ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 50
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 51
Σημειώνεται ότι μέσα στα πλαίσια των ερευνητικών εργασιών της Εταιρείας στην
ευρύτερη περιοχή της Μεταλλευτικής Μίσθωσης, το 1950 επέτυχε να εντοπίσει και
δεύτερη αξιόλογη συγκέντρωση μεταλλοφορίας, αυτό που ονομάστηκε Κοίτασμα
Κινούσας λόγω της γειτνίασής του με το ομώνυμο χωριό και αργότερα, το 1953
εντοπίστηκε και το κοίτασμα Ευλοημένης σε απόσταση 1,5 χιλιομέτρων νοτιοανα-
τολικά του κοιτάσματος Λίμνης, βλέπε Σχήμα 2.2. Το μικρό κοίτασμα Uncle Charles,
το οποίο συνδέεται γενετικά με το κοίτασμα Κινούσας εντοπίστηκε το 1956. Τα τρία
αυτά μικρότερα μεταλλεία περιγράφονται κατωτέρω.
3.3 Η περίοδος 1953-1979
Κατά την περίοδο αυτή η Εταιρεία δραστηριοποιήθηκε πολύ εντατικά τόσο στην
εκμετάλλευση του Κοιτάσματος της Λίμνης, όσο και στα άλλα κοιτάσματα που είχε
εν τω μεταξύ εντοπίσει. Αν και τα έργα της αποκάλυψης στη Λίμνη άρχισαν από το
1953, το μεταλλείο δεν θα ήταν έτοιμο για την έναρξη της υπαίθριας εκμετάλλευσης
πριν το 1960 λόγω του μεγάλου όγκου των υπερκειμένων στείρων που έπρεπε να
μετακινηθούν. Για τούτο η Εταιρεία, μέχρι να δημιουργηθούν μέτωπα για υπαίθρια
εκμετάλλευση, άρχισε εκ νέου την παραγωγή Copper Cement εκμεταλλευόμενη το
νερό που έρεε από την Κύρια Στοά όπως έπραττε και στο παρελθόν την περίοδο
1924-1933, αφού πρώτα προέβη στον αναγκαίο καθαρισμό της και στην κατασκευή
νέων δεξαμενών (cementation tanks). Η παραγωγή copper cement άρχισε το 1957
και συνεχίστηκε μέχρι το 1965. Οι ποσότητες που παρήχθησαν την περίοδο 1957-
1960 εξήχθησαν, ενώ η μεταγενέστερη παραγωγή cement copper μέχρι το 1965,
η οποία ήταν σαφώς μειωμένη, επειδή εν τω μεταξύ άρχισε η υπαίθρια εκμετάλ-
λευση, αναμιγνύετο με το συμπύκνωμα χαλκού (copper concentrate) που παρή-
γετο στο εργοστάσιο εμπλουτισμού. Την ίδια εποχή, δηλαδή μέχρι την έναρξη της
παραγωγής στο μεταλλείο της Λίμνης, η Εταιρεία πραγματοποίησε διάφορα έργα
στα μεταλλεία Κινούσας και Ευλοημένης, τα οποία περιγράφονται κατωτέρω.
Τα προκαταρτικά έργα της αποκάλυψης του κοιτάσματος συμπληρώθηκαν το 1960
και από τότε άρχισε η συστηματική υπαίθρια εκμετάλλευση συγχρόνως με την απαι-
τούμενη μετακίνηση στείρων. Το αρχικό σχέδιο της εκσκαφής προνοούσε κλίση 45
μοιρών και βαθμίδες 30 ποδών (9 μέτρων) με κατώτερο επίπεδο στο υψόμετρο 170
πόδια (50 μέτρα). Τούτο δεν έγινε πλήρως κατορθωτό λόγω αστάθειας των βαθμί-
δων που οφείλετο στη σαθρότητα των πετρωμάτων, αλλά και λόγω της παρουσίας
έντονων τεκτονικών φαινομένων. Τελικά η εκμετάλλευση έφθασε σε βάθος μόνο
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 52
μέχρι το υψόμετρο 360 πόδια (110 μέτρα) με ελλειψοειδές σχήμα μήκους 900
μέτρων και πλάτους 400 μέτρων και η συνολική περιοχή της εκσκαφής καταλαμβά-
νει έκταση 0,3 τετρ. χιλιόμετρα, οι δε σωροί των στείρων γύρω από αυτή περίπου
0,5 τετρ. χιλιόμετρα. Στο Σχήμα 2.6 δεικνύεται το σχέδιο του μεταλλείου το 1974,
δηλ. λίγα χρόνια πριν τον τερματισμό της λειτουργίας του το 1979.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1953-1979 εξορύχθηκαν συνολικά 8 εκατομμύρια τόν-
νοι μεταλλεύματος και μετακινήθηκαν 16,04 εκατομμύρια κυβικά μέτρα στείρα, δηλ.
περίπου 35 εκατομμύρια τόνοι. Την περίοδο 1930-1952 εξορύχθηκαν μόνο 52.000
τόνοι. Έτσι, συνολικά η αναλογία της αποκάλυψης ήταν περίπου 1: 4. Λεπτομερή
στατιστικά στοιχεία της παραγωγής του μεταλλείου δεικνύονται στον Πίνακα 2.2.
4. Το Μεταλλείο Ευλοημένης
Το μικρό κοίτασμα Ευλοημένης εντοπίστηκε το 1953 σε απόσταση ενός περίπου
χιλιομέτρου νότια-νοτιοανατολικά του μεταλλείου της Λίμνης, βλέπε Σχήμα 2.1 και η
εκμετάλλευσή του έγινε με επιφανειακή αποκάλυψη, βλέπε Σχήμα 2.7. Το μεταλλείο
λειτούργησε πρώτα το 1965 οπότε εξορύχθηκε μικρή ποσότητα μεταλλεύματος και
συνέχισε αργότερα την περίοδο 1969-1971, όπου εξορύχθηκαν συνολικά περίπου
64.000 τόνοι σχετικά πτωχού μεταλλεύματος με χαμηλές περιεκτικότητες σε θείο και
χαλκό, βλέπε Πίνακα 2.3. Ο εμπλουτισμός του μεταλλεύματος εγίνετο στο εργοστά-
σιο εμπλουτισμού στο Μαυρολί μαζί με το μετάλλευμα του μεταλλείου της Λίμνης.
5. Τα Μεταλλεία Κινούσας
Το Υπόγειο Μεταλλείο Κινούσας που εντοπίστηκε το 1950 κατά τη διάρκεια ερευνητικών
εργασιών για χρυσό, ευρίσκεται ανατολικά του χωριού Κινούσα, βλέπε Σχήμα 2.2 σε
απόσταση περίπου διακοσίων μέτρων και σ’ αυτό έγινε εκμετάλλευση μικρού κοιτάσμα-
τος με ενδιαφέρουσες τιμές σε χαλκό και ψευδάργυρο. Το 1956, κατόπιν γεωφυσικής
έρευνας με τη μέθοδο self-potential εντοπίστηκε σε μικρή απόσταση νοτιοανατολικά
του κοιτάσματος δεύτερη συγκέντρωση μεταλλοφορίας, στην οποία δόθηκε το όνομα
Uncle Charles. Οι θέσεις των δύο αυτών μεταλλείων φαίνονται στα Σχήματα 2.2 και 2.3
και όπως έχει αναφερθεί προηγουμένως οι δύο αυτές μεταλλοφόρες συγκεντρώσεις
συνδέονται γενετικά με το μεγάλο ρήγμα Κινούσας μεταξύ του Ορίζοντα Βάσεως (Basal
Group) και των Ανωτέρων Λαβών (Upper Pillow Lavas), βλέπε Σχήμα 2.3.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 53
ΣΧΗΜΑ 2.6 ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟΥ ΛΙΜΝΗΣ ΤΟ 1974
FIGURE 2.6 PLAN OF THE LIMNI MINE IN 1974
15.000 N
252.000 W15.000 N
251.000 W
250.000 W
249.000 W
248.000 W
247.000 W
14.000 N 700 14.000 N
13.000 N 650 13.000 N
12.000 N
11.000 N 600
550
500
450
400
350
700 12.000 N
650
400
600
450 550
500
ΔΡΟΜΟΣ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟΥ ΟΡΙΟ ΕΚΣΚΑΦΗΣ
MINE ROAD OPENCAST BOUNDARY
ΕΙΣΟΔΟΣ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟΥ 11.000 N
ENTRANCE TO THE MINE
(ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΣΕ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΣΣΙΝΙ ΣΕ ΠΟΔΙΑ)
(COORDINATES IN CASSINI SYSTEM IN FEET)
252.000 W
251.000 W
249.000 W
248.000 W
247.000 W
ΚΛΙΜΑΚΑ - SCALE
0 100 200 300 400 500 M
TA ΓΕΩΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟ ΑΔΑΜΙΔΗ (1983)
GEOLOGY AFTER ADAMIDES (1983)
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 54
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 55
5.1 Το Υπόγειο Μεταλλείο Κινούσας
Με βάση τα αποτελέσματα των γεωτρήσεων, που ακολούθησαν τον εντοπισμό της
μεταλλοφορίας, υπολογίστηκε ότι τα αποθέματα του κοιτάσματος ήταν:
Αποθέματα-Reserves Tons Cu % Zn % S%
Βέβαια - Proved 132.780 3,42 5,15 44,53
Πιθανά - Probable 3,03 4,08 43,86
Δυνατά - Possible 46.710 1,19 42,73
Total and Averages 144.300 2,37 1,5 43,63
323.790 3,37
Τα βασικά υπόγεια έργα που έγιναν για την εκμετάλλευση του κοιτάσματος δεικνύο-
νται στα Σχήματα 2.8 και 2.9. Πρώτα διανοίχθηκαν το 1951 δύο κατακόρυφα φρέατα,
το Φρέαρ 1 και το Φρέαρ 2 βάθους 68 μ. και 75 μ. αντιστοίχως, τα οποία τερματίστηκαν
στο επίπεδο 354 μ., βλέπε Σχήματα 2.8 και 2.9 και άρχισε η εκμετάλλευση του κοιτά-
σματος. Τον επόμενο χρόνο διανοίχθηκε από σημείο βορείως του κοιτάσματος οριζό-
ντια στοά μήκους 500 μ. στο υψόμετρο 325 μ., η οποία συνδέθηκε με το Φρέαρ 1 και
χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά του μεταλλεύματος στην επιφάνεια. Το 1955 διανοί-
χθηκε και το Φρέαρ 3 βάθους 92 μ., το οποίο συνδέθηκε με οριζόντια στοά εξαερισμού
μήκους 160 μ. με τα μεταλλευτικά έργα στο επίπεδο 354 μ., βλέπε Σχήματα 2.8 και 2.9.
Η μέθοδος εκμεταλλεύσεως που εφαρμόστηκε στο υπόγειο μεταλλείο Κινούσας
ήταν αυτή των Οριζόντιων Διαδοχικών Πλακών (Top Slicing). Για τον σκοπό αυτό η
εκμετάλλευση έγινε σε ένδεκα διαδοχικά πατώματα από το υψόμετρο 374 μ. μέχρι
το υψόμετρο 342 μ.. Το μέσον πάχος των πατωμάτων ήταν 3,2 μ..
Το υπόγειο μεταλλείο Κινούσας λειτούργησε από το 1951 μέχρι τους πρώτους μήνες
του 1958 και από αυτό εξορύχθηκαν συνολικά 270.600 τόνοι μεταλλεύματος. Κοντά
στο μεταλλείο κατασκευάστηκε μικρό τριβείο, στο οποίο γινόταν επεξεργασία
(θραύση και κοσκίνισμα) του πλούσιου μεταλλεύματος. Στατιστικά στοιχεία παρα-
γωγής του μεταλλείου δεικνύονται στον Πίνακα 2.4. Σημειώνεται ότι το χαμηλής
ποιότητας μετάλλευμα μεταφέρετο για εμπλουτισμό στο εργοστάσιο εμπλουτισμού
στο Μαυρολί και αναμιγνύετο με το μετάλλευμα του μεταλλείου Λίμνης. Συνολικά
από το υπόγειο μεταλλείο Κινούσας παρήχθησαν 207.900 τόνοι τελικού προϊόντος
χαλκούχου πυρίτη. Το μεγαλύτερο μέρος από την ποσότητα αυτή, 195.600 τόνοι,
εξήχθη απ’ ευθείας από την αποβάθρα φορτώσεων στο Μαυρολί, ενώ μια μικρή
ποσότητα αναμίχθηκε με το τελικό προϊόν του μεταλλείου Λίμνης.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 56
5.2 Το Μεταλλείο Uncle Charles
Στο πλαίσιο των ερευνών στον ευρύτερο χώρο γύρω από το υπόγειο μεταλλείο της
Κινούσας εντοπίστηκε το 1956 αξιόλογη γεωφυσική ανωμαλία με τη μέθοδο self-
potential σε χώρο περί τα τρακόσια μέτρα νοτιοανατολικά του μεταλλείου, βλέπε
Σχήμα 2.8. Μετά από διερεύνηση της ανωμαλίας με γεωτρήσεις επιβεβαιώθηκε
η ύπαρξη μεταλλοφορίας και στη συνέχεια ακολούθησε πρόγραμμα γεωτρήσεων
κυβισμού με αποτέλεσμα τον εντοπισμό μικρού αβαθούς κοιτάσματος. Τα αποθέ-
ματα του κοιτάσματος υπολογίστηκαν στους 377.800 τόνους με 24% θείο και με
αξιόλογες τιμές χαλκού.
Η αποκάλυψη του κοιτάσματος άρχισε το 1956 και η εκμετάλλευση του τον επό-
μενο χρόνο και διήρκεσε μέχρι το 1960 οπότε διεκόπη λόγω σοβαρής κατολίσθη-
σης εντός της εκσκαφής. Για την εξόρυξη του μεταλλεύματος δημιουργήθηκαν
εννέα πατώματα από το υψόμετρο 440 μ. μέχρι το υψόμετρο 373 μ. με ύψος των
πατωμάτων 7,5-10 μέτρα. Συνολικά εξορύχθηκαν 312.000 κυβικά μέτρα στείρα,
δηλ. περίπου 690.000 τόνοι και 229.000 τόνοι μεταλλεύματος, που ισοδυναμεί
με αναλογία μεταλλεύματος προς στείρα 1 : 3. Από το μετάλλευμα αυτό παρή-
χθησαν περίπου 163.000 τόνοι συμπυκνωμάτων χαλκούχου πυρίτη και πυρίτη τα
οποία εξήχθησαν. Λεπτομερή στατιστικά στοιχεία της εκμετάλλευσης δεικνύονται
στον Πίνακα 2.4.
Επειδή το όνομα που δόθηκε στο κοίτασμα αυτό είναι κάπως ασύνηθες για τα
Κυπριακά δεδομένα σημειώνεται η ακόλουθη πληροφορία που δόθηκε προφορικά
το 2002 στον παρόντα συγγραφέα από τον Βρετανό γεωλόγο Dr. John Gordon-Smith
της Cyprus Sulphur and Copper Company Ltd. ο οποίος εντόπισε το κοίτασμα αυτό
και παρακολουθούσε τότε την πρόοδο των γεωτρήσεων: Στην αναφορά του τηλε-
φωνικώς στη διοίκηση της εταιρείας, που την εποχή εκείνη βρισκόταν στη Λευκω-
σία, για λόγους εχεμύθειας και αποφυγής δημοσιοποίησης πληροφοριών που θα
μπορούσαν να επηρεάσουν την αξία της μετοχής της εταιρείας στο χρηματιστήριο
του Λονδίνου, του ζητήθηκε να ομιλεί συνθηματικά για την πρόοδο των αποτελε-
σμάτων προφασιζόμενος ότι αναφερόταν στην «υγεία του Uncle Charles» (θείου
Καρόλου), δηλ. αν αυτή εξελίσσετο ικανοποιητικά ή όχι. Και έτσι παρέμεινε να ονο-
μάζεται το κοίτασμα και το μεταλλείο με το όνομα αυτό.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 57
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 58
6. Τα τελικά προϊόντα – Ο εμπλουτισμός και η εξαγωγή τους
Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, τα πρώτα προϊόντα από τη μεταλλευτική δραστη-
ριότητα ήταν copper cement και χαλκούχοι πυρίτες. Το πρώτο προϊόν παραγόταν
από τα πλούσια σε χαλκό διαλύματα που έρεαν από τις στοές οι οποίες διέρχονταν
μέσα από τα αρχαία και νεώτερα μεταλλευτικά έργα και οι χαλκούχοι πυρίτες ήταν
το μετάλλευμα, το οποίο εξορύσσετο επιλεκτικά από τα πλούσια μέρη του κοιτά-
σματος και ήταν έτοιμο για εξαγωγή μετά από απλή θραύση και κοσκίνισμα. Τα δύο
αυτά προϊόντα παράγονταν μέχρι το 1954 που κατασκευάστηκε και λειτούργησε το
εργοστάσιο εμπλουτισμού στην τοποθεσία Μαυρολί κοντά στην ακτή.
Ο εμπλουτισμός του μεταλλεύματος γινόταν διά της μεθόδου της επίπλευσης όπως
και στα άλλα μεταλλεία χαλκούχων πυριτών στην Κύπρο. Η διαδικασία εμπλουτι-
σμού περιλάμβανε τα στάδια της θραύσης, πλύσης, λειοτρίβισης και παραγωγής
συμπυκνώματος χαλκού (copper concentrate) και συμπυκνώματος πυρίτη (flotation
pyrite), καθώς επίσης και copper cement (Trennery and Pocock, 1971).
Το συμπύκνωμα χαλκού μεταφερόταν οδικώς σε πλατεία κοντά στις εγκαταστάσεις
φορτώσεως στην ακτή, ενώ το συμπύκνωμα πυρίτη διοχετευόταν υπό μορφή πολ-
τού από το εργοστάσιο εμπλουτισμού στην πλατεία φορτώσεως με σωλήνα μήκους
900 περίπου μέτρων όπου στέγνωνε προτού εξαχθεί.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 59
Η εξαγωγή των τελικών προϊόντων γινόταν από τις εγκαταστάσεις φορτώσεως της
εταιρείας στην ακτή του Κόλπου της Πόλεως Χρυσοχούς, βλέπε Σχήμα 2.2. Οι εγκα-
ταστάσεις αυτές περιλάμβαναν πλατείες ξήρανσης και αποθήκευσης των προϊό-
ντων, εγκαταστάσεις ζύγισης και δειγματοληψίας και γερανογέφυρα φορτώσεως
μήκους 150 περίπου μέτρων επί της οποίας βρισκόταν μεταφορική ταινία. Το προς
εξαγωγή προϊόν διοχετευόταν μέσω της μεταφορικής ταινίας απευθείας μέσα σε
φορτηγίδες των 50 τόνων, οι οποίες προσέγγιζαν τα φορτηγά πλοία τα οποία ναυ-
λοχούσαν ανοικτά του Κόλπου Χρυσοχούς. Συνολικά από τα μεταλλεία της CSCC
εξορύχθηκαν 8,6 εκατ. τόνοι μεταλλεύματος, και παρήχθησαν και εξήχθησαν 1,6
εκατ. τόνοι προϊόντων.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 60
Εικόνα 2.1 Άποψη του Μεταλλείου Λίμνης με την Glory Hole στο κέντρο, 1942.
Plate 2.1 View of the Limni Mine with the Glory Hole in the centre, 1942.
Εικόνα 2.2 Βορειανατολική άποψη του Μεταλλείου Λίμνης, 1965.
Plate 2.2 North-eastern view of the Limni Mine, 1965.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 61
Εικόνα 2.3 Βόρεια άποψη του Μεταλλείου Λίμνης, 1975.
Plate 2.3 Northern view of the Limni Mine, 1975.
Δ. ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΣΚΟΥΡΙΩΤΙΣΣΑΣ, ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ,
ΛΕΥΚΑΣ, ΑΠΛΙΚΙΟΥ ΚΑΙ «ΦΟΙΝΙΞ»
1. Εισαγωγή
Τα μεταλλεία Σκουριώτισσας, Μαυροβουνίου, Λεύκας, Απλικιού και Φοίνιξ δημιουρ
γήθηκαν από την Εταιρεία Cyprus Mines Corporation (CMC), η οποία άρχισε την
δραστηριότητά της στην Κύπρο το 1913 από την περιοχή της Σκουριώτισσας στον
Λόφο της Φουκάσας, δίπλα στη Μονή της Παναγίας της Σκουριώτισσας. Το κοίτασμα
της Σκουριώτισσας εντοπίστηκε το 1914 αλλά η εκμετάλλευσή του καθυστέρησε
λόγω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, άρχισε υπογείως το 1920 και διήρκεσε μέχρι
το 1940 και αργότερα από το 1962 μέχρι το 1973 συνέχισε με υπαίθρια εκμετάλ-
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 62
λευση. Το 1919 η CMC εντόπισε το κοίτασμα του Μαυροβουνίου κοντά στο χωριό
Λεύκα, του οποίου η εκμετάλλευση έγινε αποκλειστικά υπογείως από το 1929 μέχρι
το 1969. Την περίοδο 1968-1973 εκμεταλλεύτηκε τα μικρά κοιτάσματα στο Απλίκι
(Λεύκας) και το κοίτασμα Λεύκα ‘Α’. Το 1971 άρχισε την εκμετάλλευση του κοιτάσμα-
τος ‘Φοίνιξ’ η οποία διήρκεσε μόνο μέχρι το 1974. Στον χάρτη του Σχήματος 2.10
δεικνύεται η γεωγραφική κατανομή των πιο πάνω μεταλλείων καθώς επίσης και η
περιοχή των εγκαταστάσεων εμπλουτισμού και φορτώσεως στην ακτή του Ξερού
στον Κόλπο της Μόρφου.
Για την επεξεργασία των μεταλλευμάτων που παρήγαγε, η CMC ανήγειρε μεγάλο
εργοστάσιο εμπλουτισμού στο παραθαλάσσιο χωριό Ξερός στον Κόλπο της Μόρφου
σε μικρή σχετικά απόσταση από τη Σκουριώτισσα και το Μαυροβούνι. Στην ίδια ακτή
κατασκεύασε αποβάθρα για τη φόρτωση με φορτηγίδες («μαούνες») των εμπορεύ-
σιμων συμπυκνωμάτων χαλκούχων πυριτών για τη μεταφορά τους στα πλοία που
αγκυροβολούσαν στα ανοικτά του Ξερού. Η CMC ήταν αναμφίβολα ο μεγαλύτερος
ιδιωτικός εργοδοτικός οργανισμός που υπήρξε ποτέ στην Κύπρο, προσφέροντας
μόνιμη εργασία σε εκατοντάδες άτομα έμμισθου και ημερομίσθιου προσωπικού.
Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι το 1938 το ημερομίσθιο προσωπικό που εργοδο-
τούσε ξεπερνούσε τις έξι χιλιάδες εργάτες και εργάτριες. Επειδή μεγάλος αριθμός
εργοδοτουμένων προήρχετο από απομακρυσμένα χωριά, ανήγειρε συνοικισμούς
στη Σκουριώτισσα, στη Λεύκα και στο Ξερό. Το ανώτερο προσωπικό, που ως επί το
πλείστον ήταν ξένοι, διέμενε σε συνοικισμούς που κτίστηκαν γύρω από την εκκλη-
σία της Παναγίας της Σκουριώτισσας και κοντά στο Μαυροβούνι. Εδώ πρέπει να
σημειωθεί ότι οι δραστηριότητες της CMC δεν περιορίστηκαν μόνο στην Κύπρο
αλλά επεκτάθηκαν σε διάφορες περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Το
1979 η CMC αγοράστηκε από την Amoco Corporation και δραστηριοποιήθηκε σε
άλλα μέρη του κόσμου, όπου ίδρυσε μεγάλες μεταλλευτικές επιχειρήσεις, πάντοτε
με το όνομα ‘‘Cyprus”.
Το 1971, λόγω της εξάντλησης των κοιτασμάτων χαλκούχων πυριτών άρχισε την
εκμετάλλευση του χαμηλής περιεκτικότητας χαλκούχου κοιτάσματος ‘Φοίνιξ’,
που βρισκόταν δυτικά και εφάπτετο του κοιτάσματος της Σκουριώτισσας. Για τον
εμπλουτισμό του μεταλλεύματος αυτού εφάρμοσε τη μέθοδο pressure leaching
αντί της μεθόδου froth flotation, που χρησιμοποιείτο πάντοτε για τα μεταλλεύ-
ματα χαλκούχων πυριτών. Η εκμετάλλευση αυτή σταμάτησε το 1974 επειδή, λόγω
της Τουρκικής Εισβολής, είχε διακοπεί η συγκοινωνία μεταξύ του μεταλλείου και
του εργοστασίου εμπλουτισμού στο Ξερό και έτσι η Εταιρεία αναγκάστηκε να δια-
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 63
κόψει τις εργασίες της και να αποχωρήσει από την Κύπρο. Μετά την αποχώρηση
της Εταιρείας CMC από την Κύπρο η Μεταλλευτική Μίσθωση Σκουριώτισσας περι-
ήλθε το 1976 στην ιδιοκτησία της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας Λτδ (ΕΜΕ)
η οποία δραστηριοποιήθηκε στην περιοχή της Σκουριώτισσας μέχρι το 1994 εκμε-
ταλλευόμενη τους σωρούς χαμηλής περιεκτικότητας που δημιουργήθηκαν από τις
εκμεταλλεύσεις της CMC στην περιοχή με τη μέθοδο της εκχύλισης και παραγωγής
cement copper. Το 1994 η ΕΜΕ ίδρυσε μαζί με την αυστραλιανή εταιρεία Golden
Plateau την Κοινοπραξία Hellenic Copper Mines Ltd. στην οποία μεταβιβάστηκε από
την ΕΜΕ η Μεταλλευτική Μίσθωση της Σκουριώτισσας. H νέα αυτή εταιρεία συνέχισε
τη μεταλλευτική δραστηριότητα στην περιοχή με την εξόρυξη και τον εμπλουτισμό
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 64
του κοιτάσματος ‘Φοίνιξ’. Για το σκοπό αυτό ανήγειρε μονάδα solvent extraction
– electrowinning η οποία λειτούργησε από το 1996 μέχρι το 2019. Το 2005 η ΕΜΕ
αποχώρησε από την Hellenic Copper Mines Ltd.
Στο παρόν κεφάλαιο δίδεται πρώτα το ιστορικό της άφιξης στην Κύπρο του Αμερικανού
γεωλόγου Charles Godfrey Gunther και των ενεργειών του κατά την περίοδο 1912-1916
μέχρι που κατόρθωσε να εξασφαλίσει μεταλλευτική μίσθωση για το κοίτασμα της Σκου-
ριώτισσας που είχε εντοπίσει. Μετά ακολουθεί η περιγραφή των μεταλλευτικών έργων
στη Σκουριώτισσα, στο παρακείμενο κοίτασμα Φοίνιξ, στο Μαυροβούνι που ήταν το
μεγαλύτερο κοίτασμα που ανακαλύφθηκε στην Κύπρο και μετά γίνεται σύντομη περι-
γραφή των μεταλλείων Απλικιού και Λεύκα ‘Α’. Ακολούθως περιγράφονται οι δραστη-
ριότητες της ΕΜΕ και της Hellenic Copper Mines Ltd. στη Σκουριώτισσα μετά το 1974.
2. Ιστορικά στοιχεία – Η περίοδος από το 1912 μέχρι το 1914
Το 1912 επισκέφθηκε την Κύπρο ο Αμερικανός γεωλόγος και prospector Charles Godfrey
Gunther κατά την επιστροφή του από τη Χερσόνησο του Σινά, που την είχε επισκεφθεί
αφού πληροφορήθηκε ότι εκεί υπήρχαν αξιόλογες ενδείξεις αρχαίων εκμεταλλεύσεων
χαλκού. Στο Σινά δεν εντόπισε οποιαδήποτε ενδιαφέρουσα εμφάνιση και αποφάσισε
να αναχωρήσει από την Αίγυπτο. Ενώ βρισκόταν στο Πορτ Σάιντ περιμένοντας πλοίο
για την Ευρώπη πληροφορήθηκε ότι την επόμενη μέρα θα αναχωρούσε από το Λιμάνι
του Πορτ Σάιντ πλοίο για την Αμμόχωστο της Κύπρου. Επειδή σε ενδιάμεσο σταθμό πού
είχε κάνει προηγουμένως στο Λονδίνο καθ’ οδό προς την Αίγυπτο πληροφορήθηκε για
τις δραστηριότητες των Άγγλων στην Κύπρο και συγκεκριμένα στην περιοχή της Λίμνης
κοντά στην Πόλη της Χρυσοχούς στην Επαρχία Πάφου, αποφάσισε να περιλάβει και
την Κύπρο στην περιοδεία του. Έτσι επιβιβάστηκε στο πλοίο και την 27η Δεκεμβρίου
του 1912 αφίχθη στην Αμμόχωστο και ακολούθως μετέβη στη Λευκωσία με το τρένο.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι από το 1878 η Κύπρος παραχωρήθηκε από την
Τουρκία στη Βρετανία έναντι ετήσιου ενοικίου £92 χιλιάδων, αλλά το 1914 η Βρε-
τανία, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι η Τουρκία συμμάχησε κατά τον Α΄ Παγκό-
σμιο Πόλεμο με τη Γερμανία, προσάρτησε την Κύπρο η οποία αργότερα κατέστη
βρετανική αποικία.
Στη Λευκωσία ο Gunther επισκέφθηκε το Τμήμα Δασών, όπου ο Άγγλος Διευ-
θυντής του έδωσε πληροφορίες αναφορικά με την ύπαρξη ενδείξεων αρχαίων
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 65
μεταλλευτικών έργων και ειδικότερα σωρών αρχαίων σκωριών στην κυπριακή
ύπαιθρο. Όπως πληροφορήθηκε, σωροί αρχαίων σκωριών υπήρχαν σε διάφορα
μέρη στην περιοχ ή της Οροσειράς του Τροόδους, αλλά ο μεγαλύτερος σωρός ήταν
αυτός κοντά στην Ιερά Μονή της Παναγίας της Σκουριώτισσας σε μικρή απόσταση
βορείως του χωριού Κατύδατα στην Επαρχία Λευκωσίας. Με βάση τις πληροφορίες
αυτές, ο Gunther οργάνωσε ερευνητική ομάδα με συνοδούς και μουλάρια για τη
μετακίνησή τους και άρχισε να επισκέπτεται διάφορες ενδιαφέρουσες τοποθεσίες.
Η περιοδεία του άρχισε από την περιοχή των χωριών Μαθιάτης και Λυθροδό-
ντας που ευρίσκονται νότια της Λευκωσίας και στην οποία υπήρχαν αρκετοί
σωροί αρχαίων σκωριών. Ακολούθως ταξίδευσε προς δυσμάς και επισκέφθηκε
τους σωρούς κοντά στα χωριά Αγροκηπιά και Μιτσερό. Μετά την περιοχή αυτή
έφθασε στην περιοχή της Σκουριώτισσας όπου εντυπωσιάστηκε από το μέγεθος
του σωρού και συνέχισε το ταξίδι του επισκεπτόμενος τους σωρούς σκωριών στο
Μαυροβούνι νοτίως του χωριού της Λεύκας και μετά νοτιότερα το σωρό στην
τοποθεσία Απλίκι. Μετά την τοποθεσία αυτή διέσχισε τα βουνά του Τροόδους
με νοτιοδυτική κατεύθυνση με προορισμό το μεταλλείο της Λίμνης με ενδιάμεσο
σταθμό την Ιερά Μονή του Κύκκου και κάποια παλαιά μεταλλευτικά έργα κοντά
στη Μονή, που πιθανότατα ήταν οι εμφανίσεις χαλκούχου μεταλλοφορίας στην
τοποθεσία Κονίζι κοντά στην Κοιλάδα των Κέδρων. Όταν έφθασε στην περιοχή
της Λίμνης κατάλυσε στο γειτονικό χωριό Λυσός, όπου παρέμεινε για λίγες ημέ-
ρες επισκεπτόμενος το μεταλλείο της Λίμνης και άλλες εμφανίσεις στην περιοχή.
Ακολούθως ο Gunther και η συνοδεία του επέστρεψαν στη Λευκωσία όπου την
20ή Ιανουαρίου 1913 ο ίδιος κατέθεσε επ’ ονόματί του αίτηση για Ερευνητική
Άδεια σε έκταση δέκα τετραγωνικών μιλίων η οποία περιλάμβανε τις περιοχές της
Σκουριώτισσας και του Μαυροβουνίου. Για την περιοχή του Απλικιού υπέβαλε
ξεχωριστή αίτηση επ’ ονόματι του Διευθυντή της Οθωμανικής Τράπεζας, επειδή
ο ίδιος δεν δικαιούτο βάσει των κανονισμών να κατέχει ερευνητικές άδειες πέραν
των δέκα τετραγωνικών μιλίων.
Με την υποβολή της αίτησης για Ερευνητική Άδεια ο Gunther διασφάλισε τα δικαιώ-
ματά του για την ευρύτερη περιοχή Σκουριώτισσας – Μαυροβουνίου και επέστρεψε
στο χωριό Κατύδατα όπου κατέλυσε στη Μονή της Σκουριώτισσας και άρχισε να εξε-
ρευνά την περιοχή γύρω από το σωρό των σκωριών και τον λόφο της Φουκάσας. Τον
Μάρτιο του ιδίου χρόνου (1913) εξεδόθη η αιτηθείσα Ερευνητική Άδεια, η οποία
περιελάμβανε τόσο την περιοχή της Σκουριώτισσας όσο και την περιοχή του Μαυ-
ροβουνίου. Την ίδια εποχή εξεδόθη και η Ερευνητική Άδεια Απλικιού.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 66
3. Το Μεταλλείο Σκουριώτισσας
3.1 Η Πρώτη Περίοδος Εκμετάλλευσης – Από το 1914 μέχρι το 1940
Έχοντας εξασφαλίσει την Ερευνητική Άδεια ο Gunther άρχισε τις αναγκαίες ενέργειες
για τη γεωλογική έρευνα της περιοχής με τη διεξαγωγή γεωτρήσεων αρχίζοντας
πρώτα από την περιοχή της Σκουριώτισσας. Για τον σκοπό αυτό ζήτησε από τους
συνεργάτες του στις Ηνωμένες Πολιτείες να του στείλουν κατάλληλο γεωτρύπανο.
Εν τω μεταξύ, μετά από πολλές και δύσκολες διαπραγματεύσεις με τους διάφορους
ιδιοκτήτες της γης που θα επηρεάζονταν από τις έρευνες εξασφάλισε τη συγκατά-
θεσή τους με την καταβολή σ’ αυτούς σχετικής αποζημίωσης.
Το γεωτρύπανο μαζί με τους χειριστές του έφθασε στην Κύπρο τον Μάρτιο του
1914 και άρχισε την εκτέλεση γεωτρήσεων στην περιοχή κοντά στις αρχαίες σκω-
ρίες της Σκουριώτισσας. Στο Σχήμα 2.11 δεικνύεται ο λόφος της Φουκάσας και τα
σημεία των γεωτρήσεων με την αρίθμησή τους που αντιστοιχεί στη σειρά με την
οποία εκτελέστηκαν. Όπως φαίνεται στο εν λόγω Σχήμα, οι πρώτες οκτώ γεωτρή-
σεις ήταν αρνητικές και το κοίτασμα είχε εντοπιστεί με την 9η γεώτρηση. Ακολού-
θησαν ακόμα δέκα γεωτρήσεις, δηλ. μέχρι την 19η, και οι εργασίες διακόπηκαν τον
Νοέμβριο του 1914 διότι εν τω μεταξύ είχε αρχίσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η
διακοπή των ερευνητικών εργασιών ήταν αναπόφευκτη διότι, λόγω του πολέμου,
ήταν αδύνατη η προμήθεια αναγκαίων υλικών για τη λειτουργία του γεωτρυπάνου.
Όμως με τις μέχρι τότε γεωτρήσεις επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη μεγάλου κοιτάσματος
χαλκούχου πυρίτη, του οποίου τα αποθέματα υπολογίστηκαν κατ’ αρχάς στα 4 έως
5 εκατομμύρια τόνους. Με βάση τον υπολογισμό αυτό, τον ίδιο μήνα (Νοέμβριο
1914) ο Gunther υπέβαλε αίτηση για Μεταλλευτική Μίσθωση.
Παρά τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν λόγω του Πολέμου, ο Gunther συνέχισε την
έρευνα και τα προπαρασκευαστικά έργα για την εκμετάλλευση του κοιτάσματος όταν θα
εξασφάλιζε τη Μεταλλευτική Μίσθωση. Για τον σκοπό αυτό, περί τα τέλη Νοεμβρίου 1914,
άρχισε τη διάνοιξη της «Κύριας Στοάς» σε υψόμετρο 710 πόδια (210 μέτρα) από σημείο
στη δυτική πλαγιά του λόφου της Φουκάσας με ανατολική-νοτιοανατολική κατεύθυνση,
βλέπε Σχήμα 2.11. Μαζί με τη στοά αυτή άρχισε τη διάνοιξη των φρεάτων Αρ. 1 και Αρ.
2 από την επιφάνεια του λόφου μέχρι την Κύρια Στοά. Τα έργα αυτά συμπληρώθηκαν
το καλοκαίρι του 1915. Εν τω μεταξύ άρχισε την κατασκευή άλλων βασικών έργων, που
θα ήταν αναγκαία για την εκμετάλλευση του κοιτάσματος όπως την επέκταση της κρατι-
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 67
κής σιδηροδρομικής γραμμής μέχρι το χωριό Κατύδατα, τη δημιουργία αποβάθρας στην
ακτή του χωριού Πεντάγια για τη φόρτωση του μεταλλεύματος, βλέπε Σχήμα 2.10, και
την ανέγερση υποστατικών για τη διαμονή των εργατοϋπαλλήλων.
Η Μεταλλευτική Μίσθωση εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 1916 και τον Μάρτιο του ίδιου
χρόνου ενεγράφη στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής η εταιρεία Cyprus Mines Cor-
poration με βασικούς μετόχους τους Seeley Mudd και Philip Wiseman. Στον Charles
Gunther παραχωρήθηκε ποσοστό 10% λόγω της ουσιαστικής συμβολής του στην ανα-
κάλυψη του κοιτάσματος. Μετά την έκδοση της Μεταλλευτικής Μίσθωσης άρχισε η
κατασκευή των αναγκαίων έργων για την υπόγεια εκμετάλλευση του κοιτάσματος,
πέραν αυτών που είχαν κατασκευαστεί προηγουμένως, δηλαδή της Κύριας Στοάς και
των φρεάτων Αρ. 1 και 2. Παράλληλα, συμπληρώθηκαν τα στοιχεία αναφορικά με την
έκταση και ποιότητα του κοιτάσματος με την εκτέλεση ακόμα είκοσι επτά γεωτρήσεων
με αρίθμηση από το 20 μέχρι το 46. Οι θέσεις των γεωτρήσεων αυτών δεικνύονται
μαζί με την πρώτη σειρά γεωτρήσεων (1-19) στο Σχήμα 2.11. Όπως διαπιστώθηκε
από τις γεωτρήσεις το κοίτασμα είχε πεπλατυσμένο ελλειψοειδές σχήμα με οριζόντια
διάταξη, με μήκος 600, πλάτος 250 και μέγιστο πάχος 50 μέτρα. Η εκμετάλλευσή του
έγινε με τον διαχωρισμό του σε επτά πατώματα στα ακόλουθα υψόμετρα: 244, 250,
262, 270, 277, 280 και 305 μέτρα. Στο Σχήμα 2.12 δεικνύονται σε οριζοντιογραφία τα
όρια του κοιτάσματος σε κάθε ένα από τα πατώματα αυτά και η συνολική περιβάλ-
λουσα όπως αυτή καθορίστηκε μεταγενέστερα, μετά την επιφανειακή εκμετάλλευσή
του, βλέπε κατωτέρω. Στο Σχήμα 2.13 δεικνύεται παραστατικά τομή του κοιτάσματος
εκ δυσμών προς ανατολάς κατά μήκος της συντεταγμένης +10300Β.
Εκτός από την Κύρια Στοά, η οποία χρησιμοποιείτο βασικά για τη μεταφορά του μεταλ-
λεύματος και για εξαερισμό, υπήρχαν και στοές στα υψόμετρα 250, 279 και 305 μέτρα,
οι οποίες χρησίμευαν τόσο για προσπέλαση, όσο και για μεταφορά μεταλλεύματος
και εξαερισμό. Οι συγκεκριμένες στοές δεικνύονται στο Σχήμα 2.14 μαζί με τα κύρια
έργα προσπελάσεων στα αντίστοιχα πατώματα. Άλλα βασικά έργα ήταν τα φρέατα
Αρ. 3 και Αρ. 4, τα οποία χρησίμευαν για εξαερισμό και για τη διοχέτευση του μεταλ-
λεύματος στην Κύρια Στοά για να μεταφερθεί εκτός του μεταλλείου. Πέραν των φρε-
άτων αυτών υπήρχε και αριθμός άλλων φρεάτων, τα οποία χρησιμοποιούντο για τη
διοχέτευση από την επιφάνεια ασβεστολιθικού πετρώματος το οποίο εξορύσσετο σε
διάφορα σημεία στην επιφάνεια από το ασβεστολιθικό κάλυμμα το οποίο χρησιμο-
ποιείτο για σκοπούς γόμωσης των μετώπων εκμεταλλεύσεως, βλέπε κατωτέρω. Για
τον ίδιο λόγο λειτούργησε μικρό λατομείο βορείως του μεταλλείου για την εξόρυξη
ασβεστολίθου κοντά στην είσοδο της στοάς σε υψόμετρο 305 μέτρα.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 68
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 69
Η μέθοδος εκμετάλλευσης που εφαρμόστηκε στα πρώτα στάδια ήταν αυτή των
«κοπών και λιθογομώσεων» (cut and fill) με οριζόντιες και κατακόρυφες γομώσεις
από το επιφανειακό ασβεστολιθικό πέτρωμα αλλά και από τα περιβάλλοντα στείρα
πετρώματα που προέρχονταν από τη δημιουργία διαφόρων προσπελάσεων μέσα
στο μεταλλείο. Σε κάποιο στάδιο δοκιμάστηκε η μέθοδος των «εναλλασσόμενων
κοπών» (top slicing) αλλά αυτή αποδείχτηκε προβληματική λόγω της δυσκολίας
στην εξασφάλιση της απαιτούμενης ξυλείας και εγκαταλείφθηκε για να εφαρμοστεί
αργότερα, το 1938, μετά την εμπειρία κατά την επιτυχή εφαρμογή της μεθόδου
αυτής στο μεταλλείο Μαυροβουνίου, βλέπε κατωτέρω. Είναι ενδιαφέρον να ανα-
φερθεί ότι, όταν η αγγλική αποστολή, αποτελούμενη από τους C.G. Cullis και A.B.
Edge επισκέφθηκε το μεταλλείο το 1921, αυτοί εξέφρασαν την άποψη ότι θα ήταν
προτιμότερο να είχε γίνει εξαρχής υπαίθρια αντί υπόγεια εκμετάλλευση, τόσο για
λόγους ασφάλειας, όσον και για οικονομικούς λόγους.
Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετώπισε η Εταιρεία από τα πρώτα
χρόνια της λειτουργίας της ήταν η εξασφάλιση κατάλληλου προσωπικού για τις
μεταλλευτικές εργασίες. Όπως ήταν φυσικό, οι πρώτοι μεταλλωρύχοι ήταν εργάτες
από τα γειτονικά χωριά, οι οποίοι ήταν βασικά γεωργοί και κτηνοτρόφοι με περι-
ορισμένες ικανότητες και γνώσεις στις τεχνικές εργασίες. Πέραν τούτου υπήρχε
σοβαρό πρόβλημα επικοινωνίας με τους ξένους (Αμερικανούς) μεταλλειολόγους
και εργοδηγούς. Οι απουσίες από την εργασία τους ήταν πολύ συνηθισμένο φαι-
νόμενο, ιδιαίτερα κατά την εποχή των αυξημένων γεωργικών ασχολιών, όπως το
θέρος και το μάζεμα του ελαιοκάρπου. Έτσι σταδιακά η Εταιρεία άρχισε να εργο-
δοτεί κόσμο και από άλλα απομακρυσμένα χωριά πράγμα που δημιούργησε την
ανάγκη ανέγερσης κατοικιών κοντά στο μεταλλείο για τη διαμονή τους. Το 1924
άρχισε να κτίζει εργατικές κατοικίες σε τοποθεσία δυτικά του ποταμού Καρκώτη
σε απόσταση μισού περίπου χιλιομέτρου από τη Μονή της Σκουριώτισσας, βλέπε
Σχήμα 2.10. Στο αρχικό στάδιο ο συνοικισμός αριθμούσε 60 κατοικίες και από τότε
ονομάστηκε «Εξήντα Σπίθκια» και συνέχισε να έχει το ίδιο όνομα και μετά που ανε-
γέρθηκαν και πολλές άλλες νεώτερες κατοικίες.
Για τη διαμονή των ξένων μελών του προσωπικού της η Εταιρεία βελτίωσε σταδιακά
την περιοχή γύρω από τη Μονή της Σκουριώτισσας όπου ανήγειρε άνετες κατοι-
κίες, και κοινούς χώρους αναψυχής, όπως γήπεδα αντισφαίρισης και κολυμβητική
δεξαμενή. Στον ίδιο χώρο ευρίσκοντο επίσης τα γραφεία της Εταιρείας. Όλα τα
παλαιά κτήρια κατεδαφίστηκαν εξαιρουμένης της εκκλησίας της Μονής, η οποία
διασώζεται μέχρι σήμερα.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 70
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 71
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 72
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 73
Αξίζει να σημειωθεί ότι στα πρώτα στάδια λειτουργίας του μεταλλείου οι συνθήκες
ήταν εξαιρετικά δύσκολες λόγω έλλειψης επαρκών μέσων, έμπειρου προσωπικού και
των αρχαίων εκμεταλλεύσεων, που καθιστούσαν τα μέτωπα εργασιών ανασφαλή και
επισφαλή για την ανάφλεξη του πυρίτη. Συναφώς αναφέρεται ότι η μεταφορά του
μεταλλεύματος εκτός του μεταλλείου στην Κύρια Στοά γινόταν στην αρχή με ένα βαγόνι
που το έσερναν δύο μουλάρια. Η εισαγωγή της πρώτης ατμομηχανής έγινε το 1929.
Επίσης, στα πρώτα στάδια ο φωτισμός γινόταν με κεριά τα οποία αντικαταστάθηκαν
με λάμπες ασετιλίνης το 1924. Δυστυχήματα συνέβαιναν πολύ τακτικά με σοβαρούς
τραυματισμούς. Η συχνότητα θανατηφόρων δυστυχημάτων ήταν δυστυχώς πολύ
μεγάλη στα πρώτα στάδια της λειτουργίας του μεταλλείου. Αναφέρεται χαρακτηρι-
στικά το έτος 1925 που ήταν το χειρότερο στην ιστορία του μεταλλείου με συνολικά
δεκαπέντε θανατηφόρα ατυχήματα, δέκα εκ των οποίων συνέβησαν σε ένα μόνο
περιστατικό κατακρήμνισης μεγάλου όγκου μεταλλεύματος.
Η συστηματική εκμετάλλευση του κοιτάσματος άρχισε το 1920 και τα πρώτα στοι-
χεία παραγωγής καταγράφονται από το 1921. Κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας
του μεταλλείου το μετάλλευμα μεταφερόταν στην ακτή της Πεντάγιας, όπου είχε
κατασκευαστεί τριβείο και αποβάθρα για τη φόρτωση φορτηγίδων για τη μεταφορά
του προς εξαγωγή μεταλλεύματος σε πλοία που ναυλοχούσαν στα ανοικτά. Σημει-
ώνεται ότι εξετάστηκε η δυνατότητα μεταφοράς του μεταλλεύματος στο λιμάνι της
Αμμοχώστου με τον τότε υφιστάμενο κρατικό σιδηρόδρομο με δοκιμαστική μετα-
φορά δύο χιλιάδων τόνων, αλλά η συγκεκριμένη λύση είχε πρακτικές δυσκολίες και
ήταν εξαιρετικά δαπανηρή, γι’ αυτό και εγκαταλείφθηκε.
Το 1923 οι εγκαταστάσεις φόρτωσης στην ακτή της Πεντάγιας, περιλαμβανομένων
και των δύο φορτηγίδων και του ρυμουλκού, είχαν υποστεί σοβαρές ζημιές από
σφοδρή θαλασσοταραχή. Τούτο ανάγκασε την Εταιρεία να αναζητήσει άλλη πλέον
κατάλληλη τοποθεσία στην ακτή για την ανέγερση νέας αποβάθρας. Προς τούτο
τον σκοπό επελέγη η ακτή του Καραβοστασίου στην περιοχή του Ξερού, η οποία
βρισκόταν πλησιέστερα προς το νέο μεταλλείο του Μαυροβουνίου, βλέπε Σχήμα
2.10. Η νέα αποβάθρα κατασκευάστηκε με ξυλεία που εισήχθη από τις ΗΠΑ και λει-
τούργησε το 1926. Την ίδιαν εποχή κατασκευάστηκε στην περιοχή του Ξερού νέο
μεγαλύτερο τριβείο και μεγάλο υπόστεγο για την αποθήκευση του μεταλλεύματος
μέχρι την εξαγωγή του.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 74
Στα πρώτα στάδια της λειτουργίας του μεταλλείου, το εμπορεύσιμο προϊόν από το
τριβείο ήταν χαλκούχος πυρίτης (-2,5’’+1’’) και cupreous fines (-0,5’’). Το υλικό αυτό
χρησιμοποιείτο αποκλειστικά στην παραγωγή θειικού οξέος από χημικές βιομηχα-
νίες που την εποχή εκείνην οι πλησιέστερες προς την Κύπρο βρίσκονταν στη Δυτική
Ευρώπη. Τούτο είχε σαν αποτέλεσμα να αντιμετωπίσει η Εταιρεία μεγάλες δυσκο-
λίες στην εμπορία του προϊόντος της που οφείλονταν στον έντονο ανταγωνισμό από
άλλους μεγάλους και καθιερωμένους παραγωγούς πλησιέστερους προς τα κέντρα
κατανάλωσης. Αυτοί ήταν οι εταιρείες Rio Tinto και Tharsis Mines στην Ισπανία και
η εταιρεία Orkla στη Νορβηγία, οι οποίες έφθασαν σε σημείο να απειλούν τους
πελάτες τους ότι, εάν δοκιμάσουν τον πυρίτη της Σκουριώτισσας, θα αύξαναν τις
τιμές τους. Ένας άλλος σοβαρός λόγος που δυσχέραινε την εμπορία του κυπρια-
κού πυρίτη ήταν η δυσκολία στην εξασφάλιση εμπορικών πλοίων διότι τα κυπριακά
λιμάνια δεν περιλαμβάνονταν εκείνη την εποχή στις ατμοπλοϊκές γραμμές.
Παρά τις δυσκολίες στην εμπορία, η Εταιρεία κατόρθωσε να κάνει τις πρώτες πωλή-
σεις το 1922 στο Βέλγιο, στη Γερμανία και στη Γαλλία και να γίνει γνωστό στους βιο-
μηχανικούς κύκλους της Ευρώπης ότι ο κυπριακός πυρίτης δεν παρουσίαζε οποιο-
δήποτε πρόβλημα στη χρήση του. Αξίζει να τονίσουμε ότι ο χαλκός που περιείχε
αρχικά ο πυρίτης, μετά την καύση του και την παραγωγή του θειικού οξέος, αποτε-
λούσε συστατικό των cinders (υπολείμματα από την καύση του πυρίτη), τα οποία
διατίθεντο σε μεταλλουργικές βιομηχανίες ενώ η Εταιρεία εισέπραττε το αντίτιμο
της αξίας του χαλκού που της αναλογούσε.
Η παραγωγική δραστηριότητα του υπόγειου μεταλλείου της Σκουριώτισσας δεν
ήταν ομαλή και συνεχής κατά τη διάρκεια των δύο δεκαετιών λειτουργίας του. Το
1930 μειώθηκε κατά περίπου 30% η τιμή του χαλκού, γεγονός που ανάγκασε την
Εταιρεία να σταματήσει τη βραδινή βάρδια και να εργάζεται μόνο πέντε ημέρες την
εβδομάδα μέχρι το 1935. Το 1932 διέκοψε τη λειτουργία του για ένα εξάμηνο και
το 1934 για τέσσερις μήνες. Η μείωση στην παραγωγική δραστηριότητα της Εται-
ρείας ώθησε την τεχνική διεύθυνσή της να βρει άλλες πηγές εισοδήματος. Τούτο
το γεγονός κατέληξε στην αξιοποίηση ενός ασυνήθους υλικού που εντόπισε ο ίδιος
ο Gunther το 1919 μέσα στο μεταλλείο και διαπίστωσε από τότε ότι περιείχε σχε-
τικά αξιόλογες ποσότητες σε χρυσό και άργυρο. Το εν λόγω υλικό που εξαιτίας της
οξύτητάς του ονομάστηκε από τους μεταλλωρύχους της Σκουριώτισσας «Διαβολό-
λασπη» (Devil’s Mud) και αποτέλεσε αντικείμενο ξεχωριστής εκμετάλλευσης από
την Εταιρεία τόσο στη Σκουριώτισσα όσο και σε πολλές άλλες περιοχές της Κύπρου,
περιγράφεται στο Κεφαλαίο 3.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 75
Το υπόγειο μεταλλείο Σκουριώτισσας λειτούργησε μέχρι το 1940 όπου διέκοψε τις
εργασίες του λόγω των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν με την έκρηξη του Β΄
Παγκοσμίου Πολέμου. Τα κυριότερα προβλήματα ήταν η κατάρρευση της αγοράς
των πυριτών, λόγω της διακοπής της βιομηχανικής δραστηριότητας στην Ευρώπη, η
έλλειψη βασικών προμηθειών όπως π.χ. καύσιμα και εκρηκτικές ύλες και η δυσκο-
λία στην εξασφάλιση εμπορικών πλοίων.
Η παραγωγή από το υπόγειο μεταλλείο Σκουριώτισσας την περίοδο 1921-1941
ανήλθε στα 2,91 εκατομμύρια τόνους μεταλλεύματος και οι εξαγωγές στα 2,87
εκατομμύρια τόνους χαλκούχου πυρίτη και 283 τόνους copper cement. Λεπτομερή
στοιχεία για την ετήσια παραγωγή και τις εξαγωγές δίδονται κατωτέρω στον Πίνακα
2.5 μαζί με τα στοιχεία της μεταγενέστερης λειτουργίας του την περίοδο 1962-1973.
3.2 Η Δεύτερη Περίοδος Εκμετάλλευσης – Από το 1962 μέχρι το 1973
Περί το τέλος της δεκαετίας του 1950 η Εταιρεία, εν όψει του ότι τα αποθέματα
του μεταλλείου Μαυροβουνίου πλησίαζαν να εξαντληθούν, αποφάσισε να αρχί-
σει εκ νέου τη λειτουργία του μεταλλείου της Σκουριώτισσας, στο οποίον υπολό-
γιζε ότι παρέμεναν ακόμα περί τα 2,5 εκατομμύρια τόνοι μεταλλεύματος. Επειδή
η αγορά δεν απορροφούσε πλέον χαλκούχους πυρίτες όπως στο παρελθόν, το
μετάλλευμα της Σκουριώτισσας θα τύγχανε επεξεργασίας στις εγκαταστάσεις στο
Ξερό μαζί με το μετάλλευμα του Μαυροβουνίου. Κατά συνέπεια ήταν απόλυτα
αναγκαίο να διαπιστωθεί εάν η επεξεργασία του μεταλλεύματος από τη Σκουρι-
ώτισσα μαζί με το μετάλλευμα από το Μαυροβούνι δεν θα παρουσίαζε ιδιαίτερα
προβλήματα στην παραγωγή των τελικών προϊόντων που εμπορεύετο η Εταιρεία.
Προς τούτο τον σκοπό, την περίοδο 1958-1959 έγινε η απαιτούμενη συντήρηση
των κυριότερων προσπελάσεων στο υπόγειο μεταλλείο. Ακολούθησε συστηματική
δειγματοληψία αντιπροσωπευτικών μετώπων των υπογείων εργασιών για μεταλ-
λουργικές δοκιμές στα εργαστήρια της Εταιρείας στο Ξερό. Μετά τη συμπλήρωση
των δοκιμών αυτών και τη διαπίστωση ότι το μετάλλευμα της Σκουριώτισσας θα
μπορούσε να εμπλουτιστεί μαζί με αυτό του Μαυροβουνίου, η Εταιρεία έλαβε
την απόφαση να προχωρήσει με την εκμετάλλευση του υπολοίπου μεταλλεύμα-
τος στη Σκουριώτισσα.
Παράλληλα η Εταιρεία προέβη στις απαιτούμενες μελέτες για την αποκάλυψη του
εναπομείναντος αποθέματος και τα υπερκείμενα στείρα υλικά υπολογίστηκαν σε
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 76
7,6 εκατομμύρια κυβικά μέτρα. Η μετακίνησή τους άρχισε το 1960 και συμπληρώ-
θηκε το 1964, αφού εν τω μεταξύ το 1962 άρχισε η υπαίθρια εκμετάλλευση. Το 1971
έγινε αποκάλυψη της ανατολικής επέκτασης του κοιτάσματος και ακολούθησε η
εξόρυξή του που συμπληρώθηκε το 1973.
Η εκσκαφή έγινε με βαθμίδες 6 μέτρων και κλίση 45 μοιρών με ανώτερο υψόμετρο
350 μέτρα και κατώτερο 215 μέτρα. Το τελικό σχήμα της, ελλειψοειδές με μήκος
600 και πλάτος 500 μέτρα και παρουσιάζεται στο Σχήμα 2.15, όπου και δεικνύεται
και η αποκάλυψη του κοιτάσματος ‘Φοίνιξ’ το οποίο περιγράφεται κατωτέρω.
Η παραγωγή από το επιφανειακό μεταλλείο Σκουριώτισσας την περίοδο 1962-1973
ανήλθε στα 3,98 εκατομμύρια τόνους μεταλλεύματος και οι εξαγωγές στις 11.590
τόνους χαλκούχου πυρίτη, 39.625 τόνους copper cement, 186.516 τόνους copper
concentrate και 2,32 εκατομμύρια τόνους flotation pyrites (pysands). Λεπτομερή
στοιχεία για την ετήσια παραγωγή και τις εξαγωγές στην υπό αναφορά περίοδο
δίδονται στον Πίνακα 2.5.
3.4 Η Παραγωγή και οι Εξαγωγές της Εταιρείας CMC
από το μεταλλείο της Σκουριώτισσας
Στον Πίνακα 2.5 δεικνύονται αναλυτικά τα ετήσια στοιχεία παραγωγής στις δύο
περιόδους λειτουργίας και τα μεταλλευτικά προϊόντα που έχουν παραχθεί και εξα-
χθεί από το μεταλλείο Σκουριώτισσας. Η συνολική παραγωγή μεταλλεύματος καθ’
όλη τη διάρκεια της ζωής του μεταλλείου ανήλθε στα 6,89 εκατομμύρια τόνους από
τα οποία παρήχθησαν και διατέθηκαν προς εξαγωγή 2,88 εκατομμύρια τόνοι χαλ-
κούχων πυριτών, 39.908 τόνοι copper cement, 186.516 τόνοι copper concentrate
και 2,32 εκατομμύρια τόνοι flotation pyrites (pysands).
4. Το Μεταλλείο Φοίνιξ
Η αναφορά στο μεταλλείο Φοίνιξ εδώ γίνεται επειδή αφενός τούτο εφάπτεται της
προαναφερθείσας αποκάλυψης της Σκουριώτισσας και αφετέρου διότι η εκμετάλ-
λευσή του ακολούθησε αυτή της Σκουριώτισσας και αποτέλεσε την τελευταία ενα-
σχόληση της εταιρείας CMC στην Κύπρο πριν τη διακοπή των δραστηριοτήτων της
το 1974 λόγω της Τουρκικής Εισβολής.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 77
Όπως προαναφέρθηκε στο παρόν Κεφάλαιο, η εταιρεία CMC προέβαινε στις ανα-
γκαίες ενέργειες για να διασφαλίσει τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της μετά
την εξάντληση του κοιτάσματος του Μαυροβουνίου η οποία προβλεπόταν περί
το 1970. Σε αυτό το πλαίσιο διεξήγαγε Μελέτη Σκοπιμότητας (Feasibility Study)
για την αξιοποίηση των χαμηλής περιεκτικότητας αποθεμάτων σε διάφορα μέρη
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 78
στην ευρύτερη περιοχή των μεταλλευτικών της μισθώσεων. Στα εν λόγω αποθέ-
ματα περιλαμβανόταν και αυτό που ονόμαζε ‘Zone D’, η περιοχή αμέσως δυτικά
της αποκάλυψης της Σκουριώτισσας. Άρχισε την εκμετάλλευσή τους δίδοντας στο
μεταλλείο το όνομα ‘Φοίνιξ’. Τα αποθέματα του μεταλλείου είχαν υπολογιστεί στη
Μελέτη Σκοπιμότητας στα 15,0 εκατομμύρια τόνους με 0,61% Cu για επεξεργασία
με επίπλευση (flotation) και 19,0 εκατομμύρια τόνους με 0,25% Cu για επεξεργα-
σία με εκχύλιση (leaching).
Υπό τα δεδομένα αυτά το 1972 άρχισε η αποκάλυψη και η εκμετάλλευση του κοι-
τάσματος για να διακοπεί αναπάντεχα τον Ιούλιο του 1974. Η διακοπή αυτή ήταν
αναπόφευκτη διότι μεταξύ των πολλών άλλων αρνητικών συνεπειών της Τουρκικής
Εισβολής, αυτή είχε σαν αποτέλεσμα την κατάληψη των εγκαταστάσεων εμπλου-
τισμού του μεταλλεύματος στο Ξερό. Στο Σχήμα 2.15 δεικνύεται ο τοπογραφικός
χάρτης του μεταλλείου κατά την διακοπή της εκμετάλλευσης, της οποίας το χαμη-
λότερο επίπεδο έφθασε μόνο στα 185 μέτρα. Το Σχήμα 2.13 είναι γεωλογική τομή,
η οποία δεικνύει τη γεωλογική δομή και τη σχέση των κοιτασμάτων της Σκουριώ-
τισσας και του ‘Φοίνιξ’ και το όριο όπου είχε φθάσει η εκμετάλλευση κατά μήκος
της τομής αυτής προτού διακοπεί η εξόρυξη το 1974.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 79
Έως ότου η CMC διέκοψε την εξόρυξη τον Αύγουστο του 1974, είχαν εξορυχθεί
συνολικά 1,15 εκατομμύρια τόνοι, εκ των οποίων είχαν παραχθεί 1.568 τόνοι cop-
per cement και 20.349 τόνοι copper concentrate. Αναλυτικά στοιχεία της παραγω-
γής δεικνύονται στον Πίνακα 2.6.
ΠΙΝΑΚΑΣ 2.6 – TABLE 2.6
Η ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟΥ ΦΟΙΝΙΞ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1972-1974
THE MINING PRODUCTION AND EXPORTS OF PHOENIX MINE
IN THE PERIOD 1972-1974
ΕΤΟΣ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑ COPPER COPPER
YEAR ORE MINED CEMENT CONCENTR.
TONS
1972 119.963 TONS TONS
1973 452.398 0
1974 583.512 7.496
TOTAL 1.155.873 457 12.853
1.110 20.349
1.567
5. Το Μεταλλείο Σκουριώτισσας μετά το 1974
Μετά την αποχώρηση της CMC από την Κύπρο το 1974, το 1976, η Ελληνική Μεταλ-
λευτική Εταιρεία (ΕΜΕ) έγινε κάτοχος της Μεταλλευτικής Μίσθωσης Σκουριώτισσας.
Αρχικά, πρόθεση της ΕΜΕ ήταν η συνέχιση της εκμετάλλευσης του κοιτάσματος Φοίνιξ
και εμπλουτισμού του μεταλλεύματος στο Εργοστάσιο Εμπλουτισμού της Εταιρείας
στο Μιτσερό. Τούτο όμως δεν επετεύχθη, διότι το μετάλλευμα μπορούσε να αξιοποι-
ηθεί μόνο με εκχύλιση (leaching), ενώ οι εγκαταστάσεις στο Μιτσερό ήταν αποκλει-
στικά για εμπλουτισμό με επίπλευση (flotation). Συνολικά, την περίοδο 1979-1982 η
ΕΜΕ εξόρυξε περίπου ήμισυ εκατομμύριο τόνους χρυσοφόρου μεταλλεύματος και
παρήγαγε και εξήγαγε περίπου 1.400 τόνους συμπυκνώματος πυρίτη που περιείχε
συνολικά περίπου 300 κιλά χρυσού και 980 κιλά αργύρου. Περισσότερα για το θέμα
του χρυσού δίδονται στο Κεφάλαιο 3.
Παράλληλα με την εκμετάλλευση του χρυσοφόρου μεταλλεύματος η Εταιρεία μελέ-
τησε επισταμένως τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του κοιτάσματος Φοίνιξ με τη
μέθοδο της επί τόπου εκχύλισης (in-situ leaching) και την παραγωγή copper cement
με τη χρήση scrap iron. Για αυτό τον σκοπό κατασκεύασε τις απαιτούμενες εγκα-
ταστάσεις σε περιοχή δυτικά του μεταλλείου, που αποτελούντο ουσιαστικά από
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 80
σειρά επιμήκων τσιμεντένιων δεξαμενών. Κατόπιν εντατικών εργασιών την περίοδο
1981-1982 έγινε κατορθωτό να παραχθούν περίπου 1.800 τόνοι copper cement με
περιεκτικότητα 55-60% χαλκό. Σταδιακά όμως η περιεκτικότητα του παραγόμενου
χαλκούχου διαλύματος (pregnant solution) μειώθηκε σε βαθμό που η δραστηριότητα
κατέστη ασύμφορος υπό τις τότε ισχύουσες οικονομικές συνθήκες και έτσι διεκόπη.
Στη συνέχεια η Εταιρεία διερεύνησε τη δυνατότητα εκμετάλλευσης των εκτεταμέ-
νων σωρών μεταλλεύματος χαμηλής περιεκτικότητας που εξορύχθηκαν και τοπο-
θετήθηκαν ξεχωριστά από τα στείρα υλικά από την CMC την περίοδο 1972-1973
κατά την αποκάλυψη του κοιτάσματος ‘Φοίνιξ’. Οι σωροί αυτοί που ανήρχοντο σε
2,5 περίπου εκατομμύρια τόνους εναποτέθηκαν νοτιοανατολικά του μεταλλείου
και περιείχαν 0,1-1,0% διαλυτό χαλκό. Τούτο τους καθιστούσε κατάλληλους για
την απόληψη του περιεχομένου χαλκού με τη μέθοδο εκχύλισης σε σωρούς (dump
leaching). Η θέση των σωρών αυτών δεικνύεται στο Σχήμα 2.16. Σε αντίθεση με
τις δοκιμές του in-situ leaching που έγιναν προηγουμένως, το παραγόμενο από το
dump leaching χαλκούχο διάλυμα ήταν πλουσιότερο. Τούτο περιείχε από 1.000 μέχρι
1.500 γραμμάρια χαλκού ανά κυβικό μέτρο διαλύματος πράγμα που καθιστούσε
τη δημιουργία μονάδας παραγωγής copper cement οικονομικά βιώσιμη. Η συγκε-
κριμένη μονάδα λειτούργησε από το 1983 μέχρι το 1994 και παρήχθησαν συνολικά
12.650 τόνοι τελικού προϊόντος με μέση περιεκτικότητα 55% χαλκό.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 81
Περί τα μέσα της δεκαετίας του 1980, η ΕΜΕ, έχοντας πληροφορηθεί για τις εξε-
λίξεις στη μέθοδο του Heap Leaching – Solvent Extraction – Electrowining, έκανε
μερικά προκαταρκτικά πειράματα εξετάζοντας βασικά τη διαλυτότητα του μεταλ-
λεύματος του κοιτάσματος ‘Φοίνιξ’ λαμβάνοντας δείγματα από τα μέτωπα του
μεταλλείου, όπως τούτο είχε εγκαταλειφθεί από την CMC το 1974. Επειδή τα πει-
ράματα αυτά έδειξαν υψηλή διαλυτότητα, αποφασίστηκε η εντατικοποίηση των
δοκιμών διαλυτότητας και παράλληλα η εκτέλεση μικρού κατ’ αρχάς προγράμμα-
τος γεωτρήσεων προς διερεύνηση της ποιότητάς του. Πρόθεση ήταν η επέκταση
και πύκνωση των γεωτρήσεων δεδομένου ότι τούτο δικαιολογείτο από τα λαμ-
βανόμενα αποτελέσματα. Επειδή τα αποτελέσματα των εργαστηριακών δοκιμών
ήταν ενθαρρυντικά, και τα ευρήματα των γεωτρήσεων ικανοποιητικά, εντατικο-
ποιήθηκαν οι προσπάθειες για τον καθορισμό των αναγκαίων στοιχείων για την
εφαρμογή της μεθόδου του Heap Leaching-Solvent Extraction-Electrowinning, και
του κυβισμού του κοιτάσματος. Τα στοιχεία αυτά ήταν αναγκαία για την ετοιμα-
σία μελέτης σκοπιμότητας.
Για σκοπούς υπολογισμού των αποθεμάτων έγιναν 95 γεωτρήσεις σε τετραγωνικό
κάνναβο των 50 μ. Με βάση τα στοιχεία αυτών των γεωτρήσεων, διεξήχθη μελέτη
εκμεταλλεύσεως με cut-off grade χαλκού 0,5% η οποία επιβεβαίωσε την ύπαρξη
8,4 εκατομμυρίων τόνων μεταλλεύματος με μέση περιεκτικότητα σε χαλκό 0,79%.
Κατά την πορεία των εργασιών εξασφαλίστηκαν οι συμβουλευτικές υπηρεσίες του
αγγλικού οίκου Davy McKee και με τη βοήθεια του ετοιμάστηκε το πρώτο Feasibility
Study. Με βάση αυτή τη μελέτη, η Εταιρεία αναζήτησε συνεργάτες από το εξωτερικό.
Ενδιαφέρον επέδειξε η αυστραλιανή εταιρεία Golden Plateau Mining (μετέπειτα
Oxiana) με την οποία έγινε η Κοινοπραξία Hellenic Copper Mines (HCM).
Μετά από εισήγηση της Golden Plateau Mining (Oxiana) και υπό την καθοδήγηση
της αυστραλιανής συμβουλευτικής Εταιρείας Ausenco, έγινε Pilot Plant test με την
επεξεργασία 10.000 τόνων μεταλλεύματος σε χώρο των εγκαταστάσεων του Μιτσε-
ρού. Σημειώνεται ότι ο όγκος των 10.000 είχε εξορυχθεί από δύο σημεία στα υφι-
στάμενα (εγκαταλειμμένα από την CMC) πατώματα του ‘Φοίνιξ’. Επίσης, κατά την
δοκιμή αυτή εφαρμόστηκε σε ημιβιομηχανική κλίμακα για πρώτη φορά η μέθοδος
solvent extraction. Το βασικό συμπέρασμα από την ημιβιομηχανική δοκιμή ήταν ότι
για την ανάκτηση του 80% του χαλκού απαιτούντο 9 μήνες έκπλυσης (leaching). Με
βάση τους 9 μήνες έκπλυσης και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά θραύσης, στρώσης
κ.λπ., εκπονήθηκε η τελευταία Μελέτη Σκοπιμότητας (Feasibility Study) και έγινε ο
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 82
σχεδιασμός και η κατασκευή του εργοστασίου εμπλουτισμού, το οποίο προγραμ-
ματιζόταν να έχει ετήσια παραγωγή 8.000 τόνων καθαρού μεταλλικού χαλκού υπό
μορφή καθόδων χαλκού (copper cathodes).
Το εργοστάσιο επεξεργασίας ανεγέρθηκε σε περιοχή νοτίως του Μεταλλείου ‘Φοί-
νιξ’ και αποτελείτο από τις ακόλουθες βασικές μονάδες: Τριβείο, Πλατεία για την
έκπλυση (leaching) του μεταλλεύματος, μονάδα εξαγωγής με οργανικό διαλύτη
(Solvent Extraction) και μονάδα ηλεκτρόλυσης (Electrowinning). Τούτο άρχισε τη
λειτουργία του το 1996 και παρήγαγε καθόδους καθαρού χαλκού (>99.999% Cu) σε
μορφή φύλλων διαστάσεων 100 Χ 105 εκατοστών και πάχους 3-6 χιλιοστών. Σημει-
ώνεται ότι η παραγωγή αυτή ήταν ιστορικής σημασίας για την Κυπριακή Μεταλλευ-
τική Βιομηχανία διότι πρώτη φορά, από την αρχαιότητα, παραγόταν στην Κύπρο
μεταλλικός χαλκός. Δυστυχώς όμως, μετά την έναρξη της λειτουργίας της μονάδας
διαπιστώθηκε ότι η μεν μέση περιεκτικότητα του μεταλλεύματος ήταν 0,62% σε
χαλκό (αντί της αρχικής τιμής 0,79%), ο δε χρόνος που απαιτείτο για τη διάλυση του
80% της ποσότητας του περιεχομένου στο μετάλλευμα χαλκού ήταν πολλαπλάσιος
από ό,τι αρχικά εκτιμήθηκε, με αποτέλεσμα η ετήσια παραγωγή να είναι χαμηλό-
τερη από αυτήν που προϋπολογίστηκε κατ’ αρχάς. Παρά τα αρνητικά δεδομένα, η
HCM κατόρθωσε να λειτουργήσει μέχρι το 2019 αφού είχε εξορύξει συνολικά από
το μεταλλείο Φοίνιξ 26 εκατ. τόνους με μέση περιεκτικότητα 0,43% σε χαλκό. Τούτο
έγινε κατορθωτό μετά από βελτιώσεις στην εκμετάλλευση και επεξεργασία του
μεταλλεύματος και περιοδικές ευνοϊκές αυξήσεις στην τιμή του χαλκού. Σημειώνε-
ται ότι, πέραν της εκμετάλλευσης του μεταλλεύματος από το κοίτασμα Φοίνιξ και
Σκουριώτισσα, η HCM αξιοποίησε και μετάλλευμα από την εμφάνιση στην τοποθε-
σία «Τρία Βουνάρια», περίπου μισό χιλιόμετρο στα νοτιοανατολικά του μεταλλείου
Σκουριώτισσας, καθώς και από σωρούς οξειδωμένου μεταλλεύματος στην περιοχή
Απλίκι περί τα 3,5 χλμ. δυτικά της Σκουριώτισσας που δημιουργήθηκαν από την
CMC κατά την αποκάλυψη του κοιτάσματος Απλικιού το 1965, βλέπε κατωτέρω.
Στον Πίνακα 2.7 δίδεται η ετήσια παραγωγή της HCM την περίοδο 1996-2019 η οποία
ανήλθε συνολικά στους 66.166 τόνους. Σημειώνεται ότι το 2005 το ιδιοκτησιακό
καθεστώς της Hellenic Copper Mines Ltd. άλλαξε με την είσοδο ιδιωτών επενδυτών
και την αποχώρηση της ΕΜΕ και της Oxiana.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 83
ΠΙΝΑΚΑΣ 2.7 – TABLE 2.7
Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΘΟΔΩΝ ΧΑΛΚΟΥ ΑΠΌ ΤΗ HELLENIC COPPER MINES
THE PRODUCTION OF COPPER CATHODES BY HELLENIC COPPER MINES
Έτος – Year Tons Έτος – Year Tons
1996 1.682 2008 2.986
1997 3.896 2009 2.380
1998 4.936 2010 2.595
1999 4.971 2011 3.660
2000 5.118 2012 4.328
2001 5.263 2013 3.631
2002 3.631 2014 3.088
2003 2.525 2015 2.121
2004 2016 1.754
2005 805 2017 1.293
2006 0 2018
2007 2019 908
880 703
3.012 29.447
36.719
ΣΥΝΟΛΟ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΘΟΔΩΝ ΧΑΛΚΟΥ 66.166 ΤΟΝΟΙ
TOTAL PRODUCTIOΝ OF COPPER CATHODES 66.166 TONS
6. Το Μεταλλείο Μαυροβουνίου
Το μεταλλείο Μαυροβουνίου ήταν το μεγαλύτερο μεταλλείο χαλκούχων πυριτών, που
υπήρξε στην Κύπρο. Η συνολική ποσότητα μεταλλεύματος που εξορύχτηκε ανήλθε
στα δεκαέξι εκατομμύρια τόνους που ήταν διπλάσια από αυτό του μεταλλείου της
Λίμνης που ήταν το δεύτερο σε μέγεθος μεταλλείο χαλκούχων πυριτών. Παρ’ όλον
το μέγεθός του, το μεταλλείο αυτό δεν είναι σήμερα γνωστό στο πλατύ κοινό επειδή
η λειτουργία του τερματίστηκε πριν πενήντα χρόνια από σήμερα, αλλά περισσότερο
διότι τούτο βρίσκεται εντός της κατεχομένης από τα τουρκικά στρατεύματα περιοχής.
Οι επιφανειακές εγκαταστάσεις του μεταλλείου έχουν κατεδαφιστεί μετά τον τερμα-
τισμό της λειτουργίας του και η περιοχή τους εμπίπτει μέσα στη λεκάνη φράγματος
που έχει κατασκευαστεί μετά την Τουρκική Εισβολή στην κοίτη του παρακείμενου
ποταμού Ξερός που ρέει στα δυτικά του κοιτάσματος, βλέπε Σχήμα 2.10.
Η τοποθεσία «Μαυροβούνι» ευρίσκεται περί το ένα χιλιόμετρο νοτίως του χωριού
Λεύκα, βλέπε Σχήμα 2.10, και πήρε το όνομά της από τον σωρό της μαύρης σκω-
ρίας, η οποία, όπως και σε άλλα μέρη της Κύπρου, θεωρείται ότι είναι υπόλειμμα
από τη μεταλλουργική επεξεργασία χαλκούχων μεταλλευμάτων κατά την αρχαιό-
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 84
τητα. Η θέση του σωρού σκωριών ο οποίος καταλαμβάνει έκταση περίπου 45.000
τετρ. μέτρων σημειώνεται στο Σχήμα 2.17 και όπως φαίνεται από το ίδιο σχήμα
αυτός ευρίσκεται στον χώρο σχεδόν πάνω από το κοίτασμα. (Τούτο σε αντίθεση
με τον σωρό στη Σκουριώτισσα που είναι μικρότερης έκτασης (40.000 τετρ. μέτρα)
και απέχει από το κοίτασμα περίπου μισό χιλιόμετρο.) Στο Σχήμα 2.17 δεικνύεται
η τοπογραφία της περιοχής όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την εκμετάλλευση του
κοιτάσματος. Πάνω από το κοίτασμα έχει σχηματιστεί μια πλατιά καθίζηση, η οποία
αναμφίβολα οφείλεται στα υπόγεια έργα. Στο ίδιο Σχήμα σημειώνονται η είσοδος
της Κύριας Στοάς και τα κυριότερα φρέατα που ανορύχθηκαν και χρησιμοποιήθη-
καν κατά την εκμετάλλευση, όπως περιγράφεται πιο κάτω.
Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ο Gunther πήγε στην τοποθεσία Μαυροβούνι τον
Ιανουάριο του 1913 μετά την επίσκεψή του στη Σκουριώτισσα. Παρότι δεν παρατή-
ρησε άλλες ενδείξεις για παλαιότερες μεταλλευτικές εργασίες, πλην της παρουσίας των
σκωριών, περιέλαβε την ευρύτερη περιοχή γύρω από το Μαυροβούνι στην Ερευνητική
Άδεια έκτασης δέκα τετραγωνικών μιλίων που ζήτησε από τις Αρχές τον Ιανουάριο του
1913. Μετά την έκδοση της Άδειας αυτής, τον Μάρτιο του 1913, οι ερευνητικές εργασίες
συγκεντρώθηκαν πρώτα στη Σκουριώτισσα, ενώ στην περιοχή του Μαυροβουνίου έγιναν
τα πρώτα ερευνητικά φρέατα μετά από τέσσερα χρόνια, το 1917, όταν είχαν διακοπεί
προσωρινά οι εργασίες στη Σκουριώτισσα. Τα αποτελέσματα από την εν λόγω έρευνα
ήταν ενθαρρυντικά, αλλά περαιτέρω ενέργειες αποφασίστηκε να πραγματοποιηθούν
σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν θα ευκαιρούσε το μοναδικό γεωτρύπανο που είχε τότε
στη διάθεσή της η Εταιρεία από την έρευνα στην περιοχή της Σκουριώτισσας.
Οι πρώτες γεωτρήσεις στην περιοχή Μαυροβουνίου έγιναν το 1919 όταν το γεω-
τρύπανο διέκοψε τις εργασίες του στη Σκουριώτισσα και μεταφέρθηκε στο Μαυ-
ροβούνι. Μετά από πέντε αρνητικές γεωτρήσεις το γεωτρύπανο επέστρεψε στη
Σκουριώτισσα. Το 1923 άρχισε εκ νέου η εκτέλεση γεωτρήσεων στο Μαυροβούνι με
αποτέλεσμα να εντοπιστεί μεταλλοφορία με 1,6% χαλκό και 34% θείο στην όγδοη
κατά σειρά γεώτρηση στην περιοχή σε βάθος 150 μέτρα. Το γεωτρητικό πρόγραμμα
συνεχίστηκε το 1924 με περαιτέρω θετικά αποτελέσματα, πράγμα που ώθησε την
Εταιρεία να ζητήσει και να εξασφαλίσει τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου Μεταλλευ-
τική Μίσθωση σε έκταση που περιλάμβανε την περιοχή των γεωτρήσεων και των
σκωριών. Επειδή με τις μέχρι τότε γεωτρήσεις δεν είχαν καθοριστεί επακριβώς τα
όρια της μεταλλοφορίας, κατά τα έτη 1926 και 1927, αφού είχε εξασφαλιστεί από
τις ΗΠΑ και δεύτερο γεωτρύπανο, συνεχίστηκε και συμπληρώθηκε το γεωτρητικό
πρόγραμμα που περιλάμβανε 50 περίπου γεωτρήσεις με συνολικό βάθος πέραν
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 85
των 10.500 μέτρων. Το αποτέλεσμα του προγράμματος αυτού ήταν ο εντοπισμός
του κοιτάσματος Μαυροβουνίου, το οποίο με τα δεδομένα της εποχής εκείνης,
υπολογίστηκε ότι είχε αποθέματα που ανέρχονταν στα 12 και πλέον εκατομμύρια
τόνους με μέση περιεκτικότητα 4,25% χαλκό και 48% θείο. (Όπως αναφέρεται πιο
κάτω, η συνολική ποσότητα μεταλλεύματος που τελικά εξορύχθηκε από το μεταλ-
λείο Μαυροβουνίου ήταν 16,7 εκατομμύρια τόνοι).
Το κοίτασμα του Μαυροβουνίου βρίσκεται μέσα σε λάβες του Ανωτέρου Ορίζοντα
(Upper Pillow Lavas) με μερικές αποφύσεις στο ανώτερο μέρος, οι οποίες φθάνουν
μέχρι τα υπερκείμενα ιζηματογενή πετρώματα. Η πλούσια θειούχος μεταλλοφο-
ρία περιβάλλεται περιμετρικά από αλλοιωμένες λάβες με εμποτισμούς χαλκούχου
πυρίτη που φθάνει μέχρι 0,1% χαλκό και 30% θείο και συνιστούν αυτό που ονομά-
στηκε από την CMC «μετάλλευμα 4ης κατηγορίας», που δεν έτυχε εκμετάλλευσης
και παρέμεινε μέσα στο μεταλλείο. Το πτωχό αυτό μετάλλευμα είναι εκτεταμένο
στο ανατολικό μέρος του κοιτάσματος, ενώ στο δυτικό περιορίζεται σε μια στενή
ασυνεχή ζώνη, το δυτικό ρήγμα που καθορίζει τα δυτικά του όρια.
Το μετάλλευμα είναι κατακερματισμένο (fragmental texture) και αποτελείται από
τεμάχια συμπαγούς πυρίτη μέσα σε matrix λεπτόκοκκου πυρίτη (sandy pyrite) και
ο χαλκός είναι κυρίως υπό μορφή χαλκοπυρίτη. Η γένεση του κοιτάσματος αποδί-
δεται σε αντικατάσταση του πετρώματος της λάβας (replacement), σε αντίθεση
προς την περίπτωση των θειούχων κοιτασμάτων «Κυπριακού τύπου» (Cyprus-type:
ηφαιστειογενή, σχηματισμένα από υδροθερμικά διαλύματα με απόθεση χαλκούχου
πυρίτη με μορφή ιζήματος στον υποθαλάσσιο πυθμένα), όπως για παράδειγμα του
κοιτάσματος της Σκουριώτισσας.
Σε κάτοψη το κοίτασμα έχει ανώμαλο ελλειψοειδές έως επίμηκες σχήμα με κατεύ-
θυνση βορρά-νότο με μέγιστο μήκος 570 μέτρα και μέγιστο πλάτος 270 μέτρα με
μεγαλύτερο εύρος στον βορρά, βλέπε Σχήμα 2.17, όπου φαίνεται να έχει ελαφρά
κλίση προς την κατεύθυνση αυτή, βλέπε Σχήμα 2.18. Στο Σχήμα 2.19 δεικνύεται
τομή του κοιτάσματος με κατεύθυνση ανατολή-δύση, στην οποία το κεντρικό μέρος
παρουσιάζεται χαμηλότερα από τα δύο άκρα. Το ανώτερο μέρος του κοιτάσματος
βρίσκεται περίπου σε υψόμετρο 120 μέτρα και το χαμηλότερο περίπου σε υψόμε-
τρο -90 μέτρα, δηλ. έχει πάχος 210 μέτρα. Το μέσο υψόμετρο της επιφάνειας πάνω
από το κοίτασμα είναι περί τα 110 μέτρα.
Με το γεωτρητικό πρόγραμμα που συμπληρώθηκε το 1927 είχαν καθοριστεί τα όρια
του κοιτάσματος και τον ίδιο χρόνο άρχισε η κατασκευή των απαιτούμενων βασικών
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 86
έργων για την υπόγεια εκμετάλλευσή του. Η βασική δομή του Μεταλλείου Μαυρο-
βουνίου περιγράφεται με τη βοήθεια του Σχήματος 2.20. Το πρώτο βασικό έργο ήταν
η Κύρια Στοά, της οποίας η είσοδος βρισκόταν σε πλατεία δυτικά του κοιτάσματος
σε υψόμετρο 96 μέτρων στην ανατολική πλευρά της κοιλάδας του ποταμού Ξεροπό-
ταμος. Η στοά αυτή είχε μήκος 500 μέτρα και κατέληγε στο Φρέαρ Αρ. 3 περί τα 160
μέτρα δυτικά του κοιτάσματος. Το Φρέαρ Αρ. 3 είχε ανορυχθεί από το υψόμετρο 187,5
μέτρα στην επιφάνεια και αρχικά κατέληγε στο υψόμετρο 29 μέτρα, δηλ. είχε βάθος
158,5 μέτρα και χρησιμοποιείτο για την ανύψωση (hoisting) του μεταλλεύματος μέχρι
την Κύρια Στοά σε υψόμετρο 96 μέτρα. Σταδιακά, με την εξέλιξη των μεταλλευτικών
έργων, το Φρέαρ Αρ. 3 προχώρησε σε βάθος και έφθασε μέχρι το υψόμετρο -71,1
μέτρα, δηλ. είχε συνολικό τελικό βάθος 264,4 μέτρα. Τα Φρέατα Αρ. 1 και Αρ. 2 κατα-
σκευάστηκαν για σκοπούς εξαερισμού κατά μήκος της Κύριας Στοάς κατά τη διάνοιξή
της και δεν είχαν άλλη μεταγενέστερη χρήση κατά τη λειτουργία του μεταλλείου.
Το Φρέαρ Αρ. 4 είχε ανορυχθεί από το υψόμετρο 183,5 μέτρα στην επιφάνεια μέχρι
υψόμετρο -5,8 μέτρα, δηλ. είχε βάθος 189,3 μέτρα και χρησιμοποιήθηκε για τον
εξαερισμό του μεταλλείου. Το Φρέαρ Αρ. 5 ήταν σχετικά μικρού μήκους. Άρχιζε
από το υψόμετρο 191,4 στην επιφάνεια και κατέληγε στο υψόμετρο 64,6, δηλ. είχε
βάθος 126,8 μέτρα και χρησιμοποιήθηκε για την προσπέλαση στα ανώτερα πατώ-
ματα στα αρχικά στάδια της λειτουργίας του μεταλλείου.
Επειδή υπήρχε το ενδεχόμενο να επηρεαστεί το Φρέαρ Αρ. 3 από καθιζήσεις του
μεταλλείου όταν η εκμετάλλευση θα έφθανε στα χαμηλότερα επίπεδα, το 1936
κατασκευάστηκε περί τα 700 μέτρα μακριά από το κοίτασμα το Φρέαρ Αρ. 6 στην
πλατεία κοντά στην είσοδο της Κύριας Στοάς στο υψόμετρο 94,5 μέτρα μέχρι το
υψόμετρο -51,5 μέτρα, δηλ. βάθους 146 μέτρων και συνδέθηκε με το μεταλλείο με
οριζόντια στοά. Η στοά αυτή στο υψόμετρο -51,5 μέτρα κατέληγε σε απόσταση 600
μέτρα στο Εσωτερικό Φρέαρ (Winze) Αρ. 1 το οποίο ανορύχθηκε από το υψόμετρο
96 μέτρα μέχρι το υψόμετρο -51,5 μέτρα και είχε βάθος 147,5 μέτρα. Το εσωτερικό
αυτό Φρέαρ χρησιμοποιείτο για τη μεταφορά του μεταλλεύματος στο επίπεδο της
Στοάς στο υψόμετρο -51,5 μέτρα και την εξαγωγή του στην επιφάνεια μέσω του Φρέ-
ατος Αρ. 6. Όταν η εκμετάλλευση του κοιτάσματος έφθασε σε χαμηλά πατώματα για
σκοπούς εξαερισμού θεωρήθηκε αναγκαία η ανόρυξη του Φρέατος Αρ. 7 από σημείο
περί τα 150 μέτρα βορειοανατολικά του Φρέατος Αρ. 6 στο υψόμετρο 93 μέτρα. Το
Φρέαρ Αρ. 7 άρχιζε από την επιφάνεια με κλίση 30° και μετά από διάστημα μήκους
300 μέτρων έφθανε μέχρι το υψόμετρο -51,5 και ακολούθως με οριζόντια στοά στο
υψόμετρο αυτό μήκους 320 μέτρων κατέληγε στο Εσωτερικό Φρέαρ (Winze) Αρ. 1.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 87
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 88
Όλα τα βασικά φρέατα και στοές του μεταλλείου είχαν κυκλική διατομή και ήταν
επενδυμένα με σκυροκονίαμα (concrete-lined), ώστε να έχουν ομαλή επιφάνεια
και η εσωτερική διάμετρός τους ήταν 4,5 ή 3,2 μέτρα ανάλογα με τη χρήση τους.
Η εξόρυξη μεταλλεύματος άρχισε το 1929 με τη μέθοδο οριζόντιων και κατακόρυ-
φων λιθογομώσεων (horizontal and vertical cut-and fill), που είχε εφαρμοστεί στη
Σκουριώτισσα. Σύντομα όμως η μέθοδος αυτή εγκαταλείφθηκε και εφαρμόστηκε
η μέθοδος οριζόντιων κοπών (top slicing) με τη χρήση ξυλείας και αργότερα με τη
χρήση χαλύβδινων υλικών αντί της ξυλείας για περιορισμό της πιθανότητας ανα-
φλέξεων του μεταλλεύματος.
Για την εκμετάλλευση του κοιτάσματος δημιουργήθηκαν σταδιακά 40 οριζόντια
πατώματα, το ανώτερο στο επίπεδο 122 μέτρα (400 πόδια) και το κατώτερο στο
επίπεδο -87,2 μέτρα (-286 πόδια). Επειδή τα όρια του μεταλλεύματος στα πρώτα
15 πατώματα ήταν ακανόνιστα λόγω του ανώμαλου σχήματος και του περιορι-
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 89
σμένου εύρους του κοιτάσματος στα υψηλότερα μέρη, για λόγους ασφαλούς και
οικονομικής εφαρμογής της μεθόδου εκμεταλλεύσεως, η απόσταση μεταξύ των
εν λόγω πατωμάτων δεν ήταν πάντοτε η ίδια, αλλά κυμαινόταν μεταξύ 5,2 και 14
μέτρα. Τούτο ίσχυε μέχρι το πάτωμα αρ. 15 στο υψόμετρο -5,8 μέτρα. Κάτω από
το επίπεδο αυτό, λόγω της εκτεταμένης και σχετικά ομοιόμορφης επέκτασης της
μεταλλοφορίας μεταξύ διαδοχικών πατωμάτων, η απόσταση μεταξύ των πατωμά-
των ήταν μικρότερη και σταθερή 3,4 μέτρα (11 πόδια).
Σε κάθε πάτωμα υπήρχαν σε αποστάσεις 10 ή 15 μέτρων και στις δύο κατευθύνσεις
(Β-Ν και Α-Δ) φρέατα απαγωγής (ore chutes), στα οποία ερίχνετο το μετάλλευμα
από τα μέτωπα εξόρυξης για να καταλήξει στο αντίστοιχο πάτωμα μεταφοράς. Τα
πατώματα μεταφοράς (haulage levels) ήταν αυτά στα υψόμετρα 96, 64,6, 42,1, -5,8,
-51,5 και -77,1 μέτρα (βλέπε Σχήμα 2.20) μέσω των οποίων το εξορυχθέν μετάλλευμα
μεταφερόταν με βαγόνια των 4,5 τόνων στα φρέατα ανύψωσης ή στην Κύρια Στοά
στο υψόμετρο 96 μέτρα για να καταλήξει στην επιφάνεια. Τα βαγόνια σύρονταν με
ηλεκτράμαξες (electric locomotives).
Το μετάλλευμα του Μαυροβουνίου ήταν κατά μέσο όρο πλουσιότερο σε χαλκό σε
σύγκριση με αυτό της Σκουριώτισσας και γι’ αυτό δεν θα μπορούσε να διατίθεται
ολόκληρη η ποσότητα στο εμπόριο απ’ ευθείας ως χαλκούχος πυρίτης, αλλά θα
έπρεπε πρώτα να διαχωρίζεται ανάλογα με την περιεκτικότητά του σε χαλκό. Το
μεν μετάλλευμα με χαμηλή περιεκτικότητα σε χαλκό θα μπορούσε να διατεθεί απ’
ευθείας ως χαλκούχος πυρίτης, ενώ το πλούσιο σε χαλκό θα έπρεπε πρώτα να τυγ-
χάνει επεξεργασίας για την παραγωγή προϊόντος χαλκούχου συμπυκνώματος και
δεύτερου προϊόντος με χαμηλότερη περιεκτικότητα σε χαλκό. Είναι αυτονόητο ότι
ο διαχωρισμός του μεταλλεύματος σε ποιότητες ήταν ευκολότερο να γίνεται στο
στάδιο της εξόρυξης με βάση τα δεδομένα περιεκτικότητας (assay plans) εκάστου
πατώματος. Για τούτο, σε κάθε πάτωμα η κάθε ποιότητα ερίχνετο στο αντίστοιχο
φρέαρ απαγωγής (ore chute) από την οποία γεμίζονταν τα βαγόνια με την αντί-
στοιχη ποιότητα μεταλλεύματος.
Εδώ αξίζει να αναφερθεί ότι από την αρχή της λειτουργίας του μεταλλείου παρα-
τηρήθηκε ότι το μετάλλευμα οξειδωνόταν σχετικά γρήγορα και η οξείδωση του
αυτή δημιουργούσε προβλήματα στον εμπλουτισμό του (βλέπε κατωτέρω). Προς
αντιμετώπιση του προβλήματος τούτου το εξορυσσόμενο μετάλλευμα εφορτώνετο
με την ελάχιστη δυνατή καθυστέρηση στα βαγόνια μεταφοράς και αποφεύγετο η
αποθήκευσή του εντός του μεταλλείου, έστω και προσωρινά. Κατά την έξοδο στην
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 90
38000 38000
37000 37000
145000
144000
143000
142000
141000
36000 36000
35000 35000
145000
143000
141000
ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΣΕ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΚ ΔΥΣΜΩΝ ΠΡΟΣ ΑΝΑΤΟΛΑΣ
PROJECTION OF THE MAIN MINE WORKINGS ON A VERTICAL PLANE FROM WEST TO EAST
Α
Ε
Δ
w
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 91
επιφάνεια, είτε από την Κύρια Στοά είτε από το Φρέαρ Αρ. 6, τα βαγόνια με ένα
αυτόματο μηχανισμό άδειαζαν το φορτίο τους στα βαγόνια του τραίνου για να
μεταφερθούν στο Εργοστάσιο Εμπλουτισμού στο Ξερό.
Η σιδηροδρομική γραμμή που συνέδεε το Μαυροβούνι με το Ξερό είχε μήκος
4,5 χιλιόμετρα και κατασκευάστηκε το 1928. Τον ίδιο χρόνο ηλεκτροδοτήθηκε και
υδροδοτήθηκε η περιοχή του μεταλλείου με δίκτυα από το Ξερό. Όπως και στη
Σκουριώτισσα, η Εταιρεία είχε την υποχρέωση να προσφέρει διαμονή στους εργα-
τοϋπαλλήλους που εργοδοτούσε, διότι πολλοί από αυτούς κατοικούσαν σε χωριά
που βρίσκονταν πολύ μακριά από το μεταλλείο. Για αυτό τον λόγο, προέβη στην
ανέγερση εκατοντάδων κατοικιών σε περιοχή κοντά στο μεταλλείο και στο Ξερό για
το εκεί προσωπικό. Ένα χαρακτηριστικό κτήριο των εγκαταστάσεων του Μαυροβου-
νίου ήταν αυτό των αποδυτηρίων που ανεγέρθηκε το 1936 κοντά στην πλατεία του
Φρέατος Αρ. 6 και αντικατέστησε ένα μικρότερο που βρισκόταν κοντά στο Φρέαρ
Αρ. 4, βλέπε Σχήμα 2.17. Το νέο κτήριο είχε κυκλικό σχήμα με διάμετρο 32 μέτρα
και περιλάμβανε τις απαιτούμενες στοιχειώδεις ανέσεις για τους μεταλλωρύχους.
7. Ο εμπλουτισμός του μεταλλεύματος Μαυροβουνίου
Όπως προαναφέρθηκε το μετάλλευμα του Μαυροβουνίου ήταν πλούσιο σε χαλκό
και για τούτο δεν μπορούσε να διατεθεί στο εμπόριο απ’ ευθείας ως χαλκούχος
πυρίτης όπως το μετάλλευμα της Σκουριώτισσας. Για τον λόγο αυτό έγιναν από τα
πρώτα χρόνια σκέψεις και μελέτες για την επεξεργασία του και τον εμπλουτισμό
του σε χαλκούχο συμπύκνωμα και την παραγωγή άλλων εμπορεύσιμων υποπροϊό-
ντων. Σε αυτό το πλαίσιο, το 1931 κατασκευάστηκαν εγκαταστάσεις για δοκιμαστική
παραγωγή (pilot plants) για την παραγωγή χαλκούχου συμπυκνώματος (copper
concentrate) και την εκχύλιση (leaching) του μεταλλεύματος για την παραγωγή
copper cement.
Με βάση τα αποτελέσματα των συγκεκριμένων δοκιμών, σχεδιάστηκε, κατασκευά-
στηκε και λειτούργησε από το έτος 1934 μεγάλο εργοστάσιο εμπλουτισμού στο Ξερό
με αρχική δυναμικότητα 20.000 τόνους μηνιαίως, η οποία αργότερα αυξήθηκε στους
30.000 και τελικά ανήλθε στους 60.000 τόνους μηνιαίως. Τα προϊόντα από αυτό το
εργοστάσιο ήταν copper concentrate με 18,5% Cu, συμπύκνωμα πυρίτη (flotation
pyrites – pysands) με 48-50% S και 0,6-0,9% Cu και copper cement με 57% Cu. Σημειώ
νεται ότι το copper cement παραγόταν μόνο από τον χαλκό που ήταν διαλυτός.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 92
Από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του εργοστασίου εμπλουτισμού έγινε αντι-
ληπτό ότι όσο λιγότερο οξειδωμένο ήταν το μετάλλευμα, τόσο καλύτερη ήταν η
απόληψη του χαλκού και κατά συνέπεια η ποιότητα του παραγομένου χαλκούχου
συμπυκνώματος. Μετά τη σημαντική αυτή διαπίστωση έγιναν σχετικές μελέτες και
αποφασίστηκε η κατασκευή μονάδας εκχύλισης με οξέα (acid leaching plant) με
σκοπό την απομάκρυνση του οξειδωμένου διαλυτού χαλκού του μεταλλεύματος
προτού τούτο υποστεί επεξεργασία με επίπλευση (flotation).
Η μονάδα εκχύλισης κατασκευάστηκε και λειτούργησε το έτος 1949 και αποτελείτο
από μονάδα παραγωγής θειικού οξέος, μονάδα εκχύλισης και μονάδα η οποία
παρήγαγε κατακρημνισμένο χαλκό (copper cement) με τη χρήση ανακυκλωμένου
σιδήρου (scrap iron), που εισαγόταν από τις ΗΠΑ υπό μορφή μεταλλικών δοχείων
(κονσερβοκούτια - metallic cans). Είναι αυτονόητο ότι το θειικό οξύ παραγόταν επι-
τοπίως με πυρίτη της Εταιρείας.
Η διαδικασία επεξεργασίας του μεταλλεύματος του Μαυροβουνίου προέβλεπε σε
πρώτο στάδιο την εκχύλισή του (leaching) και τη διοχέτευση του χαλκούχου διαλύ-
ματος (pregnant solution) που παραγόταν στη μονάδα κατακρήμνισης (cementation)
και ακολούθως την επεξεργασία του με επίπλευση (flotation) για την παραγωγή χαλ-
κούχου συμπυκνώματος (copper concentrate) και συμπυκνώματος πυρίτη (flotation
pyrites – pysands). Με την επεξεργασία αυτή επιτυγχανόταν η αύξηση της περιεκτι-
κότητας του χαλκού στο χαλκούχο συμπύκνωμα στα 23% και η μείωσή του κάτω του
0,3% στο συμπύκνωμα πυρίτη, γεγονός που διευκόλυνε τη διάθεσή του στην αγορά.
8. Η παραγωγή και οι εξαγωγές από το Μεταλλείο Μαυροβουνίου
Η παραγωγική δραστηριότητα στο Μαυροβούνι δεικνύεται συνοπτικά στον Πίνακα
Αρ. 2.8. Αυτή άρχισε το έτος 1929 με την εξόρυξη μεταλλεύματος, το οποίο διατί-
θετο στην αγορά ως χαλκούχος πυρίτης αφού αναμιγνυόταν με πτωχότερο σε χαλκό
μετάλλευμα από το μεταλλείο της Σκουριώτισσας, ώστε να ικανοποιούνται οι προ-
διαγραφές για τον σκοπό για τον οποίο προοριζόταν. Η πρακτική αυτή συνεχίστηκε
μέχρι το 1934. Με την έναρξη της λειτουργίας του εργοστασίου εμπλουτισμού στο
Ξερό το 1935 άρχισε η παραγωγή χαλκούχου συμπυκνώματος (copper concentrate)
και συμπυκνώματος πυρίτη (flotation pyrites – pysands), η οποία διακόπηκε το 1941
λόγω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ξανάρχισε μετά τη λήξη του το 1945.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 93
Όταν τέθηκε σε λειτουργία η μονάδα εκχύλισης με οξέα (acid leaching plant) το 1949,
άρχισε η συστηματική παραγωγή κατακρημνισμένου χαλκού (copper cement) και
συνεχίστηκε η παραγωγή χαλκούχου συμπυκνώματος και συμπυκνώματος πυρίτη,
αλλά με βελτιωμένες ποιότητες όπως αναφέρθηκε στις πιο πάνω παραγράφους.
Την ίδια περίοδο παράγονταν επίσης σημαντικές ποσότητες χαλκούχου πυρίτη απ’
ευθείας από το μεταλλείο μετά από διαλογή στο στάδιο της εξόρυξης, όπως προ-
αναφέρθηκε.
Η λειτουργία του μεταλλείου τερματίστηκε το 1969 ενώ η παραγωγή εμπορεύσιμων
προϊόντων στο εργοστάσιο στο Ξερό συνεχίστηκε μέχρι και το 1974, βλέπε Πίνακα
2.8. Συνολικά από το μεταλλείο Μαυροβουνίου εξορύχθηκαν 16,77 εκατομμύρια
τόνοι μεταλλεύματος. Τα τελικά προϊόντα και οι αντίστοιχες ποσότητες που παρή-
χθησαν και εξήχθησαν, σε εκατομμύρια τόνους, ήταν χαλκούχοι πυρίτες 2,28, χαλ-
κούχο συμπύκνωμα 2,04 και συμπύκνωμα πυρίτη 9,34. Παρήχθησαν και εξήχθησαν
επίσης 47.262 τόνοι κατακρημνισμένου χαλκού (copper cement).
9. Το Μεταλλείο Απλικίου (Ακολίου)
Η οξείδωση στην περιοχή του Απλικίου ευρίσκεται περί τα πέντε χιλιόμετρα νοτίως
του Μαυροβουνίου, βλέπε Σχήμα 2.10 και προσήλκυσε το ενδιαφέρον του Gunther
από την πρώτη επίσκεψή του στην περιοχή Σκουριώτισσας το 1913 λόγω της παρου-
σίας και στην περιοχή αυτή αρχαίων σκωριών και έντονων οξειδώσεων. Γι’ αυτό
την περιέλαβε σε Ερευνητική Άδεια που εξασφάλισε την ίδια εποχή με αυτή της
Σκουριώτισσας – Μαυροβουνίου, η οποία εκδόθηκε τον Μάρτιο του ιδίου χρόνου.
Η Εταιρεία άρχισε να ασχολείται με την περιοχή Απλικίου το 1936 στο πλαίσιο των
δραστηριοτήτων της για την εκμετάλλευση χρυσοφόρων και αργυροφόρων μεταλ-
λευμάτων.
Στο παρόν Κεφάλαιο περιγράφεται αποκλειστικά η εκμετάλλευση του κοιτάσματος
χαλκούχων πυριτών στο κοίτασμα Απλικίου, ενώ η εκμετάλλευση των μεταλλευ-
μάτων χρυσού και αργύρου περιγράφεται σε ξεχωριστό κεφάλαιο της παρούσας
μελέτης μαζί με άλλες χρυσοφόρες εκμεταλλεύσεις, βλέπε Κεφάλαιο 3.
Το 1937 κατά τη διάρκεια των εργασιών για την εκμετάλλευση του χρυσού δια-
πιστώθηκε η παρουσία θειούχου μεταλλοφορίας κάτω από την οξείδωση και τον
επόμενο χρόνο διανοίχθηκε οριζόντια στοά στο επίπεδο 213 μέτρα (700 πόδια).
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 94
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 95
Το έτος 1940 έγινε υπόγεια εκμετάλλευση 1,087 τόνων χαλκούχου πυρίτη, η οποία
όμως διακόπηκε λόγω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Εταιρεία επέστρεψε στην
περιοχή το 1947 και άρχισε γεωτρητικό πρόγραμμα με σκοπό τη διαπίστωση
των ορίων και των αποθεμάτων της μεταλλοφορίας. Το πρόγραμμα γεωτρήσεων
συνεχίστηκε μέχρι το 1952 με διακοπή το 1948 λόγω καταστροφής του γεωτρυ-
πάνου από δολιοφθορά. Το 1951 διανοίχθηκε και δεύτερη ερευνητική στοά. Εν
τω μεταξύ, από το 1950 άρχισε η παραγωγή κατακρημνισμένου χαλκού (copper
cement) από το νερό που έρεε από την πρώτη στοά και η παραγωγή αυτή συνε-
χίστηκε μέχρι το 1965.
Το έτος 1957 άρχισε η εκτέλεση των αναγκαίων έργων με σκοπό την υπόγεια εκμε-
τάλλευση του κοιτάσματος που εντοπίστηκε από τις γεωτρήσεις, η οποία προ-
γραμματιζόταν να αρχίσει το 1960. Τούτο όμως αναβλήθηκε και αντί της υπόγειας
εκμετάλλευσης άρχισε το 1965 η αποκάλυψη του κοιτάσματος με σκοπό την υπαί-
θρια εξόρυξη που άρχισε το 1968 και συνεχίστηκε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1971.
Το κοίτασμα Απλικίου ήταν σχετικά μικρό σε σύγκριση με τα άλλα κοιτάσματα που
εκμεταλλεύτηκε μέχρι τότε η Εταιρεία. Ήταν επίμηκες με διάταξη βορρά-νότο με
μήκος 365 μέτρα, μέγιστο πλάτος 65 μέτρα και πάχος 60 μέτρα, βλέπε Σχήμα 2.21,
και αποθέματα 1,67 εκατομμύρια τόνους με μέση περιεκτικότητα 1,8% χαλκό και
36% θείο. Στο ίδιο Σχήμα δεικνύεται η υπαίθρια εκσκαφή, η οποία είχε ελλειψοει-
δές σχήμα με μήκος 550 μέτρα και μέγιστο πλάτος 400 μέτρα και εκτεινόταν από
το υψόμετρο 280 μέχρι το υψόμετρο 180 μέτρα. Το μετάλλευμα του Απλικιού μετα-
φερόταν οδικώς στο εργοστάσιο εμπλουτισμού στο Ξερό και εμπλουτιζόταν μαζί
με το μετάλλευμα του Μαυροβουνίου.
Συνολικά από το μεταλλείο Απλικίου εξορύχθηκαν 1,08 εκατομμύρια τόνοι μεταλλεύ-
ματος από το οποίο παρήχθησαν 4.428 τόνοι χαλκούχων πυριτών, 61.346 τόνοι συμπυ-
κνώματος χαλκού (copper concentrate) και 731.367 τόνοι συμπυκνώματος πυρίτη
(flotation pyrites). Η συνολική παραγωγή κατακρημνισμένου χαλκού (copper cement)
μαζί με την ποσότητα που παραγόταν παλαιότερα την περίοδο 1950-1965 ανήλθε
στους 8.310 τόνους, βλέπε Πίνακα 2.9. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, μέρος του φτωχού
οξειδωμένου μεταλλεύματος που απορρίφθηκε ως στείρο σε σωρούς πέριξ του μεταλ-
λείου κατά την αποκάλυψη του κοιτάσματος το 1965 αξιοποιήθηκε αργότερα από την
Hellenic Copper Mines Ltd με την μεταφορά και επεξεργασία του στη Σκουριώτισσα.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 96
10. Το Μεταλλείο Λεύκα «Α»
Το μεταλλείο αυτό είναι μια μικρή υπαίθρια εκσκαφή, η οποία ευρίσκεται πολύ
πλησίον του νοτίου άκρου του κοιτάσματος Μαυροβουνίου και δημιουργήθηκε
για την εκμετάλλευση μιας χαμηλής περιεκτικότητας αβαθούς συγκέντρωσης, η
οποία αποτελούσε επέκταση του κοιτάσματος Μαυροβουνίου, βλέπε Σχήμα 2.17.
Η αποκάλυψη του κοιτάσματος αυτού άρχισε το 1966, η δε εκμετάλλευσή του το
1969 και διήρκεσε μέχρι το 1973. Το μετάλλευμα εμπλουτιζόταν στο εργοστάσιο
στο Ξερό μαζί με αυτό του Μαυροβουνίου. Όπως σημειώνεται στον Πίνακα 2.10
έχουν εξορυχθεί 1,16 εκατομμύρια τόνοι από τα οποία παρήχθησαν 6.004 τόνοι
κατακρημνισμένου χαλκού (copper cement), 32.754 τόνοι συμπυκνώματος χαλκού
(copper concentrate) και 397.106 τόνοι συμπυκνώματος πυρίτη (flotation pyrites).
ΠΙΝΑΚΑΣ 2.9 – TABLE 2.9
Η ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟΥ ΑΠΛΙΚΙΟΥ
THE MINING PRODUCTION AND EXPORTS OF APLIKI MINE
ΕΤΟΣ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑ CUPREOUS COPPER COPPER FLOTATION
YEAR ORE PYRITES CEMENT CONCENTRΑΤΕ PYRITES
1950-1965 TONS TONS TONS
TONS TONS
190
1968 220.223 0 761 7.256 79.694
1969 309.118 0 1.317 9.850 143.711
1970 360.076 4.428 1.143 19.128 190.247
1971 191.833 0 2.767 20.586 237.920
1972 0 1.245 4.524 73.610
1973 0 0 536
1974 0 0 351 0 6.185
TOTAL 0 4.428 8.310 0 0
1.081.250 61.346
731.367
ΠΙΝΑΚΑΣ 2.10 – TABLE 2.10
Η ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟΥ ΛΕΥΚΑ «Α»
THE MINING PRODUCTION AND EXPORTS OF LEFKA “A” MINE
ΕΤΟΣ ΕΞΟΡΥΧΘΕΝ CUPREOUS COPPER COPPER FLOTATION
YEAR ORE PYRITES CEMENT CONCENTRΑΤΕ PYRITES
TONS TONS TONS TONS TONS
1969 300.374 0 53 761 7.082
1970 135.656 0 166 3.170 47.294
1971 302.566 0 405 5.769 67.147
1972 316.491 0 1.138 14.193 164.628
1973 114.377 0 1.227 8.840 110.955
1974 0 0 3.015 21 0
TOTAL 1.169.464 0 6.004 32.754 397.106
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 97
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 98
Εικόνα 2.4 – Plate 2.4 Charles Godfrey Gunther (1880-1929).
Εικόνα 2.5 Η Ιερά Μονή της Παναγίας της Σκουριώτισσας,
ο Σωρός των Αρχαίων Σκωριών και ο Λόφος της Φουκάσας, 1913.
Plate 2.5 The Holy Monastery of Panayia – Virgin Mary of Skouriotissa,
the Heap of Ancient Slags and the Phoukasa Hill, 1913.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 99
Εικόνα 2.6 Η Ιερά Μονή Σκουριώτισσας και η Εκκλησία της, 1913.
Plate 2.6 The Skouriotissa Monastery and its Chapel, 1913.
Εικόνα 2.7 Φωτογραφία ληφθείσα κατά τη διαπραγμάτευση
με τους ιδιοκτήτες της γης στον Λόφο της Φουκάσας, 1913.
Plate 2.7 Photograph taken during the negotiations
with the land owners at the Phoukasa Hill, 1913.