The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.
Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by placebo, 2021-12-09 04:15:25

CYPRUS METTALEIA e-edition

CYPRUS METTALEIA e-edition

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 250

‘devil’s mud’. Στο Σχήμα 3.4 δεικνύονται οι τομές της ανατολικής και της δυτικής
διακλάδωσης του Χαρακώματος Αρ. 2, στις οποίες το ‘υλικό’ έχει υψηλές τιμές χρυ-
σού και αργύρου που φθάνουν μέχρι 3,41 και 22,25 ουγγίες/τόνο αντίστοιχα, δηλ.
106 γραμμάρια χρυσού και 690 γραμμάρια αργύρου.

Με βάση τα αποτελέσματα αυτά και άλλα παρόμοια από τα ερευνητικά έργα της πρώ-
της φάσης, πιστεύεται ότι η Εταιρεία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μεταλλοφορία
χρυσού, τόσο λόγω της γένεσής της, όσο και λόγω των αρχαίων εκμεταλλεύσεων,
δυνατόν να κατανέμεται οπουδήποτε στον ευρύτερο χώρο των οξειδώσεων και των
(αρχαίων) στείρων. Για τούτο, από ό,τι φαίνεται από τα ερευνητικά στοιχεία, προχώ-
ρησε στην ανόρυξη και δεύτερης σειράς 61 ερευνητικών φρεάτων σε διάφορα σημεία
της επιφάνειας με στόχο τον εντοπισμό περιοχών με χρυσοφόρο μεταλλοφορία.

Μετά την ανόρυξη των φρεάτων αυτών και με βάση τα αποτελέσματά τους ακολούθησε
η δεύτερη φάση, η οποία περιλάμβανε υπαίθρια εκμετάλλευση σε τέσσερα διαφορε-
τικά επίπεδα των περιοχών με πλούσια μεταλλοφορία χρυσού, που εντοπίστηκε από
το πρώτο στάδιο και φαίνεται να διήρκεσε από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο του 1939.
Η εκμετάλλευση έγινε σε πέντε διαφορετικά πατώματα στα υψόμετρα 477, 487, 493,
497 και 507 μέτρα. Η έκταση των πατωμάτων αυτών δεικνύεται στο Σχήμα 3.3. Υπολο-
γίζεται ότι εξορύχθηκαν συνολικά περίπου 50.000 τόνοι στείρων και μεταλλεύματος.

Το τρίτο στάδιο περιλάμβανε μικρό αριθμό φρεάτων (Φ20 – Φ24) και υπόγεια ερευ-
νητικά έργα και εκμεταλλεύσεις, τα περισσότερα των οποίων είχαν αφετηρία τα
πατώματα των επιφανειακών εκμεταλλεύσεων που έγιναν στο προηγούμενο στάδιο.
Στα έργα αυτά περιλαμβάνονται τα κεκλιμένα Κ2 μέχρι Κ6 και οι στοές-διακλαδώσεις
μέσα από αυτά και τα συμπλέγματα των στοών Σ1 και Σ3, βλέπε Σχήμα 3.3. Η ποσό-
τητα στείρων και μεταλλεύματος που εξορύχθηκαν δεν είναι γνωστή. Από τα έργα
της φάσης αυτής δεικνύεται στο Σχήμα 3.5 το παράδειγμα της τομής της αριστερής
πλευράς της Στοάς Αρ. 1 στο κεκλιμένο Κ1 μήκους 23 μέτρων και ύψους 2 μέτρων. Οι
τιμές που αναγράφονται στην τομή είναι σε γραμμάρια (ανά τόνο) και αντιστοιχούν
στον άργυρο με μαύρο χρώμα και στο χρυσό με κόκκινο χρώμα και σημειώνονται στο
σημείο της δειγματοληψίας. Στο κάτω μέρος υπάρχει στρώμα προπυλίτη με ελάχι-
στο χρυσό και χαμηλές τιμές αργύρου. Με τον όρο ‘υλικό’ περιγράφεται το στρώμα
σκούρου χρώματος στην οροφή της στοάς μεταξύ 9 και 11 μέτρων με τιμές χρυσού
και αργύρου 93 και 660 γρ/τ αντίστοιχα. Το στρώμα αυτό αντιστοιχεί στο Devil’s Mud.
Στα πρώτα δέκα μέτρα της στοάς πάνω από τον πτωχό προπυλίτη υπάρχει ‘υλικό ακά-
θαρτο’ που αντιστοιχεί στη λευκή ξεπλυμένη πυριτιούχο μεταλλοφορία που περιέχει

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 251

διάσπαρτο ‘υλικό’ και προσδίδει υψηλότερες τιμές χρυσού. Στο δεύτερο ήμισυ της
στοάς στο ίδιο επίπεδο υπάρχει ‘λευκό σκληρό’ στρώμα που αντιστοιχεί σε πυριτι-
ωμένη λευκή λάβα. Πάνω από το λευκό στρώμα υπάρχει κόκκινη ίασπις (‘αιματιτικά
στουρνάρια’) και γκρίζα ίασπις και ‘chapeau de fer’ (σιδηρούν κάλυμμα - οξειδωμένη
μεταλλοφορία) με σχετικά υψηλές τιμές σε χρυσό και άργυρο.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 252

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 253

Εικόνα 3.17 Άποψη του Εργοστασίου Κυανιώσεως Χρυσού Μιτσερού, 1937.
Plate 3.17 View of the Gold Cyanidation Plant at Mitsero, 1937.

Εικόνα 3.18 Το Εργοστάσιο Κυανιώσεως Χρυσού Μιτσερού, στο βάθος ο Λόφος Κορώνης, 1938.
Plate 3.18 The Gold Cyanidation Plant at Mitsero with the Koroni Hill at the background, 1938.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 254

Ζ. ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ΑΓΡΟΚΗΠΙΑΣ

Η ΑΕΕΧΠ&Λ ήταν κάτοχος Ερευνητικής Άδειας στην περιοχή Αγροκηπιάς από το 1926.
Στην περιοχή αυτή υπήρχε εκτεταμένη οξείδωση και μικρός σωρός από αρχαίες σκω-
ρίες. Υπήρχαν επίσης εμφανή έργα και σωροί από στείρα από αρχαίες εκμεταλλεύ-
σεις. Όταν το 1936 η Εταιρεία άρχισε να ασχολείται με την έρευνα για χρυσοφόρα
μεταλλεύματα ερεύνησε την οξείδωση και μετά από τα θετικά αποτελέσματα εξασφά-
λισε Μεταλλευτική Μίσθωση και τον ίδιο χρόνο άρχισε αποκάλυψη και ακολούθως
εκμετάλλευση του χρυσοφόρου μεταλλεύματος, η οποία διήρκεσε μέχρι το 1939.

Τα ερευνητικά έργα στην περιοχή Αγροκηπιάς έγιναν υπό την καθοδήγηση του
γεωλόγου-μεταλλειολόγου Ι. Βερμέιρεν και συνοψίζονται στον χάρτη του Σχήματος
3.6. Όπως σε κάθε περίπτωση οξειδωμένου μεταλλεύματος, αυτά περιλάμβαναν
την ανόρυξη φρεάτων, χαρακωμάτων και στοών και με βάση τα αποτελέσματα των
ερευνών αυτών αποφασίζονταν οι περαιτέρω ενέργειες. Όπως σημειώνεται στον
πιο πάνω χάρτη, τα ερευνητικά έργα δεν περιορίστηκαν στον χώρο της οξείδωσης,
αλλά και στην περιοχή των σωρών αρχαίων στείρων.

Τα αποτελέσματα των ερευνών ήταν ενθαρρυντικά αφού εντόπισαν σε μικρό σχετικά
βάθος στρώση από ‘υλικό’ (devil’s mud) με υψηλές τιμές χρυσού και αργύρου. Ανα-
φέρεται χαρακτηριστικά το Φρέαρ 4 τα στοιχεία του οποίου δεικνύονται αυτούσια
όπως έχουν καταγραφεί την εποχή εκείνη στο Σχήμα 3.7. Σ’ αυτό εντοπίστηκε σε
βάθος 9,4 μέτρων στρώση από ραϊμονδίτη πάχους 60 εκατοστών, η οποία περιείχε
φλέβες ‘υλικού’ με τιμές χρυσού και αργύρου 4,0 και 37,2 γρ/τ αντίστοιχα, βλέπε
Σχήμα 3.7. (Σημείωση: Το ορυκτό ραϊμονδίτης είναι ένυδρη θειική ένωση του σιδή-
ρου που προέρχεται από την οξείδωση του πυρίτη).

Για περαιτέρω διερεύνηση της πλούσιας αυτής στρώσης διανοίχθηκαν δύο στοές
στο επίπεδο του πυθμένα του φρέατος, η πρώτη προς ανατολάς, μήκους 10 μέτρων
και η δεύτερη προς νότο μήκους 7 μέτρων με άκρως ενδιαφέροντα αποτελέσματα.
Η γεωλογική τομή της ανατολικής στοάς μαζί με τα αποτελέσματα των αναλύσεων
δεικνύονται στο Σχήμα 3.7. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ο μέσος όρος των
αναλύσεων του χρυσού και αργύρου στον ραϊμονδίτη και προπυλίτη είναι περίπου
ο ίδιος και ανέρχεται σε 0,75 και 5,25 γρ/τ αντίστοιχα. Στην περίπτωση όμως του
‘υλικού’ (devil’s mud) οι τιμές είναι 5,76 και 34,75 γρ/τ για χρυσό και άργυρο αντί-
στοιχα, που ισοδυναμεί με συγκέντρωση κατά έξι περίπου φορές των τιμών του
ραϊμονδίτη και προπυλίτη.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 255

Η εκμετάλλευση του μεταλλεύματος αυτού έγινε με αποκάλυψη, όπως δεικνύεται
στον χάρτη του Σχήματος 3.6. Αυτή είχε μέσο βάθος περίπου 10 μέτρα και υπολογί-
ζεται ότι από αυτή την εκσκαφή έχουν εξορυχθεί περίπου 200.000 τόνοι μεταλλεύ-
ματος και στείρων μαζί. Μικρής κλίμακας αποκάλυψη έγινε και σε δύο άλλα σημεία
μέσα στην οξείδωση καθώς και σε περιοχή των αρχαίων στείρων, βλέπε Σχήμα 3.6.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 256

Η επεξεργασία του μεταλλεύματος έγινε στο εργοστάσιο κυανιώσεως Μιτσερού
που ευρίσκετο περί τα δύο χιλιόμετρα δυτικά του μεταλλείου Αγροκηπιάς.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 257

Η. ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ΧΡΥΣΟΥ ΑΛΕΣΤΟΥ

Ο επιβλητικός λόφος του Αλεστού με τις εκτεταμένες οξειδώσεις και πυριτιώσεις στα
ανώτερα μέρη του, προσήλκυσε το ενδιαφέρον της ΑΕΕΧΠ&Λ το 1938 όπου διεξήγαγε
ερευνητικές εργασίες και εκμετάλλευση χρυσού και αργύρου σε περιορισμένη περι-
οχή του λόφου στην ανατολική πλευρά, εκεί όπου οι οξειδώσεις ήταν εντονότερες. Η
μικρής κλίμακας εκμετάλλευση χαλκούχου πυρίτη που έγινε μεταγενέστερα, το 1971-
1972, και περιγράφεται στο Κεφάλαιο 2 βρισκόταν κάτω από τις οξειδώσεις αυτές.

Τα ερευνητικά έργα πραγματοποιήθηκαν υπό την παρακολούθηση του γεωλόγου-με-
ταλλειολόγου της Εταιρείας Ι. Βερμέιρεν και περιλάμβαναν την ανόρυξη ερευνη-
τικών φρεάτων, χαρακωμάτων και στοών, όπως δεικνύεται στο Σχήμα 3.8. Μερικά
από αυτά τα έργα έχουν εντοπίσει πλούσια μεταλλοφορία σε χρυσό και άργυρο.
Στο Σχήμα 3.9 παρουσιάζεται η γεωλογική τομή της στοάς 2 στο χαράκωμα 1 με
αξιόλογες τιμές χρυσού. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι σε αντίθεση με άλλες
περιοχές οι τιμές του αργύρου είναι σχετικά χαμηλές.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 258

Με βάση τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών αναγνωρίστηκαν και εξορύχθηκαν
με υπαίθριο εκμετάλλευση δύο ξεχωριστές συγκεντρώσεις: Η πρώτη γύρω από τη
στοά Χ2Σ1, και η δεύτερη γύρω από το χαράκωμα Χ5 και το φρέαρ Φ5, όπως σημει-
ώνεται στο Σχήμα 3.8. Μια τρίτη συγκέντρωση εντοπίστηκε στις στοές Σ1 και Σ2
του χαρακώματος Χ1 και εξορύχθηκε υπογείως. Η σχετική μελέτη εκμετάλλευσης
για τις συγκεντρώσεις αυτές που εκπονήθηκε από τον Ι. Βερμέιρεν αναφέρει ότι τα
συνολικά αποθέματα του χρυσοφόρου μεταλλεύματος ήταν 2.741 τόνοι με μέση
περιεκτικότητα σε χρυσό 16 γρ/τόνο.

Θ. ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ΚΟΚΚΙΝΟΒΟΥΝΑΡΟΥ

Η εκτεταμένη και έντονη οξείδωση στην τοποθεσία Κοκκινοβούναρος (που στη Κυπριακή
διάλεκτο σημαίνει ‘μεγάλο κόκκινο βουνό’) προσήλκυσε το ενδιαφέρον της ΑΕΕΧΠ&Λ
από το 1936 όταν άρχισε έρευνες για χρυσοφόρα μεταλλεύματα. Η τοποθεσία αυτή
ευρίσκεται περί τα δύο χιλιόμετρα νοτίως του χωριού Αναλιόντας και ήμισυ χιλιόμε-
τρο νοτιοανατολικά του Μεταλλείου Καμπιά (Κοκκινόνερο), το οποίο περιγράφεται
στο Κεφάλαιο 2. Όπως σημειώνεται στον γεωλογικό χάρτη της ευρύτερης περιοχής
που συνοδεύει την περιγραφή του Μεταλλείου Καμπιών (Κοκκινόνερο) (Σχήμα 2.46),

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 259

η εμφάνιση αυτή αποτελείται από δύο επιμήκεις οξειδώσεις συνολικού μήκους 600
περίπου μέτρων με κατεύθυνση Β – Ν και με μέγιστη υψομετρική διαφορά από την
γύρω περιοχή περί τα εξήντα μέτρα. Η βορειότερη από τις δύο αυτές οξειδώσεις
παρουσιάζει φαινόμενα έντονης αλλοίωσης, η οποία καταλαμβάνει το μεγαλύτερο
μέρος της εμφάνισης και περιβάλλεται προς τα νοτιοδυτικά από μικρότερης έντα-
σης οξειδώσεις, όπως δεικνύεται στο Σχήμα 3.10. Η νότια και μεγαλύτερη οξείδωση
χαρακτηρίζεται από ελαφρότερη αλλοίωση μέχρι ερυθρωπή χρώση (iron staining).
Και οι δύο οξειδώσεις φαίνεται να συνδέονται με την παρουσία ρηγμάτων βορείου
κατευθύνσεως, σε αντίθεση με το γειτονικό κοίτασμα Κοκκινόνερου το οποίο συνδέ-
εται γενετικά με ρήγμα βορειοδυτικής κατευθύνσεως (Σχήμα 2.47).

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 260

Τα πρώτα ερευνητικά έργα περιλάμβαναν την ανόρυξη χαρακωμάτων και φρεά-
των σε διάφορα σημεία και των δύο οξειδώσεων με αποτέλεσμα να γίνει η διαπί-
στωση ότι το οικονομικό ενδιαφέρον περιοριζόταν μόνο στη βόρεια οξείδωση. Έτσι
η περαιτέρω ερευνητική προσπάθεια συγκεντρώθηκε στην περιοχή της βόρειας
οξειδώσεως και ειδικότερα στη διερεύνηση των επεκτάσεων και στη συνέχεια της
εκμετάλλευσης συγκεκριμένων στόχων που εντοπίστηκαν στα Χαρακώματα Αρ. 2
και Αρ. 3, βλέπε Σχήμα 3.11. Οι στόχοι αυτοί ήταν φλέβες μαύρου ‘υλικού’ μαζί με
λευκή ξεπλυμένη λάβα και τεμάχια χαλαζιακού υλικού, τα λεγόμενα ‘στουρνάρια’.
Αν και στις γεωλογικές τομές δεν σημειώνονται οποιεσδήποτε αναλύσεις χρυσού,
όπως σε ανάλογα στοιχεία άλλων περιοχών, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ‘υλικό’
δεν ήταν άλλο από το Devil’s Mud. (Αναλύσεις χρυσού δίδονται για σωρούς εξορυ-
χθέντος μεταλλεύματος, όπως αναφέρεται πιο κάτω.)

Η εξόρυξη του χρυσοφόρου μεταλλεύματος που εντοπίστηκε με τα επιφανειακά
ερευνητικά έργα (Χαρακώματα Αρ. 2 και Αρ. 3) άρχισε να γίνεται πρώτα με τις δύο
επιμήκεις επιφανειακές εκσκαφές, οι οποίες δεικνύονται στο Σχήμα 3.11. Η βόρεια
εκσκαφή έχει μήκος 100 μέτρα και βάθος 15 μέτρα και η νότια εκσκαφή έχει μήκος
60 μέτρα και βάθος 7 μέτρα. Και στις δύο εκσκαφές το εύρος τους δεν υπερβαίνει
τα 20 μέτρα. Συγχρόνως με την υπαίθρια εξόρυξη στις δύο εκσκαφές έγιναν υπόγεια
έργα με σκοπό τη διερεύνηση και εκμετάλλευση του χρυσοφόρου μεταλλεύματος
σε χαμηλότερα επίπεδα.

Για τη διερεύνηση της επέκτασης σε βάθος του χρυσοφόρου μεταλλεύματος της
βόρειας εκσκαφής ορύχθηκε το Κεκλιμένο Κ1Χ2, το οποίο έφθασε μέχρι έντεκα
περίπου μέτρα κάτω από το επίπεδο του Χαρακώματος Αρ. 2 και στη συνέχεια η
έρευνα προχώρησε οριζόντια διανοίγοντας την ‘Κεντρική Στοά’, η οποία ακολού-
θησε τη ‘φλέβα’ του ‘υλικού’, η οποία συνεχίστηκε σχεδόν μέχρι τα 62 μέτρα από
την αρχή της ‘Κεντρικής Στοάς’. Η στοά αυτή είχε συνολικό μήκος 86 μέτρα περίπου
και περατώθηκε στην επιφάνεια στο επίπεδο της ‘Κάτω Πλατείας’, η οποία είχε εν
τω μεταξύ διαμορφωθεί από την επιφανειακή εκσκαφή της βόρειας εκσκαφής,
βλέπε Σχήμα 3.11. Η ‘φλέβα’ ‘υλικού’ στο περισσότερο μήκος της είχε κλίση προς
τα ανατολικά, εκτός από το διάστημα μεταξύ των στάσεων 3 και 6, βλέπε Σχήμα
3.11, όπου η κλίση της ήταν προς δυσμάς. Κατά συνέπεια, η χρυσοφόρος φλέβα
και τα περιβάλλοντα αυτή χρυσοφόρα πετρώματα έχουν ερευνηθεί και εξορυχθεί
και με δευτερεύουσες στοές σε επίπεδα πάνω και κάτω από την ‘Κεντρική Στοά’
ανάλογα με την κλίση τους.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 261

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 262

Για τη διερεύνηση σε βάθος του μεταλλεύματος της νότιας εκσκαφής ορύχτηκε στο
σημείο του Χαρακώματος Αρ. 3 όπου εντοπίστηκε η χρυσοφόρος φλέβα ‘υλικού’, το
φρέαρ Φ12, το οποίο έφθασε σε βάθος οκτώ μέτρων. Από αυτό το βάθος ορύχθη-
καν οριζόντιες στοές για έρευνα και εκμετάλλευση, όπως δεικνύεται στο Σχήμα 3.11.
Μπροστά από το άνοιγμα της εκσκαφής αυτής υπάρχει μια μικρότερη εκσκαφή από την
οποία δεν φαίνεται να έχει γίνει εξόρυξη μεταλλεύματος, αλλά πιστεύεται ότι πρέπει
να έγινε για λόγους σταθερότητας της εισόδου της παρακείμενης νότιας εκσκαφής.

Με την πιο πάνω σχετικά λεπτομερή περιγραφή των μεταλλευτικών εργασιών γίνε-
ται αντιληπτό ότι η εκμετάλλευση χρυσοφόρων κοιτασμάτων αυτού του είδους ήταν
μια δύσκολη και επίπονη εργασία.

Από τα στοιχεία της Εταιρείας φαίνεται ότι το χρυσοφόρο κοίτασμα του Κοκκινοβούνα-
ρου ήταν από τα πρώτα που είχαν τύχει εκμετάλλευσης. Επειδή το κοίτασμα ανακαλύ-
φθηκε το 1936 και άρχιζε από την επιφάνεια, με την έναρξη του 1937 η μεταλλευτική
παραγωγή ευρίσκετο εν προόδω, αλλά το παραγόμενο μετάλλευμα δεν μπορούσε να
εμπλουτιστεί στο Εργοστάσιο Κυάνωσης στο Μιτσερό, επειδή τούτο βρισκόταν υπό
κατασκευή κατά τους πρώτους μήνες του 1937. Γι’ αυτό, όπως αναφέρεται στην Ετή-
σια Έκθεση του Ανώτερου Λειτουργού Μεταλλείων για το ίδιο έτος, ποσότητα υψη-
λής ποιότητας μεταλλεύματος με 3.386 ουγγίες χρυσού και 23.157 ουγγίες αργύρου
είχαν σταλεί στο εξωτερικό για επεξεργασία, ενώ το υπόλοιπο χαμηλότερης ποιότητας
μετάλλευμα αφέθηκε να τύχει αργότερα επεξεργασίας στο εργοστάσιο του Μιτσερού.

Το χαμηλότερης ποιότητας μετάλλευμα αποθηκευόταν προσωρινά σε σωρούς σε
διάφορα σημεία κοντά στις εκσκαφές. Στο Σχήμα 3.11 σημειώνονται είκοσι οκτώ
τέτοιοι σωροί οι οποίοι είναι αριθμημένοι, τα δε αποτελέσματα των αναλύσεών
τους παρουσιάζονται σε δύο Δελτία Δειγματοληψίας της ΑΕΕΧΠ&Λ ημερομηνίας
20/12/1937. Το ένα από τα Δελτία αυτά δεικνύεται στο Σχήμα 3.12. Τα αποτελέ-
σματα είναι σε ουγγίες/τόνο και δίδεται πρώτα το άθροισμα χρυσού και αργύρου
και ξεχωριστά οι τιμές του χρυσού και του αργύρου. Η μέση τιμή του χρυσού είναι
8,8 γρ/τον και του αργύρου 56,9 γρ/τον. Οι αναλύσεις σε γραμμάρια/τόνο για όλα
τα δείγματα των δύο δελτίων της ΑΕΕΧΠ&Λ δεικνύονται στον Πίνακα 3.4.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 263

ΣΧΗΜΑ 3.12 - FIGURE 3.12
ΔΕΛΤΙΟ ΔΕΙΓΜΑΤΟΛΗΨΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΑΝΑΛΥΣΕΩΝ ΣΕ ΟΥΓΓΙΕΣ/ΤΟΝ ΤΩΝ ΣΩΡΩΝ 1
ΕΩΣ 15 ΣΤΟΝ ΚΟΚΚΙΝΟΒΟΥΝΑΡΟ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 20/12/1937 SAMPLING LIST AND ASSAY

RESULTS IN OUNCES/TON OF THE HEAPS 1 TO 15 AT KOKKINOVOUNAROS DATED 20/12/1937

ΠΙΝΑΚΑΣ 3.4 - TABLE 3.4

ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΩΡΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΟΣ ΧΡΥΣΟΥ ΚΑΙ ΑΡΓΥΡΟΥ
ΤΟΥ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟΥ ΧΡΥΣΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΒΟΥΝΑΡΟΥ

ASSAY RESULTS OF THE GOLD AND SILVER ORE HEAPS
OF THE KOKKINOVOUNAROS GOLD MINE

Σωρός Au Ag Au Ag Σωρός Au Ag Au Ag
gr/ton gr/ton
Heap oz/ton oz/ton gr/ton gr/ton Heap oz/ton oz/ton 50,7
6,8 32,8
1 0,292 1,734 9,1 53,8 12 0,218 1,636 4,2 58,2
11,4 69,3
2 0,11 0,4 3,4 12,4 13 0,135 1,058 8,3
12,7 124
3 0,256 1,614 7,9 50 14 0,369 1,878 9,6 58,5
6,2 35,2
4 0,272 2,016 8,4 62,5 15 0,268 2,234 10,1 35,7
12,8 106,3
5 0,26 1,752 8,1 54,3 16 0,41 4 7,9 46,5
6,7 57,9
6 0,224 1,648 6,9 51,1 19 0,311 1,886 4,6 30,6
11,6 52,5
7a 0,351 2,257 10,9 70 20 0,201 1,136

7b 0,498 2,891 15,4 89,6 22 0,325 1,153

7c 0,616 3,788 19,1 117,4 23 0,414 3,428

8a 0,28 1,324 8,7 41 24 0,254 1,5

8b 0,302 1,926 9,4 59,7 26 0,217 1,868

8c 0,269 1,587 8,3 49,2 27 0,149 0,988

10 0,164 1,31 5,1 40,6 28 0,374 1,692

11 0,112 0,846 3,5 26,2

Averages Au 0,3 oz/ton Ag 1,8 oz/ton Au 8,8 gr/ton Ag 56,9 gr/ton

Οι σωροί 9, 17, 18 και 25 χρησιμοποιήθηκαν για μπάζωμα μετώπων.

Heaps 9, 17, 18 and 25 were used for filling of stopes.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 264

Εικόνα 3.19 Μεταλλείο Χρυσού Κοκκινοβούναρου, Σκηνή από τις Εργασίες, 1939.
Plate 3.19 Kokkinovounaros Gold Mine, Scene from the Operations 1939.

Ι. ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΕΥΤΥΧΙΟΥ

Στην περιοχή Σιάς η ΑΕΕΧΠ&Λ βρισκόταν από το 1933 όπου διεξήγαγε έρευνες στα
πλαίσια Ερευνητικής Αδείας για χαλκούχα μεταλλεύματα. Όταν το 1936 άρχισε να
ασχολείται με την έρευνα χρυσού υπέβαλε αίτηση για Μεταλλευτική Μίσθωση την
οποία εξασφάλισε το 1937. Όπως αναφέρθηκε και στο Κεφάλαιο 2 για την εκμε-
τάλλευση του θειούχου κοιτάσματος της Σιάς, η Μίσθωση αυτή περιλάμβανε την
κύρια εμφάνιση της Σιάς μαζί με τις γειτονικές εμφανίσεις στις τοποθεσίες Άγιος
Ευτύχιος και Πευκαρούδια (βλέπε Σχήμα 2.41), καθώς επίσης και τις εμφανίσεις
Κοκκινοβούναρου, Κοκκινόνερου και Κοκκινοχώματος κοντά στα χωριά Καμπιά και
Καπέδες (βλέπε Σχήμα 2.46).

Η Εταιρεία ασχολήθηκε πρώτα με την οξείδωση της Σιάς όπου διεξήγαγε εκτετα-
μένες έρευνες, οι οποίες περιλάμβαναν την ανόρυξη χαρακωμάτων, φρεάτων και
στοών. Επίσης, αξιοποίησε την υφιστάμενη στοά μήκους 135 μέτρων στο υψόμε-
τρο 352 μ., η οποία είχε διανοιχθεί προηγουμένως από την αγγλική εταιρεία Pyrite
Company Ltd. Η στοά αυτή ήταν γνωστή ως ‘Στοά των Άγγλων’ και έφθανε μέχρι

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 265

το κέντρο της οξείδωσης και κοντά στο επίπεδο της επαφής της με την υποκείμενη
ανοξείδωτη μεταλλοφορία. Επειδή το επίπεδο αυτό ήταν το ευνοϊκότερο μέρος για
τη δημιουργία του πλούσιου χρυσοφόρου μεταλλεύματος, η Εταιρεία, με αφετη-
ρία το τέρμα της υφιστάμενης στοάς, διάνοιξε πυκνό δίκτυο ερευνητικών στοών
με εξόχως ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Στο Σχήμα 3.13 δεικνύονται τα κυριότερα
ερευνητικά έργα στην περιοχή της Σιάς.

Κατωτέρω παρουσιάζονται μερικά χαρακτηριστικά αποτελέσματα από τις ερευνη-
τικές εργασίες στην περιοχή της Σιάς, όπως καταγράφηκαν από τον γεωλόγο-με-
ταλλειολόγο της Εταιρείας V. Yiouskin. Στο Σχήμα 3.14 δεικνύεται η γεωλογική τομή
του δυτικού τοιχώματος της Στοάς 2 του Φρέατος 3 (Στ2Φ3), στην οποία παρουσι-
άζεται η τυπική εικόνα της παρουσίας του πλούσιου χρυσοφόρου στρώματος του
Devil’s Mud μεταξύ της μεταλλοφορίας πυρίτη στο κάτω μέρος και του υπερκείμε-
νου ραϊμονδίτη που είναι προϊόν οξειδώσεως. Το χρυσοφόρο στρώμα έχει πάχος
18 έως 30 εκατοστά με περιεκτικότητα χρυσού από 18 μέχρι 62 γραμμάρια ανά
τόνο, ενώ ο ραϊμονδίτης είναι κατά πολύ πτωχότερος με μέγιστη τιμή χρυσού 4,8
γραμμάρια ανά τόνο.

Το πιο πάνω παράδειγμα μαρτυρεί ότι τα αποτελέσματα των ερευνητικών εργα-
σιών ήταν θετικά, γεγονός που ώθησε την Εταιρεία στην εκτέλεση μεταλλευτικών
έργων στην περιοχή. Τα έργα αυτά ήταν επί το πλείστον υπόγεια με αφετηρίες τα
προϋπάρχοντα ερευνητικά έργα. Σε δύο περιπτώσεις έγιναν μικρές υπαίθριες εκμε-
ταλλεύσεις: η πρώτη στην περιοχή του Χαρακώματος 3 και η δεύτερη και μικρό-
τερη στην περιοχή του φρέατος 9, βλέπε Σχήμα 3.13. Επειδή η εκμετάλλευση ήταν
υπόγεια και οπωσδήποτε επιλεκτική, η όλη δραστηριότητα διήρκεσε μέχρι το 1943.

Παράλληλα με τις έρευνες και εκμεταλλεύσεις στη Σιά, η Εταιρεία διεξήγαγε ερευ-
νητικές εργασίες και στις οξειδώσεις στην τοποθεσία Άγιος Ευτύχιος, η οποία ευρί-
σκεται ένα χιλιόμετρο δυτικότερα πολύ κοντά στο δρόμο μεταξύ των χωριών Σιά και
Μαθιάτης (βλέπε Σχήμα 2.41). Τα ερευνητικά έργα στην οξείδωση αυτή περιλάμ-
βαναν όπως πάντοτε την ανόρυξη φρεάτων, χαρακωμάτων και κεκλιμένων ή ορι-
ζόντιων στοών, και δεικνύονται στο Σχήμα 3.15. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα
των ερευνητικών αποτελεσμάτων στην περιοχή αυτή είναι η τομή του Κεκλιμένου
4 του Φρέατος 40, η οποία δεικνύεται στο Σχήμα 3.16 όπως έχει καταγραφεί από
τον γεωλόγο της Εταιρείας Χαράλαμπο Μαραγκό το 1940. Όπως σημειώνεται στην
τομή ο κόκκινος οξειδωμένος ορίζοντας (‘Chapeau de fer’) περιέχει μόνο 1 γραμ-
μάριο ανά τόνο χρυσού, ενώ η ‘φλέβα μαύρη’ 15 μέχρι 400 γραμμάρια και η λευκή

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 266

ξεπλυμένη λάβα ‘λευκό με φλέβες διεσπαρμένες’ περιέχει 2 έως 15 γραμμάρια
ανά τόνο χρυσό. (Το κίτρινο και το διαγραμμισμένο κίτρινο χρώμα αντιστοιχούν σε
συμπαγή πυρίτη και προπυλίτη, με άγνωστη περιεκτικότητα σε χρυσό). Με βάση
τα αποτελέσματα των ερευνητικών εργασιών έγιναν στην περιοχή Αγίου Ευτυχίου
τέσσερις μικρές υπαίθριες εκμεταλλεύσεις, όπως σημειώνονται στο Σχήμα 3.15

-5.850 -5.850
+4.950
+5.000
+5.050
+5.100
+5.150

+5.200

Φ23

-5.900 Χ15 Φ20 Στ2Φ3 -5.900
-5.950 Χ8 Στ1 Φ3
-6.000 Φ6
-6.050 Χ12 Φ11 Φ5 Φ15
Κ1 Στ6
Χ7
Φ
Στ5 -5.950
Στ4 Στ1

Φ9

Φ7 Φ16 Χ1 Φ12
-6.000
Χ2 "Στ"οTάhΆe γBγrλitωisνh"Adit" Φρέαρ Αρχαίων
Χ21 Φ4 Ancient Shaft -6.050

Χ3 Χ11
Χ16

+4.950
+5.000
+5.050
+5.100
+5.150
+5.200

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 267

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 268

Μικρότερης κλίμακας έρευνες και μια μικρή υπαίθρια εκμετάλλευση έγιναν και στην
τοποθεσία Πευκαρούδια που βρίσκεται περί τα 500 μέτρα νοτιοδυτικά του Μεταλ-
λείου Σιάς και 750 μέτρα νοτιοανατολικά του Αγίου Ευτυχίου, βλέπε Σχήμα 2.41.

Ο εμπλουτισμός των μεταλλευμάτων χρυσού που εξορύσσοντο στις περιοχές της
Σιάς, Αγίου Ευτυχίου και Πευκαρούδια γινόταν πρώτα στο εργοστάσιο κυάνωσης
Μιτσερού, και μετά το 1940 στο Βασιλικό.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 269

Κ. ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ΤΟΥΡΟΥΝΤΖΙΑΣ (ΚΑΤΩ ΛΕΥΚΑΡΩΝ)

Η περιοχή Τουρουντζιάς βρίσκεται στη δυτική όχθη της κοιλάδας του Ποταμού
Πεντάσχοινου, περί τα 2 χιλιόμετρα δυτικά του Σταθμού Σκαρίνους και 3 χιλιόμετρα
ανατολικά του χωριού Κάτω Λεύκαρα και γειτνιάζει με το Φράγμα Πεντάσχοινου.
Το γεωλογικό υπόβαθρο είναι πυριγενή πετρώματα του Ορίζοντα Βάσεως (Basal
Group), τα οποία καλύπτονται μερικώς από τις Κρητίδες του Σχηματισμού Λευκά-
ρων. Τα πυριγενή πετρώματα έχουν υποστεί υδροθερμική αλλοίωση, η οποία στα
ανώτερα στρώματα παρουσιάζεται με τη μορφή λευκής αποπλυθείσας λάβας και
έντονες οξειδώσεις με πολύμορφα ορυκτά πυριτίου και ραϊμονδίτη, που προσδί-
δουν στην εμφάνιση ένα έντονο κίτρινο χρώμα, εξ ου και το όνομα της τοποθεσίας
που στην τουρκική γλώσσα σημαίνει ‘κίτρινη γη’. Όπως διαπιστώθηκε από τα ερευ-
νητικά φρέατα και μεταγενέστερες γεωτρήσεις, τα πετρώματα κάτω από τις επιφα-
νειακές οξειδώσεις έχουν υποστεί έντονη προπυλιτίωση χωρίς να εντοπιστεί σώμα
συμπαγούς μεταλλοφορίας πυρίτη.

Η ΑΕΕΧΠ&Λ εντόπισε την εμφάνιση της Τουρουντζιάς από το τέλος του 1940 και
άρχισε αμέσως την ανόρυξη ερευνητικών φρεάτων, τα περισσότερα των οποίων
άρχιζαν από τις υπερκείμενες κρητίδες, και μέσα από ερευνητικές στοές, βλέπε
Σχήμα 3.17. Ένα από τα φρέατα με τις πλουσιότερες τιμές χρυσού ήταν το Φ8 η

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 270

γεωλογική τομή του οποίου παρουσιάζεται αυτούσια στο Σχήμα 3.18 όπως έχει
καταγραφεί από τον γεωλόγο της Εταιρείας Χαράλαμπο Μαραγκό το 1940. Είναι
ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ο χρυσός ευρίσκεται μέσα στον ραϊμονδίτη και σε
οπάλιο, ενώ σε κανένα φρέαρ στην Τουρουντζιά δεν έχει εντοπιστεί ‘Devil’s Mud’.

Αποτέλεσμα των ερευνητικών εργασιών ήταν ο εντοπισμός τριών ξεχωριστών συγκε-
ντρώσεων, οι οποίες ονομάστηκαν κοιτάσματα ‘Τ3’, ‘Τ4’ και ‘Τ5’, βλέπε Σχήμα 3.17. Τα
συνολικά αποθέματα υπολογίστηκαν στους 14.900 τόνους με μέση περιεκτικότητα σε
χρυσό 8,5 γρ/τόνο. Η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων ‘Τ3’ και ‘Τ4’ έγινε με επιφανειακή
εκμετάλλευση, ενώ μικρό μέρος του ‘Τ5’ εκμεταλλεύτηκε επιφανειακά, ενώ το μεγα-
λύτερο τμήμα υπογείως με προσπελάσεις από τα ερευνητικά φρέατα. Η εκμετάλλευση
των συγκεντρώσεων της Τουρουντζιάς ολοκληρώθηκε εντός του έτους 1941. Ο εμπλουτι-
σμός του μεταλλεύματος Τουρουντζιάς εγίνετο στο εργοστάσιο κυάνωσης στο Βασιλικό.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 271

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 272

Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι στη περιοχή Τουρουντζίας δεν έχει εντοπιστεί
στρώση Devil’s mud. Πιστεύεται ότι η εμφάνιση αυτή αποτελεί παράδειγμα συγκέ-
ντρωσης χρυσού (και αργύρου) που δημιουργήθηκε από χαμηλής θερμοκρασίας
υδροθερμικά διαλύματα μακριά από κέντρα διεύρυνσης (spreading centers), όπως
έχει προταθεί από τους Prichard και Maliotis (1998).

Λ. ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ΑΓΚΛΙΣΙΔΩΝ

Η Εταιρεία CMC πληροφορήθηκε για την ύπαρξη ενδείξεων χρυσού βόρεια του
χωριού Αγγλισίδες της Επαρχίας Λάρνακας από δύο δείγματα που την προμήθευσε
τον Δεκέμβριο του 1935 κάποιος ιδιώτης. Ακολούθησε επίσκεψη γεωλόγου της
Εταιρείας ο οποίος διαπίστωσε ότι η περιοχή είχε πράγματι ενδιαφέρον και την
κάλυψε με Ερευνητική Άδεια. Τον ίδιο μήνα η Εταιρεία άρχισε εντατική έρευνα με
χαρακώματα, φρέατα και στοές όπως ήταν η συνήθης πρακτική της. Οι ενδείξεις
χρυσοφόρου μεταλλοφορίας ήταν επιφανειακές ή σε μικρό βάθος και κατέληγαν
πάντοτε σε μεταλλοφορία χαλκούχου πυρίτη. Στην ίδια περιοχή υπήρχαν ενδείξεις
από έντονη εκμετάλλευση από τους αρχαίους, παρ’ όλο που στην ευρύτερη περι-
οχή δεν υπάρχουν σωροί αρχαίων σκωριών.

Παράλληλα με την εκμετάλλευση του χρυσοφόρου μεταλλεύματος η Εταιρεία ερεύ-
νησε την έκταση και ποιότητα της μεταλλοφορίας του χαλκούχου πυρίτη με τη διε-
ξαγωγή γεωφυσικών επισκοπήσεων και γεωτρήσεων. Τα αποτελέσματα όμως δεν
ήταν ενθαρρυντικά. Η εκμετάλλευση του χρυσοφόρου μεταλλεύματος συνεχίστηκε
μέσα στο έτος 1936 και τερματίστηκε τον Ιούνιο του 1937.

Συνολικά έχουν εξορυχθεί 754 τόνοι μεταλλεύματος με μέσον όρο περιεκτικότητας
22,45 και 79,74 γραμμάρια ανά τόνο χρυσού και αργύρου αντιστοίχως. Παρήχθη-
σαν συνολικά 18,65 κιλά χρυσού και 66,26 κιλά αργύρου. Η μηνιαία παραγωγή του
μεταλλείου δεικνύεται στον Πίνακα 3.5

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 273

Εικόνα 3.20 Μεταλλείο Χρυσού Αγκλισίδων, Φόρτωση Μεταλλεύματος, Φεβρ. 1936.
Plate 2.20 Anglisides Gold Mine, loading of Gold Ore, February 1936.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 274

Μ. ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ΜΑΓΚΑΛΕΝΗΣ (ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΑΣ)

Η χρυσοφόρος εμφάνιση της Μαγκαλένης δυτικά του χωριού Παρεκκλησιά εντοπί-
στηκε περί το τέλος του 1940. Το γεωλογικό υπόβαθρο ήταν Λάβες του Ανωτέρου
Ορίζοντα μερικώς καλυμμένες με ούμβρα και νεώτερα ιζηματογενή πετρώματα
(κρητίδες), με μικρές επιμήκεις οξειδώσεις ΒΔ-ΝΑ κατευθύνσεως. Στην περιοχή
υπήρχαν και εκτεταμένοι σωροί από παλαιές, πιθανότατα αρχαίες, εκμεταλλεύσεις
καθώς επίσης και μικρός σωρός από αρχαίες σκωρίες.

Η Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων ερεύνησε την
περιοχή με 26 φρέατα και μικρό αριθμό στοών μέσα στα πλουσιότερα από τα φρέ-
ατα αυτά. Όπως αναφέρεται σε έκθεση του γεωλόγου Χαράλαμπου Μαραγκού: «Αι
έρευναι εγένοντο για χρυσόν και έφεραν εις φως πλουσιώτατο χρυσοφόρο μετάλ-
λευμα (περί τους 110 τ. με μέσην ανάλυσην Au = 40 gr/t). Να σημειωθεί ότι εις το
μέρος αυτό ευρέθη το πλουσιότερο δείγμα χρυσού από όλα τα χρυσομεταλλεία της
Κύπρου με Au = 1500 gr/t. (περίπου)».

Η εκμετάλλευση συμπληρώθηκε εντός του 1941 και ο εμπλουτισμός του μεταλλεύ-
ματος γινόταν στο εργοστάσιο κυάνωσης στο Βασιλικό.

Την ίδια εποχή (1941) η Εταιρεία ερεύνησε για χρυσό και διεξήγαγε μικρής κλίμα-
κας εκμετάλλευση σε τέσσερις γειτονικές οξειδώσεις στην τοποθεσία Αΐτσες που
ευρίσκεται περί τα δύο χιλιόμετρα βορείως του χωριού Παρεκκλησιά. Οι οξειδώσεις
αυτές βρίσκονται στην επαφή των Λαβών του Κατωτέρου Ορίζοντα με τον όγκο του
Σερπεντινίτη. Συνολικά εξορύχθηκαν από τις εμφανίσεις αυτές 1500 τόνοι μεταλ-
λεύματος με μέση περιεκτικότητα σε χρυσό 11 γρ/τόνο.

Ν. ΠΕΡΙΟΧΗ ΛΙΜΝΗΣ

Το έτος 1937 η εταιρεία Cyprus Sulphur and Copper Co. Ltd άρχισε να επιδεικνύει
ενδιαφέρον στην παρουσία χρυσού και αργύρου στα θειούχα μεταλλεύματα μέσα
στη μεταλλευτική της μίσθωση. Η παρουσία υψηλών και εκμεταλλεύσιμων συγκε-
ντρώσεων των πολυτίμων μετάλλων περιοριζόταν στα οξειδωμένα μέρη της θειού-
χου μεταλλοφορίας του κοιτάσματος Λίμνης. Μετά από τις πρώτες ενθαρρυντικές
ενδείξεις η Εταιρεία αποφάσισε το 1938 την ανέγερση εργοστασίου κυανιώσεως στην

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 275

περιοχή Μαυρολί, δυναμικότητας 40-45 τόνων μεταλλεύματος ημερησίως. Τούτο
άρχισε λειτουργία το 1939 και τον ίδιο χρόνο η δυναμικότητά του αυξήθηκε στους
90 τόνους ημερησίως. Μικρότερης κλίμακας εκμετάλλευση έγινε και σε περιορι-
σμένης έκτασης οξειδώσεις στην τοποθεσία Πουρνάτζι, νότια του χωριού Κινούσα.

Η παραγωγική δραστηριότητα της Εταιρείας στον τομέα των πολυτίμων μετάλλων
την περίοδο 1939-1944 δεικνύεται στον Πίνακα 3.6. Συνολικά, η Εταιρεία εξόρυξε
82.755 τόνους μεταλλεύματος από τους οποίους παρήγαγε και εξήγαγε 870 κιλά
χρυσού και 5.437 κιλά αργύρου.

Ξ. ΠΕΡΙΟΧΗ ΣΚΟΥΡΙΩΤΙΣΣΑΣ –
ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ

1. Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία Λτδ. 1979-1982

Όπως έχει αναφερθεί στο Κεφάλαιο 2, η Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία (ΕΜΕ) το
1976 έγινε κάτοχος της μεταλλευτικής μίσθωσης της Σκουριώτισσας. Το 1978, εξε-
τάζοντας τα δεδομένα της ευρύτερης περιοχής διαπιστώθηκε ότι η προηγούμενη

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 276

εταιρεία Cyprus Mines Corporation (CMC) αποθήκευσε σε ξεχωριστό σωρό ποσό-
τητα περίπου εκατό χιλιάδων τόνων από το οξειδωμένο κάλυμμα του κοιτάσματος
‘Φοίνιξ’, το οποίο περιείχε κατά μέσο όρο 1,4 γραμμάρια ανά τόνο χρυσό και 4,5
γραμμάρια/τόνο άργυρο. Μετά από ορυκτολογική εξέταση του μεταλλεύματος διαπι-
στώθηκε ότι ο χρυσός (και ο άργυρος) ευρίσκοντο εγκλεισμένοι σε μη οξειδωμένους
κρυστάλλους (κόκκους) πυρίτη. Με βάση τα στοιχεία αυτά η Εταιρεία πειραματί-
στηκε στον εμπλουτισμό του πυρίτη αυτού με τη μέθοδο της επίπλευσης (flotation)
στο Εργοστάσιο Εμπλουτισμού στην περιοχή Μιτσερού και πέτυχε τη δημιουργία
συμπυκνώματος πυρίτη με 200 γραμμάρια/τόνο χρυσό και 700 γραμμάρια/τόνο
άργυρο. Εν όψει των υψηλών τιμών του χρυσού και αργύρου που επικρατούσαν την
εποχή εκείνη η Εταιρεία προχώρησε στην αξιοποίηση του αρχικού αποθέματος και
εξόρυξε ακόμη περισσότερο χρυσοφόρο μετάλλευμα από το οξειδωμένο κάλυμμα
του κοιτάσματος ‘Φοίνιξ’. Συνολικά, την περίοδο 1979-1982 εξόρυξε περίπου ήμισυ
εκατομμύριο τόνους χρυσοφόρου μεταλλεύματος και παρήγαγε και εξήγαγε περί-
που 1.400 τόνους συμπυκνώματος πυρίτη που περιείχε συνολικά περίπου 300 κιλά
χρυσού και 980 κιλά αργύρου.

2. Hellenic Copper Mines Ltd. 2017-2019

Όταν άρχισε εκ νέου η εκμετάλλευση του κοιτάσματος ‘Φοίνιξ’ το 1996 από την
Hellenic Copper Mines (HCM), η εταιρεία έχοντας υπ’ όψη της ότι το οξειδωμένο
κάλυμμα περιείχε τιμές χρυσού (και αργύρου), εναπόθετε τούτο κατά την πρόοδο
της αποκάλυψης του κοιτάσματος σε ξεχωριστό σωρό για ενδεχόμενη μελλοντική
αξιοποίηση. Το 2017, αφού κατασκεύασε την απαιτούμενη υποδομή προχώρησε
στην αξιοποίηση του σωρού και παρήγαγε με τη μέθοδο της εκχύλισης με κυάνωση
– απορρόφηση/εκρόφηση με ενεργό άνθρακα – ηλεκτρανάκτηση 128,9 κιλά χρυσού
και 376,36 κιλά αργύρου. Έχοντας στη διάθεσή της τις απαιτούμενες εγκαταστά-
σεις η HCM καταβάλλει προσπάθειες για την επεξεργασία παρόμοιων οξειδωμένων
υλικών και από άλλες παλαιές εκμεταλλεύσεις χρυσού, όπως αυτή στο Στρογγυλό
(Νότιο Μαθιάτη).

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 277

Ο. Η ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΧΡΥΣΟΥ ΚΑΙ ΑΡΓΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Πέραν των μεταλλείων χρυσού που αναφέρονται στις πιο πάνω σελίδες, πρέπει
να σημειωθεί ότι έγινε και μικρότερης κλίμακας έρευνα και εκμετάλλευση και σε
αριθμό άλλων περιοχών αλλά με πολύ μικρή παραγωγή, τόσο από την CMC, όσο
και από την ΑΕΕΧΠ&Λ, αλλά και από μερικές άλλες μικρότερες εταιρείες, βλέπε
Πίνακα 3.7. Στο Σχήμα 3.19 δεικνύεται η θέση των σημαντικότερων περιοχών που
έγινε εκμετάλλευση χρυσού.

Η όλη μεταλλευτική δραστηριότητα στην Κύπρο στον τομέα των χρυσοφόρων μεταλ-
λευμάτων συνοψίζεται στον Πίνακα 3.7 που ακολουθεί. Όπως σημειώνεται, από τις
εργασίες την περίοδο 1938-1946 έχουν εξορυχθεί συνολικά 382.031 τόνοι μεταλ-
λεύματος υψηλής ποιότητας από τους οποίους παρήχθησαν 5.320 κιλά χρυσού και
33.363 κιλά αργύρου. Από τη μεταγενέστερη δραστηριότητα την περίοδο 1979 -2019
που περιορίστηκε στην περιοχή της Σκουριώτισσας και σε χαμηλής περιεκτικότητας
μετάλλευμα παρήχθησαν 428,9 κιλά χρυσού και 1356,36 κιλά αργύρου. Η συνολική
παραγωγή των δύο περιόδων είναι 5.749 κιλά χρυσού και 34.719 κιλά αργύρου.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 278

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 279

CHAPTER 3

THE GOLD AND SILVER MINES

Introduction

Fixation of Gold and Silver atoms into the structure of pyrite impart in this way a very
low concentration of these elements to the pyritic mineralization. Upon oxidation of
pyrite, these noble metals are dissolved and carried in lower levels within the oxidised
zone and are redeposited in higher concentrations than the original non-oxidised
mineralization which may reach high enough grades which render them economic
to mine. The recognition of the existence of such an auriferous layer in the Skouri-
otissa Mine in 1919 is attributed to Charles Gunther of the Cyprus Mines Corpora-
tion (CMC). Because of the corrosive nature of this layer caused by its sulphuric acid
content, the miners called it “Devil’s Mud” and this unusual term survived ever since
and is used in the geological terminology of the Cyprus ore deposits. The limonite
and reimondite oxidation minerals also contain significant gold and silver values. The
values of gold range from a few grams to some tens of grams per ton; an extreme
value of 1500 grams per ton has been recorded at one occasion. Silver is generally
higher with an extreme value of 24 kilos per ton recorded also at one occasion.

The exploitation of this auriferous layer at Skouriotissa begun in 1933 after the cupre-
ous pyrite mining activity was much reduced due to the economic recession of the
1930’s. It was soon realised that this auriferous ore occurs in other places in Cyprus
and the whole operation turned into a mini gold-rush which was taken up also by
the other mining companies of that time and in particular the Cyprus Sulphur and
Copper Company (CSCC) and the Anonym Hellenic Company of Chemical Products
and Manures (AHCCP&M). This gold-rush took place during the period from 1933 to
1946 and helped the mining companies economically through WWII. This Chapter
outlines the gold and silver mining operations in the more important mines which
operated in Cyprus and at the end it gives a summary of the total production.

THE MINES OF CYPRUS 281

The Skouriotissa and Apliki Mines

The auriferous layer was located at level 250 m (820’) ranging in thickness from 15
to 180 cm and extending in an area of about 40.000 sq. meters as shown in Figure
3.1. Mining of this layer was at first done by underground methods but eventually
it was completed by an opencast on the western side of the Skouriotissa (Phoukasa)
hill. It lasted from 1933 to 1942 and gave 1,86 tons of gold and 12,14 tons of silver
(Table 3.1).

At the nearby Apliki Mine which belonged also to CMC, the auriferous cap was
exploited both by underground and opencast operations during the period 1936-
1938 yielding 107 kilos of gold and 435 kilos of silver.

The Strongylos - South Mathiatis Mine

This mine also belonged to CMC and was situated far from Skouriotissa, south of Mathi-
atis village, about 20 kilometres south of Nicosia. The auriferous ore was found under
a thin oxidation cover and was originally explored by a network of shafts and adits and
later by a small opencast (Figure 3.2). The mining operation was highly labour intensive
with the employment of numerous workers who were mining and sacking the ore with
hand tools and transporting the waste with carts pulled by mules. The sacks containing
the ore were transported to the cyanidation plant at Xeros. This mine operated from
late 1935 to 1938 and produced 0,75 tons of gold and 8,2 tons of silver, see Table 3.2.

The Mathiatis (North) Mine

This is another CMC gold mine situated to the north of Mathiatis village, located
and worked at about the same time as the South Mathiatis mine described above.
The exploitation was done by opencast by the employment of a great number of
labourers working with hand tools and mule driven carts. Mining lasted from late
1935 to late 1938 producing 0,35 tons of gold and 1,34 tons of silver, see Table 3.3.
During the course of mining CMC carried out extensive exploration works under the
auriferous oxidation and located substantial reserves of cupreous pyrites. This pyritic
ore was subsequently mined by the Hellenic Mining Company (HMC) as described
in Chapter 2.

THE MINES OF CYPRUS 282

The Kokkinoyia (Mitsero) Mine

This mine was operated by AHCCP&M and is in the oxidised part of the homony-
mous cupreous pyrites mine which was worked out by the HMC, see Chapter 2. At
the time CMC was beginning its gold mining operations at Skouriotissa, AHCCP&M
was busy exploring for cupreous pyrites at various localities with strong oxidation.
Having learned about the discovery of gold in Skouriotissa and other localities, the
company turned its attention on this metal and found out that the Kokkinoyia gos-
san as well as other gossans under exploration at that time were auriferous and
entered the gold-rush race.

Figure 3.3 shows the Kokkinoyia oxidation which measures about 150 X 100 meters
and the extensive exploratory shafts, trenches and adits which were dug and the
subsequent opencast benches of the mining operations. Figures 3.4 and 3.5 are
examples of the mode of occurrence and the grades of the auriferous ores encoun-
tered at that mine. The ore was treated at the cyanidation plant which was erected
at Mitsero, together with other similar ores from the northern parts of Troodos. The
gold and silver production figures from this mine are given at the end of this section
together with other AHCCP&M mines, (Table 3.7).

The Agrokipia Mine

This mine was also operated by AHCCP&M at about the same time as the Kokkinoyia
mine and the ore was treated at the same cyanidation plant at Mitsero. Figure 3.6
shows the exploratory works and the shallow gold opencast together with the out-
crops of the pyritic ore discovered below the oxidation. Figure 3.7 shows a typical
geological section of the auriferous ore from the exploratory shafts and adits. The
gold mining operations took place in the period 1936-1939.

The Alestos Mine

The strong colourful gossan at the top of the Alestos Hill attracted the attention of AHCCP&M
and upon detailed exploration it was found that it was enclosing auriferous material of eco-
nomic grade which was subsequently mined with underground and surface workings (Fig-
ure 3.8). An example of the mode of occurrence of this ore at Alestos is shown in Figure 3.9.

THE MINES OF CYPRUS 283

The Kokkinovounaros Mine

At Kokkinovounaros (Big-red-hill) there are two en-echelon gossans disposed in a
north-south direction (Figure 2.46). The northern one shows evidence of strong
oxidation and intensive leaching (Figure 2.30). This gossan attracted the attention
of AHCCP&M and was explored for cupreous pyrites without any success. In 1936,
after the company diversified its activities into gold exploration it was found that
the leached rocks were hosting relatively high gold and silver values and this local-
ity became in 1937 one of the first such mines of the company. Exploration started
with trenches, shafts and adits which were used for underground mining. Even-
tually mining continued with two elongated opencast workings over the areas of
the underground workings (Figure 3.11). Figure 3.12 is an example of the sampling
records dated 20/12/1937 and Table 3.4 lists the assay results of 28 samples which
have average values of 8,8 and 56,9 grams per ton of gold and silver respectively.

The Mines of Shia and Ayios Eftychios

At these two neighbouring localities AHCCP&M was already exploring for cupre-
ous pyrites, but in 1936 suspended this activity and examined the oxidation zones
for their gold potential. At Shia they utilised the existing adit at level 352 m which
was driven earlier up to the lower parts of the gossan (Figure 3.13) and from that
they explored with a network of adits the horizon between the fresh mineralization
below and the oxidised zone above. That horizon was the most favourable for the
occurrence of gold and silver in the form of Devil’s mud, as it is demonstrated in the
section of Figure 3.14. In addition to the underground exploitation, there were also
smaller surface excavations (Figure 3.13). The ore from this mine was being treated
originally at the company’s cyanidation plant at Mitsero and after 1940 it was treated
at Vasiliko where that cyanidation plant was relocated.

In the nearby Ayios Eftrychios gossan, the same company explored with trenches,
shafts and adits (Figure 3.15) and located rich occurrences of gold, see the exam-
ple in Figure 3.16, which they mined with small opencast workings and had the ore
treated at Vasiliko.

THE MINES OF CYPRUS 284

The Tourountzia Mine

At the locality Tourountzia (which means yellow earth) there is a strong gossan at the con-
tact with the overlying sedimentary rocks (Figure 3.17). This gossan was explored by AHC-
CP&M in 1940 with numerous shafts, some of which went through gold rich white leached
lava with high gold and silver values. The best example is Shaft No. 8 whose log is shown
in Figure 3.18. Eventually three different areas were mined by opencast and underground
workings (Figure 3.17). It should be noted that at this locality the Devil’s mud layer was
not found nor was there any high grade pyritic mineralization below the oxidised rocks.

The Anglisides Mine

The auriferous occurrence at this locality was brought to the attention of CMC in late
1935 and was mined by opencast and underground workings intermittently up to
the end of 1937. The total production was relatively small amounting to 18,6 kilos
of gold and 66,2 kilos of silver, see Table 3.5.

The Mangaleni Mine

This was a small mine operated by AHCCP&M where the orebody was located in
1940 by a number of shafts and adits over an area with oxidation near the exposure
of umbers and overlying sedimentary rocks. The interest on this small mine lies in
the fact that the Devil’s mud was found to be extremely rich in gold with an average
value of 40 and a maximum value of 1500 grams per ton.

The Limni Mining Area

The CSCC which was operating the cupreous pyrites mines in the Limni Area (Chap-
ter 2) has also shown an interest in the mining of the noble metals at the same time
as the other companies were mining the same type of ore. Although there are no
available detailed documents on their activities in this field, the company is known
to have erected a cyanidation plant near their installations at Mavroli where they
treated gold bearing ores from the area of the Limni Mine and the gossans at the

THE MINES OF CYPRUS 285

locality Pournajia near Kinousa village. Their activity lasted from 1937 to 1944 and
succeeded in producing 870 kilos of gold and 5,4 tons of silver (Table 3.6).

Gold Mining at Skouriotissa in Modern Times

When the Hellenic Mining Company (HMC) took over the Skouriotissa Mining Lease
in 1976, it was discovered that CMC has dumped separately about 100,000 tons
of gold bearing waste material from the overburden of the Phoenix deposit they
stripped in 1972, (Chapter 2). This waste material contained 1.4 grams gold per ton
and 4,5 grams silver per ton. Having established that the noble metals were enclosed
in un-oxidised pyrite crystals of the Phoenix waste, HMC treated in 1979-1982 this
material and other additional material from the same source, i.e. the Phoenix over-
burden. This amounted altogether to half a million tons which were concentrated
by flotation at the Mitsero dressing plant producing about 1.400 tons of pyrite con-
centrate which contained 300 kilos of gold and 980 kilos of silver.

When the Hellenic Copper Mines resumed stripping of the Phoenix orebody in 1996,
they stored the oxidised waste separately and in 2017, after constructing the neces-
sary facilities treated this waste by cyanidation and carbon activation and produced
128,9 kilos of gold and 376,4 kilos of silver. This operation is still in progress with
old waste materials from the old HMC Cyanidation plant in Mitsero and the CMC’s
Mathiatis South (Strongylos) mine.

The Total Gold and Silver Production in Cyprus

Figure 3.19 shows the location over the Troodos area of the most important locali-
ties of gold mining which was done by the CMC and the AHCCP&M as well as other
minor companies. The total gold and silver production of Cyprus is summarised on
Table 3.7 and amounts to 5.749 kilos of gold and 34.719 kilos of silver. It is evident
from this table that most of the gold and silver production came from the 1938-
1946 period of mining.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΧΡΩΜΙΤΩΝ

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στο παρόν Κεφάλαιο περιγράφονται τα μεταλλεία χρωμιτών του Τροόδους αφού
πρώτα δοθεί επιγραμματικά περιγραφή της διεργασίας γένεσης των χρωμιτοφόρων
κοιτασμάτων για να γίνουν αντιληπτές οι ιδιαιτερότητες της εκμετάλλευσής τους και
της κατανομής τους στην περιοχή του Τροόδους. Ακολούθως δίδονται κάποιες βασικές
πληροφορίες για τις χρήσεις του μετάλλου αυτού και τη σημασία του στην βιομηχανία.

Στο δεύτερο μέρος γίνεται μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία της εκμετάλλευσης
χρωμίτη στην περιοχή του Τροόδους και της ανάπτυξης των μεταλλευτικών δρα-
στηριοτήτων από την Cyprus Chrome Company Ltd. που ήταν η πρώτη εταιρεία που
ασχολήθηκε με το ορυκτό αυτό, ώστε να δοθεί μια περιγραφή των μεταλλευτικών
έργων που υφίσταντο το 1964 όταν αγόρασε και ανέλαβε τα μεταλλεία η Ελληνική
Μεταλλευτική Εταιρεία (ΕΜΕ). Μετά δίδονται κάποιες βασικές πληροφορίες ανα-
φορικά με την αγορά της όλης μεταλλευτικής δραστηριότητας της Cyprus Chrome
Company Ltd. από την ΕΜΕ.

Στη συνέχεια περιγράφονται οι μεταλλευτικές εργασίες στα μεταλλεία Κοκκινορό-
τσου, Καννούρων και Χατζηπαύλου, που απετέλεσαν τα κέντρα παραγωγής στην
περιοχή.

Στο τελευταίο μέρος του παρόντος Κεφαλαίου γίνεται αναφορά στον εμπλουτισμό
του μεταλλεύματος και στην παραγωγή εμπορεύσιμων προϊόντων στο Εργοστάσιο
Εμπλουτισμού στον Άγιο Νικόλαο της Στέγης.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 287

Β. Η ΓΕΝΕΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΕΜΦΑΝΙΣΕΩΝ ΧΡΩΜΙΤΗ
ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΤΡΟΟΔΟΥΣ

Από απόψεως ποσότητας κατανάλωσης στη μεταλλουργία, το χρώμιο είναι το πέμπτο
πλέον σημαντικό μεταλλικό στοιχείο μετά τον σίδηρο, το μαγγάνιο, το αλουμίνιο και
τον χαλκό (Maliotis, 1996). Στη φύση ευρίσκεται υπό μορφή οξειδίου και σχηματίζει
ορυκτό το οποίο ονομάζεται χρωμίτης, το οποίο είναι σχετικά σπάνιο σε αντίθεση
με άλλα μεταλλικά ορυκτά και σημαντικό επειδή συνιστά το μοναδικό μετάλλευμα
χρωμίου. Ακόμη πιο σπάνιες είναι οι πλούσιες συγκεντρώσεις του ορυκτού αυτού
που συνιστούν χρωμιτοφόρα κοιτάσματα.

Ο χρωμίτης έχει ευρύτατη χρήση στη μεταλλουργία και χρησιμοποιείται για την
παρασκευή σιδηροχρωμίου, το οποίο είναι βασικό συστατικό του ανοξείδωτου
χάλυβα. Αυτή τούτη η ανοξείδωτη ιδιότητα του χάλυβα οφείλεται αποκλειστικά
στο χρώμιο. Λόγω της υψηλής θερμοκρασίας τήξης του, ο χρωμίτης χρησιμοποι-
είται για την παραγωγή πυρίμαχων υλικών και ευρίσκει επίσης ευρείες χρήσεις
λόγω των χημικών του ιδιοτήτων. Είναι ενδιαφέρον να αναφερθεί ότι το χρώμιο
στην τρισθενή του μορφή είναι ένα από τα πολλά ιχνοστοιχεία που έχει ανάγκη ο
ανθρώπινος οργανισμός και η έλλειψη της φυσιολογικής συγκέντρωσής του ευνοεί
την ανάπτυξη της νόσου του διαβήτη.

Σε αντίθεση με τα κοιτάσματα και τα μεταλλεία των χαλκούχων πυριτών, τα οποία
απαντώνται σε μια ευρεία περιοχή του Οφιολιθικού Συμπλέγματος του Τροόδους,
τα χρωμιτοφόρα κοιτάσματα περιορίζονται ως επί το πλείστον στο κεντρικό και
υψομετρικά υψηλότερο μέρος του Συμπλέγματος. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι
ο χρωμίτης αποτελεί συστατικό ορυκτό των πετρωμάτων του πλουτωνίου συμπλέγ-
ματος, το οποίο καταλαμβάνει το ανώτερο και κεντρικό μέρος της οροσειράς του
Τροόδους. Τα χρωμιτοφόρα μεταλλεύματα εμφανίζονται σαν εξαιρετικές συγκεντρώ-
σεις χρωμίτη μέσα στα πλουτώνια πετρώματα και αναλόγως της περιεκτικότητάς
τους στο ορυκτό αυτό διακρίνονται σε πτωχά και πλούσια-συμπαγή μεταλλεύματα.

Τα πλουτώνια πετρώματα του Τροόδους αποτελούν μίαν ομάδα πετρωμάτων, τα
οποία δημιουργήθηκαν από τη σταδιακή στερεοποίηση μιας αρχικά ρευστής μάζας
μάγματος που δημιουργήθηκε από μερική τήξη του μανδυακού υλικού, η οποία
βρισκόταν στα ανώτερα τμήματα του μανδύα της Γης και γι’ αυτό ονομάζονται
πλουτώνια και είχε μίαν ιδιαίτερη χημική σύσταση. Σαν αποτέλεσμα της κλασμα-

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 288

τικής κρυστάλλωσης του μάγματος αυτού, τα πρώτα ορυκτά που σχηματίστηκαν
στο κατώτερο μέρος του μαγματικού θαλάμου ήταν ο ολιβίνης και ο χρωμίτης. Οι
συγκεντρώσεις χρωμίτη δημιούργησαν τα χρωμιτοφόρα κοιτάσματα, ενώ αυτές
του ολιβίνη, που υπερίσχυε ποσοτικά κατά πολύ του χρωμίτη, δημιούργησαν το
πέτρωμα του δουνίτη. Στα ανώτερα στρώματα του θαλάμου σχηματίστηκαν άλλα
πετρώματα (γάββροι, πυροξενίτες κ.λπ.) ενώ το υπόλειμμα της αρχικής μάζας στο
κατώτερο μέρος όταν στερεοποιήθηκε έδωσε ένα διαφορετικής σύστασης πέτρωμα,
τον λεγόμενο χαρτζβουργίτη. Επειδή το μάγμα βρισκόταν σε ημιπλαστική κατάσταση
μέχρι να στερεοποιηθεί πλήρως, η επαφή μεταξύ του δουνίτη και του χαρτζβουρ-
γίτη ήταν σταδιακή με εναλλαγές των δύο πετρωμάτων και γι’ αυτό η ζώνη μεταξύ
τους ονομάζεται ζώνη εναλλαγής. Σαν συνέπεια της ημιπλαστικής κατάστασης, οι
συγκεντρώσεις του χρωμίτη, που χαρακτηρίζεται από υψηλότερο ειδικό βάρος από
τα υπόλοιπα ορυκτά, καταβυθίζονταν μέσα στη ζώνη εναλλαγής του δουνίτη και
χαρτζβουργίτη με αποτέλεσμα να αποκτούν το χαρακτηριστικό ασκοειδές (podiform)
σχήμα (Μιχαηλίδης, 1983).

Με βάση την ανωτέρω επιγραμματική περιγραφή της γένεσης των χρωμιτοφόρων
κοιτασμάτων συμπεραίνεται ότι αυτά έχουν τα ακόλουθα βασικά χαρακτηριστικά:

• Ευρίσκονται μέσα στην ζώνη εναλλαγής δουνίτη-χαρτζβουργίτη.
• Έχουν ασκοειδές σχήμα, ως ακανόνιστος-παραμορφωμένος φακός γι’ αυτό

και τα κοιτάσματα χρωμίτη ονομάζονται ασκοειδή κοιτάσματα (podiform-type
chromite deposits) με μήκος πολύ μεγαλύτερο του πάχους των.
• Διατάσσονται γενικά παράλληλα προς τις εναλλαγές δουνίτη-χαρτζβουργίτη.

Στο Σχήμα 4.1 δεικνύεται ο γεωλογικός χάρτης του πλουτωνίου συμπλέγματος
του Τροόδους και η εξάπλωση των κυριότερων πετρωμάτων που σχετίζονται με
τη γένεση των χρωμιτοφόρων κοιτασμάτων που ετοιμάστηκε με βάση την αρχική
χαρτογράφηση που έγινε από τον Greenbaum (1977). Στον ίδιο χάρτη δεικνύονται
και οι σημαντικότερες εμφανίσεις χρωμίτη που είναι αυτές του Κοκκινορότσου,
Καννούρων και Χατζηπαύλου (ανατολική και δυτική), που απετέλεσαν αντικείμενο
εκμετάλλευσης και περιγράφονται στις σελίδες που ακολουθούν. Άλλες σημαντικές
εμφανίσεις στις οποίες έγινε περιορισμένης κλίμακας έρευνα και εκμετάλλευση είναι
στις τοποθεσίες Μάντης και Χαντάρες (βλέπε Σχήμα 4.1). Σημειώνεται ότι πέραν των
πιο πάνω εμφανίσεων χρωμίτη έχουν εντοπισθεί στο ίδιο γεωλογικό περιβάλλον
και δεκάδες άλλες μικρότερες εμφανίσεις οι οποίες, κατόπιν ενδελεχούς εξέτασης,
διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν οικονομικά εκμεταλλεύσιμες.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 289

Εμφανίσεις χρωμίτη υπάρχουν και στα πλουτώνια πετρώματα του Δάσους Λεμεσού
κοντά στα χωριά Λουβαράς, Αψιού και Βάσα-Κελλακίου και περιγράφονται από τον
Panayiotou (1978), καθώς επίσης στην περιοχή του Ακάμα. Οι εμφανίσεις αυτές
είναι γενικά μικρές χωρίς οικονομικό ενδιαφέρον, αν και σε ορισμένες εξ αυτών
έγινε περιορισμένης κλίμακας εξόρυξη.

Γ. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΧΡΩΜΙΤΩΝ
ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΤΡΟΟΔΟΥΣ

Η εκμετάλλευση χρωμιτών στην Περιοχή του Τροόδους άρχισε το 1924 από τις εται-
ρείες Troodos Chrome and Asbestos Ltd και την Eastern Minerals Co. Ltd. Η πρώτη
εταιρεία τερμάτισε την ενασχόλησή της με την εκμετάλλευση χρωμίτη το 1929, ενώ
η Eastern Minerals Co. Ltd. εξαγοράστηκε τον ίδιο χρόνο από τη Γερμανική εται-
ρεία Deutsche Orient Gruben Gesellschaft (DOGG). Το 1931 η DOGG ενέγραψε στην
Κύπρο την Cyprus Chrome Co. Ltd. η οποία απέκτησε τις σημαντικότερες εμφανίσεις
χρωμίτη στην περιοχή του Τροόδους. Στα χρόνια που ακολούθησαν η εταιρεία αυτή
εντατικοποίησε τις ερευνητικές και παραγωγικές προσπάθειές της στην περιοχή
του Κοκκινορότσου, το οποίο σταδιακά έγινε το σημαντικότερο μεταλλείο χρωμίτη
της περιοχής. Τη δεκαετία του 1930 κατασκεύασε τα βασικά έργα υποδομής όπως
το Κεντρικό Φρέαρ (Πηγάδι) στο υψόμετρο 1.670 μ., ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό,
εργοστάσιο εμπλουτισμού στον Άγιο Νικόλαο, εναέριο σιδηρόδρομο μήκους 3.200
μέτρων για τη μεταφορά μεταλλεύματος από το Κεντρικό Φρέαρ στο εργοστάσιο
εμπλουτισμού και τη στοά στο επίπεδο 1.579 μ. μήκους 280 μέτρων για την απο-
στράγγιση του μεταλλείου μέχρι το επίπεδο αυτό, βλέπε Σχήμα 4.2.

Η παραγωγική δραστηριότητα επηρεάστηκε αρνητικά κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκο-
σμίου Πολέμου λόγω του περιορισμού των εξαγωγών που οφειλόταν στην έλλειψη
εμπορικών πλοίων, βασικών προμηθειών και εργατικών χειρών. Όμως, το 1948 η εταιρεία
εντατικοποίησε την ερευνητική και παραγωγική δραστηριότητά της μέσα στο μεταλ-
λείο Κοκκινορότσου και εντόπισε και εκμεταλλεύτηκε επεκτάσεις του κοιτάσματος σε
χαμηλότερα επίπεδα. Μέσα στα πλαίσια αυτά διανοίχθηκε και δεύτερη χαμηλότερη
στοά για την αποστράγγιση του μεταλλείου στο επίπεδο 1.453 μ. μήκους 740 μέτρων,
βλέπε Σχήμα 4.2. Το 1954 η στοά αυτή άρχισε να χρησιμοποιείται για την μεταφορά
του μεταλλεύματος στην επιφάνεια, αντί του Κεντρικού Φρέατος. Για τούτο, επειδή
οι εγκαταστάσεις φόρτωσης του εναέριου σιδηρόδρομου ευρίσκοντο στο επίπεδο

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 290

του Κεντρικού Φρέατος (υψόμετρο 1.760 μ.), η χρήση του σταμάτησε και αντί αυτού
διανοίχθηκε δρόμος από την είσοδο της στοάς μέχρι το Εργοστάσιο Εμπλουτισμού
στον Άγιο Νικόλαο και το μετάλλευμα μεταφερόταν πλέον με φορτηγά αυτοκίνητα.

Με την εξέλιξη των εργασιών διαπιστώθηκε ότι η μεταλλοφόρος ζώνη του Κοκκινο-
ρότσου επεκτεινόταν ακόμη χαμηλότερα και για τούτο αποφασίστηκε η διάνοιξη
ακόμη μίας στοάς στο επίπεδο 1.305 μ. μήκους 1.330 μέτρων (βλέπε Σχήμα 4.2). Αυτή
συμπληρώθηκε το 1961 και τον ίδιο χρόνο έγινε σύνδεση των δύο στοών (1.453 μ και
1.305 μ) με κατακόρυφο πηγάδι. Η μεταφορά του μεταλλεύματος εκτός του μεταλ-
λείου γινόταν πλέον μέσω της τελευταίας στοάς (1.305 μ.). Την ίδια εποχή η εταιρεία
διεξήγαγε ερευνητικές εργασίες και ακολούθως εξόρυξη στις τοποθεσίες Καννούρες
και Χατζηπαύλου όπου λειτούργησαν τα ομώνυμα μεταλλεία χρωμίτη μετά την κατα-
σκευή της αναγκαίας προς τούτο υποδομής. Το 1961 η ετήσια παραγωγή μεταλλεύ-
ματος έφθασε τους 28.000 τόνους, που ήταν το μέγιστο που κατόρθωσε να επιτύχει
η εταιρεία. Την ίδια εποχή όμως άρχισε να παρατηρείται διεθνώς μείωση στη ζήτηση
χρωμίου με αποτέλεσμα το 1963 να διακοπεί πλήρως η παραγωγική δραστηριότητα.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 291

Σε έκθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της Cyprus Chrome Mines Ltd για το έτος
1962 αναφέρεται ότι η συσσωρευμένη ζημιά της εταιρείας υπερέβαινε τις εκατό
χιλιάδες λίρες και ότι από τον μήνα Ιούλιο του έτους αυτού τερματίστηκε κάθε
μεταλλευτική δραστηριότητα λόγω απεργίας του προσωπικού. Εν όψει και των
προβλημάτων στη διεθνή εμπορία του χρωμίου, το Συμβούλιο διαπίστωσε ότι η
συνέχιση των μεταλλευτικών εργασιών θα ήτο επιζήμια για την εταιρεία και έτσι
αποφάσισε να πληροφορήσει τις Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι θα διέκο-
πτε τη λειτουργία του μεταλλείου από την 1η Οκτωβρίου του 1962.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 292

Σε εσωτερικό Σημείωμα της Cyprus Chrome Mines Ltd ημερομηνίας 14 Ιουλίου του
1964 αναφέρονται επί λέξει τα εξής:

«Εργαστήκαμε στην Κύπρο για 35 χρόνια αλλά τώρα αποφασίσαμε να αποσυρθούμε
(retrench). Η σχέση μας με το Νησί ήταν εξαιρετικά ευτυχής και αντί να πωλήσουμε
(το μεταλλείο) σε ένα συνδικάτο πιθανών σπεκιουλαδόρων προτιμούμε να θέσουμε
την περιουσία στα χέρια ανθρώπων με ευθύνη και εξουσία που θα την χρησιμοποι-
ήσουν προς μέγιστο δυνατόν όφελος της Νήσου και των κατοίκων της. Εις αντάλ-
λαγμα αναμένουμε ένα συγκριτικά μικρό ποσό, το οποίο θα είναι μόνο ένα κλάσμα
των επενδύσεών μας οι οποίες ευρίσκονται τώρα υπό τη μορφή πηγαδιών, στοών,
κτηρίων, εργοστασίου, μηχανημάτων κ.λπ.»

Στη συνέχεια αναφέρεται ότι τα αποθέματα χρωμίτη ανέρχονται σε 60.000 τόνους
και είναι έτοιμα προς εξόρυξη, και με τη νέα στοά (1.305 μ.) που κατασκευάστηκε
πριν τρία χρόνια (1961) διαπιστώνονται οι δυνατότητες εντοπισμού πολύ μεγα-
λύτερων αποθεμάτων. Αναφέρεται επίσης ότι το μεταλλείο βρίσκεται σε άριστη
κατάσταση και μπορεί να αρχίσει πλήρη παραγωγή αμέσως, τα βασικά στελέχη του
προσωπικού είναι διαθέσιμα και το εργοστάσιο εμπλουτισμού βρίσκεται ακόμη σε
λειτουργήσιμη κατάσταση.

Στο ίδιο Σημείωμα αναφέρεται ότι τα εμπορεύσιμα προϊόντα χρωμίτη ανέρχονται
ετησίως στους 18.000 τόνους εκ των οποίων το ήμισυ είναι κατάλληλο για μεταλ-
λουργικές χρήσεις ενώ το άλλο ήμισυ είναι ‘πυρίμαχο’ (refractory), δηλ. κατάλληλο
για την κατασκευή πυρίμαχων υλικών. Στη συνέχεια σημειώνεται ότι η εταιρεία
πωλεί στη διεθνή αγορά την ποσότητα του ‘πυρίμαχου’ χρωμίτη, ενώ τον μεταλ-
λουργικό χρωμίτη τον καταναλώνει η ίδια, δηλ. η μητρική εταιρεία στην οποία
ανήκει η Cyprus Chrome Mines Ltd. (Σημειώνεται ότι σε κάποιο στάδιο η εταιρεία
αυτή περιήλθε στην ιδιοκτησία της London & Scandinavian Metallurgical Co. Ltd.)

Στο τέλος του εσωτερικού Σημειώματος της Cyprus Chrome Mines Ltd. γίνεται η
συγκεκριμένη εισήγηση όπως τα μεταλλεία χρωμίου προσφερθούν έναντι του ποσού
των ΛΚ 40.000 στην Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία (ΕΜΕ) «η οποία διαθέτει όλη
την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία για να τα αξιοποιήσει προς το μεγαλύτερο
δυνατόν όφελος της Νήσου και των κατοίκων της».

Την 11η Σεπτεμβρίου του 1964 πραγματοποιήθηκε συνάντηση στα γραφεία της
London & Scandinavian Metallurgical Co. Ltd. στο Λονδίνο μεταξύ του τότε Διευθύνο-

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 293

ντος Συμβούλου της ΕΜΕ Πασχάλη Πασχαλίδη και του Γραμματέα της πρώτης κατά
την οποία συμφωνήθηκε η εξαγορά των μεταλλείων της Cyprus Chrome Mines Ltd.
έναντι του ποσού των ΛΚ 22.000. Ακολούθως, την 22α Οκτωβρίου 1964 υπεγράφη
σχετική συμφωνία μεταξύ των δύο εταιρειών με την οποία μεταβιβάζονταν στην ΕΜΕ
οι Μεταλλευτικές Μισθώσεις και άλλες άδειες που ευρίσκοντο σε ισχύ επ’ ονόματι της
Cyprus Chrome Mines Ltd., καθώς επίσης και όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία της.

Δ. ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ΚΟΚΚΙΝΟΡΟΤΣΟΥ

Η ΕΜΕ άρχισε να ασχολείται με την εκμετάλλευση των χρωμιτοφόρων κοιτασμάτων
το 1964 αμέσως μετά την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας για την αγορά των
μεταλλευτικών έργων που αναφέρονται πιο πάνω. Τούτο έγινε κατορθωτό χωρίς
ιδιαίτερα προβλήματα λόγω της συνέχισης της απασχόλησης των βασικών στελε-
χών της προηγούμενης εταιρείας.

Ως πρώτο στάδιο το 1964 η ΕΜΕ λειτούργησε το εργοστάσιο εμπλουτισμού με την
επεξεργασία παλαιών τελμάτων (tailings) και προέβη σε λεπτομερή τοπογραφική
αποτύπωση των υπογείων έργων μέσα στα οποία θα συνέχιζε την εκμετάλλευση
του κοιτάσματος του Κοκκινορότσου. Το 1965 άρχισε την υπόγεια εκμετάλλευση
και παράλληλα συνέχισε την επεξεργασία των παλαιών τελμάτων. Το μεταλλείο και
το εργοστάσιο εμπλουτισμού εισήλθαν σε πλήρη ρυθμό το 1966 οπότε η Εταιρεία
άρχισε πλέον τις εξαγωγές χρωμίτη.

Η βασική δομή του μεταλλείου απεικονίζεται στο Σχήμα 4.3 στο οποίο δεικνύονται
τα κυριότερα έργα προσπελάσεως. Η δομή αυτή δημιουργήθηκε προοδευτικά από
την έναρξη της λειτουργίας του το 1930 ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες και τις
διαπιστώσεις που γίνονταν αναφορικά με την επέκταση και κατανομή στον χώρο
της χρωμιτοφόρου ζώνης. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι λόγω της φύσεως του
μεταλλεύματος και ιδιαίτερα των περιορισμένων διαστάσεων του κοιτάσματος, η
εξάπλωση της μεταλλοφορίας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα και απεικονίζεται στο
Σχήμα 4.3, διαπιστωνόταν καθώς εξελισσόταν η εκμετάλλευσή της.

Η εκμετάλλευση από την Cyprus Chrome Mines Ltd. άρχισε από τις επιφανειακές
εμφανίσεις με υπαίθρια εξόρυξη, αλλά λόγω της επέκτασης των εμφανίσεων προς
τα κάτω η εξόρυξη άρχισε να γίνεται υπογείως προχωρώντας σταδιακά σε χαμηλό-

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 294

τερα επίπεδα. Για την προσπέλαση στα μέτωπα εργασίας και για τη μεταφορά του
μεταλλεύματος στην επιφάνεια ανορύχθηκε φρέαρ (πηγάδι) στο υψόμετρο 1.671 μ.
το οποίο επεκτεινόταν προς τα κάτω παράλληλα με την εξέλιξη της εκμετάλλευσης.
Σταδιακά τούτο έγινε η κεντρική είσοδος του μεταλλείου και αναφερόταν πλέον
στα σχέδια ως το ‘Κεντρικό Φρέαρ’ και έφθασε μέχρι βάθους 153 μέτρων (υψόμε-
τρο 1.518 μ.), βλέπε Σχήμα 4.3.

Ένα σημαντικό στοιχείο της όλης διεργασίας ήταν πάντοτε το θέμα της αποστράγ-
γισης του μεταλλείου από τα υπόγεια νερά. Στα πρώτα στάδια τούτο γινόταν δια-
μέσου του Κεντρικού Φρέατος με τη χρήση αντλιών. Όμως, με την επέκταση των
εργασιών σε βαθύτερα επίπεδα οι ποσότητες του νερού αυξάνονταν και το πρό-
βλημα αντιμετωπίστηκε από την προηγούμενη εταιρεία με τη διάνοιξη προς την
επιφάνεια ελαφρώς κεκλιμένων προς την έξοδο στοών, πρώτα στο επίπεδο 1.579 μ.
και αργότερα στα επίπεδα 1.453 μ. και 1.305 μ. όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω.
Από τις μεταλλευτικές εργασίες στο μεταλλείο Κοκκινορότσου διαπιστώθηκε ότι
οι συγκεντρώσεις χρωμίτη περιορίζονταν μέσα σε μια πεπλατυσμένη ζώνη μήκους
εκατόν περίπου μέτρων και μέγιστου πλάτους σαράντα περίπου μέτρων, η οποία
εκτεινόταν από την επιφάνεια στο υψόμετρο 1.680 μέτρα μέχρι και πιο κάτω από
το υψόμετρο 1.305 μέτρα, δηλ. για ένα μήκος τουλάχιστον 375 μέτρων. Στο Σχήμα
4.3 δεικνύονται σε προβολή σε κατακόρυφο επίπεδο κατεύθυνσης βορρά-νότου
τα όρια της χρωμιτοφόρου ζώνης όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί από την εκμετάλ-
λευση. Ερευνητικές γεωτρήσεις προς τα κάτω από το επίπεδο 1.305 μ. απέδειξαν
την επέκταση της ζώνης μέχρι το υψόμετρο 1.200 μ. Όπως σημειώνεται στο Σχήμα
4.3 η ζώνη έχει τμηθεί από σειρά κανονικών ρηγμάτων με αποτέλεσμα αυτή να
παρουσιάζεται στο σύνολό της ότι έχει κλίση 60 περίπου μοιρών προς τον νότο.

Στο Σχήμα 4.4 δεικνύεται σε κάτοψη η χρωμιτοφόρος ζώνη Κοκκινορότσου σε μόνο
τέσσερα κύρια πατώματα του μεταλλείου στα επίπεδα 1.579, 1.453, 1.395 και 1.305
μ. μαζί με τα κυριότερα μεταλλευτικά έργα στα επίπεδα 1.579 και 1.305 μ. Από το
σχήμα αυτό διαπιστώνεται ότι στα ανώτερα μέρη της ζώνης ο χρωμίτης βρισκόταν σε
αριθμό μικρών συγκεντρώσεων, οι οποίες φαίνεται να είναι αποτέλεσμα του μηχα-
νισμού γένεσής τους αλλά και του έντονου τεκτονισμού. Σταδιακά, στα χαμηλότερα
επίπεδα ο χρωμίτης περιορίζεται σε μια μεγάλη συγκέντρωση και άλλες πολύ μικρό-
τερες στην περιφέρεια. Στο ίδιο Σχήμα (4.4) σημειώνονται και οι θέσεις των κύριων
ρηγμάτων στο κάθε ένα από τα τέσσερα επίπεδα, τα οποία φαίνεται ότι τέμνουν και
μετατοπίζουν τη χρωμιτοφόρο ζώνη προς τα νοτιοδυτικά, μαζί με τη μετατόπιση προς
τα κάτω που απεικονίζεται στην κατακόρυφη τομή του Σχήματος 4.3.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 295

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 296

Από την πιο πάνω σύντομη περιγραφή είναι φανερό ότι οι υπό εκμετάλλευση συγκε-
ντρώσεις του χρωμίτη είχαν σχετικά μικρές διαστάσεις με ακανόνιστο σχήμα, το οποίο
άλλαζε μέσα σε λίγα μέτρα πράγμα που απαιτούσε ανάλογη προσαρμογή στην εκμε-
τάλλευσή τους. Για τούτο η μέθοδος εκμετάλλευσης που εφαρμόστηκε από την αρχή
από την πρώτη εταιρεία ήταν αυτή των εναλλασσόμενων ‘κοπών και λιθογομώσεων’
(cut and fill) με κοπές πάχους δύο μέχρι δυόμιση μέτρων. Οι λιθογομώσεις εγίνοντο
με στείρο πέτρωμα που εξορυσσόταν από στοές που διανοίγονταν στα διάφορα
πατώματα για ερευνητικούς σκοπούς προς εντοπισμό νέων συγκεντρώσεων χρωμίτη.
Παράδειγμα τέτοιων στοών δίδεται στο Σχήμα 4.4 στο πάτωμα 1.579 μ..

Η εκμετάλλευση του κοιτάσματος από την Cyprus Chrome Mines Ltd. έφθασε το
έτος 1964 μέχρι το επίπεδο 1.453 μ. και έκτοτε συνεχίστηκε από την ΕΜΕ, η οποία
στα πρώτα χρόνια από τότε που ανέλαβε συνέχισε να εφαρμόζει την ίδια μέθοδο
εκμεταλλεύσεως, δηλ. των εναλλασσόμενων ‘κοπών και λιθογομώσεων’ (cut and
fill). Για σκοπούς βελτίωσης της απόληψης και προσαρμογής σε νέα χαρακτηριστικά
του κοιτάσματος το 1972 άρχισε να εφαρμόζει τη μέθοδο των συμπτυσσόμενων
μετώπων (shrinkage method) και από το 1976 εφάρμοσε τη μέθοδο cut and fill με
τσιμεντοπολφό (cemented fillings) που είχε εν τω μεταξύ αναπτύξει και εφαρμόσει
με επιτυχία στο μεταλλείο της Κοκκινόγιας στη Περιοχή Μιτσερού. Ο τσιμεντοπολ-
φός παρασκευαζόταν στην επιφάνεια στην περιοχή του Κεντρικού Πηγαδιού και
διοχετευόταν στα μέτωπα εργασίας με διασωληνώσεις διαμέσου των υφιστάμενων
παλαιών προσπελάσεων του μεταλλείου. Η μέθοδος αυτή βρισκόταν σε εφαρμογή
μέχρι τον τερματισμό της λειτουργίας του μεταλλείου το 1982. Λεπτομερείς περι-
γραφές των μεθόδων εκμετάλλευσης που εφαρμόστηκαν στα μεταλλεία χρωμιτών
του Τροόδους δίδονται από τον Γ. Ξυδά (1984).

Επειδή η μεταλλοφορία χρωμίτη είναι περιορισμένων διαστάσεων υπήρχε πάντοτε
σε εξέλιξη ερευνητικό πρόγραμμα για τη διαπίστωση των επεκτάσεων των υπό
εκμετάλλευση συγκεντρώσεων, αλλά και εντοπισμού άλλων. Από το 1973 διαπι-
στώθηκε ότι η μεταλλοφορία στο πάτωμα 1.305 μ. τέμνεται και διακόπτεται από
μια σημαντική τεκτονική ζώνη, όπως σημειώνεται στα Σχήματα 4.3 και 4.4. Η επί-
λυση του τεκτονικού αυτού προβλήματος καθίστατο εξαιρετικά δύσκολη λόγω
του έντονου θρυμματισμού των πετρωμάτων και της μεγάλης ποσότητας ύδατος
που ανέβλυζε από την τεκτονική ζώνη πράγμα που εμπόδιζε την ομαλή διεξαγωγή
των ερευνητικών γεωτρήσεων. Τελικά έγινε κατορθωτή η επίλυση του τεκτονικού
προβλήματος και υπολογίστηκαν τα αποθέματα χρωμίτη σε χαμηλότερα επίπεδα.
Με βάση τους υπολογισμούς αυτούς το 1978 λήφθηκε η απόφαση για τη διάνοιξη

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 297

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 298

νέας στοάς στο υψόμετρο 1.153 μ. δηλ. 150 περίπου μέτρα πιο κάτω από την στοά
1.305 μ. Η νέα αυτή στοά θα είχε μήκος 1.800 περίπου μέτρα και η είσοδός της
θα βρισκόταν σε σημείο βορειοανατολικά του μεταλλείου Κοκκινορότσου (βλέπε
Σχήμα 4.2). Για τη διάνοιξη της στοάς αυτής η Εταιρεία εξασφάλισε ειδικό μηχά-
νημα διάνοιξης σήραγγας τύπου ολομέτωπης κοπής (full-facer tunneling machine).
Δυστυχώς η στοά αυτή διανοίχθηκε μόνο μέχρι τα 480 μέτρα και η συνέχισή της
εγκαταλείφθηκε τόσο για τεχνικούς όσο και για οικονομικούς λόγους.

Η παραγωγή του μεταλλείου Κοκκινορότσου από την ΕΜΕ την περίοδο 1965-1982
ανήλθε σε 565.000 τόνους. Μαζί με την παραγωγή της εταιρείας Cyprus Chrome
Mines Ltd από το 1929 μέχρι το 1962, η οποία ανήλθε στους 311.000 τόνους, η
συνολική παραγωγή του Κοκκινορότσου μέχρι το επίπεδο 1.305 μ. που σταμάτησε
η εκμετάλλευση ανήλθε στους 876.000 τόνους.

Ε. ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ΚΑΝΝΟΥΡΩΝ

Το μεταλλείο Καννούρων βρίσκεται περί τα δύο χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του
μεταλλείου Κοκκινορότσου μέσα σε μια περιοχή που λιθολογικά ανήκει στη ζώνη
εναλλαγής δουνίτη-χαρτζβουργίτη, βλέπε Σχήμα 4.1. Οι επιφανειακές ενδείξεις χρω-
μίτη στην περιοχή αυτή προσήλκυσαν το ενδιαφέρον της εταιρείας Cyprus Chrome
Mines Ltd., η οποία το 1961 εξασφάλισε μεταλλευτική μίσθωση και άρχισε την εκμε-
τάλλευσή τους. Αυτή άρχισε με επιφανειακή εκμετάλλευση στο επίπεδο 1.678 μ.
και συνέχισε υπογείως μέχρι το επίπεδο 1.606 μ. Για αυτό τον σκοπό ανορύχθηκε
πηγάδι βάθους 44 μ. και στοά στο υψόμετρο 1.650 μ. μήκους 65 μ. Τα έργα αυτά
δεικνύονται στα Σχήματα 4.5 και 4.6. και η ποσότητα του μεταλλεύματος χρωμίτη
που εξορύχθηκε την περίοδο αυτή από την παλαιά εταιρεία μεταξύ της επιφάνειας
και του επιπέδου 1.606 μ. ανερχόταν στους 5.600 τόνους.

Μετά την ανάληψη των μεταλλευτικών εργασιών από την ΕΜΕ το 1964, το μεταλ-
λείο παρέμεινε αδρανές μέχρι το 1971, οπότε αποφασίστηκε η επαναλειτουργία
του αρχίζοντας με τη διάνοιξη στοάς μήκους 325 μ. στο υψόμετρο 1.520 μ., η οποία
τερματίστηκε σε σημείο 80 περίπου μέτρων κάτω από τις παλαιότερες εκμεταλ-
λεύσεις χωρίς να εντοπίσει ενδείξεις χρωμίτη. Η θέση της στοάς αυτής σημειώνε-
ται στα Σχήματα 4.5 και 4.6. Μετά το αρνητικό αποτέλεσμα της στοάς 1.520 μ. το
1975 διανοίχθηκε και δεύτερη στοά στο υψόμετρο 1.603 μ., η οποία είχε στόχο τα

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 299

παλαιότερα έργα τα οποία συνάντησε στα 170 μ. όπως υπολογίστηκε αρχικά. Τον
ίδιο χρόνο άρχισε η εκμετάλλευση του κοιτάσματος.

Οι συγκεντρώσεις του χρωμίτη ευρίσκονται σε μια πεπλατυσμένη ζώνη πολύ μικρό-
τερων διαστάσεων από αυτής του Κοκκινορότσου. Όπως δεικνύεται στα Σχήματα
4.5 και 4.6 το μήκος της διατομής της είναι περίπου 30 μ. και το πλάτος της φθάνει
μέχρι περίπου 10 μ. Η ζώνη που έχει τύχει εκμετάλλευσης μέχρι σήμερα έχει μήκος
περίπου 200 μ. μόνον και είναι έντονα τεκτονισμένη με σειρά κανονικών ρηγμάτων.
Μέχρι τον τερματισμό της λειτουργίας του μεταλλείου το 1982 δεν έγινε κατορθωτό
να εντοπιστεί η συνέχεια της χρωμιτοφόρου ζώνης κάτω από το πάτωμα 1.570 μ.
και το θέμα αυτό παραμένει ανοικτό.

Η εκμετάλλευση έγινε με τη μέθοδο των εναλλασσόμενων κοπών και λιθογομώ-
σεων (cut and fill). Για τη μεταφορά του μεταλλεύματος χρησιμοποιήθηκε η στοά
1.520 μ. μετά από σύνδεσή της με κατακόρυφο φρέαρ με τα υπόλοιπα πατώματα.

Η παραγωγή του μεταλλείου από το 1975 μέχρι το 1982, οπότε και διακόπηκε η λει-
τουργία του, ανήλθε στους 28.770 τόνους. Συνολικά, μαζί με την παραγωγή από την
προηγούμενη εταιρεία από το μεταλλείο Καννούρων εξορύχθηκαν περίπου 34.400
τόνοι μεταλλεύματος χρωμίτη.


Click to View FlipBook Version