The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.
Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by ΚΑΤΣΑΡΙΚΑΣ ΖΗΣΗΣ, 2021-11-06 03:23:17

ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΩΝ ΘΥΜΗΣΕΣ

ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΩΝ ΘΥΜΗΣΕΣ

μ΄ο καμις του κιφάλι γκδούνι = με ζάλισες (χτυπάει το κεφάλι
μου)
στεφάνι = εξάρτημα του γκδουνιού κατασκευασμένο από
ξύλο για να κρεμάν το γκδούνι η το κυπρί στα γιδοπρόβατα
κλάπα = σιδερένιο έλασμα που μπαίνει στο στεφάνι του
γκδουνιού για να στερεωθεί το κουδούνι
Σημ. Κάποιες απ τις φωτογραφίες είναι από το antroni.gr

Ένα τραγούδι της αγάπης με τον Χριστόδουλο Κωσταρέλλο
σε μια όμορφη εκτέλεση όπου μιλάει για την κοπέλα που
αγαπά ο νέος και την βλέπει σαν βασιλικό
Η γυναίκα στην δημοτική ποίηση κατέχει ίσως την πιο
δεσπόζουσα θέση.
Σαν μάνα , σαν σύντροφος , σαν ερωμένη, σαν κορίτσι της
παντρειάς , σαν φίλη. Ειδικότερα τα τραγούδια του Έρωτα
και της αγάπης υμνούν τη φυσική της ομορφιά. Εξωτερικά
χαρακτηριστικά: Μάτια, δέρμα, μαλλιά, μάγουλα, χείλια,
δόντια, χέρια, πόδια, κορμοστασιά παίρνουν χρώμα και
μορφή, κατά τα πρότυπα της εποχής. Άλλες φορές η
ομορφιά της παρομοιάζεται με στοιχεία της φύσης:
φεγγάρι, πούλια, ήλιος… Τα δέντρα χρησιμοποιούνται
μεταφορικά για τη γυναίκα: ιτιά, λεμονιά, μηλιά…
τριανταφυλλιά,.
Ο βασιλικός στην γυναίκα έχει την τιμητική του , Μερικά
δίστιχα που ο βασιλικός ταυτίζεται με την γυναίκα
Βασιλικέ μου της βραγιάς και κρίνε μου του δάσου
αχού, εγώ πουλάκι μου πως θες να σε ξεχάσω!
Στο παραθύρι που΄σαι συ, βασιλικός δεν πρέπει,
γιατί σαι συ βασιλικός κι οπ΄έχει μάτια βλέπει!

101

Βασιλικιά και ροζμαρί κι ανθό του γλυκανίσου
ο έρωτας τα μάζεψε, κι έκαμε το κορμί σου!
Βασιλικό κι αρισμαρί δε βάνω πια στ' αφτί μου
γιατί μου την εκλέψανε την αγαπητική μου.\
https://youtu.be/F77Gei-GGrg
Στο τραγούδι που έχει κάποια μυθικά στοιχεία και υπερβολή
όπως οι παραλογές παρατηρούμε στίχους που υπάρχουν και
σε άλλα τραγούδια όπως το που να σε φυτέψω….. να σε
φυτέψω στο βουνό φοβάμαι από τα χιόνια,,, κτλ είναι ίδιοι
οι στίχοι με το «όλα τα ντόπια τα πουλιά» ..να πάω να μείνω
σε βουνό φοβάμαι από τα χιόνια… κτλ
Χορεύεται με κλειστό Αργθέας, χαρακτηριστικό χορό των
Αγράφων και γενικότερα της Θεσσαλίας, Πασχαλιάτικος,
μεγαλόπρεπος και ταυτόχρονα λιτός. Ο Κλειστός Αργιθέας
αποτελεί τον πλέον δημοφιλή και λαοπρόβλητο χορό της
περιοχής των Αγράφων. Χορευόταν παλιότερα,
αποκλειστικά στη γιορτή της Λαμπρής, την ημέρα του Πάσχα
το απόγευμα στην κεντρική πλατεία του χωριού ή στο
προαύλιο της εκκλησίας. Συμμετείχαν όλοι οι χωριανοί με
πρώτους τους σεβάσμιους, ενώ η αρχή γινόταν από τον
παπά. Την ονομασία του ο χορός την πήρε κατά πάσα
πιθανότητα γιατί οι χορευτές κλείνουν στο δεύτερο μέρος
του χορού προς τα μέσα του κύκλου. Γενικότερα, στην
Αργιθέα οι χοροί διαθέτουν δύναμη και σταθερότητα στο
ρυθμό και τα βήματα, μεγαλόπρεποι με αργές και έντονες
κινήσεις. Διατήρησαν τα τοπικά γνωρίσματα, αφού με
αυτούς εκδήλωναν οι Αργιθεάτες τον πόθο της
ανεξαρτησίας στα χρόνια της σκλαβιάς.

102

Ο χορός, όπως προαναφέραμε, είναι μεικτός και χορεύεται
από ανθρώπους όλων των ηλικιών. Οι χορευτές πιάνονται
μεταξύ τους, ο ένας από τον καρπό του άλλου. Στο ξεκίνημα
του χορού οι βηματισμοί είναι αργοί, σε ρυθμό τσάμικου με
τέσσερα βήματα μπροστά, δύο επιτόπου με ελαφρά
τσακίσματα των ποδιών, ώστε να δίνεται περισσότερη χάρη
στην σύνθεση του χορού. Στη μέση περίπου αλλάζει ο
ρυθμός του τραγουδιού και ο χορός γίνεται πιο γρήγορος,
πιο λικνιστός, οι χορευτές αφήνουν το πιάσιμο από τον
καρπό και πιάνονται με τις παλάμες. Απ’ εδώ και πέρα ο
χορός γίνεται «απολυτός», φτάνοντας ως την ένταση που
έχει άμεση σχέση και με το κέφι των χορευτών και δίνεται
μεγάλη χάρη στη συνολική κίνησή τους. Παλαιότερα ήταν
αποκλειστικά τραγουδιστικός χορός, μιας και άρχιζαν οι
άντρες το τραγούδι και το επαναλάμβαναν οι γυναίκες.
Πηγές:
http://e-argithea.gr/
http://thessalianews.gr/

Όλοι τον ήλιο τήραγαν
Ο ήλιος κρατεί σταθερά την πορεία του, ίδια η στράτα κάθε
μέρα.
Ανατολή γεμάτη ελπίδα, γεμάτη αναμονή, ότι σήμερα θα
γίνει το πεθυμητό .
Σ΄ όλη την πορεία του ήλιου, η αναμονή, το αγνάντεμα στην
στράτα και στα πέλαγα. Φτάνει η ώρα όμως που γυρνάει να
βασιλέψει και η μέρα σώνεται , τα καράβια πάνε και
έρχονται και δεν φάνηκε ακόμα. Η κόρη π ΄ οχει΄ τον καημό
με μάτια βουρκωμένα αγναντεύει τα καράβια να ΄ρχονται

103

και τις βαρκούλες να αρμενίζουν, καμιά όμως δεν φέρνει τον
καλό της . Ποιες θάλασσες και ποια στεργιά να τον χαίρονται
άραγε.
Σκοτείνιασε η πλάση, σκοτεινιάζει και η ψυχή των
ερωτευμένων,.
Αύριο πάλι με το χάραμα και την Ανατολή

Καλά τρώμε και πίνουμε

Το τραγούδι "καλά τρώμε και πίνουμε" είναι ένα τραγούδι,
που το έχουν τραγουδήσει πολλοί τραγουδιστές και σε
πολλές παραλλαγές. Ίσως δεν γνωρίζετε ότι μια από τις
παραλλαγές είναι αυτή του Θ. Κολοκοτρώνη. όπως
περιγράφεται πιο κάτω.
Λέγετε ότι ίσως το αρχικό τραγούδι ήταν χαροντικό και είχε
ως υπόθεσή του, επιχείρηση που κατέληξε στο να
αποσπασθεί από τα χέρια του Χάροντα η λεία του.
Οι στοίχοι της παραλλαγής που τραγουδούν ο Βασίλης
Σερμπέζης με τον Σταύρο Μπόνια και παρακινούν τον
ακροατή, να παλέψει για το κοινό καλό, θυσιάζοντας μέρος
της δικής του ζωής, έχουν ως εξής.
καλά τρώμε, μωρέ παιδιά, καλά τρώμε και πίνουμε
μωρέ παιδία μ΄ καημένα, καλά χαρακοπάμε
κάνα καλό μωρέ παιδιά, κάνα καλό δεν κάνουμε
μωρέ παιδιά μ΄ καημένα , καλό για την ψύχη μας
ν ο κόσμος φκιά΄ μωρέ παιδιά, ο κόσμος φκιάνουν εκκλησιές,
μωρέ παιδιά καημένα φκιάνουν και μαναστήρια
φκιάνουν και πε΄ μωρέ παιδιά, φκιάνουν και πετρογέφυρες,
μωρέ παιδιά μ΄ καημένα , για να διαβαίνει ο κόσμος

104

Από τον Γεώργιο Τερτσέτη, τον έναν από τους δύο δικαστές
που αρνήθηκε να διαβάσει την καταδίκη του Κολοκοτρώνη
γιατί αυτό έλεγε η συνείδηση του, γνωρίζουμε ποιες
συνθήκες ώθησαν τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη να γίνει
αυτός που θα συνέθετε μια ακόμα παραλλαγή :
Στα προεπαναστατικά χρόνια ο Κολοκοτρώνης, συνέθεσε
ένα τραγούδι που ο Ν.Γ. Πολίτης το παραθέτει στις «Εκλογές
από τα τραγούδια του ελληνικού λαού» σημειώνοντας ότι
«το γεγονός διηγείτο ο ίδιος [ο Κολοκοτρώνης], και την
διήγησιν αυτού κατέγραψεν ο Τερτσέτης.
Η διήγηση έχει ως εξής:
«Εδιαμοίρασα τους μισούς συντρόφους εις το άλλο βουνό,
έβαλα τα καραούλια με μεγάλη πρόβλεψη διά να κάμομε τη
Λαμπρή μας ασφαλισμένοι. Εδιαμοιρασθήκαμε λοιπόν και
τους είπα: Ε, αδελφοί χριστιανοί, να είμασθε
συγκεντρωμένοι, όχι, όχι, που μας ονομάζουν οι άρχοντες
και το γουναρικό κλέφτες, να ελευθερώσουμε τους
ζωντανούς. Αν θέλετε να μ’ ακούσετε, να κρεμάσομε τα
χαϊμαλιά μας εις τα έλατα αυτά είναι η εκκλησία μας, η
Λαμπρή μας, και να ασπασθούμεν και να ελευθερώσουμε
τους αδελφούς μας, που πάνε να τους φυλακίσουν διά
παντός εις τα δεσμά. Απάνω που καθίσαμε να φάμε, είπα
πάλε: Αν είμαστε αδελφοί, να χύσομε το αίμα μας διά τους
αδελφούς μας. Πρώτα τους ορμήνευσα μιλητά, έπειτα το
έκαμα και τραγούδι και τους το ετραγούδησα».
Ένα παλιό κλέφτικο, παραλλαγή και αυτό ενός ακόμα
παλαιότερου τραγουδιού, χαροντικού, διασκεύασε λοιπόν ο
Κολοκοτρώνης, για να εμψυχώσει τους συναγωνιστές του:
«Της νύχτας οι αρματολοί και της αυγής οι κλέφτες

105

ολονυχτίς κουρσεύανε και τες αυγές κοιμόνται.
Κοιμόνται στα δασιά κλαριά και στους παχιούς τούς ίσκιους.
Είχαν αρνιά και ψήνανε, κριάρια σουβλισμένα,
μα είχαν κι ένα γλυκό κρασί, που πίν’ν τα παλικάρια.
Κι ένας τον άλλον έλεγαν, κι ένας τον άλλον λέει:
“Καλά τρώμε και πίνουμε και λιανοτραγουδάμε,
δεν κάνουμε κι ένα καλό, καλό για την ψυχήν μας;
-ο κόσμος φκιάνουν εκκλησιές, φκιάνουν και μοναστήρια-,
να πάμε να φυλάξουμε στης Τρίχας το γεφύρι,
που θα περάσει ο βόιβοντας με τους αλυσωμένους
να κόψουμε τους άλυσους να βγουν οι σκλαβωμένοι,
να βγει της χήρας το παιδί, π’ άλλο παιδί δεν έχει,
κι αυτό το ‘χει μονάκριβο στον κόσμο ξακουσμένο”».
Ίσως βοήθησε το τραγούδι, ίσως η Παναγία, όπως λέει ο
ίδιος ο Κολοκοτρώνης, το αποτέλεσμα πάντως της μάχης
ογδόντα Ελλήνων με 2.000 Τούρκους ήταν εντυπωσιακό.
Σκοτώθηκαν 87 Τούρκοι και μόνο ένας κλέφτης,
πρωτοξάδερφος του Κολοκοτρώνη.
γουναρικό: αυτοί που φοράνε γούνες, οι άρχοντες, οι
κοτζαμπάσηδες.
το χαμαλί (και χαϊμαλί): φυλαχτό.
κουρσεύω: λεηλατώ.
λιανοτραγουδώ: σιγοτραγουδώ.
βόιβοντας: στρατηγός (μεσαίων., βοέβοδας < σλαβ.
voivoda).
Σε αυτόν το σύνδεσμο υπάρχει η ανάλυση του Ν. Πολιτη
https://books.google.gr/books Δημοτικά τραγούδια Από
τον/την Νικόλαος Πολίτης τραγούδι 29

106

Της Τρίχας το γεφύρι, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες,
βρίσκεται στον Κάτω Κόσμο. Φυσικά στο τραγούδι έχει χάσει
αυτή τη σημασία. Το παραπάνω κλέφτικο δημοτικό
τραγούδι καταγράφηκε σε διάφορες παραλλαγές στην
Πελοπόννησο και τη Στερεά. Ίσως το αρχικό τραγούδι είχε
ως υπόθεσή του επιχείρηση που κατέληξε στο να
αποσπασθεί από τα χέρια του Χάροντα η λεία του. Λέει ο Ν.
Πολίτης ότι γνωρίζει δύο παραλλαγές μία στην Κόρινθο και
μία στον Ασπροπόταμο καθώς και της τρίχας το γεφύρι που
επίσης υπάρχει σε πολλές παραλλαγες.
Το κεντρικό νόημα του τραγουδιού, σχεδόν σε όλες τις
παραλλαγές, από τα Ποντιακά,
(Ακεί πέραν σό Δρακολίμν’, σή Τρίχας το γεφύριν,
χίλιοι μαστόρ’ εδούλευαν και μύριοι μαθητάδες.
Όλεν τήν μέραν έχτιζαν, τη νύχτα εχαλάουντον.
Οι μάστοροι εχαίρουσαν, θε να πλεθύν’ η ρόγα,
οι μαθητάδες έκλαιγαν, τσι κουβαλεί λιθάρια.
Κι ατός ο πρωτομάστορας νουνίζ’ νύχταν κι ημέραν.)
μέχρι και αυτό το τραγούδι του Κολοκοτρώνη είναι, πως
τίποτε δε γίνεται χωρίς αγώνα. Κάθε μεγάλο έργο για να
γίνει, απαιτεί θυσίες. Πρέπει να δώσουμε κάτι από τον
εαυτό μας για να πετύχουμε κάτι, για να φτάσουμε κάπου.
Και της Τρίχας το γεφύρι θα στεριώσει μόνο με τη θυσία της
γυναίκας του πρωτομάστορα. Έτσι θέλει το πεπρωμένο. Ο
πρωτομάστορας θυσιάζει την προσωπική του ευτυχία για το
κοινωνικό σύνολο. Τα μεγάλα έργα θέλουν μεγάλες θυσίες.
Κάποιοι επίσης ταυτίζουν την γυναίκα του πρωτομάστορα
με την Ιφιγένεια.

107

ΓΙΩΡΓΗ Μ ΗΡΘΑΝ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΣΟΥ
(τραγουδισμένο από την καλύτερη ίσως κομπανία του
Σαρακατσάνικου τραγουδιού ΣΕΡΜΠΕΖΗΣ - ΜΠΟΝΙΑΣ σε
συναυλία ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ)
Οι Σαρακατσάνοι δεν φοβούνταν τον θάνατο γιατί τον
θεωρούσαν ένα αναπόφευκτο φαινόμενο και τον
αντιμετώπιζαν με αξιοπρέπεια σαν ένα γεγονός της ζωής.
Δεν αδιαφορούσαν ούτε εγκατέλειπαν την προσπάθεια για
την ζωή , αλλά δέχονταν με καρτερικότητα την μοίρα τους.
Έβλεπαν γύρω τους όλα να πεθαίνουν και να αναστήνονται,
ώστε είχαν συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου και της
Ανάστασης.
Ζούσαν τόσο επικίνδυνα την ζωή τους που έλεγαν πάντα ότι
"τον είχαν στα αρζάφτι" όπως λέει και η Α. Χατζημιχάλη. Οι
έγκυες θεωρούνταν με το ένα πόδι στον τάφο (για τον
κίνδυνο του τοκετού). Κουβαλούσαν μαζί τους πάντα τις
νεκραλαξιές τους μετά την ηλικία των 50 και των ανδρών
φροντίζοντας να τις ράβουν με κλωστές χωρίς κόμπο ώστε
να ξεψυχήσει χωρίς δυσκολία ο άνθρωπος τους.
Κοντά στον πόλεμο με τον εχθρό για τον Έλληνα (γιατί το
τραγούδι υπήρχε σε παραλλαγές σε όλους τους Έλληνες και
όχι μόνο στους Σαρακατσάνους) τα άρματα όσο και
πολύτιμα να ήταν , δεν είχαν αξία, αν αυτός που τα φορούσε
δεν μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει.
Τα έδινε όταν τα ζητούσαν οι φίλοι του με ευκολία σε
αντιδιαστολή με την γυναίκα που ήταν κάτι αδιανόητο να
την δώσει ζωντανός (όπως απαντάται σε κάποιες
παραλλαγές)
Γιώργη μ', τ’ ήρθαν οι φίλοι σου, τ’ ήρθαν οι μπράτιμοί σου

108

-Κι αν ήρθαν, καλωσήρθανε, βάλτους ψωμί να φάνε.
-Γιώργη μ', χαλεύουν τ’ άρματα τα φλωροκαπνισμένα,
Γιώργη μ', χαλεύουν τ’ άλογο, το φρούσιο, το μπινέκι*.
-Κι αν τα χαλεύουν, δώστε τα και στείλτε τους να πάνε,ν
-εγώ, μανούλα μ', δεν μπορώ στον πόλεμο να πάω!
Παραλλαγή
- Γιώργη μ’ (τ)ήρθαν οι φίλοι σου κι όλα τα παλικάρια.
- Γιώργη μ’ χαλεύουν τ’ άρματα σ’, στον πόλεμο να πάνε
- Κι αν τα χαλεύουν δώστε τα τ’ς και στο καλό να πάνε
(ν)Εγώ, μανούλα μ’, δεν μπορώ!
Παραλλαγή
- Γιώργη μ’ (τ)ήρθαν οι φίλοι σου, οι φιλομπράτιμοί σου.
- Κι αν ήρθαν, καλώς ήρθανε, βάλτε τ’ς να φαν’, να
πιούνε!
- Γιώργη μ’ χαλεύουν τ’ άλογο σ' με τη χρυσή τη σέλα!
- Κι αν το χαλεύουν δώστε το, σαν το ’χω τί το θέλω;
- Γιώργη μ’ χαλεύουν την καλή σ’, γυρεύουν να την
πάρουν!
- Όσο είν' ο Γιώργης ζωντανός, καλή δεν παραδίνει!
Παραλλαγή (Παλαιογράτσανο)
Άνοιξαν, Γιώργη μ’, τα κλαδιά
Άιν άνοι-, Γιώργη μ’, άνοι-, άνοιξαν, Γιώργη μ’, τα κλαδιά
Γιώργη καϋμένε Γιώργη, κλείσαν τα μονοπάτια 2Χ
Άιν ήρθαν Γιώργη μ’, ήρθαν, ήρθαν Γιώργη μ’ οι φίλοι σου
Γιώργη καϋμένε Γιώργη, οι φίλοι και μπράτιμοι 2Χ
Άι γυρε-, Γιώργη μ’, γυρε-, γυρεύουν, Γιώργη μ’, τ’ άρματα
Γιώργη καϋμένε Γιώργη,τα φλωροκαπνισμένα 2Χ
Άι σαν, μάνα μ’, σαν τα, σαν τα γυρεύουν, δώστε τα
Μάνα καϋμένη μάνα, τα έρμα τι τα θέλω 2Χ

109

Άι γυρε-, Γιώργη μ’, γυρε-, γυρεύουν και την Γιώργενα
Γιώργη καϋμένε Γιώργη, γυρεύουν να την πάρουν 2Χ
Άι ωσπό- μάνα μ’, ωσπό-, ωσπότε ο Γιώργος ζωντανός
Μάνα καϋμένη μάνα, τη Γιώργενα δεν πέρνουν 2Χ
Μερικές παραλλαγές δεν το θεωρούν νεκρικό το τραγούδι
αλλά ότι ανήμπορος η λόγω ηλικίας ο Γιώργης δεν μπορεί να
πολεμήσει και οι φίλοι του ζητούν να του πάρουν τα
άρματα.
Όπως περιγράφει ο Τάκης Ρίγγος στο Σπήλαιο Γρεβενών το
τραγούδι είναι πασχαλινό και το τραγουδούσαν σε
επισκέψεις στους Γιώργηδες:
"……..Ακολουθούσαν επισκέψεις (βίζιτα) στους Γιώργηδες
από σπίτι σε σπίτι και όσο η ώρα προχωρούσε κατ.
ρακοπότηρα άδειαζαν το ένα πίσω απ' τ' άλλο, το δυνάμωνε,
η παρέα ζωήρευε, η χαρά ξεχείλιζε, οι στολές εξαφανίζονταν
και ο άνθρωπος γίνον ανθρώπινος. Τα τραγούδια έδιναν και
έπαιρναν ένα μετά το άλλο.
Σε κάθε σπίτι είχανε το νουμπέτι….."
και τραγουδούσαν
- Γιώργη μ', ήρθαν οι φίλοι σου, οι φιλομπράτιμοί* σου.
- Σαν ήρθαν, καλώς ήρθανε, βάλ' τους να φαν, να πιούνε.
- Γιώργη μ', γυρεύουν τ' άλογο σ' με τη χρυσή τη σέλα.
- Σαν το γυρεύουν, δώστε το, σαν το 'χω τι το θέλω;
- Γιώργη μ' , γυρεύουν την καλή σ', γυρεύουν να την πάρουν.
- Όσο είν' ο Γιώργης ζωντανός, καλή δεν παραδίνει.
Οι στίχοι περιλαμβάνονται στο βιβλίο Τα Λαογραφικά του
Σπηλαίου Γρεβενών
* μπράτιμος (και μπρατίμισα): νεαροί φίλοι ή συγγενείς του
γαμπρού και της νύφης που πρωτοστατούν και υπηρετούν

110

στη διεξαγωγή του γάμου, φορώντας άσπρες ποδιές. Από το
βουλγαρικό brat.
*φλωροκαπνισμένα = επίχρυσωμένα (τραγουδισμένο από
την καλύτερη ίσως κομπανία του Σαρακατσάνικου
τραγουδιού ΣΕΡΜΠΕΖΗΣ - ΜΠΟΝΙΑΣ σε συναυλία
ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ)
Οι Σαρακατσάνοι δεν φοβούνταν τον θάνατο γιατί τον
θεωρούσαν ένα αναπόφευκτο φαινόμενο και τον
αντιμετώπιζαν με αξιοπρέπεια σαν ένα γεγονός της ζωής.
Δεν αδιαφορούσαν ούτε εγκατέλειπαν την προσπάθεια για
την ζωή , αλλά δέχονταν με καρτερικότητα την μοίρα τους.
Έβλεπαν γύρω τους όλα να πεθαίνουν και να αναστήνονται,
ώστε είχαν συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου και της
Ανάστασης.
Ζούσαν τόσο επικίνδυνα την ζωή τους που έλεγαν πάντα ότι
"τον είχαν στα αρζάφτι" όπως λέει και η Α. Χατζημιχάλη. Οι
έγκυες θεωρούνταν με το ένα πόδι στον τάφο (για τον
κίνδυνο του τοκετού). Κουβαλούσαν μαζί τους πάντα τις
νεκραλαξιές τους μετά την ηλικία των 50 και των ανδρών
φροντίζοντας να τις ράβουν με κλωστές χωρίς κόμπο ώστε
να ξεψυχήσει χωρίς δυσκολία ο άνθρωπος τους.
Κοντά στον πόλεμο με τον εχθρό για τον Έλληνα (γιατί το
τραγούδι υπήρχε σε παραλλαγές σε όλους τους Έλληνες και
όχι μόνο στους Σαρακατσάνους) τα άρματα όσο και
πολύτιμα να ήταν , δεν είχαν αξία, αν αυτός που τα φορούσε
δεν μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει.
Τα έδινε όταν τα ζητούσαν οι φίλοι του με ευκολία σε
αντιδιαστολή με την γυναίκα που ήταν κάτι αδιανόητο να

111

την δώσει ζωντανός (όπως απαντάται σε κάποιες
παραλλαγές)
Γιώργη μ', τ’ ήρθαν οι φίλοι σου, τ’ ήρθαν οι μπράτιμοί σου
-Κι αν ήρθαν, καλωσήρθανε, βάλτους ψωμί να φάνε.
-Γιώργη μ', χαλεύουν τ’ άρματα τα φλωροκαπνισμένα,
Γιώργη μ', χαλεύουν τ’ άλογο, το φρούσιο, το μπινέκι*.
-Κι αν τα χαλεύουν, δώστε τα και στείλτε τους να πάνε,ν
-εγώ, μανούλα μ', δεν μπορώ στον πόλεμο να πάω!
Παραλλαγή
- Γιώργη μ’ (τ)ήρθαν οι φίλοι σου κι όλα τα παλικάρια.
- Γιώργη μ’ χαλεύουν τ’ άρματα σ’, στον πόλεμο να πάνε
- Κι αν τα χαλεύουν δώστε τα τ’ς και στο καλό να πάνε
(ν)Εγώ, μανούλα μ’, δεν μπορώ!
Παραλλαγή
- Γιώργη μ’ (τ)ήρθαν οι φίλοι σου, οι φιλομπράτιμοί σου.
- Κι αν ήρθαν, καλώς ήρθανε, βάλτε τ’ς να φαν’, να
πιούνε!
- Γιώργη μ’ χαλεύουν τ’ άλογο σ' με τη χρυσή τη σέλα!
- Κι αν το χαλεύουν δώστε το, σαν το ’χω τί το θέλω;
- Γιώργη μ’ χαλεύουν την καλή σ’, γυρεύουν να την
πάρουν!
- Όσο είν' ο Γιώργης ζωντανός, καλή δεν παραδίνει!
Παραλλαγή (Παλαιογράτσανο)
Άνοιξαν, Γιώργη μ’, τα κλαδιά
Άιν άνοι-, Γιώργη μ’, άνοι-, άνοιξαν, Γιώργη μ’, τα κλαδιά
Γιώργη καϋμένε Γιώργη, κλείσαν τα μονοπάτια 2Χ
Άιν ήρθαν Γιώργη μ’, ήρθαν, ήρθαν Γιώργη μ’ οι φίλοι σου
Γιώργη καϋμένε Γιώργη, οι φίλοι και μπράτιμοι 2Χ
Άι γυρε-, Γιώργη μ’, γυρε-, γυρεύουν, Γιώργη μ’, τ’ άρματα

112

Γιώργη καϋμένε Γιώργη,τα φλωροκαπνισμένα 2Χ
Άι σαν, μάνα μ’, σαν τα, σαν τα γυρεύουν, δώστε τα
Μάνα καϋμένη μάνα, τα έρμα τι τα θέλω 2Χ
Άι γυρε-, Γιώργη μ’, γυρε-, γυρεύουν και την Γιώργενα
Γιώργη καϋμένε Γιώργη, γυρεύουν να την πάρουν 2Χ
Άι ωσπό- μάνα μ’, ωσπό-, ωσπότε ο Γιώργος ζωντανός
Μάνα καϋμένη μάνα, τη Γιώργενα δεν πέρνουν 2Χ
Μερικές παραλλαγές δεν το θεωρούν νεκρικό το τραγούδι
αλλά ότι ανήμπορος η λόγω ηλικίας ο Γιώργης δεν μπορεί να
πολεμήσει και οι φίλοι του ζητούν να του πάρουν τα
άρματα.
Όπως περιγράφει ο Τάκης Ρίγγος στο Σπήλαιο Γρεβενών το
τραγούδι είναι πασχαλινό και το τραγουδούσαν σε
επισκέψεις στους Γιώργηδες:
"……..Ακολουθούσαν επισκέψεις (βίζιτα) στους Γιώργηδες
από σπίτι σε σπίτι και όσο η ώρα προχωρούσε κατ.
ρακοπότηρα άδειαζαν το ένα πίσω απ' τ' άλλο, το δυνάμωνε,
η παρέα ζωήρευε, η χαρά ξεχείλιζε, οι στολές εξαφανίζονταν
και ο άνθρωπος γίνον ανθρώπινος. Τα τραγούδια έδιναν και
έπαιρναν ένα μετά το άλλο.
Σε κάθε σπίτι είχανε το νουμπέτι….."
και τραγουδούσαν
- Γιώργη μ', ήρθαν οι φίλοι σου, οι φιλομπράτιμοί* σου.
- Σαν ήρθαν, καλώς ήρθανε, βάλ' τους να φαν, να πιούνε.
- Γιώργη μ', γυρεύουν τ' άλογο σ' με τη χρυσή τη σέλα.
- Σαν το γυρεύουν, δώστε το, σαν το 'χω τι το θέλω;
- Γιώργη μ' , γυρεύουν την καλή σ', γυρεύουν να την πάρουν.
- Όσο είν' ο Γιώργης ζωντανός, καλή δεν παραδίνει.

113

Οι στίχοι περιλαμβάνονται στο βιβλίο Τα Λαογραφικά του
Σπηλαίου Γρεβενών
* μπράτιμος (και μπρατίμισα): νεαροί φίλοι ή συγγενείς του
γαμπρού και της νύφης που πρωτοστατούν και υπηρετούν
στη διεξαγωγή του γάμου, φορώντας άσπρες ποδιές. Από το
βουλγαρικό brat.
*φλωροκαπνισμένα = επίχρυσωμένα
Μαρή κακιά γειτόνισσά Ελένη
Δείτε τι είναι Ελλάδα .
Δείτε τι είναι δημοτική ποίηση
Δείτε τι είναι δημοτικό τραγούδι.
Άρχισα να ψάχνω για ένα Σαρακατσάνικο τραγούδι με τους
στίχους
…του Χατζηχρήστου ανεψιά του Ρήγα η θυγατέρα…
που μου ανέφερε ο #Γιάννης_Πιστόλας
Βρέθηκα μπροστά σε έναν Σέρβο αγωνιστή της
επανάστασης και σε έναν χορό των μεγάρων που δεν νομίζω
ότι είναι άσχετο με τους Σαρακατσάνους. Ίσως ειδικότεροι
εμού μπορούν να πουν περισσότερα.
Ας δούμε την εξέλιξη..
Ο Χατζή Χρήστος (Κρίστε) Ντάγκοβιτς (1783 - 19 Μαρτίου
1856[1] ήταν βούλγαρος αγωνιστής της ελληνικής
επανάστασης του 1821 και πολιτικός. Είχε αποκτήσει την
προσωνυμία Βούλγαρης, λόγω της καταγωγής του, και σε
αρκετές ελληνικές πηγές αναφέρεται και σαν Χατζή Χρήστος
Βούλγαρης, ο ίδιος υπέγραφε και με τα δύο ονόματα.
Βιογραφικά στοιχεία
Γεννήθηκε στο Βελιγράδι το 1783, ο πατέρας του Πέτρος και
ο αδελφός του Σταύρος ήταν αγωνιστές της Σερβικής

114

επανάστασης και σκοτώθηκαν στη πολιορκία του
Βελιγραδίου το 1806. Κυνηγημένος από τους Οθωμανούς
διέφυγε μαζί με την μητέρα του Άννα αρχικά στη Βοσνία,
Βενετία, Ρόδο και Κύπρο για να καταλήξει στην Αίγυπτο. Εκεί
μπήκε σαν ιπποκόμος στις υπηρεσίες του Χουρσίτ πασά που
διορίστηκε το 1820 βαλής της Πελοποννήσου.
Στην ελληνική επανάσταση όταν άρχισε η πολιορκία της
Τριπολιτσάς από τα ελληνικά στρατεύματα εγκατέλειψε την
πόλη και προσχώρησε στο ελληνικό στρατόπεδο. Έφτιαξε
δικό του στρατιωτικό σώμα αποτελούμενο από Σέρβους και
Βούλγαρους με το οποίο πήρε μέρος σε πολλές μάχες και
διακρίθηκε ιδιαίτερα στα Δερβενάκια.
Τον Απρίλιο του 1825 πιάστηκε αιχμάλωτος των Οθωμανών
μετά τη μάχη του Πετροχωρίου για να απελευθερωθεί το
1828. Με το τέλος της επανάστασης προήχθη σε στρατηγό,
έγινε υπασπιστής του Όθωνα και τιμήθηκε με το ανώτατο
αριστείο.
Χρημάτισε πληρεξούσιος Σέρβων, Βουλγάρων και Θρακών
στην εθνοσυνέλευση του 1843. Πέθανε το 1856.
Οι παραδοσιακοί χοροί της Στερεάς Ελλάδας (Ρούμελη)
είναι:
Συρτοκαλαματιανός (καγκέλι), Κουλουριώτικος, Χορός της
Τράτας. Χατζηχρήστος.
«Χατζηχρήστος»
Χορός που συνδυάζει την δωρικότητα και τη λιτότητα του
συρτού με την λεβεντιά του τσάμικου. Είναι μεικτός, αφού
χωρίζεται σε δύο μέρη, όπου στο πρώτο χορεύεται συρτός
και στο δεύτερο τσάμικος, ενώ προέρχεται από την περιοχή
των Μεγάρων.

115

Όπως γνωρίζουμε τα Μέγαρα αποτελούν μία πανάρχαια
ελληνική πόλη, που «συνορεύει» με την πόλη της Αθήνας
και βρίσκεται κοντά σε μία ακόμα ιστορική πόλη, την
Κόρινθο. Αναμφίβολα, η γεωγραφική θέση τους αποτέλεσε
θέση «κλειδί», καθώς και το ήπιο κλίμα της περιοχής, μιας
και βρίσκεται κοντά στη θάλασσα. Όλα αυτά συνετέλεσαν
στην ανάπτυξη του εμπορίου, της γλώσσας, των εθίμων και
γενικά στην ανάπτυξη του πολιτισμού τους. Έτσι, δεν είναι
τυχαίο πως έχουν δική τους αυτοτελή μουσικοχορευτική
παράδοση, με πολλούς παραδοσιακούς χορούς, μεταξύ των
οποίων και ο λεγόμενος «Χατζηχρήστος» ή Λεπενιώτης». Η
ονομασία «Λεπενιώτης», σύμφωνα με κάποιους μελετητές,
σχετίζεται με τον Κώστα Λεπενιώτη, ονομαστό κλέφτη
σαρακατσάνικης καταγωγής, ο οποίος έδρασε την
προεπαναστατική περίοδο και ήταν αδερφός του
λαοπρόβλητου και πολυτραγουδισμένου Κατσαντώνη.
Έδρασε μαζί με τον αδερφό του και μετά το θάνατο του
Κατσαντώνη ανέλαβε μέχρι και το θάνατο του την ηγεσία
της κλέφτικης ομάδας, δραστηριοποιούμενος στην περιοχή
των Αγράφων, στην Αιτωλοακαρνανία. Λόγω της ανδρείας
του, η δημοτική παράδοση εμπνεύστηκε πολλά τραγούδια.
Γενικότερα, έχουν πολύ ενδιαφέρον οι μεγαρίτικοι σκοποί
και τα τραγούδια που οδηγούν τα βήματα του χορού.
Ειδικότερα, ο χορός «Χατζηχρήστος» ή «Λεπενιώτης»,
προκαλεί εντύπωση εξαιτίας του παντρέματος συρτού και
τσάμικου. Αυτό χωρίς αμφιβολία, αποτελεί δείγμα της
επιρροής που δέχονται τα Μέγαρα από τη νησιωτική Ελλάδα
μπροστά τους αλλά και από τη στεριανή παράδοση βόρεια
και δυτικά τους.

116

Όπως προαναφέραμε, ο «Χατζηχρήστος» ή «Λεπενιώτης»
αποτελεί ένα πάντρεμα συρτού και τσάμικου, ανάλογα με
τα κέφια του χορευτή που βρίσκεται στην κεφαλή του
χορού. Συμμετέχουν σε αυτόν χωρίς περιορισμούς άνδρες
και γυναίκες. Είναι διμερής ,ουσιαστικά, χορός που ξεκινά
σε δίσημο ρυθμό συρτού (2/4) και γυρίζει σε τρίσημο ρυθμό
τσάμικου. Τα δύο μοτίβα εναλλάσσονται συνέχεια στην
πορεία της μελωδίας η οποία παίζεται με τα νησιώτικα
κυρίως όργανα, το βιολί και το λαούτο. Χαρακτηρίζεται
επομένως από μία λιτότητα, απλότητα και δωρικότητα
(συρτός), παράλληλη με την λεβεντιά και την ειδική
βαρύτητα του τσάμικου. Εκτός από τον Χατζηχρήστο στα
Μέγαρα συναντούμε επίσης και τους συρτούς «Πιπίνι και
Παπίρη» σε δίσημο ρυθμό, ενώ στο ρυθμό του
καλαματιανού χορεύεται ο χορός «Λεπενιώτικο Κατζέλι» .
Τέλος, ο τοπικός Καρσιλαμάς χορεύεται σε μέτρο 2+3+2+2
(εννεάσημος ρυθμός).
https://youtu.be/JNxVw1wXvNM
Πηγές:
Χοροστάσι
paroutsas.jmc.gr
avgi.gr
Στο γλέντι του γάμου των Μεγαριτών κυρίως παίζονται
διάφορες μελωδίες, ξεχωρίζουν όμως οι Καρσιλαμάδες, που
χορεύονται συνήθως από γυναίκες, και ο χορός
Χατζηχρήστος, που χορεύεται κυρίως από γεροντότερους
γιατί είναι ασίκικος χορός σε δύο διαφορετικούς ρυθμούς,
Συρτό και Τσάμικο.

117

"Χορός συρτός (παρά την κάποια ομοιότητα της μελωδίας
του με τον αιγαιοπελαγίτικο Μπάλλο) που γυρίζει σε
Τσάμικο (αρχικά σε 2σημο και μετά σε 3σημο ρυθμό).
Το δε τραγούδι που είναι Μεγαρίτικου συρτού " Μπόδα τα
περιστέρια σου" είναι μια παραλλαγή του τραγουδιού που
τραγουδά ο Βασίλης Σερμπέζης "Μαρή κακιά γειτόνισσα".

"Βγήκε ν΄ Αντώνης στα Άγραφα"
Οι Σαρακατσάνοι όχι μόνο τροφοδότησαν τον αγώνα της
πατρίδας με οπλαρχηγούς και εφόδια, αλλά αποτέλεσαν και
χρυσές εφεδρείες όταν χρειάστηκαν κλέφτες βλέπουμε την
συντροφικότητα και τους δεσμούς των κλεφτών.
Η στρατολόγηση γινόταν στα τσελιγκάτα των Σαρακατσανων
τα φιλόξενα κονάκια των οποίων προσέφεραν τροφή και
στέγη σε τραυματίες και κλέφτες για τον αγώνα. Ο χώρος
των Αγράφων η ιερή κοιτίδα των Σαρακατσάνων ήταν
μπροστά όταν απ τις φουστανέλες των κλεφτών άσπριζαν οι
κορφές την άνοιξη , Πρώτος και καλύτερος ο Κατσαντώνης ο
δικός μας Αντώνης.
Κι έκατσε και τα διάταζε σαν μάνα σαν πατέρας. εδώ η διάτα
δεν έχει καμιά σχέση με την διαταγή έχει με την πατρική
συμβολή. Έτσι έλεγαν οι Σαρακατσάνοι τις συμβουλές των
μεγαλυτέρων προς τους νιώτερους. « Διατάξου του πιδί»
Οι κλέφτες οι περισσότεροι έβγαιναν στο βουνό από μικρές
ηλικίες οπότε η πατρική καθοδήγηση και η μύηση στον
κλεφτοπόλεμο ήταν απαραίτητη.
Ο Κατσαντώνης είναι απ τις σπουδαιότερες μοεφές του
αγώνα της απελευθέρωσης .

118

Όταν η συνέλευση των κλεφταρματολών στη Λευκάδα, την
οποία είχε συγκαλέσει ο Καποδίστριας είχε σκοπό: Να
ενισχύσει την άμυνα του νησιού και να διαπιστώσει το
αξιόμαχο και τις δυνατότητες που είχαν οι δυνάμεις των
κλεφτών, για ένα γενικό ξεσηκωμό και την έναρξη της
επανάστασης η οποία αν δεν είχε προδοθεί από τους
«συμμάχους» θα είχε γίνει κατω από καλύτερες συνθήκες
και πολύ νωρίτερα από το 1821.
Στην πρόσκληση του Καποδίστρια ανταποκρίθηκαν πρώτοι
οι κλεφταρματολοί της Ρούμελης και της Ηπείρου, αν και
διέτρεχαν τους μεγαλύτερους κινδύνους, γιατί χρειάστηκε
να πολεμήσουν σκληρά για να φτάσουν στην Αγία Μαύρα.
Η σύναξη των ηρωικών καπεταναίων και των ανδρών τους,
έγινε στην τοποθεσία «Μαγεμένο», υπήρξε πραγματικός
θρίαμβος για τον Κατσαντώνη. Με πρόταση του
Καποδίστρια πάρθηκε ομόφωνη απόφαση να ανακηρυχθεί
αρχηγός και κορυφαίος πολέμαρχος όλων των κλεφτών!
Η ανάγνωριση του Κατσαντώνη ως αρχηγού, παρά την
παρουσία τόσων σπουδαίων αρματολών, που αργότερα
διαδραμάτισαν σημαντικότατο ρόλο στον αγώνα κατά του
κατακτητή, δικαιώνει όλους εκείνους που τον χαρακτήρισαν
ως «τον πιο μεγάλο κλεφτοκαπετάνιο του αιώνα του».
Ασφαλώς αν δεν είχε χαθεί τόσο πρόωρα, σε ηλικία μόλις 33
ετών, λογικά η προσφορά του στον αγώνα της παλιγγενεσίας
θα ήταν ανυπολόγιστη.
Στο τέλος της Συνέλευσης ο Καποδίστριας έκανε πρόποση
και ευχήθηκε απελευθέρωση ολόκληρου του έθνους. Οι
κλέφτες, με γυμνά τα σπαθιά τους, ορκίστηκαν να πεθάνουν

119

για την πατρίδα και να μην καταθέσουν τα όπλα πριν τη
δουν ελεύθερη και ανεξάρτητη.

Για κέρνα Μαυρομάτα μου
και στο δικό μου το γυαλί ρίξε σπυρί φαρμάκι.
Έτσι μέσα στην γλυκιά μέθη που προσφέρει το κρασί, να
χαθεί στα γόνατα της. Τίποτα δεν σταματάει τον
ερωτευμένο. Ακόμα και αν ξέρει πως θα πεθάνει στα γόνα
της, αρκεί να ξέρει ότι ο θάνατος είναι απ το χέρι της. Ξένος
και εχθρός δεν μπορεί να γίνει κάποιος που αγαπάει, η ζωή
του θα είναι ένας γκρεμός, όμοια με θάνατο. Και ο ζωντανός
ο θάνατος είναι πιο βασανιστικός. Σκότωσε με, είναι η
τελευταία χάρη που σου ζητώ, να έρθει η νύχτα να με πάρει
να σωθώ λέει ένα σύγχρονο τραγούδι μας.
Στους Σαρακατσάνους οι κλειστές κοινωνίες και οι
συγγενικοί δεσμοί των περισσότερων συνοικούντων δεν
επέτρεπαν έρωτες και παιχνίδια μεταξύ των νέων και όταν
αυτοί προέκυπταν ήταν βασανιστικοί. Ήταν αδύνατον να
συναντηθούν δυο νέοι και λόγω αποστάσεων αλλά και λόγω
των αδιάκριτων βλεμμάτων και αυστηρών κανόνων που
ίσχυαν σε αυτές τις κοινωνίες. Ο μόνος τρόπος που έμενε
για να εκφράσουν τον καημό τους ήταν το τραγούδι. Για
κέρνα μαυρομάτα μου όλους με την αράδα.

Βέργο-κυπαρισσάκι μου

Ένα όμορφο τραγούδι από έναν νέο τραγουδιστή. Ο
Παναγιώτης Ούτος είναι Ξανθιώτης και η φωνή του μας

120

δίνει ελπίδες ότι τα τραγούδια των Σαρακατσάνων δεν θα
χαθούν. Τόσο η χροιά του όσο και η σοβαρότητα με την
οποία αντιμετωπίζει την παράδοση μας είναι υπόσχεση για
ένα λαμπρό μέλλον καλή επιτυχία Παναγιώτη από καρδιάς.
Βέργο - κυπαρισσάκι μου
με τα χρυσά σου τα άνθια
Χαμήλωσε γιε μου τους κλώνους σου
να τους γιομίσω δάκρυα,
Σαν σε φιλώ γιε μου μαραίνεσαι.
Σαν σε φιλώ μαραίνεσαι, σαν σε κοιτώ κλωνίεσαι
Σαν γέρνω και στον ίσκιο σου, ψηλώνεις μ απαρνιέσαι.
Το δάκρυ που σε πότισα βασιλικός και δυόσμος
Και εσύ άπλωσες και θέριωσες και ισκιώνει ο όλος κόσμος
https://youtu.be/CH2iGtaZ2xQ
Πιστεύω πως απο τους στίχους του τραγουδιού προκύπτει,
ότι το τραγούδι αναφέρεται στο φυτό κυπαρισσάκι (η
πολύκομπο) που είναι σαν βέργα και είναι αρωματικό ….σαν
σε φιλώ (κρατώντας σε στα χέρια)…. και σε κοιτώ
κλωνιέσαι…….. γέρνω (ξαπλώνω) και φαίνεσαι ψιλό ……και
το δάκρυ μου, από τα βάσανα ,που σε πότισα, γίνεται
άρωμα .
Το κυπαρίσσι μπορεί στα τραγούδια μας να έχει
χρησιμοποιηθεί πολλές φορές αλλα χρησιμοποιείται σαν
σύμβολο που υποδηλώνει θλίψη, πένθος, σύμβολο
αιωνιότητας καθώς όπως αναφέρεται ζει περίπου 700
χρόνια. Δεν είναι εύκολο να το σείει ο αέρας παρόλο το
ύψος του, δεν μπορεί να κλάψει κάποιος στα κλαδιά του,
ούτε να τα φιλήσει και δεν είναι αρωματικό.

121

Όπου συναντήσουμε το κυπαρίσσι σε στίχους τραγουδιού
το συναντούμε για το ύψος και την λυγερή κορμοστασιά
του, που στέκει αιώνια.
Κυπαρισσάκι είν’ αψηλό
το παλληκάρι π’ αγαπώ
κι είν’ αψηλό τόσο αψηλό
……….
η
ψηλό κυπαρισσάκι μου και πού να σε φυτέψω
να σε φυτέψω στην καρδιά…..
Το κυπαρίσσι, οι πρόγονοι μας συνήθιζαν να το φυτεύουν
δίπλα στους νεκρούς τους, επειδή πίστευαν ότι η αρωματική
ρητίνη του δέντρου μπορούσε να νικήσει την “οσμή του
θανάτου” και συνάμα ο ψιλός δυνατός κορμός του θα
βοηθούσε τις ψυχές των αγαπημένων τους να
σκαρφαλώσουν πάνω στα κλαδιά του ταξιδεύοντας τες
εύκολα προς την ουράνια βασιλεία…
Σύμφωνα με τη μυθική παράδοση, όπως μας λέει ο Οβίδιος,
ο Κυπάρισσος ήταν ένας όμορφος νέος από την Κέα, γιος
του Τήλεφου και εγγονός του Ηρακλή. Αγαπημένο του
σύντροφο είχε ένα εξημερωμένο ιερό ελάφι.
Αλλά κάποια καλοκαιρινή μέρα, ενώ το ελάφι κοιμόταν
ξαπλωμένο στον ίσκιο, ο Κυπάρισσος το σκότωσε από
απροσεξία με ένα ακόντιο. Ο νέος γεμάτος απελπισία,
θέλησε να πεθάνει.
Ζήτησε από τον Ουρανό την χάρη να κυλούν τα δάκρυα του
αιώνια. Οι θεοί τον μετέτρεψαν σε κυπαρίσσι, το δέντρο της
θλίψης.

122

Από τότε το κυπαρίσσι θεωρείται σαν πένθιμο δέντρο και
φυτεύεται μέχρι σήμερα στα νεκροταφεία. Χρησιμοποιείται
ωστόσο, τόσο από τους χριστιανούς όσο και από τους
μωαμεθανούς.
Πιθανόν λοιπόν οι στίχοι να αναφέρονται στο βότανο
κυπαρισσάκι
Άλλες Ονομασίες:, Πολύκομπο (Satureia juliana)
τραγορίγανη, αγριορίγανη, ύσσωπος μη φαρμακευτικός
Η λατινική ονομασία του βότανου είναι Micromeria juliana
ή Satureia juliana και ανήκει στην οικογένεια των Χειλανθών.
Είναι γνωστό και με το όνομα Πολύκομπο. Το κυπαρισσάκι
είναι έντονα αρωματικό, φαρμακευτικό και μελισσοτροφικό
φυτό.
Το κυπαρισσάκι ήταν γνωστό από την αρχαιότητα κυρίως
λόγω των αρωματικών ιδιοτήτων του. Ο Διοσκουρίδης,
όπως και άλλοι βοτανολόγοι και ιατροί της εποχής εκείνης
αλλά και μεταγενέστεροι, απέδωσε θεραπευτικές ιδιότητες
στο φυτό για πληθώρα καταστάσεων και νοσημάτων όπως
για παράδειγμα για το κρυολόγημα, την υπερχλωρυδρία
(καούρα), τα έλκη στομάχου και δωδεκαδακτύλου, τους
εντερικούς σκώληκες, τη γρίπη, τη βρογχίτιδα, τη ναυτία των
ταξιδιωτών κ.α. Οι θεραπευτικές ιδιότητες που αποδίδονταν
στο βότανο θεωρητικά, για όλες τις παραπάνω ασθένειες,
έβρισκε απόλυτα σύμφωνους τους λαϊκούς θεραπευτές οι
οποίοι το χορηγούσαν στους ασθενείς τους υπό μορφή
ροφήματος. Επίσης χρησιμοποιείται ευρέως στην μαγειρική
ως μυρωδικό σε κρέατα, σάλτσες και άλλα όπως τη ρίγανη
και τη θρούμπη. Χρήση: Για θεραπεία από πέτρες στα νεφρά
ή την ουροδόχο κύστη το βότανο το φτιάχνουμε ως

123

αφέψημα. Βράζουμε περίπου 6 γραμμάρια από το ξηρό
βότανο σε 2,5 φλιτζάνια νερό για 5 λεπτά και το αφήνουμε
σκεπασμένο για 10 λεπτά. Σουρώνουμε και πίνουμε το μισό
το πρωί και το υπόλοιπο το απόγευμα για 10 ημέρες.
Πηγή; Τεχνολογικό εκπαιδευτικό ίδρυμα Κρήτης

ΤΟ ΒΕΡΓΟΚΥΠΑΡΙΣΣΑΚΙ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΕΡΜΠΕΖΗΣ ΚΑΙ Ο
ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΟΥΡΤΟΥΝΗΣ
Γνώρισα τον Κώστα Μπουρτούνη το 1973 στην
Θεσσαλονίκη. Παρότι ήταν πρώτος ξάδερφος, μια πρώτης
μου ξαδέρφης δεν τον γνώριζα προηγουμένως.
Μετά από ένα χρόνο συγκατοικήσαμε.
Θα μου πείτε μα γιατί αναφέρω τον Κώστα Μπουρτούνη;
Γιατί πιστεύω ότι ο Κώστας προσέφερε πολλά σε αυτό που
λέγεται παράδοση και δημοτικό τραγούδι, για τους
βορειοελλαδίτες Σαρακατσάνους και μάλιστα σε αυτούς της
Ανατολικής Θράκης. Όχι μόνο γιατί χρηματοδότησε ως
παραγωγός, τους δυο πρώτους δίσκους του Βασίλη
Σερμπέζη στο ξεκίνημα της δισκογραφικής του καριέρας και
μας έμειναν αυτά τα δύο διαμάντια, της αρχής του μεγάλου
καλλιτέχνη σε LP, η «ΠΙΚΡΟΦΑΝΤΑΣΙΑ» το 1978 και το
«ΒΟΥΛΙΩΜΑΙ ΜΙΑ ΒΟΥΛΙΩΜΑΙ ΔΥΟ» το 1979 αλλά και γιατί
το δισκάδικο του, που είχε γίνει στην Αγιά τριάδα στην Χ.
Τρικούπη, ΄έγινε το κέντρο συγκέντρωσης Σαρακατσάνων
και ανταλλαγής απόψεων. Εκεί γνώρισα θυμάμαι τον Γ.
Τζαμάρα αλλά και άλλους πολλούς που είχαν σχέση με το
δημοτικό τραγούδι.
Ο ραδιοφωνικός σταθμός «Σπάρτακος», τον οποίον είχε ως
φοιτητής της Ανωτέρας σχολής ηλεκτρονικών, φτιάξει μόνος

124

του ήταν που έβγαλε νομίζω για πρώτη φορά στην
Θεσσαλονίκη Σαρακατσάνικο τραγούδι περί το 1973.
Με τον Κώστα γελάσαμε, κλάψαμε, χορέψαμε,
ξενυχτήσαμε, μαζί και όχι μόνο στην «ψάθα», καθώς λίγο
μεγαλύτερος από μένα τον είχα σαν στήριγμα μου. Ήταν δε
η αφορμή που γνώρισα και την γυναίκα μου, γιατί τον είχαν
βαφτιστικό.
Λέει ο Βασίλης Σερμπέζης:
Στο δισκογραφικό μου ξεκίνημα είχα την καθολική
υποστήριξη από τον παραγωγό των πρώτων μου LP δίσκων,
Ξανθιώτη επιχειρηματία Κώστα Μπουρντούνη. Ο Κώστας,
πίστεψε πολύ σε μένα και ανέλαβε την πρωτοβουλία να βρει
τον Μπατζή, να κλείσει στούντιο και να οργανώσει καθ’
ολοκληρίαν την παραγωγή. Μάλιστα, ίδρυσε εταιρεία
δίσκων για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της έκδοσης. Το
λογότυπο ΚΜ που είναι τυπωμένο στους δίσκους και τις
κασέτες, είναι τα αρχικά του ονοματεπωνύμου του Κώστα
Μπουρντούνη και αντιπροσωπεύουν την εταιρεία αυτή.
Μου στάθηκε όσο κανένας και το ευγνωμονώ γι αυτό!
Σήμερα που επικοινωνήσαμε με πρωτοβουλία του και μου
θύμισε κάποιες λεπτομέρειες της τότε συνεργασίας μας,
μου έδωσε απεριόριστη χαρά! Να είναι πάντα καλά!
Για την ιστορία, λοιπόν, η ηχογραφημένη πομπίνα με τα
ανέκδοτα τραγούδια, όπου περιλαμβάνονταν και το
«Βεργοκυπαρισσάκι μου», φυλάχτηκε ως κόρη οφθαλμού
με πρωτοβουλία του. Και όταν, μετά πολύν καιρό, του τη
ζήτησα, μου την παραχώρησε ευγενώς χωρίς δεύτερη
κουβέντα για τις ανάγκες του ψηφιακού δίσκου
«Διαχρονία» που κυκλοφόρησε το 2004. Τέτοιος άνθρωπος

125

είναι ο Κώστας και τον ευχαριστώ θερμά για μια φορά
ακόμα με την παρούσα ευκαιρία. Αυτά για την ιστορία.
και αλλού:
Το καλοκαίρι του 1980, προετοίμαζα τον 3ο μεγάλο μου
δίσκο (LP) με τίτλο «Θυμήθηκα την ξενητειά». Η επιδείνωση,
όμως, της υγείας του πατέρα μου με υποχρέωσε να
αναστείλω την ολοκλήρωση του δίσκου και να τρέχουμε με
τη μάνα μου, τον πατέρα στα νοσοκομεία στη Θεσσαλονίκη.
Σε 4 μήνες τον χάσαμε (έφυγε 58 χρονών) κι η μάνα μου
έμεινε μόνη με αποκούμπι εμένα, την Κατερίνα και τα
εγγόνια. Τότε άρχισε να αλλάζει κι έδειξε ένα άλλο
πρόσωπο. Αυτή η σκληρή αντρογυναίκα που στο χωριό τη
φώναζαν «Τζαβέλλαινα», έγινε ευσυγκίνητη, δυσκολευόταν
να διαχειριστεί τη μοναξιά της και μου παραπονιόταν ότι της
έλειπα κι ότι τηράω τον κόσμο κι όχι όσο ήθελε εκείνην.
Τότε, λοιπόν, αποφάσισα και έγραψα το τραγούδι
«Βεργοκυπαρισσάκι μου» θέλοντας να εκφράσω το
παράπονο της μάνας μου που της έλειπα πολύ. Το τραγούδι
ηχογραφήθηκε τον Φεβρουάριο του 1981 με τον Βασίλη
Μπατζή και περιελήφθη στη συλλογή που προανέφερα. Στη
συνέχεια, λόγω οικονομικών δυσχερειών και διαμάχης με
την τότε πανίσχυρη ΑΕΠΙ, επειδή δεν είχα ταυτότητα
μουσικού, δεν εξεδόθη ο δίσκος και η πομπίνα κλειδώθηκε
σε θυρίδα στην Αθήνα. Ύστερα ασχολήθηκα με την
Πανεπιστημιακή μου καριέρα, ΔΙδακτορικά, εξελίξεις κ.λ.π.
και το τραγούδι για μένα πέρασε σε δεύτερο πλάνο. Πολύ
αργότερα, όταν καταξιώθηκα δισκογραφικά και, κυρίως
όταν αυτονομήθηκα από τις εταιρείες και μπορούσα να
ορίζω την καλλιτεχνική μου τύχη, ανέσυρα τα

126

ηχογραφημένα από το 1980-81 τραγούδια, επιλέξαμε τα 9
απ’ τα παλιά, έγραψα και 5 καινούργια με τον Κωτσίνη κι
εξέδωσα το ψηφιακό άλμπουμ «Διαχρονία, απ’ τον Μπατζή
ως τον Κωτσίνη» το 2004. Άλλαξαν οι εποχές, η τεχνολογία,
οι αντιλήψεις, η φιλοσοφία και άλλαξε και ο παλιός τίτλος.
Όμως το ομώνυμο τραγούδι «Θυμήθηκα την ξενητειά»
τιμής ένεκεν και όχι μόνο, μπήκε πρώτο στον δίσκο. Το
«Βεργοκυπαρισσάκι μου» που περιλαμβάνεται στην εν
λόγω συλλογή, από τότε, επισήμως, είναι και νομικά
κατοχυρωμένο σε μένα και το ξέρουν όλοι οι παραδοσιακοί
μουσικοί που κάνουν επίσημη δισκογραφία. Κι επειδή
γνωρίζουν το ιστορικό της δημιουργίας του, όλοι
ανεξαιρέτως οι μεγάλοι παλιοί τραγουδιστές, το
σεβάστηκαν και δεν μου το ζήτησαν για τη δισκογραφία
τους, όπως ήταν τυπικά υποχρεωμένοι. Σεβάστηκαν τον
ηθικό κώδικα του προσωπικού μου θέματος. Ότι, δηλαδή,
είναι τραγούδι - αφιέρωμα από μένα για τη μάνα μου,
γραμμένο με τον ψυχισμό, τον λαιμό και τον λυγμό μου και
μόνον!
Ό,τι αναφέρω παραπάνω, εκτός των παλαιών τα γνωρίζουν
και πολλοί νέοι τραγουδιστές που πέρασαν κάποιες φορές
απ’ το γραφείο μου.
Αυτά για την ιστορία της συνεργασίας και την πραγματική
ιστορία του τραγουδιού «Βεργοκυπαρισσάκι μου» το οποίο
είναι η κατάθεση ψυχής του Βασίλη στην μάνα του.
https://youtu.be/fvh8Aklon8I
«ΒΕΡΓΟΚΥΠΑΡΙΣΣΑΚΙ ΜΟΥ» από το δίσκο «ΘΥΜΗΘΗΚΑ ΤΗΝ
ΞΕΝΗΤΙΑ »
Βέργο - κυπαρισσάκι μου.

127

Βέργο - κυπαρισσάκι με τα χρυσά σου τα άνθια.
Χαμήλωσε, γιε μου τους κλώνους σου.
Χαμήλωσε, τους κλώνους σου, να τους γιομίσω δάκρυα,
Σαν σε φιλώ, γιε μου μαραίνεσαι.
Σαν σε φιλώ, μαραίνεσαι, σαν σε κοιτώ κλωνίεσαι
Σαν γέρνω, και γιε μου, στον ίσκιο σου.
Σαν γέρνω, και στον ίσκιο σου, ψηλώνεις, μ απαρνιέσαι.
Το δάκρυ που, γιε μου, σε πότισα.
Το δάκρυ που σε πότισα βασιλικός και δυόσμος
Και εσύ άπλωσες και θέριωσες
Και εσύ άπλωσες και θέριωσες και ισκιώνει, ο όλος κόσμος
Η μάνα δίνει πάντα την ζωή της να μεγαλώσει τα παιδιά της,
χωρίς να περιμένει τίποτα από αυτά.
Ίσως το μόνο που θέλει είναι να τα έχει δίπλα της σαν την
πέρδικα, να τα προστατεύει. «το χέρι που κινεί την κούνια
κινεί τον κόσμο όλο » λέει μια Ισπανική παροιμία.
Γίνεται δε η μάνα, όταν χαθεί ο πατέρας και μείνει μόνη και
πατέρας και φίλος και αρχηγός.
Προσπαθεί να μην τους στερήσει τίποτα και νοιώσουν
ορφανά.
Η μάνα είναι ο «κόσμος όλος» και ο ψυχισμός του λαού μας
της έχει δώσει περίοπτη θέση στα τραγούδια μας.
Ο Βασίλης Σερμπέζης έχει γράψει και έχει τραγουδήσει
πάρα πολλά τραγούδια για την μάνα [ίσως ενδόμυχα είναι
αυτή η (ενοχή) που λέει παραπάνω «Τότε, λοιπόν,
αποφάσισα και έγραψα το τραγούδι «Βεργοκυπαρισσάκι
μου» θέλοντας να εκφράσω το παράπονο της μάνας μου
που της έλειπα πολύ.»] ίσβς η μεγάλη παρουσιά της μάνας
σε όλες τις φάσεις της ζωής και ιδικότερα της ξενητιάς.Εχει

128

γραψει τραγουδια και εχει τραγουδήσει ραγούδια
αποχωρισμού από την μάνα, τραγούδια του ξενιτεμένου
παιδιού, τραγούδια της αναζήτησης των παιδιών της μάνας
τους, και πολλά άλλα.
Ο γιός ορφανός από τον πατέρα που στηρίζεται και στηρίζει
την μάνα. Και τι θα κάνει;
Ότι κάνει ο λαός μας, όταν θέλει να εκφράσει τα αισθήματα
του. Θα τραγουδήσει.
Βλέπει την μάνα κυπαρίσσι, που είναι σύμβολο αιώνιο, για
τον λαό και δεν θέλει να την χάσει και αυτή. Θέλει να γύρει
στην αγκαλιά της, αποσταμένος και αυτός απ το βαρύ
φορτίο της ζωής, στην αγκαλιά της, να την γεμίσει δάκρυα.
Βλέπει την μάνα του να ανταποκρίνετα,ι ακόμα και σε ένα
βλέμμα και να «κλωνιέται».
Την βλέπει να αναζωογονείται, απ τα δάκρυα του και να
γίνονται, αρώματα στα κλαριά της και όχι μόνο, αλλα ο
ίσκιος της να σκεπάζει τον κόσμο όλο.
Ο Βασίλης Σερμπέζης είναι ένας εξαίρετος επιστήμονας ,
ένας υπέροχος τραγουδιστής της παράδοσης, στιχουργός
πολλών Σαρακατσάνικων τραγουδιών, που είτε είναι
παραλογές άλλων παλαιών Σαρακατσάνικων τραγουδιών,
είτε είναι κατά-δικά του τραγούδια.
Ένα τέτοιο τραγούδι όπως μας διευκρίνισε είναι και το
συγκεκριμένο που τον κάνει να είναι και ένας ΠΑΝΑΞΙΟΣ γιός
μιας περήφανης μάνας.
Αισθάνθηκα την υποχρέωση να κάνω αυτή την ανάρτηση για
την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.

Διαβαίνω από την πόρτα σου

129

Καμιά φορά η εικόνα που αντικρίζει ο τραγουδιστής μπορεί
να γίνει ποίημα και στην συνέχεια τραγούδι.
Αυτό τραγούδι έχει την εξής ιστορία.
Ο Σταύρος φοιτητής της ιατρικής σχολής στην Θεσσαλονίκη
περνούσε από μια γειτονιά σχεδόν καθημερινά, κάποια
στιγμή είδε μια κοπέλα λυπημένη να κάθετε ακουμπισμένη
στο χέρι της στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού της δακρυσμένη.
Η όλη σκηνή του έκανε τέτοια εντύπωσε που του ήρθαν
αυτόματα οι στίχοι στο μυαλό και έπλασε ένα τραγούδι και
μάλιστα στο ταξίδι του προς την Αθήνα που χρειάστηκε να
κάνει εκείνες της μέρες με το λεωφορείο , το έντυσε και με
την μουσική προσπαθώντας να βρει τον ρυθμό που ταίριαζε.
Μου εξομολογήθηκε κάποτε πως όταν το έγραψε είχε
σαράντα πυρετό και κάθε φορά που το ακούει παρά του ότι
είναι ένα όμορφο τραγούδι που σε συγκινεί, έρχεται στο
δικό του μυαλό αυτή η ταλαιπωρία
Ακούγοντας το τραγούδι, αμέσως σχηματίζεται η εικόνα του
κοριτσιού στο κεφαλόσκαλο και πλημμυρίζει η ψυχή σου με
τα συναισθήματα που νοιώθουν οι δυο ερωτευμένοι. Σαν
ένας πίνακας που αντί για χρώματα έχει ζωγραφισμένα
συναισθήματα
«Διαβαίνω από την πόρτα σου σε βρίσκω πικραμένη
και στο δεξί το μάγουλο ήσουν ακουμπισμένη».
Η απάντηση έρχεται απ΄ την αγάπη του που εξηγεί πως ο
πόνος και η στενοχώρια είναι γιατί:
«μου ΄παν πως άλλη αγαπάς δεν νοιάζεσαι για μένα»
Αυτό που με εντυπωσίασε στους στίχους του Σταύρου είναι
η απάντηση που δίνει ο νέος στην αγάπη του και μαρτυρά

130

την καταγωγή και τις καταβολές του Σταύρου, μια άλλης
εποχής Μιας εποχής με άλλα βιώματα. Εποχής που την
ζήσαμε μαζί με τον Σταύρο και η γυναίκα ήταν για τον
Σαρακατσάνο ακόμα περιστέρα και κρύα βρύση, Δεν μπορεί
αυτό αν δεν είναι γραμμένο στην ψυχή σου να το γράψεις
σε χαρτί σαν στίχο.
Και η κορύφωση είναι η σύγκριση που κάνει, της λεμονιάς
με το κυπαρίσσι. Δυο δέντρα με συμβολισμούς που στην
αρχαία τους έννοια η μια συμβολίζει την νοστιμιά , το
άρωμα και την ομορφιά του γάμου και το άλλο είναι από την
αρχαιότητα σύμβολο, που υποδηλώνει θλίψη και πένθος,
"..ποιός το ΄πε περιστερά μου ποιος το ΄πε κρύα βρύση
που να χωρίσει λεμονιά να πάρει κυπαρίσσι"»
Σ .Μπόνιας https://youtu.be/xAg7ShCgZ1g
Την αξία του τραγουδιού και την αποδοχή του την δείχνει το
γεγονός ότι το έχουν τραγουδήσει πάρα πολλοί
τραγουδιστές και το έχουν ενσωματώσει σε δουλείες τους.
Όταν ρώτησα τον Σταύρο για το γεγονός, μου είπε:
« χαίρομαι που ένα τραγούδι μου που το δημιούργησα 40
χρόνια πριν το τραγουδούν ακόμα και σήμερα, όχι μόνο
καταξιωμένοι τραγουδιστές, αλλα και νέα παιδιά που
κάνουν τα πρώτα βήματα τους στον χώρο»

Βασιλαρχοντισσα
Πολλοί έχουμε τραγουδήσει και έχουμε χορέψει το
τραγούδι Βασιλαρχοντισσα (εδω από τον Σταύρο Μπόνια) .
Η ιστορία του τραγουδιού έχει να κάνει με την Ευδοκία
Τζοανοπούλου κόρη του Κουλάκη Αβέρωφ, αδερφού του

131

Εθνικού Ευεργέτη Γ. Αβέρωφ και την απαγωγή τής απο τη
συμμορία του Θύμιου Γακη.
Το 1884 ένας νεαρός Μετσοβίτης, ο Φλέγκας, τόλμησε να
περάσει από το κουλτούκι μετά απο στοίχημα με φίλους
του για το ποιός έχει το θάρρος να το κάνει. Τότε, ο
προύχοντας Νικόλαος Αβέρωφ θεώρησε πρόκληση την
πράξη αυτή του νέου και σηκώθηκε και τον... χαστούκισε.
Ο Φλέγκας ένοιωσε μεγάλη προσβολή απ την πράξη αυτή
και ήλθε σε συνεννόηση με τον ληστή Θύμιο Γάκη από την
Άρτα, ο οποίος στις 31 Ιουλίου 1884 με τη συμμορία του
απο δώδεκα ληστες απήγαγε την κόρη του Αβέρωφ Ευδοκία
(Δούκω) Τζοανοπούλου και μια συγγενή της. Για την
απελευθέρωση τους οι ληστές -ζήτησαν και πήραν τελικά-
χρυσάφι όσο το βάρος της Ευδοκίας (84 οκάδες) και ασήμι
όσο το βάρος της συγγένισσας.
Για την καταγωγή του Θύμιου Γακη και των συντρόφων του,
γράφει ο Γ. Πλατάρης, οτι ήταν κλέφτες σαρακατσιάνι ( αλλη
μια αναφορά για Σαρακατσάνους στο βιβλίο "Το
Σημειωματάρι ενός Μετσοβίτη 1871-1943 " του Γ. Πλατάρη)
Το δραματικό γεγονός της απαγωγής της Ευδοκίας , που
συγκλόνισε την μικρή κοινωνία του χωριού, έγινε τραγούδι,
σε αρκετές μάλιστα παραλλαγές όπως συνηθιζόταν τότε .
Στις περισσότερες απο τις παραλλαγές έχουμε αλλαγή του
ονόματος από Ευδοκία σε Βασίλω- αρχόντισσα, μάλλον για
λόγους μετρικής του στίχου και για να τονιστεί η αρχοντική
της καταγωγή.
Κουλτουκι = χώρος μπροστά στην εκκλησία όπου σύχναζαν
οι προύχοντες και απαγορευόταν να περάσουν οι
παρακατιανοί

132

Υ. Γ
Ο Θύμιος Γάκης συνελήφθη το 1894, κατόπιν προδοσίας, και
δικάστηκε στα Γιάννενα σε ισόβια δεσμά.
Η μαρτυρία της Βασιλαρχόντισσας Ευδοκίας, την οποία ο
Γάκης κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της την
προστάτεψε, γλύτωσε τον ληστή απο την εις θάνατον
καταδίκη.

Κοντούλα σαν την βαμπακιά
Οι Σαρακατσάνοι συνήθιζαν την ομορφιά και τις χάρες
κυρίως στις γυναίκες να τις παρομοιάζουν με διάφορα άνθη
και φυτά, ακόμα και με ζώα, του ζωικού βασιλείου, καθώς
αυτός ήταν ο κόσμος τους. Έτσι είχαμε ονόματα όπως:
πέρδικα γραμμένη, περδικούλα , αητός λεβέντης και
περήφανος, πλάτανος αιώνιος και γέρος , βασιλικός ,
τριανταφυλλένια, κιτρολεμονιά, ροδιά μου, κ.α
Το τραγούδι με την υπέροχη Σαρακατσάνικη φωνή, του
Κώστα Νάκα περιγράφει με διάφορα επίθετα τις χάρες της
κοντής και νόστιμης γυναίκας.
κοντούλα σαν την βαμπακιά και άσπρη σαν το βαμπάκι
………
κοντός ειν΄ και ο βασιλικός την μυρωδιά την έχει
κοντή είναι και η αγάπη μου την ομορφιά την έχει
https://youtu.be/WWSC7DLHdz4
Η βαμβακιά συμβόλιζε την ομορφάδα και την αγνότητα. Το
άσπρο γυναικείο σώμα ήταν, το όμορφο, το ποθητό. Για
αυτό οι γυναίκες πρόσεχαν να μην τις βλέπει ο ήλιος για να
είναι άσπρες και αφράτες σαν το βαμβάκι.
Βασιλικός

133

Ιερό φυτό σε κάποιες θρησκείες ιθαγενών της Αμερικής
αλλά συνδεδεμένο και με την ελληνική θρησκευτική
παράδοση.
Στη λαϊκή μας παράδοση ο βασιλικός συμβολίζει την
αγαπημένη γυναίκα, ίσως γιατί οι γυναίκες τον
χρησιμοποιούσαν από παλιά ως καλλυντικό. Το άρωμα αυτό
θεωρείται ιδιότητα εξαιρετικών υπάρξεων ενώ σε αρχαίες
λατρείες συνδέεται με τη γονιμότητα και το πάθος.
Ένα γνωμικό αναφέρει πως «όπου φυτρώνει βασιλικός δεν
φυτρώνει το κακό». Το συγκεκριμένο βότανο έχει συνδεθεί
με τη χριστιανική παράδοση καθώς η παράδοση αναφέρει
ότι φύτρωσε στο σημείο που ήταν θαμμένος ο σταυρός,
όπου είχε σταυρωθεί ο Χριστός. Γι’ αυτό μοιράζουν βασιλικό
στις εκκλησίες στη γιορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού,
στις 14 Σεπτεμβρίου. Έχει την επιστημονική ονομασία
Ώκιμον το βασιλικόν – Ocimum basilicum και ανήκει στην
οικογένεια των χειλανθών, ονομάζεται ακόμα και Βότανο
του Αγίου Ιωσήφ. Διαθέτει στα φύλα του αιθέρια έλαια και
ευγενόλη στην οποία οφείλει τη υπέροχη μυρωδιά του, ενώ
περιέχει διάφορες χημικές ουσίες οι οποίες δίνουν τη
χαρακτηριστική μυρωδιά του κάθε είδους. Έχει
θεραπευτικές και χαλαρωτικές ιδιότητες. Ο «βασιλιάς» των
βοτάνων Η λέξη βασιλικός προέρχεται από το «βασιλέα». Ο
Μέγας Αλέξανδρος έφερε τον βασιλικό στην Ελλάδα από την
εκστρατεία του στις Ινδίες, όπου θεωρείται ο τόπος
καταγωγής του και είναι το ιερό φυτό των Ινδουιστών. Ο
μύθος θέλει την όμορφη Τούλσι – στα ινδικά ο βασιλικός –
να μεταμορφώνεται σε φυτό για να γλυτώσει από τον έρωτα
του θεού Βισνού. Για τους Ινδουιστές ο Βασιλικός είναι το

134

ιερό φυτό του Βισνού και αφήνεται ένα κλαράκι του μέσα
στα ρούχα του νεκρού για να εξασφαλίσει την είσοδό του
στον Κόσμο των Νεκρών.
Τα αποξηραμένα φύλλα του έχουν ένα άρωμα που μοιάζει
με του γλυκάνισου και έντονη γλυκά αρωματική ίσως και
λίγο πικάντικη γεύση. Ο βασιλικός στη μαγειρική
χρησιμοποιείται για τον αρωματισμό σαλτσών, κρεάτων και
ψαριών καθώς και στις σούπες και τις σαλάτες. Συνδυάζεται
ωραία με σκόρδο, δεντρολίβανο, φασκόμηλο και ωμό λάδι.
Χρησιμοποιείται και το αφέψημά του, με πολλές
θεραπευτικές ιδιότητες καθώς επίσης και στο ζύμωμα των
ψωμιών, κάτι που συναντάμε μόνο στην ελληνική λαϊκή
παράδοση.
Αναφέρεται οτι το συχνό μάσημα χλωρών φύλλων και η
καθημερινή χρήση ροφημάτων βασιλικού μπορεί να
προκαλέσει λήθαργο. Μάλιστα ο Αναγνωστόπουλος σ' ένα
βιβλίο του, τη "Λαϊκή Φαρμακολογία" αναφέρει οτι οι γίδες
τρώνε όλα τα χορταρικά και τα φύλλα δέντρων εκτός από το
βασιλικό.
Στην Ελλάδα υπάρχει πάντα μια γλάστρα Βασιλικού στις
εξώπορτες των σπιτιών για να εξασφαλίσει καλή τύχη. Στην
Ιταλία υπάρχει η παράδοση να βάζουν ένα γλαστράκι
βασιλικό στο μπαλκόνι ή στην εξώπορτα του σπιτιού, για να
δηλώσει πως κάποια από τις κοπέλες του σπιτιού είναι
έτοιμη για γάμο.

135

Πέρα σε εκείνο το βουνό

Ο Θόδωρος Γιαννακός με την φωνή του χρωματίζει εικόνες
και συναισθήματα σε αυτό το τραγούδι.
Καθώς τα τραγούδια μας, εκτός από το ότι είναι γεμάτα
συναισθήματα, είναι και εικόνες έντονες, σαν πίνακες
ζωγραφικής, που απεικονίζουν έναν 'άλλον κόσμο, μιας
άλλης εποχής. Όλα αρμονικά και σε απόλυτη ισορροπία.
Μια λιτή, αλλά γεμάτη και πλούσια σε δύναμη, χρώμα, φως,
συναίσθημα, ζωή
Παρατηρώντας τους στίχους του τραγουδιού, ζωγραφίζεις
ένα πίνακα, στο μυαλό . Μια εικόνα, που περιλαμβάνει,
φύση, "ανταρούλα στην κορφή και καταχνιά στον πάτο"
(στην ρίζα σε άλλη παραλλαγή), ζωή (στον κάμπο βόσκουν
πρόβατα και στην κορφή τα ζγούρια (γίδια σε άλλη
παραλλαγή), συναίσθημα .¨"δυό αδέρφια αγκαλιασμένα".
Αυτή την ομορφιά και την περιγραφή της ζωής μόνο στην
δημοτική μας ποίηση θα τη βρεις. Τα αδέλφια σχεδόν πάντα
νεκρά, αλλα πάντα αγκαλιασμένα, σε μια υπερφυσική
θεώρηση της αγάπης των αδελφιών.
Ούτε ο θάνατος μπορεί να χωρίσει τα αδέλφια που
αγαπιούνται. Όλα αυτά σε ένα σκηνικό καθημερινότητας, με
τα πρόβατα στη βοσκή, σε ένα φυσικό τοπίο. Μιας
καθημερινότητας στα μέρη της ζωής των Σαρακατσάνων.
Μένει, η φωνή και τα βιώματα του τραγουδιστή, να σε
αγκαλιάσουν και να σε ταξιδέψουν, σ΄ αυτά τά όμορφα
μέρη, Να «ξαπλώσεις» πάνω στην φωνή του και να
απολαμβάνεις τις εναλλαγές απ το άγριο, στο ήμερο, απ΄ την
κορφή, στον πάτο.

136

Αυτή είναι η δύναμη του τραγουδιστή και εδώ ο Θόδωρος
το καταφέρνει άριστα.
Πέρα σε εκείνο το βουνό
πέρα σε κείνο το βουνό
και στ άλλο παραπέρα

πόχει ανταρούλα στην κορφή
και καταχνιά στον πάτο
…….
στον πάτο βόσκουν πρόβατα
και στην κορφή τα ζγούρια
μικρή βλαχούλα μου
στην από εκείνη την μεριά
δυο αδέρφια σκοτωμένα τα καημένα

Όλα τα ντόπια τα πουλιά
Ένα δημοτικό μας τραγούδι που τραγουδά ο Απόστολος
Ρούντος έχει θέμα του την ξενιτιά και την μοναχικότητα.
Θέμα πολυτραγουδισμένο απ την λαϊκή μας παράδοση.
Όλα τα ντόπια τα πουλιά έχουν φωλιές και μένουν,
κι εγώ το ξένο το πουλί το πού να πάω να μείνω
Να πάω να μείνω στα βουνά, φοβάμαι απ' τους κλέφτες'
να μείνω στ' ακροπέλαγο, φοβάμαι απ' το κύμα'
να πάω να μείνω σε χωριό και μέσα δε με βάζουν.
Το πού να πάω ο έρημος, το πού να παώ να μείνω;
*: από τα "Δημοτικά μας τραγούδια" του Γιώργου Ιωάννου
(1965)
Πολλά από τα δημοτικά μας τραγούδια πολλά είναι
παραλογές

137

Οι παραλογές αποτελούν καλλιτεχνικά την σημαντικότερη
κατηγορία δημοτικών τραγουδιών μας. Τα σύνθετα και
προβληματικά αυτά τραγούδια μας δένουν πιο πολύ απ’ όλα
με το πλούσιο μυθολογικό και ποιητικό παρελθόν μας. Μας
γυρνούν σε εποχές παλιές, όπου το πραγματικό με το
υπερφυσικό μπλέκουν και πλέκουν ιστορίες, συνήθως
τραγικές, που πάντα θα μπορούσαν κάποτε να συμβούν. Οι
ιστορίες αυτές αν και σχετικά λιγοστές όπως θα
παρατηρήσει κάποιος που θα ασχοληθεί καταντούν
πανανθρώπινες. Η αποδοχή αυτή από τον λαό, βοήθησαν
πολλές παραλογές, να ξεπεράσουν γρήγορα τον ελληνικό
χώρο και να διαδοθούν και στους άλλους βαλκανικούς
λαούς.
Ετσι συναντούμε τν ίδια θεματολογία σε διαφορετικές
χώρες με διαφορά μόνο στα ονόματα τόπων και ηρώων που
συμμετέχουν σε αυτές. Ακόμα και μέσα στον Ελληνικό χώρο,
οι παραλογές έχουν την πιο μεγάλη διάδοση. Ο μύθος, η
τραγικότητα, το υπρφυσικό συναρπάζουν και συγκινούν..
Έτσι παρατηρούμε ένα τραγούδι, το οποίο είναι μια
παραλογή να τραγουδιέται σε μικρότερες η μεγαλύτερες
παραλλαγές από πολλούς τραγουδιστές και όχι μόνο στον
Ελληνικό χώρο.
Ένα από αυτά τα τραγούδια είναι και το τραγούδι "Όλα τα
ντόπια τα πουλιά" το οποίο περιλαμβάνει ο μεγάλος αυτός
λογοτέχνης Γιώργος Ιωάννου στην συλλογή του "Δημοτικά
μας τραγούδια, Παραλογές"
Όταν είσαι έρημος και μοναχός, χωρίς να έχεις κανέναν δικό
σου να μείνεις δίπλα του, τότε όλα σε φοβίζουν. Όπως τα
πουλιά, (εδώ έχουμε τον αδύναμο να παρομοιάζεται σαν το

138

πουλί το ευάλωτο σε κακουχίες) που προσπαθούν να
κτίσουν τις φωλιές τους σε άγνωστα λημέρια και φεύγουν
κυνηγημένα από τα ντόπια πουλιά που γνωρίζον καλύτερα
τον τόπο έτσι και έρημος και μοναχός είναι μετέωρος και
ευάλωτος από παντού.
Όπου και να πάει ο έρμος, ο μοναχός θα φοβάται πάντα και
τους κλέφτες και το κύμα.
Θα τον τρομάζουν τα χιόνια και η ψύχρα απ την έλλειψη των
δικών του.
Ακόμα και η εμπιστοσύνη που στους ανθρώπους του λαού
έχει μια πιο εύκολη αποδοχή, καταντά δύσκολο πράγμα σε
έναν μοναχικό ξένο και τον διώχνουν ακόμα και απ το χωριό.
Μοιραία η σκέψη έρχεται στο μυαλό ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ στους
δικούς του, ώστε να τελειώνουν τα βάσανα .Ν πάψει να
είναι, ξένο πουλί, στα έρημα τα αφιλόξενα μέρη.

«Του Νάσου τα μαλλιά»
Είναι ένα κλέφτικο τραγούδι προδοσίας πράγμα σύνηθες
στην ζωή των κλεφτών που τραγουδά ο Σταύρος Μπόνιας
Πρόκειται πιθανόν για τον κλέφτη Νάσο Κουμπόπουλο, που
πολέμησε με το Δίπλα και τον Κατσαντώνη, τέλη 18ου με
αρχές 19ου αι.
Όπως μας πληροφορεί ο Βλαχογιάννης στα «Ενθυμήματα
του Ν. Κασομούλη»…. Άλλοι οπαδοί (σημ. γραφ. του
Κατσαντώνη) ήταν.. Δίπλας, Νάσιος Κουμπόπουλος,
Τζιάκαλος, εις αυτούς κατέφυγεν ο Κατζιαντώνης ληστής και
έπειτα από έξη μήνας οι άνωθεν προσκυνήσαντες εις τους
Κοντογιανναίους, ο Κατζιαντώνης έμεινε ληστής. Συγχρόνως
ως σύντροφος εφαίνετο και ο Καραγιαννάκης, Βλάχος όστις

139

εφονεύθει εις τον Αγιον Νικόλαον Βραγκιανίτικων, εις την
Οξυάν, έπειτα από τον Κατζιαντώνην…..κτλπ
*Σημειώσεις
1. Ο συγγραφέας λέγει ο Βλαχογιάννης προτιμάει το
«ελήστευσαν» από το «έκαμαν κλέφτες» και γενικά
προσπαθεί να γραψει μια γλώσσα (καθαρεύουσα) την οποία
δεν κατέχει επαρκώς εξ αυτου και η χρήση των λέξεων
«αρχιποιμένας» αντί «τσέλιγκας» για τον Μακρυγιάννη η
«Γραικόβλαχοι» για τους «Σαρακατσάνους» κ.α τα οποία
τελικά εξηγει ο Βλαχογιάννης.
2. Επίσης παρατηρούμε την χρήση του «τζ» αντί «τσ» και την
προσθήκη του «ι» στο κείμενο ...«Κατζιαντώνης» αντί
«Κατσαντώνης» σε πολλά ονοματα της εποχής νομίζω στην
ίδια προφορά του «τσ» ως «τζ» μπαίνει και η ονομασία
Σαρακατζιάνος αντί «Σαρακατσάνος»,που προφέρουν
πολλές φορές παλαιότερα κείμενα (Αιτωλός) Όπως και το
έτσι = έτζι, το Γιώργος Κίτσιος = Γιώργος Κίτζιος (από τα
απομνημονεύματα του Σπυρομήλιου) ή αντί Ν. Μπότσαρη
…. Κίτσιο Τζ. = Νότη-Μπότζαρη,…Κίτζιου Τζαβέλα …. (από τα
απομνημονεύματα του Σπυρομήλιου) η Κατσαντώνη,
…Τσιόγκα = Κατζιαντώνη, …Τζιόγκαν (από τα «Στρατιωτικά
Ενθυμήματα » του Ν. Κασομούλη τόμος 1ος σελ 37 )
Μέτζοβο αντί Μέτσοβο (από τα «Στρατιωτικά Ενθυμήματα
» του Ν. Κασομούλη τόμος 1ος σελ 53 )
Το λέν’ οι κούκκοι στα βουνά κι οι πέρδικες στα πλάγια,
το λέει κι ο πετροκότζυφας στα κλέφτικα λημέρια:
«Οι κλέφτες εσκορπίσανε και γίνηκαν μπουλούκια.
Ο Δίπλας πάει στ’ Άγραφα κι Αντώνης πάει στο Βάλτο
κι ο Νάσος πέρα πέρασε κατά τα βλαχοχώρια,

140

για να βαφτίση ένα παιδί, να πιάση μια κουμπάρα.
Κουμπάρες τον καρτέρησαν, με το παιδί στα χέρια.
Τη μια κερνάει τάλλαρα, την άλλη δίνει γρόσια
και στες κουμπαροπούλες του τάλλαρα και ρουμπιέδες.
Και κει απιστιά του γίνηκε, τον Νάσο εσκοτώσαν».
Ένα άλλο τραγούδι πιθανόν για το ίδιο πρόσωπο του Νάσου
υπάρχει με τίτλο «Νάσο μ’ δεν είχες πρόβατα», που
κατατάσσεται γενικά στα κλέφτικα.
Το τραγούδι θεωρώ ότι είναι ένα μοιρολόι, στο οποίο
βλέπουμε να αναφέρονται και τα τρία πρόσωπα Δίπλα,
Κατσαντώνη, Νάσιου και στην απιστιά που του έγινε που
προφανώς οδήγησε στον θάνατο του.
Το τραγούδι «Του Νάσου τα μαλλιά», επίσης μοιρολόϊ
θρήνος, για τον θάνατο του κλέφτη Νάσιου Κομπόπουλου
σε μια υπερφυσική τραγική συνομιλία με το κεφάλι του
νεκρού όπως συμβαίνει στις παραλογές . Θεωρώ ότι και τα
δύο τραγούδια αναφέρονται στο ίδιο πρόσωπο.
Σε ερμηνεία του Σταύρου Μπόνια. το τραγούδι «Του Νάσου
τα μαλλιά» https://youtu.be/n_kaDUinIW4

Διώξε με μάνα μ’ διώξε με
Ο Γεωργιος Παχτικός φιλόλογος και μουσικός ο ίδιος, σε μια
συλλογή από 260 τραγούδια των Ελλήνων από την Μ. Ασία,
Ελλάδα , Αλβανία, Κύπρο καταγράφει επιτόπου από το
στόμα Ελλήνων από το 1888 μέχρι και το 1904 διάφορα
τραγούδια ανά περιοχή, τα οποία και εκδίδει το 1905.
Επέλεξα κάποια για να δείξω ότι και εμείς ως Σαρακατσάνοι
δεν μπορούσαμε να λείπουμε από αυτή την σύνθεση,

141

παρότι ο ίδιος ο συγγραφέας δεν αναφέρεται σε εμάς
ξεχωριστά, μιλάνε όμως τα τραγούδια.
Λέει ο ίδιος ο συγγραφέας:
……..Κατέταξα δε τας μελωδίας της συλλογής κατά τα
μεγάλα τμήματα των ακμασασών ποτε χωρών του
Ελληνισμού, φρονών ότι τοιαύτη κατά γεωγραφικά τμήματα
κατάταξις ου μόνον θα διευκολύνη την τεχνικήν και
ιστορικήν μελέτη αυτών, αλλ΄ότι και μεγάλως θα συντελεση
εις την κατάδειξιν της εθνικής ενότητος πάντων των
Ελλήνων. ¨Εκαστον χωρίον υπο των Ελλήνων κατοικούμενο,
εκάστη κωμόπολις και πόλις έχουσι εν τω μικρό αυτών
κύκλω τα ίδια αυτών άσματα.Συνάντησα εν Μικρά Ασία
κώμην, αριθμούσα μόλις 20 οικογενείας και στερουμένην
διδασκάλου και ιερέως. Και όμως δεν έλειπον εξ αυτής τα
δημοτικά άσματα, αναπληρούντα πατα τω λαώ την έλλειψιν
του σχολείου και της εκκλησίας. Εκάστη χώρα, εκτός των
ιδιαίτερων επιτοπίων αυτής ασμάτων, των αναφερομένων
εις τα τα εγχώρια απράγματα και γεγονότα, κέκτηται και
άλλα επείσακτα γενικωτέρας σημασίας άσματα.
……..
και συνεχίζοντας λέει ότι στους φιλολόγους και στους
μουσικολόγους επαφίεται να διαπιστώσουν την πρώτη
πατρίδα των εθνικών αυτών τραγουδιών. Ο ίδιος τα
τοποθετεί στην συλλογή του με τέτοιο τρόπο ώστε να
καταδειχθεί ότι τα αισθήματα του πόνου της χαράς , των
στεναγμών, της ελπίδας, των πόθων, τα βρίσκεις στην ψυχή
του λαού, όσο στην Μ. Ασία τόσο και στην Θράκη, την
Ήπειρο και Ελλάδα.

142

Μπορεί να είναι δύσκολο ως αδύνατο να έχει ο Έλληνας με
τους όμαιμους και ομόδοξους του αδερφούς επικοινωνία,
αλλά τα φτερά της δημοτικής μελωδίας τον κάνουν να
ταξιδεύει και η ψυχή του να επικοινωνεί και να συναντάται
με τα αδέλφια, του κάτι που δείχνει ότι οι φθόγγοι της
δημώδους μελωδίας μπορούν να χρησιμεύσουν σαν
φρουροί της εθνικής ενότητας και ομοψυχίας.
Στο πρώτο τραγούδι που θα ήθελα να αναφερθώ είναι το
«ΔΙΩΞΕΜΕ ΜΑΝΑ Μ΄ ΔΙΩΞΕ ΜΕ» το οποίο το καταγράφει ο
συγγραφέας στον Πύργο Δερκών, σε ένα μοιρολόι
ηλικιωμένων γυναικών.
Δέρκοι ή Δέρκος:(τουρκ. Durusu). Από το ρήμα δέρκω
(=βλέπω) πιθανότατα πήρε το όνομά της η πόλη των
Δέρκων. Η πόλη χτίστηκε το 507 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα
Αναστάσιο τον Α΄ δίπλα στην ομώνυμη λίμνη. Στη Δέρκο
κατέληγε το λεγόμενο Αναστασιανό τείχος, ερείπια του
οποίου σώζονται μέχρι σήμερα. Στη θέση της παλιά πόλης
βρίσκεται σήμερα ένα μικρό χωριό της Τουρκίας.
Καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς το 1380-81. Η πόλη είχε
μεγάλη σημασία λόγω της οχύρωσής της και γι αυτό ο
αυτοκράτωρας Ιωάννης Παλαιολόγος στη συνθήκη που
σύναψε με τον Μουράτ τον Β’ του παρεχώρησε όλη την
παραλία της Προποντίδας εκτός της Σηλυβρίας και τα
παράλια του Εύξεινου εκτός των Δέρκων. Η έκθεση του
Καλέμη (γενικός γραμματέας της μητροπόλεως Δέρκων) μας
πληροφορεί ότι το 1884 στο χωριό κατοικούσαν 500
χριστιανοί κάτοικοι, κατά το πλείστον βουλγαρόφωνοι, οι
οποίοι μεταφέρθηκαν από την Μακεδονία και εργάζονταν

143

ως κολίγοι. Μετά το 1913 οι χριστιανοί κάτοικοι των Δέρκων
κατέφυγαν στη Βουλγαρία.
Στην περιοχή ζούσαν πολλοί Σαρακατσάνοι που σχεδόν
ακολούθησαν την ίδια πορεία..
Το τραγούδι όπως το κατέγραψε ο Γ. Παχτικός
Διώξεμε μάνα διώξεμε
και εγω να πάγω θελω
και να μαυρίση γειτονιά
να κάμω μήνες δώδεκα
και χρόνια δεκαπέντε.
Αντε μάνα μ, ΄ς την Εκκλησιά
και κάμε τον σταυρό σου
και διέ τις νιές
και διές της νειούς
και διές τα παλλικάρια
α διές τον τόπο μ΄αδειανό
και το στασίδι μαύρο
Πάρε μάνα μ΄τα βουνά
μάνα μ τα μονοπάτια
να λές που ειν΄ ο γυιούτσκος μου
ο καπετάν Γιωργάκης,
Εψες βράδυ τον είδαμε
΄ς της Ερετής την πόρτα
…….κλπ
Το τραγούδι αυτό σε μια παραλλαγή του τραγουδά ο
Βασίλης Σερμπέζης και σε κάνει να νοιώθεις τι πάει να πει
χωρισμός, που σε κάνει να νοιώθεις, πόσο μικρός και
αδύναμος είσαι, όταν αποχαιρετάς το παιδί σου.

144

Έχοντας ο ίδιος το βίωμα του χωρισμού, αλλα και την
δυνατότητα να αποδώσει αυτό το βίωμα, συγκινεί και σε
κάνει να ζεις το δράμα του χωρισμού.
Το τραγούδι για όποιον ξέρει την συνέχεια, είναι ένας
θρήνος, με σκληρές εικόνες που καταντά υπερφυσικό. Εδώ
όμως στον Βασίλη και οι λίγοι στίχοι είναι αρκετοί να σε
κάνουν να σπάσεις όπως σπάει και ο ίδιος στο τέλος.
Φαντάζομαι τους προγόνους μου που βίωναν έναν τέτοιο
χωρισμό να κάθονται γύρω από μια φωτιά που αργοσβήνει
να ακούν ΟΛΟ το τραγούδι από κάποιον της συντροφιάς που
έχει αυτό το χάρισμα. Είναι μια σκηνή που με κάνει (σε
πολλά από τα τραγούδια μας) να γονατίζω , να ταξιδεύω, να
μπαίνω σε συναισθήματα δυνατά να αισθάνομαι την μαγεία
του σιναφιού μου..
Αυτά είναι τα τραγούδια μας και είναι τραγούδια των
Ελλήνων , ούτε του Πόντου , ούτε της Μ. Ασίας ούτε της
Ηπείρου, ουτε των Σαρακατσάνων. Μπορεί κάθε περιοχή να
τραγουδά με διαφορετικό τρόπο, ακόμα και με
διαφορετικές λέξεις η διαφορετικά ονόματα
προσαρμοσμένα στην τοπική κοινωνία αλλα τις πιο πολλές
φορές η μήτρα που τα γέννησε είναι η ίδια. Τα
συναισθήματα είναι παντού ίδια και οι λέξεις που τα
περιγράφουν τις πιο πολλές φορές ίδιες, η με μια μικρή
διαφορά προφοράς, ο ν΄χός είναι που κάποιες φορές
αλλάζει.
Αυτά πρέπει να καταγράψουμε και να αφήσουμε στους
επόμενους Έλληνες. Πολλοί άνθρωποι θυσίασαν την ζωή
τους πάνω σε αυτό ,εμείς ας δώσουμε τα ελάχιστα.

145

Το τραγούδι συναντάται σε πολλές περιοχές σε διάφορες
παραλλαγές.

Ποιος έχει δυο αγαπητικές

Από τα τραγούδια που τραγουδούσαν στην Βιθυνία όπου
ξεχείμαζαν Σαρακατσάνοι στον κάμπο της κάτω απ τις
λεύκες, κατά τον Φερμόρ είναι το επόμενο τραγούδι.
Το τραγούδι τραγουδιότανε στο Ρύσιο.- Χορός συρτός.
Η Αρετσού ή Ρύσιο ήταν καθαρά ελληνική παραλιακή
κωμόπολη (η αρχαία Αρέθουσα, όπως πιστεύεται) που
βρίσκεται στην είσοδο του Κόλπου του Ιζμίτ (Νικομήδεια),
στη θάλασσα του Μαρμαρά. Ήταν λιμένας προσέγγισης των
τουρκικών ατμοπλοίων "Μαχ-σουσέ" και υφίσταται
σταθμός της σιδηροδρομικής γραμμής Χαϊντάρ Πασά -
Βαγδάτης. Θεωρείται πατρίδα του Αδαμάντιου Κοραή.
Μετά το άδοξο τέλος της μικρασιατικής εκστρατείας
ολοκληρώθηκε και ο διωγμός του ελληνικού πληθυσμού
που εγκαταστάθηκε στη παραλιακή συνοικία Νέα Αρετσού,
ΝΑ. της Θεσσαλονίκης. Μέρος των Αρετσιανών
εγκαταστάθηκε επίσης στην Νέα Ιωνία Βόλου καθώς και
στην νεοϊδρυθείσα κοινότητα Αναβύσσου Αττικής.
H Αρετσού ή ΡύσιοΜικράς Ασίας, σημερινή Darica ήταν την
δεκαετία του 1922 μια κωμόπολη 7000 κατοίκων από τους
οποίους μόνο 700 ήταν τούρκοι. Παραθαλάσσια πόλη στην
ανατολική πλευρά της Προποντίδας, 40 χλμ περίπου από την
Κωνσταντινούπολη, όπως πηγαίνει κανείς προς την
Νικομήδεια (σημερινό Izmit). Όπως μαρτυρούν και οι

146

αρχαιότητες της περιοχής η Αρετσού κατοικήθηκε

ανελλιπώς από τα αρχαία χρόνια και λόγω της γειτνίασής

της με την Κωνσταντινούπολη και λόγω της γεωγραφικής της

θέσης διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ιστορία της

περιοχής. Οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με την αλιεία και

την ναυτιλία αλλά και την γεωργία

Λέει ο Παχτικός…..Κατα ταύτα άρα πάντα τα δημοτικά ημών

άσματα διαιρούνται εις δύο κατηγορίας . α) εις τα αργά ή

καθιστά λεγόμενα β) εις τα γοργά χορευτικά. Τα αργά η τα

καθιστά υποδιαιρούνται εις πολλά είδη, ήτοι εις

θρησκευτικά,ιστορικά, αστεία, κάλανδα, γαμήλια, ερωτικά,

αποχαιρετιστήρια,πατριωτικά, κλέφτικα, δίστιχα,

επαινετικά(παινέματα), πολεμικά,

ονειροκριτικά,επιτραπέζια, υπνωτικά(νανουρίσματα),

κώμους (πατηνάδες), θρήνους(μυρολόγια),

αποχαιρετιστήρια, εαρινά και άλλα.

Επίσης και τα γοργά ήχορευτικά άσματα αναλόγως των

χορευτικών αυτών κινήσεων υποδιαιρούνται εις πολλά είδη

μετα ποικίλου ποιητικού περιεχομένου , ήτοι ιστορικού,

ερωτικού, αστείου, οδιπορικού κτλ. Τοιούτοι δε οι χοροί

είναι ο κύκλιος, μετά συμπλοκής και άνευ συμπλοκής των

χειρών, ο δετός κύκλιος, ο μετ΄ανατάσεως των χειρών και

των ποδών κύκλιος, ο κλέφτικος, ο τσάμικος, ο κασάπικος, ο

αντικριστός (καρσιλαμάς) ανδρείος τε και γυναικείος, οι

παιδικοί και παρθενικοί, χορός διπάτι, ήτοι δύο βήματα

εμπρός και δύο βήματα οπίσω, χορός εις διπλούν βήμα,

χορός κατσαγγέλι, ο Ποντικός, ο πυρρίχιος , ο ΄κοδραξ και

άλλοι πολλοί.

147

Αλλα εξ απάντων τούτων δεσπόζει ο Συρτός, όστις είναι και
ο πλέον διαδεδομένος απανταχού του ελληνικού ως
πρώτιστος εθνικός χορός. Του συρτού είδη υπάρχουσι
πολλά, ήτοι συρτός ανδρικός, συρτός γυναικείος, συρτός
αστείος, συρτός μετά ρυθμικών χτυπημάτων των ποδών,
συρτός μετά ημιχορίων η και άνευ τοιούτων κτλ.
ΑΡΧΗΝ ΕΚΑΜΑ ΄Σ ΤΟΝ ΧΟΡΟ (συρτός)
Αρχήν έκαμα ΄ς τον χορόν
έπιασα χέρι δροσερόν
πιάν΄η μια, πιάνει κι΄άλλος
εμάκραινε και ο χορός.
Πιάν΄κι η αγαπίτσα μου,
που καίει την καρδίτσα μου
΄που καιει και φλογίζεται
καμιά φορά δροσίζεται.
Σε περιβόλι έμβηκα
κι όλα τα δέντρα ΄ρώτησα.
_ποιο δένδρο δεν κάμ΄καρπό;
- Το κυπαρίσι ταψηλό,
πώχει ΄ς την ρίζα κρύο νερό,
και ΄ς την κορφή χρυσό σταυρό΄
και ΄ πάνω ΄ς το χρυσό σταυρό
καθετε πέρδικα και αηδώ.(αετος)
Η πέρδικα βαστά χαρτί
και ο αετός βαστά γραφή,
και μέσα γράφει το χαρτί
«Όπ αγαπήση κι΄αρνηθή.
το αίμα του να κινηθή.
κι οπώχει δυό αγαπητικές

148

νάχη σαράντα μααιριαίς.
κι όπώχει τρείς και τέσσαρες
νάχη σαράντα πέντε
κι όπ΄ δεν έχει ούτε μια
να τόνε δίν΄η Παναγιά
Το τραγούδι με τον Σταύρο Μπόνια «ποιος έχει δυό
αγαπητικός » θεωρώ ότι είναι μια παραλλαγή αυτού του
τραγουδιού σε τσάμικο .
https://youtu.be/clOGNRqld_w
εδώ με την Γεωργία Μηττάκη σε άλλη παραλλαγή
https://youtu.be/cDFg-vBc-_c
κόδραξ = Ο 'Κόρδακας', είναι ένας προκλητικός, άσεμνος
χορός ,της ελληνικής κωμωδίας από την αρχαιότητα (κάτι
σαν το τσιφτετέλι). Κορδακίζειν' λεγόταν η εκτέλεση ενός
άσεμνου χορού, του κόρδακα, που χορευόταν στις αρχαίες
κωμωδίες και 'Κορδακιστής' λεγόταν ο χορευτής αυτού του
χορού.'Κορδακισμός' και 'κορδάκισμα', λεγόταν τα αστεία
και οι κωμικοί τρόποι των μίμων". Στην διάλεκτο της
περιοχής Πραισού όπως και σε άλλες περιοχές της Κρήτης
και της άλλης Ελλάδας υπάρχει η έκφραση για κάποιο που
περιαυτολογεί, αυτοεπαινείται και παριστάνει τον
σπουδαίο: Αυτός κορδίζεται ή κορδακίζεται. Όπως σε πάρα
πολλές λέξεις της νέας ελληνικής και εδώ, υπάρχει
ανάμνηση μιας πανάρχαιας Ελληνικής παράδοσης.
Ο χορός πρέπει στην αρχική του μορφή, να παρίστανε ένα
προδωρικό χθόνιο χορό, αφιερωμένο στη λατρεία της θεάς
Αρτέμιδος. Ήταν όμως και ο κατ’εξοχήν χορός της κωμωδίας
και χαρακτηρίζεται ως γομφικής όρχησης, δηλαδή αισχρώς
κινούσα την οσφύν, εξ ού και στην Ελλάδα θεωρείται ως

149

πρόδρομος του γομφικού χορού, δηλαδή του 'χορού της
κοιλιάς'. Για πρώτη φορά εμφανίζεται η λέξη “κόρδαξ” το
έτος 423 π.Χ, στην κωμωδία “Νεφέλες” του Αριστοφάνη.

Φέξε μου φεγγαράκι μου

Το τραγούδι «ΦΕΞΕ ΜΟΥ ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ ΜΟΥ» που τραγουδά

ένας Σαρακατσάνος φίλος με υπέροχη φωνή ο Γιάννης

Πανουργιάς

δείχνει ότι η

δημοτική ποίηση

ήταν κοινό κτήμα

όλου του

Ελληνικού λαού

σε όλα τα σημεία

της γης και όπου

όπως λέει ο

Παχτικός ακόμη

και όταν δεν

υπήρχαν

εκκλησίες η

σχολεία τα

τραγούδια ένωναν και ήταν μέσον επικοινωνίας.Το ερωτικό

αυτό τραγούδι τραγουδιόταν απο τα βάθη της Μ. Ασίας

μέχρι την Πελοπόννησο

Πιο κάτω οι στίχοι του τραγούδιου «ΦΕΞΕ, ΚΑΛΕ, ΦΕΞΕ» από

την συλλογή Γ. Παχτικού (1888- 1904) που τραγουδιόταν :

εν Συνασώ, καί ο χορός ήταν κύκλιος δετός

Φέξε,καλέ, φέξε

150


Click to View FlipBook Version