυτιλή
Άγιοι
Ευγένιος η Ιωαννούλιος η Γιαννούλης Αιτωλός
Πατροκοσμάς
Φυλακτά και σύμβολα
Φυλακτά
Ξεμάτιασμα
Ειδήσια
Λαϊκή τέχνη
Ξεκαλοκαιριά
ΚΑΤΣΑΡΙΚΑΙΟΙ (το τσελιγκάτο του Κατσαρίκα Ιωάννη)
Περίβλεπτο τα ξεκαλοκαιριά του παππού μου Κατσαρίκα
Πάσχα

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ
1. Νάμ' φουτιά
2. Πεντόβολα

5

3. Τριότα
4. Τα πέντε αδέρφια
5. Μπήδμα σ' τρείς
6. Κουτσός

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

ΣΥΝΤΑΓΕΣ
Στράτα
φορεσιές
Στάνη
Οι δραστηριότητες στην στάνη
ΚΟΥΡΟΣ
Τα κουδούνια
Μόρφωση
Ζαχαρίας Παπαντωνίου
ΟΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ
Κλέφτες και κλέφτικα τραγούδια

ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ, ΧΑΣΙΩΤΗΣ, ΛΕΠΕΝΙΩΤΗΣ
Γρηγόρης Λιακατάς
Στην σκάλα του Αντελικού

ΔΗΜΟΤΣΕΛΙΟΣ
Γιώργος Τσόγκας

Ο ΧΟΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

6

Ο χορός και το τραγούδι,
από την Αρχαία Ελλάδα,
αποτελούν μια ομαδική
έκφραση τελετουργικής
λατρείας, είναι συμμετοχή
και όχι θέαμα. Με την
δραστηριότητα αυτή,
ομάδες ανθρώπων εκφράζουν την λατρεία τους προς τους
Θεούς, τους ήρωες της εποχής τους, ή σε θρύλους του
παρελθόντος. Η χορογραφία, ο στίχος και η τελετουργική
δραστηριότητα, συμπληρώνουν την ετοιμασία των
συμμετεχόντων στην μύηση. Υπήρχαν τελετουργίες για την
ενηλικίωση, την προετοιμασία για τον γάμο, για τον πόλεμο,
όπως και μυητικές ερωτικές τελετουργίες κ.λ.π. Επίσης είναι
ένας τρόπος να εορταστεί μια επέτειος π.χ. το τέλος του
πολέμου, το τέλος του θερισμού. Είναι η ευκαιρία του
κύκλου για ομαδική λατρεία και του ατόμου για παράθεση
των καλύτερων ικανοτήτων του. Έτσι η λέξη «ορχείσθαι»
που μεταφράζεται «το να χορεύει κανείς», είναι ρυθμικές
κινήσεις από τα μέρη ή και ολόκληρο το σώμα.
Η λέξη «Μουσική», η τέχνη αυτή των Μουσών,
περιελάβανε τη μουσική, την ποίηση και τον χορό που για
τους Έλληνες εκείνης της εποχής, ήταν όλα επί μέρους
στοιχεία μιας ενιαίας τέχνης. Για την Ελλάδα η λέξη μουσική
σήμαινε σχεδόν αποκλειστικά μουσική, τραγούδι, ποίηση
και ρυθμική κίνηση όπως φαίνεται σε αγγεία της ύστερης
Γεωμετρικής περιόδου.
Η ρυθμική κίνηση, με τη σειρά της, συνδέεται με τη
χειρονομία. Οι λαϊκοί χοροί της αρχαιότητας διατηρήθηκαν

7

σε όλους τους αιώνες της βυζαντινής περιόδου, παρόλο που
μετέβαλαν την έντονη κίνηση και τους ελιγμούς του
σώματος σε ομαδική, ήρεμη και σεμνοπρεπή εκδήλωση.
Η παρουσία του ιερέα στο χορό, κατά τη νεότερη εποχή,
είναι μια υπόμνηση των παλαιών σχέσεων με τη λατρεία.
Από την άλλη πλευρά, χοροί συνόδευαν πολιτικά και
στρατιωτικά γεγονότα είτε ως έκφραση χαράς στα επινίκια
σημαντικών μαχών είτε ως τιμωρός πράξη σε τελετουργίες
κολασμού, ατίμωσης ή κοινωνικής αποβολής.
Την μετά από την άλωση περίοδο, γεννιούνται και νέα είδη
χορών που περιγράφουν ηρωικά κατορθώματα και μεγάλες
στιγμές της Ελλάδας, τονίζοντας τους αγώνες και την
αντίσταση των υπόδουλων.
Οι αρχαίοι ρυθμοί επιβίωσαν και ενσωματώθηκαν από τα
λαϊκά στρώματα στις εκδηλώσεις τους.
Οι χοροί αυτής της περιόδου εξακολουθούν να παραμένουν
«κύκλιοι» με στοιχεία που παραπέμπουν άμεσα στην
σημερινή παραδοσιακή χορευτικοί πρακτική.
Όσον αφορά τα είδη των χορών κατά τους μέσους χρόνους,
φαίνεται πως αποτελούν μετουσίωση των χορών που
παραδόθηκαν από την αρχαιότητα. Ανάμεσά τους
διακρίνεται ο κύκλιος χορός, στους οποίους υπάγεται ο
συρτός, τον οποίο χόρευαν μόνον άνδρες ή μόνο γυναίκες,
αν και στο Βυζάντιο, από τον κανόνα έως την
πραγματικότητα του δημόσιου βίου, πολλά απαγορεύονταν
και πολλά φαίνεται πως συνηθίζονταν όπως ο χορός από
άνδρες και γυναίκες.
Ο συρτός των Βυζαντινών, για παράδειγμα, χορεύονταν από
πολλούς

8

χορευτές, με λαβή από τις παλάμες ή με μαντίλια ενδιάμεσα
και με τον καιρό εξελίχτηκε σε μεικτό χορό. Αυτή την
περίοδο εμφανίζονται, κατά βάση, χοροί οι οποίοι
μετεξελίχτηκαν, αργότερα, σε κλέφτικους και μην ξεχνούμε
πως είναι και η περίοδος κατ’ ουσία της εμφάνισης των
Σαρακατσάνων στο προσκήνιο.
Ψάχνοντας τη λέξη “χορεύω” στο λεξικό, διαβάζουμε την
ερμηνεία
“κινούμαι στο ρυθμό της μουσικής”.
Αυτή η φιλολογική ετυμολογία ξεθωριάζει τη στιγμή που
ηχεί η τόσο ανθρώπινα ζεστή έκφραση που μας κάνει να
σκεφτόμαστε ότι “χορεύω”, απλά σημαίνει «επικοινωνώ σ΄
ένα άγραφο γλωσσικό ιδίωμα οπού οι βραχνές φωνές των
ηλιοκαμένων γυναικών με τις ασπρόμαυρες φορεσιές,
κεντημένες με γεωμετρικά σχήματα και οι στεντόρειες
φωνές των ανδρών που βόσκουν τα κοπάδια, πλαισιώνουν
πεδινούς τόπους και χιονισμένα οροπέδια γιομάτα έλατα,
καταπράσινες πεδιάδες και πλαγιές γιομάτες οξιά και
πεύκο. Για μας, τους Σαρακατσάνους, κάθε ήχος είναι
μουσική: ο ήχος απ’ τα τρεχούμενα νερά (ν΄- χός = νερό -
ηχός = ο αντίλαλος τους τραγουδιού), το βέλασμα των
προβάτων, γαυγίσματα και καταιγίδες, όπως λένε πολλά απ
τα τραγούδια μας. Αυτοί είναι οι ήχοι που ακούγονταν και
βιώνονται καθημερινά. ‘Ήχοι δυναμικοί, επομένως
ερωτικοί, όπως αυτοί που κάνουν τα κορμιά να
ανατριχιάζουν και τις καρδιές να ανεμίζουν. H χαρμολύπη
ηλεκτρίζει την συντροφιά κι φλογέρα ή η τζαμάρα ή και τα
δύο όργανα, δίνουν παλμό στις νιές με τις ολοκέντητες
φούστες, με ήλιους με φεγγάρια στα βαριά σεγκούνια, στα

9

γιλέκα και στις αρρενωπές μορφές με τα κεντητά πουκάμισα
των βοσκών. Τα πόδια δεν πατούν στη γη, και οι φωνές
πετούν πάνω από τις χαράδρες και τα κακοτράχαλα βουνά,
καλώντας συντρόφους απ’ όλα τα γειτονικά τσελιγκάτα σ΄
έναν χορό κοινό!
Οι λέξεις λειτουργούν πολλές φορές σαν τις νότες: με μία
δίεση, ή μ΄ άλλα λόγια, μ’ ένα άρθρο διαφορετικό,
χρωματίζουν ήχους σε μια γη στριμωγμένη ανάμεσα στο
υψηλό κοντράστ του φωτός και της καταχνιάς, των βουνών
και του κάμπου.
Σαρακατσάνοι τραγουδούσαν τα μουσικά τους τραγούδια
μόνο με το στόμα χωρίς την συνοδεία μουσικών οργάνων.
Τα τραγούδια ήταν αντιφωνικά, δηλαδή, ξεκινούσε το
τραγούδι η μία παρέα και συνέχιζε, το ίδιο τραγούδι, τον
ίδιο στίχο άλλη παρέα κι έπειτα συνέχιζε παρακάτω η
πρώτη. Τα τραγούδια των Σαρακατσάνων είναι: μοιρολόγια,
της τάβλας, του γκουρμπανιού, γαμήλια κτλ.
Πρέπει να επισημάνουμε εδώ ότι οι Σαρακατσάνοι, όταν
χαρακτήριζαν ένα τραγούδι σαν μοιρολόϊ, δεν εννοούσαν τα
τραγούδια με πένθιμο χαρακτήρα αλλά και τα τραγούδια με
αργό ρυθμό, στα οποία υμνούσαν λυπητερά τους καημούς
της ξενιτιάς, της ζωής καθιστικά τραγούδια.
Τα μουσικά όργανα εισήλθαν στη ζωή των τραγουδιών
αργότερα. Το κυριότερο μουσικό όργανο τους ήταν η
φλογέρα. Η φλογέρα ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της
ύπαρξής τους. Την κουβαλούσαν μαζί τους όταν πήγαιναν τα
πρόβατα στο στάλο, όταν κάθονταν με την οικογένειά τους,
το βράδυ με την παρέα τους. Όταν πέθαινε ένας δικός τους

10

άνθρωπος, οι Σαρακατσάνοι, τον πενθούσαν, δεν έπαιζαν
φλογέρα για έναν ολόκληρο χρόνο.
Ο Σαρακατσάνος βοσκός δεν έπαιζε μόνο φλογέρα αλλά
συνταίριαζε τους ήχους της με τους ήχους των κουδουνιών
των προβάτων του. Υπάρχουν πολλά είδη από φλογέρες: η
μικρή φλογέρα (τζούρα, ανοιχτή και από της δύο πλευρές
σαν σωλήνας, μία παραλλαγή αυτής με βαθουλωμένο το
επάνω στόμιο και η τζαμάρα, με δύο στόμια που την έπαιζαν
πάντα καθιστοί γιατί ήταν μεγάλη και συνόδευε μόνο τα
τραγούδια της τάβλας και τα μοιρολόγια. Οι φλογέρες ήταν
φτιαγμένες από ξύλο ελιάς, κουμαριάς, ελάτου, δέντρου
(δρυός), οξιάς, κοκάλινες (από φτερούγα αετού, όρνιου ή
μπούφου) και σιδερένιες. Συνήθως προτιμούσαν τις
σιδερένιες, τις κοκάλινες και τις ξύλινες.
«Ο χορός εκφράζει τα συναισθήματα του ανθρώπου που
εσωτερικά
του κυριαρχούν και με τη ρυθμική κίνηση του κορμιού του
εκδηλώνονται για να εκτονωθούν».
Σύμφωνα με το νόημα του ορισμού τί είναι ο χορός,
καταλαβαίνουμε αμέσως πως οι χοροί των Σαρακατσάνων
εκφράζουν την τόλμη, τη λεβεντιά και την ορμητικότητα πού
ανέπτυξαν οι κλέφτες αγωνιστές στα χρόνια της
Τουρκοκρατίας. Τους χορούς αυτούς τους ονομάζουμε
κλέφτικους. Έχουμε όμως και τους κοινωνικούς χορούς, που
με τις λικνιστές κινήσεις τονίζουν τη γυναικεία ομορφιά και
χάρη. Αυτοί οι χοροί χορεύονται σε συγκεκριμένα κοινωνικά
γεγονότα όπως αυτό του γάμου που είναι η σπουδαιότερη
κοινωνική εκδήλωση, κυρίως από τις γυναίκες. Είναι σιγανοί

11

κι ανάλαφροι και φανερώνουν μια αρχοντιά και
υπερηφάνεια.
ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ και ΧΟΡΟΣ στους ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΥΣ
Παρατηρόντας τα τραγούδια και τους χορούς των
Σαρακατσάνων θα ήθελα ως αρχική εισήγηση να πω
εξετάζοντας κάθε φορά κάποιες ενότητες ότι θεωρώ πως ο
χρόνος στον οποίον πρέπει να οριοθετεί και να επικεντρωθεί
η προσοχή μας, είναι, πριν και μετά το τέλος του
νομαδισμού. ο οποίος έφερε και τις τεράστιες αλλαγές για
τους Σαρακατσάνους.
Πραγματικά οι πρώην νομάδες σε μια πρώτη φάση, σύντομη
και αυτή, γίνονται ημινομάδες ποιμένες και στο τέλος
γεωργοκτηνοτρόφοι με μόνιμη κατοικία και ιδιόκτητη γη.
Αυτή η μετάβαση άρχισε ίσως με μεγαλύτερη καθυστέρηση
στην περιοχή της βόρειας Ελλάδας αλλά συμβαίνει σχεδόν
την ίδια περίοδο και με τον ίδιο τρόπο έστω και με μια
διαφορά φάσης σε όλους τους Σαρακατσάνους.
Στην αρχή οι τόποι των ξεκαλοκαιριών ερημώνουν απο
γυναικόπαιδα για κάποια χρόνια όπου έχουμε μετακίνηση
μόνο κοπαδιών και στο τέλος κόβονται οι στράτες και για τα
κοπάδια και ερημώνουν τελείως.
Η πρώτη γενιά (των παππούδων μας) απορεί με αυτό που
συμβαίνει, η δεύτερη γενιά (αυτή των πατεράδων μας)
λυπάται για αυτό που έγινε. Και η τρίτη γενιά (εμείς) είναι
αυτή η οποία όπως λένε οι ιστορικοί, είναι αυτή που ξεχνά
τι έγινε.
Επειδή δεν πρέπει να συμβεί αυτό ας μαζέψουμε όσο
θησαυρό μπορούμε και ας τον κρατήσουμε όχι απλά σαν μια
γλυκιά ανάμνηση, αλλά σαν μία παρακαταθήκη που

12

δανειστήκαμε απο τους γονείς μας και πρέπει να την
παραδώσουμε στα παιδιά μας.
Οι αλλαγές στους Σαρακατσάνους στην λαλιά, στο χορό, στο
τραγούδι, στα ήθη και στα έθιμα συνέβη μέχρι αυτό το
χρονικό όριο της εγκατάλειψης του νομαδισμού που
βάλαμε, με πάρα πολύ αργούς, σχεδόν μηδενικούς,
ρυθμούς, λόγω της απομόνωσης τους, της ενδογαμίας που
κυριαρχούσε και της συντηρητικής κοινωνίας.
Οι όποιες αλλαγές ήταν αργές και μικρές. Συνήθως
προέρχονταν απο τον τόπο διαβίωσης τις εθνικές ιστορικές
περιόδους και την γειτνίαση με άλλες ομάδες. Τα τραγούδια
μας μέχρι σχεδόν αυτή την περίοδο είναι αντιφωνικά
(Αντιφωνία. Όταν δύο μέρη χορού ψάλλουν ή τραγουδούν
διαδοχικά το ένα σε απάντηση του άλλου).
Μετά την περίοδο αυτή την οποία ο Βασίλης Σερμπέζης στον
Τόμο II από τα ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΙΚΑ, βιβλίο που συνοδεύει τον
δεύτερο ψηφιακό του δίσκο (μια χρυσή παρακαταθήκη για
το σνάφι μας) αναφέρει:
«…… η Ελληνική κοινωνία βαρύτατα τραυματισμένη
ψυχολογικά και παραπαίουσα οικονομικά, αναστέλλει για
δύο περίπου δεκαετίες (΄50, ΄70) τις αντιστάσεις της και
αδρανοποιεί……
και αμέσως πιο κάτω:…. Και η μάνα μου ξεφορτώνεται
τέσσερα μάλλινα χαράρια…
……….
Η εμφάνιση του φωνογράφου, κυρίως όμως η συμμετοχή
της κομπανίας στο γλέντι, μετέβαλαν άρδην προαιώνιες
εθιμικές διαδικασίες…..

13

Αυτό που αναφέρει και ο Δήμος Γκίκας στην ανάρτηση
δηλαδή , ότι …..Τα τραγούδια άλλαξαν χαρακτήρα, με πιο
γρήγορη ρυθμική αγωγή , χάθηκε το αργό μέρος του χορού
(παλαιότερα οι χορευτές τραγούδαγαν και χόρευαν οπότε οι
αγωγές ήταν αργές) και η Κάτσα, ο Σταυρωτός, ο Κτσάδικος
έγιναν Τσάμικα κυρίως. Η όπως λέει ο Β. Σερμπέζης .."το
γραμμόφωνο έφερε ταχύτερες ρυθμικές αγωγές και ως εκ
τούτου συρτά 2/4, άγνωστα μέχρι το 1930".»
Να πω ότι. το πόσο αργά η γρήγορα εκτελείται ένα μουσικό
κομμάτι εξαρτάται από την ρυθμική αγωγή (τέμπο σήμερα)
του κομματιού
Εδώ λοιπόν έχουμε μια μετακίνηση της αλλαγής προς τα
πίσω, στο 1930 που θεωρώ αρχίζουν οι επιδράσεις από το
νότο και επεκτείνονται προς την Μακεδονία και την Θράκη
για να ολοκληρωθούν το 1970.
Τα τραγούδια μας τα περισσότερα είναι παραλογές (Οι
παραλογές είναι δημοτικά τραγούδια, πολύ όμορφα και με
μεγάλη ποιητική δύναμη. Λέγονται και μπαλάντες. Είναι
τραγούδια διηγηματικά, αφηγηματικά. Από την άποψη
αυτή, συνδέονται περισσότερο με τα Ακριτικά και τα
Ιστορικά και δεν διαφέρουν βέβαια σε ένα μέρος τους από
τα άλλα δημοτικά τραγούδια που σχετίζονται περισσότερο
με γεγονότα και καταστάσεις της ατομικής ζωής των μελών
της κοινότητας (έρωτας, γάμος, γέννηση παιδιού, γλέντι,
γιορτές, θάνατος, ξενιτιά κ.ά.) εκφράζοντας ανάλογα
συναισθήματα Οι παραλογές αποτελούν καλλιτεχνικά τη
σημαντικότερη κατηγορία δημοτικών τραγουδιών μας. Τα
σύνθετα και προβληματικά αυτά τραγούδια μας δένουν πιο
πολύ απ’ όλα με το πλούσιο μυθολογικό και ποιητικό

14

παρελθόν μας. Μας γυρνούν σε εποχές παλιές, όπου το
πραγματικό με το υπερφυσικό διαμορφώνουν ιστορίες,
συνήθως τραγικές, που πάντα θα μπορούσαν κάποτε να
συμβούν. Οι πανανθρώπινες, μα σχετικά λιγοστές, αυτές
ιστορίες τους βοήθησαν πολλές παραλογές να ξεπεράσουν
γρήγορα τον ελληνικό χώρο και να διαδοθούν και στους
άλλους βαλκανικούς λαούς. Εξάλλου, και μέσα στο
πανελλήνιο, για τους ίδιους αυτούς λόγους, οι παραλογές
έχουν την πιο μεγάλη διάδοση)
Τραγουδιούνται αντιφωνικά στις παρέες και όπως λέει ένας
φίλος μου, ο Κώστας Μήτας : «είναι τόσο μεγάλα τραγούδια,
που αντιφωνώντας τα κιόλας, θα κάναν μια μέρα να
τελειώσουν».
Παρακολουθώντας τα τραγούδια αυτά παρατηρούμε τον
αργό ρυθμό τους και την μελαγχολία που εκπέμπουν.
Σχεδόν, δε είναι αδύνατον να βρεις γρήγορα , ερωτικά, η της
ξενιτιάς και αυτά που βρίσκεις δεν είναι σε γρήγορο
χαρμόσυνο ρυθμό αλλα μελαγχολικά και σχεδόν
μοιρολόγια.
Το κλέφτικο τραγούδι κυριαρχεί με τα ιστορικά και τα
βιοποριστικά να έπονται η όπως τα ταξινομεί και ο C.Fauriel
σε , Κλέφτικα, Ιστορικά τραγούδια, πλαστά (οι παραλλαγές),
Τραγούδια του οικιακού βίου και Δίστιχα τραγουδάκια.
Τα πλαστά τραγούδια κατά τον Β. Σερμπέζη στους
Σαρακατσάνους παρατηρούμε να εμφανίζεται το 62,9 των
τραγουδιών που καταγράφονται στην Ελληνόγλωσση και
ξενόγλωσση βιβλιογραφία. Τόσος ο πλούτος δηλαδή και
τόση ισχυρή θέση στην ζωή των Σαρακατσάνων τα πλαστά
τραγούδια.

15

Οι χοροί αυτής της περιόδου του 1930 περίπου είναι όπως
λέει ο Δήμος Γκίκας καθηγητής σωματικης αγωγης και
χοροδιδάσκαλος σε μια αναφορά του για τους χορούς:
«……….
οι πατεράδες μας χόρευαν μόνο,
στα Τρία, τα
κλέφτικα και τα
σκωπτικά».
η όπως αναφέρω εγώ στο βιβλίο μου «ΟΙ ΠΡΩΤΟΕΛΛΗΝΕΣ
ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ»
Συρτός στα Τρία
Κάτσα
Κ’τσάδικος
Σταυρωτός
Βλέποντας τις παρατηρήσεις Κουρκούτα (καθηγητή
σωματικής αγωγής και ερευνητή της Σαρακατσάνικης
παράδοσης στον χορό και το τραγούδι με επιτόπια έρευνα,
1989 και την κατάταξη με την οποία «Οι χοροί των
Σαρακατσάνων είναι δυνατόν να ταξινομηθούν με όλες τις
συμβατικές μεθόδους (Δήμας, 1993) ανάλογα με τη βάση
ταξινόμησης, ως προς τη λειτουργία τους
κατηγοριοποιούνται ως ακολούθως (Σερμπέζης, 2006)»
ένας κατηγορίες κλέφτικα και σκωπτικά έχουμε:
ΚΛΕΦΤΙΚΑ
1. Κάτσα «Το κυπαρίσσι το ψηλό»
2. ΄Εχ μωρέ «Έβγα μάνα μ’ και φώναξε»
3. Σταυρωτό «Βγήκε(ν) Αντώνης στ’ Άγραφα»
4. Κ’τσάδικο «Τα μαύρα τα κλεφτόϊπουλα»
ΣΚΩΠΤΙΚΑ ή ΓΥΦΤΟΤΡΑΓΟΥΔΑ

16

1. Χασάπικο «Ένας κοντός κοντούτσικος»
2. Κ’τσάδικο «Το πώς αποκοιμήθηκα»
3. Ζ’ναριάτ’κο «Ο μέρμηγκας»
4. Συρτό «Ο Τσιότρας»
Επομένως σε μία ενιαία λίστα θα είχαμε
ΣΤΑ ΤΡΙΑ( ΣΥΡΤΟΣ) «Λεβέντης είσαι μάτια μου»
ΚΑΤΣΑ «Το κυπαρίσσι το ψηλό»
Κ΄ΤΣΑΔΚΟΣ «Τα μαύρα τα κλεφτόϊπουλα»
ΣΤΑΥΡΩΤΟΣ «Βγήκε(ν) Αντώνης στ’ Άγραφα»
ΕΧ ΜΩΡΕ «Έβγα μάνα μ’ και φώναξε»
ΣΚΩΠΤΙΚΑ . Χασάπικο «Ένας κοντός κοντούτσικος» 2.
Κ’τσάδικο «Το πώς αποκοιμήθηκα»
3. Ζ’ναριάτ’κο «Ο μέρμηγκας» 4. Συρτό «Ο Τσιότρας»

ΣΚΩΠΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ – ΜΙΜΗΤΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ
Ο ύπνος και ο θάνατος
Στους Σαρακατσάνους ο ύπνος και ο θάνατος έχουν όπως
φαίνεται μια παράλληλη σχέση, καθώς ο ύπνος θεωρείτο
προσωρινός θάνατος και ο θάνατος αιώνιος ύπνος. Πολλές
φορές προσπαθούσαν να διώξουν τον θάνατο με το ξέπλυμα
του προσώπου.
Ήταν μια καθημερινή συνήθεια που δεν επιδέχονταν
αλλαγή. Ήταν το πρώτο μέλημα του Σαρακατσάνου και της
Σαρακατσάνας να νίψει το πρόσωπο μόλις ξυπνήσει για να
διώξει τον θάνατο. Επίσης γνωρίζω ότι και βγαίνοντας από
τα νεκροταφεία πλένουν τα χέρια και το πρόσωπο και
τινάζουν το νερό προς τα πίσω.
Όπως το πρωινό πλύσιμο, στην αρχαιότητα, που πολύ
πρόχειρο αναμφίβολα, γινόταν στα γρήγορα, πριν από το

17

πρωινό κολατσιό, το «άριστον», στο οποίο κατανάλωναν τα
κατάλοιπα του τελευταίου γεύματος της προηγούμενης
ημέρας .Ο Όμηρος που συνήθως έχει περιγραφικές
λεπτομέρειες, δεν περιγράφει πουθενά αυτό το πλύσιμο. Οι
άνθρωποι της εποχής του δεν ασχολούνταν με το σώμα τους
το πρωί, αλλά στο τέλος του απογεύματος, πριν από το
δείπνο και ύστερα από τη δουλειά της ημέρας. Μια
εξαίρεση μόνο εμφανίζεται σε αυτή τη συνήθεια, σε όλη την
ομηρική ποίηση. Ο Τηλέμαχος, αφού αποβιβάστηκε το πρωί
στην Πύλο, αφού έφαγε, ήπιε και φλυάρησε όλη την ημέρα
με το Νέστορα και τους γιους του, πήγε στο κρεβάτι χωρίς
να περάσει από το μπάνιο. Την άλλη ημέρα, πρωί-πρωί,
διορθώνουν αυτή την παράλειψη και ο ξένος παραδίδεται
στις φροντίδες της ωραίας Πολυκάστης, της πιο ωραίας
κόρης του γερο-βασιλιά, που γνωρίζει τις εξαιρετικές
φιλοφρονήσεις που πρέπει να προσφέρει σε έναν υψηλό
ξένο
Στην ελληνική μυθολογία ο Ύπνος ήταν ο θεός ή δαίμονας,
που αποτελούσε την προσωποποίηση του ύπνου.
Σύμφωνα με τον Ησίοδο στη Θεογονία ο Ύπνος και ο
δίδυμος αδελφός του, ο Θάνατος, ήταν «δεινοί Θεοί» που
κατοικούσαν στον Τάρταρο, παιδιά της Νύχτας και του
Ερέβους. Ο Ύπνος μυθολογείται ότι είχε είτε χίλιους, είτε
τρεις γιους ή αδελφούς (εκτός από τον Θάνατο): τον
Μορφέα, τον Φοβήτορα και τον Φάντασο. Κατά τον Όμηρο,
που τον αποκαλεί νήδυμο (γλυκύ), τόπος κατοικίας του
Ύπνου ήταν η νήσος Λήμνος, ενώ από τους μεταγενέστερους
συγγραφείς του αποδιδόταν μια δική του φανταστική
πατρίδα, η «Νήσος των Ονείρων». Ο Ύπνος λατρευόταν πολύ

18

στην κυρίως Ελλάδα. Σημαντικά κέντρα της λατρείας του
Ύπνου ήταν η Επίδαυρος, η Τροιζήνα και η Ολυμπία. Τον
θεωρούσαν ήσυχο και πράο θεό ή δαίμονα, που πλανιόταν
στη γη και τον απεικόνιζαν πότε ως ωραίο νέο, που έσπερνε
στη Γη γλυκά όνειρα ή κοιμόταν σε μια κλίνη, πότε ως
δαίμονα με φτερά, που μετέφερε ένα νεκρό με το θάνατο.
Οι επικοί ποιητές, εκφράζοντας τις μεταθανάτιες ιδέες της
εποχής τους, παρομοιάζουν τον Θάνατο με τον Ύπνο ή και το
αντίθετο. Έτσι ο Όμηρος, παρομοιάζοντας τον ωραίο και
ήσυχο ύπνο του Οδυσσέα πάνω σε πλοίο, την ώρα που πλέει
προς την Ιθάκη, με τον θάνατο, γράψει χαρακτηριστικά ότι
«βάραινε τα βλέφαρά του ένας ύπνος ήσυχος και γλυκός,
ολόιδιος με το θάνατο».
Ο Ύπνος στον Όμηρο, αντίθετα από τον Ησίοδο, δεν έχει την
κατοικία του στα Τάρταρα, αλλά στη Λήμνο και εκεί, με τη
βοήθεια της Ήρας, παίρνει γυναίκα του την Πασιθέη (μία
από τις Χάριτες). Ο μύθος αναφέρει ότι η Ήρα, η οποία
ήθελε να αποκοιμίσει τον Δία για να επηρεάσει η ίδια τη
διεξαγωγή του Τρωικού Πολέμου, πήγε στη Λήμνο,
συνάντησε τον Ύπνο και, αφού τον προσφώνησε «άναξ
πάντων τε θεών πάντων τ' ανθρώπων», του υποσχέθηκε να
του δώσει για γυναίκα του την Πασιθέη, με την προϋπόθεση
όμως ο Ύπνος να κρατήσει κοιμισμένο για ένα διάστημα τον
πατέρα των θεών. Τελικά ο Ύπνος, αφού πείσθηκε από την
Ήρα, κατάφερε ν' αποκοιμίσει τον Δία, πλησιάζοντάς τον με
τη μορφή ενός πουλιού της νύχτας (νυχτοπούλι).
Ο Ησίοδος αναφέρει ότι είναι δίδυμος αδελφός του Ύπνου,
οι οποίοι είναι "δεινοί θεοί" που κατοικούν στο σκοτεινό
Τάρταρο και ποτέ δεν τους φωτίζει ο ήλιος. Όμως ενώ ο

19

Ύπνος ταξιδεύει ειρηνικά πάνω στη θάλασσα και στη γη και
είναι ευχάριστος στους ανθρώπους, ο Θάνατος αντίθετα
έχει σκληρή και σιδερένια καρδιά και μισείται από τους
ανθρώπους, ακόμη κι από τους αθάνατους.
Άλλες φορές ο Θάνατος χαρακτηρίζεται, ιδιαίτερα από τους
τραγικούς, ως ευεργέτης και μάλιστα γιατρός, γιατί
απαλύνει τους ανθρώπους από τις αρρώστιες και τους
πόνους. Στην Ιλιάδα ο Θάνατος εμφανίζεται, με εντολή του
Δία και της Ήρας, για να παραλάβει το πτώμα του
Σαρπηδόνα και να το μεταφέρει στη Λυκία. Ο Ευριπίδης
παριστάνει το Θάνατο σαν βασιλιά των νεκρών, που φορά
μαύρο πέπλο ή έχει μαύρα φτερά. Τον παρουσιάζει ως
πικρό, αλόγιστο, άκριτο, λυπηρό, κακό δαίμονα κλπ.
Οι Σαρακατσάνοι δεν φοβούνταν τον θάνατο και ήταν
προετοιμασμένοι πάντα (ακόμα και τις νεκραλαξιές είχαν
έτοιμες τις οποίες κουβαλούσαν μαζί τους στις
μετακινήσεις) γιατί όπως έλεγαν «τον έχουν στ΄αρζάφτι»
Το τραγούδι του Β. Σερμπέζη "το πώς αποκοιμήθηκα" είναι
μια παραλογή σκωπτικού τραγουδιού, το οποίο χορεύεται
με μιμητικό κτσάδικο χορό.
Τα σκωπτικά τραγούδια φαίνεται να έχουν τις ρίζες τους
στην Διονυσιακή λατρεία και (κυρίως) είναι τραγούδια της
αποκριάς και των μεταμφιεσμένων. Απαντάται βέβαια και
σε άλλες εκδηλώσεις.
Συνήθως στις τραγωδίες είχαμε μίμηση «μίμησης πράξεως».
Ο Αριστοτέλης θεωρούσε την τραγωδία σαν το ύψιστο είδος
καλλιτεχνίας. Πρόκειται για την μεταφορά στην σκηνή μιας
ανθρώπινης πράξεως. Αντίθετα ο δάσκαλός του, Πλάτωνας,
υποστήριζε ότι πρόκειται για μίμηση των συναισθημάτων

20

που προέρχονται από την απομίμηση μιας πράξεως, δηλαδή
η τραγωδία για τον Πλάτωνα, ήταν «μίμηση της μίμησης» η
οποία ξέφευγε από την πραγματικότητα.
Άλλοι μιμικοί (μιμητικοί χοροί, κυρίως χορευόταν στην
Ήπειρο) είναι:
Πώς το τρίβουν το πιπέρι (χορευόταν και από τους
Σαρακατσάνους)
Κυκλικός αντρικός μιμικός χορός. Χορεύονταν στα
οικογενειακά γλέντια και στους γάμους, κυρίως τις πρωινές
ώρες, όταν ορισμένοι έρχονταν σε μεγάλο κέφι. Στο χωριό
Πράμαντα χορεύονταν και στο χοροστάσι τις Απόκριες, μετά
το δημόσιο χορό των πανηγυριών, όταν αποχωρούσαν οι
γυναίκες και οι περισσότεροι από τους άνδρες, εξαιτίας
ακριβώς του ότι θα άρχιζε ο χορός αυτός, ο «τριβυτός»,
όπως τον ονόμαζαν. Ο χορός ξεκινούσε με συρτό στα τρία
και στην συνέχεια εκτελούσαν μιμικές κινήσεις
περιγράφοντας τις κινήσεις των καλογέρων προκειμένου να
τρίψουν το πιπέρι και μπορούσε να γίνει πολύ αθυρόστομος
τόσο στα λόγια όσο και στις κινήσεις.
Αν κάποιος από τους χορευτές δεν συμμορφώνονταν προς
τις επιταγές του τραγουδιού, εξαναγκαζόταν να το κάνει
πάντοτε από τον τελευταίο χορευτή που γύριζε ανάμεσά
τους και τους απειλούσε με την κλίτσα, που κρατούσε στο
χέρι. Στο δεύτερο μέρος εκτελούσαν δύο φορές τις κινήσεις
του καλαματιανού.
Λιποθυμιάρικος ή Χορός της νύφης
Ήταν κι αυτός κυκλικός μιμικός χορός, αλλά συγχρόνως και
περιγελαστικός. Χορευόταν από τους άνδρες σ’ όλη την
Ήπειρο, κυρίως στους γάμους, τις πρωινές ώρες. Το χορό

21

αποτελούσαν δύο εναλλασσόμενα μέρη. Το πρώτο
χορεύονταν απ’ όλους τους χορευτές σαν συρτός στα δύο
(συνολικά έξι φορές) ενώ το δεύτερο είχε ελεύθερο
μελωδικό σχήμα και χορευόταν μόνο από τον
πρωτοχορευτή. Αυτός προσποιούταν ότι λιποθυμούσε –
όπως πάθαιναν πολλές φορές οι νύφες- και οι υπόλοιποι
προσπαθούσαν να τον συνεφέρουν.
Ο Γανωτής
Μιμικός χορός της τέχνης του καλατζή, που χορευόταν μόνο
από άνδρες στους γάμους και συνήθως τις πρωινές ώρες.
Χωριζόταν σε δύο μέρη: Το πρώτο χορεύονταν όπως ο
Φεζοδερβέναγας (συνολικά τρεις φορές) και το δεύτερο που
είχε ελεύθερο μελωδικό σχήμα, ο πρωτοχορευτής
μιμούνταν τις κινήσεις του γανωτή. Η μετάβαση από τον
ρυθμικό χορό στην μίμηση γινόταν με το παράγγελμα
«γανωτή κατέβα κάτω» που δινόταν από τους στίχους του
τραγουδιού.
ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΝ:
ΣΤΗΝ ΘΡΑΚΗ: Το σκωπτικό χορευτικό τραγούδι « Καλόγηρος
δουλειά δεν είχε » Χορευόταν τις αποκριές η τις Κυριακές το
απόγευμα όταν γίνονταν χορός στις γειτονιές.
ΣΤΗΝ ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Έχουμε τα παραδοσιακά αποκριάτικα τραγούδια ή τα
λεγόμενα «ξινέτροπα ή τα σκωπτικά» στην Κοζάνη
Πιασμένοι χέρι χέρι, άντρες και γυναίκες γύρω από τη φωτιά
λένε τραγούδια της λεβεντιάς, της αγάπης, τραγούδια του
έρωτα, τραγούδια με έντονο το στοιχείο του
αυτοσαρκασμού, της καθημερινής περιπέτειας των
ανθρώπων αλλά και τραγούδια που οι γέροντες του Φανού

22

λένε ότι «είναι μόνο για μεγάλους». Επαναλαμβάνουν με
πάθος τα ρυθμικά τα λόγια του αρχιτραγουδιστή, όπως για
παράδειγμα τις ιστορίες του παπά- Ραγκαβέλα.
Σκωπτικά χορευτικά τραγούδια έχουμε επίσης στις
περισσότερες περιοχές της Ελλάδος
Λέει ο Λάμπρος Λιάβας σε μια εκπομπή για τα σατιρικά
τραγούδια και τους μιμικούς χορους.
"Τραγούδια εύθυμα και σατιρικά, στιχάκια υπαινικτικά και
τολμηρά, χοροί μιμικοί και διονυσιακά λαϊκά δρώμενα, που
συνοδεύουν την «ελληνική ιεροτελεστία της Άνοιξης», την
ελληνική Αποκριά με τους βαθύτερους συμβολισμούς της. Η
μετάβαση από τον χειμώνα-θάνατο στην άνοιξη-ζωή, με
τους γλεντιστάδες να επικαλούνται την καλοχρονιά και τη
γονιμότητα της γης, καθώς αναβαπτίζονται στην ίδια τους τη
φύση με διάθεση ερωτική και περιπαικτική. Μια πρόσκληση
και πρόκληση για επιστροφή στη Μήτρα της Φύσης, μέσα
από την τελετουργία του ελληνικού γλεντιού που αρνείται
να ξεπέσει σε «φολκλόρ» και απλή «διασκέδαση»! Στη
μεγάλη παρέα της εκπομπής συμμετέχουν ο δεξιοτέχνης του
λαϊκού κλαρίνου Δημήτρης Κώτσικας με την κομπανία του
και με τη μπάντα λαϊκών πνευστών «Τα Χάλκινα της
Κοζάνης», ομάδα γλεντιστάδων από τη Γαλατινή της
Μακεδονίας, η Ομάδα Ελληνικού Λαϊκού Χορού του Δήμου
Καλλιθέας (με την επιμέλεια του Βασίλη Καρφή) και
γυναίκες από τη Νέα Ερυθραία της Αττικής."
ΤΑ ΣΚΩΠΤΙΚΑ ,ΣΑΤΥΡΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ Είναι τα περιπαικτικά
(περιγελαστικά, σκωπτικά) τραγούδια. Η διάθεση του
ανθρώπου να περιπαίζει τους άλλους είναι έμφυτη. Έχει την
καταγωγή της στην αρχαία ποίηση ή στην αρχαία διήγηση

23

(σατυρικά ποιήματα του Ιπποδρόμου, Λουπερκάλια,
γεφυρισμοί, το εξ αμάξης) και συνεχίζουν κατά κάποιο
τρόπο το αρχαίο Διονυσιακό σατυρικό πνεύμα. Ο λαός μας
διακωμωδεί ατομικές ηθικές ατέλειες ή επικρίνει
κοινωνικοπολιτικές αδικίες. Κυρίως όμως διακωμωδεί
καταστάσεις και συμπεριφορές που εκθέτουν αυτόν που της
κάνει. Πέρα δηλαδή από την αστεία μορφή (εύθυμη
ατμόσφαιρα) ταυτίζει τα συναισθήματά του με τη
φιλοσοφία του για τη ζωή. Κατακρίνει παρεκτροπές από το
γραπτό και άγραφο ηθικό νόμο ή από τις κρατούσες
αντιλήψεις.
Με τον αυτοσαρκασμό, το άτομο σαρκάζοντας τον εαυτό
του προσπαθεί να περάσει ένα μήνυμα στους συνομιλητές
του. Θεωρείται δε δείγμα προηγμένου χιούμορ.
Η πραγματικότητα για τον Σαρακατσάνο τσομπάνο είναι
σκληρή και δεν επιδέχεται παρασπονδίες. Παραμένει
άγρυπνος η λαγοκοιμάται έχοντας πάντα «τον νου στα
πρόβατα» Για να δοθεί μεγαλύτερη ένταση στην σάτιρα στο
συγκεκριμένο τραγούδι, ο τσομπάνος έχει αποκοιμηθεί τρία
ολόκληρα χρόνια στο γρέκι κι όταν ξυπνάει ούτε πρόβατα
ούτε γίδια . Εδώ χρησιμοποιείται η υπερβολή (τρία χρονιά
ύπνος σχεδόν θάνατος) ακριβώς για να προκαλέσει
περισσότερο γέλιο .
Όμως ακόμα και σε αυτήν την υπερβολή, δεν παραλείπεται
η αναγκαία συνήθεια να διώξει κάποιος από πάνω του τον
θάνατο νίβ

ΣΤΑΥΡΩΤΟΣ : Ο χορός των παλικαριών και τον
σταυραδερφών σε ένα τραγούδι απ τον Γραβάνη . Ο χορός

24

πολλές φορές λεγόταν και Σπαθούλα απ το ομώνυμο

τραγούδι «Καπετάν Σπαθούλας». Λέει ο Γιάννης Γλέζος απ΄

το Κότιλι Βουλγαρίας σελίδα 248 του βιβλίου του Β.

Τσαούση (Έκδοση του Λαογραφικού Μουσείου Σερρών )

"ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ ΟΙ ΣΤΑΥΡΑΕΤΟΙ ΤΗΣ

ΠΙΝΔΟΥ"…...........Κανονικά όμως χορεύονταν με τέσσερα

άτομα, τα οποία σχημάτιζαν σταυρό. Το χορό αυτόν τον

έλεγαν και Σπαθούλα από ένα τραγούδι ειδικό για το χορό

αυτό. Όλα τα τραγούδια δεν χορεύονταν στο σταυρωτό. Ο

σταυρωτός χορευόταν από τέσσερις χορευτές που

σχημάτιζαν σταυρό. Ο σημαντικότερος κλέφτικος χορός

κατά τον Βασίλη Τσαούση που ταλαιπωρήθηκε από την

άγνοια πολλών που τον δίδαξαν λάθος.

Στα γλένυια του 1960

Θα μου επιτρέψετε κάτι προσωπικό, αλλά η φωτογραφία

αυτή που

μου έστειλε

ο ανεψιός

μου Χρήστος

Γιαννίδης

μου ξύπνησε

μνήμες.

Είναι ο

πατέρας μου Παύλος με τον πρώτο μου ξάδερφο Σταύρο

Γιαννίδη, απο΄ τα (Γιαννιδάκια έτσι τα λέγαμε) στην

Μαυροθάλασσα Σερρών, στο γάμο του με την Ράπτη

Κατερίνα (Κατίνα) από τα Κερδύλια Σερρών το 1968, τότε

που είχαμε αρχίσει σιγά σιγά και προσαρμοζόμασταν στον

νέο τρόπο χορού και διασκεδασης

25

Τα «Γιαννιδάκια» τα θεωρούσαμε ακόμα πιο προχωρημένα,

γιατί είχαν αρχίσει και τραγουδούσαν και άλλα τραγούδια

και χόρευαν και άλλους χορούς, όταν ερχόταν σε χαρές.

Θα ήθελα καθώς σήμερα που γράφεται αυτό το κείμενον

είναι η ημέρα «της μάνας», να κάνω μια αναφορά για την

ΜΑΝΑ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑ. Η θειά μου η Κατερίνα μητέρα του

Σταύρου που παντρεύεται στην φωτογραφία και αδερφή

του πατέρα μου χήρεψε νεότατη όμως ανάθρεψε τα παιδιά

της και σαν μάνα και σαν πατέρας και έγιναν όλα διαμάντια.

Τα ανέστησε κατά πως πρέπει χωρίς να τους λείπει ΤΙΠΟΤΑ.

Αιωνία τους η μνήμη !

Ο Χρήστος Ξηρομερίτης λέει:

Ίδια χρονική περίοδος

σε μια άλλη περιοχή της

χώρας με παρόμοια

αφορμή Πολίτες

Σαρακατσάνοι στην

πρώτη, Μωραΐτες

Σαρακατσιάνοι στη

δεύτερη. Ήταν η εποχή της αστικοποίησης. Σαν να βγήκε

από την ίδια εκδήλωση η φωτογραφία. Λιτόχωρο Πιερίας

1968. Πρώτος στο χορό ο πατέρας μου.

ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ _ ΠΛΑΣΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Για μας τους Σαρακατσάνους, τα δημοτικά τραγούδια, έχουν
μεγαλύτερη σημασία και αξία, εκτός από την αισθητική τους
και την ψυχική τέρψη που μας προσφέρουν.
Μας χρησιμεύουν επίσης και σαν άριστη πηγή στοχείων για
τη ζωή των Σαρακατσάνων, σε όλες τις πλευρές και τις

26

εκδηλώσεις τους. Σε μια εποχή, που οι ιστορικές πήγες, δεν
είναι αρκετές, όσο κι αν οι ντόπιοι μελετητές και οι ξένοι
περιηγητές μας δίνουν μερικά στοιχεία, η ιστορική έρευνα
δεν κατόρθωσε ακόμα και ίσως θα περάσει καιρός, όσο να
έρθουν στο φως μελέτες από αρχεία και στοιχεία που θ’
αποκαλύψουν το πέπλο που σκεπάζει τη μακρινή και
δύσκολη ιστορική πορεία των Σαρακατσάνων στο χρόνο.
Τα δημοτικά τραγούδια, μας δίνουν με τον καλύτερο τρόπο
στοιχεία της λαλιάς των Σαρακατσάνων και τις αντιλήψεις
τους για τη ζωή, για το θάνατο, τις χάρες και τις λύπες, τους
πόθους και τους καημούς τους για την ξενιτιά, την ιστορία,
τις συνήθειες τους και τις πολύχρονες θυσίες τους ν’
ανακτήσει τη λευτεριά του το έθνος καλύπτοντάς και όλο το
φάσμα των εκδηλώσεων της ζωής τους.
Το χρονικό της καταγραφής των δημοτικών μας τραγουδιών
που εν πολλοίς είναι κοινά με τα των υπολοίπων Ελλήνων
έχει ως εξής αρχίζοντας από το ενδιαφέρον που δείχνουν
μεγάλοι φιλέλληνες όπως ο μεγάλος πνευματικός ηγέτης
της Γερμανίας ο Γκαίτε, ο οποίος όταν το καλοκαίρι του 1815
πήγε για λουτρά στη γερμανική λουτρόπολη Βιζμπάντεν και
συναντήθηκε και με τον Καποδίστρια και με τον
Χαξτχάουζεν, ο οποίος είχε ήδη μια αρκετά καλή συλλογή
από ελληνικά δημοτικά τραγούδια στα χέρια του, τα οπία τα
είχε συλλέξει από ανθρώπους της υπαίθρου. Ο Γκαίτε - και
άλλοι – τον προτρέπουν να τα εκδώσει. Μάλιστα ο Γκαίτε
δημοσίως, μέσω του περιοδικού “Kunst und Alterum”. Παρά
ταύτα, ο Χαξτχάουζεν καθυστερεί και αρκείται στην
κυκλοφορία τους σε αντίγραφα, από χέρι σε χέρι λογίων..

27

Το 1824 κάνει την εμφάνισή της στην πόλη των Παρισίων ο
πρώτος τόμος της συλλογής του Φωριέλ, με τίτλο «Ελληνικά
τραγούδια» ή «Δημοτικά τραγούδια της σύγχρονης
Ελλάδος». Τον επόμενο χρόνο κυκλοφορεί και ο δεύτερος
τόμος. Πράγματι ο Φωριέλ είχε μια εισαγωγή-ανάλυση για
κάθε τραγούδι και μια εκτενή εισαγωγή 100 σελίδων για όλο
το πόνημά του, που ακόμα και σήμερα θεωρείται από τις
πλέον εμβριθείς που έχουν γίνει ποτέ για το ελληνικό
δημοτικό τραγούδι.
Το 1826 η συλλογή αυτή, που έκανε πάταγο στη Γαλλία,
μεταφράστηκε από τον Muller στα γερμανικά. Αργότερα
μεταφράστηκε στα αγγλικά, ρωσικά και τα ιταλικά. Αυτή
ήταν η πρώτη επίσημη συγκεντρωμένη και αναλυμένη
καταγραφή των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών. Και
μάλιστα κυκλοφόρησε στην Ευρώπη μεσούντος του αγώνα
μας κατά των Τούρκων. Οι Ευρωπαίοι φιλέλληνες βρήκαν
τώρα πατήματα να υποστηρίζουν τους αγώνες ενός
ευρωπαϊκού έθνους ενάντια στους βάρβαρους Ασιάτες.
Αλλά και οι μη φιλέλληνες καταλάβαιναν πια ότι η Ελλάδα
δεν είχε μόνο αρχαίες περγαμηνές να επιδείξει, αλλά και
σύγχρονες.
Ο Διονύσης Σολωμός με το που ήρθε στην Ελλάδα από την
Ιταλία επιδόθηκε στον αγώνα συλλογής ελληνικών
δημοτικών τραγουδιών και λαϊκών στίχων-παροιμιών. Την
συλλογή Σολωμού ζήτησε ο Tommaseo Canti, ο οποίος
έκανε κι αυτός μια σχετική συλλογή και πράγματι ο Σολωμός
του την παραχώρησε. Η συλλογή Tommaseo κυκλοφόρησε
το 1842 στην Ενετία και ήταν ελληνικά δημοτικά σε ιταλική
μετάφραση

28

Το 1844 στο Μάνχαϊμ της Γερμανίας κυκλοφορεί η εργασία
του D. Sanders «Η λαϊκή ζωή των νεοελλήνων» (“Das
Volksleben der Neugriechen”), μέσα στην οποία
περιλαμβάνονται κάποια δημοτικά μας τραγούδια
Έκτοτε κυκλοφόρησαν πολλά και σημαντικά βιβλία,
ανθολογίες ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, όπως:
1850 «Τραγούδια εθνικά, συναγμένα και διασαφηνισμένα
υπό Αντ. Μανούσου», Κέρκυρα.
1851 «Chants populaires de la Grece”, του M. de Marcellus,
Παρίσι.
1852 «Άσματα δημοτικά της Ελλάδος», του Σπ. Ζαμπέλιου,
Κέρκυρα.
1859 «Συλλογή δημοτικών ασμάτων», του Α. Ιατρίδη,
Αθήνα.
1860 «Τραγούδια ρωμαίικα – Carmina popularia Graecia
recentioris», του Arnoldus Passow, Λειψία. Το 1860 ο
Γερμανός λόγιος Arnold Passow δημοσίευσε στη Λειψία μια
συλλογή ελληνικών δημοτικών τραγουδιών υπό τον τίτλο
Τραγούδια Ρωμαίικα (Popularia Carmina Greciae
Recentioris), με εισαγωγή και σχόλια στα λατινικά.
Το έργο αυτό ακόμα και σήμερα, συγκαταλέγεται στη
βασική βιβλιογραφία για τη μελέτη της ελληνικής λαϊκής
παράδοσης.
Η ταξινόμηση του Passow περιλαμβάνει 8 κατηγορίες:
τραγούδια κλέφτικα, ιστορικά, οικιακά (νανουρίσματα,
κάλαντα, του αποχαιρετισμού κ.ά.), "πλαστά"
(μυθοπλασίας), βλάχικα (βουκολικά), ερωτικά, δίστιχα,
όπως, επίσης, και μια ειδική ενότητα αφιερωμένη στα
τραγούδια "του χάρου".

29

Και καθώς οι σελίδες διαδέχονται η μια την άλλη, η λαϊκή
μούσα ξεπροβάλλει από τα βάθη των αιώνων, για να
τραγουδήσει με μια γλώσσα πλούσια, ανθεκτική και πάνω
απ' όλα άμεση στην εκφραστικότητά της, από τις πιο
ηρωικές ως τις πιο απλές και καθημερινές στιγμές του
ελληνικού λαού όπως λέει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
; “Anthologia Neugriechischer Volkslieder” του Teod. Kind,
Λειψία.
1866 «Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων»,
του Γ. Χασιώτου, Αθήνα.
1866 “Etudes sur la litterature grecque moderne” του Ch.
Gidel, στο Παρίσιοι.
Επανεκδόθη το 1878.
1867 «Δημοτική Ανθολογία» του Μ. Πελέκου, Αθήνα.
1868 «Νεοελληνική φιλολογία» του Κ. Σάθα.
1868 «Εκλογή μνημείων της νεωτέρας ελληνικής γλώσσης»,
Μαυροφρύδου εκδ. Αθήναι.
1873 “Recueuil de chansons populaires grecques” του
Legrand.
1876 «Άσματα κρητικά μετά διστίχων παροιμιών» του Α.
Jeannarakis ή Αντ. Γιανναρή ή/και Γιάνναρη/Γιανναράκη,
Λειψία.
1879 “Das ABC der Liebe – eine Sammlung Rhodischer
Liebslieder” («Η Αλφάβητος της αγάπης – μια συλλογή
τραγουδιών αγάπης από την Ρόδο»), του W. Wagner,
δίγλωσση έκδ.
Με το ελληνικό και αντικρυστά την γερμανική μετάφραση,
έκδ. Teubner, Λειψία.

30

1880 «Συλλογή δημωδών ασμάτων Ηπείρου», του Π.
Αραβαντινού.
1881 “Trois poemes grecs du moyen-age”, Βερολίνο, πάλι
του W. Wagner.
1881 “Poetes grecs contemporains” του J. Lamber, στο
Παρίσιοι.
1888 «Κρητικές ρίμες» του Εμμ. Βαρδίδη.
1888 η β΄ επαυξημένη έκδ. του έργου “Greek folk songs from
the Ottoman Provinces of Northern Hellas, Litteral and
metrical translations, classified, revised and edited with
essays on the survival of Paganism, and the sience of
folklore” των M. J. Garnett, Stuart Stuart και J. Glennie, εκδ.
Ward & Downey, Λονδίνο.
1893 «Κρητικός γάμος» του Π. Βλαστού.
Βέβαια συνεχίστηκαν οι προσπάθειες από τότε και πολλές
συλλογές έχουν προστεθεί στις βιβλιοθήκες . Καταγράψαμε
εδώ τις παλαιότερες αλλα δεν πρέεπει να μην
μνημονεύσουμε τον μεγάλο Έλληνα που θυσίασε
προσωπική καριέρα, χρόνο και χρήμα τον Γιάννη
Βλαχογιάννη.
Γιάννης Βλαχογιάννης, ο οποίος προσπαθώντας το 1895 να
εκδώσει την ιστορική μελέτη του «Ο θάνατος του
Ανδρούτσου», ανακάλυψε πως δεν μπορούσε να μαζέψει
υλικό! Το κράτος δεν είχε αρχείο του Αγώνα του ΄21!
Ξεκίνησε τότε σε μια τιτάνια προσπάθεια να το διασώσει.
Θυσίασε όλη του την ζωή σε αυτόν τον σκοπό. Αυτό είχε ως
αποτέλεσμα να παραμελήσει το προσωπικό του πνευματικό
έργο. Ήταν πάντως επιλογή του να θυσιάσει την προσωπική
του δημιουργία για να μας κάνει γνωστή την Επανάσταση

31

του ΄21, αλλά και τις μάχες του γλωσσικού ζητήματος, και
κάθε ιστορικό έγγραφο από την εποχή της Αλώσεως, έως το
1868.
Αναζήτησε χειρόγραφα και γράμματα των αγωνιστών, από
συγγενείς τους, φίλους τους, κλπ. Τα περισσότερα εξ αυτών
είχαν πωληθεί με το κιλό σε μπακάλικα, μανάβικα και
κρεοπωλεία για… κόλλες περιτυλίγματος! Ο Βλαχογιάννης
τα αγόραζε, με μεγάλη προσωπική του στέρηση, από αυτά
τα καταστήματα… Τα ιστορικά κείμενα αυτά, εάν δεν ήταν ο
Βλαχογιάννης θα ήταν καταδικασμένα να χαθούν! Από το
1888 ως το 1913 είχε καταφέρει να συγκεντρώσει έγγραφα
και χειρόγραφα, που ξεπερνούσαν τις 300.000 σελίδες.
Για τα δημοτικά τραγούδια και συγκεκριμένα τις παραλογές
λέει ο Fauriel
"Εις τα εθνικά εκείνα άσματα
των Ελλήνων, όσα ύπόθεσιν έχουν
ιδεώδη ή πεπλασμένην, η φαντασία
του λαού εκδηλώνεται μετά περισσής
ποικιλίας, ελευθερίας και δυνάμεως".
Οι παραλογές αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία
δημοτικών τραγουδιών. Έχουν όλα τα γνωρίσματα που
διακρίνουν γενικά τη δημοτική ποίηση. Παράλληλα, όμως,
παρουσιάζουν και ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, με
τα οποία ξεχωρίζουν από τις άλλες κατηγορίες δημοτικών
τραγουδιών. Συγκεκριμένα, οι παραλογές, ως ιδιαίτερη
κατηγορία δημοτικών τραγουδιών παρουσιάζουν τα
ακόλουθα χαρακτηριστικά:
α) Είναι συνήθως πολύστιχα ποιήματα με αφηγηματικόκαι
επικολυρικό χαρακτήρα. Από την άποψη αυτή, πλησιάζουν

32

κάπως και συγγενεύουν με τα ακριτικά τραγούδια.
Ορισμένες μάλιστα φορές, δεν είναι και τόσο ευδιάκριτα τα
όρια μεταξύ των παραλογών και των ακριτικών τραγουδιών.
β) Ως αφηγηματικά τραγούδια αναπτύσσουν ένα μύθο (=μια
υπόθεση, μια ιστορία) που εξελίσσεται σταδιακά και έχει
όλα τα γνωρίσματα και τα στοιχεία της αφηγηματικής
ποιητικής γραφής: αρχή και δέση του μύθου, σταδιακή
εξέλιξη και κορύφωση και, τέλος, λύση.
γ) Αντλούν το περιεχόμενό τους από αρχαίους ελληνικούς
μύθους, από νεότερες παραδόσεις, από διάφορα
δραματικού χαρακτήρα κοινωνικά περιστατικά, από την
ιστορική μνήμη, ή έχουν υπόθεση εντελώς πλαστή.
δ) Παρουσιάζουν έντονα παραμυθιακά και εξωλογικά
στοιχεία, δηλαδή στοιχεία που η λογική μας δεν τα δέχεται
ως πραγματικά και φυσικά.
ε) Παρουσιάζουν το χαρακτηριστικό της αφηγηματικής
πυκνότηταςστην πλοκή του μύθου, με αποτέλεσμα να
διακρίνονται από έναν γρήγορο και γοργό ρυθμό στην όλη
ροή και εξέλιξη του μύθου.
στ) Διαφέρουν ριζικά από άλλα αφηγηματικά τραγούδια,
γιατί η υπόθεσή τους παρουσιάζει στοιχεία έντονης
δραματικότητας.
Παράδειγμα ενός τραγουδιού που έχει καταγράψει ο Δ.
Κυριάκου και είναι παραλογή θα δούμε ότι το συναντάμε και
σε άλλες παραλλαγές είναι το τραγούδι "Ήταν δυό 'αδέρφια
γκαρδιακά" θεωρώ μεταγενέστερο λόγο του ότι
χρησιμοποιούνται αμπέλια και χωράφια.
(όπως παρουσιάστηκε από τον Δ. Κυριάκου):

33

"Ένα απο τα πιο παλιά αγαπημένα τραγούδια με μεγάλη
ιστορία που τραγουδούσαν οι Σαρακατσάνοι στη Θράκη και
τη Βουλγαρία.
Το τραγούδι έφτασε σε εμένα αρχικά από την Παναγιώτα
Βαλέρα (κόρη του Νάσιου Κοψίδα και της Βασιλικής
Κυριάκου) η οποία το θυμόταν απο τον πατέρα της.
Το τραγούδι θυμόταν και ο παππούς μου Μήτρος Κυριάκου
απο τον Γιώργο Καράλη.
Ήταν δύ' αδέρφια γκαρδιακά και πόλ' αγαπημένα
κι ο πειρασμός πειράθηκε για να τα ξεχωρίσει
αγάπησ' ο μικρότερος του πρώτου τη γυναίκα
κι αντρέπονταν να της το πεί το τι να μολογήσει
και μια ν'αυγή νιά Κυριακή και νια μεγάλη μέρα
αντρέπονταν ξιαντρέπονταν ντιριόνταν ξιαντιριόνταν
πάει και την καρτέρησε στης εκκλησίας την πόρτα
- καλή σου μέρα νύφη μου
-καλώς τον τον αφεντη
το τι έχεις και με κάρτερεις το τι με περιμενεις;
-νύφη μ πολύ σε αγαπώ γυναίκα μου σε θέλω
--αφεντη κι αφεντακο μου και μικρ' αντραδερφε μου
σανι με θέλεις νια βολα εγώ σε θέλω δέκα
μα πως αφεντη να γένει γυναίκα να με πάρεις.
Σύρε γοργα κι αγληγορα τ αμπέλια να χωρίσεις,
τ αμπέλια και τα πρόβατα και τα πολλά χωράφια
κι όπουν γερά και καρπερα για σένα να τα στρέξεις
κι οπ ανυδρα κι ανιγερα δωστα στον αδερφό σου
τι εκείνος είναι αραθυμος ρίξε και σκότωσε τον.
Το φαρο καβαληκεψε στον αδερφό του πάει
- ήρθε καιρός ορ'αδερφέ για να ξεχωριστούμε

34

κι άμα δε στρέξεις αδερφέ εδώ θα φονευτούμε.
Οπ' είν' γερά και καρπερά τα θέλω για τ' εμένα
κι όπ' άνυδρα κι ανίγερα στα δίνω χάρισμα σου
-Σαν είναι να χωρίσουμε σαν ειν' να φονευτούμε κράτα και
τ' αλλά αδερφέ πάρε και τα δικά μου
Ο λόγος φλόγα έγινε φίδι με δυό κεφάλια
το φάρο καβαλήκεψε στη νύφη του παένει
- Έβγα νύφη μ' αγλήγορα νερό για να μου φέρεις
θέλω να πλύνω το σπαθί να πλύνω το μαχαίρι από το αίμα
το πικρό το αίμα τ αδερφού μου
Κι αυτήν από τη βιάση της κι απ' την πολύ χαρά της
φέρνει στα κάδια το νερό στα χέρια τα μαντιλια
-Πάρε νερό αφέντη μου να πλύνεις το σπαθί σου από το αίμα
το πικρό το αίμα τ' αδερφού σου
Απ τα μαλλιά την άδραξε και καταή τη ρίχνει
Λιανά λιανά την έκοψε στο μύλο την παένει άλεσε μύλε
άλεσε σκυλόκαρδης κουφάρι
-Βγάλε τ'αλεύρι κόκκινο και το πασπάλι μαύρο.
Διαβάζοντας το επόμενο τραγούδι που είναι μια παραλλαγή
από την συλλογή του Ν.Πολίτη μπορούμε να
διαπιστώσουμε την ομοιότητα τους η να πούμε καλύτερα
ότι το τραγούδι της Παναγιώτας Βαλέρα είναι μια
παραλλαγή του ιδίου τραγουδιού.

Τ' ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΑΔΕΡΦΙΑ Κ' Η ΚΑΚΗ ΓΥΝΑΙΚΑ
Άλλο τι δεν εζήλεψα μέσ' 'ς τον απάνου κόσμο,
παρά το γλήγορο άλογο και το γοργό ζευγάρι,
και τη γυναίκα την καλή, νοπού τιμάει τον άντρα.
Ήταν δυο αδέρφια γκαρδιακά και πολυαγαπημένα,

35

κι' ο πειρασμός εβάλθηκε για να τα ξεχωρίση.
Αγάπησε ο μικρότερος του πρώτου τη γυναίκα,
και ντρέπεται να της το πη, ναν της το μολογήση.
Μα μια γιορτή, μια Κυριακή, μια πίσημη νημέρα,
που βγήκε η κόρη από λουτρό κι' ο νιος από μπαρμπέρη
και συναπαντηθήκανε σε ξέχωρο σοκάκι,
εξεδιαντράπη και της λέει και της το φανερώνει.
"Νύφη μου, σάμπως σ' αγαπώ, νύφη, σάμπως σε θέλω.
-Εσύ το θέλεις μια φορά κ' εγώ το θέλω δέκα,
μ' ά μ' αγαπάς σα σ' αγαπώ, και θες με σα σε θέλω,
τον αδερφό σου σκότωσε κ' έλα για να με πάρης.
-Και τι αφορμή να τού βρω γω, για να τόνε σκοτώσω;
-Σύρτε για να μοιράσετε το πατρικό σας χτήμα,
από τοις άκραις δώσε του κι' απ' τους παλιούς τους όχτους,
κι' όπου καλά και καρπερά 'ς το μέρος το δικό σου,
κι' όπου άκρη και περίτραφος 'ς το μέρος το δικό του,
κ' εκείνος είν' αράθυμος, ρήξε και σκότωσέ τον."

Το μαύρο καβαλλίκεψε και 'ς το χωράφι πάγει.
"Ήρτε καιρός, μπρε Κωσταντή, καιρός να χωριστούμε,
έλα για να μοιράσουμε το πατρικό μας χτήμα.
Από ταις άκραις πάρε συ κι' απ' τους παλιούς τους όχτους
κι' όπου καλά και καρπερά 'ς το μέρος το δικό μου,
κι' όπου άκρη και περίτραφος 'ς το μέρος το δικό σου.
-Γιατί, γιατί, αδερφούλη μου, να πάρω από τοις άκραις;
γιατί να μη μοιράσουμε καθώς μοιράζουν όλοι;
-Πάρ' απ' τοις άκραις, Κωσταντή, γιατί θα σκοτωθούμε.
-Χαλάλι σου, αδερφούλη μου, κι' όλα δικά σου νά ναι,
παρά να ξεχωρίσουμε, πάρε και το δικό μου."

36

Τον πήρε το παράπονο, είδε ταδίκημά του,
τραυειέται σε παράμερο, και κάθεται και κλαίει.
Το μαύρο καβαλλίκεψε και 'ς το χωριό γυρίζει,
τη νύφη του νεφώναξε, τη νύφη του φωνάζει.
"Γλήγορα, νύφη μου, νερό, να πλύνω το σπαθί μου.
Τον αδερφό μου σκότωσα και το χω ματωμένο."
Κι' αυτή απ' την πολλή της βία κι' άπ' την πολλή χαρά της,
το μαστραπά φτυς άρπαξε, κρασί ήτανε γιομάτος,
τη σκάλα νεκατέβηκε, νερό για να του χύση.
"Αχ τα μαλλιά την άρπαξε, λιανά λιανά την κόβει.
Όλα αυτά αποδεικνύουν θαρρώ με περίτρανο τρόπο την
σχέση των Σαρακατσάνικων τραγουδιών με την Ακριτική
ποίηση και της παραλλαγές Βυζαντινών και Ομηρικών
τραγουδιών που συνεχίστηκαν ως παραλογές. Σχέση που
εκτενέστερα θα εξετάσουμε σε άλλη εργασία με σύνδεση
και της σημερινής πραγματικότητας. Αναφέρεται ότι
υπάρχει μια ασάφεια , αν η Επική ποίηση προϋπήρχε των
Ομηρικών επών η αν αυτή ήταν δημιούργημα μετά τα
Ομηρικά έπη εξ αιτίας αυτών.
Θα ήθελα ταυτόχρονα με μια συλλογή από δημοτικά
τραγούδια να αρχίσω και μια παρουσίαση παλιών και νέων
Σαρακατσάνων τραγουδιστών τους οποίους τυχαίνει να
γνωρίζω.

37

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΩΝ ΔΗΜΟΥΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΑΣΙΛΗ ΣΕΡΜΠΕΖΗ
Κάποιοι Μακρυγιανναίοι από την γνωστή οικογένεια, με
τους πρώτους διωγμούς, του Αλή Πασά μετακινούνται από
τα Άγραφα προς την Βουλγαρία (1808).Μετά την υπογραφή
της συνθήκης του Νεϊγύ, στην κωμόπολη Νεϊγύ-συρ-Σεν
(Neuilly sur Seine)το 1919, επιστρέφουν στην χώρα με
άλλους πολύπαθους Σαρακατσάνους ως Μακραίοι και
Σερμπεζαίοι από το Τσιότοβο στην Ν. Σαντα και το 1952
γεννιέται ο μικρός που δεν ξέρω αν όπως όλα τα μικρά
παιδιά έκλαψε ή τραγούδησε στη γέννα.
Είναι τέτοιο το μέγεθός του, ως τραγουδιστή, που το θεωρώ
βέβαιο ότι γεννήθηκε με αυτό το χάρισμα το οποίο βέβαια,
μετά το δούλεψε και πιο πολύ. Την έχει αυτή την
τελειομανία και την εργατικότητα ο Βασίλης.
Ένα παιδί ανήσυχο απ’ την Σάντα μπαίνει στη Γυμναστική
Ακαδημία Θεσσαλονίκης.
Εκεί σε ένα μαγαζί υπόγειο πίσω απ’ την Παναγία Δεξιά στην
Καμάρα που λέγονταν «Ψάθα», όπου έπαιζαν δημοτικά, τα
πιο πολλά Ηπειρώτικα και το όριζε κάποιος Γιαννακός, ένας
πανέξυπνος Ηπειρώτης, γνώρισα για πρώτη φορά και εγώ
στη δεκαετία το ’70 τον Βασίλη. Ένα όμορφο και αδύνατο
παλληκάρι που μόλις άρχισε να τραγουδάει με το "στόμα"
στην παρέα μας σε κάποιο διάλλειμα που έκαναν τα όργανα
απόμ’ναμαν εμείς με το στόμα ανοιχτό.
Για τον Βασίλη η "ψάθα" ήταν ο δεύτερος σταθμός μετά το
«Κοντσέρτο», κοντά στο αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης, όπου
πρωτοτραγούδησε ελαφρολαϊκά.

38

Έκτοτε κατορθώνει με την δουλειά του και την αξία του
πολλά. Καθηγητής Τ.Ε.Φ.Α.Α. του Δημοκριτείου
Πανεπιστημίου Θράκης στο γνωστικό αντικείμενο της
Μεθοδικής Διδακτικής του Ελληνικού Παραδοσιακού
Χορού. Γράφει και δημοσιεύει σε ελληνικά και διεθνή
περιοδικά καθώς έχει και σημαντική κοινωνική
δραστηριότητα καθώς διετέλεσε ιδρυτικό στέλεχος,
πρόεδρος ή μέλος διαφόρων πολιτιστικών σωματείων
καθώς και μέλος πολιτιστικών, κοινωνικών και πνευματικών
επιτροπών, όπως Σύλλογος Σαρακατσάνων Φοιτητών
Α.Π.Θ., Σύλλογος Σαρακατσάνων Θράκης, Π.Ο.Σ.
Σαρακατσαναίων, ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ, Δ.Ο.ΝΑ,
ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και Δ.Ε.Π.Α. Κομοτηνής καθώς και 1ος Δημοτικός
Σύμβουλος στο Δήμο Κομοτηνής.
Διατέλεσε ο πρώτος και επί δεκαετία Πρόεδρος της
Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Χορού, Πρόεδρος του
Τομέα Χορού του Τμήματος και Αναπληρωτής Πρόεδρος του
Τ.Ε.Φ.Α.Α. του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης
Λέει σε ένα αυτοβιογραφικό σημείωμα …..
Η γνωριμία και η συνεργασία μου με τον Βασίλη Μπατζή,
αυτόν τον ανεπανάληπτο μουσικό, ήταν για μένα
καταλυτική. Γράψαμε μαζί την «Πικροφαντασιά» το 1977, το
«Βουλιώμαι μια βουλιώμαι δυό» το 1979 και το «Θυμήθηκα
την ξενητιά» το 1981 που όμως δεν κυκλοφόρησε
Το 1992 γνωρίζεται με το Κωτσίνη και κάνουν την πρώτη
ψηφιακή δουλειά με το «ξεχάραξε» το 2000, τη συλλογή «Οι
Σαρακατσάνικοι Χοροί» το 2003, το έργο «Ανάμεσα τρεις
θάλασσες» με τον Γρηγόρη Καψάλη το 2004 καθώς και την
«Διαχρονία απ’ τον Μπατζή ως τον Κωτσίνη» το 2006.

39

Μετά τη συνταξιοδότησή του, δημιούργησε την τράπεζα
τραγουδιών «Βασίλης Σερμπέζης – σαρακατσιάνικα» από
την οποία έχει εκδοθεί ο 1ος τόμος το 2017, ο 2ος το 2019
ενώ υπό έκδοση είναι ο 3ος τόμος. Επίσης έχει συμμετοχή
σε άλλες οκτώ ψηφιακές μουσικές συλλογές. Ως χορευτής,
τραγουδιστής, χοροδιδάσκαλος ή διευθυντής διαφόρων
σχημάτων έχει εμφανιστεί σχεδόν σε όλες τις πόλεις της
Ελλάδας και στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης και στην
Αμερική. Έχει εμφανιστεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και
Θεσσαλονίκης και 5 φορές στην
εκπομπή «το αλάτι της γης» της ΕΡΤ1. Συνεργάστηκε με τους
σημαντικώτερους μουσικούς της παραδοσιακής μας
μουσικής και αποδίδει τραγούδια της στεριανής Ελλάδας
και ιδιαίτερα τα Σαρακατσάνικα.
Θα ήθελα στο μικρό αυτό αφιέρωμα να βάλω ένα τραγούδι
του Βασίλη που με συγκινεί ιδιαίτερα
ΝΑ ΤΟ 'ΞΕΡΕΣ ΜΑΝΟΥΛΑ ΜΟΥ
να το 'ξερες μανούλα μου
πως κάνω τη χαρά μου
να έσκιζες την μαύρη γη
να 'ρθεις να μ' ανταμώσεις
Μα είναι πλάκα σου βαριά

40

Όλοι έχουμε τα δικά μας βιώματα, πολύ πλούσια σε

συναισθήματα, σε σχέση με τον έρωτα, την απώλεια, την

χαρά, τις κοινωνικές καταστάσεις και πολλά άλλα. Τα

τραγούδια είναι η έκφραση της ιδιαιτερότητας και της

κουλτούρας ενός

λαού...και ο δικός μας

λαός, έχει δικό του

λόγο! Ένα λόγο

ιδιαίτερο και σχεδόν

πάντα θλιμμένο

ακόμα και στα πιο

χαρούμενα

τραγούδια οι στοίχοι

σε βυθίζουν στις σκέψεις και στην νοσταλγία και πολλές

άλλες φορές στον πόνο. Εδώ ο πόνος και η νοσταλγία της

μάνας που λείπει της μάνας που είναι ικανή να κάνει τα

πάντα να βρεθεί κοντά στο σπλάχνο της, μια ιδιαίτερη

στιγμή. Την στιγμή στης χαράς (του γάμου) του παιδιού της,

Νεκρή η ζωντανή θα έκανε τα πάντα αν ήξερε. Αυτό που

φαντάζει αδύνατο στον στοίχο το νικά η δύναμη της μάνας,

το αδύνατο είναι να το πληροφορηθεί «αν ήξερες μανούλα

μου….» Αν ήξερε θα έκανε όπως πάντα το αδύνατο δυνατό

η μάνα. Το δημοτικό τραγούδι είναι πολλές φορές βάλσαμο

για την ψυχή και όταν είναι τραγουδημένο απο τον Βασίλη

το παίρνεις σε γερές δόσεις. Είναι απόλυτα συνυφασμένο με

τον λαό και με τα πάθη του, με τους καημούς του, με τις

χαρές του, με τις λύπες του ακόμα και με τον θάνατο και ο

Βασίλης το ερμηνεύει κάθε φορά με τόσο συναίσθημα που

σε κάνει να το ζεις ξανά να ταυτίζεσαι με τους στοίχους.

41

Τα τραγούδια του γάμου των Σαρακατσάνων πολλές φορές
είναι ταυτόσημα και με τραγούδια της ξενιτιάς όταν αυτά
αναφέρονται στην κόρη που παντρεύεται και ξενιτεύεται
γιατί η μέρα της χαράς για την κόρη και τους γονείς είναι
πάντα και μέρα αποχωρισμού που στην καλύτερη
περίπτωση: «…θα κάνεις χρόνους να με δεις καιρούς να μ
ανταμώσεις». Και όταν το «πουλάκι» λέει στην μάνα: «Εγώ
θα πάω στην ξενιτιά βάστα καημένη μου καρδιά εκεί θα πάω
να μείνω και εσένα εδώ σ αφήνω» για να ανταπαντήσει η
μάνα « εκεί που πάς να ζήσεις να μην με λησμονήσεις»
σχεδόν σπαρακτικά.
Όταν 'όμως δεν είναι καθόλου παρούσα το κενό είναι
τεράστιο και πως νάταν να έσκιζε την μαύρη γης.

Αφιέρωμα στον Σταύρο Μπόνια
Είχα την τύχη να ζήσω τα εφηβικά χρόνια με το Σταύρο
Μπόνια σαν συμμαθητές στο ίδιο λύκειο το Αρρένων
Καβάλας (εξατάξιο Γυμνάσιο τότε) Γεννημένοι και οι δύο την
ίδια χρονιά και οι δυο από Σαρακατσάνους γονείς. Εποχές
και ηλικία που τα Σαρακατσανόπουλα προσπαθούσαν να
ξεφύγουν απ το "βλάχος" που σηματοδοτούσε τότε για τους
ντόπιους τον αντικοινωνικό , τον συντηρητικό χωριάτη. Εν
τούτοις όμως, ήταν ο Σταύρος που στις πίσω θέσεις του
λεωφορείου, όταν πηγαίναμε εκδρομή , μου τραγουδούσε
με νεανική άλλα γεμάτη ηχώ και χρώμα σαρακατσάνικη
φωνή του «Σήκω σ΄ απάνω Γιάννο μου» και «τα τιμημένα τα
άρματα» Κάναμε τρέλες εφηβικές, ανεβήκαμε και πετάξαμε
με αεροπλάνα, κοιμηθήκαμε στο ίδιο δωμάτιο, εγώ στο
κρεβάτι και αυτός στο πάτωμα. Χρόνια όμορφα που

42

βιαζόμασταν να μεγαλώσουμε, χρόνια που τα όνειρα μας
και τα όνειρα των γονιών μας ήταν να αλλάξουμε την μοίρα
μας.
Ο Σταύρος τα κατάφερε γιατρός. Μου έλεγε κάποτε για ένα
όνειρο του πατέρα του που είδε δέντρο να φυτρώνει στην
αυλή πανέμορφο και με κλαδιά να απλώνουν και ήταν
βέβαιος ότι θα πετύχει. Ο πόθος του πατέρα, που τον κάνει
το μυαλό, όνειρο. Σαν φοιτητές χαθήκαμε για λίγο, με
διαφορετικές σχολές και παρέες. Το 1976 φεύγω στο στρατό
και μαζί μου μια κασέτα κόκκινη Agfa ηχογραφημένη στον
Vasipap όλο με τραγούδια του Σταύρου. Θυμάμαι ακόμα:
Στην Λειβαδιά είναι ένα δεντρί
στην Θήβα κυπαρίσσι
και ανάμεσα σ αυτά τα δυο
είναι μια κρύα βρύση.
(Την κασέτα αυτή την είχα χαρίσει σε έναν Σαρακατσάνο
υπολοχαγό όταν πήγα απ την Κόρινθο στην ΣΕΑΠ για
δόκιμος τον Χρισταντώνη Δημήτρη στρατηγός εν
αποστρατεία σήμερα. Τον ρώτησα πριν δύο χρόνια αν την
έχει αλλά δεν θυμάται τι την έκανε).
Από τότε αρχίζει μια πορεία για τον Σταύρο με δύο αγάπες
παράλληλες , την ιατρική και το τραγούδι.
Παρακολουθώ όλη την πορεία
«Τα Σαρακατσάνικα» με κλαρίνο τον Βαγγέλη Καραπατή και
το «Οι φίλοι μου παρήγγειλαν» με τον Ξενοφώντα Μπαντή.
Το 1980 έως το 1985 εκδόθηκαν σε δίσκους το «Καλημερίζω
δυο καρδιές» με τον Βασίλη Μπατζή, «Θα παραγγείλω στα
βουνά» με τον Σωτήρη Σγούρο και «Σαρακατσάνικη
ανθολογία ΙΙ» με τον Γρηγόρη Καψάλη.

43

Επίσης αρκετές κασέτες από τη δισκογραφική εταιρεία
General Music: «Σαρακατσάνικη ανθολογία», «Το κυπαρίσσι
το ψηλό» κ.α. που όπου τις βρω τις αγοράζω.
Θυμάμαι ένα ταξίδι στο Μέτσοβο με την γυναίκα μου
αγοράζω από ένα καρότσι την «Σαρακατσάνικη ανθολογία»
δεν χρειάζεται να σας πω ότι το ταξίδι της επιστροφής ήταν
μπρος πίσω η ίδια κασέτα.
Ένα έργο που για εμάς τους Σαρακατσάνους, θα πρέπει να
θεωρείται συλλεκτικό, είναι το «Στα χνάρια της παράδοσης»
που περιλαμβάνει θαρρώ όλη την λαμπρή του πορεία στο
τραγούδι. Ένα μουσικό καταστάλαγμα με Σαρακατσάνικα
και Ηπειρώτικα τραγούδια.
Η πιο πρόσφατη δουλειά του είναι από κοινού με τον Βασίλη
Σερμπέζη έχει τον τίτλο «Ζωντανές ηχογραφήσεις». Ένα
διπλό cd το οποίο περιλαμβάνει τραγούδια από γνήσιες
ζωντανές ηχογραφήσεις χωρίς "φκιασίδια" και
κυκλοφόρησε πρόσφατα από τη εταιρεία General Music. Με
την ορχήστρα του Κώστα Ζαραλή και του Κώστα Τζελέπη.
….και περιμένουμε …..τα καλύτερα του, τώρα που το κρασί
πάλιωσε
Θέλω αυτό μικρό αφιέρωμα να κλείσει με το τραγούδι:
ΞΥΠΝΑ ΠΟΥΛΑΚΙ Μ' ΤΟ ΠΡΩΙ

Ξύπνα πουλάκι μ' την
αυγή
και τιναξ' τα φτερούγια
σου
να πέσουν οι δροσούλες
και μην λαλείς
παράκαιρα

44

και παραπονεμένα
απ τα σημάδια των κλεφτών
Το τραγούδι αυτό έχει μια προσωπική σχέση με εμένα
Μετά τον θάνατο του αδερφού μου σε ηλικία 54 ετών το
2010, θέλησα να κάνω ένα βίντεο με φωτογραφίες που
είχαμε μαζί.
Τότε σαν μουσικό μπακγκράουντ σκέφτηκα να βάλω αυτό το
τραγούδι που τραγουδούσε ο Σταύρος Μπόνιας και που με
συγκινούσε ως κλέφτικο τραγούδι. . Από τότε βέβαια έχει
γίνει και κάτι σαν οικογενειακό μου στίγμα.
Ο Σταύρος βγάζει εδώ μια πίκρα που οι ομορφιές της ζωής
σκεπάζονται από την λύπη της καταχνιάς του πολέμου και
των κακών μαντάτων. Την ομορφιά του πρωινού της φύσης
των βουνοκορφών με την δροσούλα στα φυλλώματα που
πρέπει να πέσουν απ το παιχνίδισμα με τα φτερά των
πουλιών την διακόπτει το παράκαιρο λάλημα και το
παραπονεμένο κελάηδισμα του θανάτου απ τα σημάδια των
κλεφτών. Απανταχού της γης οι άνθρωποι, σ' οποιαδήποτε
φυλή κι αν ανήκουν, σ' όποια χώρα κι αν κατοικούν, όποιον
πολιτισμό κι αν εκφράζουν, στα τραγούδια τους
εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους, τους πόθους και τις
ιδέες τους.
Τα δικά μας τραγούδια περιγράφουν πάντα με απλό στοίχο
εκτός από συναισθήματα και εικόνες από την φύση και τον
καιρό και τα συνδέουν με τα συναισθήματα μας.

45

ΛΙΑΚΑΙΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΓΙΑΡΙΜΙ ΤΑΣΟΥ (μπαρμαΤΑΣΙΟΥΣ)
Είχα την χαρά να συγγενέψω με το μπάρμπα Τάσο Γιαρίμι το
1986 όταν η μεγαλύτερη κόρη του η Αγόρω (είχε και μια
δεύτερη την Μαρία και το σουγγάρι τον Κώστα ) γυναίκα του
φίλου μου και συμπατριώτη μου Γιώργου Κρυστάλλη, με
τους οποίους κάναμε από χρόνια παρέα, έγινε η νουνά της
κόρης μου.
Ο μπάρμπα Τάσος της γενιάς του 30 γεννήθηκε το 1932 στα
Κερδύλια Σερρών. Ήταν απ τους πρώτους, αν όχι ο μόνος της
εποχής της δεκαετίας του 1960 που βγάζει το
Σαρακατσάνικο τραγούδι έξω απ τις Σαρακατσάνικες παρέες
και το κάνει ευρύτερα γνωστό. Τότε είχε κάνει και μια
"ψευτοκομπανία" που αρχίζει και παίζει σε γάμους γλέντια
και σε εκπομπές του ραδιοφώνου .
Το τραγούδι που έχει μάθει κρυφακούοντας από παιδί να
τραγουδιέται στις σαρακατσάνικες παρέες. Μου έλεγε
κάποτε ότι είχε αυτό που ονομάζουμε "μουσικό αυτί"
άκουγε έναν ή νχό άκουγε έναν τραγουδιστή αμέσως
"τύπωνε" τον ήχο και μπορούσε να τον αναπαραγάγει έτσι
όπως ακριβώς τον άκουσε.Έλεγε επίσης,πόσο το τραγούδι
άλλαξε σιγά σιγά και από αυτά αργά Σαρακατσάνικα
τραγούδια, τα αργά τα αντιφωνικ,ά με χορούς όπως η κάτσα
, και ο σταυρωτός έγιναν και εξ αιτίας των οργάνων αλλά και
εξ αιτίας του γραμμοφώνου πιο γρήγοροι και υπέστησαν
μεγάλες αλλαγές σε συρτά τσάμικα κλπ.Ίσως και ο ίδιος
αισθανόταν μια ενοχή για αυτό, γιατί ποτέ δεν φανταζόταν
την δισκογραφία, η οποία μπήκε σαρωτικά στην ζωή του.
Η πορεία της ζωής του απ τα Κερδύλια στο Παρανέστι όμοια
όλων των Σαρακατσάνων που περιπλανιόνταν κάποια

46

χρόνια αλλάζοντας χειμαδιά καταλήγει στον Ίασμο Ροδόπης
οπού με την σύντροφο της ζωής του Χρύσω Μπανιώτη
αρχίζουν να μεταβάλουν την ζωή τους από νομάδες,
ποιμένες σε "χωριάτες γεωργούς" με λίγα χωραφάκια
μερικά πρατάκια, γιδάκια σε κάποια στιγμή και τέτοιες
εργασίες που αλλάζουν την ζωή όλων των Σαρακατσάνων
εκείνη την δεκαετία του 60, μεταξύ αυτών και του δικού μου
πατέρα, με τον οποίο ο μπάρμπα-Τάσος πρέπει να
συνυπήρξαν ένα διάστημα, στην Δράμα μάλλον, γιατί τον
γνώριζε και είχε μεγάλη εκτίμηση στο καλλιτεχνικό του
ταλέντο, (ήταν και λίγο μακρινά ξαδέλφια) Ταλέντο το οποίο
δεν ήταν μόνο στο τραγούδι αλλά και η φλογέρα, την οποία
αργότερα αντικατέστησε με κλαρίνο. Ήμουν τυχερός αν και
δεν το συνήθιζα (ίσως φταίει η κατανάλωση αλκοόλ) να μου

παίξει
κλαρίνο

"μέσα
στ΄αυτί" σε

κάποια
έξοδο μας

στην
ύπαιθρο
για να
ψήσουμε
μια παρέα
με τους κουμπάρους.
Την δεκαετία του 70 συγκεκριμένα από το 1974 αρχίζει να
γίνεται ευρύτερα γνωστός στο πανελλήνιο από ένα
φεστιβάλ της Δώρας Στράτου και γράφει το 1975 τον δίσκο

47

της φωτογραφίας ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΟΙ. Ακολουθούν και άλλοι
δίσκοι και κασέτες και αρχίζει μια περιπλάνηση σε όλη την
Ελλάδα για συμμετοχή, σε χαρές, σε χορούς και εκδηλώσεις
συλλόγων, που άρχισαν σιγά σιγά να δημιουργούνται.
Ακόμα όμως και στην δισκογραφία κρατάει το
"Σαρακατσάνικο" χρώμα στα τραγούδια που τραγουδάει.
Αιώνια η μνήμη σου μπάρμπα Τάσο και εκεί που είσαι πες
κάνα τραγούδι στους δικούς μου, την μάνα, τον πατέρα, τον
αδερφό, που πάντα σε θαύμαζαν.
ΛΙΑΚΑΙΝΑ
Λάμπει (ν)ο ήλιος στα βουνά, κατακαημένη Λιάκαινα,
λάμπει και στα λαγκάδια, Λιάκαινα κατακαημένη,
έτσι λάμπει και η Λιάκαινα, κατακαημένη Λιάκαινα,
στην μέση το παζάρι, Λιάκαινα κατακαημένη!
Ξήντα αρβανίτες την κρατούν, κατακαημένη Λιάκαινα
και δέκα την ’ξετάζουν, Λιάκαινα κατακαημένη:
Λιάκαινα δεν παντρεύεσαι, κατακαημένη Λιάκαινα,
Τούρκον άντρα δεν παίρνεις, Λιάκαινα κατακαημένη;
Κάλλιο να δω το αίμα μου, κατακαημένη Λιάκαινα,
στη γης να κοκκινήσει, Λιάκαινα κατακαημένη!
Είναι η ιστορία της γυναίκας του Λιάκου που στα χέρια των
Τούρκων έλαμπε, όπως έλαμπε ο ήλιος στα βουνά και στα
λαγκάδια! Κι εκεί που την κρατούν όμηρο και την ξετάζουν
οι Αρβανίτες, προσπαθούν να κάμψουν την αντίστασή της
με υποσχέσεις: - Παντρέψου Τούρκο (να σ’ αρματώσει στο
φλωρί, μες’ στο μαργαριτάρι) και σε άλλη παραλλαγή Κι ένα
μικρό Τουρκόπουλο κρυφά την κουβεντιάζει: - Λιάκαινα δεν
παντρεύεσαι, Τούρκο άντρα να πάρεις, να σε χρυσώσει στο
φλουρί και στο μαργαριτάρι; - Κάλλιο να δω το αίμα μου στο

48

χώμα να ποτίσει παρά να δω βρωμόσκυλο να ΄ρθει στην
αγκαλιά μου! Ή σε άλλη εκ- δοχή Κάλλιο να ιδώ το αίμα μου
τη γης να κοκκινήσει, παρά να ιδώ τα μάτια μου Τούρκος να
τα φιλήσει!
Η συνέχεια από τους στίχους του ιδίου τραγουδιού, είναι η
συνομιλία του Λιάκου που αγναντεύει καβάλα στ’ άλογο και
βολιδοσκοπεί από την κορφή αν μπορεί να ελευθερώσει την
κυρά:
- Δύνεσαι, μαύρε μ’, δύνεσαι να βγάλεις την κυρά σου;
- Δύνομαι, αφέντη μ’, δύνομαι να βγάλω την κυρά μου!
Δέσε, συ το κεφάλι σου με δεκαοχτώ μαντίλια,
δέσε και την μεσούλα σου, δέστην με την δική μου
κι όρμα να την αδράξουμε απ’ των Τουρκ’ων τα χέρια!.
Ηρωισμός και αυταπάρνηση! Παλικαριά και αγάπη!
Και η κατάληξη θριαμβευτική κατά πως αρμόζει στους
τολμηρούς.
“Βιτσιά δίνει τ’ αλόγου του, στη μέση γιουρουστάει, και
πάησε και την άδραξε, στο σπίτι του την πάει!»
Από τον Κώστα Καλφούντζο
· 23 Απριλίου 2020 ·
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ ΚΩΣΤΑ ΝΑΚΑ
‘’Αναστενάζουν τα βουνά και κλαίνε τα ελάτια-μοιριολογάνε
οι οξυές και δε λαλούν τ’αηδόνια’’
ΚΩΣΤΑΣ ΝΑΚΑΣ: (15-3-1945/20-1-2014) (ΑΘΑΝΑΤΟΣ)
Γεννήθηκε το 1945 στην Πλασιά Αγιάς , πατέρας του ήταν ο
Βασίλης Νάκας και μάνα του η Δήμητρα Λιάγκα.
Γνήσια Σαρακατσάνικη κτηνοτροφική οικογένεια ξεχείμαζε
στην Δήμητρα (ΤΖΟΥΞΑΝΗ) Αγιάς από το 1950 όπου εκεί
εγκαταστάθηκαν και το καλοκαίρι στο Βέρμιο (ΣΙΔΕΡΑΚΙ).

49

Από πέντε χρονών παιδάκι βίωσε την σαρακατσάνικη ζωή

και τα σαρακατσάνικα τραγούδια πάντα κοντά στα πρόβατα

τραγουδώντας και παλεύοντας με μια φλουέρα όσα

τραγούδια άκουγε και κατέγραφε από τους μεγαλύτερους.

‘’Μανούλα μ όταν έφευγα να πάω στα μαύρα ξένα’’

Ανήσυχος όπως

πάντα και

αγαπώντας το

Σαρακατσάνικο

τραγούδι το 1970

‘’Τσα’σκη όπως είπε

τη Γκλίτσα ‘’ και

έφυγε για την

Αθήνα να εκπληρώσει το όνειρο του να γίνει τραγουδιστής.

‘’Ασε με χάρε άπονε τα νιάτα να γλεντήσω γιατί είμαι νιός

και ορφανός θέλω και εγώ να ζήσω’’

Το πρώτο του τραγούδι που έγραψε και η πρώτη του

ηχογράφηση το 1971 σε μικρό δίσκο.

‘’Κίνησαν τα Τσαμόπουλα’’

‘’Κάτω στον Κάμπο τον πλατύ’’

‘’Πήρε ο Μάρτης δώδεκα’’

Ήταν τα πρώτα Σαρακατσάνικα τραγούδια που ακούστηκαν

ζωντανά σε τηλεοπτική εκπομπή της ΥΕΝΕΔ το 1972 από την

υπέροχη φωνή του Κώστα Νάκα.

Εδώ αρχίζει η μεγάλη και λαμπρή πορεία του Νάκα

.

Πρώτος γνήσιος Σαρακατσάνος τραγουδιστής που πρόβαλε

και τραγούδησε επαγγελματικά με ορχήστρα το

50


Click to View FlipBook Version