The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.
Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by ΚΑΤΣΑΡΙΚΑΣ ΖΗΣΗΣ, 2021-11-06 03:23:17

ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΩΝ ΘΥΜΗΣΕΣ

ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΩΝ ΘΥΜΗΣΕΣ

οξιές είναι εκτεθειμένες στα στοιχεία της φύσης και είναι
αστραποκαμένες από τις αστραπές.
Ο αγώνας αυτός επιβίωσης στις σκληρές συνθήκες στα
κακοτράχαλα βουνά που τους παρείχαν ασφάλεια, είχε σαν
συνέπεια την ανάπτυξη ιδιαίτερων δεξιοτήτων και
νοοτροπίας.
Όταν δεν πολεμούσαν, οι κλέφτες εξασκούνταν στη
σκοποβολή, τη δισκοβολία, τα άλματα και το τρέξιμο.
Οι κλέφτες είχαν φοβερή αντοχή στην πείνα, τη δίψα και την
αγρύπνια. Υπήρχαν περιπτώσεις που έμεναν άγρυπνοι,
νηστικοί και χωρίς να πιουν νερό, τρία ολόκληρα μερόνυχτα.
Οι εχθροί τους νόμιζαν ότι είχαν εξαντληθεί, ωστόσο εκείνοι
έβρισκαν δυνάμεις, έκαναν επίθεση και νικούσαν.
Όσοι κατέφευγαν στους ορεινούς όγκους, απέκτησαν την
ψυχοσύνθεση και την νοοτροπία του αντάρτη, του
ανυπότακτου που δεν δέχεται να συμβιβασθεί με την
εξουσία, είτε πρόκειται για την οθωμανική διοίκηση είτε για
τους κοτζαμπάσηδες και καταφεύγει πολύ συχνά για την
επιβίωσή του σε αρπαγές.
Για αυτό έμειναν στην ιστορία και ως κλέφτες, από την αρχή
της τουρκικής κατάκτησης. Αντιθέτως οι Σαρακατσάνοι αν
και διακατέχονταν από το ίδιο πνεύμα του ανυπότακτου
που δεν υπομένει σκλαβιά, συντηρούνταν από τα κοπάδια
τους και όχι μόνο είχαν αυτάρκεια, συντηρούσαν πολλές
φορές και τους κλέφτες.
Για να φθάσει ο κλέφτης να γίνει ο θρυλικός αγωνιστής της
ελευθερίας, όπως μας τον παρουσιάζουν τα δημοτικά μας
τραγούδια και η παράδοση, χρειάστηκε να περάσει αρκετός
χρόνος. Οι πράξεις των πρώτων χρόνων χαρακτηρίζονται ως

451

ληστείες Είναι άλλωστε γενικά παραδεκτό ότι οι κλέφτες
στους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας δεν είχαν
συνείδηση σύμφωνα με την («ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ
ΕΘΝΟΥΣ», της ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ) ότι: «αγωνίζονται για
την ελευθερία του συνόλου»
Οι κλέφτες έμεναν σε ορεινά, άγονα κατά κανόνα μέρη, και
ήταν πάντοτε έτοιμοι ν΄ αλλάξουν λημέρια όταν κινδύνευαν.
Ήταν πάντα ένοπλοι και ζούσαν από ληστείες. Έκλεβαν τα
κοπάδια διαφόρων Οθωμανών αξιωματούχων, ενώ αρκετές
φορές άρπαζαν τους αγάδες και τους μπέηδες η μελλών της
οικογενείας τους και στη συνέχεια ζητούσαν λύτρα για την
απελευθέρωσή τους.
Μερικές φορές, λήστευαν ακόμα και Έλληνες Χριστιανούς
οι οποίοι είχαν κάποια θέση.
Σε μια σύναξη μετά από μια τέτοια ληστεία προφανώς
αναφέρεται και το τραγούδι ΠΕΡΑ ΣΕ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΟΞΙΑ
Στο τραγούδι αυτό πέραν της μοιρασιάς που θα γίνει από
την λεία της ληστείας υπάρχει και ένας αιχμάλωτος. Είναι
κάποιος μικρός που έχει αρπαχθεί ώστε να ζητηθούν λύτρα
από τον Τούρκο για την επιστροφή του.
Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, οι κλέφτες φέρονταν πάντα
με μεγάλο σεβασμό στις γυναίκες που έπιαναν αιχμάλωτες,
είτε αυτές ήταν χριστιανές είτε μουσουλμάνες, νέες ή
ηλικιωμένες, όμορφες ή άσχημες. Γενικά όμως και η
συμπεριφορά τους στους αιχμαλώτους ήταν καλή
Αναφέρεται το παράδειγμα ενός αρχηγού κλέφτικου
σώματος, που τον σκότωσαν οι ίδιοι οι σύντροφοί του, γιατί
δεν σεβάστηκε την τιμή μιας Τουρκάλας αιχμάλωτου μέχρι
να πάρει τα λύτρα.

452

Πέραν αυτών όμως οι κλέφτες και αργότερα οι αρματολοί
πήρξαν οι πρωταγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης, οι
προπομποί μάλιστα αυτής καθότι ποτέ δεν σταμάτησαν να
επαναστατούν κατά του Τούρκικου ζυγού. Ποτέ δεν
έσκυψαν το κεφάλι τους, ούτε γονάτισαν για να
προσκυνήσουν τον Τούρκο. Δεν προσκύνησαν όπως και οι
Σαρακατσάνοι τον Τούρκο ούτε για να τους χαρίσει τη ζωή
αλλά ούτε και για να έχουν τα οφέλη της ευμένειας τους.
Αντιθέτως προτίμησαν συνειδητά όλη τους τη ζωή να είναι
ανυπότακτοι, απροσκύνητοι, στερούμενοι τις χαρές και
απολαύσεις μιας ζωής χωρίς τις αρχές και τις αξίες του
Έλληνα που ήταν η λεύτερη πατρίδα, η πίστη στον θεό και
στην οικογένεια. Αρχές και αξίες που κράτησαν τους
Σαρακατσάνους ενωμένους στο διάβα του χρόνου.
Ακόμα και όταν ο θάνατος ήταν αναπόφευκτος τον
τραγουδούσαν με τραγούδια άλωτε λυπητερά και άλλοτε
θριαμβευτικά.

ΤΙ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΘΕΣ ΝΑ ΓΙΝΩ

Τι λουλούδι θες να γιαίνω σε ποια γης να φυτρωθώ?
Που να πάω να φυτρώσω που φοβάμαι στο βουνό...
στο βουνό με παίρνει αέρας βρέχομαι και αρρωστώ
και στους κάμπους κυματίζω με τι μέση να σταθώ?
που χω μέση για ζωνάρι έχω και άσπρονε λαιμό
τον λαιμό για το γιορντάνι λουλουδάκι θα χαθώ!
λουλουδάκι πως να ζήσω δίχως φύλλα και ανθό?
πάρε τον ανθό τα φύλλα και την νιότη πριν χαθώ.

453

Θέλω να κάνω μαζί σου
αυτό που κάνει κι η άνοιξη στις κερασιές”
λέει ο Νερούδα
Να σε κάνω να ανθίσεις
Τα λουλούδια είναι πάντα συνδεδεμένα με την αγάπη στα
τραγούδια μας, στα τραγούδια όλο του κόσμου.
Πολλές φορές στα τραγούδια μας, ο έρωτας, η αγάπη αλλα
και άλλες εκδηλώσεις και συναισθήματα της ζωής
αναφέρονται με συμβολισμούς δανεισμένους από το
φυτικό και ζωικό βασίλειο. Λουλούδι, τριαντάφυλλο, κρίνο,
Έλατος, πλάτανος, πουλάκι, πέρδικα , καρδερίνα, αετός κ.α
Η κόρη σαν λουλούδι που συμβολίζει την αγάπη και τον
πόθο του παλληκαριού.
Η κόρη η ευαίσθητη που τραγουδά και ρωτάει τον
αγαπημένο της
Τι λουλούδι να γίνω για σένα ποιο είναι αυτό που αγαπάς
να γίνω σαν αυτό να μ αγαπήσεις;
Όμως είμαι ανήμπορο και φοβάμαι στα βουνά όπου η ζωή
είναι σκληρή και δύσκολη .
Με παίρνει ο αέρας, βρέχομαι και αρρωσταίνω και χάνω όχι
μόνο την ομορφάδα μου αλλα και την ζωή μου.
Αλλα και στους κάμπους με την μικρή μου μεσούλα πώς να
κυματίσω και να αντέξω τους αέρηδες;
Εμένα η μέση μου είναι για όμορφη ζώνη και ο λαιμός μου
κάτασπρος για περιδέραιο και όμορφα στολίδια.
Θα χαθώ αν ζήσω σε τέτοιες συνθήκες.
Αχ αγάπη πως θα ζήσω να σ΄ αγαπήσω χωρίς φύλλα και άνθη
Έλα πάρε τα φύλλα μου πάρε τα άνθη μου να γίνουμε ένα
καρδιά μου .

454

Πριν χαθώ σαν το λουλούδι στις αντίξοες καιρικές συνθήκες
και στα δύσβατα μέρη.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΛΙΑΚΑΤΑΣ

«Γάμος χωρίς σφαχτά δεν γίνεται»

Πόσο γενναίος πρέπει να είναι κανείς πόσο εξοικειωμένος

με τον θάνατο, για να μπορεί να ξεστομίζει αυτή την φράση

γιατί αυτή ήταν η

συνηθισμένη έκφραση των

πολιορκημένων όταν

σκοτώνονταν κάποιος από

τους πολεμιστές του

Μεσολογγίου..Μέσα σε

αυτούς τους γενναίους

ένας από τους

λαμπρότερους

Σαρακατσάνους που

συμμετείχαν ήταν και ο

Γρηγόρης Λιακατάς.

Ο Γρηγόρης Λιακατάς ήταν

γιος αρχτσέλιγκα από τον

Κλεινοβό και γαμπρός του

στρατηγού Νικολού

Στουρνάρη από τα Κούτσαινα (Στουρναρέϊκα) Τρικά­λων.

Είχε άλλα τρία αδέρφια: τον Κώστα, τον Δημήτρη και

Σωτήρη, καθώς και μια πανέμορφη αδερφή τη Δέσπω. Όλοι

τους διακρίθηκαν στους αγώνες για την ανεξαρτησία της

455

πατρίδας μας. Πάνω στον Κλεινοβό στην βορεινή πλευρά
του σε μια πλαγιά, που ονομάζεται «Λιβάδια», κο­ντά στο
μοναστήρι του Χρυσίνου και των Αγίων Αποστόλων, είχε το
αρχοντικό του, ερείπια του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα,
όπως και η ονομασία που δια­σώθηκε: «Το μαντρί του
Λιακατά».
Πολλοί από τους κλέφτες βγήκαν στα βουνά γιατί έφυγαν
κυνηγημένοι είτε από εχθρό, είτε από φτώχεια, είτε από
έγκλημα. Ο Γρήγορης Λιακατάς ήταν από εκείνους που
βγήκαν για την Λευτεριά της πατρίδας. Βγήκε για να
κυνηγήσει τον Τούρκο .
Πέταξε στις κορφές σαν τον αετό για να τις κρατήσει
ελεύθερες.
Στην στάνη του πατέρα του όπως όλα τα
Σαρακατσανόπουλα διδάχθηκε την αγάπη για την πατρίδα
και τον έρωτα για την κλεφτουριά.
Το αρματολίκι του Ασπροποτάμου την εποχή εκείνη ήταν
ένα από τα οκτώ του Σαντζακίου των Τρικάλων. Ξαφνικά ο
Αλή Πασάς το χώρισε στα δύο, στο Πόρτο-Κόλι με καπετάνιο

τον Νικολό Στουρνάρη
και στο Κλείνοβο-Κόλι
με κα­πετάνιο τον
Γρηγόρη Λιακατά. Ο
Αλής ήθελε να τα έχει
καλά με τους
Λιακαταίους και, για να
αυξήσει την επιρροή
που είχανε σ’ όλη τη

βορειοανατολική

456

πλευρά της Πίνδου, υποχρέωσε τον Στουρνάρη να δώσει την
θυγατέρα του Ευαγγελή γυναίκα στον Γρηγόρη. Λέει ο
μεγάλος αγωνιστής και ιστορικός της επανάστασης
Νικόλαος Κασομούλης στα Στρατιωτικά Ενθυμήματα
«……αφού αναγκασμένος (δια να μην έχη αντίζηλον εχθρόν
πατρικόν εις το πλευρό του) ενέδωσε να νυμφευθή,
κατ΄εισήγησιν του Αληπασιά, Ο Γρηγόρης Λιακατά, νέος
Καπιτάνος, Βλαχόπουλον, την θυγατέραν του και εστήριξεν
ένα γαμβρόν του πλέον εις το τμήμα Κλινοβού….»
Η επανάσταση στον Ασπροποτάμο ξεκίνησε στις Ιουλίου του
1821 με τους οπλαρχηγούς Γρηγόρη Λιακατά, Ν. Στουρνάρη
και Γιωργάκη Βελή από τα Άγραφα.
Μετά την μάχη του Κόρμπου τον Αυγούστο του 1823 ο Γ.
Λιακατάς άφησε τον Ασπροπόταμο βάζοντας αντικαταστάτη
του τον αδερφό του Μήτρο Λιακάτα και μπαίνει στο
Μεσολόγγι για να μπορέσει να προσφέρει περισσότερες
υπηρεσίες στη πατρίδα, από την μία πλευρά αλλά για να
βρίσκεται κοντά στην οικογένεια του από την άλλη η οποία
βρισκόταν στην Κεφαλλονιά.
Το 1824 μαζί με τον πεθερό του ανεβαίνει ξανά για λίγο
όμως στον Ασπροπόταμο και ξαναεπιστρέφει στο
Μεσολόγγι.
Στην πολιορκία του Μεσολογγίου και σε μία από τις
επιθέσεις του Κιουταχή ο Γρηγόρης Λιακατάς έχασε το δεξί
του μάτι από έκρηξη βόμβας όπως μας λέει το παρακάτω
τραγούδι.
Με γέλασε ο Αυγερινός, με γέλασε η πούλια
και βγήκα απάνου στο βουνό προτού να καλοφέξει
εκεί σε πέτρα ακούμπησα να πάρ’ ολίγον ύπνο

457

κι εκεί άκουσα τρεις πέρδικες, όπου κελαηδούσαν
κι καταριόταν τα βουνά μ’ ανθρώπινη λαλίτσα.
Εσείς βουνά του κερατά, βουνά του Ασπροποτάμου,
τους κλέφτες τι τους κάματε, τον καπετάν Γρηγόρη
-Αυτός πήγε και κλείσθηκε στο δόλιο Μεσολόγγι,
μας είπαν πώς λαβώθηκε στο δεξί το μάτι,
και λέν πώς δεν θα ξαναρθεί, πως δεν θα τον ξαναδούμε
Για κλάψτε δέντρα και κλαδιά και κοντοραχούλες
και σεις βουνά κλεφτόβουνα, με τις κρυοβρυσούλες
την χάσατε την κλεφτουριά τον καπετάν Γρηγόρη.
Λέει ο Κασομούλης…
Αφού παρέδωσα τον λογαριασμόν (των χρημάτων για τους
μισθους των πολιορκημένων στρατιωτών στις 26 Ιουλίου
1825 κάνει μια παραστατική εικόνα της πολιορκίας) και
ησύχασα , την άλλη μέρα πήρα τους αδερφούς μου Γεώργην
και Μήτρον, οίτινες ήσαν απ΄αρχής και δύο άλλους
στρατιώτας να περιηγηθώ τους προμαχώνας όλους να ιδώ
τους εχθρούς.
Ο Γρηγόρης Λιακατάς, πληγωθείς εις τον οφθαλμόν από
κομμάτι βόμβας, επήγεν εις Κάλαμον να ιτρευθή. Αφού δεν
τον έμβασαν μέσα, απέρασεν εις Πεταλάν νησίον, και
ιατρεύετο. Εως 60 στρατιώται του Γρηγόρη, ήτον και αυτοί
υπο τον Στουρνάρη.
Ο Γρηγόρης Λικατάς δια την σπάνια του ωραιότητα , όταν
έβλεπεν εις τον καθρέπτην τον οφθαλμόν του, και ενθυμείτο
τον εαυτό του(άρτιον), οσάκις και αν έδενε το μαντήλι
έλεγεν ότι: « Εγώ πλέον, αφού έχασα τον οφθαλμόν μου,
είναι περιττόν να ζώ».

458

Αντιγράφω από την σελίδα «ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ» για
την Μάχη του Ντολμά
Ήταν 28 Φεβρουαρίου του 1826 όταν οι Τούρκοι μετά την
άλωση του Βασιλαδίου περικυκλώνουν το μικρό νησάκι
Ντολμάς της λιμνοθάλασσας, λίγο νοτιότερα από το
Ανατολικό (Αιτωλικό).
Εκεί, ο Γρηγόριος Λιακατάς με 300 παλληκάρια από το
Αιτωλικό και όλη την ευρύτερη περιοχή του Ασπροποτάμου
είχε αναλάβει την υπεράσπιση του Ντολμά, όπου
αποτελούσε το τελευταίο οχυρό του Αιτωλικού. Μάλιστα,
πριν την σύγκρουση τους μάζεψε και τους είπε: “Εμείς οι
λίγοι όπου βρεθήκαμε εδώ θα βαστάξουμε ετούτη την
ντάπια και αν ο Θεός βοηθήσει και νικήσουμε το νάμι (τιμή)
είναι δικό μας. Μιντάτι (βοήθεια), δεν καρτεράμε από
πουθενά”.
Από το Μεσολόγγι βλέποντας τον Ντολμά να κινδυνεύει,
έκαναν μια ακόμη παράτολμη έξοδο επιτιθέμενοι στο
στρατόπεδο των Τούρκων, ελπίζοντας με αυτό τον
αντιπερισπασμό να τους αναγκάσουν να φύγουν άπρακτοι
από τον Ντολμά.
Παρόλο που ο αντιπερισπασμός των Ελλήνων στο
Μεσολόγγι ήταν απόλυτα επιτυχής καθώς σκότωσαν πάνω
από 500 εχθρούς και γύρισαν πίσω με πολλά λάφυρα, ο
Ντολμάς δεν μπόρεσε να αντέξει. Ο αρχηγός του Στρατηγός
Γρηγόρης Λιακατάς και πολλά από τα παλληκάρια του
πέφτουν νεκροί.
Τρεις αγωνιστές παλεύοντας σαν λιοντάρια κατάφεραν να
γλυτώσουν και, βαριά πληγωμένοι, να καταφύγουν στο

459

Αιτωλικό και να ειδοποιήσουν τους κατοίκους να το
εγκαταλείψουν αμέσως.
Έτσι, πολλοί Αιτωλικιώτες διασκορπίστηκαν στη γύρω
περιοχή για να γλυτώσουν. Αρκετοί κατευθύνθηκαν προς τη
τοποθεσία Ψηλή Παναγιά, εκεί όπου τα κλάματα των μικρών
παιδιών, πρόδωσαν το κρησφύγετό τους και οι Τούρκοι τους
σκότωσαν. Αυτός είναι και ο λόγος που γιορτάζουμε την
Αγια Αγάθη και έχει καθιερωθεί το ομώνυμο πανηγύρι.
Αξίζει να αναφέρουμε ότι στην παραπάνω μάχη ο Γρηγόρης
Λιακατάς ήταν επικεφαλής 300 αντρών οι οποίοι ήταν όλοι
συγγενείς του και όλοι Σαρακατσαναίοι. (Σ’ αυτή τη μάχη
ξεκληρίστηκε όλο το Λιακατέικο σόι 39 τον αριθμό, καθώς
και πολλοί Ασπροποταμίτες και οι καλύτεροι από τους
Αιτωλικιώτες). Όπως γράφει ο Κ. Μακρυκώστας.
Εψές κατά το δειλινό εψές κατά το βράδυ,
τρεις λυγερές το λέγανε και πικροτραγουδούσαν.
Η μια ήταν η Στουρνάραινα, του Μάρκου Μπότσαρη η άλλη.
Κι η τρίτη η μικρότερη ήταν του καπετάν Γρηγόρη.
εκεί που μοιρολογάει και ομορφοτραγουδούσε,
πουλάκι πήγε κ’ έκατσε εκεί στα γόνατά της .
Πες μας, πες μας, πουλάκι μου κάνα καλό χαμπέρι.
– Τι να σου πω κυρούλα μου τι να σου μολογήσω
Εψές προψές που διάβαινα το έρμο Μεσολόγγι,
άκουσα πώς βαρέθηκε ο καπετάν Γρηγόρης.
Τον κλαιν τα δέντρα, τα κλαριά τον κλαιν οι κρύες βρύσες,
τον κλαίνε και στα Κούτσανα οι καπετανοπούλες.
1. «Τρεις σταυραετοί ροβόλαγαν…» (Του Γρηγόρη Λιακατά),
ιστορικό (Ρούμελη) ~ Χρήστος Πανούτσος
https://youtu.be/PPG449U6PB8

460

2. Ο Λιακατάς με τον Παπασιδέρη https://youtu.be/m-
LrAoKY5C4
3. Ντολμάς - Λιακατάς ο θάνατος του τραγούδι Σπ.
Μαυρίκης https://youtu.be/8JOLdXIyHKc
4. Γρηγόρης Λιακατάς (χρυσός αητός τριγύριζε)
https://youtu.be/uLfxDb-visw

Στην σκάλα του Αντελικού

Στην σκάλα του Αντελικού βρέ ν΄Αντελικιώτισα
καθόταν μια Σουλτάνα, Σουλτάνα Πρεβεζάνα
είχε τα χείλη κόκκινα βρε ν΄ Αντελικιώτισα
με το παρσι βαμμένο λες και ήταν ματωμένο.
Εφτά ποτάμια το έπλυνε βρέ ν΄ Αντελικιώτισα
και τα εφτά εβάψαν και όλα αναστενάξαν

Ανατολικόν
Με την ονομασία αυτή είναι γνωστό πριν και κατά τη
διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Σε όλα τα δημόσια
έγγραφα αναφέρεται «Ανατολικόν»
Αντελικόν ή Αντλικό
Η ονομασία αυτή είναι παλαιά, λαϊκή συντόμευση του
Ανατολικόν, συναντάται στα τοπικά δημοτικά τραγούδια και
είναι η ιδιαίτερα διαδεδομένη στους ντόπιους.
Αντελικό-Αντλικό, ίσως ετυμολογικά ή λέξη να προέρχεται
από το ρήμα αντλώ – αντλικό , τόπος που αντλείται νερό,
αφού το νησάκι μόλις ήταν υψηλότερο από την επιφάνεια
της θάλασσας, με αποτέλεσμα όπου και να έσκαβες λίγο

461

έβγαινε νερό. Αυτή την ετυμολογική προέλευση υποστήριξε
και ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Μελέτιος ο Γεωγράφος, ιζ΄
Αιώνας 1690, ο οποίος επισκέφτηκε την πόλη. Το
πιθανότερο είναι, το όνομα να προέρχεται από το
"ανατολικό", μιάς και είναι το ανατολικότερο νησί των
Εχινάδων νήσων.
Αιτωλικόν
Κι αυτή η ονομασία της πόλης δεν είναι καινούργια όπως
πολλοί ισχυρίζονται. Ο Μητροπολίτης Μελέτιος αναφέρει
την πόλη με τα δύο ονόματά της: «Και νήσος εν
λιμνοθαλάσση Αιτωλικόν ή κοινότερον Ανατολικόν» (Γεωγρ.
Σ.329) αυτό σημαίνει ότι εκατό χρόνια περίπου πριν από την
Επανάσταση του 1821 η πόλης λέγονταν επίσημα και
Αιτωλικόν

Το νησάκι επικοινωνεί με την προς ανατολή και δύση ξηρά
δια δύο πολύτοξων πέτρινων γεφυριών μήκους εκάστου
περίπου 300 μέτρων και πλάτους 8 μέτρων. Τα γεφύρια
κατασκευάστηκαν το 1848 και διευρύνθηκαν στο σημερινό
πλάτος το 1882-1885 επί κυβερνήσεως Χαρ. Τρικούπη,
οπότε έγινε τότε και η περιμετρική του νοτίου τμήματος του
νησιού. Για να κατασκευασθούν τα γεφύρια (1848) ο δήμος
πήρε δάνειο το οποίο ξεπλήρωσε με χρήματα του δήμου και
ζητώντας από το δημόσιο (Βασιλεύς Όθων) την άδεια
επιβολής διοδίων, τα οποία φυσικά πλήρωναν οι δημότες
Αιτωλικού, διότι τότε αυτοί σχεδόν αποκλειστικά έκαναν
χρήση των γεφυριών.

462

Στο δημοτικό τραγούδι τα χείλη της γυναίκας
προσδιορίζονται από το χρώμα τους και από τον δυνατό
πόθο που προκαλούν στον άνδρα.
Κατά πρώτο λόγο, τα χρώματα που χρησιμο- ποιούνται είναι
το κόκκινο, το άσπρο και το μαύρο.
Οι βασικοί λόγοι της προτιμήσεις αυτών των χρωμάτων είναι
δυο. Ο ένας λόγος, όπως αναφέραμε και στην εννοιολογική
ανάπτυξη των χρωμάτων είναι ότι αυτά είναι τα τρία πρώτα
χρώματα που εννοούνται σαν «χρώματα» από τον άνθρωπο.
Ο άλλος λόγος της προτίμησής τους από τους πρωτόγονους
ανθρώπους για το βάψιμο του σώματος και του προσώπου
είναι ότι βρίσκονται εύκολα στην φύση, σε αφθονία και
εύκολα μετατρέπονται σε χρωματιστές λάσπες. Πρόκειται
για την κόκκινη ώχρα της γης που βρίσκεται σχεδόν παντού
και σε αφθονία, το κάρβουνο που δίνει την πρώτη ύλη για
το μαύρο και την στάχτη, τον ασβέστη ή την κιμωλία που
ευθύνονται για την απόδοση του λευκού χρώματος.
Οι αρχαίες Ελληνίδες χρησιμοποιούσαν καλλυντικά,
ψιμύθια (λευκές πούδρες) και προστάτευαν την λευκότητα
του δέρματός τους
Χρωμάτιζαν τα χείλη τους στην ίδια απόχρωση με το ρουζ,
ενώ άλλες φορές πάλι χρωμάτιζαν έντονα μόνο τα χείλη
τους. Τα κραγιόν της εποχής φτιάχνονταν από βερνίλιο και
φυτικές ουσίες όπως φύκια και μούρα.

ΔΗΜΟΤΣΕΛΙΟΣ (ΔΗΜΟΣ ΦΕΡΕΝΤΙΝΟΣ)
Ο Δήμος Τσέλιος, που είναι πιο γνωστός με το όνομα
Δημοτσέλιος, ήταν ένας από τους μεγάλους αγωνιστές του
1821. Το πραγματικό οικογενειακό όνομά του ήταν Δήμος

463

Φερεντίνος και είναι Σαρακατσάνος (αναφορά από τον
Κ.Μακρή) Η ζωή του στιγματίστηκε από τραγικά γεγονότα
ήδη από την εποχή που ήταν παιδί. Ο Δημοτσέλιος
γεννήθηκε στη στο Σπαρτοχώρι του Μεγανησίου της
Λευκάδας. Όμως, δεν πρόλαβε να γνωρίσει του γονείς του.
Από την ηλικία των τριών ετών είχε μείνει ορφανός. Όταν
ήταν μόλις ενός έτους ο πατέρας του χτυπήθηκε από
κεραυνό και πέθανε, ενώ δυο χρόνια αργότερα η μητέρα του
πνίγηκε, καθώς πήγαινε σε μια γιορτή στη Λευκάδα. Σε
ηλικία 19 ετών αποφάσισε να γίνει κλέφτης στα βουνά. Δεν
ήθελε να γίνει ναυτικός όπως ο αδερφός του, γιατί η
θάλασσα του είχε στερήσει τη μητέρα του. Πήγε στη Στερεά
Ελλάδα, στο Καρπενήσι και σύντομα έγινε ένας από τους
άνδρες του Αντώνη Κατσαντώνη. Το 1805 γνώρισε και τον
Καραΐσκάκη.
Δείτε πως γράφει ο ίδιος την βιογραφία του
Οἱ γονεῖς μου ἦτον ἀπὸ τὰ Κομετάτα, οἱ παππούληδές μου.
Ἐπαντρεύτηκε ὁ παππούλης εἰς τὴν Ἀκαρνανία τὴν βάβω
μου… Ὁ πατέρας μου ἐπῆρε ἀπὸ τὴν Ζάβιτζα. Ἐγεννήθηκα
ἐγὼ εἰς τὸ Μεγανήσι τῆς Ἁγίας Μαύρας. Ἕνας Μεταξᾶς ἦλθε
καὶ τὸ κατοίκησε. Ἐκεῖ ἐκατοίκησαν οἱ παππούληδές μας 4
ἀδέλφια Φερεντιναῖοι.
Ο πατέρας μου τὸν ἔκαψε ἡ ἀστραπή· ἤμουν ἕνα χρόνον.
Ἐκοιμότουν εἰς ἕνα κλαρί. Ἔζησε ἡ μάνα μου δυὸ χρόνια.
Ἐκίνησε νὰ πάει διὰ μαρτυριὰ στὴν Ἁγία Μαύρα· στὸν
δρόμο, ἦτον 17 νομάτοι, ἐπνίγηκαν 14· ἕνας παπάς, δύο –
τρεῖς γυναῖκες μὲ τὴν μάνα μου ἐπνιγήκανε. Ἔπειτα μᾶς
πῆραν διὰ τὴν ψυχή του ἕνας στὴν Ἁγία Μαύρα… Ἐπέρασα
καμμιὰ δεκαριὰ χρονῶνε στὴν Ἀκαρνανία, ἐπῆγα πίσω,

464

ἔκατζα ἐκεῖ ὥστε ἔγινα 16 χρονῶν, στὴν πεθερὰ τοῦ
Βαλιανάκη. Ἐπέρασα στὸ Μεγανήσι, ἐγίνηκα 19 χρονῶνε.
Ἦτον τὸ σπίτι μας στὸ Μεγανήσι. Ἦτον τρία σόγια κάτοικοι.
Θιακοί, Ξερομερίτες καὶ Κεφαλληναῖοι. Εἶναι ἕνα πέραμα
ἀπὸ τοῦ Μύτικα, ὡραῖο νησὶ σὰν καὶ νἆναι στὴν Παράδεισο.
Ἐσηκώθηκα διὰ νὰ φύγω νὰ πάρω τὸν ἀδελφόν μου, ποὖταν
ξενιτεμένος. Εὐγῆκα νὰ πάω νὰ εὕρω τὸν ἀδελφόν μου
ποὖταν μὲ καράβι. Ἀξιώθηκε καὶ ἔκαμε καράβι δικό του.
Εὐγῆκα νὰ πάω στὴν Ἅγια Μαύρα νὰ βγῶ νὰ τὸν εὕρω. Ηὗρα
ἕνα Ζαφείρη κλεφτικάτον ἀπὸ τὴν Ἀκαρνανία, κάθονταν
στὴν Ἁγία Μαύρα. Μοῦ λέει αὐτός: Δῆμο τί χαλεύεις νὰ πᾶς
μὲ καράβια; Ἔρχεσαι νὰ πᾶμε στὸ Καρπενήσι; Βιαίνεις καὶ
κλέφτης. Μ᾿ ἐπῆρε τὸν Ἰούλιο μήνα στὰ 1804. Ἐπήγαμε.
Ἐστάθηκα μὲ τὸν Ζαφείρη ἀρματολὸς ἕναν χρόνον. Ὁ
Γιωργάκης ἦτον Καπετάνιος καὶ ὁ Ζαφείρης ἦτον γαμβρός
του. Ἐστάθημεν· τὸν Ἰούλιο μήνα ἐξεκινήσαμεν. Ἐπήγαμεν
στὸ Καρπενήσι. Ἀρματολὸς ὁ Καπετὰν Γιωργάκης μὲ
μπουγιουρδί.
Ἐκάθησα ὣς τὶς 10 Ἀπρι­λίου, Λαμπρή. Ἔσμιξα τὸν
Κατζαντώνη. 4 νομάτοι ἐγινήκαμε πέντε. Ἀντώ­νης,
Λεπενιώτης, Τζόγκας καὶ ἕνας Θοδωρὴς 4, ἐγὼ 5.
Ξακολουθάαμεν τὴν κλεψιὰ τότε διάφορους πολέμους.
Ἐρχόντανε καὶ μεγαλώναμε. Ἐξακολουθάγαμε.
Ἐμεγάλωσε ὁ Ἀντώνης, ἔτρεμε ἡ Τουρκιά. Στὰ 1805 ἦλθε καὶ
ὁ Καραϊσκάκης. Ἔσμιξε μὲ τὸν Ἀντώνη κι αὐτός. Ἔφυγε ὁ
Καραϊσκάκης ἀπὸ τὸ Πρεμέτι ἀπὸ τὴν φυλακή. Ἀπὸ τόπον εἰς
τόπον ἦλθα εἰς τὰ Ἄγραφα. Ἐγίνηκε καὶ αὐτὸς πρώτη σκάλα,
καθὼς ἤμουν καὶ ἐγώ. Λεπτότερος καὶ ψηλότερός μου,
μακρύτερός μου, δὲν εἶχε ὄψη καλή. Τότε μὲ τὸν

465

Καραϊσκάκη ἀπόκτησα πιστὴ ἀγάπη. Ἀπὸ τότε. Ἐσκοτώσαμε
τὸν Λιάζαγα τὸν Βελιγκέκα. Ἐμεῖς εἴμεθα 40, ἐκεῖνοι χίλιοι…
Τὸν χειμώνα ἐκαθήμεθα εἰς ἕνα λιτρουβειὸ εἰς τὸ Μεγανήσι
μὲ τὸν Καραϊσκάκη καὶ Ὀδυσσέα. Ὁ Καραϊσκάκης μοῦ εἶπε
διὰ τὴν Ἑταιρείαν, ὅτι θὰ γίνει τὴν ἄνοιξιν. Ἡ φαμελιά μου
ἦτον εἰς τὸ Μεγανήσι. Ἐβγῆκα ἔξω. Ἐβγήκαμεν ἔξω.
Ἀνταμωθήκαμεν εἰς τὴ Βόνιτζα. Ὁ Ὀδυσσέας ἐτρά­βηξε διὰ
τὴν Λεβαδιά. Ἐγὼ ἔμεινα, εἶχα τὰ ζευγάρια μου.
Ἀνταμωθήκαμε πρὶν τὴ Λα­μπρὴ μὲ τοὺς προεστοὺς τοῦ
Κάραλη, Γιωργάκης… Χρηστάκης Στάϊκος, Μεγαπάνος,
Τζόγκας, Βαρνακιώτης. Εἴπαμε νὰ βαρέσομε τοὺς Τούρκους
μεγαλοβδόμαδο. Ὁ Βαρνακιώ­της δὲν ἤθελε νὰ
σηκωθεῖ.Ὁμιλήσαμεν εἰς τὸ Ζευγαράκι ἀνάμεσα στὴν
Κατούνα καὶ τὸ Λουτράκι. Ὁ Βαρνακιώτης σήμερο καὶ αὔριο.
Ἦρθε ὁ Πράσινος, ἀπόστολος ἀπὸ τὴν Βλαχιάν, ἦλθε σ᾿ ἐμᾶς.
Ἡμεῖς τότε ξαφριζόμεθα. Μᾶς ἔστερναν μπαρούτι (μεγάλη
Σαρακοστὴ) στὸ ἀκροθαλάσσιο.
Ὁ Βαρνακιώτης ἐχασομέ­ραε, δὲν ἀσηκώθη καὶ
ἀργο­πορώντας δὲν ἐπιάσαμε τὸ Μακρυνόρι. Οἱ ἄνθρωποι
τοῦ Βαρνακιώτη ἐσκό­τωσαν μερικοὺς ἀν­θρώπους εἰς τὸ
Ρίβιο. Ὁ Πράσινος ἐβίαζε. Εἶπε τοῦ Βαρνακιώτη: Θὰ σὲ
σκοτώσει τὸ ἔθνος. Ἐμεῖς ἐπήγαμεν νὰ βαρέσομε τοὺς
Τούρκους εἰς τὴν Βόνιτζα. Ὁ Νικολὸ Μπουρδάρας ἐπῆγε εἰς
τὸ κάστρο τῆς Πλαγιᾶς. Ἕνας Σουλιώτης μπάζει τοὺς
χριστιανοὺς εἰς τὸ κάστρο, σκοτώνουν τὸν ἀνώτερο Τοῦρκο.
Ἐγίνονταν τὴν ἄνοιξιν αὐτά.
Ενώ ο Δημοτσέλιος βρισκόταν στα Άγραφα με τους άνδρες
του Κατσαντώνη γνώρισε μια όμορφη κοπέλα, τη Ρηνιώ.Οι
δυο νέοι ερωτεύτηκαν. Όμως, την ομορφιά της Ρηνιώς είχαν

466

ανακαλύψει και οι άνδρες του Αλή Πασά. Έτσι, μια μέρα που
πήγαν να την πάρουν ως σκλάβα, ο Δημοτσέλιος τους
επιτέθηκε και την έσωσε. Όμως, αμέσως έφυγε για το βουνό
για να γλιτώσει από την οργή του Αλή Πασά. Στη συνέχεια η
Ρηνιώ ντύθηκε άνδρας και ανέβηκε στο βουνό για να
γλιτώσει τη σκλαβιά και να βρει τον αγαπημένο της.
Σύμφωνα με την παράδοση, ο καπετάνιος των
κλεφταρματωλών νομίζοντας ότι είναι αγόρι την έβαλε να
πολεμήσει με τον Δημοτσέλιο. Αν νικούσε το
πρωτοπαλίκαρό του στη μάχη, θα έμπαινε στην ομάδα του.
Τα γένια του Δημοτσέλιου είχαν μακρύνει και η Ρηνιώ δεν
τον αναγνώρισε. Η Ρηνιώ άρχισε να του επιτίθεται. Έπρεπε
να μπει στην ομάδα. Κατά τη συμπλοκή παραλίγο να τον
χτυπήσει στην καρδιά. Όμως, ο Δημοτσέλιος την
αναγνώρισε και της μίλησε. Εκείνη τράβηξε το σπαθί της και
τον ρώτησε αν ήταν ο «Δήμος της». Έτσι, οι δυο νέοι
ξανασυναντήθηκαν. Σύμφωνα με κάποιες παραδόσεις οι
δύο νέοι παντρεύτηκαν στο βουνό Μπούμιστος, στα
λημέρια του Κατσαντώνη. Άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν
παντρεύτηκαν ποτέ.
Ο Δημοτσέλιος συμμετείχε στην επανάσταση του ΄21 από
την πρώτη μέρα που ξέσπασε. Είχε δίπλα του και την Ρηνιώ.
Πολέμησε και εκείνη στην μάχη του Πέτα, ενός χωριού
μερικά χιλιόμετρα μακριά από την Άρτα. Η μάχη έληξε με
την συντριπτική ήττα των Ελλήνων. Ο λαβωμένος
Δημοτσέλιος όμως δεν έχασε μόνο τη μάχη, αλλά και τη
Ρηνιώ. Είχε χτυπηθεί θανάσιμα. Στη συνέχεια συμμετείχε,
μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, στη Μάχη της Αράχωβας, στο
πλευρό του Καραϊσκάκη. Συνέβαλε, επίσης, στην άμυνα του

467

Μεσολογγίου. Στις αρχές του 1827, με εντολή του
Καραϊσκάκη, πήγε στην (τότε) νησίδα Λεσίνι, που το
μοναστήρι του ήταν καταφύγιο για όσους κυνηγούσαν οι
Τούρκοι, το οποίο και υπερασπίστηκε επιτυχώς. Στη
συνέχεια, κατέλαβε τον Μύτικα και το 1828 συνέβαλε στην
οριστική επικράτηση των Ελλήνων στη Στερεά. Ο
Δημοτσέλιος αργότερα ξαναπαντρεύτηκε. Όμως, η γυναίκα
του παραφρόνησε, όπως έλεγε ο ίδιος, και τον εγκατέλειψε.
To 1836 ηγήθηκε επαναστατικού κινήματος στο όνομα των
ρουμελιωτών οπλαρχηγών και ζήτησε από το βασιλιά
Όθωνα να δώσει Σύνταγμα, κάτι που το πλήρωσε ακριβά.
Εξαναγκάστηκε σε αυτοεξορία στη Λευκάδα για 6 χρόνια,
μακριά από την οικογένειά του, η οποία υπέφερε, ενώ
λεηλατήθηκε το σπίτι του στο Αγρίνιο και διαγράφηκε ως
αξιωματικός από τις τάξεις της Βασιλικής Φάλαγγας. Πέθανε
το 1854 στην Αθήνα. Ο τάφος του βρίσκεται στο Μεσολόγγι
στον Κήπο των Ηρώων, πίσω από το μνήμα του Μάρκου
Μπότσαρη. O Δήμος και το καριοφίλι του Σύμφωνα με
ορισμένους μελετητές, ο Δήμος Τσέλιος
συμπεριλαμβάνεται στα πρόσωπα που πιθανολογείται ότι
αναφέρονταν το κλέφτικο τραγούδι «Του Δήμου το κιβούρι»
και το ποίημα του Αρ. Βαλαωρίτη «Ο Δήμος και το καριοφίλι
του» (1857). Το ποίημα αυτό του Βαλαωρίτη αναφέρεται
στη γνωστή από τα κλέφτικα δημοτικά τραγούδια
συντροφική σχέση του πολεμιστή με τη φύση και το όπλο
του. O Δήμος προαισθάνεται το τέλος του και ανακοινώνει
στα παλικάρια του τις τελευταίες του επιθυμίες. Το ποίημα
ανήκει στη συλλογή Μνημόσυνα (1857).
Ο Δήμος και το καρυοφύλλι του

468

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
https://youtu.be/BYVAkjuMHv4
Αντλήθηκαν πληροφορίες από το βιβλίο του Κυριάκου
Σκιαθά «Τα ερωτικά του 21, Τόμος 2ος», Εκδόσεις
Διαπολιτισμός, την μηχανή του χρόνου και το Meganisi
Times.
Σημαντικές πληροφορίες από αρχειακό υλικό για τον Δήμο
Τσέλιο παρατίθενται στο βιβλίο του Νίκου Μήτση «Δήμος
Σολλίου, Αγώνες και θυσίες στην Επανάσταση του 1821»
(‘Εκδοση της Ένωσης Αλυζίων Αιτωλ/νίας, Αθήνα 2005).
Ο ΔΗΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΡΙΟΦΙΛΙ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ

Γ. Τσόγκας

Ο Γιώργος Τσόγκας ή Γιωργάκης Τσόγκας (άγνωστη η

γέννηση του -

1838/1839)

καταγόταν από

Σαρακατσάνικη

οικογένεια, ήταν

οπλαρχηγός που

έφτασε το

αξίωμα του

στρατηγού,

μυημένος στην

Φιλική Εταιρεία

με μεγάλη

προσφορά στην

Ελληνική Επανάσταση του 1821 αφού μεταξύ άλλων έλαβε

μέρος στη μάχη για την απελευθέρωση του Αγρινίου (11

469

Ιουνίου 1821), στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου
(1822) και υπήρξε αρχηγός φρουράς στην τρίτη πολιορκία
του Μεσολογγίου (1825). Απεβίωσε στο Αιτωλικό είτε το
1838 ή το 1839
Ο Κατσαντώνης λέει ο Κασομούλης είχε πολλούς
Σαρακατσάνους συγγενείς αλλα δεν τον μιμήθηκε κανείς
από αυτούς, εκτός από τον Τσιόγκα. ( Εννοεί ασφαλώς εκτός
από τα αδέλφια του Χασιώτη, Λεπενιώτη, Κούτσκο και τον
ανεψιό από αδελφή Λεπενιωτάκη). Ο Τσόγκας ήταν πρώτος
ξάδερφος του Κατσαντώνη, του οποίου υπήρξε
πρωτοπαλίκαρο του ιδίου και στην συνέχεια του αδερφού
του Λεπενιώτη
…Αφού στον Λεπενιώτη αδερφό του Κατσαντώνη του
έδωσαν το αρματολίκι των Αγράφων (για να τον φάει με
δόλο) στον Τσόγκα έδωσαν την Βόνιτσα για να ζηλέψουν οι
Γριβαίοι.
Ο Τσόγκας ήταν Σαρακατσάνος κλεφταρματολός και τον
αποκαλεί ο Κασομούλης «Βλαχοτσόγκα» με τον
Βλαχογιάννη που επιμελείται τα χειρόγραφα του να
διευκρινίζει ότι εννοεί «Σαρακατσάνος». Ο δε Καραϊσκάκης
τον αποκαλούσε "ξυνογαλά" Ξεκαλοκαίριαζε στα Άγραφα
και ξεχείμαζε στη Ζάβιτσα της Ακαρνανίας.
Στο δεύτερο τραγούδι που ακολουθεί νομίζω ότι φαίνεται η
δεύτερη πλευρά των αρματολών αυτή της απαγωγής, για να
πληρώνουν λύτρα οι κοτζαμπάσηδες τα οποία ήταν
αναγκαία για τους κλέφτες και την συντήρηση τους.
Ο Γάλλος Ζυσερέ Ντε Σαιν Ντενίς γράφει : Ο Τσόγκας
γεννήθηκε εν Ακαρνανία ανήκε επί πολύ καιρόν εις το σώμα
των κλεφτών του περίφημου Κατσαντώνη, ο οποίος είχε

470

καταταράξει τον Αλή δια των τολμηρών ληστειών του. Η
αλήθεια είναι ότι ο Τσόγκας γεννήθηκε στην Βόνιτσα
Ακαρνανίας.
Ο Κατσαντώνης αποκαλούσε τον Τσόγκα "βλαχοτζιόγκα" και
ο Καραϊσκάκης "ξυνογαλά", λόγω της Σαρακατσαναίηκης
καταγωγής του. Έπειτα από τον θάνατο του Κατσαντώνη την
αρχηγεία των κλεφτών την ανέλαβε ο αδερφός του Κώστας
Λεπενιώτης, αλλά και μετά τον θάνατο του Λεπενιώτη τα
απομεινάρια του ένοπλου σώματος του Κατσαντώνη και του
Λεπενιώτη σύμφωνα με τον Κασομούλη αποφάσισαν με
αρχηγό τον Τσόγκα να πάνε στα Γιάννενα και να δηλώσουν
υποταγή στον Αλί Πασά.
Ο Αλί Πασάς για ευχαριστήσει τους μετανιωμένους κλέφτες
και προσωπικά τον Τσόγκα, το 1810 τον έκανε καπετάνιο. Ο
Κασομούλης γράφει σχετικά: διόρισε τον Τσιόγκαν, βλάχον
πρωτοπαλίκαρο του Κατσιαντώνη περί το 1810 ή 11
Καπιτάνον. Κατέστη τούτος Καπιτάνος άσειστος μέχρι της
καταδρομής του Αλή πασα και έπειτα επί της επαναστάσεως
μέχρι της θανής του, 1838 ως αρχηγός όπλων της επαρχίας
Βονίτσης και όλων των συρρεόντων βλαχοποιμένων εις την
επαρχείαν ταυτην ως πατηρ.
Πολύ νωρίς μυήθηκε στην φιλική εταιρία ενώ τον Ιανουάριο
του 1821 στο σπίτι του ποιητή Σπ. Ζαμπέλιου με τους Γ.
Καραϊσκάκη, Παναουργιά , Κατσικογιάννη, κλπ,
αποφασίζουν όλοι μαζί την έναρξη της επανάστασης ,ενώ
ανατίθενται στους Καραϊσκάκη ,Βαρνακιώτη, Τσόγκα, και
Στουρνάρη η αρχηγεία των αρμάτων της Δυτικής Ελλάδος.
Τον Μάιο του 1821 μαζί με τον Αλεξακη Βλαχόπουλο και
άλλους οπλαρχηγούς της δυτικής Ελλάδος κηρύττουν την

471

επανάσταση και στις 26 Μαΐου Πολιορκούν το Βραχώρι
(Αγρίνιο), για να το απελευθερώσουν στις 11 Ιουνίου 1821.
Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω τραγούδι:
Σ' όλο τον κόσμο ξαστεριά, σ'; όλο τον κόσμο ήλιο.
Και στο Βραχώρι το μικρό μαύρος καπνός κι αντάρα.
Καπεταναίοι τ' έκαιγαν ο Τσόγκας κι Αλεξάκης.
Ένα άλλο τραγούδι αναφέρει την απαγωγή της
Νικολάκαινας :
Ο Κατσαντώνης , ο Λεπενιώτης και ο Τσώγκας.
(τραγούδι του χορού απο την συλλογή του Α Ιατρίδου 1859).
Ο Τσόγκας εδώ γράφεται με (ω).
Πατήσανε την Λεπενού, Αντώνη Αντώνη.
Την κάμανε ντερβένι,! Τσώγκα μην είχες γέννη.
Πήραν άσπρα πήραν φλουριά, Αντώνη Αντωνη,
Πήραν μαργαριτάρι, Τσώγκα και Λεπενιώτη.
Πήραν την Νικολάκενα, Αντώνη, Αντώνη
Πρώτη κοντσαμπασίνα, Τσώγκα και Λεπενιώτη.
Την πήραν και την πήγανε, Αντώνη, Αντώνη,
Απάνω ΄ς το λημέρι, Τσώγκα και Λεπενιώτη.
Κι ο Λεπενιώτης παλαβός Αντώνη, Αντώνη
Απ΄τα μαλλιά την πιάνει, ς΄ την γή την εβροντάει.
- Άφσε με Λεπενιώτη μου , Αντώνη, Αντώνη,
Μη βγάνεις τα μαλλιά μου, Τσώγκα και Λεπενιώτη
Και γράψε για την ξαγορά, Αντώνη, Αντώνη,
Εννιά χιλιάδες γρόσα, Τσώγκα και Λεπενιώτη.
Να στείλουν φέσια δωδεκα, Αντώνη, Αντώνη
Και πόσια δεκαπέντε, Τσώγκα και Λεπενιώτη.
Να στείλουν του γραμματικού, Αντώνη, Αντώνη
Ασμένιο καλαμάρι, Τσώγκα και Λεπενιωτη,

472

Να στείλουν και του ψυχογιού, Αντώνη, Αντώνη,
Εν ασημένιο τάσσι, Τσώγκα και Λεπενιώτη.

.και το τραγούδι για τον θάνατο του Γ. Τσογκα από τον
αξέχαστο Τάσο Γιαρίμη
Ώρε ανήμερα τ' αγιού Γιωργιού
ωρέ μιας Κυριακής αυγούλα
το Γιώργο το Γιώργο παν στην εκκλησιά
ώρε το Γιώργο παν στην εκκλησιά
ώρε τον Τσόγκα παν στον τάφο
και όλος ο κόσμος τον θρηνεί
ώρε και όλος ο κόσμος τον θρηνεί
ώρε και βαριαναστενάζει και αυτή
και αυτή η δόλια μάνα του
ώρε και αυτή η δόλια η μάνα του
ώρε παρηγοριά δεν έχει,
μέρα και νύχτα θρήνεται.
https://youtu.be/AOxOos6q22w
*Η Λεπενού είναι κωμόπολη του Νομού Αιτωλοακαρνανίας
με ιστορικό παρελθόν. Η Λεπενού σήμερα ανήκει στο Δήμο
Αγρινίου. Ανήκε διοικητικά στον νομό Άρτης κάποια μικρη
περίοδο
Βρίσκεται στο κέντρο περίπου των ορίων του πρώην δήμου
Στράτου και ο οικισμός είναι χτισμένος στην πλαγιά του
λόφου Θυάμου.
Η Λεπενού υπήρξε η έδρα της ομώνυμης κοινότητας σε όλη
τη διάρκεια της ύπαρξής της (1912-1997)
Το χωριό συμμετείχε στην επανάσταση του 1821. Κάτω από
τη Λεπενού στρατοπέδευσε ο Ομέρ Βρυώνης με οκτώ

473

χιλιάδες Αλβανούς, τον Οκτώβριο 1822, μέχρις ότου έφτασε
και ο Κιουταχής με δικό του ασκέρι και κατέβηκαν προς το
Μεσολόγγι και άρχισαν την πρώτη πολιορκία[6]. Από τη
Λεπενού καταγόταν ο Κώστας Λεπενιώτης, αδερφός του
Κατσαντώνη. Έδρασε κυρίως στα Άγραφα και έδωσε πολλές
μάχες με τους Τουρκαλβανούς του Αλή Πασά. Το 1809 στη
θέση Παπαδιά των Αγράφων νίκησε και συνέλαβε
αιχμάλωτο τον δερβέναγα των Αγράφων Σουλεϊμάν Τότη,
τον οποίο και σκότωσε για να πάρει εκδίκηση για το θάνατο
του Κατσαντώνη.
Στο δημοτικό διαμέρισμα Λεπενούς ανήκει και η συνοικία
Λαγκάδα (ή Λαγκάδι).
*ντερβένι < τουρκική derbent + -ι με αποβολή του [t][1] <
περσική ‫( دربند‬darband) = πολύ στενή διάβαση ανάμεσα σε
βουνά η κλεισούρα στην Ελληνική.
* άσπρα = ασημένιο νόμισμα της Βυζαντινής περιόδου ,
νόμισμα μικρής αξίας της εποχής της Τουρκοκρατίας
(τουρκικά akçe) καθώς και της Βυζαντινής περιόδου
(μόνο στον πληθυντικό) εννοούνται τα χρήματα, περιουσία
*κοτζάμπασης = δημογέροντας, πρόκριτος, προύχοντας των
αυτοδιοικούμενων χριστιανικών κοινοτήτων της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας < τουρκική kocabaşı
*η φωτογραφία είναι από το «lefkadaonline.gr»

ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
θα ήθελα να βάλω δύο αποσπάσματα από τα κείμενα που
έγραψε σε ένα μικρό βιβλιαράκι κάποιος κ. Δημήτρη
Κωτούλα. Τα κείμενα προέρχονται απο προφορικές
εξιστορήσεις του παππού του και αφορούν την εποχή του

474

μακεδονικού αγώνα.Το τραγουδι ειναι του Κ. Γαρέφη για το
Μερίχοβο ...(Καιμακτσαλαν, Καιμακι το έλεγαν οι
Σαρακατσάνοι η Μερίχοβο,)
Τον Απρίλιο του 1907, το Προξενείο Θεσσαλονίκης
αποφάσισε να αντικαταστήσει τους αρχηγούς και τους
αντάρτες, οι οποίοι είχαν δοκιμαστεί και εξαντληθεί για
μεγάλο χρονικό διάστημα, ανάμεσά τους και ο Άγρας.
Ωστόσο, επανειλημμένα λάμβανε πληροφορίες για την
πτώση του ηθικού των βουλγαρικών συμμοριών και τη
διάθεση πολλών στελεχών των κομιτάτων να διακόψουν
τους δεσμούς τους με αυτά και να προσχωρήσουν στον
ελληνικό αγώνα. Τέτοια διάθεση εκδήλωσε ο βοεβόδας
Ζλατάν, την οποία καλωσόρισε ο Άγρας. Ήθελε να
επισφραγίσει την πολυσχιδή δράση του με τη θεαματική
προσχώρηση στην ελληνική πλευρά μεγάλης ομάδας
κομιτατζήδων.
Η προδοσία και το τραγικό τέλος του καπετάν-Άγρα
Ακολούθησαν αρκετές συναντήσεις των δύο αρχηγών πριν
την τελευταία συνάντηση της 3ης Ιουνίου. Εκείνη τη μέρα,
οι κομιτατζήδες της ΕΜΕΟ, Κασάπτσε, Χαντούρη και Ζλατάν,
παραβαίνοντας τις συμφωνίες, συνέλαβαν τον Άγρα και τον
Αντώνη Μίγγα, ενώ οι υπόλοιποι από τη συνοδεία
αφέθηκαν αργότερα ελεύθεροι. Τους διαπόμπευσαν ως
δήθεν αιχμαλώτους, δεμένους και ξυπόλυτους, στα χωριά
της περιοχής, με σκοπό να αναπτερώσουν το ηθικό των
τρομοκρατημένων οπαδών των κομιτατζήδων. Μάλιστα στο
Σαρακηνό (τότε Σαρακίνοβο), που ήταν το ορεινό κέντρο των
κομιτατζήδων και το οποίο αποκαλούνταν "Μικρή Σόφια", οι
Βούλγαροι δε σεβάστηκαν ούτε την τιμή των δύο Ελλήνων

475

αγωνιστών[5]. Τελικά, τη νύχτα της 7ης Ιουνίου, τους
απαγχόνισαν μεταξύ των χωριών Τέχοβο (Καρυδιά) και
Βλάδοβο (Άγρας). Το γεγονός τάραξε τους Έλληνες της
περιοχής και η προδοσία των Βουλγάρων φανάτισε τους
Έλληνες αντάρτες, με αποτέλεσμα ο ελληνικός αγώνας να
συνεχιστεί με μεγαλύτερη ένταση και περισσότερες
επιτυχίες.
Σε ανάμνηση του θανάτου των δύο αγωνιστών, το χωριό
Τέχοβο μετονομάστηκε αργότερα Καρυδιά (το δέντρο όπου
απαγχονίστηκαν), ενώ το χωριό Βλάδοβο, όπου
ενταφιάστηκαν έξω από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου,
είναι ο σημερινός Άγρας. Η δράση και ο μαρτυρικός θάνατος
του Καπετάν Άγρα ενέπνευσαν στην Πηνελόπη Δέλτα το
γνωστό μυθιστόρημά της «Στα μυστικά του Βάλτου».
ΤΑ ΑΣΧΗΜΑ ΝΕΑ
ο Στέργιος ο Χήτας πήγαινε απο το Λάντοβο στο
Καϊμακτσαλάν.
Τον είχαν στείλει από το τσελιγκάτο. Οδηγούσε άλογα
φορτωμένα με καλαμωτές. Μέσα είχε κρυμμένα όπλα που
είχε στείλει το Ελληνικό προξενείο της Θεσσαλονίκης.
Τα είχε παραλάβει από τον σταθμάρχη του σιδηροδρομικού
σταθμού. Ήταν ο σύνδεσμος.
λίγο έξω απο το Τέχοβο είδε μια παράξενη σκηνή.
2 Τούρκοι χωροφύλακες οπισθοχωρούσαν έχοντας
παρατεταμένα τα όπλα. όταν τους πλησίασε, του έδειξαν 2
κρεμασμένους σε μια καρυδιά. Πήγε μόνος του. Πρόσεξε το
κομμένο δάχτυλο στο χέρι του ενός.
Δεν είπε τίποτα στους Τούρκους.
Το βράδυ όλα τα καλύβια είχαν μάθει τα κακά νέα.

476

οι Βούλγαροι είχαν κρεμάσει με προδοσία τον Άγρα.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ
"Είχαν βάλει τα σακιά με το μαλλί γύρω στα καλύβια.
σταματάνε τις σφαίρες. Η μάχη μαινόταν ώρες και εκείνος
είχε παγώσει, ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα. Οι Βούλγαροι
τον φώναζαν, οι νομάδες (Σαρακατσάνοι) τον φώναζαν.
Τι θα μου κάνουν είπε, Χριστιανοί είναι και αυτοί και πήγε.
Την άλλη μέρα οι νομάδες (επεξ. Σαρακατσάνοι) τον βρήκαν
με σαράντα μαχαιριές. "πάντα ήταν λίγο χαζός" , είπαν".
Στο βιβλίο αυτό με το όρο "νομάδες" , ευνοούνται οι
σκηνίτες Σαρακατσάνοι. Τα γεγονότα διαδραματίστηκαν
κυρίως στο Καϊμακτσαλάν, την εποχή που η Μακεδονία ήταν
τουρκοκρατούμενη, οι κομιτατζήδες θέριζαν τον πληθυσμό
και οι Μακεδονομάχοι είχαν βρει καταφύγιο στα τσελιγκάτα
των νομάδων (επεξ. Σαρακατσάνων) , που ήταν πάντοτε
εγκατεστημένα στις παγωμένες κορυφές του βουνού.
Παγωμένες, γιατί το Καϊμακτσαλάν είναι το μοναδικό βουνό
στην Ελλάδα που είχε χιόνι ακόμα και τον Ιούλιο και χιόνιζε

πηγη: kryptia-e από το μπλόγκ E-artemis.gr

ΤΗΣ ΑΓΙΑ-ΣΟΦΙΑΣ (ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΜΑ ΚΙ ΑΔΙΚΟ) [πανωπόδι
στα τρία] ~ Βασίλης Σερμπέζης
Όσο και αν έχασαν την λάμψη τούς τα μάρμαρα που
κουβαλούσαν με κόπο και αγώνα οι πρόγονοι μας. Όσο και
αν σκοτείνιασε η πλάση. Το μέγα μοναστήρι είναι εκεί να
μας θυμίζει καθε χρόνο τέτοια μέρα το πένθος που πέρασαν
οι πρόγονοι μας και πήραν την στράτα για πιο λεύτερους
τόπους. Μια μέρα που σκοτείνιασε η πλάση αλλά το φώς της

477

Αγιά Σοφιάς δεν θα σβήσει ποτέ απ τις ψυχές μας. Το
χρωστάμε πρώτα απ' όλα στους προγόνους μας και μετά στα
παιδιά μας που πρέπει αυτό το φως και την φωτιά να την
κρατήσουν άσβεστη για πάντα. Δεν είναι απλά ένας τόπος
είναι ιδέα.
Ήθελα για την σημερινή μέρα να θυμίσω και να θυμηθώ και
να ξαναζήσω τον θρύλο με τα Λάγια πρόβατα, χωρίς
κουδούνια, που πήραν την στράτα για το άγνωστο. Γιατί
μπορει το σώμα να άντεχε καθε δυσκολία όμως η ψυχή δεν
άντεχε καμιά σκλαβιά

478

479

Ζήση Κατσαρίκα

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΥΛΙΚΟ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ
ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΩΝ ΘΥΜΗΣΕΣ

2021

480


Click to View FlipBook Version