Δρ. ΓΕΏΡΓΙΟΣ ΜΑΛΙΏΤΗΣ
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
Συμβολή στην Καταγραφή και Μελέτη
της Κυπριακής Μεταλλευτικής Βιομηχανίας
THE MINES OF CYPRUS
A Contribution to the Recording and Study
of the Cyprus Mining Industry
(in Greek, with summaries of the Chapters in English)
by G. MALIOTIS Ph.D.
Δρ. Γεώργιος Μαλιώτης
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
Συμβολή στην Καταγραφή και Μελέτη
της Κυπριακής Μεταλλευτικής Βιομηχανίας
ab
THE MINES OF CYPRUS
A Contribution to the Recording and Study
of the Cyprus Mining Industry
(in Greek, with summaries of the Chapters in English)
by G. Maliotis Ph.D.
Λευκωσία, Οκτώβριος 2021
Nicosia, October 2021
«Αφιερωμένο στη μνήμη του Λουκά Μούσουλου
ο οποίος συνέβαλε ουσιαστικά στην ανάπτυξη
της Μεταλλευτικής Βιομηχανίας της Κύπρου.»
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Ο βασικός κορμός του παρόντος βιβλίου είναι γραμμένος στην ελληνική γλώσσα,
καθώς επίσης και τα σχέδια, οι πίνακες και οι τίτλοι των φωτογραφιών που το συνο-
δεύουν. Για να καθίσταται όμως το περιεχόμενό του αντιληπτό και από πρόσωπα
που δεν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα, μετά από κάθε κεφάλαιο ακολουθεί ένα
περιληπτικό κείμενο στην αγγλική γλώσσα στο οποίο αναφέρονται τα βασικότερα
σημεία του υπό αναφορά κεφαλαίου. Πέραν αυτών, όλα τα συνοδευτικά στοιχεία
στο ελληνικό κείμενο, δηλ. σχέδια, πίνακες και εικόνες, συνοδεύονται με τίτλους
και επεξηγήσεις και στην αγγλική γλώσσα.
Η φωτογραφία εξωφύλλου είναι η Στοά Κανελλοπούλου στο Μεταλλείο Μαυριδιών στην περοχή Ασγά-
τας-Καλαβάσου. Λήψη του 1970 από τον Κώστα Σαββίδη, προϊστάμενο τοπογράφο και φωτογράφο
της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας.
INTRODUCTORY NOTE
The Book is written in the Greek language, along with the accompanying figures, tables
and photograph captions. However, in order to make its contents comprehensible to
non Greek-speaking readers, a brief summary in English after each chapter presents
the main components of the respective chapter. Furthermore, all the figures, tables
and photographs of the main Greek text include titles and explanations in English.
The picture on the book cover is from Kanellopoulos Adit at Mavridia mine in the Asgata-Kalavasos area
and was taken in 1970 by Costas Savvides, Chief Surveyor and Photographer of Hellenic Mining Company.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
TABLE OF CONTENTS
ΠΡΟΛΟΓΟΣ.................................................................................................................................................................................................. 5
PREFACE..................................................................................................................................................................................................... 12
Κεφάλαιο 1. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ..................................................................................................................................... 14
Chapter 1. INTRODUCTORY CHAPTER..................................................................................................................................... 31
Κεφάλαιο 2. ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΧΑΛΚΟΥΧΩΝ ΠΥΡΙΤΩΝ................................................................................................... 34
Chapter 2. THE CUPREOUS PYRITES MINES...................................................................................................................... 214
Κεφάλαιο 3. ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΧΡΥΣΟΥ ΚΑΙ ΑΡΓΥΡΟΥ.................................................................................................. 226
Chapter 3. THE GOLD AND SILVER MINES.......................................................................................................................... 280
Κεφάλαιο 4. ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΧΡΩΜΙΤΩΝ......................................................................................................................... 286
Chapter 4. THE CHROMITE MINES.......................................................................................................................................... 311
Κεφάλαιο 5. ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ΑΜΙΑΝΤΟΥ......................................................................................................................... 314
Chapter 5. THE AMIANTOS (ASBESTOS) MINE................................................................................................................ 345
Κεφάλαιο 6. ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ΜΑΓΝΗΣΙΤΗ (ΛΕΥΚΟΛΙΘΟΥ)................................................................................... 350
Chapter 6. THE MAGNESITE MINE.......................................................................................................................................... 355
Κεφάλαιο 7. Η ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ....... 357
Chapter 7. THE MINING INDUSTRY OF CYPRUS AND THE NATURAL ENVIRONMENT.............................. 369
ΕΠΙΛΟΓΟΣ.............................................................................................................................................................................................. 371
EPILOGUE............................................................................................................................................................................................... 375
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΣΧΗΜΑΤΩΝ.............................................................................................................................................................. 376
(List of Figures)
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΙΝΑΚΩΝ.................................................................................................................................................................. 381
(List of Tables)
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΝΩΝ................................................................................................................................................................... 383
(List of Plates)
ΠΗΓΕΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ................................................................................................................................................................ 389
(Sources of Technical Information - Bibliography)
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Σκοπός του παρόντος βιβλίου είναι να παρουσιάσει και να περιγράψει τη σύγ-
χρονη Μεταλλευτική Βιομηχανία της Κύπρου έτσι ώστε να προβάλει την ιστορία
της δημιουργίας και της εξέλιξής της και να συμβάλει στη διαφύλαξη των κυριότε-
ρων στοιχείων που τη συνιστούν. Ο όρος «σύγχρονη Μεταλλευτική Βιομηχανία»
περιλαμβάνει τις δεκάδες μικρών και μεγάλων μεταλλείων και συναφών εγκατα-
στάσεων που λειτούργησαν ως επί το πλείστον τον 20ό αιώνα όπου διεξάγονταν
έργα για την εξόρυξη ορυκτών πρώτων υλών, την επεξεργασία τους σε εμπορεύ-
σιμα προϊόντα και την εξαγωγή τους σε βιομηχανικές χώρες για κατανάλωση και
τελική αξιοποίηση.
Όπως είναι γνωστό, η Κύπρος ήταν φημισμένη από τον καιρό της αρχαιότητας για
τον χαλκό της που παραγόταν στα μεταλλεία της. Μάλιστα δε, αυτό τούτο το όνομά
της πιστεύεται ότι προήλθε από το ‘cuprum’ που στα λατινικά σημαίνει χαλκός, ή
αντίστροφα, το μέταλλο αυτό πήρε το όνομά του από την Κύπρο. Η παραγωγή χαλ-
κού διήρκεσε για πολλούς αιώνες και, όπως ήταν φυσικό, εξελίσσονταν συνεχώς
τόσο οι τεχνικές στην εξόρυξη και στη μεταλλουργική επεξεργασία όσο και οι χρή-
σεις και εφαρμογές του μετάλλου αυτού και των κραμάτων του. Κατά συνέπεια,
σταδιακά καθίστατο τεχνικά και οικονομικά εφικτό να τυγχάνουν εκμετάλλευσης
όλο και λιγότερο πλούσιες συγκεντρώσεις που σε κάποιο προηγούμενο στάδιο ενδε-
χομένως να είχαν εγκαταλειφθεί ως ασύμφορες. Έτσι, περιοχές που υπήρξαν στο
παρελθόν αντικείμενο εκμετάλλευσης προσήλκυαν πάντοτε το ενδιαφέρον νεώτε-
ρων μεταλλειολόγων και γεωλόγων. Είναι μέσα σε αυτό το πνεύμα που αναβίωσε
στην Κύπρο η μεταλλευτική δραστηριότητα μετά τη μακρά διακοπή που πιστεύεται
ότι διήρκεσε από τον 5ο μ.Χ. αιώνα μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα.
Η συστηματική και οργανωμένη εκμετάλλευση ορυκτών τη σύγχρονη εποχή άρχισε
μετά την προσάρτηση της Κύπρου από τη Μεγάλη Βρετανία το 1878 και απετέλεσε
ουσιαστικά την πρώτη βιομηχανία της Κύπρου η οποία είχε θετικές επιδράσεις στην
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 6
κοινωνία και την οικονομία της νήσου. Μέχρι τότε στην Κύπρο υπήρχε μια πρωτό-
γονη αγροτική οικονομία χωρίς δομές και οργάνωση όπου η βασική ενασχόληση
των κατοίκων ήταν η γεωργία και κτηνοτροφία και οι συναφείς με αυτές εργασίες
και εμπορικές δραστηριότητες.
Η νεώτερη δραστηριότητα άρχισε από την περιοχή της Λίμνης κοντά στην Πόλη
Χρυσοχούς, όπου το 1886 ο Άγγλος ερευνητής John Pearce αναζήτησε πρώτος
κοίτασμα χαλκού κοντά σε σωρούς αρχαίων σκωριών. Αν και οι προσπάθειές του
απέτυχαν, άλλοι Άγγλοι μεταλλειολόγοι και γεωλόγοι συνέχισαν κατά καιρούς
έρευνες στην ίδια περιοχή και μετά από είκοσι τρία χρόνια προσπαθειών εντό-
πισαν το 1909 αξιόλογη μεταλλοφορία, που αποτέλεσε το έναυσμα της απαρχής
της σύγχρονης εκμετάλλευσης του χαλκού στην Κύπρο. Τρία χρόνια αργότερα,
το 1912 έφθασε στην Κύπρο ο Αμερικανός γεωλόγος Charles Godfrey Gunther, ο
οποίος ωθούμενος και αυτός από την παρουσία αρχαίων σκωριών, μέχρι το 1914
εντόπισε το κοίτασμα της Σκουριώτισσας στο λόφο της Φουκάσας. Λίγα χρόνια
αργότερα, το 1923, έφθασαν στην Κύπρο Ελλαδίτες μεταλλειολόγοι που άρχισαν
έρευνες σε διάφορα μέρη της οροσειράς του Τροόδους. Είναι σημαντικό να σημει-
ωθεί ότι αυτές οι ερευνητικές προσπάθειες δεν περιορίζονταν μόνο στα ορυκτά
του χαλκού αλλά και του συνυπάρχοντος ορυκτού του πυρίτη που την εποχήν
εκείνην ήταν ουσιώδους σημασίας γιατί αποτελούσε την κυριότερη πρώτη ύλη
για την παραγωγή θειικού οξέος που είχε από τότε ευρύτατη χρήση σε πολλές
βιομηχανίες στις ανεπτυγμένες χώρες.
Παράλληλα με το ενδιαφέρον για χαλκό και πυρίτη υπήρξε ενδιαφέρον και για άλλα
ορυκτά όπως ο αμίαντος, ο χρωμίτης και τα ευγενή μέταλλα (χρυσός και άργυρος),
των οποίων όπως διαπιστώθηκε από νεώτερες μελέτες, η παρουσία στο γεωλογικό
περιβάλλον της οροσειράς του Τροόδους συνδέεται γενετικά με το σύμπλεγμα
πετρωμάτων το οποίο είναι γνωστό στην επιστημονική ορολογία σαν «Οφιολιθικό
Σύμπλεγμα του Τροόδους». Από την αρχή του 20ού αιώνα άρχισε πλέον και η εκμε-
τάλλευση αμιάντου και λίγα χρόνια αργότερα χρωμίτη, ενώ η εκμετάλλευση χρυσού
και αργύρου καθυστέρησε μέχρι τη δεκαετία του 1930.
Με την έναρξη των μεταλλευτικών εργασιών δημιουργήθηκαν αμέσως εκατοντάδες
θέσεις εργασίας σε περιοχές της υπαίθρου οι οποίες συνέβαλαν ώστε να αντιμετω-
πιστούν τα αγροτικά χρέη και η τοκογλυφία που μάστιζαν τον αγροτικό πληθυσμό
και να περιοριστούν σε μεγάλο βαθμό η αστυφιλία και η μετανάστευση που στις
πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα ήταν για πολλές περιοχές της Κύπρου οι μοναδι-
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 7
κές λύσεις για την αντιμετώπιση της ανεργίας. Σταδιακά, οι μεταλλευτικές εταιρείες,
για να εξασφαλίσουν επαρκές εργατικό δυναμικό, καθιέρωσαν για την καθημερινή
μεταφορά των εργατοϋπαλλήλων τακτικές συγκοινωνίες με χωριά που βρίσκονταν
σε κάποιαν απόσταση από τα μεταλλεία με αποτέλεσμα να ευεργετηθούν πολλές
αγροτικές περιοχές. Λίγα χρόνια αργότερα, για να ικανοποιηθούν οι αυξανόμενες
ανάγκες σε εργατικό δυναμικό, οι εταιρείες προχώρησαν στην ανέγερση οικισμών
στις περιοχές των μεταλλείων στις οποίες κατοικούσαν εργοδοτούμενοι που κατά-
γονταν από όλη την Κύπρο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για μεγάλο μέρος των εργοδοτουμένων στα μεταλλεία η
απασχόλησή τους ήταν εκ περιτροπής σε βάρδιες (πρωινή – απογευματινή – νυκτε-
ρινή). Με το σύστημα αυτό είχαν την ευκαιρία να απασχολούνται στα κτήματά τους
τις ημέρες όταν στο μεταλλείο εργάζονταν κατά την απογευματινή ή τη νυχτερινή
βάρδια. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα σε πολλά χωριά, ιδιαίτερα στις ορεινές περιο-
χές του Τροόδους, οι κάτοικοι να συνεχίζουν και τις γεωργικές τους ασχολίες. Έτσι,
τα χωριά αυτά επηρεάστηκαν λιγότερο από την αστυφιλία και διατηρήθηκαν έως
ότου παρουσιάστηκαν και άλλες ευκαιρίες εργοδότησης για τους κατοίκους.
Στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας των μεταλλείων υπήρχαν σοβαρά προβλήματα
στη διεκπεραίωση των εργασιών λόγω της απειρίας των Κυπρίων εργατών ως προς
τις εν λόγω εργασίες. Σταδιακά όμως οι εργάτες εκπαιδεύτηκαν σε όλες τις φάσεις
των μεταλλευτικών έργων, απέκτησαν δεξιοτεχνίες και ανέλαβαν υπεύθυνες θέσεις
επιστατών και εργοδηγών, ενώ άλλοι ανέλαβαν διοικητικές θέσεις στις διευθύνσεις
των μεταλλευτικών οργανισμών. Έτσι δημιουργήθηκαν νέες θέσεις εργασίας στην
κυπριακή κοινωνία, γεγονός που αποτέλεσε κίνητρο στις νεώτερες γενεές για να
αποκτήσουν μέση και ανώτατη μόρφωση.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι στην Κύπρο ήταν για πρώτη φορά στη Μεταλ-
λευτική Βιομηχανία που εργοδοτήθηκαν μαζί μεγάλος αριθμός εργατοϋπαλλήλων
οι οποίοι λόγω των ιδιαίτερα αντίξοων συνθηκών που αντιμετώπιζαν από κοινού
στα υπόγεια κυρίως μεταλλεία, ενεργούσαν ομαδικά και απαιτούσαν βελτίωση των
όρων και των συνθηκών εργοδότησης. Από την άλλη πλευρά, οι εργοδότες είχαν να
αντιμετωπίσουν τα δικά τους προβλήματα λόγω του διεθνούς ανταγωνισμού από
άλλες μεταλλευτικές εταιρείες και τις οικονομικές επιπτώσεις από τις διακυμάνσεις
στις τιμές των μεταλλευτικών προϊόντων. Αναπόφευκτα μεταξύ των δύο πλευρών
δημιουργούντο έντονες διαφορές που κατέληγαν ενίοτε σε πολύμηνες απεργίες,
ακόμη και βιαιοπραγίες. Οι εν λόγω αντιπαραθέσεις άρχισαν να εξομαλύνονται
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 8
μετά την ίδρυση εκ μέρους των εργαζομένων στις διάφορες εταιρείες οργανώ-
σεων που εκπροσωπούσαν σε κάθε περίπτωση το σύνολο ή μεγάλες ομάδες των
εργατοϋπαλλήλων και ήταν εξουσιοδοτημένες να διαπραγματεύονται την επίλυση
των προβλημάτων των μελών τους με τις αντίστοιχες διευθύνσεις. Το αποτέλεσμα
ήταν να επέλθει και να επικρατήσει η εργατική ειρήνη και να θεμελιωθεί η στενή
συνεργασία μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων. Οι οργανώσεις αυτές που
ξεκίνησαν από τα μεταλλεία, σταδιακά διευρύνθηκαν και έθεσαν τη βάση για την
ίδρυση των εργατικών Συντεχνιών που τελικά περιέλαβαν ολόκληρο τον εργατοϋ-
παλληλικό κόσμο της Κύπρου. Είναι γεγονός ότι οι πρώτες συλλογικές συμβάσεις
μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων έχουν συνομολογηθεί στη Μεταλλευτική
Βιομηχανία με την παροχή επικουρικών συντάξεων, ταμείων προνοίας, ίδρυση
ταμείων περιθάλψεως και ευημερίας που κάλυπταν ολόκληρη την οικογένεια και
άλλων ωφελημάτων.
Για τη συγγραφή του παρόντος βιβλίου λήφθηκαν πληροφορίες από τις ετήσιες
εκθέσεις της Υπηρεσίας Μεταλλείων από το έτος 1925. Συλλέχθηκαν επίσης διά-
φορα τεχνικά στοιχεία από το τεχνικό αρχείο της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εται-
ρείας Λτδ. το οποίο περιλαμβάνει και τεχνικά στοιχεία των παλαιότερων και ανε-
νεργών πλέον μεταλλευτικών εταιρειών όπως της Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας
Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων για τις εργασίες της στην Κύπρο, της Cyprus
Chrome Mines Ltd., της Cyprus Sulphur and Copper Company Ltd., της Cyprus Mines
Corporation και της Kampia Mines Ltd. Επιπρόσθετα στοιχεία για τη Cyprus Sulphur
and Copper Company Ltd. λήφθηκαν από το Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης. Επι-
πλέον, χρησιμοποιήθηκαν πληροφορίες από διάφορες δημοσιεύσεις αναφορικά
με τα κοιτάσματα και τα μεταλλεία της Κύπρου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για την αξιοποίηση των στοιχείων από τα τεχνικά αρχεία των
μεταλλευτικών εταιρειών ήταν ανάγκη να γίνει πρώτα η ψηφιοποίησή τους, διότι
αποτελούντο από παλαιούς χάρτες και σχέδια διαφόρων περιόδων και σε διάφο-
ρες κλίμακες. Από αυτά έχουν παραχθεί σύνθετοι χάρτες και άλλα σχέδια, πολλά
από τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στο βιβλίο για την περιγραφή των μεταλλευτικών
εργασιών. Με τον τρόπο αυτό, πέραν της ετοιμασίας των χαρτών και σχεδίων που
χρησιμοποιούνται στο παρόν βιβλίο, έχει δημιουργηθεί και ένα εκτενές αρχείο σε
ηλεκτρονική μορφή για το σύνολο της Μεταλλευτικής Βιομηχανίας της Κύπρου.
Αναμφίβολα, τούτο δεν θα μπορούσε να είναι πλήρες, αλλά όμως καλύπτει ένα
μεγάλο μέρος της σύγχρονης μεταλλευτικής δραστηριότητας.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 9
Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, σκοπός του παρόντος βιβλίου είναι η παρουσίαση
και περιγραφή της Μεταλλευτικής Βιομηχανίας της Κύπρου κατά τη σύγχρονη εποχή
που θεωρείται ότι άρχισε από τη δύση του 19ου αιώνα μετά την προσάρτηση της
Κύπρου από την Αγγλία το 1878, καλύπτει όλον τον 20ό αιώνα και συνεχίζεται μέχρι
των ημερών μας. Για την επίτευξη του σκοπού του βιβλίου θεωρήθηκε αναγκαίο
να γίνει πρώτα σύντομη αναφορά στα ορυκτά με τα οποία ασχολήθηκε η Μεταλ-
λευτική Βιομηχανία, τη γένεσή τους και το περιβάλλον στο οποίο απαντώνται στην
Κύπρο. Ακολούθως, για κάθε ορυκτό αναφέρονται τα μεταλλεία όπου εξορύχθηκε
και για κάθε μεταλλείο αναφέρεται η γεωγραφική του θέση, περιγράφεται περι-
ληπτικά η γεωλογία της περιοχής στην οποία βρίσκεται, πώς εντοπίστηκε το κοίτα-
σμα και το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά του, η μέθοδος και τα βασικά έργα για
την εκμετάλλευσή του, ο εμπλουτισμός του μεταλλεύματος και τα τελικά προϊόντα
που έχουν παραχθεί και εξαχθεί. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι βασικός σκοπός
του βιβλίου είναι η περιγραφή των μεταλλείων και όχι των κοιτασμάτων και της
γεωλογίας τους. Έτσι η αναφορά στα γεωλογικά στοιχεία των κοιτασμάτων και της
ευρύτερης γεωλογίας της Κύπρου είναι σύντομη και συνοπτική.
Σημειώνεται ότι τα ορυκτά που θεωρούνται ότι εμπίπτουν στη Μεταλλευτική Βιο-
μηχανία και στα οποία γίνεται αναφορά στο παρόν βιβλίο είναι αυτά που για την
εκμετάλλευσή τους απαιτείται Μεταλλευτική Άδεια (Mining Lease), βάσει της Περί
Μεταλλείων Νομοθεσίας που ισχύει στην Κύπρο. Αυτά είναι οι χαλκούχοι πυρίτες,
τα ευγενή μέταλλα (χρυσός και άργυρος), ο χρωμίτης, ο αμίαντος και ο λευκόλιθος
(μαγνησίτης). Δεν γίνεται καθόλου αναφορά στα υλικά που εμπίπτουν στη Λατομική
Βιομηχανία στην οποία περιλαμβάνονται τα πετρώματα για οικοδομικούς σκοπούς
και για την παραγωγή τσιμέντου, ασβέστη και τούβλων, τα φαιοχώματα (ούμπρα),
ο μπεντονίτης και άλλα υλικά που εξορύσσονται αποκλειστικά από επιφανειακές
εκμεταλλεύσεις.
Με την περιγραφή των διαφόρων μεταλλείων γίνεται προσπάθεια για την προβολή
των βασικών στοιχείων και προϋποθέσεων που συγκροτούν και χαρακτηρίζουν τη
μεταλλευτική βιομηχανία γενικότερα. Το πρώτο είναι η επαρκής συγκέντρωση ενός
ή περισσότερων ορυκτών έτσι ώστε η εξόρυξη και αξιοποίησή τους να είναι οικο-
νομικά εφικτή, δηλαδή να συνιστά αυτό που ορίζεται ως «κοίτασμα». Με τα παρα-
δείγματα που παρουσιάζονται καθίσταται σαφές ότι η γένεση ενός κοιτάσματος
δεν είναι καθόλου τυχαίο φαινόμενο αλλά διέπεται από φυσικοχημικούς κανόνες
που ελέγχουν σε μεγάλη και μικρή κλίμακα τα γεωλογικά φαινόμενα που παρατη-
ρούνται στη γη. Μια δεύτερη βασική προϋπόθεση είναι αυτή της οικονομικότητας
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 10
των εκμεταλλεύσεων με την παραγωγή προϊόντων με μακροχρόνια διασφαλισμένη
χρήση και εμπορευσιμότητα και εγγυημένη την κάλυψη των κεφαλαιουχικών και
λειτουργικών δαπανών μέσα σε εύλογες χρονικές περιόδους. Είναι αυτονόητο ότι
τα θέματα αυτά δεν τελούν υπό τον απόλυτο έλεγχο του κάθε οργανισμού που
προβαίνει σε μια εκμετάλλευση, αλλά έχουν διεθνείς προεκτάσεις με απρόβλεπτες,
ενίοτε δε και αναπάντεχες εξελίξεις. Στον τομέα της εξόρυξης βασική προϋπόθεση
είναι η ύπαρξη επαρκούς και κατάλληλου προσωπικού και η δυνατότητα διεξαγω-
γής όλων των εργασιών υπό ασφαλείς και υγιεινές συνθήκες.
Στα Κεφάλαια που ακολουθούν περιγράφονται οι μεταλλευτικές δραστηριότητες σε
όλα τα μεταλλεία που λειτούργησαν στην Κύπρο κατά τη σύγχρονη εποχή όπου εξο-
ρύχθηκαν τα προαναφερθέντα ορυκτά, δηλαδή χαλκούχοι πυρίτες, ευγενή μέταλλα,
χρωμίτης, αμίαντος και μαγνησίτης (λευκόλιθος). Με τις εν λόγω περιγραφές παρου-
σιάζεται και διασώζεται μια πλατιά και σχετικά λεπτομερής εικόνα της σύγχρονης
Μεταλλευτικής Βιομηχανίας της Κύπρου από τεχνική άποψη, που είναι η πρόθεση
και φιλοδοξία του παρόντος βιβλίου. Στο σημείο αυτό τονίζεται ότι, επειδή ο βασικός
σκοπός του βιβλίου είναι η περιγραφή των μεταλλευτικών έργων, η γεωλογική περι-
γραφή που παρουσιάζεται σε κάθε κοίτασμα περιορίζεται στα κύρια χαρακτηριστικά
του που έχουν καθοριστική σημασία στην εκμετάλλευσή του. Όπως είναι φυσικό, η
μακροχρόνια εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της Κύπρου έχει επηρεάσει σε
μεγάλο βαθμό το φυσικό περιβάλλον στις μεταλλευτικές περιοχές. Με το θέμα αυτό
ασχολείται αποκλειστικά το τελευταίο Κεφάλαιο.
Το ενδιαφέρον μου για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου πηγάζει από το γεγονός
ότι ολόκληρη η επαγγελματική μου σταδιοδρομία, που αριθμεί σαράντα και πλέον
χρόνια (1969-2012), αναλώθηκε στη Μεταλλευτική Βιομηχανία. Πρώτα ως γεωλό-
γος στα Μεταλλεία Ασγάτας – Καλαβασού το 1969, μέχρι την αφυπηρέτησή μου το
2012 από τη θέση του Γενικού Διευθυντή της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας
(ΕΜΕ). Όπως ήταν φυσικό, τούτο μου έδωσε μια μοναδική ευκαιρία να γνωρίσω
και να εξοικειωθώ με ολόκληρο το φάσμα των δραστηριοτήτων της Μεταλλευτικής
Βιομηχανίας, η οποία περιλαμβάνει τη γεωλογική έρευνα, την εξόρυξη, την επε-
ξεργασία και καταλήγει στην εμπορία. Η δε εξοικείωση πραγματοποιήθηκε με μια
πλατιά ομάδα ορυκτών πρώτων υλών, στην οποία περιλαμβάνονται τόσο τα ορυ-
κτά που περιγράφονται στην παρούσα εργασία, όσο και άλλα αμέταλλα ορυκτά
με τα οποία ασχολείτο η ΕΜΕ, περιλαμβανομένης της βιομηχανικής αξιοποίησης
φυσικού μεταλλικού νερού.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 11
Η λεπτομερής ιστορία και εξέλιξη των μεταλλευτικών έργων που παρουσιάζεται στο
παρόν βιβλίο ξεδιπλώθηκε μέσα από τις τεχνικές πληροφορίες που περιλαμβάνο-
νται στα κείμενα των Ετήσιων Εκθέσεων της Κρατικής Υπηρεσίας Μεταλλείων από
το έτος 1925 μέχρι την Ανεξαρτησία της Κύπρου το 1960 και σε λιγότερο βαθμό στις
μεταγενέστερες Εκθέσεις της μέχρι το 2018. Για τον ίδιο σκοπό χρησιμοποιήθηκε
επίσης μεγάλος αριθμός Εσωτερικών Εκθέσεων, Σημειωμάτων και Χαρτών των μεταλ-
λευτικών έργων σε διάφορες εποχές από το Τεχνικό Αρχείο της ΕΜΕ που περιλάμ-
βανε και στοιχεία των άλλων Μεταλλευτικών Εταιρειών: Cyprus Sulphur and Copper
Company Ltd., Cyprus Mines Corporation, Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Χημικών
Προϊόντων και Λιπασμάτων, Cyprus Chrome Mines Ltd. και Kampia Mines Ltd. (που
σήμερα είναι όλες ανενεργές) και για τούτο εκφράζω τις θερμές μου ευχαριστίες
στη Διοίκηση της ΕΜΕ. Ευχαριστίες εκφράζω επίσης στη διεύθυνση του Τμήματος
Γεωλογικής Επισκόπησης για τη διάθεση συμπληρωματικών τεχνικών στοιχείων της
Cyprus Sulphur and Copper Company Ltd. Ευχαριστώ τους παλαιούς συναδέλφους
μεταλλειολόγους και τοπογράφους κ. Δημήτρη Τρεμούρη και κ. Πέτρο Χαριτίδη για
πληροφορίες αναφορικά με τα μεταλλεία Ασγάτας – Καλαβασού. Ευχαριστώ επίσης
τον κ. Ανδρέα Ανδρέου, μεταλλειολόγο μηχανικό της Cyprus Asbestos Mines Ltd.
για τη διάθεση στοιχείων του μεταλλείου αμιάντου από το προσωπικό του αρχείο
και τον Δρ. Κυριάκο Λουκά για τη διάθεση στοιχείων του μεταλλείου της εταιρείας
Troulli Mines Ltd.. Ευχαριστώ επίσης τον κ. Δημήτρη Βαττή, Τεχνικό Διευθυντή της
ΕΜΕ για τις παρατηρήσεις και εισηγήσεις του.
Τέλος, θερμότατες ευχαριστίες εκφράζω στον φίλτατο Δρα Νίκο Σκαρπέλη, Ομό-
τιμο Καθηγητή Οικονομικής Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών που παρακο-
λουθούσε την εργασία αυτή κατά την πρόοδο της συγγραφής της και υπεδείκνυε
βελτιώσεις στο τελικό κείμενο.
Δρ. Γεώργιος Μαλιώτης,
Οκτώβριος 2021
PREFACE
The purpose of this book is to describe the Modern Mining Industry of Cyprus and
therefore to present its history and development so as to contribute to the preser-
vation of its main elements and characteristics. The term ‘Modern Mining Industry’
includes the small and large mines as well as related installations which operated
mainly during the 20th century when they were mined and treated and the various
mineral products exported.
The Island of Cyprus has been a copper producer in antiquity as verified by a pleth-
ora of archaeological evidence and numerous ancient metallurgical slag heaps scat-
tered throughout the Troodos Mountains. This ancient activity was interrupted in
the 5th century AD to be resumed towards the end of the 19th century, marking the
commencement of the Modern Mining Industry which culminated in the 1960s and
continued up to the present, though with a much-reduced activity. This reactivation
of the mining activity was initiated by the British after the annexation of Cyprus in
1878 by the United Kingdom from the Ottoman Empire. This prompted major mining
enterprises to explore and eventually mine on the Island. By the 1930’s, in addition
to the cupreous pyrites, other mineral resources which were being explored for and
mined were asbestos, chromite, gold and silver and magnesite. All these minerals
were genetically associated with the main geological feature of the Island, the Troo-
dos Ophiolite Complex.
For the purpose of writing this book most of the technical data of all the major min-
ing companies which worked in Cyprus since the late 19th century were digitised.
A part of these data was utilised in writing the book whereas the complete set of
documents constitutes an extensive database of the Cyprus Mining Industry. A most
valuable source of information was the Annual Reports of the Senior Mines Officer
which were published from 1925 to 1988. I am indebted to the Management of Hel-
lenic Mining Public Company Ltd for their permission to use the data from their tech-
nical archives which included, together with their own, the technical data of other
mining companies which became inactive a long time ago. The management of the
THE MINES OF CYPRUS 13
Cyprus Geological Survey Department has kindly provided me with additional tech-
nical data on the Limni Mines and many colleagues have contributed with their own
experience and expertise. Lastly, I would like to express my deep gratitude and appre-
ciation to Dr N. Skarpelis, Emeritus Professor of Geology of the National University
of Athens for his valuable guidance and advice throughout the writing of this book.
My personal interest in accomplishing this work originated from my 43-year long
career in the Hellenic Mining Company during which I became deeply involved in
all aspects of the mining industry from the post of the junior mine geologist to that
of general manager from which I retired in 2012. I felt I had an obligation to leave
to future generations of mining engineers and geologists a comprehensive record
of what has been achieved in our scientific field during our own time and before.
Dr. George Maliotis,
October 2021.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η Κυπριακή Μεταλλευτική Βιομηχανία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη
της οικονομίας της Κύπρου κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα στην εποχή
πριν και αμέσως μετά την Ανεξαρτησία του 1960, μέχρι που άρχισαν να συνεισφέ-
ρουν και άλλοι βιομηχανικοί τομείς, όπως η μεταποίηση και ο τουρισμός. Απτή
μαρτυρία για την ύπαρξη της εν λόγω βιομηχανίας αποτελούν οι δεκάδες μικρές
και μεγάλες εκσκαφές και άλλα έργα που είναι διάσπαρτα στην περιοχή του Τρο-
όδους και που η προέλευσή τους δεν είναι τόσο γνώριμη στις νεώτερες γενεές και
προκαλεί την περιέργεια στο πλατύ κοινό. Μερικά από αυτά έχουν εντυπωσιακές
διαστάσεις και η ύπαρξή τους θα πρέπει να επηρέασε κοινωνικά και οικονομικά σε
σημαντικό βαθμό την τοπική και την ευρύτερη κοινωνία.
Πολλά από τα συγκεκριμένα έργα είναι άγνωστα ακόμη και στους Κύπριους μεταλ-
λειολόγους και γεωλόγους, παλαιούς και σύγχρονους, γιατί οι λόγοι ύπαρξής τους
και τα χαρακτηριστικά τους βρίσκονται κρυμμένα στα τεχνικά αρχεία των μεταλ-
λευτικών οργανισμών που τα δημιούργησαν. Κύρια επιδίωξη της παρούσας προ-
σπάθειας είναι η διαφύλαξη των σημαντικότερων σημείων των αρχείων αυτών και
στη συνέχεια η περιγραφή των βασικών χαρακτηριστικών των σημαντικότερων
έργων και η δημιουργία σύνθετων σχεδίων που να απεικονίζουν με σαφήνεια την
όλη μεταλλευτική εξέλιξη των εν λόγω έργων. Με αυτό τον τρόπο, καταγράφεται
και διαφυλάττεται η μεταλλευτική ιστορία της Κύπρου κατά τη σύγχρονη εποχή,
γεγονός που αποτελεί βασικό στόχο και φιλοδοξία της παρούσας εργασίας.
Η σύγχρονη μεταλλευτική δραστηριότητα της Κύπρου αρχίζει περί το τέλος του
19ου αιώνα μετά την προσάρτηση της Κύπρου από τη Μεγάλη Βρετανία το 1878.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 15
Το 1886 άρχισαν οι πρώτες έρευνες και ακολούθως η εκμετάλλευση χαλκούχων
πυριτών και το 1904 η συστηματική εξόρυξη αμιάντου. Το 1931 και αργότερα το
1944 μέχρι το 1953 έγινε περιορισμένη εκμετάλλευση λευκολίθου. Το 1929 άρχισε
η εκμετάλλευση χρωμίτη που διήρκεσε μέχρι το 1984 ενώ από το 1934 μέχρι το
1946 έγινε εκμετάλλευση μικρών κοιτασμάτων χρυσού και αργύρου των οποίων η
γένεση ήταν στενά συνδεδεμένη με τα κοιτάσματα χαλκούχων πυριτών.
Όπως είναι γνωστό, η ενασχόληση των Κυπρίων με την εκμετάλλευση ορυκτών χρο-
νολογείται από τον καιρό της αρχαιότητας όπως μαρτυρείται από δεκάδες σωρούς
αρχαίων σκωριών και άλλες ενδείξεις σε ολόκληρη την έκταση της οροσειράς του
Τροόδους. Οι εκατό και πλέον σωροί αρχαίων σκωριών, που σε κάποιες περιπτώ-
σεις υπερβαίνουν σε μέγεθος τα δύο εκατομμύρια τόνους, δημιουργήθηκαν από
την μεταλλουργική επεξεργασία χαλκούχων μεταλλευμάτων. Οι συγκεκριμένες σκω-
ρίες αποτελούν αδιάσειστη μαρτυρία ότι ήδη στην αρχαιότητα υπήρχε στην Κύπρο
έντονη μεταλλευτική δραστηριότητα η οποία θεωρείται ότι άρχισε την τρίτη χιλιε-
τία π.Χ. και συνεχίστηκε περιοδικά μέχρι το τέλος του 4ου αιώνα μ.Χ. όταν επήλθε
μια μακρά περίοδος στασιμότητας κατά τη διάρκεια των Βυζαντινών χρόνων και
της Τουρκοκρατίας.
Είναι σημαντικό να αναφερθεί ευθύς εξαρχής ότι η έρευνα και εκμετάλλευση του
ορυκτού πλούτου στην Κύπρο διέπεται από τον «Περί Ρύθμισης Μεταλλείων και
Λατομείων Νόμο, Κεφ. 270» και τους σχετικούς Κανονισμούς που περιλαμβάνο-
νται στον Νόμο αυτό. Σκοπός των Κανονισμών είναι η διασφάλιση ασφαλούς διε-
ξαγωγής όλων των εργασιών που αφορούν την έρευνα, την εκμετάλλευση και την
επεξεργασία μεταλλευμάτων, τη χρήση μηχανημάτων για συναφείς εργασίες, τη
μεταφορά προσωπικού και υλικών, την αποθήκευση και χρήση εκρηκτικών υλών,
και τη λήψη μέτρων για τη διασφάλιση της υγείας των εργαζομένων και την πρό-
ληψη της πνευμοκονιάσεως. Ο έλεγχος και η παρακολούθηση της εφαρμογής του
Νόμου και των Κανονισμών γίνεται από την Υπηρεσία Μεταλλείων του Υπουργείου
Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος η οποία είναι δεόντως στελεχωμένη.
Παλαιότερα η Υπηρεσία Μεταλλείων εξέδιδε Ετήσιες Εκθέσεις που περιλάμβαναν
λεπτομερή στοιχεία για τη μεταλλευτική δραστηριότητα στην Κύπρο. Τούτο διήρ-
κεσε από το 1925 μέχρι το 1988. Έκτοτε οι Ετήσιες Εκθέσεις της Υπηρεσίας Μεταλ-
λείων εκδίδονται σε περιληπτική μορφή.
Στη συνέχεια του παρόντος κεφαλαίου γίνεται πρώτα μια συνοπτική περιγραφή
της σύγχρονης Μεταλλευτικής Βιομηχανίας όπου αναφέρεται το ιστορικό της εκμε-
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 16
τάλλευσης ενός εκάστου ορυκτού με τα οποία ασχολήθηκε η εν λόγω Βιομηχανία.
Σημειώνεται ότι τα ορυκτά που θεωρούνται ότι εμπίπτουν στη Μεταλλευτική Βιομη-
χανία είναι αυτά που περιλαμβάνονται στην Τάξη Α της σχετικής Νομοθεσίας, όπου
για την εξόρυξή τους απαιτείται Μεταλλευτική Μίσθωση. Τα ορυκτά που έτυχαν
εκμετάλλευσης μέσα στα πλαίσια αυτά και περιγράφονται στην παρούσα εργασία
είναι κατά σειρά προτεραιότητας: οι χαλκούχοι πυρίτες, ο αμίαντος, ο χρωμίτης, ο
χρυσός και ο άργυρος, και σε πολύ μικρή κλίμακα ο μαγνησίτης (λευκόλιθος). Εδώ
αναφέρεται ότι ο μαγνησίτης ανήκει στην Τάξη Β, δηλαδή στα λατομικά ορυκτά
αλλά επειδή η εξόρυξή του στην Κύπρο έγινε με υπόγεια εκμετάλλευση θεωρήθηκε
σκόπιμο να περιληφθεί στην παρούσα μελέτη ώστε να διασωθούν τα στοιχεία της
εργασίας αυτής. Με βάση τα ανωτέρω, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην
εκμετάλλευση μπεντονίτη, φαιοχώματος (ούμπρας), γύψου και άλλων ορυκτών
και πετρωμάτων διότι θεωρούνται ότι εμπίπτουν στη λατομική βιομηχανία αφού
ανήκουν στην Τάξη Β της Περί Μεταλλείων Νομοθεσίας και για την εκμετάλλευσή
τους εκδίδεται Προνόμιο Λατομείου.
Στο τέλος του παρόντος εισαγωγικού Κεφαλαίου περιγράφεται συνοπτικά το Οφιο
λιθικό Σύμπλεγμα του Τροόδους στο οποίο οφείλεται η δημιουργία των ορυκτών
που έτυχαν της εκμετάλλευσης που περιγράφεται στην παρούσα μελέτη.
Β. ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ
ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
ΚΑΙ ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ
1. Χαλκούχοι Πυρίτες και Χαλκός
Η έρευνα και εκμετάλλευση χαλκούχων μεταλλευμάτων κατά τη σύγχρονη εποχή
άρχισε στην περιοχή της Λίμνης κοντά στην Πόλη Χρυσοχούς στην Επαρχία Πάφου,
όπου ομάδα Άγγλων μεταλλειολόγων επέδειξε ενδιαφέρον λόγω της παρουσίας
οξειδώσεων και εκτεταμένων σωρών αρχαίων σκωριών. Το 1886, αφού ίδρυσαν
την εταιρεία Limni Copper Mining Syndicate Ltd, εξασφάλισαν ερευνητικά δικαι-
ώματα και άρχισαν εντατικές έρευνες. Αργότερα η εταιρεία μετονομάστηκε σε
Cyprus Sulphur and Copper Co. Ltd. (CSCC). Ο μεγαλύτερος μέτοχος στη νέα αυτήν
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 17
εταιρεία ήταν η αγγλική εταιρεία Esperanza Copper and Sulphur Co. Ltd. Από τις
έρευνες που διεξήγαγαν εντοπίστηκε το μεγάλο κοίτασμα χαλκούχων πυριτών
της Λίμνης του οποίου όμως η συστηματική εκμετάλλευση καθυστέρησε μέχρι
το 1937, κυρίως λόγω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι δραστηριότητες της CSCC
περιορίστηκαν μόνο στην ευρύτερη περιοχή της Πόλης Χρυσοχούς, όπου λειτούρ-
γησαν σε μικρή σχετικά απόσταση από το κυρίως μεταλλείο και τρία άλλα μικρό-
τερα: της Ευλοημένης, της Κινούσας και το Uncle Charles. Για την επεξεργασία
του χαλκούχου μεταλλεύματος ανήγειραν εργοστάσιο εμπλουτισμού σε τοποθε-
σία μεταξύ του μεταλλείου και της ακτής. Στην πλησιέστερη ακτή κατασκεύασαν
αποβάθρα για τη φόρτωση φορτηγίδων («μαούνων») για τη μεταφορά των προς
εξαγωγή προϊόντων σε πλοία που αγκυροβολούσαν στον Κόλπο Χρυσοχούς. Η CSCC
παρέμεινε στην περιοχή μέχρι την εξάντληση των αποθεμάτων της το 1979 και
απετέλεσε για σχεδόν πενήντα χρόνια τον σημαντικότερο εργοδότη στην Επαρχία
Πάφου. Λεπτομερή στοιχεία για τη δραστηριότητα της CSCC, περιλαμβανομένης
της ετήσιας παραγωγής μεταλλεύματος και τελικών προϊόντων, δίδονται στις
Ετήσιες Εκθέσεις της Υπηρεσίας Μεταλλείων για την περίοδο 1925-1979. Πληρο-
φορίες για την ίδια εταιρεία παρέχονται επίσης από τους Cullis and Edge (1927)
και Gordon-Smith (1959, 1961 και 2001). Τα μεταλλευτικά και γεωλογικά σχέδια
διαφόρων περιόδων από το αρχείο της ΕΜΕ και το Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπη-
σης της Κυβερνήσεως χρησιμοποιήθηκαν για να παραχθούν σύνθετοι χάρτες που
απεικονίζουν τα μεταλλευτικά έργα σε διάφορες περιόδους. Οι ανωτέρω πηγές
και οι σύνθετοι χάρτες χρησιμοποιήθηκαν για την περιγραφή των έργων της CSCC
όπως αυτή παρουσιάζεται στα Κεφάλαια 2 και 3.
Αποφασιστικής σημασίας για την ανάπτυξη της κυπριακής μεταλλευτικής βιομηχα-
νίας στις αρχές του 20ού αιώνα υπήρξε η επίσκεψη στην Κύπρο το 1912 του Αμερι-
κανού γεωλόγου και prospector Charles Godfrey Gunther στα πλαίσια διερευνητικού
ταξιδίου του στη Μέση Ανατολή αφού είχε πληροφορηθεί ότι υπήρχαν αξιόλογες
ενδείξεις αρχαίων εκμεταλλεύσεων χαλκού στη Χερσόνησο του Σινά. Σε ενδιάμεσο
σταθμό στο Λονδίνο πληροφορήθηκε για τις δραστηριότητες των Άγγλων στην
Κύπρο στην περιοχή της Λίμνης και έτσι περιέλαβε και την Κύπρο στο ταξίδι του.
Φθάνοντας στην Κύπρο επισκέφθηκε την περιοχή του Μοναστηριού της Παναγίας
της Σκουριώτισσας, όπου τον είχαν πληροφορήσει ότι υπήρχαν εκτεταμένοι σωροί
αρχαίων σκωριών, εξ ου και το όνομα της Μονής, καθώς επίσης και την περιοχή
του Μαυροβουνίου νοτίως της Λεύκας. Επισκέφθηκε επίσης την περιοχή της Λίμνης
όπου οι Άγγλοι τον ξενάγησαν στα μεταλλευτικά τους έργα. Με την οικονομική υπο-
στήριξη των συνεργατών του στην Αμερική, εξασφάλισε ερευνητική άδεια για την
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 18
περιοχή Σκουριώτισσας και Μαυροβουνίου. Μέχρι τον Ιούλιο του 1914 εντόπισε
το κοίτασμα της Σκουριώτισσας στον λόφο της Φουκάσας. Το 1915 εξασφάλισε
Μεταλλευτική Μίσθωση η οποία εκδόθηκε στο όνομα της εταιρείας Cyprus Mines
Corporation (CMC) η οποία ήταν καθαρά Αμερικανικών συμφερόντων και εγγεγραμ-
μένη στη Νέα Υόρκη. Περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με τα πρώτα χρόνια
τη CMC δίδονται από τον Lavender (1962) και από τους Cullis and Edge (1927).
Η Cyprus Mines Corporation άρχισε την παραγωγική της δραστηριότητα το 1921
από το μεταλλείο της Σκουριώτισσας, που ήταν επίσης γνωστό και ως μεταλλείο
της Φουκάσας, δίπλα στη Μονή της Σκουριώτισσας και σταδιακά εξελίχθηκε στη
μεγαλύτερη μεταλλευτική εταιρεία στην Κύπρο. Το εν λόγω μεταλλείο άρχισε με
υπόγεια εκμετάλλευση, που διήρκεσε μέχρι το 1940 και αργότερα από το 1962
μέχρι το 1973 συνέχισε με υπαίθρια εκμετάλλευση. Το 1919 η CMC εντόπισε το
κοίτασμα του Μαυροβουνίου κοντά στο χωριό Λεύκα, του οποίου η εκμετάλλευση
έγινε αποκλειστικά υπογείως από το 1929 μέχρι το 1969. Την περίοδο 1968-1973
εκμεταλλεύτηκε με επιφανειακή εξόρυξη τα μικρά κοιτάσματα στο Απλίκι (Λεύκας)
και το κοίτασμα «Λεύκα Α».
Το 1971, λόγω της εξάντλησης των κοιτασμάτων χαλκούχων πυριτών η CMC άρχισε
την εκμετάλλευση του χαμηλής περιεκτικότητας χαλκούχου κοιτάσματος ‘Φοίνιξ’
που βρισκόταν δυτικά και εφάπτετο του μεταλλείου της Σκουριώτισσας. Για τον
εμπλουτισμό του μεταλλεύματος αυτού εφήρμοσε τη μέθοδο pressure leaching
αντί της μεθόδου της επίπλευσης (froth flotation), που χρησιμοποιείτο πάντοτε
για τα μεταλλεύματα χαλκούχων πυριτών. Η εκμετάλλευση αυτή διεκόπη το 1974
λόγω της Τουρκικής Εισβολής.
Λεπτομερή στοιχεία αναφορικά με την ερευνητική, μεταλλευτική και βιομηχανική
δραστηριότητα της CMC, περιλαμβανομένων λεπτομερών στοιχείων από την παρα-
γωγή των μεταλλείων και εργοστασίων εμπλουτισμού της, δίδονται στις Ετήσιες Εκθέ-
σεις της Υπηρεσίας Μεταλλείων της Κυβερνήσεως. Μετά την αποχώρηση της CMC
από την Κύπρο το 1974 και εν όψει του ενδιαφέροντος της ΕΜΕ για τη συνέχιση των
μεταλλευτικών δραστηριοτήτων στην περιοχή της Σκουριώτισσας, η ΕΜΕ ίδρυσε τη
θυγατρική εταιρεία Hellenic Copper Mines (HMC). Βασική πρόθεση της HCM ήταν η
συνέχιση της εκμετάλλευσης στη Σκουριώτισσα και στο Απλίκι και ενδεχομένως στο
Μαυροβούνι. Για τούτο η ΕΜΕ μερίμνησε και εξασφάλισε από την CMC το τεχνικό
αρχείο που περιλάμβανε στοιχεία για τις δραστηριότητες της τελευταίας στις διάφο-
ρες περιοχές της Κύπρου που εργάστηκε μέχρι την αποχώρησή της.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 19
Για τη συγγραφή του παρόντος βιβλίου λήφθηκαν σχέδια και άλλα στοιχεία των
μεταλλευτικών έργων σε διάφορες περιόδους από το τεχνικό αρχείο της ΕΜΕ στα
μεταλλεία Σκουριώτισσας, Μαυροβουνίου, Απλικίου, Νοτίου Μαθιάτη, Βορείου
Μαθιάτη και ‘Φοίνιξ’ και σχεδιάστηκαν σύνθετοι χάρτες που συνοψίζουν την εξέ-
λιξη των ερευνητικών και παραγωγικών εργασιών από την CMC. Πέραν αυτών χρη-
σιμοποιήθηκε η έκθεση με τίτλο: «Feasibility Study-Refractory Marginal Materials
- Cyprus - 1970». Όλα τα ανωτέρω στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν στην περιγραφή των
δραστηριοτήτων της εταιρείας CMC στα κεφάλαια 2 και 3.
Η αγγλική κυβέρνηση έλαβε πολύ σοβαρά υπόψη τα μεταλλευτικά δρώμενα στην
Κύπρο κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και φρόντισε να αποκτήσει ολο-
κληρωμένη αντίληψη για τις οικονομικές δυνατότητες της Αποικίας της στον τομέα
των χαλκούχων μεταλλευμάτων. Για τον σκοπό αυτό το 1921 απέστειλε στην Κύπρο
διμελή αποστολή από το Royal School of Mines του Λονδίνου αποτελούμενη από
τους Professor C. Gilbert Cullis, γεωλόγο, και A. Broughton Edge, μεταλλειολόγο, με
εντολή από τον τότε Secretary of State W. Churchill “to examine and report upon the
cupriferous deposits of Cyprus” [να εξετάσει και να κάνει αναφορά για τα χαλκούχα
κοιτάσματα της Κύπρου]. Η αποστολή αυτή παρέμεινε στην Κύπρο για περίοδο τριών
περίπου μηνών και τον Μάιο του 1922 υπέβαλε στο Colonial Office μακροσκελή
Έκθεση με τίτλο «Report on the Cupriferous Deposits of Cyprus» (Cullis and Edge,
1927). Κατά την παραμονή τους στην Κύπρο οι Cullis και Edge φιλοξενήθηκαν από
τις μεταλλευτικές εταιρείες στη Σκουριώτισσα και στη Λίμνη όπου, όπως ανέφεραν,
τους δόθηκαν λεπτομερείς πληροφορίες αναφορικά με τις τότε δραστηριότητές
τους. Σημαντική υποστήριξη και βοήθεια τους προσφέρθηκε από το Department
of Public Works της Αποικίας, το οποίο χειρίζετο τότε τα θέματα των ερευνητικών
αδειών και μεταλλευτικών μισθώσεων, πριν την καθιέρωση της θέσης του Επιθε-
ωρητού Μεταλλείων (Inspector of Mines). Η Έκθεση των Cullis και Edge ήταν το
πρώτο αξιόλογο κείμενο που εξεδόθη για τα χαλκούχα κοιτάσματα της Κύπρου και
έδωσε μια πλήρη εικόνα για τα τεκταινόμενα στον τομέα των χαλκούχων πυριτών
την εποχή εκείνη και για τις δυνατότητες που υπήρχαν για την αξιοποίησή τους.
Αναμφίβολα, οι εξελίξεις στην Κύπρο περιήλθαν στην αντίληψη και άλλων ξένων
μεταλλευτικών οργανισμών, οι οποίοι απέστειλαν αντιπροσωπείες από γεωεπιστή-
μονες με σκοπό τη διερεύνηση της δυνατότητας επέκτασης των εργασιών τους στην
Κύπρο. Οι κυριότερες ξένες εταιρείες που ήλθαν στην Κύπρο, εκτός της CMC και της
CSCC που αναφέρθηκαν προηγουμένως, ήταν η Pyrites Company (που αργότερα
ονομάστηκε Rio Tinto) από την Αγγλία, η American Smelting and Refining Corporation
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 20
από τις ΗΠΑ και η Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων & Λιπασμάτων
από την Ελλάδα. Οι πρώτες δύο εταιρείες, λόγω μη ικανοποιητικών ερευνητικών
αποτελεσμάτων εγκατέλειψαν την Κύπρο μετά από σύντομο χρονικό διάστημα.
Η Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων & Λιπασμάτων (ΑΕΕΧΠ&Λ) ιδρύ-
θηκε το 1909 με έδρα την Αθήνα από τους Ν. Κανελλόπουλο και Δ. Ζαχαρίου και
σκοπός της ήταν η παραγωγή και εμπορία μεταλλευτικών προϊόντων, λιπασμάτων
και γενικά χημικών προϊόντων. Περισσότερα στοιχεία για την ίδρυση και λειτουρ-
γία της ΑΕΕΧΠ&Λ δίδονται από τον Χατζιώτη (2005) και στη μελέτη των Μαΐστρου
και άλλων (2007). Αναμφίβολα, η διεύθυνση της εταιρείας πληροφορήθηκε για
τις μεταλλευτικές δραστηριότητες των ξένων εταιρειών στην Κύπρο από τους εδώ
αντιπροσώπους των προϊόντων τους, που ήταν ο εμπορικός οίκος Ν. Π. Λανίτη στη
Λεμεσό, με αποτέλεσμα το 1923 να αποστείλουν στην Κύπρο ομάδα γεωεπιστη-
μόνων για να διερευνήσουν το ενδεχόμενο επεκτάσεως των δραστηριοτήτων τους
στο νησί. Από το 1926 η ΑΕΕΧΠ&Λ άρχισε να δραστηριοποιείται πολύ εντατικά
στην Κύπρο, πρώτα με αριθμό ερευνητικών αδειών και αργότερα με μεταλλευτικές
μισθώσεις για χαλκούχα και άλλα ορυκτά σε πολλές περιοχές που αναφέρονται πιο
κάτω. Το 1946 η μητρική εταιρεία στην Ελλάδα ήταν στα πρόθυρα χρεοκοπίας και
ο τότε ιδιοκτήτης του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της Αλέξανδρος Κανελ-
λόπουλος προσέγγισε τον Έλληνα μεγαλοβιομήχανο Πρόδρομο Μποδοσάκη-Αθα-
νασιάδη και τον ρώτησε αν τον ενδιέφερε να το αγοράσει. Ο Μποδοσάκης, που
όπως ανέφερε ο ίδιος περίμενε αυτή την προσφορά, την αποδέχθηκε και από τον
Οκτώβριο του 1946 έγινε ο πρώτος μεγαλομέτοχος της ΑΕΕΧΠ&Λ με δεύτερο την
Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Χατζιώτης, 2005). Το 1948 η ΑΕΕΧΠ&Λ ίδρυσε στην
Κύπρο την Hellenic Mining Company Ltd. (Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία Λτδ. -
ΕΜΕ) στην οποία μεταβίβασε όλο το ενεργητικό της στην Κύπρο για να εξελιχθεί
σταδιακά σε μεγάλο Βιομηχανικό Συγκρότημα με ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων.
Στον μεταλλευτικό τομέα η ΑΕΕΧΠ&Λ πρώτα ασχολήθηκε από το 1937 με την εκμε-
τάλλευση χαλκούχων πυριτών στην περιοχή Ασγάτας – Καλαβασού, όπου λειτούργη-
σαν πέντε μεταλλεία. Για την επεξεργασία και τον εμπλουτισμό του μεταλλεύματος
ανήγειρε εγκαταστάσεις τριβείου και εμπλουτισμού στην ακτή του Βασιλικού και
συνέδεσε την περιοχή των μεταλλείων με το Βασιλικό με σιδηροδρομική γραμμή
μήκους 11 χιλιομέτρων. Για τη φόρτωση των τελικών προϊόντων σε πλοία το 1937
κατασκεύασε εγκαταστάσεις εναέριου σιδηροδρόμου στην ακτή του Βασιλικού και
για τη διαμονή των μεταλλωρύχων και των εργατοϋπαλλήλων της ανήγειρε συνοι-
κισμούς στην τοποθεσία Πλατειές της Ασγάτας και στο Βασιλικό. Στην περιοχή
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 21
Μιτσερού – Αγροκηπιάς, ως ΕΜΕ πλέον, λειτούργησε κατά περιόδους από το 1951
μέχρι το 1978 τα μεταλλεία Αγροκηπιάς, Κοκκινοπεζούλας και Κοκκινόγιας και για
την επεξεργασία του μεταλλεύματος ανήγειρε και δεύτερο εργοστάσιο εμπλουτι-
σμού στο Μιτσερό και δύο συνοικισμούς για το προσωπικό. Το 1960 κατασκεύασε
γερανογέφυρα για τη φόρτωση των μεταλλευτικών προϊόντων σε πλοία στην ακτή
του Καραβοστασίου στον Κόλπο της Μόρφου. Με κέντρο τις εγκαταστάσεις στο
Μιτσερό η ΕΜΕ διεξήγαγε εκμεταλλεύσεις στα μεταλλεία Μεμί, Σιάς, Μαθιάτη,
Αναλιόντα και σε άλλα μικρότερα μεταλλεία.
Όλη η μεταλλευτική δραστηριότητα που αναφέρθηκε πιο πάνω είχε ως αντικείμενο
τα μεταλλεύματα χαλκούχων πυριτών. Τα τελικά προϊόντα που έχουν παραχθεί ήταν
κατά 90% συμπυκνώματα πυρίτη και χαλκούχου πυρίτη (με <1.5% σε χαλκό) που
καταναλώνονταν στην παραγωγή θειικού οξέος. Το υπόλοιπο 10% ήταν συμπύκνωμα
χαλκού (με 18-23% σε χαλκό) παραγόμενο συνήθως ως υποπροϊόν της παραγωγής
του πυρίτη και καταναλωνόταν στη μεταλλουργία του χαλκού και μετά του θειικού
οξέος. Από τα ανωτέρω διαφαίνεται η άμεση εξάρτηση της μεταλλευτικής βιομηχανίας
των χαλκούχων πυριτών από τη βιομηχανία παραγωγής θειικού οξέος. Κατά συνέ-
πεια, όταν περί τη δεκαετία του 1970 οι μονάδες παραγωγής θειικού οξέος άρχισαν
να χρησιμοποιούν άλλες χαμηλότερου κόστους και πλέον αποδοτικές μορφές πρώ-
των υλών θείου, όπως για παράδειγμα το Frasch Sulphur από κοιτάσματα καθαρού
θείου και υποπροϊόντα από την επεξεργασία (refinement) του πετρελαίου και του
φυσικού αερίου, τούτο είχε άκρως αρνητικές συνέπειες στην κατανάλωση των πυρι-
τών και κατά συνέπεια στη μεταλλευτική παραγωγή τους. Στο σημείο αυτό πρέπει να
σημειωθεί ότι η ΕΜΕ αντιλήφθηκε έγκαιρα την εξέλιξη αυτή στην αγορά των πυριτών
και προσπάθησε να την αντιμετωπίσει με τη δημιουργία στην Κύπρο γύρω στο 1980
των Ελληνικών Χημικών Βιομηχανιών, οι οποίες θα κατανάλωναν κυπριακό πυρίτη.
Δυστυχώς όμως το έργο αυτό λειτούργησε για σύντομο χρονικό διάστημα και κατόπιν
διέκοψε τις εργασίες του. Το γενικό συμπέρασμα από τα ανωτέρω είναι ότι η μεταλ-
λευτική βιομηχανία των χαλκούχων πυριτών στην Κύπρο δεν τερματίστηκε λόγω εξά-
ντλησης αποθεμάτων αλλά εξαιτίας της έλλειψης αγοράς συμπυκνωμάτων πυρίτη.
Μετά τον τερματισμό της εκμετάλλευσης χαλκούχων πυριτών πραγματοποιήθηκε
στη Σκουριώτισσα παραγωγή καθαρού μεταλλικού χαλκού με την εκμετάλλευση
από την Hellenic Copper Mines (HCM) του κοιτάσματος ‘Φοίνιξ’ καθώς επίσης και
άλλων μικρότερων συγκεντρώσεων στην ευρύτερη περιοχή που είχε εγκαταλείψει
το 1974 η CMC, με την εφαρμογή της τεχνολογίας Leaching, Solvent Extraction
– Electrowinning. Η δραστηριότητα αυτή διήρκεσε από το 1996 μέχρι το 2019.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 22
Λεπτομερή στοιχεία αναφορικά με την ερευνητική, μεταλλευτική και βιομηχανική
δραστηριότητα της ΕΜΕ, περιλαμβανομένων λεπτομερών στοιχείων από την παρα-
γωγή των μεταλλείων και εργοστασίων εμπλουτισμού της, δίδονται στις Ετήσιες
Εκθέσεις της Υπηρεσίας Μεταλλείων της Κυβερνήσεως. Πέραν αυτών χρησιμοποιή
θηκαν οι ακόλουθες εσωτερικές εκθέσεις και άλλες εκθέσεις που βρίσκονται στο
αρχείο της ΕΜΕ: Μούσουλος (1947 και 1956), Αδαμίδης (1978, 1980 και 1983),
Χριστοφόρου (1976α και 1976β), Μούσουλος (1967-1981 - Σημειώματα Αρ. 1 - Αρ.
25), Adamides (1983), Maliotis and Christoforou (1976), Maliotis and Christoforou
(1974), και Maliotis (1977). Τα μεταλλευτικά σχέδια διαφόρων περιόδων των μεταλ-
λείων των περιοχών Ασγάτας-Καλαβασού, Αγροκηπιάς-Μιτσερού, Σιάς, Μαθιάτη,
Μεμί-Αλεστού, Καμπιών, Καπέδων και Αμπελικού χρησιμοποιήθηκαν για τον σχεδι-
ασμό σύνθετων χαρτών για την περιγραφή των κατά καιρούς μεταλλευτικών έργων
στα αντίστοιχα μεταλλεία στην παραγωγή χαλκούχων πυριτών που περιγράφονται
στο Κεφάλαιο 2.
Στον τομέα των χαλκούχων πυριτών δραστηριοποιήθηκαν και άλλες μικρότερες
εταιρείες, όπως η Kambia Mines Ltd. την περίοδο 1968-1976 με τρία μεταλλεία
κοντά στα χωριά Καμπιά και Καπέδες, η εταιρεία Berdy Mining Company Ltd. την
περίοδο 1955-1960 και το 1974 κοντά στο χωριό Τρούλλοι της Επαρχίας Λάρνακας
και η εταιρεία Maconda Ltd. το 1988 κοντά στο χωριό Βρέτσια της Επαρχίας Πάφου.
Στοιχεία για τις εργασίες των εταιρειών αυτών δίδονται στις σχετικές Ετήσιες Εκθέ-
σεις της Υπηρεσίας Μεταλλείων.
2. Χρυσός και Άργυρος
Η εκμετάλλευση χρυσοφόρων και αργυροφόρων μεταλλευμάτων στην Κύπρο άρχισε
το 1932 όταν οι μεταλλειολόγοι και γεωλόγοι της CMC, ωθούμενοι από την τότε
μείωση στη ζήτηση χαλκούχων πυριτών, διερεύνησαν και επέτυχαν τον διαχωρισμό
του χρυσού και του αργύρου από ένα περίεργο υλικό που εντοπίστηκε το 1919 στα
υπόγεια μέτωπα στο μεταλλείο της Σκουριώτισσας που διαπιστώθηκε ότι περιείχε
αξιόλογες συγκεντρώσεις των ευγενών μετάλλων. Το υλικό αυτό, λόγω της οξύτη-
τάς του, έκαιε τα άρβυλα και τα ρούχα των μεταλλωρύχων, γι’ αυτό το ονόμασαν
«Διαβολόλασπη» (Devil’s Mud), ονομασία που καθιερώθηκε για το συγκεκριμένο
χρυσοφόρο μετάλλευμα. Η επιτυχία αυτή της CMC άνοιξε μια νέα σελίδα στη μεταλ-
λευτική βιομηχανία και στην οικονομία της Κύπρου την περίοδο 1933-1944. Η ίδια
η CMC εντόπισε και εκμεταλλεύτηκε χρυσοφόρα μεταλλεύματα, εκτός από τη Σκου-
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 23
ριώτισσα, στο Απλίκι (Λεύκας), Μαθιάτη, Στρογγυλό (Νότιο Μαθιάτη), Αγγλισίδες
και σε άλλες μικρότερες εμφανίσεις. Στοιχεία για τη δραστηριότητα της CMC στον
τομέα αυτό δίδονται στον Lavender (1965) και στις Ετήσιες Εκθέσεις της Υπηρεσίας
Μεταλλείων που αναφέρονται στην περίοδο αυτή και στις ακόλουθες εσωτερικές
εκθέσεις της CMC στο αρχείο της ΕΜΕ: CMC (1937, 1938a, 1938b, 1938c).
Με την εκμετάλλευση χρυσοφόρων μεταλλευμάτων ασχολήθηκε εντατικά και η
ΑΕΕΧΠ&Λ την περίοδο 1936-1946 πρώτα με κέντρο το Μιτσερό όπου ανήγειρε εργο-
στάσιο επεξεργασίας και μετά το 1940 με κέντρο το Βασιλικό. Η παραγωγή χρυσού
και αργύρου από την ΑΕΕΧΠ&Λ έγινε στα μεταλλεία στην Αγροκηπιά, Κοκκινόγια
(Μιτσερό), Αλεστό (Ξυλιάτο), Κοκκινοβούναρο (Καπέδες), Σιά, Άγιο Ευτύχιο (Σιά),
Τουρουντζιά (Κάτω Λεύκαρα) και σε άλλα μικρότερα μεταλλεία. Εκμετάλλευση
παρόμοιων μεταλλευμάτων πραγματοποιήθηκε και στην περιοχή της Λίμνης κατά
την περίοδο 1939-1944 από την εκεί εταιρεία Cyprus Sulphur and Copper Company
παράλληλα με την ενασχόλησή της με την εκμετάλλευση των χαλκούχων πυριτών.
Εκμετάλλευση χρυσού και αργύρου πραγματοποιήθηκε και πάλι στη Σκουριώτισσα
την περίοδο 1979-1982 από την ΕΜΕ και αργότερα την περίοδο 2017-2019 από την
Hellenic Copper Mines. Στοιχεία για την εκμετάλλευση των χρυσοφόρων κοιτασμάτων
από τις πιο πάνω εταιρείες δίδονται στις αντίστοιχες Ετήσιες Εκθέσεις της Υπηρεσίας
Μεταλλείων και στο τεχνικό αρχείο της ΕΜΕ που περιλαμβάνει σημειώματα των J.
Vermeiren (1938α, 1938β και 1938γ) για τις περιοχές Κοκκινόγιας, Αγροκηπιάς και
Αλεστού, Yiouskin (1937α και 1937β) για τις περιοχές Κοκκινοβούναρου και Σιάς, και
Χ. Μαραγκού (1940α και 1940β) για τις περιοχές Αγίου Ευτυχίου και Τουρουντζιάς.
3. Αμίαντος
Μια άλλη σημαντική μεταλλευτική δραστηριότητα που πραγματοποιήθηκε στην
Κύπρο ήταν η εξόρυξη αμιάντου από μεγάλο κοίτασμα στο κεντρικό μέρος του Τροό-
δους σε υψόμετρο 1.300-1.500 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Όπως και
στην περίπτωση των χαλκούχων πυριτών, έτσι και στον αμίαντο η σύγχρονη μεταλ-
λευτική δραστηριότητα για την αξιοποίησή του αρχίζει μετά την προσάρτηση της
Κύπρου από την Αγγλία το 1878. Η συστηματική εκμετάλλευση του αμιάντου φαί-
νεται να άρχισε από το 1904, αλλά επίσημα στοιχεία υπάρχουν από το 1925 όπου
ίσχυε μεταλλευτική μίσθωση επ’ ονόματι της Cyprus Asbestos Company Ltd. Μετά
από δύο ενδιάμεσες αλλαγές στην ιδιοκτησία της εταιρείας τελικά το μεταλλείο
περιήλθε στην εταιρεία Cyprus Asbestos Mines Ltd η οποία το λειτούργησε μέχρι
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 24
το 1986. Τελικά το μεταλλείο περιήλθε στην ιδιοκτησία της Ιεράς Μητροπόλεως
Λεμεσού και τερμάτισε τη λειτουργία του το 1988.
Η διακοπή της εκμετάλλευσης ήταν περισσότερο αποτέλεσμα της δραματικής μείω-
σης στην κατανάλωση του αμιάντου διεθνώς, όταν διαπιστώθηκε ότι η εισπνοή των
ινών του είναι εξαιρετικά επιβλαβής για την υγεία. Επειδή η μακροχρόνια εκμετάλ-
λευση δημιούργησε σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα στην ευρύτερη περιοχή,
με πρωτοβουλία και δαπάνες του Κράτους άρχισε να πραγματοποιείται ένα εντυπω-
σιακό έργο αποκατάστασης και δενδροφύτευσης της περιοχής και σταθεροποίησης
των σωρών των στείρων, το οποίο υπολογίζεται να συμπληρωθεί μέχρι το 2035.
Λεπτομερή στοιχεία για τη δραστηριότητα εκμετάλλευσης του Αμιάντου δίδονται
στις Ετήσιες Εκθέσεις της Υπηρεσίας Μεταλλείων για την περίοδο 1925-2018. Χρη-
σιμοποιήθηκαν επίσης στοιχεία από τις εργασίες των Sagui (1925) και Whitworth
(1928), Wilson and Ingham (1959), και εκθέσεις της εταιρείας Seltrust Engineering
(1980, 1981α, 1981β και 1982).
4. Χρωμίτες
Η εκμετάλλευση χρωμίτη στο Τρόοδος άρχισε το 1924 από τις εταιρείες Troodos
Chrome and Asbestos Ltd και την Eastern Minerals Company Ltd. Η πρώτη εται-
ρεία τερμάτισε την ενασχόλησή της με την εκμετάλλευση χρωμίτη το 1929, ενώ
η Eastern Minerals Company Ltd. εξαγοράστηκε τον ίδιο χρόνο από τη γερμανική
εταιρεία Deutsche Orient Gruben Gesellschaft (DOGG). Το 1931 η DOGG ενέγραψε
στην Κύπρο την Cyprus Chrome Company Ltd., στην κατοχή της οποίας περιήλθαν οι
σημαντικότερες εμφανίσεις χρωμίτη του Τροόδους. Στα επόμενα χρόνια η εν λόγω
εταιρεία εντατικοποίησε τις ερευνητικές και παραγωγικές προσπάθειές της στην
περιοχή του Κοκκινορότσου, το οποίο σταδιακά έγινε το σημαντικότερο μεταλλείο
χρωμίτη της περιοχής. Τη δεκαετία του 1930 κατασκεύασε τα βασικά έργα υποδο-
μής όπως το Κεντρικό Πηγάδι σε υψόμετρο 1.760 μ., ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό,
εργοστάσιο εμπλουτισμού στον Άγιο Νικόλαο, εναέριο σιδηρόδρομο μήκους 3.200
μέτρων που λειτουργούσε μέχρι το 1954, για τη μεταφορά μεταλλεύματος από το
Κεντρικό Πηγάδι στο εργοστάσιο εμπλουτισμού. Μέχρι το 1961 είχαν διανοιχθεί
και οι δύο μεγάλες στοές σε χαμηλότερα υψόμετρα, στα 1453 και 1305 μέτρα και
συμπληρώθηκε έτσι η βασική δομή του μεταλλείου.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 25
Το 1964 τα μεταλλεία χρωμίτη μαζί με όλες τις εγκαταστάσεις τους αγοράστηκαν
από την ΕΜΕ, η οποία συνέχισε τη λειτουργία τους, τόσο στο μεγάλο μεταλλείο
Κοκκινορότσου, όσο και στα μικρότερα μεταλλεία Καννούρων και Χατζηπαύλου.
Μετά τη διαπίστωση ότι το κοίτασμα του χρωμίτη στο μεταλλείο Κοκκινορότσου
συνεχίζει πιο κάτω από το επίπεδο των 1.305 μέτρων, το 1979 η ΕΜΕ επιχείρησε να
επεκτείνει την εκμετάλλευση σε χαμηλότερα επίπεδα με τη διάνοιξη νέας στοάς σε
υψόμετρο 1.153 μέτρα. Για τεχνικούς λόγους τούτο δεν επετεύχθη και η εκμετάλ-
λευση του χρωμίτη στην περιοχή του Τροόδους τερματίστηκε το 1984.
Μικρής κλίμακας εκμετάλλευση χρωμίτη έγινε και στην περιοχή του Δάσους Λεμε-
σού κοντά στο χωριό Αψιού τη δεκαετία του 1960 από ξένη εταιρεία.
Πληροφορίες για τη μεταλλευτική δραστηριότητα στον τομέα των χρωμιτών περι-
λαμβάνονται στις Ετήσιες Εκθέσεις της Υπηρεσίας Μεταλλείων από το 1925 μέχρι
το 1984 και στις εσωτερικές εκθέσεις στο αρχείο της ΕΜΕ: Μαλιώτης (1976) Maliotis
(1976), Μαλιώτης (1992), Μούσουλος, Μαλιώτης και Μιχαηλίδης (1979) και Μιχα-
ηλίδης (1983), καθώς επίσης και στα σχέδια των εκμεταλλεύσεων των μεταλλείων
του χρωμίτη τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον σχεδιασμό των σύνθετων χαρτών
με τα οποία περιγράφονται οι μεταλλευτικές εργασίες.
5. Μαγνησίτης (Λευκόλιθος)
Ο Μαγνησίτης είναι ανθρακικό μαγνήσιο και είναι ένα βιομηχανικό ορυκτό που χρη-
σιμοποιείται στην κατασκευή πυρίμαχων υλικών. Το χρώμα του Μαγνησίτη ποικίλλει
από λευκό μέχρι μαύρο ανάλογα με τις προσμίξεις που ενδέχεται να περιέχει. Όταν
το χρώμα του είναι λευκό, όπως τυγχάνει να είναι στην Ελλάδα και στην Κύπρο ονο-
μάζεται και «Λευκόλιθος». Η γένεσή του είναι αποτέλεσμα αλλοιώσεως των υπερβα-
σικών πετρωμάτων, ως εκ τούτου πρόκειται για ένα από τα οικονομικά ορυκτά που
απαντώνται και σε οφιολιθικά συμπλέγματα. Στην Κύπρο, το συγκεκριμένο ορυκτό
βρίσκεται στον Ακάμα και στο Δάσος Λεμεσού. Στον Ακάμα έγιναν παλαιότερα σε
διάφορες περιόδους μικρής κλίμακας εκμεταλλεύσεις και πιο πρόσφατα περί το 1980
έρευνες για τον εντοπισμό αποθεμάτων. Αν και διαπιστώθηκε επέκταση της μεταλ-
λοφορίας σε βάθος, η ποιότητά της ήταν ακατάλληλη για βιομηχανικούς σκοπούς
και έτσι περαιτέρω προσπάθεια στον τομέα αυτό εγκαταλείφθηκε. Αναφορές στις
κατά καιρούς εργασίες στις εμφανίσεις Μαγνησίτη υπάρχουν στις Ετήσιες Εκθέσεις
της Υπηρεσίας Μεταλλείων και στην εσωτερική έκθεση: Maliotis (1976), στη μελέτη
Illich and Maliotis (1986), καθώς και στη χαρτογράφηση των παλαιών υπογείων
έργων που πραγματοποιήθηκαν από την ΕΜΕ και περιλαμβάνεται στα αρχεία της.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 26
Στα Κεφάλαια που ακολουθούν περιγράφονται τριάντα ένα μεταλλεία χαλκούχων
πυριτών, δεκατρία μεταλλεία χρυσού και αργύρου, τέσσερα μεταλλεία χρωμιτών,
ένα μεταλλείο αμιάντου και ένα μεταλλείο λευκολίθου (μαγνησίτη). Αναμφίβολα, η
εκμετάλλευση και η εξαγωγή των προϊόντων από όλα αυτά τα μεταλλεία συνέβαλε
σημαντικά στην κυπριακή οικονομία, ιδιαίτερα κατά το πρώτον ήμισυ του 20ού
αιώνα, όπου οι εξαγωγές άλλων προϊόντων ήταν πολύ περιορισμένες και αφορού-
σαν βασικά μερικά γεωργικά προϊόντα. Η λεπτομερής εξέταση του θέματος αυτού
δεν εμπίπτει στα πλαίσια της παρούσας μελέτης. Εξάλλου είναι εξαιρετικά δύσκολη
έως αδύνατη διότι οι κυριότεροι μεταλλευτικοί οργανισμοί ήταν ξένες εταιρείες και
μέχρι το 1960 η Κύπρος ήταν αποικία του Ηνωμένου Βασιλείου. Όμως μια απλή
ένδειξη της συμβολής της Μεταλλευτικής Βιομηχανίας είναι η αξία των εξαγωγών
των μεταλλευτικών προϊόντων ανά έτος ως ποσοστό των συνολικών εξαγωγών.
Τούτο δεικνύεται παραστατικά στο Σχήμα 1.1 για την περίοδο από το 1930, όπου
υπάρχουν στατιστικά στοιχεία για τις συνολικές εξαγωγές, μέχρι το 1980. Η σημα-
ντική αύξηση που σημειώθηκε μετά το 1930 οφείλεται στις εξαγωγές των χρυσοφό-
ρων συμπυκνωμάτων, η δε απότομη μείωση που ακολούθησε είναι συνέπεια του
Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά τον Πόλεμο, την περίοδο 1949-1963 οι εξαγωγές
μεταλλευμάτων υπερέβαιναν το 50% των συνολικών εξαγωγών της Κύπρου. Όπως
ήταν φυσικό, μετά την Ανεξαρτησία το 1960 και την ανάπτυξη της μεταποιητικής
βιομηχανίας και της γεωργίας, η ποσοστιαία συμβολή της μεταλλευτικής βιομηχα-
νίας στις εξαγωγές άρχισε να μειώνεται μέχρι το 1974 όταν υπέστη το βαρύτατο
πλήγμα που επέφερε η Τουρκική Εισβολή. Συνέπεια αυτής ήταν η άμεση διακοπή
της δραστηριότητας της Cyprus Mines Corporation και η στέρηση στην ΕΜΕ των
εγκαταστάσεων φόρτωσης στο Καραβοστάσι από τις οποίες εξήγαγε τα προϊόντα
που παρήγοντο στο εργοστάσιο εμπλουτισμού Μιτσερού και στα μεταλλεία Χρω-
μίτου. Έτσι η ΕΜΕ αναγκαστικά έκανε τις εξαγωγές της από τις εγκαταστάσεις της
στο Βασιλικό με αποτέλεσμα να αυξηθούν τα μεταφορικά κόστη. Στο σημείο αυτό
υπενθυμίζεται ότι την ίδια εποχή αυξήθηκαν σημαντικά οι τιμές στα καύσιμα, γεγο-
νός που κατέστησε την ανταγωνιστικότητα των κυπριακών μεταλλευτικών προϊόντων
ακόμη δυσκολότερη. Πέραν αυτών, στις αρχές της δεκαετίας του 1970 είχε αρχίσει να
επηρεάζεται σοβαρά η κατανάλωση πυρίτη στην παγκόσμια βιομηχανία παραγωγής
θειικού οξέος λόγω άλλων φθηνότερων πηγών θείου. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα τη
σταδιακή μείωση των εξαγωγών χαλκούχων πυριτών και τον πλήρη τερματισμό της
συγκεκριμένης βιομηχανικής δραστηριότητας το 1988. Την ίδια εποχή τερμάτισε τη
λειτουργία του το μεταλλείο Αμιάντου.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 27
Γ. ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΟΦΙΟΛΙΘΙΚΟΥ
ΣΥΜΠΛΕΓΜΑΤΟΣ ΤΡΟΟΔΟΥΣ
Ο μεταλλευτικός πλούτος της Κύπρου, που απετέλεσε αντικείμενο εκμετάλλευσης
στα διάφορα μεταλλεία που περιγράφονται στο παρόν βιβλίο, συνίσταται από
μιαν ομάδα ορυκτών που, παρότι φαινομενικά διαφέρουν μεταξύ τους, εντούτοις
έχουν κοινή πηγή προέλευσης που είναι το Οφιολιθικό Σύμπλεγμα του Τροόδους.
Το εν λόγω Σύμπλεγμα που σχηματίζει την Οροσειρά του Τροόδους καταλαμβάνει
το κεντρικό και μεγαλύτερο μέρος του νησιού και φθάνει σε υψόμετρο τα 2.000
μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας.
Ο όρος «Οφιολιθικό Σύμπλεγμα» ή απλά «Οφιόλιθος» (στα αγγλικά ophiolite) είναι διε-
θνής και αναφέρεται σε μια ειδική ομάδα πετρωμάτων με κοινή προέλευση που διαθέτει
μια ποικιλία χρωματισμών που ομοιάζουν με φίδι (όφις). Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται
ευρύτατα διεθνώς και αναφέρεται στην ομάδα πετρωμάτων που συνιστούν τον Ωκεάνιο
Φλοιό και τμήμα του Ανωτέρου Μανδύα της Γης και τα οποία εκτίθενται σήμερα στην
επιφάνεια της Γης ως αποτέλεσμα μεγάλης κλίμακας τεκτονικών κινήσεων. Πέραν του
θεωρητικού τους ενδιαφέροντος, τα συγκεκριμένα συμπλέγματα έχουν και οικονομική
σπουδαιότητα, διότι επιτρέπουν ενδεχομένως τη δημιουργία συγκεντρώσεων χρωμίτη,
χαλκούχων πυριτών, χρυσού και αργύρου, αμιάντου, λευκολίθου (μαγνησίτη), καθώς
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 28
επίσης και ιζημάτων φαιοχώματος (ούμπρας). Ένα από τα πλέον γνωστά παγκοσμίως
τέτοια συμπλέγματα είναι το Οφιολιθικό Σύμπλεγμα του Τροόδους ηλικίας περίπου
90 εκατομμυρίων ετών. Θεωρείται ως ένα από τα καλύτερα παραδείγματα τέτοιου
Συμπλέγματος και έχει μελετηθεί σε βάθος, συμβάλλοντας στην εμβάθυνση των γνώ-
σεών μας τόσο ως προς τη σύσταση του ωκεάνιου φλοιού, όσο και ως προς τη γένεση
των κοιτασμάτων χαλκούχων πυριτών και λοιπών οικονομικών ορυκτών που απαντώ-
νται στα εν λόγω συμπλέγματα (Panayiotou, 1980).
Η τυπική στρωματογραφία ενός οφιολιθικού συμπλέγματος και συγκεκριμένα
αυτή του Τροόδους, αρχίζοντας από τα κατώτερα προς τα ανώτερα τμήματα, είναι
η ακόλουθη:
• Πλουτώνια πετρώματα που περιλαμβάνουν κυρίως χαρτζβουργίτη, δουνίτη
και γάββρους.
• Φλεβικοί σχηματισμοί που περιλαμβάνουν πετρώματα διαβάση και βασάλτη.
• Ηφαιστειακοί σχηματισμοί που αποτελούνται από δύο ορίζοντες λαβών με
προσκεφαλοειδές σχήμα, τον Κατώτερο Ορίζοντα (Lower Pillow Lavas) και τον
Ανώτερο Ορίζοντα (Upper Pillow Lavas) που αποτελούνται από βασαλτικές και
ανδεσιτικές λάβες συχνά εξαλλοιωμένες σε σπιλίτες.
• Μεταξύ των Φλεβικών και των Ηφαιστειακών σχηματισμών παρεμβάλλεται
ένας μεταβατικός σχηματισμός, ο λεγόμενος Ορίζοντας Βάσης (Basal Group).
• Χημικά ιζήματα στο ανώτατο μέρος που περιλαμβάνουν κυρίως τα φαιοχώ-
ματα. (ούμπρες)
Όπως δεικνύεται στον χάρτη του Σχήματος 1.2 τα κατώτερα πετρώματα εμφανίζο-
νται στα τοπογραφικά υψηλότερα μέρη του Τροόδους, ενώ τα στρωματογραφικά
ανώτερα πετρώματα καταλαμβάνουν τις παρυφές του. Τούτο οφείλεται στον τρόπο
ανύψωσης και τη διαφορική διάβρωση των πετρωμάτων. Η ανύψωση του Τροόδους
στην παρούσα του θέση είναι γεωλογικά πρόσφατο φαινόμενο που έλαβε χώρα
στην Πλειστόκαινο Περίοδο, δηλαδή περίπου πριν από δύο εκατομμύρια χρόνια
και οφείλεται στη σύγκρουση των μεγάλων τεκτονικών πλακών, της Αφρικανικής
στον νότο και της Ευρωασιατικής Πλάκας στον βορρά.
Η παρουσία συγκεντρώσεων οικονομικών ορυκτών στα πετρώματα του Οφιολιθι-
κού Συμπλέγματος δεν είναι καθόλου τυχαία, αλλά είναι το αποτέλεσμα φυσικο-
χημικών διεργασιών που έλαβαν χώρα σε διάφορα επίπεδα του ωκεάνιου φλοιού.
Οι συγκεντρώσεις χρωμίτη δημιουργήθηκαν όταν τα πλουτώνια πετρώματα που
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 29
τις φιλοξενούν, ευρίσκοντο σε μεγάλο βάθος και σε ημίρρευστη κατάσταση, ενώ
οι συγκεντρώσεις χαλκούχων πυριτών δημιουργήθηκαν από θερμά διαλύματα τα
οποία διείσδυσαν από χαμηλότερα και θερμότερα επίπεδα μέσα σε στερεοποιη-
μένα πετρώματα σε συνθήκες ωκεάνιου βυθού. Από την οξείδωση των χαλκούχων
πυριτών δημιουργήθηκαν συγκεντρώσεις χρυσού και αργύρου, ενώ τα ορυκτά
αμιάντου και μαγνησίτου σχηματίστηκαν σε μεταγενέστερα στάδια και είναι προϊ-
όντα εξαλλοιώσεως των πλουτωνίων πετρωμάτων (χαρτζβουργίτη). Λεπτομέρειες
για το Οφιολιθικό Σύμπλεγμα του Τροόδους δίδονται από τους Malpas et al (1987).
Στα Κεφάλαια που ακολουθούν όπου περιγράφονται τα διάφορα μεταλλεία της
Κύπρου, δίδεται περιληπτική περιγραφή της γένεσης ενός εκάστου τύπου των οικο-
νομικών συγκεντρώσεων που απετέλεσαν αντικείμενο εκμετάλλευσης στα αντί-
στοιχα μεταλλεία. Σημειώνεται ότι το θέμα της γένεσης και γενικά της γεωλογίας
των οικονομικών συγκεντρώσεων των ορυκτών του Τροόδους παρουσιάζεται σε
περιληπτική μορφή επειδή βασικός σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η περι-
γραφή των μεταλλείων και όχι των κοιτασμάτων.
Εικόνα 1.1 Αρχαίες σκωρίες στους πρόποδες του λόφου Κρεάτης στο Μιτσερό.
Plate 1.1 Ancient slag heap at the base of Kreatis Hill at Mitsero.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 30
CHAPTER 1
INTRODUCTORY CHAPTER
The Cyprus mining industry has been the prime contributor to the economy of the
Island in the first half of the 20th century, after which it was superseded by other
sectors, such as tourism and the light industry, after its Independence in 1960. This
gave the local population the opportunity to work and acquire skills in sectors other
than agriculture and stock breeding they were occupied until then.
The copper mining carried out in the antiquity left numerous slag heaps scattered
around the Troodos mountains whose locations were indisputable evidence of proximity
to sometimes concealed mineral deposits. The revival of the Cyprus mining industry
may be attributed to the British prospector John Pearce who in the year 1882 was
attracted by the presence of such ancient slags next to a water-filled depression at
the top of a hill near the town of Polis in the Paphos area, which eventually led to
the ‘re-discovery’ of the Limni (Lake) orebody and the establishment of the Cyprus
Sulphur and Copper Company Ltd. However, the most notable contribution was
that of the American prospector Charles Godfrey Gunther who, after learning of
the activities of the British in the Paphos area, visited Cyprus in 1912 on his way
back from an exploratory geological journey to Sinai Peninsula. He has himself been
impressed by the ancient slag heaps and in particular those near Skouriotissa and
Mavrovouni and succeeded in discovering the sources of the ore for those slags,
leading to the establishment of the homonymous mines and the formation of the
world-famous USA firm of the Cyprus Mines Corporation. A number of other foreign
mining firms came to Cyprus for the same purpose, the most notable being the Greek
firm Anonymous Hellenic Company of Chemical Products and Manures which began
its subsequently long mining history on the island in the areas of Asgata - Kalavasos
and Mitsero – Agrokipia and in other parts of the island and eventually transferred
all its operations in 1948 to the Cyprus-registered Hellenic Mining Company Ltd.
THE MINES OF CYPRUS 32
The British geologist Professor C. G. Cullis and the mining engineer Mr. A. B. Edge,
both of the Royal School of Mines were commissioned by the British Government
in 1921 to make a comprehensive study of the cupreous pyrite potential of Cyprus
(Cullis and Edge, 1927).
All mining companies mentioned above were originally occupied in mining cupreous
pyrites and were exporting their mineral concentrates to manufacturers of sulphuric
acid who were themselves selling the copper containing cinders to metal refineries.
In the mid 1930’s, during a period of depression in the price of copper, the same
companies started mining gold- and silver-bearing ores which were associated with
the cupreous pyrites deposits. In the meantime, it was realised that the igneous
rocks of the Troodos Ophiolite host also asbestos, chromite and magnesite deposits
which were also mined at various times.
The contribution of the mining industry to the Cyprus economy may be seen on
the graph of Figure 1.1 which depicts the total value of the mineral exports as a
percentage of the total exports for the period 1930-1980, being over 50% in the years
1950 to 1960. The main mineral products which were being mined and exported
were cupreous pyrites, gold and silver, asbestos, chromite and small quantities of
magnesite which are all genetically related with the Troodos Ophiolite whose geology
is depicted on Figure 1.2. Their exploitation is covered by relevant Mining Leases in
accordance with the Mines and Quarries Law (Cap. 270) which is in force in Cyprus.
(The exploitation of the non-metallic minerals such as bentonite and building materials
is done under Quarry Licences and their quarries are not classified as mines for the
purpose of this book.)
In the pages which follow the book is divided into the following Chapters:
• Chapter 2 – the Cupreous Pyrites Mines,
• Chapter 3 – the Gold and Silver Mines,
• Chapter 4 – the Chromite Mines,
• Chapter 5 – the Asbestos Mine,
• Chapter 6 – the Magnesite Mine,
• Chapter 7 – the Mining Industry and the Environment.
Each of Chapters 2 to 6 contains an outline of the history of the exploration activity
of the mining areas, their general geology, the basic characteristics of the orebodies
THE MINES OF CYPRUS 33
mined, descriptions of the main mine workings, the mining methods applied, the
amount of ore extracted, an account on their treatment, the mineral concentrates
produced and exported, and the loading facilities. All the above relied upon the
available information and documentation which was not always at the same level
of detail. Understandably, more attention was paid to the major mining operations.
Chapter 7 describes the main impact on the environment by the mining industry
and measures which were taken to restore it. Some of them are still in progress.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΧΑΛΚΟΥΧΩΝ ΠΥΡΙΤΩΝ
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
ΤΗΣ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ
ΤΩΝ ΧΑΛΚΟΥΧΩΝ ΠΥΡΙΤΩΝ
Οι χαλκούχοι πυρίτες είναι μετάλλευμα αποτελούμενο κυρίως από το ορυκτό σιδη-
ροπυρίτης, ο οποίος είναι θειούχος ένωση του σιδήρου (FeS2) σε περιεκτικότητα
που κυμαίνεται από 10 μέχρι 45% σε θείο (S), μαζί με περιορισμένη παρουσία ορυ-
κτών θειούχου χαλκού (και σε σπάνιες περιπτώσεις ψευδαργύρου) που μπορεί να
κυμαίνονται από μηδέν μέχρι 5% σε περιεχόμενο χαλκό. Για την αξιοποίηση του εν
λόγω μεταλλεύματος απαιτείται ο εμπλουτισμός του, δηλαδή ο διαχωρισμός του
από σύνδρομα φυσικά υλικά και η δημιουργία συμπυκνώματος πυρίτη μαζί με ή
χωρίς χαλκό.
Το καθαρό συμπύκνωμα πυρίτη (46-48%S) χρησιμοποιείται στη χημική βιομηχανία
για την παραγωγή θειικού οξέος ενώ το συμπύκνωμα χαλκούχου πυρίτη που μπορεί
να περιέχει μέχρι 1,5% χαλκό χρησιμοποιείται πρώτα στην παραγωγή θειικού οξέος
και το υπόλειμμα χρησιμοποιείται στη μεταλλουργία για την παραγωγή καθαρού
χαλκού. Σε περιπτώσεις μεταλλεύματος ιδιαίτερα πλούσιου σε χαλκό, κατά τον
εμπλουτισμό του παράγεται ξεχωριστά συμπύκνωμα χαλκού που περιέχει 18 έως
22% χαλκό και συμπύκνωμα πυρίτη. Το συμπύκνωμα χαλκού χρησιμοποιείται πρώτα
στη μεταλλουργία για την παραγωγή καθαρού χαλκού και ακολούθως θειικού οξέος.
Από τα υδατικά διαλύματα που διαρρέουν από τα χαλκούχα μεταλλεία (κυρίως
οξειδίων του χαλκού) ή από την εκχύλιση χαλκούχων μεταλλευμάτων παράγονται
συμπυκνώματα copper cement ή με ηλεκτρόλυση καθαρός μεταλλικός χαλκός.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 35
Τα εν λόγω συμπυκνώματα αποτελούσαν τα τελικά προϊόντα από την εκμετάλλευση
των χαλκούχων πυριτών στην Κύπρο κατά τη σύγχρονη μεταλλευτική δραστηριό-
τητα και εξάγονταν πάντοτε στο εξωτερικό, εκτός από περιορισμένες ποσότητες
συμπυκνωμάτων πυρίτη που καταναλώθηκαν τη δεκαετία του 1980 από τις Ελληνι-
κές Χημικές Βιομηχανίες. Σημειώνεται ότι κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα τα
συμπυκνώματα πυρίτη αποτελούσαν παγκοσμίως μία από τις σημαντικότερες πηγές
θείου. Σταδιακά όμως η πηγή αυτή υποκαταστάθηκε από άλλες φυσικές πηγές του
θείου με επιπτώσεις στην εκμετάλλευση των χαλκούχων πυριτών.
Όπως αναφέρθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο, η σύγχρονη μεταλλευτική δραστη-
ριότητα της Κύπρου άρχισε το 1886 στην περιοχή της Λίμνης κοντά στην Πόλη Χρυ-
σοχούς της Επαρχίας Πάφου, σχεδόν αμέσως μετά την προσάρτηση της νήσου από
τη Μεγάλη Βρετανία, με τη διεξαγωγή ερευνών και αργότερα εκμετάλλευση χαλκού-
χων πυριτών στο μεταλλείο της Λίμνης και στα γειτονικά μεταλλεία Κινούσας, Uncle
Charles και Ευλοημένης. Η μεταλλευτική δραστηριότητα στη συγκεκριμένη περιοχή
διήρκεσε μέχρι το 1979 και διεξήχθη ως επί το πλείστον από την Cyprus Sulphur and
Copper Company Ltd. η οποία ιδρύθηκε το 1919, έπειτα από μια σειρά προηγούμενων
Βρετανών ιδιοκτητών. Από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων αυτών εξορύχθηκαν
συνολικά 8,6 εκατομμύρια τόνοι χαλκούχου μεταλλεύματος, από το οποίο παρήχθη-
σαν και εξήχθησαν 1,58 εκατομμύρια τόνοι χαλκούχων προϊόντων.
Το 1912 αφίχθη στην Κύπρο ο Αμερικανός γεωλόγος Charles Godfrey Gunther, ο
οποίος αναγνώρισε τη δυνατότητα που είχε η περιοχή της Σκουριώτισσας και δύο
χρόνια αργότερα εντόπισε το ομώνυμο κοίτασμα. Αυτή ήταν η απαρχή της ίδρυσης
της Εταιρείας Cyprus Mines Corporation (CMC), η οποία εξελίχθηκε στη μεγαλύτερη
μεταλλευτική εταιρεία στο νησί. Το 1919 η CMC εντόπισε το κοίτασμα του Μαυρο-
βουνίου κοντά στο χωριό Λεύκα, του οποίου η εκμετάλλευση έγινε αποκλειστικά
υπογείως από το 1929 μέχρι το 1969. Την περίοδο 1968-1973 εκμεταλλεύτηκε τα
μικρά κοιτάσματα στο Απλίκι (Λεύκας) και το κοίτασμα Λεύκα «Α». Το 1972 η CMC
άρχισε την εκμετάλλευση του κοιτάσματος ‘Φοίνιξ’ αλλά διέκοψε τις δραστηριότη-
τές της και εγκατέλειψε την Κύπρο το 1974 λόγω της Τουρκικής Εισβολής που είχε
ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό των μεταλλείων από τις εγκαταστάσεις εμπλουτι-
σμού και φόρτωσης στις ακτές του Ξερού στον Κόλπο της Μόρφου. Συνολικά, από
τα πιο πάνω έξι μεταλλεία της η CMC εξόρυξε 27.0 εκατομ. τόνους μεταλλευμάτων
και παρήγαγε και εξήγαγε 5,1 εκατομ. τόνους χαλκούχων πυριτών, 103 χιλιάδες
τόνους copper cement, 2,3 εκατομ. τόνους συμπυκνώματα χαλκού και 12,8 εκατομ.
τόνους συμπυκνώματα πυρίτη.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 36
Μετά τις δύο πιο πάνω εταιρείες, ενδιαφέρον για τα κοιτάσματα χαλκούχων πυρι-
τών της Κύπρου επέδειξε και η Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και
Λιπασμάτων (ΑΕΕΧΠ&Λ) της Ελλάδας, η οποία άρχισε την ερευνητική της δραστηρι-
ότητα από την περιοχή Μιτσερού το 1926, αλλά η πρώτη εκμετάλλευση κοιτάσματος
χαλκούχου πυρίτη από τη συγκεκριμένη Εταιρεία άρχισε από την περιοχή Ασγάτας –
Καλαβασού το 1937. Το 1948 η ΑΕΕΧΠ&Λ ενέγραψε στην Κύπρο την Ελληνική Μεταλ-
λευτική Εταιρεία Λτδ. (ΕΜΕ), στην οποία μεταβίβασε το σύνολο του ενεργητικού της.
Από το 1937 μέχρι το 1994, αρχικά σαν ΑΕΕΧΠ&Λ και αργότερα σαν ΕΜΕ, οι δύο αυτές
εταιρείες εκμεταλλεύτηκαν κοιτάσματα χαλκούχων πυριτών σε δέκα διαφορετικές
μεταλλευτικές περιοχές και σε κάθε περιοχή δημιούργησαν ένα ή περισσότερα μεταλ-
λεία και εκμεταλλεύτηκαν διάφορα κοιτάσματα. Συνολικά η παραγωγή της ΕΜΕ (μαζί
με αυτή της ΑΕΕΧΠ&Λ πριν το 1948) ανήλθε στα 18,5 εκατομ. τόνους μεταλλευμάτων
και παρήγαγε και εξήγαγε συνολικά 8,2 εκατομ. τόνους χαλκούχων πυριτών, copper
cement, συμπυκνωμάτων χαλκού και συμπυκνωμάτων πυρίτη. Το 1996 η Hellenic
Copper Mines Ltd. (HCM) άρχισε εκ νέου την εκμετάλλευση του κοιτάσματος ‘Φοίνιξ’
και μέχρι το 2019 παρήγαγε 66.166 τόνους καθόδους χαλκού.
Εκτός από τις προαναφερθείσες εταιρείες, στον τομέα των χαλκούχων πυριτών
δραστηριοποιήθηκαν και τρεις μικρότερες εταιρείες: η Kampia Mines Ltd., η Troulli
Mines Ltd. και η Maconda Ltd. Η Kampia Mines εξόρυξε περί το 0,6 εκατομ. τόνους
αλλά επηρεάστηκε οικονομικά από την Τουρκική Εισβολή το 1974 διότι μια σημα-
ντική ποσότητα προϊόντος που προοριζόταν για εξαγωγή εγκλωβίστηκε στο Λιμάνι
της Αμμοχώστου και το 1977 διέκοψε τη λειτουργία της. Η Troulli Mines, πάλι λόγω
της Εισβολής δεν πρόλαβε να αρχίσει εξόρυξη και διέκοψε και αυτή τη λειτουργία
της. Η Maconda εξόρυξε περί τις έντεκα χιλιάδες τόνους την περίοδο 1986-1988.
Στον Πίνακα 2.1 παρουσιάζονται συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία για την εξό-
ρυξη και παραγωγή τελικών προϊόντων στα διάφορα μεταλλεία ή μεταλλευτικές
περιοχές των πιο πάνω εταιρειών, μαζί με συνολικά στοιχεία των ποσοτήτων του
εξορυχθέντος μεταλλεύματος χαλκούχου πυρίτη και των τελικών προϊόντων που
έχουν παραχθεί. Η γεωγραφική κατανομή όλων των προαναφερθέντων μεταλλείων
παρουσιάζεται στον χάρτη του Σχήματος 2.1 μαζί με την εξάπλωση των πετρωμά-
των του Οφιολιθικού Συμπλέγματος του Τροόδους.
Στις σελίδες που ακολουθούν περιγράφονται λεπτομερώς η ιστορία και τα μεταλλευ-
τικά έργα στην εκάστοτε περιοχή μαζί με λοιπές συναφείς πληροφορίες, έπειτα από
μια σύντομη αναφορά για τη γένεση των χαλκούχων κοιτασμάτων. Η πρώτη περιοχή
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 37
που περιγράφεται είναι αυτή της Λίμνης στην Επαρχία Πάφου όπου, όπως προανα-
φέρθηκε, ξεκίνησε η σύγχρονη μεταλλευτική δραστηριότητα της Κύπρου περί τα τέλη
του 19ου αιώνα. Η δεύτερη περιοχή που περιγράφεται είναι αυτή της Σκουριώτισσας
και του Μαυροβουνίου και ακολουθεί η περιγραφή των μεταλλευτικών έργων της
Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων που ανήκε σε
Ελλαδίτες βιομήχανους οι οποίοι αργότερα ίδρυσαν στην Κύπρο την Ελληνική Μεταλ-
λευτική Εταιρεία (ΕΜΕ). Πρώτα περιγράφονται τα έργα στην περιοχή Ασγάτας-Καλα-
βασού και ακολούθως αυτά στην περιοχή Μιτσερού-Αγροκηπιάς και άλλα μεταλλεία
που απασχόλησαν την ίδιαν εταιρεία σε διάφορες περιοχές της Κύπρου. Τέλος δίδεται
σύντομη περιγραφή των μικρότερων μεταλλείων με περιορισμένη δραστηριότητα.
Β. Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΩΝ ΚΟΙΤΑΣΜΑΤΩΝ ΧΑΛΚΟΥΧΩΝ
ΠΥΡΙΤΩΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
Η γεωλογία των συγκεντρώσεων χαλκούχων πυριτών του Τροόδους έχει μελετηθεί
και συνεχίζει ακόμη να ενδιαφέρει μεγάλο αριθμό γεωεπιστημόνων από όλο τον
κόσμο τόσο λόγω της συγγένειάς τους με άλλα κοιτάσματα χαλκού, αλλά και διότι οι
συνθήκες σχηματισμού τους είναι παρόμοιες με αυτές που παρατηρούνται σήμερα
στις μεσοκεάνιες ράχεις.
Για ιστορικούς λόγους αναφέρεται ότι η πρώτη γνωστή μελέτη των κυπριακών χαλκού-
χων κοιτασμάτων είναι μια αρχικά εμπιστευτική έκθεση του 1922 του Υπουργείου Εξω-
τερικών της Μεγάλης Βρετανίας (της οποίας η Κύπρος αποτελούσε τότε αποικία) από
τους Βρετανούς Καθηγητές του Royal School of Mines C. G. Cullis και A. B. Edge η οποία
δημοσιεύτηκε πέντε χρόνια αργότερα (Cullis and Edge, 1927). Είκοσι χρόνια αργότερα,
το 1947, κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων στην Αθήνα από τον Λουκά
Μούσουλο ένα χειρόγραφο βιβλίο εξήντα επτά σελίδων με τίτλο Οι Πυριτούχοι Σωροί
Καλαβασού (Μούσουλος, 1947). Η εργασία αυτή απετέλεσε τη βάση μεταγενέστερης
δημοσίευσης του ιδίου στην οποία προσετέθησαν και στοιχεία από μεταγενέστερες
μελέτες του στην περιοχή Ασγάτας – Καλαβασού, (Μούσουλος, 1957). Σημειώνεται
ότι ο Καθηγητής Λουκάς Μούσουλος εργάστηκε ως τοπικός Διευθυντής στην περιοχή
Ασγάτας - Καλαβασού την περίοδο 1936-1941, αλλά συνέχισε να παρακολουθεί και να
κατευθύνει τις μεταλλευτικές και ερευνητικές εργασίες τόσο στην περιοχή Ασγάτας –
Καλαβασού όσο και στις άλλες περιοχές της ΑΕΕΧΠ&Λ. Αργότερα δε υπήρξε Τεχνικός
Σύμβουλος της ΕΜΕ από το 1962 μέχρι λίγο πριν τον θάνατό του το 1997.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 38
ΠΙΝΑΚΑΣ 2.1 - ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΧΑΛΚΟΥΧΩΝ ΠΥΡΙΤΩΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
TABLE 2.1 - THE CUPREOUS PYRITES MINES OF CYPRUS
ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ MINE ΤΡΟΠΟΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΕΞΟΡΥΧΘΕΙΣΑ ΤΕΛΙΚA ΠΕΡΙΟΔΟΣ
COMPANY METHOD OF MINING ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤA ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ
ORE MINED
TONS FINAL MINING PERIOD
PRODUCTS
1925 - 1979
ΤΟΝS 1965 - 1971
1951 - 1958
1 LIMNI UNDERGROUND + OPENCAST 8.042.500 1.252.653 1956 - 1960
63.720 1921 -1973
2 CYPRUS SULPHUR EVLOIMENI OPENCAST 1929 - 1969
3 AND COPPER CO. KINOUSA UNDERGROUND 270.623 195.601 1968 - 1971
1969 - 1973
4 UNCLE CHARLES OPENCAST 228.896 162.708 1972 - 1974
1983 - 1994
5 SKOURIOTISSA UNDERGROUND + OPENCAST 6.893.158 5.433.462 1996 - 2019
1937 - 1977
6 CYPRUS MINES MAVROVOUNI UNDERGROUND 16.773.098 13.723.917 * * * 1954 - 1964
UNDERGROUND + OPENCAST 1961 - 1964
7 CORPORATION APLIKI OPENCAST 1.081.251 805.450 * * * 1955 - 1964
1954 - 1964
8 (CMC) LEYKA 'A' 1.169.465 435.865 * * * 1951 - 1970
1958 - 1964
PHOENIX OPENCAST 1.155.874 21.917 1953 - 1966
* * * 1954 - 1979
9 HMC (COPPER OXIDE OPENCAST WASTE * 2.500.000 * 12.650 * * * 1954 - 1988
26.935.000 * * 66.166 1971 - 1972
HCM MINE) OPENCAST 1953 - 1960
1955 - 1958
10 MAVRIDHIA UNDERGROUND + OPENCAST 4.667.170 2.658.941 1950 - 1960
1965 - 1987
11 MAVRI SYKIA UNDERGROUND + OPENCAST 468.856 223.785
1954
12 LANTARIA UNDERGROUND 112.847 52.346 1976 - 1977
1944 & 1957
13 PLATIES OPENCAST 44.856 35.994 1968 - 1976
1976 - 1977
14 PETRA UNDERGROUND 288.758 134.493 1975 - 1976
OPENCAST 1955 - 1960
15 ANONYMOUS AGROKIPIA 'Α' UNDERGROUND 442.217 144.963 1986 - 1988
HELLENIC UNDERGROUND + OPENCAST ****
UNDERGROUND + OPENCAST 74.074 65.398
16 COMPANY OF AGROKIPIA 'Β' UNDERGROUND + OPENCAST
OPENCAST
17 CHEMICAL KOKKINOPEZULA OPENCAST 5.582.412 1.730.712
OPENCAST
18 PRODUCTS & KOKKINOYIA UNDERGROUND + OPENCAST 474.542 285.330
MANURES
19 (1937 - 1948) ΜΕΜΙ 2.333.235 958.931
20 AND ALESTOS 660.515 13.711
21 HELLENIC MINING KAMPIA 658.354 315.969
COMPANY (HMC)
22 (1948+) KAPEDHES 59.381 27.271
23 SIA 335.615 238.117
24 MATHIATIS OPENCAST 2.111.215 1.300.133
25 PETALAS UNDERGROUND 2.000 880
26 MANGALENI OPENCAST 144.996 13.926
27 AMPELIKOU UNDERGROUND 40.000 17.600
516.116 95.508
28 PERISTERKA OPENCAST
29 KAMPIA MINES PITHAROCHOMA OPENCAST 79.114 18.037
30 KAPEDHES UNDERGROUND 11.689 7.634
31 TROULLI MINES TROULLI OPENCAST 155.700 9.600
32 MACONDA VRETSIA OPENCAST 11.172 11.172
54.953.419 30.392.024
TOTAL - CUPREOUS PYRITES ORE AND FINAL PRODUCTS ONLY
* PRODUCTION OF COPPER CEMENT BY LEACHING THE OPENCAST WASTE OF CMC IN 1972-1973
* * COPPER METAL CATHODS (99.99% Cu)
* * * PERIODIC MINING ACTIVITY
* * * * DOES NOT INCLUDE THE HMC (COPPER CEMENT) AND HCM (COPPER CATHODES) OPERATIONS
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 39
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 40
Η επόμενη αξιόλογη εργασία στο θέμα αυτό ήταν η διδακτορική διατριβή του Γ.
Κωνσταντίνου (Constantinou, 1972) την οποίαν ακολούθησαν μια πληθώρα δημο-
σιεύσεων και μελετών από μεγάλο αριθμό γεωεπιστημόνων από πανεπιστήμια και
ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού και από Κύπριους γεωλόγους. Επειδή το θέμα
αυτό δεν εμπίπτει στους σκοπούς της παρούσας εργασίας η οποία περιγράφει τις
μεταλλευτικές δραστηριότητες παρά τη γεωλογία των κοιτασμάτων, θεωρείται σκό-
πιμο να γίνει αναφορά μόνο σε μία από τις πλέον πρόσφατες δημοσιεύσεις του Ν.
Αδαμίδη, η οποία συνοψίζει τις μέχρι σήμερα γνώσεις για το θέμα και δίδει εκτενή
βιβλιογραφία. Η εργασία αυτή τιτλοφορείται Mafic-dominated volcanogenic sul-
phide deposits in the Troodos ophiolite, Cyprus Part 2 – A review of genetic models
and guides for exploration (Adamides, 2010).
Τα κοιτάσματα χαλκούχων πυριτών της Κύπρου ανήκουν στην κατηγορία των Ηφαι-
στειογενών Συμπαγών Θειούχων (Volcanogenic Massive Sulphide - VMS) κοιτασμά-
των, τα οποία απαντώνται ως επί το πλείστον μέσα σε βασαλτικά πετρώματα. Η
ορυκτολογική τους σύσταση περιλαμβάνει κυρίως σιδηροπυρίτη (πυρίτη - pyrite
FeS2) και χαλκοπυρίτη (Chalcopyrite CuFeS2) αλλά και σφαλερίτη, μαρκασίτη, αιμα-
τίτη, βορνίτη και πυρροτίτη. Ο πυρίτης δύναται να περιέχει μικρό ποσοστό Cu στο
πλέγμα του, το οποίο και μπορεί να αποληφθεί, αλλά το κύριο ορυκτό της χαλ-
κούχου μεταλλοφορίας είναι ο χαλκοπυρίτης. Η γένεσή τους είναι παρόμοια με τα
θειούχα κοιτάσματα, τα οποία δημιουργούνται σήμερα σε κέντρα διεύρυνσης σε
ωκεάνιους πυθμένες (oceanic spreading centers), όπως π.χ. το East Pacific Rise και
η Mid-Atlantic Ridge. Τα κοιτάσματα αυτά ονομάζονται στη διεθνή βιβλιογραφία
«τύπου Κύπρου» («Cyprus type») επειδή τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα
παρόμοιων κοιτασμάτων εντοπίζονται στην Κύπρο (Constantinou, 1980). Η παρουσία
των εν λόγω κοιτασμάτων συνδέεται γενετικά με την ύπαρξη κέντρων διεύρυνσης
(spreading centers), τα οποία έχουν αναγνωριστεί βάσει γεωλογικών και γεωφυ-
σικών δεδομένων ότι ήταν ενεργά στο Οφιολιθικό Σύμπλεγμα του Τροόδους κατά
την εποχή της δημιουργίας του (Adamides, 2010).
Μολονότι τα κοιτάσματα έχουν γενικά κοινή προέλευση, εντούτοις η μορφή και η
θέση τους (setting) δεν είναι πάντα η ίδια, αλλά εξαρτάται από τοπικά τεκτονικά
χαρακτηριστικά. Με βάση αυτά αναγνωρίζονται δύο κατηγορίες κοιτασμάτων (Αδα-
μίδης, 2010): Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα κοιτάσματα που σχηματίστηκαν
από υδροθερμικά διαλύματα τα οποία έφθασαν μέχρι τον ωκεάνιο βυθό και ενα-
πόθεσαν στην επιφάνειά του συμπαγή θειούχο μεταλλοφορία όπως παρατηρείται
σήμερα στα κέντρα διεύρυνσης (spreading centers). Παραδείγματα κοιτασμάτων
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 41
της συγκεκριμένης κατηγορίας είναι αυτά της Σκουριώτισσας και του Μαθιάτη. Στη
δεύτερη κατηγορία ανήκουν τα κοιτάσματα που τα υδροθερμικά διαλύματα που
τα σχημάτισαν δεν έφθασαν μέχρι τον ωκεάνιο βυθό αλλά εναπόθεσαν τη θειούχο
μεταλλοφορία μέσα στα ίδια τα πετρώματα. Παραδείγματα τέτοιων κοιτασμάτων
είναι εκείνα του Μαυροβουνίου και της Λίμνης.
Γ. ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΛΙΜΝΗΣ ΚΑΙ ΚΙΝΟΥΣΑΣ
1. Εισαγωγή
Η περιοχή Λίμνης, βλέπε Σχήμα 2.1, προσήλκυσε από το 1882 το ενδιαφέρον του
ιδιώτη Άγγλου μεταλλειολόγου John Pearce, αλλά συστηματική έρευνα άρχισε το
1886. Μετά από πολυετείς και επίπονες προσπάθειες από διάφορους κατά καιρούς
ιδιοκτήτες, ιδρύθηκε το 1919 η Cyprus Sulphur and Copper Company Ltd (CSCC) η
οποία εκμεταλλεύτηκε μέχρι το 1979 το κοίτασμα της Λίμνης. Παράλληλα με την
εκμετάλλευση του κοιτάσματος αυτού, η CSCC διεξήγαγε γεωλογικές έρευνες στην
ευρύτερη περιοχή και εντόπισε και εκμεταλλεύτηκε υπογείως το κοίτασμα της
Κινούσας και το γειτονικό επιφανειακό κοίτασμα Uncle Charles και το κοίτασμα της
Ευλοημένης. Από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων αυτών εξορύχθηκαν συνολικά
8,6 εκατομμύρια τόνοι χαλκούχου μεταλλεύματος, από το οποίο παρήχθησαν και
εξήχθησαν 1,58 εκατομμύρια τόνοι χαλκούχων προϊόντων. Την περίοδο 1939-1944
η Εταιρεία ασχολήθηκε και με την εκμετάλλευση χρυσού και αργύρου και παρήγαγε
συνολικά 870 κιλά χρυσού και 5.437 κιλά αργύρου.
Το μεταλλείο της Λίμνης που ήταν και το μεγαλύτερο στην περιοχή βρισκόταν περί
τα πέντε χιλιόμετρα ανατολικά της Πόλης Χρυσοχούς και ένα χιλιόμετρο βόρεια
του χωριού Πελαθούσα, βλέπε Σχήμα 2.2. Τα μεταλλεία Κινούσας και Uncle Charles
ευρίσκονται ανατολικά και πολύ κοντά στο χωριό Κινούσα και το μεταλλείο Ευλο-
ημένης ένα χιλιόμετρο νοτιοανατολικά του μεταλλείου της Λίμνης, βλέπε Σχήμα
2.2. Το εργοστάσιο εμπλουτισμού της CSCC βρισκόταν στην τοποθεσία Μαυρολί,
δύο χιλιόμετρα βορειοδυτικά του μεταλλείου της Λίμνης και περί το ένα χιλιόμε-
τρο από την ακτή του Κόλπου της Χρυσοχούς, όπου και η αποβάθρα φορτώσεων.
Στην ίδια περιοχή ευρίσκοντο τα γραφεία και ο συνοικισμός της Εταιρείας, βλέπε
Σχήμα 2.2.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 42
Η περιγραφή των δραστηριοτήτων της Εταιρείας παρουσιάζεται ξεχωριστά για κάθε
μεταλλείο ή ομάδα μεταλλείων. Πρώτα περιγράφεται το μεταλλείο της Λίμνης που
ήταν και το μεγαλύτερο, σε τρεις ξεχωριστές χρονικές περιόδους:
α. Η περίοδος από το 1882 μέχρι το 1919 που ιδρύθηκε η CSCC,
β. Η περίοδος από το 1920 μέχρι το 1952 όπου επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη του
κοιτάσματος της Λίμνης και η εκμετάλλευσή του έγινε περισσότερο με υπό-
γειες μεθόδους, και
γ. Η περίοδος από το 1953 μέχρι το 1979 όπου η εκμετάλλευση του κοιτάσματος
της Λίμνης έγινε και συμπληρώθηκε με υπαίθρια εκμετάλλευση.
Στη συνέχεια περιγράφεται το μεταλλείο Ευλοημένης και τελικά τα δύο μεταλλεία
Κινούσας, το υπόγειο και το επιφανειακό, γνωστό και ως μεταλλείο Uncle Charles.
Σημειώνεται ότι στο πρόσφατο παρελθόν η ευρύτερη περιοχή της Λίμνης, περιλαμ-
βανομένης της εκσκαφής του μεταλλείου, των σωρών των στείρων και των σωρών
των τελμάτων του εργοστασίου εμπλουτισμού, έχουν αποκατασταθεί περιβαλλο-
ντικά με σκοπό τη μετατροπή τους σε γήπεδα γκολφ και την ανέγερση τουριστικών
καταλυμάτων.
2. Η γεωλογία της Μεταλλευτικής
Μίσθωσης Λίμνης
Η γεωλογική δομή της περιοχής δεικνύεται στον χάρτη του Σχήματος 2.3. Στο ανατο
λικό μέρος της περιοχής τα πετρώματα ανήκουν στον Ορίζοντα Βάσεως (Basal Group)
και ευρίσκονται σε τεκτονική επαφή με τις Λάβες του Ανωτέρου Ορίζοντα (Upper
Pillow Lavas) οι οποίες δυτικότερα μεταπίπτουν στις Λάβες του Κατωτέρου Ορίζο-
ντα (Lower Pillow Lavas). Στο κέντρο της περιοχής επανεμφανίζονται πετρώματα
του Ορίζοντα Βάσεως τα οποία ευρίσκονται και πάλι σε τεκτονική επαφή με τις
Λάβες του Ανωτέρου Ορίζοντα. Στις περιοχές των χωριών Κινούσα στα ανατολικά
και Πελαθούσα στα δυτικά υπάρχουν εκτεταμένες εμφανίσεις νεώτερων ιζηματο-
γενών πετρωμάτων, βλέπε Σχήμα 2.3.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 43
Η κύρια τεκτονική δομή της περιοχής ελέγχεται από κανονικά (normal) ρήγματα
ΒΔ – ΝΑ κατευθύνσεως τα οποία καθορίζουν και την επαφή των Λαβών με τον Ορί-
ζοντα Βάσεως και θεωρούνται παράλληλα προς τον άξονα διεύρυνσης (spreading
axis) σε ένα περιβάλλον μεσοωκεάνιας ράχης (constructive margin) (Αδαμίδης,
1975). Οι μεταλλοφόρες εμφανίσεις στην περιοχή, δηλαδή τα κοιτάσματα Λίμνης,
Ευλοημένης, Κινούσας και Uncle Charles (βλέπε Σχήμα 2.3) συνδέονται γενετικά με
τα ρήγματα αυτά σύμφωνα με τις επικρατούσες αντιλήψεις για τη δημιουργία των
θειούχων κοιτασμάτων κυπριακού τύπου (Cyprus-type). Τα μεν κοιτάσματα Λίμνης
και Ευλοημένης έχουν δημιουργηθεί από διαλύματα τα οποία ανήλθαν στην επι-
φάνεια μέσω του ρήγματος Λίμνης και τα κοιτάσματα Κινούσας και Uncle Charles
μέσω του ρήγματος Κινούσας, βλέπε Σχήμα 2.3.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
ΡΗΓΜΑ ΚΙΝΟΥΣΑΣ - KINOUSA FAULT
ΡΗΓΜΑ ΛΙΜΝΗΣ - LIMNI FAULT
ΣΧΗΜΑ 2.3 ΓΕΩΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΛΙΜΝΗΣ
FIGURE 2.3 GEOLOGICAL MAP OF THE AREA OF LIMNI MINES
3878000mN 454000mE 3878000mN
452000mE 456000mE
ΚΙΝΟΥΣΑ ΥΠΟΓΕΙΟ
KINOUSA UNDERGROUND
ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ΛΙΜΝΗΣ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΚΙΝΟΥΣΑΣ UNCLE
LIMNI MINE KINOUSA MINES CHARLES
ΠΕΛΑΘΟΥΣΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ
PELATHOUSA EΥΛΟΗΜΕΝΗΣ
EVLOIMENH MINE
3876000mN
3876000mN
452000mE 454000mE 456000mE
ΣΤΕΙΡΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ BASAL GROUP BΟΡΡΑΣ
MINE WASTE NORTH
ΜΕΤΑΛΛΟΦΟΡΙΑ
ΙΖΗΜΑΤΟΓΕΝΗ ΠΕΤΡΩΜΑΤΑ MINERALISATION
SEDIMENTARY ROCKS ΚΥΡΙΩΤΕΡΑ ΡΗΓΜΑΤΑ
UPPER PILLOW LAVAS MAJOR FAULTS
LOWER PILLOW LAVAS ΚΛΙΜΑΚΑ - SCALE
0 500 1000 M
44
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 45
3. Το Μεταλλείο Λίμνης
3.1 Η περίοδος 1882-1919 – Ιστορικά Στοιχεία
Σε τοποθεσία περί τα πέντε χιλιόμετρα ανατολικά της Πόλης Χρυσοχούς υπήρχε
παλαιότερα κοντά στην κορυφή ενός λόφου μια εκτεταμένη κοιλότητα διαμέτρου
εκατό και πλέον μέτρων γεμάτη νερό και έτσι η τοποθεσία ονομάστηκε «Λίμνη».
Κοντά στη Λίμνη αυτή υπήρχαν εκτεταμένοι σωροί από αρχαίες σκωρίες και επι-
φανειακές εκσκαφές που μαρτυρούσαν την παρουσία στο υπέδαφος χαλκούχων
μεταλλευμάτων και παλαιότερων εκμεταλλεύσεων και ο σχηματισμός της Λίμνης
θεωρήθηκε ότι ήταν αποτέλεσμα καθίζησης αρχαίων υπόγειων εργασιών. Με βάση
τα στοιχεία αυτά άρχισε το 1882 η μεταλλευτική έρευνα στην περιοχή της Λίμνης
από τον Άγγλο γεωλόγο John Pearce, ο οποίος όμως δεν κατόρθωσε να εντοπίσει
αξιόλογες ενδείξεις μεταλλοφορίας και εγκατέλειψε τις προσπάθειές του.
Το 1886 η περιοχή της Λίμνης προσήλκυσε το ενδιαφέρον των Άγγλων μεταλλειο-
λόγων και γεωλόγων αδελφών Richard και William Foster και του Thomas Knowles,
οι οποίοι ως πρώτο βήμα αποστράγγισαν τη λίμνη διοχετεύοντας το νερό της σε
παρακείμενο ρυάκι αποκαλύπτοντας έτσι την καθίζηση στην περιοχή της Λίμνης.
Ακολούθως, προχώρησαν στη διάνοιξη δύο φρεάτων, τα οποία ονόμασαν «Λίμνη»
και «Βικτώρια», μέσα από τα οποία διεξήγαγαν οριζόντιες ερευνητικές στοές, βλέπε
Σχήμα 2.4, χωρίς όμως να εντοπίσουν οικονομικά εκμεταλλεύσιμη μεταλλοφορία
και γι’ αυτό εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους.
Μετά από πάροδο δέκα περίπου ετών, το έτος 1897, οι Άγγλοι Charles και Percy
Christian αφού εξασφάλισαν τα ερευνητικά δικαιώματα στην περιοχή της Λίμνης ίδρυ-
σαν την εταιρεία Limni Copper Mining Syndicate Ltd και επανήρχισαν την ερευνητική
προσπάθεια. Το κυριότερό τους έργο ήταν η διάνοιξη στοάς μήκους 1930 ποδών (600
μέτρων) από το επίπεδο του παρακείμενου Ποταμού της Λίμνης στο υψόμετρο 327
ποδών (100 μέτρων). Η στοά αυτή που ονομάστηκε “Main Adit” («Κύρια Στοά») έγινε
με σκοπό να ερευνήσει τον χώρο περί τα εκατό μέτρα κάτωθεν της καθίζησης, βλέπε
Σχήμα 2.4. Άλλα σημαντικά ερευνητικά έργα που έγιναν την εποχήν αυτή στο χώρο της
Λίμνης ήταν η διάνοιξη των φρεάτων Fassoti και Goat, βλέπε Σχήμα 2.4. Δυστυχώς τα
ερευνητικά αυτά έργα απέτυχαν να εντοπίσουν οικονομικά εκμεταλλεύσιμο μεταλλο-
φορία και περαιτέρω ερευνητική προσπάθεια εγκατελήφθη για οικονομικούς λόγους.
Το έτος 1909 τα ερευνητικά δικαιώματα αποκτήθηκαν από την εταιρεία New Limni
Ltd. η οποία, υπό την διεύθυνση του J. W. Ashworth συνέχισε τις ερευνητικές προσπά-
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 46
θειες στην ίδια περιοχή. Αυτές περιλάμβαναν κυρίως την διάνοιξη της ‘‘Italian’’ Cross-
cut («Ιταλικής» εγκάρσιας στοάς), βλέπε Σχήμα 2.4, και την εκβάθυνση του φρέατος
Fassoti. Επειδή τα αποτελέσματα των ερευνών αυτή τη φορά ήταν ενθαρρυντικά, η
νέα αυτή εταιρεία αιτήθηκε και εξασφάλισε το 1910 Μεταλλευτική Μίσθωση (Mining
Lease) σε μία ευρεία έκταση είκοσι πέντε και πλέον τετραγωνικών μιλίων (περίπου
65 τετραγωνικών χιλιομέτρων) με ισχύ 42 χρόνια, δηλ. μέχρι το έτος 1952. Το ίδιο
έτος (1910), εξασφάλισε τις υπηρεσίες του Αμερικανού γεωλόγου W. Y. Westervelt,
ο οποίος αφού εξέτασε όλα τα υπόγεια ερευνητικά έργα και αποτελέσματα που έγι-
ναν μέχρι τότε κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα αποθέματα στην περιοχή ανήρχοντο
στα 2,25 εκατομ. τόνους με μέση περιεκτικότητα 1,25% σε χαλκό και 19,5% σε θείο.
Αν και ο W. Y. Westervelt συνέστησε την εκμετάλλευσή τους, η εταιρεία δεν προχώ-
ρησε σε οποιαδήποτε ενέργεια λόγω της έκρηξης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το
έτος 1919, μετά τον τερματισμό του Πολέμου η εταιρεία μετονομάστηκε σε Cyprus
Sulphur and Copper Company Ltd. και σ’ αυτή συμμετείχε με σημαντικό ποσοστό η
αγγλική εταιρεία Esperanza Copper and Sulphur Company Ltd.
3.2 Η περίοδος 1920-1952
Λόγω των διεθνών οικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν αμέσως μετά τη λήξη
του Πολέμου η Εταιρεία δεν άρχισε αμέσως την εξόρυξη μεταλλεύματος, αλλά τη
δεκαετία 1920 περιορίστηκε στον πειραματισμό και παραγωγή Copper Cement
αξιοποιώντας το νερό που έρεε από την Κύρια Στοά σε υψόμετρο 327 πόδια, που
περιείχε αξιόλογη συγκέντρωση χαλκού. Για τον σκοπό αυτό δημιούργησε υπόγειο
φράγμα μέσα στην Κύρια Στοά και δεξαμενές εκχύλισης (leaching tanks) στις οποίες
διοχέτευε το χαλκούχο διάλυμα που έβγαινε από τη Στοά, βλέπε Σχήμα 2.5. Η παρα-
γωγή Copper Cement ήταν σχετικά μικρή και συνέχισε μέχρι το 1929 όπου μέχρι τότε
η Εταιρεία παρήγαγε 114 τόνους, τους οποίους εξήγαγε από το Λιμάνι της Πάφου.
Από το έτος 1929 αρχίζει η επιφανειακή εκμετάλλευση του κοιτάσματος με την μέθοδο
της Χοανοειδούς Εκσκαφής - Glory Hole μέσω της νέας Στοάς Αρ. 3 η οποία διανοί-
χθηκε στο υψόμετρο 470 πόδια και συνδέθηκε με την Glory Hole, βλέπε Σχήμα 2.5.
Από τη νέα αυτή Στοά διανοίχθηκαν ερευνητικές στοές σε διάφορα επίπεδα με απο-
τέλεσμα να επιβεβαιωθεί η επέκταση του κοιτάσματος. Στο Σχήμα 2.5 δεικνύεται η
επιφανειακή εκσκαφή μαζί με την Glory Hole όπως εξελίχθηκε μέχρι το 1948, λίγα
χρόνια προτού αρχίσει η τελική επιφανειακή εκμετάλλευση του κοιτάσματος το 1953.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 47
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 48
Η εκμετάλλευση που άρχισε το 1929 διήρκεσε μόνο μέχρι το μέσον του 1932 και διε-
κόπη λόγω δυσκολιών στην εμπορία των πυριτών, για να αρχίσει εκ νέου το 1937 με
την ίδια μέθοδο. Το έτος αυτό η Εταιρεία αρχίζει την εξαγωγή πυριτών από σημείο
της ακτής του Κόλπου της Χρυσοχούς τέσσερα χιλιόμετρα βορειοδυτικά του μεταλ-
λείου, όπου κατασκεύασε για τον σκοπό αυτό αποβάθρα φορτώσεως μήκους 76
μέτρων από την οποία φόρτωνε ειδικές φορτηγίδες, οι οποίες προσέγγιζαν τα πλοία
που ναυλοχούσαν στα ανοικτά του Κόλπου. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου
Πολέμου η μεταλλευτική παραγωγή περιορίστηκε σημαντικά, βλέπε Πίνακα 2.2,
περισσότερο λόγω της έλλειψης εμπορικών πλοίων και άλλων βασικών προμηθειών.
Σημειώνεται ότι το μετάλλευμα που εξορύσσετο ήταν υψηλής περιεκτικότητας σε
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 49
θείο και για να γίνει εμπορεύσιμο απαιτείτο η λειοτρίβισή του και για τον σκοπό αυτό
κατά την διετία 1943-1944 η Εταιρεία ανήγειρε τριβείο δύο χιλιόμετρα βορειοδυτικά
του μεταλλείου και σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από την αποβάθρα φορτώσεων,
βλέπε Σχήμα 2.2. Για τη μεταφορά του μεταλλεύματος από το μεταλλείο στο τριβείο
κατασκευάστηκε εναέριος σιδηρόδρομος (ropeway) μήκους δύο περίπου χιλιομέτρων,
ο οποίος ξεκινούσε από σημείο κοντά στην έξοδο της Στοάς Αρ. 3. Αν και η κατασκευή
του συμπληρώθηκε το 1944, λειτούργησε ένα χρόνο αργότερα λόγω καθυστέρησης
στην προμήθεια του καλωδίου ένεκα των προβλημάτων που δημιούργησε ο Πόλε-
μος. Κατά την περίοδο 1939-1944 η Εταιρεία ασχολήθηκε με την εκμετάλλευση και
παραγωγή συμπυκνωμάτων χρυσού και αργύρου πράγμα, που έπραξαν και άλλες
μεταλλευτικές εταιρείες στην Κύπρο την ίδια εποχή (βλέπε Κεφάλαιο 3).
Μετά τη λήξη του Πολέμου η Εταιρεία αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα, που
την ανάγκασαν να διακόψει τις εργασίες της. Μετά την αρνητική αυτή εξέλιξη, η όλη
μεταλλευτική δραστηριότητα περιήλθε υπό την εποπτεία του Αγγλικού Κυβερνη-
τικού οργανισμού National Mining Corporation, που απέστειλε στην Κύπρο μεταλ-
λειολόγο με οδηγίες να εκτιμήσει τις δυνατότητες του μεταλλείου. Ως αποτέλεσμα
της επέμβασης αυτής αποφασίστηκε η διεξαγωγή εντατικού ερευνητικού προγράμ-
ματος με γεωτρήσεις και φρέατα το οποίο διήρκεσε μέχρι το 1950.
Με βάση τα νεώτερα ερευνητικά αποτελέσματα τα συνολικά αποθέματα του μεταλ-
λείου υπολογίστηκαν στα 5,7 εκατομμύρια τόνους τα οποία πέραν του χαλκού και θείου
περιείχαν αξιόλογες τιμές χρυσού και αργύρου. Αναλυτικά τα αποθέματα αυτά ήταν:
Τύπος μεταλλεύματος Τόνοι ’000 Au gr/t Ag gr/t Cu % S%
Χρυσοφόρος Πυρίτης 1.071 4,6 36,8 0,83 23,4
Χαλκούχος Πυρίτης 4.648 1,39 18,8
Σύνολο 5.719 – –
Μετά τη σημαντική αύξηση των αποθεμάτων το 1953 η Εταιρεία έλαβε την από-
φαση να τερματίσει την εκμετάλλευση με τη μέθοδο της χοανοειδούς εκσκαφής
και άρχισε την αποκάλυψη του κοιτάσματος με σκοπό τη δημιουργία μεγάλης υπαί-
θριας εκσκαφής (Open Pit).
Παράλληλα, τον ίδιο χρόνο αποφασίστηκε και άρχισε η ανέγερση εργοστασίου
εμπλουτισμού στο χώρο του τριβείου στην τοποθεσία Μαυρολί. Τούτο άρχισε
λειτουργία περί το τέλος του 1954.