αδερφό του Γιώργο Χασιώτη το όνειρο αν και, κατ’ άλλους,
το όνειρο αποδίδεται στον ίδιο τον Χασιώτη.
Aν και υπάρχει και μια παραλλαγή όμοια σχεδόν για τον
Κολοκοτρώνη και τα αδέρφια του.
......Κι ο Θοδωράκης μίλησε, κι ο Θοδωράκης λέει:
«Απόψε’ είδα στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου, θολό
ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα......κτλ
Ο Γιώργος Χασιώτης ήταν το τρίτο παιδί του τσέλιγκα Γιάννη
Μακρυγιάννη. Βγήκε στο βουνό μαζί με τα αδέλφια του
Αντώνη Κατσαντώνη
και Κώστα Λεπενιώτη. Έδωσε με τους Κατσαντωναίους όλες
τις μάχες ενάντια στους Τούρκους πολεμώντας δίπλα στους
Σαρακατσάνους συντρόφους του. Κάποια στιγμή που ο
Αντώνης Κατσαντώνης αρρώστησε από ευλογιά και
αποσύρθηκε σε μία σπηλιά για να αναρρώσει κοντά στο
μοναστηράκι των Αγράφων, ο Γιώργος Χασιώτης μαζί με
άλλους οκτώ αγωνιστές πήγαν μαζί του να τον φυλάνε.
Το τραγούδι αυτό όπως είναι στην αρχική εκδοχή του το
αναφέρει ένα πρωί που ξύπνησε ο Χασιώτης στον αδερφό
του σαν όνειρο:
Απόψε είδα στον ύπνο μου είδα και στο Όνειρο μου. Θολό
ποτάμι πέρναγα, θολό κατεβασμένο,
ούτε και πέρα πέρασα ,ούτε και δώθε βγήκα,
μου πέφτει το φεσάκι μου και η φούντα του σπαθιού μου.
Βλέπω τους κάμπους κόκκινους και τα βουνά γαλάζια,
βλέπω δύο ελάφια π’ όβοσκαν σε μια παλιοκαψάλα.
-Ξήγατο Αντώνη μ’ ξήγα το Όνειρο μου.
Γιώργου, το κόκκινο, είναι αίματα και τα γαλάζια βόλια. Τα
δύο αδέρφια είμαστε εμείς παλιοκαψάλα οι Τούρκοι.
401
Η παραπάνω εκδοχή, πάντως, παρουσιάζει αρκετά
ζητήματα αυθεντικότητας καθώς περιλαμβάνει στίχους από
τέσσερα γνωστά δημοτικά αλλά και ιδιωματικά
Σαρακατσάνικα τραγούδια.
Πολλές φορές ο άνθρωπος μετά στην παραζάλη της ημέρας,
όταν το κορμί χαλαρώνει για λίγο, (περισσότερο οι κλέφτες
και αρματολοί, σαν ξαπόσταιναν απ’ τις μάχες) αλλά και οι
άνθρωποι της βιοπάλης γενικότερα μέσα στην
σκληροτράχηλη ζωή των βουνών, ζούσαν μέσα σε κλάσματα
δευτερολέπτου σκηνές μιας μεγάλης πλοκής, άλλοτε ως
αγωνία για το αύριο άλλοτε σαν εφιάλτη.
Μια τέτοια πλοκή είναι και αυτή του τραγουδιού που
ξυπνάει το κλέφτη σαν εφιάλτης και ψάχνει να βρει
παρηγοριά στον αδερφό στον
συμπολεμιστή, στον καθημερινό σύντροφο.
Αλλά και γενικότερα τα όνειρα στα τραγούδια έχουν έναν
ρόλο ελπίδας, χαράς, αλλά κάποιες στιγμές προάγγελοι
κάποιου κακού εφιάλτη.
Ένα ίδιο θεωρώ τραγούδι είναι και η:
ΠΙΚΡΟΦΑΝΤΑΣΙΑ
Απόψε είδα στον ύπνο μου, στην πικροφαντασιά μου, Θολό
ποτάμι πέρναγα, θολό και ματωμένο!
Και πέρα δεν εδιάβηκα κι ούδ’ από δώθε βγήκα! Ξήγα το,
μάνα μ’ τα’ όνειρο!
ΘΟΛΟ ΠΟΤΑΜΙ ΠΕΡΝΑΓΑ.
Απόψε είδα στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου Θολό
ποτάμι, πέρναγα, άντε μανούλα μ’ πέρναγα Θολό ποτάμι
πέρναγα, θόλο και ματωμένο
402
και πέρα δεν εδιάβηκα, άντε μανούλα μ’ διάβηκα
Πολλές φορές τα τραγούδια μας τα ταυτίζουμε με
προσωπικές μας στιγμές, γελάμε, κλαίμε, χαιρόμαστε,
λυπούμαστε! Ένα τέτοιο τραγούδι είναι και αυτό.
Όταν είναι να γράψεις για την δική σου Ιστορία όμως
“γονατίζεις” και αφήνεις μόνο τους στοίχους και την
μουσική να φτερουγίζουν στα βλέφαρα και να τα υγραίνουν.
Η πραγματική Ιστορία του τραγουδιού μάλλον αποδίδεται
στον Σαρακατσάνο αρματολό Γιώργο Χασιώτη Με βάση τον
λαïκό μύθο, το τραγούδι αναφέρεται στο όνειρο του
Κατσαντώνη, το βράδυ πριν ξημερώσει η ηρωϊκή έξοδος των
αδελφών και των συντρόφων του απ’ τη σπηλιά και η
σύλληψη του ήρωα που οδήγησε στον μαρτυρικό θάνατό
του. Φαίνεται ότι ο Κατσαντώνης εκμυστηρεύτηκε στον
αδερφό του Γιώργο Χασιώτη το όνειρο αν και, κατ’ άλλους,
το όνειρο αποδίδεται στον ίδιο τον Χασιώτη.
Aν και υπάρχει και μια παραλλαγή όμοια σχεδόν για τον
Κολοκοτρώνη και τα αδέρφια του.
......Κι ο Θοδωράκης μίλησε, κι ο Θοδωράκης λέει:
«Απόψε’ είδα στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου,
θολό ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα......κτλ
Ο Γιώργος Χασιώτης ήταν το τρίτο παιδί του τσέλιγκα Γιάννη
Μακρυγιάννη. Βγήκε στο βουνό μαζί με τα αδέλφια του
Αντώνη Κατσαντώνη
και Κώστα Λεπενιώτη. Έδωσε με τους Κατσαντωναίους όλες
τις μάχες ενάντια στους Τούρκους πολεμώντας δίπλα στους
Σαρακατσάνους συντρόφους του. Κάποια στιγμή που ο
Αντώνης Κατσαντώνης αρρώστησε από ευλογιά και
403
αποσύρθηκε σε μία σπηλιά για να αναρρώσει κοντά στο
μοναστηράκι των Αγράφων, ο Γιώργος Χασιώτης μαζί με
άλλους οκτώ αγωνιστές πήγαν μαζί του να τον φυλάνε.
Το τραγούδι αυτό όπως είναι στην αρχική εκδοχή του το
αναφέρει ένα πρωί που ξύπνησε ο Χασιώτης στον αδερφό
του σαν όνειρο:
Απόψε είδα στον ύπνο μου είδα και στο Όνειρο μου.
Θολό ποτάμι πέρναγα, θολό κατεβασμένο,
ούτε και πέρα πέρασα ,ούτε και δώθε βγήκα,
μου πέφτει το φεσάκι μου και η φούντα του σπαθιού μου.
Βλέπω τους κάμπους κόκκινους και τα βουνά γαλάζια,
βλέπω δύο ελάφια π’ όβοσκαν σε μια παλιοκαψάλα.
-Ξήγατο Αντώνη μ’ ξήγα το Όνειρο μου.
Γιώργου, το κόκκινο, είναι αίματα και τα γαλάζια βόλια.
Τα δύο αδέρφια είμαστε εμείς παλιοκαψάλα οι Τούρκοι.
Η παραπάνω εκδοχή, πάντως, παρουσιάζει αρκετά
ζητήματα αυθεντικότητας καθώς περιλαμβάνει στίχους από
τέσσερα γνωστά δημοτικά αλλά και ιδιωματικά
Σαρακατσάνικα τραγούδια.
Πολλές φορές ο άνθρωπος μετά στην παραζάλη της ημέρας,
όταν το κορμί χαλαρώνει για λίγο, (περισσότερο οι κλέφτες
και αρματολοί, σαν ξαπόσταιναν απ’ τις μάχες) αλλά και οι
άνθρωποι της βιοπάλης γενικότερα μέσα στην
σκληροτράχηλη ζωή των βουνών, ζούσαν μέσα σε κλάσματα
δευτερολέπτου σκηνές μιας μεγάλης πλοκής, άλλοτε ως
αγωνία για το αύριο άλλοτε σαν εφιάλτη.
Μια τέτοια πλοκή είναι και αυτή του τραγουδιού που
ξυπνάει το κλέφτη σαν εφιάλτης και ψάχνει να βρει
παρηγοριά στον αδερφό στον
404
συμπολεμιστή, στον καθημερινό σύντροφο.
Αλλά και γενικότερα τα όνειρα στα τραγούδια έχουν έναν
ρόλο ελπίδας, χαράς, αλλά κάποιες στιγμές προάγγελοι
κάποιου κακού εφιάλτη.
Ένα ίδιο θεωρώ τραγούδι είναι και η:
ΠΙΚΡΟΦΑΝΤΑΣΙΑ
Απόψε είδα στον ύπνο μου, στην πικροφαντασιά μου,
Θολό ποτάμι πέρναγα, θολό και ματωμένο!
Και πέρα δεν εδιάβηκα κι ούδ’ από δώθε βγήκα!
Ξήγα το, μάνα μ’ τα’ όνειρο!
…..
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
(Γενεαλογία Αρματωλών και Κλεφτών)
Αρχιποιμήν Μακρυγιάννης (εννοεί κατά τον Βλαχογιάννη
τσέλιγκας καθώς αγαπάει και γράφει ελληνικούρες). ..Τέκνα
: Α!. Κατζιαντώνης (1770 η 1773 - 1808 η 1809 άκληρος Β!
Λεπενιώτης 1780 -1810 άκληρος Γ! Γεώργιος Χασιώτης,
1790 - 1804, άκληρος. Δ! Χρήστος Κούζκος, απέθανε
φυλακισμένος εις τα Μετέωρα, αδερφή, σύζηγος
Πατζιούρα, και υιός αυτής Κωσταντης Λεπενιωτάκης,
Στγγενείς : Νικολαος Μπουρδάρας εφονευθη εις το ………
1822.
<Ο Κατζιαντώνης> συγγενείς βλάχους (εννοεί κατά τον
Βλαχογιάννη που το υποσημειώνει Σαρακατσάνους
Ελληνοφώνους) έσχεν πολλούς αλλ΄ ουδείς εμιμήθη τούτον
εκτός του Τζιόγκα. Οπαδοί, διάδοχοι, προτωπαλήκαρα.
α) Γεωργάκης, Τζιόγκας, 1790-1839, άκληρος(οπαδοί του
Τζιόγκα εφάνησαν πολλοί, οίτινες διέπρεψαν εις τον αγώνα.
β) Λάμπρος Σουλιώτης.
405
γ) Γ . Καραϊσκάκης 1780 - 1827 υιός του Σπύρος1826 - 1841
αλλοι οπαδοί Παλαιογιώργης, Πάνος Κατσίκης,
Βρυκόλακας…….. Ο Δίπλας, Νασος Κουμπόπουλος, εις
αυτους κατεφυγεν ο Κατζιαντώνης ληστής(αμα βγηκε
κλέφτης πρώτη φορά) και μετά παο εξη μήνες οι άνωθεν
προσκυνήσαντες εις τους Κοντογιανναίους, ο Κατζιαντώνης
έμεινε ληστής.
Συγχρόνως ως σύντροφος εφαίνετο και ο Καραγιαννάκης,
Βλάχος, όστις εφονεύθη εις τον Αγιον Νικολαον
Βραγκιανίτικον, εις την Οξυάν, έπειτα από τον Κατζιαντώνην.
Ο Κατζιαντώνης και ο Γιώργης Χασιώτης πληγωμένοι,
λημεριάζοντας ασθενείς εις το Σίμνικον Αγράφων βουνόν η
κατούνα,* πλησίον του Αγίου Ιωάννου, εσυλλήφθησαν από
τον Αγον Βάσιαρην, Θανάσης Γκιούρλιας από Τατάρνα (ίσως
ο καταδότης κατά τον Βλαχογιάννη)
* Η κατούνα είναι παλιά λέξη με πολλές σημασίες·
εμφανίζεται από τα μεσαιωνικά χρόνια και σημαίνει την
κατοικία, τη σκηνή, το περιχαρακωμένο στρατόπεδο·
αργότερα, τον οικισμό, και αυτή είναι μια από τις βασικές
νεότερες σημασίες, αλλά και τις αποσκευές του ταξιδιώτη
και την οικοσκευή ενός νοικοκυριού. Τα νεότερα λεξικά την
παραλείπουν. Φυσικά, υπάρχουν πολλά τοπωνύμια
Κατούνα ή Κατούνες, με γνωστότερο το κεφαλοχώρι στην
Ακαρνανία.
Σαν οικισμός, η κατούνα συχνά αφορά προσωρινή
εγκατάσταση. Κατούνες ή κατούντ στα αρβανίτικα λέγονταν
οι τόποι περιοδικής εγκατάστασης των Αρβανιτών, για
εργασία σε μεγάλες ιδιοκτησίες, κατούνες λέγονταν τα
406
μικρά χωριά γύρω από το Πλωμάρι Λέσβου, ενώ σε κατούνες
(εξοχικές κατοικίες) παραθέριζαν οι κάτοικοι της Γέρας.
Το 1811 εξ μήνας λήστευσεν ο Λεπενιώτης με τους οπαδούς
του και επήραν τα Άγραφα. Καπιτάνευσαν εξ μήνες και τον
εφόνευσεν ο Νικόθεος, το 1812, εις τας αρχας την
Διακαινήσιμον εβδομάδα του Θωμά. Μετά τούτον
εδιορίσθησαν επιτροπή Δήμος Τσέλιος, Μπουρδάρας-
κληρονόμος με τον Λεπενιωτάκην- και Λάμπρος Σουλιώτης.
Εκστράτευσαν κατά των Αλβανών , του Ντεμίρ Ντόστη
Γαρδικιώτη, Μουσταφά Πασσα και Σελίμπεη Δελβινιώτη. Ο
Κωσταντης Λεπενιωτάκης, ανεψιός του Κατζιαντώνη εκ της
αδελφής του και του Πατσιούρα. Επροσκύνησαν το 1812 -
Εννοεί τα απομεινάρια του σώματος του Λεπενιώτη που
παρουσιάστηκαν και προσέφεραν την υποταγή τους στον
Αληπασσά, μετά τον θάνατο του αρχηγού τους.(ο
συγγραφέας προτιμάει το «ελήστευσεν» από το «έκαμε
κλέφτης»
Περίεργη και άγνωστη (κατά τον Βλαχογιάννη) είναι η
εκστρατεία του ακέφαλου σώματος Λεπενιώτη ενάντια σε
τόσους σημαντικούς Αρβανίτες,ανάμεσα σε αυτούς και έναν
πασσά. Ίσως θα πρόκειται για καμιά ξαφνική επιδρομή στον
κάμπο το Θεσσαλικό. Το σώμα το χωρίς Καπετάνιο πειά, του
Λεπενιώτη, το κατάτρεξε με ακοίμητη λύσσα ο Αληπασσάς
ώσπου το ανάγκασε να προσκυνήση.
(η ορθογραφία είναι από το αρχικό κείμενο)
Σχετικό με την ανάρτηση από το βιβλίο του Κασομούλη είναι
και το απόσπασμα από το πρώτο μου βιβλίο
«ΠΡΩΤΟΕΛΛΗΝΕΣ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ»
407
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ - ΓIΩΡΓΟΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ - ΚΩΣΤΑΣ
ΛΕΠΕΝΙΩΤΗΣ
Ο Αντώνης Κατσαντώνης, (1775 - 28 Σεπτεμβρίου 1809)
γεννημένος ως Αντώνης Μακρυγιάννης, ήταν ονομαστός
Έλληνας κλέφτης, Σαρακατσάνος, ο οποίος έδρασε επί
Τουρκοκρατίας στα προεπαναστατικά χρόνια στις περιοχές
των Αγράφων, του Βάλτου και του Ξηροποτάμου
Αιτωλοακαρνανίας.
Σύμφωνα με την παράδοση, καταγόταν από το Βασταβέτσι
(νυν Πετροβούνι) της Ηπείρου, από Σαρακατσαναίικη
οικογένεια. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αντώνης
Μακρυγιάννης. Ο Γιάννης Μακρυγιάννης, ο πατέρας του
Κατσαντώνη, καταγόταν επίσης από το Βασταβέτσι. Επειδή
όμως ο Γιάννης Μακρυγιάννης είχε αναπτύξει κλέφτικη
δράση, πήγε και εγκαταστάθηκε τελικά στο Μάραθο
(Μύρισι) Αγράφων Ευρυτανίας όπου παντρεύτηκε την
Αρετή, κόρη του επίσης ξακουστού κλεφτοκαπετάνιου στα
Άγραφα, Βασίλη Δίπλα.
Το ζευγάρι απέκτησε τρία αγόρια: πρώτο τον Αντώνη
(Κατσαντώνη), ο οποίος γεννήθηκε το 1775 στο Μάραθο,
τον Κώστα Λεπενιώτη, που γεννήθηκε στη Λεπενού
Αιτωλοακαρνανίας, εξ ου και το επώνυμό του, και τον
Γιώργο Χασιώτη, που γεννήθηκε στα Χάσια, απ΄ όπου και το
επίθετό του.
Αρκετοί άλλοι μελετητές αναφέρουν πως το ζευγάρι είχε
έναν ακόμη γιο, τον Χρήστο ή Κούτσικο, που πέθανε
φυλακισμένος από τους Τούρκους στα Μετέωρα, καθώς και
μια κόρη, την Κατερίνα, που παντρεύτηκε κατόπιν στο χωριό
Βελαώρα των Απεραντίων αλλά δεν είναι γνωστό με ποιον.
408
Για τον θάνατο τους ο Κασομούλης Αναφερόμενος στον
Αληπασά λέει: ….τους Κοντογιαναίους του κατασκόρπισε ,
τους Σουλιώτες τους κατάσφαξε, του Ανδριτσαίους μετά τον
θάνατο του (εννοεί τον Αρβανίτη Ανδρέα Βερούτη πατέρα
του Οδυσσέα), άλλους έδιωξε και άλλους κέρδισε και τον γιο
του Οδυσσέα τον είχε στην αυλή του. Ο Νίκος Τσιάρας (η
Τζιάρας) έχει θανατωθεί και ο Κατσαντώνης με τον αδελφό
του τον Χασιώτη, αφού έπεσαν με προδοσία στα χέρια του
έσπασαν τα κόκκαλα τους μπροστά τα μάτια του.
Το χρονικό της προδοσίας εχει ως εξης:
Ο Αλή Πασάς είχε γίνει ο χειρότερος εχθρός των τριών
αδελφών, μα ιδιαιτέρως του Κατσαντώνη. Ήθελε με κάθε
μέσο να τους πιάσει ζωντανούς γιατί με τέτοιους άνδρες
όπως σκεφτόταν θα μπορούσε να γίνει σουλτάνος στην
Κωνσταντινούπολη, καθώς και να βάλει στο χέρι τους
αμύθητους θησαυρούς που είχε κλέψει ο Κατσαντώνης από
τους τούρκους και τους κοτζαμπάσηδες. Ο Κατσαντώνης το
καλοκαίρι του 1808 υπέφερε όπως λέγεται από ευλογιά,
πράγμα που τον έκανε να καίγεται στον πυρετό και να μην
έχει όρεξη να φάει. Πάντα δίπλα του σαν πιστό
πρωτοπαλλίκαρο έστεκε ο αδελφός του ο Γιώργος που
φρόντιζε να μην του λείπει τίποτε μέσα σε εκείνη την
απόκρημνη σπηλιά που ήταν το καταφύγιό τους. Δίπλα του
επίσης, ήταν και ο γιατρός Ντουφεκιάς που προσπαθούσε
να τον θεραπεύσει χωρίς αποτέλεσμα. Τέτοια ήταν η
κατάσταση στο αρματολίκι (νταϊφά) του Κατσαντώνη, όταν
ο Αλή Πασάς έβαλε τον Άγο Βασιάρη με 800 τουρκαλβανούς
να τους κυνηγήσει και να τους φέρει σιδηροδέσμιους στο
σαράι του.
409
Η κρυψώνα των αδελφών δεν ήταν γνωστή στον υπόλοιπο
κόσμο, όμως ένας βοσκός μόνο την ήξερε που τους έφερνε
τα αναγκαία. Αυτόν τον έπιασαν οι τουρκαλβανοί και μετά
από σκληρά βασανιστήρια τον έκαναν να ομολογήσει που
κρύβονταν τα δύο αδέλφια. Εκτός από τα δύο αδέλφια, στην
σπηλιά βρισκόταν άλλοι πέντε πιστοί τους σύντροφοι.
Όταν οι τουρκαλβανοί βρέθηκαν έξω από την σπηλιά
φώναξανν στους αδελφούς Μακρυγιάννη: “κάτω τ’άρματα
ορέ Κατσαντώνη”, ο Γιώργος απάντησε στους λιάπηδες
επειδή ο αδελφός του ήταν κάτω από την αδυναμία της
αρρώστιας “ο Κατσαντώνης τούρκοι δεν προσκυνάει, ο
Κατσαντώνης πολεμάει και πεθαίνει” και μαζί με τους πέντε
συντρόφους του άνοιξε πυρ εναντίον των λιάπηδων. Οι
βολίδες αντηχούσαν σε όλη την πλαγιά με τα κορμιά των
τούρκων να σωριάζονται σαν φθινοπωρινά φύλλα. Από την
αρχή η μάχη ήταν άνιση κατά των Ελλήνων, αλλά
πολεμούσαν σαν ήρωες απέναντι σε υπέρτερους εχθρούς.
Επειδή είδαν πως δεν πρόκειται να σωθούν αν έμεναν εκεί,
ο Γιώργος είπε στα παλληκάρια του να τον καλύψουν όσο
αυτός θα κουβαλάει τον αδερφό του στους ώμους για να
πάνε σε άλλη κρυψώνα. Οι συμπολεμιστές του έβαλαν τα
σώματά τους σαν ασπίδες μπροστά από τον Χασιώτη και τον
αδελφό του. Ο Χασιώτης ξέφυγε, ενώ ο Κατσαντώνης
βαριανάσαινε από την ευλογιά που τον είχε καταβάλει. Τα
παλληκάρια έπεσαν νεκρά από τις σφαίρες των
τουρκαλβανών, οι οποίοι στην συνέχεια κυνήγησαν τα δύο
αδέρφια σαν λαγωνικά πάνω στα σκιερά δάση που
κάλυπταν τα Άγραφα. Μετά από 7 ώρες κυνηγητού τους
εγκλώβισαν σε μια χαράδρα. Ο Κατσαντώνης είπε στον
410
μικρότερο αδελφό του, να του κόψει το κεφάλι και να φύγει,
μιας που ήταν γερός ακόμα για να μην τους συλλάβουν και
δώσουν τέτοια μεγάλη χαρά στον Αλή. Ο Γιώργος χωρίς
δεύτερη σκέψη αρνήθηκε την συμβουλή – εντολή του
αδελφού και του είπε πως αυτός θα μείνει μέχρι τέλους
δίπλα του.
Η επόμενη αυγή βρήκε τα δύο αδέλφια περικυκλωμένα και
αποκαμωμένα από την πεζοπορία και τις μάχες. Μια σφαίρα
βρήκε τον Χασιώτη στο πόδι, γεμίζοντάς τον αίμα. Δεν είχαν
κάτι άλλο να κάνουν και γι’ αυτό μετά από συμφωνία με τον
Άγο Βασιάρη παραδόθηκαν. Τους έδεσαν χειροπόδαρα και
τους πήγαν κατευθείαν μπροστά στον Αλή. Ο Αλή Πασάς
θαύμασε την γενναιότητα των δύο ανδρών και αφού τους
φέρθηκε ευγενικά, ρώτησε τον Κατσαντώνη πού είναι
κρυμμένα τα λεφτά και τα άλλα πολύτιμα αντικείμενα που
πήρε από τους τούρκους. Ο Κατσαντώνης τον κοίταξε, αλλά
δεν είπε τίποτε, δεν θα έδινε καμμια χαρά σ’ αυτόν τον
αιμοδιψή τύραννο, αφού ήξερε ούτως ή άλλως ότι δεν θα
έβγαινε ζωντανός από εκεί μέσα. Ο Αλής τους έριξε στα
μπουντρούμια και τους βασάνισε. Τα δύο αδέλφια
υπομένανε αγόγγυστα και χωρίς ίχνος δακρύων τα φοβερά
βασανιστήρια του Αλή. Οι μήνες περνούσαν αργά και στα
μπουντρούμια πλέον δεν ζούσαν δύο παλληκάρια, αλλά δύο
ράκη.
Έφτασε την Λαμπρή του 1809 στα Γιάννενα κι ο Αλής
θέλοντας να τους ξεφτιλίσει και να αποθαρρύνει άλλους να
βγουν στα βουνά ως κλέφτες, παρέδωσε τα δύο παλληκάρια
στους πιο έμπειρους βασανιστές που είχε. Τους έδωσε λίγα
411
γρόσια λέγοντάς τους “κάντε τους να υποφέρουν όσο πιο
πολύ γίνεται”.
Εκείνοι τους πήγανε κάτω από έναν μεγάλο πλάτανο, τους
έβαλαν στην γη και με σφυριά κι αμόνια τους έσπαζαν ένα
προς ένα όλα τα κόκαλα των κορμιών τους. Το μαρτύριο
απίστευτο κι απάνθρωπο. Τα δυο αδέλφια αντί να κλαίνε και
να φωνάζουν ή να βρίζουν, τραγουδούσαν σαν να μην
συνέβαινε τίποτα. Οι τούρκοι που ήταν γύρω τους, τους
βρίζαν, τους φτύναν και τους ρίχναν κατάρες για ό,τι έχουν
πάθει απ’ αυτούς. Το μαρτύριο κράτησε περίπου 6 ώρες
χωρίς σταματημό. Τα μέλη των δυο παλληκαριών είχαν
πρηστεί από τα οιδήματα και είχαν αίματα παντού. Δεν ήταν
πια άνθρωποι, αλλά δυο άμορφες μάζες κρέατος. Όπως
ήταν τους πέταξαν πάλι στα μπουντρούμια. Εκεί το ίδιο
βράδυ ξεψύχησε πρώτος ο μικρόσωμος “γίγαντας”
Κατσαντώνης και μετά απ’ αυτόν ο σωματώδης αδελφός του
Γιώργος Χασιώτης.
Όταν πέθαναν ,οι εβραίοι των Ιωαννίνων (οι οποίοι είχαν
ένα μίσος στον Κατσαντώνη) ζήτησαν από τον Αλή Πασά την
σορό του Κατσαντώνη κι αφού τον πλήρωσαν τα γρόσια που
ήθελε, τον πήραν και τον έβαλαν σ’ ένα πλάτανο, ζητώντας
δυο γρόσια από τους Έλληνες για να τον τιμήσουν και δύο
γρόσια από τους τούρκους για να το φτύσουν και να
προσβάλουν το άψυχο κορμί αυτού του ήρωα…
Ο ποιητής του 1821, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έγραψε για
την ώρα του μαρτυρικού θανάτου του Κατσαντώνη:
«Δυο γύφτοι τον εστρώσανε δεμένονε στ’ αμόνι
κι αρχίσανε με το σφυρί να τον πελεκάνε.
Σκλήθρες πετάν τα κόκαλα, σκορπάνε τα μεδούλια,
412
νεύρα, κομμένα κρέατα, σέρνονται σαν ξεσκλίδια
και κείνος τηράει τον ουρανό και γλυκοτραγουδάει:
Χτυπάτε, πελεκάτε με σκυλιά, τον Κατσαντώνη
δεν τον τρομάζει Αλήπασας, φωτία, σφυρί κι αμόνι.»
Ο Κώστας Λεπενιώτης και αδελφός του Κατσαντώνη ήταν
και υπαρχηγός στο «νταϊφα» του αδερφού του.
Ο Κώστας Λεπενιώτης (1777 – 1812 ) ήταν ονομαστός
κλέφτης σαρακατσάνικης καταγωγής ο οποίος έδρασε τα
προεπαναστατικά χρόνια, και είχε τη φήμη του "πελώριου"
(έτσι ήταν το σοϊ των Μακρυγιανναίων). Ήταν ο μικρότερος
αδελφός του Κατσαντώνη με τον οποίο και έδρασαν από
κοινού ως τον θάνατό του του Κατσαντώνη. Κατά μία εκδοχή
πήρε το επίθετό του επειδή είχε γεννηθεί στο χωρίο
Λεπενού . Πέθανε άκληρος.
Έμαθε την κλέφτικη ζωή με τα άλλα αδέρφια του από τον
κλέφτη Βασίλη Δίπλα. Μετά τον θάνατο του Κατσαντώνη το
1809 συνέχισε την κλέφτικη δράση στην περιοχή των
Αγράφων για σχεδόν μια δεκαετία. Το 1819 ο Αλή Πασάς
μέσω αντιπροσώπων του ζητάει να ενταχθεί στις τάξεις του
ως αρματολός. Τελικά δέχεται αλλά με τον όρο να μην
παρουσιαστεί ποτέ μπροστά του, ούτε βέβαια και να τον
προσκυνήσει.
Όμως ο Λεπενιώτης δε δεχόταν τις ταπεινώσεις και τους
συμβιβασμούς με τους Τούρκους και Τουρκαλβανούς
αγάδες και ορισμένοι οργάνωσαν σχέδιο με σκοπό να τον
σκοτώσουν. Την Κυριακή του Πάσχα (μάλλον του 1819), ο
Λεπενιώτης το βράδυ, όταν έβγαινε από την εκκλησία του
χωριού Φουρνά των Αγράφων, πυροβολήθηκε ύπουλα από
έναν πύργο ενός τοπικού προεστού που βρίσκονταν
413
απέναντι από την εκκλησία. Τα παλικάρια του, αρχικά,
απέκρυψαν τον θάνατό του και διέδωσαν ότι μεταφέρθηκε
σε κάποιο απόμακρο μέρος για να θεραπευτεί.
Ένα από τα τραγούδια που αναφέρεται στον θάνατο του
Λεπενιώτη τον σταυραετό των Αγράφων, που τραγουδά ο
Βασίλης Σερμπέζης, είναι το επόμενο. «Βγήκεν ο ήλιος
κόκκινος ».
https://youtu.be/xRxZ7Fh-unI
Εδώ με τον Παπασιδέρη
https://youtu.be/mNsINtOZ4po
Εδώ με το Α. Τσαούση
https://youtu.be/5dnB5-3xr3I
Ακούστε και αυτή την εκτέλεση από μια Σαρακατσάνα γιαγιά
που δεν χρειάζεται ούτε όργανα ούτε τίποτα να σε
ανατριχιάσει.
https://youtu.be/srUaD4kNG3w
Εδώ με την Χάρη Αλεξίου σε μια ανέκδοτη εισαγωγή..
https://youtu.be/pKvaUSFE9eY
Και σε μια άλλη παραλλαγή.
Ανταριάσανε τα βουνά, συννέφιασαν οι κάμποι,
βγήκε ο ήλιος κόκκινος και το φεγγάρι μαύρο
κι εκειό τ’ αστέρι το λαμπρό που πάει να βασιλέψη.
Κι οι κλέφτες το καρτέρεσαν και το συχνορωτάνε:
— Πες μας, πες μας, αστέρι μου, κάνα καλό χαμπέρι.
— Τι να σας πω, μαύρα παιδιά, τι να σας μολογήσω;
Το Λεπενιώτη βάρεσαν μες στο δεξί το χέρι,
δεν μπορ’ να βγάλη το σπαθί, ν’ αδειάση το τουφέκι.
Ψιλή φωνίτσα έσυρεν, όσο κι αν εδυνότουν:
«Το πού ’σαι, Τσόγκα μ’ αδελφέ, και συ, Λάμπρο Σουλιώτη,
414
γυρίστε να με πάρετε, πάρτε μου το κεφάλι,
να μην το πάρη η Τουρκιά κι αυτός ο Νακοθέας».
ΘΟΛΟ ΠΟΤΑΜΙ ΠΕΡΝΑΓΑ.
Απόψε είδα στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου
Θολό ποτάμι, πέρναγα, άντε μανούλα μ’ πέρναγα
Θολό ποτάμι πέρναγα, θόλο και ματωμένο
και πέρα δεν εδιάβηκα, άντε μανούλα μ’ διάβηκα
Πολλές φορές τα τραγούδια μας τα ταυτίζουμε με
προσωπικές μας στιγμές, γελάμε, κλαίμε, χαιρόμαστε,
λυπούμαστε! Ένα τέτοιο τραγούδι είναι και αυτό.
Όταν είναι να γράψεις για την δική σου Ιστορία όμως
“γονατίζεις” και αφήνεις μόνο τους στοίχους και την
μουσική να φτερουγίζουν στα βλέφαρα και να τα υγραίνουν.
Η πραγματική Ιστορία του τραγουδιού μάλλον αποδίδεται
στον Σαρακατσάνο αρματολό Γιώργο Χασιώτη Με βάση τον
λαïκό μύθο, το τραγούδι αναφέρεται στο όνειρο του
Κατσαντώνη, το βράδυ πριν ξημερώσει η ηρωϊκή έξοδος των
αδελφών και των συντρόφων του απ’ τη σπηλιά και η
σύλληψη του ήρωα που οδήγησε στον μαρτυρικό θάνατό
του. Φαίνεται ότι ο Κατσαντώνης εκμυστηρεύτηκε στον
αδερφό του Γιώργο Χασιώτη το όνειρο αν και, κατ’ άλλους,
το όνειρο αποδίδεται στον ίδιο τον Χασιώτη.
Aν και υπάρχει και μια παραλλαγή όμοια σχεδόν για τον
Κολοκοτρώνη και τα αδέρφια του.
......Κι ο Θοδωράκης μίλησε, κι ο Θοδωράκης λέει:
«Απόψε’ είδα στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου, θολό
ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα......κτλ»
415
Ο Γιώργος Χασιώτης ήταν το τρίτο παιδί του τσέλιγκα Γιάννη
Μακρυγιάννη. Βγήκε στο βουνό μαζί με τα αδέλφια του
Αντώνη Κατσαντώνη
και Κώστα Λεπενιώτη. Έδωσε με τους Κατσαντωναίους όλες
τις μάχες ενάντια στους Τούρκους πολεμώντας δίπλα στους
Σαρακατσάνους συντρόφους του. Κάποια στιγμή που ο
Αντώνης Κατσαντώνης αρρώστησε από ευλογιά και
αποσύρθηκε σε μία σπηλιά για να αναρρώσει κοντά στο
μοναστηράκι των Αγράφων, ο Γιώργος Χασιώτης μαζί με
άλλους οκτώ αγωνιστές πήγαν μαζί του να τον φυλάνε.
Το τραγούδι αυτό όπως είναι στην αρχική εκδοχή του το
αναφέρει ένα πρωί που ξύπνησε ο Χασιώτης στον αδερφό
του σαν όνειρο:
Απόψε είδα στον ύπνο μου είδα και στο Όνειρο μου.
Θολό ποτάμι πέρναγα, θολό κατεβασμένο,
ούτε και πέρα πέρασα ,ούτε και δώθε βγήκα,
μου πέφτει το φεσάκι μου και η φούντα του σπαθιού μου.
Βλέπω τους κάμπους κόκκινους και τα βουνά γαλάζια,
βλέπω δύο ελάφια π’ όβοσκαν σε μια παλιοκαψάλα.
-Ξήγατο Αντώνη μ’ ξήγα το Όνειρο μου.
Γιώργου, το κόκκινο, είναι αίματα και τα γαλάζια βόλια.
Τα δύο αδέρφια είμαστε εμείς παλιοκαψάλα οι Τούρκοι.
Η παραπάνω εκδοχή, πάντως, παρουσιάζει αρκετά
ζητήματα αυθεντικότητας καθώς περιλαμβάνει στίχους από
τέσσερα γνωστά δημοτικά αλλά και ιδιωματικά
Σαρακατσάνικα τραγούδια.
416
Πολλές φορές ο άνθρωπος μετά στην παραζάλη της ημέρας,
όταν το κορμί χαλαρώνει για λίγο, (περισσότερο οι κλέφτες
και αρματολοί, σαν ξαπόσταιναν απ’ τις μάχες) αλλά και οι
άνθρωποι της βιοπάλης γενικότερα μέσα στην
σκληροτράχηλη ζωή των βουνών, ζούσαν μέσα σε κλάσματα
δευτερολέπτου σκηνές μιας μεγάλης πλοκής, άλλοτε ως
αγωνία για το αύριο άλλοτε σαν εφιάλτη.
Μια τέτοια πλοκή είναι και αυτή του τραγουδιού που
ξυπνάει το κλέφτη σαν εφιάλτης και ψάχνει να βρει
παρηγοριά στον αδερφό στον
συμπολεμιστή, στον καθημερινό σύντροφο.
Αλλά και γενικότερα τα όνειρα στα τραγούδια έχουν έναν
ρόλο ελπίδας, χαράς, αλλά κάποιες στιγμές προάγγελοι
κάποιου κακού εφιάλτη.
Ένα ίδιο θεωρώ τραγούδι είναι και η:
ΠΙΚΡΟΦΑΝΤΑΣΙΑ
Απόψε είδα στον ύπνο μου, στην πικροφαντασιά μου,
Θολό ποτάμι πέρναγα, άιντε μανούλα μ πέρναγα
Θολό ποτάμι πέρναγα, ορέ θολό και ματωμένο!
Ορέ και πέρα δεν διάβηκα άιντε μανούλα μ διάβηκα
Αντε και πέρα δεν διάβηκα κι ούδ’ από δώθε βγήκα!
Ξήγα το, μάνα μ’ τ’ όνειρο! άιντε μανούλα μ τ όνειρο
Πολλές φορές τα τραγούδια μας τα ταυτίζουμε με
προσωπικές μας στιγμές, γελάμε, κλαίμε, χαιρόμαστε,
λυπούμαστε! Ένα τέτοιο τραγούδι είναι και αυτό.
Όταν είναι να γράψεις για την δική σου Ιστορία όμως
“γονατίζεις” και αφήνεις μόνο τους στοίχους και την
μουσική να φτερουγίζουν στα βλέφαρα και να τα υγραίνουν.
417
Η πραγματική Ιστορία του τραγουδιού μάλλον αποδίδεται
στον Σαρακατσάνο αρματολό Γιώργο Χασιώτη Με βάση τον
λαïκό μύθο, το τραγούδι αναφέρεται στο όνειρο του
Κατσαντώνη, το βράδυ πριν ξημερώσει η ηρωική έξοδος των
αδελφών και των συντρόφων του απ’ τη σπηλιά και η
σύλληψη του ήρωα που οδήγησε στον μαρτυρικό θάνατό
του. Φαίνεται ότι ο Κατσαντώνης εκμυστηρεύτηκε στον
αδερφό του Γιώργο Χασιώτη το όνειρο αν και, κατ’ άλλους,
το όνειρο αποδίδεται στον ίδιο τον Χασιώτη.
Aν και υπάρχει και μια παραλλαγή όμοια σχεδόν για τον
Κολοκοτρώνη και τα αδέρφια του.
......Κι ο Θοδωράκης μίλησε, κι ο Θοδωράκης λέει:
«Απόψε’ είδα στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου, θολό
ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα......κτλ
Ο Γιώργος Χασιώτης ήταν το τρίτο παιδί του τσέλιγκα Γιάννη
Μακρυγιάννη. Βγήκε στο βουνό μαζί με τα αδέλφια του
Αντώνη Κατσαντώνη και Κώστα Λεπενιώτη. Έδωσε με τους
Κατσαντωναίους όλες τις μάχες ενάντια στους Τούρκους
πολεμώντας δίπλα στους Σαρακατσάνους συντρόφους του.
Κάποια στιγμή που ο Αντώνης Κατσαντώνης αρρώστησε από
ευλογιά και αποσύρθηκε σε μία σπηλιά για να αναρρώσει
κοντά στο μοναστηράκι των Αγράφων, ο Γιώργος Χασιώτης
μαζί με άλλους οκτώ αγωνιστές πήγαν μαζί του να τον
φυλάνε.
Το τραγούδι αυτό όπως είναι στην αρχική εκδοχή του το
αναφέρει ένα πρωί που ξύπνησε ο Χασιώτης στον αδερφό
του σαν όνειρο:
Απόψε είδα στον ύπνο μου
είδα και στο Όνειρο μου.
418
Θολό ποτάμι πέρναγα,
θολό κατεβασμένο,
ούτε και πέρα πέρασα ,
ούτε και δώθε βγήκα,
μου πέφτει το φεσάκι μου
και η φούντα του σπαθιού μου. Βλέπω τους κάμπους
κόκκινους και τα βουνά γαλάζια,
βλέπω δύο ελάφια π’ όβοσκαν σε μια παλιοκαψάλα.
-Ξήγατο Αντώνη μ’ ξήγα το Όνειρο μου.
Γιώργου, το κόκκινο, είναι αίματα και τα γαλάζια βόλια. Τα
δύο αδέρφια είμαστε εμείς παλιοκαψάλα οι Τούρκοι.
Η παραπάνω εκδοχή, πάντως, παρουσιάζει αρκετά
ζητήματα αυθεντικότητας καθώς περιλαμβάνει στίχους από
τέσσερα γνωστά δημοτικά αλλά και ιδιωματικά
Σαρακατσάνικα τραγούδια.
Πολλές φορές ο άνθρωπος μετά στην παραζάλη της ημέρας,
όταν το κορμί χαλαρώνει για λίγο, (περισσότερο οι κλέφτες
και αρματολοί, σαν ξαπόσταιναν απ’ τις μάχες) αλλά και οι
άνθρωποι της βιοπάλης γενικότερα μέσα στην
σκληροτράχηλη ζωή των βουνών, ζούσαν μέσα σε κλάσματα
δευτερολέπτου σκηνές μιας μεγάλης πλοκής, άλλοτε ως
αγωνία για το αύριο άλλοτε σαν εφιάλτη.
Μια τέτοια πλοκή είναι και αυτή του τραγουδιού που
ξυπνάει το κλέφτη σαν εφιάλτης και ψάχνει να βρει
παρηγοριά στον αδερφό στον συμπολεμιστή, στον
καθημερινό σύντροφο.
Αλλά και γενικότερα τα όνειρα στα τραγούδια έχουν έναν
ρόλο ελπίδας, χαράς, αλλά κάποιες στιγμές προάγγελοι
κάποιου κακού εφιάλτη.
419
Σημείωση Βασίλη Χ. Σερμπέζη
Ζήση μου!
Σ’ ευχαριστώ για την ανάρτηση, με συγκίνησες ιδιαίτερα,
είναι το πρώτο Σαρακατσάνικο τραγούδι που τραγούδησα
το 1972, στην tv Ενόπλων Δυνάμεων σε μια παράσταση της
Ηπειρωτικής Εστίας Θεσσαλονίκης, στον αυλόγυρο της
Εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου!
2 χρόνια αργότερα, το τραγούδησα στο Πικέρμι στην Αθήνα,
σε μια εμφάνιση στην ΕΙΡΤ με το Λύκειο Ελληνίδων
Θεσσαλονίκης! Αμέσως μετά φύγαμε για την Κύπρο, στη
Γιορτή Πορτοκαλιού στην, τουρκοκρατούμενη σήμερα,
Μόρφου και στο Ριζοκάρπασο, ψηλά στη μύτη, στον Άγιο
Ανδρέα. Κι εκεί το είχα σε πρώτο πλάνο στο πρόγραμμα!
Μας πήραν όμως ασβάρα τα γεγονότα και φύγαμε άρον -
άρον! Έκτοτε δεν ξαναπήγα στην Κύπρο και δεν θα ξαναπάω,
αν δεν αλλάξουν τα πράγματα.
Όταν το 1977 απολύθηκα απ’ το στρατό και ξεκίνησα
δισκογραφία με τον Μπατζή, η «Πικροφαντασιά» δεν ήταν
μόνο το πρώτο τραγούδι που τραγούδησα στο στούντιο,
μπήκε και πρώτο στην ακολουθία αλλά και ΤΙΤΛΟΦΟΡΗΣΕ το
πρώτο μου LP!
Ως προς το ιστορικό του τραγουδιού, τα ανέφερες όλα με το
«νι και με το σίγμα», δεν έχω τίποτα να προσθέσω. Ίσως,
μόνο κάτι για την στιχουργική τεχνική της εποχής όπου
δανείζονταν κάποιο δίστιχο από προγενέστερα τραγούδια
και το προσάρμοζαν σε νεώτερο θέμα. Όπως στο τραγούδι
«Έβγα, μανούλα μ’ να με ιδείς και να με καμαρώσεις» που ο
στίχος πρωτοαναφέρεται στη σύλληψη του Κατσαντώνη.
Αρκετές δεκαετίες αργότερα ο ίδιος στίχος
420
χρησιμοποιήθηκε απαράλλαχτος, στην άδικη σύλληψη και
εκτέλεση του Σωτήρχαινα από τη Λιβαδειά.
Για τους λόγους αυτούς το θέμα αλλά και αρκετοί στίχοι
είναι κοινοί τόσο στην «Πικροφαντασιά» όσο και στο
τραγούδι των «Κολοτρωναίων».
Ευχαριστώ για όλα
Με αδερφικά φιλιά
Σαράντα πέντε λεμονιές
Οι στοίχοι των δημοτικών μας τραγουδιών δεν είναι
δημιούργημα ενός μόνο ανθρώπου που είναι ο στιχουργός .
Έχει τελείως διαφορετικά στοιχεία και χαρακτήρα και είναι
δημιούργημα και τρόπος έκφρασης, τελικά, ολόκληρου του
λαού.
Ο αρχικός δημιουργός μπορεί να μην είναι καν ένας ειδικός.
Είναι κάποιος που έχει μια αίσθηση της μουσικής και
βασιζόμενος πάνω σε μια μελωδία με εσωτερική
παρόρμηση και έχοντας κάποιες απλές στιχουργικές
γνώσεις φτιάχνει στίχους καμιά φορά αλλάζοντας και την
μελωδία κάποιου στοίχων που υπάρχουν σε άλλο τραγούδι.
Πολλές φορές παρατηρούμε διαφορετικές μελωδίες και
διαφορετικά τραγούδια να έχουν κοινούς κάποιους
στοίχους.
Όταν η μελωδία η οι στίχοι έχουν απήχηση στον ακροατή
αναλαμβάνει το τραγούδι κάποιος άλλος δημιουργός και
από αυτόν ο επόμενος κ.ο.κ.
Το τραγούδι δεν έχει καν σύνορα, μπορεί να ξεκινήσει από
νησιώτικη μελωδία και να καταλήξει μετά από
αλλεπάλληλες τροποποιήσεις στεριανό και όχι μόνο. Ένα
421
τραγούδι που ξεκινά από την Πάρο μπορεί τελικά να
τραγουδιέται σε ένα γλέντι Σαρακατσάνων σε κάποια κορφή
της Πίνδου.
Με τον καιρό χάνεται ο αρχικός λαϊκός δημιουργός και το
τραγούδι στην αρχή είναι κτήμα της κοινότητας και στο
τέλος γίνεται κτήμα της χώρας και της παράδοσης της.
Υπάρχουν και τραγούδια που περνούν ακόμη και τα όρια της
χώρας.
Κάθε νέο τραγούδι είναι συνήθως ανασύνθεση γνωστών
παραδοσιακών στοιχείων, τα οποία ο ανώνυμος δημιουργός
διασκευάζει και εμπλουτίζει. Πολλά από τα στοιχεία του,
τροποποιούνται και προσαρμόζονται στην εποχή και στις
τοπικές συνθήκες του κάθε νέου "δημιουργού"
Έτσι τροποποιημένο θέλω να σας παρουσιάσω το επόμενο
τραγούδι που υπάρχει σε πολλές παραλλαγές.
Είναι το τραγούδι "Σαράντα πέντε λεμονιές"
Σαράντα πέντε λεμονιές στον άμμο φυτρωμένες
κρύο νερό στη ρίζα τους κι αυτές μαραγκιασμένες
Σαν τα κορίτσια τα καλά, τα κακοπαντρεμένα.
Έχουν άντρα στο πλάι τους, κι αυτά δυστυχισμένα
κορίτσια μην ζηλέψετε αμπέλια και χωράφια
παρά τον άντρα τον κάλον, τα όμορφο παλληκάρι
https://youtu.be/vtFCml4msHk
Στίχος που σε αγγίζει με μια παρομοίωση που δημιουργεί
έναν πίνακα. Λεμονιές φυτρωμένες στον άμμο οι οποίες παρ
ότι είναι μέσα στο νερό οι ρίζες τους δεν μπορούν να
422
καρποφορήσουν και κάθονται μαραγκιασμένες. Η
τραγικότητα να έχεις αφθονία αλλα να είναι περιττή ,
ανούσια.
Έτσι και τα κορίτσια, που είναι παντρεμένα με μεγαλύτερους
άνδρες που δεν μπορούν να τους προσφέρουν καμιά
ευχαρίστηση (μάλιστα σε μια παραλλαγή αναφέρονται ως
"χλεμπονιάρηδες") παρά μονάχα χρήμα, "αμπέλια και
χωράφια" σε μια παραλλαγή, φλουριά σε κάποια άλλη. Το
χρήμα όμως όπως λέει και ο λαός δεν φέρνει την ευτυχία.
Έχουν άντρα στο πλάι τους μα αυτά δυστυχισμένα!
Πρώτη παραλλαγή κοντά στο αρχικό
Σαράντα πέντε λεμονιές στον άμμο φυτρωμένες
νερό έχουν στις ρίζες τους κι αυτές μαραγκιασμένες
Σαν τα κορίτσια τα καλά, τα κακοπαντρεμένα.
Έχουν άντρα στο πλάι τους, κι αυτά δυστυχισμένα
κορίτσια μην ζηλέψετε -τους άντρες που έχουν άσπρα
παρά τους άντρες τους κάλους, τα όμορφα παλληκάρια
Δεύτερη παραλλαγή στο ίδιο μοτίβο πάλι από μένα
Πολλά δεντράκια στο γιαλό και καλο-φυτρωμένα.
Νερό τρέχει στην ρίζα τους, μα πάλι μαραμένα.
Σαν τα κορίτσια τα καλά τα κακοπαντρεμένα.
Που έχουν τους άντρες δίπλα τους με άσπρα φορτωμένους.
Χρυσά φλουριά στο στήθος τους,κι αυτά ΄ναι πικραμένα.
Κορίτσια μην ζηλέψετε τα γρόσια και τα άσπρα
Μονάχα άντρες όμορφους, και νέους παλληκάρια.
423
Τα κακοπαντρεμένα (στα τρία)
Σαν τα δεντράκια στο γιαλό
τα καλοφυτεμένα.
Πολύ νερό στην ρίζα τους
και πάλι μαραμένα
Σαν τα κορίτσια τα καλά
τα κακοπαντρεμένα.
Που έχουν τους άντρες δίπλα τους
και πάλε μαραμένες
Η επιλογή είναι μία από τις πολλές εκτελέσεις που μου
άρεσε https://youtu.be/hj6yzvi-5jY
ΒΕΡΓΙΝΑΔΑ
Φέτος το καλοκαίρι μωρ Βιργινάδα μου, φέτος το καλοκαίρι,
το κακοπέρασα.
Φέτος το καλοκαίρι το κακοπέρασα, δεν είδα την αγάπη, δεν
την κουβέντιασα.
Γεμίσαν τα σοκάκια μωρ Βιργιναδα μου, γεμισαν τα σοκάκια
κορίτσια και παιδιά.
Γεμίσαν τα σοκάκια κορίτσια και παιδιά και εσύ μωρ
Βιργινάδα κοιμάσαι μοναχιά
Έβγα στο παραθύρι μωρ Βιργινάδα μου, έβγα στο παραθύρι
ρίξε μου μια ματιά
424
εβγα στο παραθύρι ρίξε μου μια ματιά και εγώ θα καταλάβω
πως είσαι μοναχιά.
Και θάρθω να σε κλέψω, μωρ Βιργινάδα μου και θάρθω να
σε κλέψω να πάμε μακριά.
Και θάρθω να σε κλέψω να πάμε μακριά και να
στεφανωθούμε ψηλά στον Αι Λιά
Η λέξη βεργινάδα η βιργινάδα προέρχεται από τα λατινικά
και σημαίνει νεαρή φοράδα που δεν έχει έρθει σε επαφή ,
φοραδίτσα, κατ' επέκτασιν η νεαρή, η ωραία, η
βεργολυγερή.
σοκάκι < τουρκική sokak < αραβική ( زقاقzuqāq)
σοκάκι : στενό δρομάκι ανάμεσα σε κτίσματα
Βεργινάδα ή Βιργινάδα , Χορός στο Πωγώνι της Ηπείρου
Πηγή : Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Χορού , Ευρετήριο :
E-9B896
-[Στούπης 1962, 277] Βήσσανη Πωγωνίου: Από τους
συνηθισμένους χορούς στο Πωγώνι είναι και η Βεργινάδα. Η
λέξη βεργινάδα προέρχεται από τα λατινικά και σημαίνει
νεαρά φορβάς ανόχευτη, κατ' επέκτασιν η νεαρά, ωραία,
βεργολυγερή. Είδος αδόμενου χορού "Ολοι διάλεγαν
σπαθιά και κόρδες, μα 'γώ διάλεγα την κάλια κόρη, τη
βεργόλιγνη, τη μαυρομάτα", γαμήλιον άσμα.
425
-[Στράτου 1970;, αδημ.] Δωδώνη και Δολιανά Ηπείρου:
Ανακαλύφθηκε, κινηματογραφήθηκε και χορεύεται στο
θέατρό μας ο χορός Βιργινάδα.
-[Οικονομίδης 1967, 218] Πωγώνι: Ο κάθε πρώτος
παραγγέλνει ένα χορό της αρεσάς του. Θ' αρχινήση π.χ.
πρώτα από Κώσταντα, Μαργιώλα ή Βεργινάδα κτλ. (το κάθε
ένα απ' αυτά διαφέρει από το άλλο στους βηματισμούς και
στο σκοπό) και μετά χορεύει ό,τι χορό θέλει, Τσακιστό, Στα
Δύο, και κλείνει συνήθως με χορό Στα Τρία.
-[Υφαντής 1972, 279] Πωγώνι: Λόγια του ιδιόρρυθμου
χορού Βεργινάδα "Δέντρον είχα στην αυλή μου, για
παρηγοριά δική μου...".
-[Δήμας 1980;, 66] Ηπειρος: Κατάγεται από το Ζαγόρι,
χορεύεται σ' όλη σχεδόν την Ηπειρο και κυρίως στο χωριό
Συρράκο των Ιωαννίνων, από άνδρες και γυναίκες, με τα ίδια
ακριβώς βήματα που χορεύεται και η "Βασίλω Αρχόντισσα".
Περιγραφή βημάτων και σχήμα πελμάτων.
-[Ρούμπας 1992, αδημ.] Ηπειρος: Η Βεργινάδα είναι
χαρακτηριστικός ζαγορίσιος σκοπός σε 5/8. Στο Ανατολικό
Ζαγόρι χορεύεται με την μορφή του Ξεχωριστού χορού, ενώ
στα χωριά της περιοχής Συράκου και Καλαρυτών με τα
βήματα του χορού Γιάννη-Κώστα. Στην Δυτική Ηπειρο
συναντάται πολύ συχνά με την μορφή του Ζαγορίσιου
χορού.
Η Βιργινάδα όπως προκύπτει, πρόκειται για τραγούδι και
χορό στην Ήπειρο με διαφορετικούς βέβαια στοίχους:
426
Βεργινάδα
Δέντρο ν εί χάι χάι μωρ’ Βιργινάδα
δέντρο ν εί μωρέ, είχα στην αυλή μου
δέντρο ν εί μωρέ, είχα στην αυλή μου
για παρη παρηγοριά δική μου.
……………………..
κτλπ
(Το Ηπειρότικο αυτό τραγούδι το άκουσα σε ηχογράφηση
σε τραγούδια του 1957)
Προφανώς εδώ πρόκειται για ένα νεώτερο τραγούδι της
αγάπης που ο τραγουδιστής (εγώ το άκουσα από τον Σταύρο
Μπόνια σε ηχογράφηση του 1982 στο δίσκο "καλημερίζω
δυό καρδιές", το τραγουδά σε μια εκτέλεση και ο Νάκας
1990, ο Γιαννακός , η Ιωάννα Τσαούση με την Γιώτα Γρίβα
πιθανά και άλλοι ) χρησιμοποιεί το ονομα Βιργινάδα που
είναι ένα όνομα από τα πολλά που οι Σαρακατσάνοι
αποδίδουν στην όμορφη νέα γυναίκα..
Παραθέτω από το βιβλίο μου "έτσι το λέμε εμείς οι
Σαρακατσάνοι" κυρίως επίθετα που αφορούν την γυναίκα
1. γυναίκα = γναίκα
2. γυναίκα που είναι συνέχεια στα σοκάκια =
σουκακιάρα = γυρίζει συνέχεια
3. γυναίκα (χαρακτηρισμός) = πιγνιδιάρα = γυναίκα που
της αρέσουν τα ερωτικά παιχνίδια
4. γυναίκα (χαρακτηρισμός) = τσουράπα = άσχημη, με
κακούς τρόπους γυναίκα.
427
5. γυναίκα (χαρακτηρισμός) = ρουσάτη = γυναίκα με
ξανθοκόκκινα μαλλιά αλλά και περήφανη
6. γυναίκα ανύπαντρη που έγινε γνωστό πως δεν είναι
παρθένα = σφουριασμένη
7. γυναίκα κακιά κα μοχθηρή = σκύλα
8. γυναίκα με λεπτά και καμαρωτά φρύδια =
καγκιλουφρύδα
9. γυναίκα με πλατιά μύτη πατημένη = ζιαπουμύτα
10. γυναίκα με σπινθηροβόλα και παιχνιδιάρικα μάτια =
μπιρμπιλουμάτα
11. γυναίκα μέτρια στο ύψος = δίκια = αυτή που έχει
ύψος κανονικό
12. γυναίκα όμορφη = γυαλιένια = αστράφτει σαν γυαλί
και είναι λεπτεπίλεπτη
13. γυναίκα όμορφη και παχουλή = μπιρμπίλου
14. γυναίκα όμορφη σαν τριαντάφυλλο =
τριανταφυλλιένια = ροδοκόκκινη
15. γυναίκα πονηρή = φουράδα, σνόρα
16. γυναίκα που βόσκει κοπάδι = τζιουμπάν’σσα,
τσομπανοπούλα
17. γυναίκα που έχει ξεπεράσει τους ηθικούς φραγμούς =
σαλταμπήδα
18. γυναίκα του αδερφού μου = νύφη = έτσι αποκαλείτε
η καινούργια γυναίκα που παντρεύτηκε, για μεγάλο
διάστημα
19. γυναίκα του βαλμά = βαλμούσα = γυναίκα που είναι
άξια να φυλάει μόνον τα άλογα, ανάξια γυναίκα
20. γυναίκα του ιδιοκτήτη χανιού = χατζίνα
21. γυναίκα του τσέλιγκα = τσιλιγκίνα
428
22. γυναικεία = γνυκίσια = ο τρόπος που καβαλικεύει η
γυναίκα
23. γυναικεία φορεσιά (μέρος) = σαλιάρα = μπροστινό
κομμάτι της γυναικείας φορεσιάς από λεπτό καλό ύφασμα
με πιέτες και δαντέλες) που το βάζουμε γύρω από το λαιμό
24. γυναικεία φορεσιά (μέρος) = φούστα = βασικό
κομμάτι απ’ τη γυναικεία φορεσιά που πιάνεται στη μέση
και είναι μακρύ ως τη γάμπα.
25. γυναικεία φορεσιά (τμήμα) = φρούτα = μανίκια από
το το πουκάμισο της γυναικείας στολής.
26. γυναικείο εσώρουχο = συντρόφι
27. γυναικείος = γ’νικίσιους
28. γυναικολόγος = μάμους
και
29. όμορφη κοπέλα = βιργινάδα
30. ομορφιά = εμουρφιά, εμουρφάδα, ουμουρφάδα
31. όμορφο . = έμουρφου , όμουρφου
32. όμορφος = έμουρφους
33. όμορφος πολύ = παράμουρφους
Από τον στοίχο που χρησιμοποιεί : σοκάκια , έβγα στο
παραθύρι ..είναι βέβαιο ότι είναι πρόσφατο τραγούδι στους
Σαρακατσάνους.
Τραγούδι της αγάπης, που η έλλειψη της δεν γεμίζει με
τίποτα αν δεν έχεις την Βιργινάδα σου. Όσο και αν τα
σοκάκια γεμίζουν με κορίτσια και παιδιά (αγόρια κατά τους
Σαρακατσάνους) εσύ θα κακοπερνάς θα αισθάνεσαι το κενό
της. Πάντα θα αποζητάς την δική σου Βιργινάδα να βγει στο
παραθύρι. Με ένα νεύμα να σου δείξει ότι σε θέλει και είναι
429
μοναχή για να την κλέψεις και να την στεφανωθείς. Καθώς
ο τρόπος αυτός ακολουθούνταν από τους νέους όταν δεν
συμφωνούσαν οι γονείς για γάμο μεταξύ τους, για πολλούς
και ποικίλους λόγους. Πάντα ο γάμος γινόταν μόνο με τον
παπά και κάποιον πολύ έμπιστο φίλο του γαμπρού σε
απομακρυσμένο ξωκλήσι (για αυτό συνήθως ήταν ο Αι Λιάς)
και μετά πήγαινε το μήνυμα στους γονείς ότι το ζευγάρι
ενώθηκε σε γάμο. Ήταν η μόνη διέξοδος να έχεις την
Βιργινάδα σου η και σε πολλές περιπτώσεις να
αποκαταστήσεις την κόρη που αγαπάς και ο δεσμός αυτός
την έχει εκθέσει στον κόσμο αλλα δεν συμφωνούν οι δικοί
σου, είτε οι δικοί της.
ΓΙΑΝΝΟΜ ΣΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΤΗΝ ΕΥΧΗ
Ωρέ Γιάννομ σαν θέλεις την ευχή, ωρέ σαν θέλεις τη, μωρέ
την κατάρα.
Μωρέ σε μονοδέντρι μη στα άντε ωρε Γιάννο μου μη
σταθείς.
Ωρε σε μονοδέντρι μην σταθείς, ωρε σε πεύκο μη , μωρέ μην
σταλίσεις
ούτε και σε ακροθαλασσιά τζαμάρα μην λαλήσεις
και θαβγει η λάμια του γυαλού.
Μην στέκεσαι σε μονοδέντρι, μην σταλίζεις σε πεύκο( σε
κάποιο άλλο τραγούδι λεύκη αντί πεύκο, που πιθανόν είναι
πιο λογικό γιατί όντως η λεύκη δεν έχει ίσκιο για στάλο) και
430
μην παίζεις μουσική σ ακροπελαγιά γιατί πάντα θα
προκαλείς την τύχη σου
σταλίζω: ξεκουράζομαι το μεσημέρι σε σκιά (μόνο για ζώα)
Στην ελληνική μυθολογία η Λάμια ήταν βασίλισσα της
Λιβύης που έγινε δαίμονας. Παίρνοντας τη μορφή
φαντάσματος, άρπαζε παιδιά και τα καταβρόχθιζε.
Η Λάμια ήταν κόρη του θεού Ποσειδώνα και της Λιβύης. Η
ίδια ήταν βασίλισσα της Λιβύης και σύζυγος του Βήλου. Την
αγάπησε ο Δίας και από την ένωση τους γεννήθηκαν πολλά
παιδιά τα οποία σκότωσε η Ήρα από τη ζήλια της. Η Λάμια
από τη στενοχώρια της μεταμορφώθηκε σε τέρας που
σκότωνε παιδιά. Η Ήρα τότε την καταδίκασε να μην κοιμάται
ποτέ, ο Δίας όμως την λυπήθηκε και της έδωσε την
δυνατότητα να βγάζει τα μάτια της και να τα ξαναβάζει
όποτε θελήσει. Κατά τον Στησίχορο από τα παιδιά της
επέζησαν η Σκύλλα και ο Τρίτωνας.
Οι Λάμιες (στα Βασκικά, lamiak) στη Βασκική μυθολογία
είναι μυθολογικά όντα συχνά συσχετισμένα με τις Σειρήνες,
τις Γοργόνες και τις νεράιδες. Περιγράφονται με πόδια και
νύχια κάποιου είδους πτηνού και ουρά ψαριού. Ήταν
γυναίκες εξαιρετικού κάλλους και κατοικούσαν συνήθως σε
ποτάμια. Συνήθιζαν να είναι ευγενικές και ο μόνος τρόπος
για να εξαγριωθούν ήταν να τις πειράξουν τα μαλλιά. Πολλές
φορές ερωτεύονταν θνητούς και έκαναν παιδιά μαζί τους.
από το κεντρο έρευνας ελληνικης λαογραφιας.
Λάμιαι
Εν Μάνη η Λάμια λέγεται Λάμνα και λάμια κ Λάμνισσα ή
Λάμνιζα όπως και αλλαχού. Είναι δε αι Λάμιαι, θηλυκά
φάσματα, δαίμονες, άγριαι των μορφών, άσχημοι,
431
κάτισχνοι. Έχουσιν όμως ισχύν μεγάλην ή είναι υψηλαί.
Εντός παραμυθιού αναφέρονται τρεις, ων η μία έχει
μεγάλους μαστούς, δι εν πανίζει τον φούρνον, η Δευτέρα
μεγάλους οδόντας όπως τρώγη ανθρώπους κ η τρίτη όφεις
εν τη κεφαλή αντί τριχών. Κατά ταύτα οι Λάμιαι ομοιάζουσι
προς τα τρεις μυθολογουμένας αδελφές της αρχαιότητος,
τις Γοργόνας, την Αθενώ, Ευρυάλων κ Μέδουσα. Το άγρτον
αυτών εκδηλούται δαι της φράσεις: Σαν τη λάμια κάνει.
Ευχαριστούνται και το πνίγειν τα βρέφη και απορροφεί το
αίμα των κει κατά τούτο ομοιάζουσι πρη την Αρχαίαν Λάμια
περί κ γιγνώσκομενω εκ της μυθολογίας ταύτης. Η Λάμια
ωραία ούσα ηγεπήθη υπό του Διός, αλλ΄η Ήρα
ζηλοτοπήσασα έκαμεν ώστε τα τέκνα της να γεννώνται
νεκρά. Απολέουσα δε ης το κάλλος της εμάνη ες βαθμόν
ώστε να αρπάζη των άλλων τα τέκνα κ να τα φονεύη. Ο
μύθος ότι τα αιφνιδίως αποθνήσκοντα παιδιά φονεύονται
υπό Γοργόνων πιστεύεται αλλαχού, εξοί κ η φράση «Το
παιδί το πνιξε η Λάμια» ως εν Αθήνας. Εν Μάνη τα παιδιά
πνίγουσι τα σμερδάκιαν. Ένεκα της αγριότητος αυτών κι
πάσα γυνή υβριστικώς λέγεται λάμνα ή λαμνίζα, Επειδή
είναι ταχεία λέγεται περί ανθρώπων ταχείας βαδιζόντων ότι
περπατεί ή τρέχει σαν τη λάμνα. Εκ των παραμυθίων
φαίνεται ότι σφυρίζουσι κ εντειθέν λέγεται ότι Σπουρίζει σαν
τη Λάμνιζα. Και το φοβίζειν τα παιδιά δια τη λάμνας είναι εν
χρήσει, η εν χρήσει ήτο κ το πάλαι. Εν του παραμυθιού η
λάμια συχνά αναφέρεται κ το πάλαι. «Τούτε γαρ πευσί
προσφέρομεν του ιδείς μύθους κ προτροπών, κ αποτροπών
δε τας φοβεράς, έτε γαρ Λάμια μύθη έστι και η Γοργώ και ο
Εφιάλτης κι η Μορμολύκη». [αλλαχού= Schmialt σελ. 131, Το
432
παιδί το πνιξε η Λάμια= Εφημ. ημ. 1859 σελ. 994,
Μορμολύκη= Στραβ. Α σελ. 19 πρ. βλ. Τέρτης ad Vall.3]
Το μεσημέρι δεν κάνει να κολυμπάη κανείς μονάχος του στο
γιαλό, μάλιστα να είναι μέρος έρημο, γιατί βγαίνει η Λάμια
του γιαλού και πινίγει τους ανθρώπους. Η Λάμια του γιαλού
είναι μια ωραία γυναίκα, μισή άνθρωπος και μισή ψάρι. Έχει
τις ώρες της που βγαίνει. Της Αγιά Σωτήρος βγαίνη ούλη
μέρα γι’ αυτό δεν κάνει να κολυμπήση κανείς την ημέρα
εκείνη. Μια φορά είχε πάει ένα Ραλλάκι να κολυμπήση στη
Λουμπίτσα της Αγιά Σωτήρος, πάνε τώρα καμμιά δεκαριά
χρόνια, και τον άρπαξε η Λάμια και τον επίνιξε. Άλλη μια
φορά είχε κατεβεί κάποιος από την Αγιά Τριάδα στη
Γαργαρού να κολυμπήση ανήμερα της Αγιά – Σωτήρος. Δεν
πρόκαμε να πάη δέκα πλεξές και τον άρπαξε η Λάμια από τα
μαλλιά και τον πίνιξε. Τον βρήκανε την άλλη μέρα με το
κεφάλι του χωμένο μες στον άμμο και τα ποδάρια του στον
αφρό.
Τόπος Καταγραφής Μεσσηνία, Πύλος, Κορώνη Χρόνος
καταγραφής1938
Πηγή Αρ. 1159 Ε, σελ. 64, Γ. Ταρσούλη, Κορώνη Πυλίας, 1938
Συλλογέας Ταρσούλη, Γεωργία
μονοδενρι: μοναχικό δένδρο στην περιοχή
Υπάρχουν πολλα που λέγονται για το μοναχικό δεντρο το
ερημο Ότι καιρός κι' αν σηκωθή το μονοδέντρι δέρνει, Το
μονοδέντρι στο βουνό όλοι οι καιροί το λάμνουν,
Το μονοδέdρι στο βουνό όλοι οι καιροί το ρίζουν Λεγεται
συνήθως για μοναχικούς ανθρώπους που δεν εχουν κανέναν
δικό τους ούτε φιλο ούτε συγγενή.
433
Ένα σημείωμα του Δ.Χ (από τον συγραφέα Ελ Ρόι)
Πολλές φορές ταυτίζομαι με τα δέντρα. Mε τα μοναχικά
δέντρα. Eκείνα που στέκουν στους ξεραμένους αγρούς και
στις απόκρημνες πλαγιές απλώνοντας τα κουρασμένα
κλαριά τους στον ουρανό. Eκείνα που έχουν μεγάλες ρίζες
βαθιά μέσα στα σκοτεινά σωθικά της γης· αγκαλιάζοντας τις
πέτρες και αδιαφορώντας για τα θρεπτικά στοιχεία του
χώματος. Eκείνα που έχουν πάψει να βγάζουν καρπούς. Όσο
κι αν δυναμώνει η καταιγίδα, ξεσκίζοντάς τους τη σάρκα,
εκείνα επιμένουν να μη βγάζουν μήτε καρπούς, μήτε φύλλα.
“Aγαπήστε με άνθρωποι για αυτό που είμαι, όχι για τους
καρπούς μου, ούτε για την ομορφιά μου” φαίνεται να
φωνάζει το κάθε μοναχικό δέντρο χωριστά. “Aγαπήστε με
και αφήστε με να γίνω αυτό που είμαι: καθάριο δέντρο με
περήφανα κλαριά. Kι όσο οι ρίζες μου φτάνουν στα χαμηλά,
τόσο τα κλαριά μου θα ανεβαίνουν ψηλότερα.” Oι
περισσότεροι αδιαφορούν στο κάλεσμα των μοναχικών
δέντρων. Λίγοι κάθονται στην αδύναμη σκιά τους και
χαίρονται να κοιτούν προς τα πάνω. Tα μοναχικά δέντρα δεν
φημίζονται για τη σκιά τους, δεν κρύβουν τον ουρανό από
το βλέμμα του περιηγητή που θα ξεκουραστεί ακουμπώντας
την πλάτη του στον κορμό τους. “Ο ουρανός θε να'ναι το
όριό σου φλεγόμενε διαβάτη” λέει με φωνή δίχως να
φωνάζει. “Κι ας είναι η ψυχή σου σκουριασμένη μέσα σε ένα
εξαθλιωμένο σώμα. Μη ξεχνάς πως στην καμπουριασμένη
πλάτη σου πυρωμένα βέλη κουβαλάς και στις χούφτες σου
καυτές σπίθες κρατάς!” Tα μοναχικά δέντρα είναι διωγμένα
από το δάσος διότι δεν θέλησαν να ζήσουν όπως ένα
συνηθισμένο δέντρο. Πετάξαν από πάνω τους καρπούς και
434
φυλλωσιές με την ελπίδα τα κλαριά τους να φτάσουν
κοντύτερα στα αστέρια. Με την ελπίδα να αγγίξουν το
δέρμα του ουρανού. Kαι τώρα στέκουν κουρασμένα και
απελπισμένα στο γυμνό τοπίο, καθώς ο μοναχικός τους
αγώνας φαίνεται να αποτυγχάνει. Λίγοι είναι αυτοί που
νιώθουν τις πνοές τέτοιων δέντρων. Πολλές φορές
ταυτίζομαι με τα δέντρα. Mε τα μοναχικά δέντρα. Για αυτό
ήρθα εδώ. Για μία περήφανη έξοδο
. Σημείωμα Eλ Pόι: O Δ.Χ., συγγραφέας του παραπάνω
κειμένου, αυτοπυροβολήθηκε κάτω από ένα μοναχικό
δέντρο. “Κοιμάσαι απεργός κι επαναστάτης, ξυπνάς
ηττημένος κι αυτόχειρας” έλεγε το υστερόγραφο. Η ημέρα
έλεγε 0404. Tο κείμενο ήταν γραμμένο σε μια τσαλακωμένη
κόλλα χωμένη καλά στην τσέπη του. Bρήκα το πτώμα του
λίγο μετά την αυτοκτονία – όμως απέκρυψα το σημείωμα
από τις αρχές – καθώς περιπλανιόμουν σε μια απόκρημνη
πλαγιά ψάχνοντας για δέντρα και γω. Πηγή: Protagon.gr
ΔΑΚΡΥΣΑΝ ΤΑ ΜΑΤΑΚΙΑ ΜΟΥ
Δάκρυσαν τα ματάκια μου
Άιντε μωρέ να καρτερώ στις στράτες
για να φανούν οι φίλοι μου,
άιντε ορέ παιδία μ οι φίλοι μου
Αχ μωρέ για να φανούν οι φίλοι μου, ωχ
άιντε μωρέ και όλοι οι συγγενείς μου
να κουβεντιάσω αδερφικά
435
Ακόμα και αν δεν υπάρχει ελπίδα. Ακόμα και αν είναι
αδύνατον να συμβεί ελπίζεις, ….να φανούν.
Αυτός που αναμένει, να δει από μακριά τους δικούς του,
αυτός που περιμένει τους αγαπημένους του, πάντα ζει,
κάθε στιγμή ξεχωριστά. Ζει την αγωνία, την ανυπομονησία
την ελπίδα, καθώς ο χρόνος που διαρκεί η κατάσταση αυτή
σε φορτώνει συναισθήματα κυλά χωρίς να σε λυγίζει, γιατί
αν πάψεις να περιμένεις θα πάψεις να ζεις, όπως λέει ο
Λουντέμης:
Σε περιμένω. Μη ρωτάς γιατί.
Μη ρωτάς γιατί περιμένει κείνος
Που δέν έχει τί να περιμένει
Και όμως περιμένει.
Γιατί σαν πάψει να περιμένει
Είναι σα να παύει να βλέπει
Σα να παύει να κοιτά τον ουρανό
Να παύει να ελπίζει
Σα να παύει να ζει
Ας είναι όλα ακίνητα, ας είναι όλα παγωμένα, ας δακρύζουν
τα μάτια απ την αναμονή η προσδοκία της συνάντησης σε
κρατά ζωντανό. Μια μικρή κουκίδα στον ορίζοντα σπάει την
απελπισία. Λες; Η μήπως τα δακρυσμένα μάτια
δημιουργούν περίεργες αντανακλάσεις και το μυαλό τις
κάνει φιγούρες; Η ψυχή ανυπόμονη να δει και να
κουβεντιάσει αδερφικά , να κουβεντιάσει από καρδιάς. Να
πει τον πόνο και τα βάσανα της, η καρδιά για να ελαφρώσει
436
Εδώ ο τραγουδιστής κάνει μια εξομολόγηση της ψυχής στον
άνεμο .
Ζει το τραγούδι, όπως κάθε τραγούδι που ερμηνεύει και του
δίνει τα χρώματα και τις αναλαμπές της ψυχής του .
Περιμένει και περιμένομε μαζί του για να φανούν οι φίλοι
μας. Όχι όποιοι και όποιοι οι φίλοι οι πραγματικοί που
μπορείς να κουβεντιάσεις αδερφικά. Εδώ ο συγγενής με τον
φίλο τον καλό, εξισώνετε, είναι ο πραγματικός φίλος, που
όπως ο αδερφός ή η αδερφή πάντα θα σε ακούει και θα σε
συμβουλεύει
γιατί είσαι ένα μαζί του και σε αγαπάει, δυνατά χωρίς να
θέλει να σε πληγώσει η να σε κάνει να πονέσεις
Και αν τύχει κάποια στιγμή να φύγει μακριά θες πάντα να
γυρίσει γρήγορα, να φανεί απ τη στράτα δεν θες να είναι
μακριά δεν θέλεις να σ' αφήσει μόνο τον θές δίπλα να
κουβεντιάσει με την ψυχή του.
Αυτό το τραγούδι θα τραγουδούσε στους φίλους του ο κάθε
μοναχός.
ΕΣΕΙΣ ΠΟΥΛΑΚΙΑ ΑΠ' ΤΟ ΖΕΡΒΟ
Εσείς μωρέ, ν' εσείς, ν' εσείς πουλάκια απ το ζερβό.
Τι πολύ ψηλά πετάτε και για μένα δε ρωτάτε.
Σαν πα μωρέ, σαν πα, σαν πάτε κατ' τον τόπο μας.
Γιέμ' περά κατ' την Καβάλα και κατ' την γλυκεία μου μάνα.
Πες τε μωρέ, πες της, πες της να με καρτερεί,
γιέμ' και να με περιμένει, τη στρατούλα να αγναντεύει.
437
Έχω μωρέ ν΄ έχω , ν' έχω δυο λόγια να της πω,
γιέμ' τρία να της μιλήσω, αχ μανούλα μ' δεν θα αργήσω.
βαριά μωρέ, βαριά, βαριά που είναι η ξενιτιά,
γιέμ' βαριά που ναι τα ξένα, α' μ' αρρώστησαν εμένα.
Το τραγούδι δεν είναι παρά η ίδια η ζωή, οι όψεις της, τα
συναισθήματα μας, τα βιώματα μας και οι μικρές ή μεγάλες
ιστορίες στον τόπο όπου γεννηθήκαμε ή ζούμε. Ο τόπος μας
που όσο και αν έχεις απομακρυνθεί απ αυτόν και για όσο και
να έχεις απομακρυνθεί, μένει χαραγμένος στην ψυχή μας.
Όχι απλά στην μνήμη αλλα στην ίδια την ψυχή του
ανθρώπου που είναι στα ξένα. Η ψυχή είναι κάτι
διαφορετικό από το σώμα και τον νου και ο άνθρωπος
συνεχίζει να υπάρχει και να έχει αντίληψη του εαυτού του,
έχει συναισθήματα και μνήμες ακόμα και μετά το θάνατο.
Είναι αυτός ο αναστεναγμός που βγαίνει μέσα από τα βάθη
του κορμιού μας σε κάποιες στιγμές της ζωής μας που τα
πράγματα δεν πάνε καλά. Είναι η ψυχή μας που ζωγραφίζει
τη μορφή αγαπημένων προσώπων που σημάδεψαν την ζωή
μας. Εδώ τα ξένα (όπως σε όλα τα τραγούδια μας) σε
αρρωσταίνουν και πάντα είναι βαριά και άχαρα. Η ξενιτιά
αβάσταχτη και η ανάγκη να βρεις το στήριγμα σου, την μάνα
σου, όταν γυρίσεις τεράστια . Επικαλείσαι τα πουλιά που
πετάν ψηλά και αδιαφορούν.
Γιατί δεν ρωτάτε πως περνώ και ποιες είναι οι επιθυμίες
μου; Τα πουλιά που στα τραγούδια μας είναι πάντα οι
αγγελιοφόροι καλών ή κακών νέων όπως ο αετός, τα
438
αηδόνια, οι πέρδικες, τα χελιδόνια κ.α. Αν πάτε σας
παρακαλώ προς την Καβάλα τον τόπο μου πες στην μανούλα
μου να με περιμένει έχω να της μιλήσω και να της πω τον
πόνο μου. Ο νους δεν το χωράει να μην ζει το στήριγμα μας,
το θέλουμε εκεί να περιμένει και να αγναντεύει πάντα ένα
δρομάκι που θα υπάρχει και θα συμβολίζει την επιστροφή.
Αυτό το δρομάκι και αυτό το πρόσωπο δεν θέλουμε να
σβήσει ποτέ . Θέλουμε να μένει πάντα ανοιχτό και εκεί το
πρόσωπο το αγαπημένο της μάνας να περιμένει. Όσα χρόνια
και να περάσουν πάντα θα νοιώθουμε πως δεν αργήσαμε
….…γιατί τότε ο πόνος θα ήταν αβάσταχτος.
ΜΑΤΑΚΙΑ Μ' ΔΕ' ΝΥΣΤΑΖΕΤΕ
Ορέ, ματάκια μ' δε, ματάκια μ' δε νυστάζετε
Ματάκια μ' δε νυστάζετε, καρδούλα μ' δεν κοιμάσαι.
Ορέ , ν΄ εγώ είμαι εδώ, ν΄ εγώ είμαι εδώ κι ο νους μου
αλλού
ν' εγώ είμαι εδώ και ο νους μου αλλού και το κορμί στα ξένα
Ορέ , ν εδώ τον ξέ.. ν' εδώ τον ξένον δεν τον κλαίν .
ν' εδώ τον ξένον δεν τον κλαίν και δεν τον παραχώνουν
Ορέ, γιατί ειν' το χώ... γιατί ειν' το χώμα ακριβό
γιατί ειν' το χώμα ακριβό κι η γη ξαγορασμένη
Σε όλα τα μήκη και πλάτης της γης οι ανθρώπινοι καημοί και
πόνοι, οι χαρές και οι λύπες είναι ίδια.
Η μουσική ταξιδεύει και ενώνει λαούς και τους πολιτισμούς
Αυτή η δύναμη στα τραγούδια της ξενιτιάς είναι μοναδική.
Ο ξενιτεμένος μόνος και έρημος σε έναν άγνωστο τόπο.
439
Σε έναν τόπο που μιλούν μια άγνωστη γλώσσα και ζουν με
έναν παράξενο πάντα τρόπο. Από την άλλη η οικογένεια, η
αγαπημένη που καρτερεί και που στενάζει αμίλητη με
συντροφιά τη μοναξιά..
Εδώ που έχουν άλλες συνήθειες και άλλα έθιμα.
Εδώ που βρίσκετε μόνο το κορμί, με το μυαλό να ταξιδεύει
μίλια μακριά.
Εδω που τα πάντα είναι χρήμα.
Πώς να κλείσουν τα μάτια στην ξενιτιά ; Πώς να σε πάρει ο
ύπνος ;
Το κορμί ξεκουράζεται αλλά το μυαλό συλλογάτε. Σε γερνάει
η ξενιτιά, σε τρώνε τα ξένα, τα βαριά ξενιτεμένα, είναι
μαγκούφα η ξενιτιά.
Δεν έχεις κανέναν δικό σου , δεν έχεις τη μανούλα σου, να
της λες τα βάσανά σου.
Δεν έχεις κανέναν, ακόμα και αν φύγεις από τον μάταιο
τούτο κόσμο να σε κλάψει, γιατί εδώ κανείς δεν νοιάζεται
…εδώ ούτε θα πονέσει κανείς, ούτε θα κλάψει.
Αναπόφευκτα το μυαλό θα τρέξει στην θαλπωρή του
σπιτικού σου, στους δικούς σου ανθρώπου. Η ψυχή σου
λεύτερη χωρίς να μπορεί καμιά ξενιτιά να την κρατήσει
μακριά! Θα ταξιδεύει η ψυχή και το σώμα θα είναι εκεί στην
μαύρη ξενιτιά αλλα ο νους στους αγαπημένους κι ας μην
μπορεί το σώμα να ακολουθήσει .
Σχεδόν όλα τα αισθήματα που νοιώθει ο άνθρωπος
περιγράφονται στα τραγούδια της ξενιτιάς.
Ο καημός του χωρισμού, οι δυσκολίες, οι κακουχίες, ο
θάνατος στα ξένα, η καζάντια η απαντοχή, η θλίψη, η
αναζήτηση, η οργή, η λαχτάρα του γυρισμού, η
440
εγκαρτέρηση, οι αρρώστιες, η επιστροφή. τα πάθη και οι
πόθοι των πρωταγωνιστών, που είναι πότε ο ξενιτεμένος,
πότε οι άνθρωποι του που τον περιμένουν.
Ο ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ
ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ, ΣΕΡΜΠΕΖΗΣ, ΞΑΡΧΑΚΟΣ - ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ,
ΚΑΛΔΑΡΑΣ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ.
Λέει ο Γ. Βλαχογιάννης στα «Απομνημονεύματα» του για τον
Μακρυγιάννη ως ιστορικό καίτοι τραχύς, έψαλλε πολύ
ωραία δημοτικά άσματα, καλλίφωνος ων. Πολλές φορές
αυτοσχεδίαζε φέρνοντας το τραγούδι κοντά στο γεγονός
που ήθελε να υμνήσει καθιστώντας το εργαλείο της
ιστορίας.
Πολλά τραγούδια της δημοτικής μας μουσικής έχουν χαθεί.
Βλέπετε στις βουνοκορφές και στα λημέρια των κλεφτών δεν
υπήρχαν γραφιάδες να τα καταγράψουν.
Το τραγούδι ήταν τραγούδι του κονακιού του σοϊού η του
νταιφά των κλεφταρματολών. Πολλά από τα τραγούδια μας
εξυμνούσαν τον ηρωισμό και τις ιστορίες συγκεκριμένων
προσώπων. Όταν το τραγούδι μεταφερόταν παραπέρα από
γυναίκες που παντρεύονταν και πήγαιναν σε άλλα σόια η
από παλληκάρια που άλλαζαν νταιφαδες μετέφεραν τα
τραγούδια τους στο νέο περιβάλλον.
Όταν αυτά άρεζαν προσαρμόζονταν στις καινούργιες
συνθήκες ολικά η ένα μέρος τους (κάποια δίστιχα).
441
Έτσι με τον καιρό χάνονταν ο αρχικός δημιουργός η και
αλλοιώνονταν τα αρχικά τραγούδια με αποτέλεσμα να
προκύπτουν νέα.
Γι’ αυτό χάθηκαν κατά τον κύριο Γ. Λεκάκη .."τα περισσότερα
από αυτά τα άκρως επαναστατικά τραγούδια… Γιατί τότε
στα κλέφτικα λημέρια δεν υπήρχαν γραμματικοί και
καλαμαράδες, αλλά κλέφτες, αγράμματοι, αγρότες και
κτηνοτρόφοι, άνθρωποι του προφορικού λόγου και της
παραδόσεως, άνθρωποι του μύθου.
Έπειτα η χρόνια σκλαβιά, είχε αδυνατίσει την θέληση για
χορό και τραγούδι. Οι ποιητάδες κι οι τραγουδιστάδες
εξέλιπαν συν τω χρόνω κι αυτές οι μούσες είχαν κουρνιάξει
στις σπηλιές τους, τρομαγμένες από τους πολλούς κρότους
των όπλων, το πολύ αίμα στην γη που αγαπούσαν: Τον
Όλυμπο, τα Πιέρια, τον Ελικώνα…"
Κατά την περιόδο της πολιορκίας της Ακρόπολης των
Αθηνών από τους Οθωμανούς ο στρατηγός Μακρυγιάννης
είναι μαζι με τον Γκούρα πολιορκημένοι στον ιερό βράχο.
Ένα τέτοιο δικό του μοιρολόι, λοιπόν, ήταν και αυτό που
έψαλλε στο Σερπεντζέ, στην θέση που υπεράσπιζε. ο
Μακρυγιάννης με τους άλλους οπλαρχηγούς τον Σεπτέμβριο
του 1826.
Σε ένα δείπνο που τους κάλεσε ο Μακρυγιάννης ο Γκουρας
του ζήτησε μαζί με τον Παπακώστα να τραγουδήσει γιατί
ειχε καιρό να τους τραγουδήσει.
Και ο Μακρυγιάννης τραγούδησε, συνοδευόμενος, ίσως
από τον ταμπουρά του
442
Είπε κατά τον Βλαχογιάννη (ομιλία του συγγραφέα-
λαογράφου, κ. Γιώργου Λεκάκη )τότε το εξής
αυτοσχεδιαστικό μοιρολόι:
Ο Ήλιος εβασίλεψε και το φεγγάρι εχάθη
κι ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά στην Πούλια
τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν.
Γυρίζει ο Ήλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει:
«Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα,
άκ’σα γυναίκεια κλάμματα κι ανδρών τα μοιργιολόγια,
γι’ αυτά τα ηρωικά κορμιά στον κάμπο ξαπλωμένα,
και μέσ’ στο αίμα το πολύ είν’ όλα βουτημένα.
Για την πατρίδα πήγαινε στον Άδη τα καημένα».
Ο Γκούρας αναστέναξε και του λέει:
- Αδελφέ Μακρυγιάννη, σε καλό να το κάμει ο Θεός, άλλη
φορά δεν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα. Αυτό το
τραγούδι σε καλό να μας βγει.
- Είχα κέφι, του είπε ο Μακρυγιάννης, οπού δεν
τραγουδήσαμεν τόσον καιρόν.
Το τραγούδι που έχει ως βάση του την δημοτική ποίηση,
έμελλε να γίνει πανελληνίως γνωστό κι αγαπητό, και να
περάσει στα άπαντα των δημοτικών μας, καίτοι έχει
επώνυμο δημιουργό
Το σκηνικό που εξελίσσετε το τραγούδι μοιάζει να
αποτελείται από καταχνιά, σκοτάδι και θλίψη
Ο Ήλιος, ο Αυγερινός, η Πούλια και το Φεγγάρι μαζεμένοι
συζητούν χαμηλόφωνα και κλαίγοντας για την μεγάλη
καταστροφή.
Τίνος είναι αυτός ο νιός;
443
Όχι για να καμαρώσουν το νιό το παλληκάρι αλλα για να
θρηνήσουν, να πουν το κακό μαντάτο.
Καθώς όπως ο ήλιος μαρτυράει ότι: "εχθές όπου βασίλευα"
πίσω απ τις ράχες άκουσα γυναικεία μοιρολόγια ….μην με
κοιτάτε κατάματα δεν τον μπορώ τόσο πόνο , δεν τον
αντέχω, που να βρω τέτοια λόγια να το περιγράψω.
Πώς να περιγράψω τις σκηνές με τα κορμιά τα ακέφαλα που
κείτονται ξαπλωμένα αλλου πυκνά αλλού αριά αλλα παντού
νέα παλληκάρια
Το επόμενο τραγούδι γράφτηκε απ τον Β. Σερμπέζη πάνω
στο ίδιο σκηνικό
Ο ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ
Ο ήλιος και Αυγερινός το τίνος αυτός νιος;
Η πούλια το φεγγάρι, το νιο το παλληκάρι.
Τα τέσσερα κουβέντιαζαν και όλον τον κόσμο ξέταζαν.
Και κρυφοκουβεντιάζου και κλαίν κι αναστενάζουν.
Ήλιε μ γιατί άργησες να βγεις κι αν σε ρωτήσουν να τους
πεις.
Γιατί δεν ξημερώνεις και κλαίς και δεν μερώνεις.
Εψές όπου βασίλευα το γιόμα μου ταξίδευα
στα δίστρατα στη ράχη κακό που έχουμε πάθει
άκσα γυναίκεια μην με τηράς κατάματα
κι αντρίκια μοιρολόγια που να βρω τέτοια λόγια.
Βλέπω κορμιά να κείτονται δασιά και ανάρια βρίσκονται
κορμιά δίχως κεφάλια λεβέντες παλληκάρια
444
Κατά τον συγγραφέα-λαογράφο, κ. Γιώργο Λεκάκη οι
πρώτοι στίχοι περνούν αργότερα και στη λαϊκή μας ποίηση:
Του Ηλιου σβήστηκε το φως
κι εχάθη το φεγγάρι
και πάει το παλληκάρι
καημός και πόθος μου κρυφός…
(Ντ. Δημόπουλος) ΞΑΡΧΑΚΟΣ - ΝΤΑΛΑΡΑΣ
Ενώ εγγόνι αυτού του τραγουδιού του Μακρυγιάννη μπορεί
να χαρακτηρισθεί ο στίχος του Απ. Καλδάρα στο λαϊκό
ζεϊμπέκικο «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι».
ΚΟΨΕ ΚΛΩΝΙ ΒΑΣΙΛΙΚΟ
Κόψε κλωνί βασιλικό,
μαύρα εν τα μάτια π αγαπώ.
Και δυο φύλλα απ το δυόσμο
σ αγαπώ κρυφά απ τον κόσμο.
Και ρίξε τα στις γειτονίες
να τα πατούν μελαχρινές.
Να μοσχοβολήσει η στράτα
μαύρα και γλυκά μου μάτια.
Να τα μυρίσει η αγάπη μου
δεν μ αγαπάς πουλάκι μου.
Για να βγει να σεργιανίσει
και να με καλημερίσει
Στην αρχαιότητα τον βασιλικό τον χρησιμοποιούνταν στην
ταρίχευση των νεκρών , όπως προκύπτει από υπολείμματα
του φυτού που βρέθηκαν σε μούμιες της αρχαίας Αιγύπτου.
Ίσως λόγω της χρήσης της ταρίχευσης, ο βασιλικός ήταν
445
επίσης ένα σύμβολο του πένθους στην Ελλάδα, όπου ήταν
γνωστό ως "Βασιλικό φυτό".
Η ονομασία "βασιλικός" του αποδόθηκε στα ελληνικά
καθώς, σύμφωνα με θρύλο, φύτρωσε στο σημείο όπου ο
Μέγας Κωνσταντίνος και η μητέρα του Αγία Ελένη
ανακάλυψαν τον Τίμιο Σταυρό, και μέχρι σήμερα στην
Ελλάδα προσφέρεται ατις εκκλησίες στην γιορτή της
υψώσεως του Σταυρού
Μια απόδοση της ονομασίας του οφείλεται στο ότι, όταν ο
Μέγας Αλέξανδρος γύρισε από την εκστρατεία του στις
Ινδίες, μεταξύ των άλλων, έφερε και το φυτό του βασιλέως.
Ο Ρωμαίοι το θεωρούσαν ερωτικό φίλτρο, σημάδι αγάπης
και φυλακτό.
Οι Αιγύπτιοι τον χρησιμοποιούσαν, μαζί με άλλα φυτά, στις
ταριχεύσεις, και οι Γαλάτες σε τελετές εξαγνισμού, μαζί με
νερό πηγής. Πιθανόν από εκεί να κρατάει τις ρίζες του και το
χριστιανικό έθιμο του αγιασμού με τον βασιλικό.
Στη λαϊκή παράδοση ένα παλιό γνωμικό λέει πως «όπου
φυτρώνει βασιλικός δε πηγαίνει το κακό» και «όπου
υπάρχει βασιλικός, δε ζει το κακό».
Όταν ο βασιλικός δωρίζεται, φέρνει καλή τύχη σε ένα νέο
σπιτικό.
Σε διάφορα μέρη της Ελλάδας υπήρχε το έθιμο, οι
νοικοκυρές να παίρνουν ένα κλαδί βασιλικό από τα χέρια
του ιερέα, να το χρησιμοποιούν για να φτιάξουν
ευλογημένο προζύμι.
Στη λαϊκή μας παράδοση ο βασιλικός συμβολίζει την
αγαπημένη γυναίκα, ίσως γιατί οι γυναίκες τον
χρησιμοποιούσαν από παλιά ως καλλυντικό. Το άρωμα αυτό
446
θεωρείται ιδιότητα εξαιρετικών υπάρξεων ενώ σε αρχαίες
λατρείες συνδέεται με τη γονιμότητα και το πάθος. Διαθέτει
στα φύλα του αιθέρια έλαια και ευγενόλη στην οποία
οφείλει τη υπέροχη μυρωδιά του, ενώ περιέχει διάφορες
χημικές ουσίες οι οποίες δίνουν τη χαρακτηριστική μυρωδιά
του κάθε είδους. Έχει θεραπευτικές και χαλαρωτικές
ιδιότητες....
Ένα από τα αρωματικά που υπήρχαν μαζί με τον δυόσμο
στους Σαρακατσάνους και είναι καταγεγραμμένος σε πολλά
τραγούδια
ΝΑΤΑΝ ΤΑ ΝΕΙΑΤΑ ΔΥΟ ΒΟΛΕΣ
Να ήσαν τα νιάτα δυο βολές, μωρέ καημένα νιά, μωρέ νιάτα
μου.
Ορέ νιάτα μου, νιάτα μου και η λεβεντιά μου,
μωρέ δεν σας γλέ, δεν σας γλέντησε η καρδιά μου.
Τα νιάτα να αγοράζονταν, μωρέ καημένα νιά, μωρέ νιάτα
μου
Ορέ γιέμ τα γέ, γιέμ τα γέρα να πουλιούνταν ,
ορέ νιάτα μου, νιάτα μου και η λεβεντιά μου .
Να ξανανιώσω μια βολά, μωρέ καημένα νια, ορέ νιάτα μου.
Ορέ γιέμ να γε, γιέμ να γέννω παλληκάρι,
ορέ νιάτα μου νιάτα και η λεβεντιά μου.
Να θυμάσαι όταν είσαι νέος ότι και συ θα γίνεις γέρος.
Οι νέοι επιζητούν αγάπη, χρήματα, υγεία. Μια μέρα θα λένε:
υγεία, χρήματα, αγάπη.
447
Υπάρχει πάντα μια συγκεκριμένη στιγμή που
συνειδητοποιούμε ότι η νιότη μας τελείωσε. Όμως μετά από
χρόνια, ξέρουμε ότι αυτό συνέβη αρκετά αργότερα.
Είναι κρίμα που καθώς αποκτούμε σιγά-σιγά εμπειρία,
χάνουμε τη νιότη μας.
ΞΥΠΝΑ ΠΟΥΛΑΚΙ Μ' ΤΟ ΠΡΩΙ
Ξύπνα πουλάκι μ' την αυγή
και τιναξ' τα φτερούγια σου
να πέσουν οι δροσούλες
και μην λαλείς παράκαιρα
και παραπονεμένα
απ τα σημάδια των κλεφτών
Το τραγούδι αυτό έχει μια προσωπική σχέση με εμένα
. Μετά τον θάνατο του αδερφού μου σε ηλικία 54 ετών το
2010, θέλησα να κάνω ένα βίντεο με φωτογραφίες που
είχαμε μαζί.
Τότε σαν μουσικό μπακγκράουντ σκέφτηκα να βάλω αυτό το
τραγούδι που τραγουδούσε ο Σταύρος Μπόνιας και που με
συγκινούσε ως κλέφτικο τραγούδι. . Από τότε βέβαια έχει
γίνει και κάτι σαν οικογενειακό μου στίγμα.
Ο Σταύρος βγάζει εδώ μια πίκρα που οι ομορφιές της ζωής
σκεπάζονται από την λύπη της καταχνιάς του πολέμου και
των κακών μαντάτων. Την ομορφιά του πρωινού της φύσης
των βουνοκορφών με την δροσούλα στα φυλλώματα που
πρέπει να πέσουν απ το παιχνίδισμα με τα φτερά των
πουλιών την διακόπτει το παράκαιρο λάλημα και το
448
παραπονεμένο κελάηδισμα του θανάτου απ τα σημάδια των
κλεφτών. Απανταχού της γης οι άνθρωποι, σ' οποιαδήποτε
φυλή κι αν ανήκουν, σ' όποια χώρα κι αν κατοικούν, όποιον
πολιτισμό κι αν εκφράζουν, στα τραγούδια τους
εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους, τους πόθους και τις
ιδέες τους.
Τα δικά μας τραγούδια περιγράφουν πάντα με απλό στοίχο
εκτός από συναισθήματα και εικόνες από την φύση και τον
καιρό και τα συνδέουν με τα συναισθήματα μας.
ΠΕΡΑ ΣΕ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΟΞΙΑ
Άιντε πέρα σε εκεί λέει σε εκείνη τη λέει την οξιά την
αστραποκαμένη
στην από λέει αποκείθι την μεριά.
Άιντε στην αποκεί λέει αποκείθι τη λέει την μεριά
που ήταν μια κρύα βρύση, ν΄είχαν οι κλε λέει ν΄ οι κλέφτες
σύναξη
Άιντε ν΄ είχαν οι κλε λέει ν΄οι κλέφτες, συ λέει σύναξη, ν
είχαν κρυφή κουβέντα
ν εκεί ΄μοιρα λέει μοίραζαν τα φλουριά.
Άιντε ν εκεί μοιρα λέει μοιράζαν τα λέει φλουριά, ν εκεί
μοιράζαν γρόσια,
κι είχαν μικρό λέει μικρό σκλαβόπουλο.
Άιντε κι είχαν μικρό λέει μικρό σκλαβοονόπουλο στον
πάλιουρα δεμένο
με τα πουλιά λέει πουλιά κουβέντιαζε
449
Η κατάκτηση της Ελλάδας από τους Τούρκους δημιούργησε
τις συνθήκες για την ανάπτυξη ενός ρεύματος φυγής των
υπόδουλων που δεν μπορούσαν να αντέξουν σκλαβιά από
τις πεδινές περιοχές προς τους ορεινούς όγκους.
Μπροστά στην απειλή της σφαγής, της αιχμαλωσίας και της
σκλαβιάς πολλοί ήταν αυτοί που διάλεγαν την φυγή στα
ψηλώματα όπου δεν πατούσε πόδι Τούρκου
Οι Σαρακατσάνοι πολλές φορές εκτός από την φιλοξενία την
απόκρυψη και την τροφοδοσία τέτοιων σωμάτων
αποτέλεσαν και τις χρυσές εφεδρείες τους, παρέχοντας
πολλούς άνδρες που στελέχωσαν τις τάξεις της κλεφτουριάς
με περίφημους κλέφτες και ολόκληρους νταιφάδες.
Στελέχωσαν την Κλεφτουριηά αναδεικνύοντας ηγετικές
φυσιογνωμίες όπως ο Κατσαντώνης, ο Καραϊσκάκης, ο
Βασίλης Δίπλας, ο Γρηγόρης Λιακατάς, ο Γεώργιος
Χασιώτης, ο Γεώργιος Τσόγκας, ο Ανδρέας Ίσκος, ο
Καραγιαννάκης, ο Γώγος Μπακόλας και αναρίθμητοι άλλοι.
Εν μέσω όλων αυτών πρώτος αναδείχθηκε ο Κατσαντώνης ο
οποίος ανακηρύχθηκε αρχηγός όλων των Κλεφτών και των
Αρματολών στη κλεφταρματολική σύναξη η οποία
πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1807 στην Αγία Μαύρα
της Λευκάδας με πρωτοβουλία των Καποδίστρια,
Κολοκοτρώνη, του Στρατηγού Εμμανουήλ και του
Μητροπολίτου Ναυπακτίας Ιγνατίου. Εκεί εν΄ μέσω όλων
των μεγάλων ονομάτων της Κλεφτουριάς ο Κατσαντώνης
αναγνωρίστηκε ως «Αρχηγός όλων των Κλεφτών» !!
Οι κλέφτες μετακινούμενοι σε ορεινές περιοχές, γνώριζαν
τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης. Εκεί που ακόμα και οι
450