The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.
Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by placebo, 2021-12-09 04:15:25

CYPRUS METTALEIA e-edition

CYPRUS METTALEIA e-edition

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 200

Στο κέντρο περίπου της περιοχής βρίσκεται το Μεταλλείο Καμπιών - Κοκκινόνερο.
Η γένεση του κοιτάσματος Κοκκινόνερου φαίνεται να συνδέεται με ένα ρήγμα
βορειοδυτικής κατευθύνσεως, το οποίο αρχίζει από την περιοχή του μεταλλείου
στο νότο και φθάνει μέχρι το βορειοδυτικό μέρος της περιοχής όπου καλύπτεται
από τα νεώτερα ιζηματογενή πετρώματα. Όπως δεικνύεται στο Σχήμα 2.47 με το
οποίο περιγράφεται κατωτέρω το Μεταλλείο Κοκκινόνερου, το ρήγμα αυτό ελέγχει
τη μεταλλοφορία του κοιτάσματος, βλέπε γεωλογικές τομές Αρ. 1 και 2 στο Σχήμα
2.47. Με το ίδιο ρήγμα συνδέεται η οξείδωση Κοκκινόνερου 300 μέτρα βορειοδυ-
τικότερα του μεταλλείου και η μικρή οξείδωση κοντά στις Λάβες του Ανωτέρου
Ορίζοντος στο βορειοδυτικό άκρο του, προτού καλυφθεί από τα νεώτερα πετρώ-
ματα, βλέπε Σχήμα 2.46. Από γεωτρήσεις τόσο στη μικρή αυτή οξείδωση όσο και
στην οξείδωση Κοκκινόνερου το ρήγμα αυτό φαίνεται να έχει μεγάλη κλίση προς
τα βορειοανατολικά, όπως παρατηρείται και στον χώρο του μεταλλείου.

4. Περιγραφή των Μεταλλείων

4.1 Το Μεταλλείο Καμπιών – Κοκκινόνερο

Η εκμετάλλευση του κοιτάσματος πυρίτη στο συγκεκριμένο μεταλλείο άρχισε το 1953
με τη μέθοδο της χοανοειδούς εκσκαφής και για το σκοπό αυτό διανοίχθηκε στοά
στο επίπεδο 400 μ. μήκους 170 μ. με βορειοανατολική κατεύθυνση, αλλά το 1957
η εκμετάλλευση συνεχίστηκε με ανοικτή εκσκαφή με προσπέλαση από το βορρά.
Η εκσκαφή έχει ελλειψοειδές σχήμα με μήκος 200 και πλάτος 130 μ., βλέπε Σχήμα
2.47. Το υψόμετρο της εκσκαφής αρχίζει από τα 415 μ. και το χαμηλότερο επίπεδο
που έφθασε ήταν στα 380 μ. Η εκμετάλλευση του κοιτάσματος διήρκεσε από το 1953
μέχρι το 1960 και από αυτό εξορύχθηκαν περίπου 658.300 τόνοι μεταλλεύματος
από το οποίο παρήχθησαν 316.000 τόνοι συμπυκνώματος πυρίτη και εξήχθησαν
310.400 τόνοι, βλέπε Πίνακα 2.19.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 201

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 202

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 203

4.2 Το Μεταλλείο Καπέδων – Κοκκινόχωμα

Η εκμετάλλευση του μικρού αυτού κοιτάσματος πυρίτη άρχισε το 1955 με ανοικτή
εκσκαφή και τερματίστηκε το 1958. Αυτή είναι ελλειψοειδής μήκους 110 και πλάτους
80 μ. και αρχίζει από το υψόμετρο 500 μ. και καταλήγει στα 470 μ. Από το μεταλ-
λείο αυτό εξορύχθηκαν περίπου 60.000 τόνοι μεταλλεύματος και παρήχθησαν και
εξήχθησαν 27.000 τόνοι συμπυκνώματος πυρίτη, βλέπε Πίνακα 2.19.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 204

Κ. ΑΛΛΑ ΜΙΚΡΟΤΕΡΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΧΑΛΚΟΥΧΩΝ ΠΥΡΙΤΩΝ

1. Το Μεταλλείο Αμπελικού

Το Μεταλλείο Αμπελικού βρίσκεται στην τοποθεσία Αλέτρι περί το ένα χιλιόμετρο
δυτικά του χωριού Αμπελικού, το οποίο εμπίπτει στην Κατεχόμενη Περιοχή σε από-
σταση περίπου πέντε χιλιομέτρων νοτίως της Κωμόπολης Λεύκας. Τούτο λειτούργησε
μόνο για μικρά διαστήματα πριν την Τουρκική Εισβολή του 1974 με περιορισμένη
πάντοτε παραγωγή και τα μεταλλευτικά έργα αποσκοπούσαν περισσότερο στην
έρευνα της εμφάνισης. Αναμφίβολα, εάν η προσπέλαση στην περιοχή δεν εμποδιζό-
ταν λόγω της Τουρκικής κατοχής, η εμφάνιση Αμπελικού θα αποτελούσε αντικείμενο
έρευνας επειδή έχει εντοπιστεί μικρός όγκος μεταλλοφορίας με αξιόλογη ποιότητα,
και μάλιστα θεωρείτο μέρος μεγαλύτερου κοιτάσματος. Επειδή έχουν διανοιχθεί
στοές και πατώματα εκμεταλλεύσεως και έχει γίνει μικρής κλίμακας παραγωγή,
θεωρήθηκε σωστό να περιληφθεί στην παρούσα μελέτη ως αυτόνομο μεταλλείο.

Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχει αριθμός μικρών εμφανίσεων υπό μορφή επιφα-
νειακών οξειδώσεων μέσα στις λάβες. Όμως η τοποθεσία Αλέτρι βρίσκεται στην
επαφή των λαβών με νεώτερα ασβεστολιθικά πετρώματα και στην περιοχή της δεν
υπάρχουν καθόλου οξειδώσεις, παρά μόνον τεμάχια οξειδωμένης μεταλλοφορίας
τα οποία αποδόθηκαν σε αρχαία στείρα, χωρίς να υπάρχουν άλλες ενδείξεις για
ερευνητικά έργα από παλαιότερες εποχές.

Τη δεκαετία του 1920 η τοποθεσία Αλέτρι ενέπιπτε σε ερευνητική άδεια της Cyprus
Mines Corporation (CMC), η οποία διάνοιξε ερευνητική στοά στο υψόμετρο 308 μ.,
η οποία στα αρχεία της ΕΜΕ αναφέρεται ως στοά «Κάνθερ». Στα αρχεία της ΕΜΕ
εκφράζεται η άποψη ότι σκοπός της στοάς αυτής ήταν να ερευνήσει την επαφή
του ασβεστόλιθου με τη λάβα που αποτελούσε γεωλογικό περιβάλλον παρόμοιο
με αυτό του κοιτάσματος της Σκουριώτισσας. Δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε ενδι-
αφέρον στη στοά αυτή και η CMC εγκατέλειψε την ερευνητική προσπάθεια και το
1938 την ερευνητική άδεια.

Το 1940 ο γεωλόγος της ΑΕΕΧΠ&Λ και μεταγενέστερα της ΕΜΕ Χαράλαμπος Μαρα-
γκός, ωθούμενος από την παρουσία τεμαχίων οξειδωμένης μεταλλοφορίας σε αρχαία
στείρα στην τοποθεσία Αλέτρι, αφού εξασφάλισε ερευνητική άδεια ερεύνησε και
πάλι την περιοχή αυτή και σε έκθεσή του με ημερομηνία 23 Οκτωβρίου 1944 προς

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 205

τη διεύθυνση της ΑΕΕΧΠ&Λ εκφράζει την άποψη ότι η μεταλλοφορία στην περιοχή
θα πρέπει να αναζητηθεί κάτω από το επίπεδο της στοάς «Κάνθερ». Έτσι οι ερευνη-
τικές του εργασίες περιλάμβαναν τη διάνοιξη δύο στοών, η πρώτη στο επίπεδο 294
μ. και η δεύτερη στο επίπεδο 250 μ., δηλαδή κάτωθεν της αρχικής στοάς «Κάνθερ»,
όπως σημειώνεται στο Σχήμα 2.48, καθώς επίσης και οκτώ ερευνητικών φρεάτων.
Αποτέλεσμα της έρευνας αυτής ήταν ο εντοπισμός πλούσιας μεταλλοφορίας και
η εξόρυξη 25.000 τόνων με 44% θείο και 5% χαλκό και 5 γραμμάρια/τόνο χρυσό.
Επίσης εξορύχθηκαν 600 τόνοι χρυσοφόρου μεταλλεύματος με περιεκτικότητα περί
τα 20 γραμμάρια/τόνο σε χρυσό. Σε συνέχεια των πιο πάνω ερευνητικών εργασιών,
η Εταιρεία διεξήγαγε γεωφυσικές έρευνες και γεωτρήσεις στην ευρύτερη περιοχή
χωρίς όμως να εντοπίσει αξιόλογη μεταλλοφορία πέραν αυτής που εντοπίστηκε
στις έρευνες του 1940.

Η γεωλογική δομή της περιοχής του μεταλλείου δεν είναι γνωστή με λεπτομέρεια
διότι τούτο δεν απετέλεσε αντικείμενο χαρτογράφησης και έρευνας τη νεώτερη
εποχή. Κατά τις εργασίες της Εταιρείας χαρτογραφήθηκε η επαφή των υπερκείμενων
ιζηματογενών πετρωμάτων, που είναι υφαλογενείς ασβεστόλιθοι, με τα πυριγενή
πετρώματα, βλέπε Σχήμα 2.48. Είναι γνωστό από το Memoir No. 1 του κυβερνητι-
κού Τμήματος Γεωλογικής Επισκόπησης (Wilson, 1959) ότι τα πυριγενή πετρώματα
είναι Upper Pillow Lavas. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τη λεπτομερή τεκτονική
δομή της περιοχής.

Το 1957 πραγματοποιήθηκε μικρής κλίμακας εκμετάλλευση του μικρού κοιτάσμα-
τος που εντοπίστηκε με τις πιο πάνω ερευνητικές εργασίες. Με προσπέλαση τις
υφιστάμενες στοές στα επίπεδα 250 μ. και 294 μ. ανοίχθηκαν πατώματα εκμεταλ-
λεύσεως στα επίπεδα 250 μ., 265 μ και 267 μ., 270 μ., 275 μ. και 280 μ. και έγινε
εκμετάλλευση με τη μέθοδο των διαδοχικών ορόφων. Με βάση τα σχέδια εκμε-
ταλλεύσεως υπολογίζεται ότι εξορύχθηκαν περίπου 15.000 τόνοι μεταλλεύματος.
Το σχέδιο του μεταλλείου φαίνεται στο Σχήμα 2.48 μαζί με κατακόρυφο τομή κατά
μήκος της στοάς στο επίπεδο 250 μ.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 206

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 207

2. Το Μεταλλείο Μαγκαλένη – Παρεκκλησιάς

Η εμφάνιση στην τοποθεσία Μαγκαλένη του χωριού Παρεκκλησιά στην επαρ-
χία Λεμεσού ευρίσκεται περί τα 3 χιλιόμετρα δυτικά του χωριού και 2 χιλιόμετρα
βόρεια του χωριού Αρμενοχώρι. Ήταν γνωστή στην ΑΕΕΧΠ&Λ από το 1941 οπότε
είχε διεξαγάγει έρευνες και εκμετάλλευση χρυσοφόρων μεταλλευμάτων. Κατά τη
διάρκεια των εργασιών αυτών διαπιστώθηκε η ύπαρξη χαλκούχου μεταλλεύματος
και αργότερα, το 1972, η ΕΜΕ ερεύνησε με πυκνό δίκτυο γεωτρήσεων και διαπί-
στωσε την ύπαρξη μικρού χαλκούχου κοιτάσματος. Η εκμετάλλευση τούτου έγινε
την περίοδο 1976-1977.

Η γεωλογία του εν λόγω κοιτάσματος μελετήθηκε επισταμένως στο πλαίσιο των
προσπαθειών για τη διαπίστωση του μηχανισμού γένεσής του και τον εντοπισμό
επεκτάσεων της μεταλλοφορίας. Το γενικό συμπέρασμα ήταν ότι η μεταλλοφορία
έχει τεκτονικά τοποθετηθεί με τη μορφή ασυνεχών τεμαχίων ενδοστρωματωμένων
με μη μεταλλοφόρες λάβες και ούμβρα, σχετιζόμενη με κύρια ρήγματα βορειοδυτι-
κής κατεύθυνσης. Αναφορικά με την ποιότητα της μεταλλοφορίας αναγνωρίστηκε η
ύπαρξη τριών διαφορετικών τύπων: Το σύνηθες μετάλλευμα χαλκούχου πυρίτη (με
θείο ~ 40% και χαλκό ~ 4%), λευκό προπυλίτη με τεμάχια χαλκοπυρίτη και σκουρό-
χρωμη ελαφρώς προπυλιτική λάβα με φλεβίδια και συγκεντρώσεις χαλκοπυρίτη. Το
τελικό συμπέρασμα ήταν ότι το κοίτασμα Μαγκαλένης θα πρέπει να είναι το απο-
τέλεσμα έντονου τεκτονισμού, ο οποίος επηρέασε μια μεγαλύτερη συγκέντρωση
μεταλλοφορίας, η οποία θα πρέπει να βρίσκεται βαθύτερα και νοτιοανατολικότερα
της επιφανειακής εμφάνισης.

Η εκμετάλλευση του κοιτάσματος Μαγκαλένης έγινε με επιφανειακή εκσκαφή.
Άρχισε τον Μάρτιο του 1976 και διήρκεσε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1977 μόνο. Το
σχέδιο της εκσκαφής δεικνύεται στο Σχήμα 2.49. Αυτή έχει επίμηκες σχήμα ΝΑ-ΒΔ
κατεύθυνσης με μήκος 500 μέτρα και μέγιστο πλάτος 170 μέτρα. Η είσοδός της είναι
στο νοτιοανατολικό άκρο στο υψόμετρο 175 μ. και φθάνει μέχρι το υψόμετρο 230
μ. στο βορειοδυτικό άκρο.

Συνολικά έχουν εξορυχθεί περίπου 145.000 τόνοι μεταλλεύματος με μέση περιε-
κτικότητα 1,17%, χαλκό και < 5% θείο, από το οποίο παρήχθησαν και εξήχθησαν
5.000 περίπου τόνοι συμπυκνώματα χαλκού και 9.000 περίπου τόνοι συμπυκνώ-
ματα πυρίτη (pysands) αντίστοιχα.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 208

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 209

3. Το Μεταλλείο Πεταλά – Πέρα Βάσας

Η τοποθεσία Πεταλάς ευρίσκεται περί τα τέσσερα χιλιόμετρα βορειοδυτικά του
χωριού Άγιος Νικόλαος και τρία χιλιόμετρα βορείως του χωριού Αρμίνου στην
Επαρχία Πάφου. Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν σωροί από αρχαίες σκωρίες
που μαρτυρούν ότι η εμφάνιση αυτή (καθώς και η εμφάνιση στην τοποθεσία Σιδε-
ροπούντζι, δύο χιλιόμετρα νοτιοανατολικότερα) αποτέλεσαν αντικείμενο αρχαίων
εκμεταλλεύσεων.

Η παρουσία μιας περιορισμένης έκτασης αλλά όμως έντονης οξείδωσης στην τοπο-
θεσία Πεταλάς κοντά στην επαφή με τα υπερκείμενα ιζηματογενή πετρώματα, μαζί
με τον σχετικά μεγάλο σωρό αρχαίων σκωριών περί το ένα χιλιόμετρο βορειότερα,
κοντά στον δασικό σταθμό Πέρα Βάσας, προσήλκυσαν το ενδιαφέρον της ΑΕΕΧΠ&Λ
το 1941 στο πλαίσιο των ερευνητικών προσπαθειών της για εκμετάλλευση χρυσοφό-
ρων κοιτασμάτων. Αποτέλεσμα των ερευνών αυτών που περιελάμβαναν την όρυξη
στοών και πηγαδιών, ήταν ο εντοπισμός και η εκμετάλλευση μικρού χρυσοφόρου
κοιτάσματος και ο εντοπισμός κάτω από αυτό συγκεντρώσεως χαλκούχου πυρίτη.

Το 1954 η ΕΜΕ απεφάσισε να ερευνήσει την έκταση και την ποιότητα του χαλκού-
χου πυρίτη στον Πεταλά και για τον σκοπό αυτό διεξήγαγε γεωφυσικές έρευνες,
σειρά γεωτρήσεων και ανόρυξε δύο στοές στα υψόμετρα 612 μ. και 606 μ., οι οποίες
συνάντησαν τη μεταλλοφορία σε απόσταση 50 μ. και 100 μ. αντίστοιχα από την
επιφάνεια βλέπε Σχήμα 2.50. Αποτέλεσμα των εργασιών αυτών ήταν ο κυβισμός
μικρού αποθέματος πυρίτη περίπου 100.000 τόνων με μέση περιεκτικότητα 25%
θείο και 1% χαλκό και η δοκιμαστική εξόρυξη περίπου 2.000 τόνων μεταλλεύμα-
τος για επεξεργασία στο εργοστάσιο εμπλουτισμού στο Βασιλικό. Λόγω του μικρού
μεγέθους και της σχετικά χαμηλής περιεκτικότητας της συγκέντρωσης, καθώς επί-
σης και της μεγάλης απόστασής της από το εργοστάσιο εμπλουτισμού, η εταιρεία
διέκοψε τις εργασίες στην περιοχή αλλά διατήρησε σε ισχύ την Ερευνητική Άδεια.
Η περιοχή Πεταλά περιλήφθηκε στις Κοινοπραξίες (Joint Ventures) που συνήψε η
ΕΜΕ το 1976 με την Καναδική Εταιρεία Noranda Ltd και αργότερα το 1984 με την
Γαλλική Γεωλογική Υπηρεσία (Bureau de Researches Geologiques et Minieres). Και
οι δύο αυτοί φορείς ερεύνησαν με γεωφυσικά και γεωτρήσεις την περιοχή αυτή
αλλά χωρίς αξιόλογα αποτελέσματα.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 210

4. Το Μεταλλείο Περιστερκά (Καμπιών)

Το Μεταλλείο Περιστερκά ευρίσκεται περί τα δυόμισι χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του
χωριού Καμπιά στην Επαρχία Λευκωσίας. Η τοποθεσία Περιστερκά χαρακτηριζόταν
από έντονη οξείδωση και τελούσε υπό Ερευνητική Άδεια για θειούχα μεταλλεύματα,
η οποία περιήλθε στην ιδιοκτησία της εταιρείας Kampia Mines Ltd., η οποία προέβη
στην εκτέλεση πυκνού δικτύου γεωτρήσεων με αποτέλεσμα τον εντοπισμό μικρού
εκμεταλλεύσιμου κοιτάσματος χαλκούχου πυρίτη. Το 1968 η εν λόγω Εταιρεία εξα-
σφάλισε Μεταλλευτική Μίσθωση και άρχισε αμέσως την επιφανειακή αποκάλυψη
του κοιτάσματος και τον επόμενο χρόνο την εκμετάλλευσή του.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 211

Η παραγωγική δραστηριότητα της Kampia Mines Ltd. παρουσιάζεται στον Πίνακα 2.20
στον οποίο διαπιστώνεται ότι από το Μεταλλείο Περιστερκάς εξορύχθηκαν περί τους
107.000 τόνους πλουσίου χαλκούχου μεταλλεύματος, εκ των οποίων οι 87.700 τόνοι
εξήχθησαν από το Λιμάνι της Αμμοχώστου. Δυστυχώς όμως οι εξαγωγές της Εται-
ρείας από το Λιμάνι αυτό διακόπηκαν λόγω της Τουρκικής Εισβολής με αποτέλεσμα
να εγκλωβιστεί εκεί μια σημαντική ποσότητα, περίπου 20.000 τόνοι, πλουσίου μεταλ-
λεύματος που προοριζόταν για άμεση φόρτωση. Αναμφίβολα η απώλεια αυτή απετέ-
λεσε σοβαρό πλήγμα στην Εταιρεία, η οποία ακύρωσε την ανέγερση μικρού εργοστα-
σίου εμπλουτισμού, το οποίο προγραμμάτιζε να δημιουργήσει κοντά στο μεταλλείο
για να επεξεργαστεί το χαμηλής ποιότητας μετάλλευμα που συσσωρευόταν κατά την
εξόρυξη του πλουσίου μεταλλεύματος και το οποίο αποθήκευε κοντά στο μεταλλείο.

Εν όψει των πιο πάνω εξελίξεων την περίοδο 1975-1976 η Kampia Mines Ltd. χρη-
σιμοποίησε τις εγκαταστάσεις εμπλουτισμού της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εται-
ρείας (ΕΜΕ) στο Μιτσερό όπου παρήγαγε pysands. Την ίδια περίοδο εξόρυξε περι-
ορισμένες ποσότητες μεταλλεύματος από δύο παρακείμενα μικρά μεταλλεία της,
στο Πιθαρόχωμα και στο υπόγειο μεταλλείο Καπέδων και παρήγαγε συμπυκνώματα
χαλκού και ψευδαργύρου, βλέπε Πίνακα 2.20. Για την εξαγωγή των προϊόντων αυτών
χρησιμοποιούσε τις εγκαταστάσεις φόρτωσης στο Βασιλικό της ΕΜΕ.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 212

5. Το Μεταλλείο Τρούλλων

Η εμφάνιση στην περιοχή του χωριού Τρούλλοι, περί τα δέκα χιλιόμετρα βορείως
της Λάρνακας προσήλκυσε το ενδιαφέρον των Cullis και Edge (1927) κατά την επί-
σκεψή τους στην περιοχή το 1922 όπου σημείωσαν την παρουσία έντονων οξειδώ-
σεων και αρχαίων σκωριών. Η περιοχή των οξειδώσεων καλύφθηκε το 1935 από
Ερευνητική Άδεια για χρυσό και άργυρο και το 1936 από Μεταλλευτική Μίσθωση
από τον M.W. Berdy, ο οποίος προέβη σε μικρής κλίμακας εκμετάλλευση και αργό-
τερα για μπεντονίτη. Το 1938 κατά τη διάρκεια των μεταλλευτικών εργασιών εντο-
πίστηκε χαλκούχος μεταλλοφορία αλλά αυτή δεν ερευνήθηκε περαιτέρω μέχρι το
1952-1953 όπου εντοπίστηκε μικρό κοίτασμα χαλκούχου πυρίτη. Η αποκάλυψη του
κοιτάσματος άρχισε το 1954 και τον επόμενο χρόνο άρχισε τη λειτουργία του μικρό
εργοστάσιο εμπλουτισμού (pilot plant), το οποίο παρήγαγε συμπύκνωμα χαλκού με
περιεκτικότητα 10,5% μόνο. Σταδιακά αυξήθηκε η δυναμικότητα των εγκαταστάσεων
και αυξήθηκε η περιεκτικότητα του χαλκούχου συμπυκνώματος, το οποίο εξαγόταν
στη (Δυτική) Γερμανία. Την περίοδο 1955-1960 εξορύχθηκαν συνολικά 155.700 τόνοι
μεταλλεύματος χαλκούχου πυρίτη και παρήχθησαν 2.230 τόνοι συμπυκνώματος
χαλκού και 7.370 τόνοι συμπυκνώματος χαλκούχου πυρίτη. Το 1960, αν και λήφθηκε
απόφαση να ανεγερθεί νέο μεγαλύτερο εργοστάσιο εμπλουτισμού δυναμικότητας
500 τόνων ημερησίως τούτο δεν πραγματοποιήθηκε και η Μεταλλευτική Μίσθωση
μεταβιβάστηκε το 1962 μετά από σχετική συμφωνία με τον M.W. Berdy στην Εται-
ρεία Troulli Mines Corporation, η οποία αποτελούσε κοινοπραξία της Cyprus Mines
Corporation (CΜC) και της American Metal Climax Incorporated.

Η Εταιρεία Troulli Mines Corporation ερεύνησε με γεωφυσικά και πολλές γεωτρή-
σεις την εμφάνιση των Τρούλλων κατά τη διάρκεια της περιόδου 1962-1963, αλλά
φαίνεται ότι δεν ικανοποιήθηκε από τα αποτελέσματα διότι το 1964 επέστρεψαν τα
δικαιώματά τους στη Μίσθωση αυτή στην Berdy Mining Company Ltd. Η Μίσθωση
παρέμεινε ανενεργή μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970 όπου η Εταιρεία συνήψε
συμφωνία με ξένους επενδυτές και ίδρυσαν την κοινοπραξία Cyprus Geominco Mining
Ltd., η οποία στη συνέχεια κατασκεύασε εργοστάσιο εμπλουτισμού και άρχισε την
αποκάλυψη του κοιτάσματος τον Νοέμβριο του 1973 και την εκμετάλλευσή του τον
Ιούλιο του 1974 για να διακόψει λίγες μέρες μετά λόγω της Τουρκικής Εισβολής τον
Αύγουστο του ίδιου χρόνου, λόγω της γειτνίασής της με την Κατεχόμενη Περιοχή.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 213

6. Το Μεταλλείο Βρετσιών (Μαλά)

Το Μεταλλείο Βρετσιών στην τοποθεσία Μαλά ευρίσκεται περί τα τρία χιλιόμε-
τρα βορείως του χωριού Βρέτσια της Επαρχίας Πάφου μέσα στα όρια του Δάσους
Πάφου. Στην τοποθεσία Μαλά ήταν γνωστές από την εποχή των ερευνών για χρυσό
τη δεκαετία 1940 μικρές αλλά έντονες οξειδώσεις οι οποίες ερευνήθηκαν αλλά με
πτωχά αποτελέσματα. Αργότερα, τη δεκαετία του 1970 η περιοχή ερευνήθηκε από
την Καναδική Εταιρεία Noranda με αποτέλεσμα τον εντοπισμό μικρής συγκέντρωσης
χαλκούχου πυρίτη. Λόγω του μικρού μεγέθους, αλλά και της μεγάλης απόστασής του
από εγκαταστάσεις εμπλουτισμού, η συγκέντρωση αυτή δεν έτυχε εκμετάλλευσης.

Το 1986 η Εταιρεία Maconda Ltd αφού εξασφάλισε μεταλλευτική μίσθωση άρχισε
την αποκάλυψη του κοιτάσματος και μέχρι το τέλος του έτους άρχισε την εκμετάλ-
λευσή του, η οποία διήρκεσε μέχρι το 1988. Συνολικά η Εταιρεία παρήγαγε 11.172
τόνους πυρίτη εκ των οποίων οι 9.207 τόνοι εξήχθησαν και οι υπόλοιποι 1965 τόνοι
πωλήθηκαν επιτοπίως στις Ελληνικές Χημικές Βιομηχανίες.

Εικόνα 2.59 Το Μεταλλείο Περιστερκά της Kampia Mines Ltd., 1972.
Plate 2.59 The Peristerka Mine of Kampia Mines Ltd., 1972.

CHAPTER 2

THE CUPREOUS PYRITES MINES

Introduction

Cupreous Pyrites is an ore which consists primarily of the mineral iron pyrites (FeS2)
with sulphur ranging from 10 to 45%, together with limited amounts of copper and
zinc sulphides. After mining, the ore requires treatment for the removal of gangue
minerals resulting in the production of a cupreous pyrites concentrate which is used
in the manufacture of sulphuric acid. In the past this concentrate was the prime raw
material for making sulphuric acid, but it was subsequently substituted by other sul-
phur sources with a very negative impact on pyrite consumption and mining world-
wide. The contained copper remains in the cinders and is utilised by the metal refin-
eries. Table 2.1 enlists the 31 cupreous pyrite mines which operated on the Island
during the period from the early 20th century till the present with a total amount
of extracted ore of 54,8 M. tons and 30,4 M. tons of final products. These figures
do not include the ore and the products of the Phoenix deposit because that was a
copper oxide mine, not a cupreous pyrites one. The distribution of all these mines
over the Troodos Ophiolite is shown in Figure 2.1. In the following lines are given
short descriptions of all the cupreous pyrites mines which operated in Cyprus since
the late 19th century.

The Limni and Kinousa Mines

The first cupreous pyrites mines to be described are those in the Limni area which
was the first to be explored for its cupreous pyrite potential. It started in the 1880’s
with the work of some British prospectors and after an apparently adventurous his-
tory ended up as the Cyprus Sulphur and Copper Company in 1919. Figure 2.2 is a

THE MINES OF CYPRUS 215

general topographic map of the Limni region showing the position of the various
mines and Figure 2.3 outlines its geology. The biggest was the Limni Mine whose
history is outlined in three periods: The first in 1882-1919 during which the area
was explored with the main adit and crosscuts and a number of shafts, (Figure 2.4)
with encouraging results which prompted the company to apply and acquire a min-
ing lease. However, because of WWI no mining was carried out then. The second
period was in 1920-1952 and it started with the production of copper cement from
the copper-rich solutions draining from the main adit. Later on, in 1929 the com-
pany started surface mining with the glory-hole method with a new adit at level
470 feet, see Figure 2.5. In 1937 the company began exporting cupreous pyrites
from its loading installations at the Mavroli coast, Figure 2.2. In the meantime,
the company continued its exploration and after establishing that the ore reserves
were higher than originally estimated, abandoned the glory-hole mining method
and instead continued mining by opencast and also constructed a mineral flotation
dressing plant at Mavroli. This new period of mining which extended from 1953 to
1979 started with the stripping of the ore and the commencement of production in
1955 and continued uninterrupted until 1979. The development of the mine works
during that final period is depicted in Figure 2.6 and the overall production statistics
are presented in Table 2.2. This mine gave 8 M. tons of ore and nearly one million
tons of final products.

Evloimeni is a small deposit located about one km southeast of Limni mine which
was exploited between 1965 and 1971 by opencast, see Figure 2.7, yielding only
64.000 tons of ore, see Table 2.3. The Kinousa orebody was discovered in 1950
near the village of Kinousa, see Figure 2.2. It was mined underground through a
500-meters long adit by the top-slicing method, see Figures 2.8 and 2.9, yield-
ing about 270.000 tons of ore rich in copper and zinc. Next to it was located and
exploited by opencast mining the Uncle Charles deposit, figure 2.8, which gave
228.000 tons of ore.

The Skouriotissa, Mavrovouni, Apliki, Lefka ‘A’
and Phoenix Mines

The mines of Skouriotissa, Mavrovouni, Apliki, Lefka ‘A’ and Phoenix were estab-
lished by the American company Cyprus Mines Corporation (CMC) which was
intensively active from 1913 up until it was abruptly interrupted by the Turkish

THE MINES OF CYPRUS 216

invasion in Cyprus in 1974. Later on, from 1976 to 1995, the Phoenix mine was
partially exploited by the Hellenic Mining Company (HMC) and from 1996 to 2019
the same mine was exploited by the Hellenic Copper Mines (HCM). Figure 2.10
is a sketch map of the area showing the places where CMC has been active. The
same map shows also the location of the company’s Dressing Plant and Jetty at
the Xeros coast for its mineral exports.

The history of the Skouriotissa mine begins in 1913 when the American prospector
C.G. Gunther acquired in the name of CMC a Prospecting Permit which included
the localities of Skouriotissa and Mavrovouni and by 1914, after eight unsuccessful
boreholes, managed to locate the position of the Skouriotissa orebody from which
the ancient slag heap in the area was derived, see Figure 2.11. With a preliminary
reserve estimation of four to five million tons Gunther applied in November 1914
for a Mining Lease. In the meantime, additional boreholes were drilled and these
enabled him to delimitate the orebody and plan its mining with seven horizontal lev-
els, see Figure 2.12 and 2.13. Since the issue of the Mining Lease the company has
driven the main haulage adit at level 210 m and other adits and shafts required for
the mining operations, see Figure 2.14. The Mining Lease was issued in March 1916
but because of WWI systematic mining was not started until 1920. At the beginning
mining was done with the cut-and-fill method which was later substituted by top-slic-
ing, originally with timber, but later with steel supports. The early years were very
difficult because of the lack of experienced miners, poor communication between
the engineers, and the local labour and many fatal accidents. With the employment
of many foreign engineers as well as hundreds of miners from near and distant vil-
lages the company has built houses for their accommodation near Skouriotissa.

The early products were cupreous pyrites which was being crushed at a plant near
the loading jetty on the coast of Pendayia, see Figure 2.10. This jetty was once dam-
aged by a storm and was replaced in 1926 by another one constructed near Xeros.
The underground mining operations were suspended in 1940 due to the outbreak of
WWII which caused a collapse of the pyrite market and created a shortage of basic
supplies. By that time the total ore mined was 2,9 M tons which were exported,
(Table 2.5.)

Around 1960, in view of the fact that the Mavrovouni mine (see below) was nearing
exhaustion, CMC decided to resume mining of the remaining 2,5 M tons left in the
Skouriotissa orebody, but this time by the opencast method. They started stripping

THE MINES OF CYPRUS 217

the overburden in 1960 and by 1962 they started mining with 6-metre benches and
a slope inclination of 45 degrees. The final shape of the pit is shown in Figure 2.15.
In this phase, 3,9 M tons of ore were mined by 1973, and this together with that of
the previous period amounted to a total for Skouriotissa of 6,9 M tons, (Table 2.5).

In 1972, CMC started mining the neighbouring Phoenix copper oxide orebody, see
Figure 2.15, but because of its mineralogy the ore was treated with the pressure
leaching method at a specially built plant at Xeros. The operations at this mine were
abruptly interrupted in 1974 because of the Turkish invasion which resulted in sepa-
rating the mine from its treatment plant. The production figures of Phoenix for this
short period are shown in Table 2.6.

In view of the fact that the operations of CMC were greatly disrupted by the Turkish
invasion, the company left Cyprus and its Skouriotissa mining lease was taken up in
1976 by the Hellenic Mining Company (HMC). From 1983 to 1994 HMC treated with
the dump leaching method the low-grade dumps of the Phoenix opencast which were
stocked in the past by CMC, see Figure 2.16, producing copper cement. Later on,
during the period 1996-2019 Hellenic Copper Mines (HCM) exploited the remaining
Phoenix orebody by the dump leaching-solvent extraction-electrowinning method
and produced copper cathodes, see Table 2.7.

About one km southwest of Lefka village is the locality Mavrovouni, which means
“black mountain”, named after a huge heap of ancient black-coloured metallurgical
slags, Figure 2.17. Gunther included this locality in his original prospecting permit
area he acquired in 1914 but its exploration was not done until a few years later.
In 1923 after five negative boreholes, cupreous mineralization was intersected at
a depth of 150 m. Subsequent drilling located the Mavrovouni orebody which was
then estimated to be 12 M tons with 4,25% copper and 48% sulphur. In plan-view
the orebody is ellipsoidal with a maximum length of 570 m. and maximum width of
270 m. with an inclination to the north, extending in vertical sense for a distance of
210 m (Figures 2.18 and 2.19). The ore is the result of replacement with fragmental
texture consisting of massive pyrite fragments in a sandy pyrite matrix. The main
copper mineral is chalcopyrite.

Development of the mine began in 1927 with the construction of the main mine
workings which are described with reference to Figure 2.20. The entrance to the
Main adit was about 600 m west of the orebody at an elevation of 96 m leading to

THE MINES OF CYPRUS 218

Shaft No.3 which was the main haulage shaft. Shaft No. 6 was constructed in 1936
in the Platea of the Main adit down to the elevation of –51,5 m and was connected
to the mine with a horizontal adit at that depth which was also used for the trans-
portation of the ore. Shaft No. 7 was inclined for the first 300 meters and then con-
tinued with a horizontal adit and was used for ventilation purposes.

The whole mine was divided into 40 horizontal levels at various distances from each
other ranging from 3,5 to 14 meters and the ore chutes from each level were ter-
minating in one of the six main haulage levels which were connected with the ore
transporting shafts and adits, see Figure 2.20.

The Mavrovouni ore was on average richer in copper than the Skouriotissa ore and
could not be marketed as cupreous pyrite. For this reason, the ore was separated
into two categories at the mining stage on the basis of the assay plans; the copper
poor ore was mixed and sold with the Skouriotissa ore as cupreous pyrite concen-
trate and the copper rich ore was being treated at the Dressing Plant at Xeros which
was connected with the mine with a 4,5 km rail line which was constructed as early
as 1928. An unusual characteristic of the Mavrovouni ore was that it was becoming
oxidised very quickly and for this reason its treatment at the Dressing Plant begun
with an acid leaching stage for the removal of the oxidised copper which was pro-
ducing copper cement. Subsequently the ore was treated by flotation for the pro-
duction of copper concentrate and flotation pyrites.

The total amount of ore mined at Mavrovouni was 16,7 M tons and the concentrates
produced and exported were 2,2 M tons of cupreous pyrites, 47 thousand tons of
copper cement, 2,0 M tons of copper concentrate and 9,3 M tons of flotation pyrites,
see Table 2.8. Mining terminated in 1969 leaving behind a substantial tonnage of
low grade (“4th grade”) ore with 0,1% copper and 30% sulphur on the eastern side
of the mine workings.

The Apliki mine is situated about three km south of Mavrovouni, see Figure 2.10,
and attracted the interest of Gunther since 1913 because of its strong gossan and
the extensive slag heap. During the exploratory works for gold in 1936 (Chapter 3)
it was revealed that the oxidation was underlain by cupreous pyrite mineralization.
Serious work on this orebody has not been done until 1968 with a small opencast
mine, see Figure 2.21 and a production of just over one million tons of ore (Table
2.9). The ore was being treated with that of Mavrovouni.

THE MINES OF CYPRUS 219

Lefka “A” was a small shallow deposit to the south of Mavrovouni, see Figure 2.17
which was mined by opencast between 1969 and 1973, yielding 1,1 M tons of ore and
amounts of copper cement, copper concentrate and flotation pyrites, see Table 2.10.

The Asgata – Kalavasos Mines

This is the third largest mining area of Cyprus, after Skouriotissa – Mavrovouni and
Limni and has attracted the interest of foreign prospectors from the 1920’s. The first
such company was the British Pyrite Company (later called Rio Tinto) which, although
it has located some mineralization, abandoned the area, perhaps due to the eco-
nomic recession of 1930, to be taken up in 1935 by the Greek company “Anonym
Hellenic Company of Chemical Products and Manures” (AHCCP&M) which, by 1937
succeeded to locate an orebody, later called the ‘A’ orebody. Following this discov-
ery, the company recognised the future potential of the area and took the decision
to construct certain works which would be essential for the development of the
mine. These works were an 1,2 klm adit, an 11 klm rail line from the adit entrance
to the Vasiliko Coast, the construction at Vasiliko of a crushing plant and an aerial
ropeway into the sea for loading of vessels harbouring at Vasiliko. All these major
works were completed by 1939.

The geological studies carried out in this area, originally by L. Mousoulos who was
the local manager in 1936-40 (Mousoulos, 1947 and 1956) and later between 1975
and 1984 by the resident geologist N. Adamides (Adamides, 1980 and 1983). They
have contributed significantly to our understanding of the genesis of the Cyprus-type
sulphide deposits, (Figure 2.22) and explained their origin in accordance with the
modern theory of seafloor spreading. The geology of the area is outlined in Figure
2.23 which shows the position of ten different orebodies which are grouped into five
different underground mines: Mavridhia, Mavri Sykia, Petra, Platies and Landaria.

The Mavridia Mine includes three major orebodies: ‘A’, ‘B’ and ‘Mousoulos’ and five
minor ones (‘C’, ‘D’, ‘D΄’, ‘D΄΄’ and ‘E’), all shown in Figure 2.24 which depicts also
all the major access workings for the mining operations of these orebodies. Figure
2.25 is a geological section across the area of the Mavridia Mine. The first orebody
to be mined was the ‘A’ orebody through a number of haulage and ventilation adits
at various elevations, the main one being the ‘Kanellopoulos’ adit at an elevation of
130 m at the entrance of which started the rail line to the Vasiliko plant. Orebody ‘B’

THE MINES OF CYPRUS 220

was discovered in 1940 and it was developed and was ready for exploitation by the
end of WWII. The minor orebodies (‘C’ to ‘E’) were discovered during the mining of
the major ones. ‘Mousoulos’ orebody was discovered in 1960 and was also mined
through the existing ‘Kanellopoulos’ adit. In all cases the mining method applied was
that of sublevel caving and Figure 2.26 was taken from the documents of ‘B’ orebody
as an example to show the development which was required to be done at every
level for this mining method. Top slicing was also applied but only at a limited extent
in the upper levels of ‘Mousoulos’ orebody. From the beginning of the operations in
1937 all mining at Mavridia mine was done by underground, except for the period
1938 to 1939 and later in 1971 to 1977 when the topmost part of ‘A’ was mined by
opencast. The total mine production at Mavridia mine, excluding the ‘Mousoulos’
orebody amounted to 3,1 M tons, whereas the ‘Mousoulos’ orebody by itself was
mined from 1964 to 1976 and yielded 1,5 M tons, see Table 2.11.

The Mavri Sykia orebody was discovered in 1954 and was mined by underground
with its main mine workings depicted in Figure 2.27. The Petra deposit had a tabular
shape and was related with a major tectonic zone of NE-SW direction. The orebody
was originally mined by the ancients as evidenced by an inclined shaft and a long
drainage adit, see Figure 2.28. Its mining in recent times started in 1954 and was
completed ten years later. Platies and Landaria were two smaller deposits which
were also mined by underground in the 1950’s. The production statistics of all these
mines are shown in Table 2.11. In total, production of the Asgata-Kalavasos mines
amounted to 5,58 M. tons, Table 2.11.

As mentioned above, the Asgata-Kalavasos ore was being transported by rail and
treated at the installations at Vasiliko. During the early years of mining, the cupre-
ous pyrites ore was of high grade and was treated only by crushing and screening.
In 1941 the existing installations were upgraded into a full mineral flotation dressing
plant and the company started to mine also lower grade ores with the final product
being cupreous pyrites with 1,5% Cu and 46-48% S. In 1970, due to the difficulties
in marketing the cupreous pyrites, the company started to produce at Vasiliko cop-
per concentrate with 18% Cu and also pysands with <0,2 Cu. The total concentrate
export statistics from the Asgata-Kalavasos mines are shown in Table 2.12.

THE MINES OF CYPRUS 221

The Agrokipia – Mitsero Mines

The Agrokipia – Mitsero mining area is the fourth largest cupreous pyrites mining
area after Skouriotissa-Mavrovouni, Limni and Asgata-Kalavasos. The exploratory and
mining operations in this area commenced in 1935 by the AHCCP&M but mining of
cupreous pyrites started in 1951. In the meantime, in 1948 AHCCP&M registered
in Cyprus as the Hellenic Mining Company (HMC) which took over all the assets of
the first company and continued ever since all its mining and other industrial oper-
ations on the island.

The area includes four different mines the position of which is shown on the geolog-
ical map in Figure 2.29: The Agrokipia ‘A’ opencast mine, the neighboring Agrokipia
‘B’ underground mine, the Kokkinopezoula mine and the Kokkinoyia mine. The cupre-
ous pyrites orebody of Agrokipia ‘A’ was discovered in 1938 during the gold mining
operations described in Chapter 3, but its pyritic ore was not mined until 1951. The
opencast mine operated intermittently until 1971 and yielded about 442.000 tons,
see Figure 2.30. The nearby Agrokipia ‘B’ orebody was discovered at a depth of about
120 meters by a gravimetric survey in 1954 and from the initial drilling data it was
concluded that the orebody had significant reserves of cupreous pyrites ore. On the
basis of that preliminary estimation the company has decided to develop the mine
with a system of a major inclined shaft and other ancillary shafts and adits as shown
in Figure 2.30 and the section of Figure 2.31. When mining started it was discovered
that the orebody was not as rich in copper as was originally thought and this was
attributed to the unreliable sampling of the rotary drills and to other factors. The
mine operated from 1958 to 1964 yielding only 74.000 tons of ore.

The third mine in the area is that of Kokkinopezoula the orebody which was discov-
ered in 1952 after drilling a strong gossan, see Figure 2.32. Mining at Kokkinopezoula
began in 1953, originally by underground operations through a horizontal adit, but
later on the basis of additional drilling it was found that the orebody was much larger
and mining continued by opencast, see Figure 2.32. This lasted until 1968 yielding
nearly 5,6 M tons of ore, (Table 2.13). The dressing of the ore was done at the Mit-
sero flotation plant (see below).

The fourth mine in the area is Kokkinoyia which attracted the interest of AHCCP&M
since 1926 because of its strong gossan and extensive ancient slag heaps, see Fig-

THE MINES OF CYPRUS 222

ure 2.29, and was originally worked as a gold mine, as described in Chapter 3. The
gold operations revealed the presence of cupreous pyritic mineralization below the
oxidations which was initially mined by underground method through an adit at the
elevation of 455 m, see Figure 2.33. Although the mined orebody was very small, it
became evident that it was extending in depth in a northeasterly direction. This was
verified by subsequent drilling which resulted in locating four high grade orebodies
in a wide propylitic zone, see Figures 2.33 and 2.34. These four orebodies started to
be mined in 1972 through a system of shafts and adits which are depicted in Figure
2.34 and in the section of Figure 2.35. Mining has originally started by the top-slic-
ing method, but it was soon replaced by cut and cemented filling which was done
hydraulically from the surface with a mixture of tailings from the dressing plant and
cement. Mining lasted until 1979 yielding 470.000 tons of ore. A small deposit at
the locality Mathiatis Mitsero in the south-eastern corner of the area, (Figure 2.29),
had notably high zinc values but has not been mined.

For the beneficiation of the ores mined in this area as well as other mines on the
northern side of Troodos Mountains, HMC erected in 1955 a large mineral flotation
plant with a capacity of 2400 tons per day. The layout of the plant area together
with the supporting installations is shown in Figure 2.36A and its flowsheet is sum-
marized in Figure 2.36B. The mineral concentrates produced from this dressing plant
were exported through the Loading Bridge which was constructed by the company
on the Karavostasi coast in the Morphou Bay, see Figure 2.1. The bridge was made
of steel and had a total length of 835 m, see Figure 2.37. The water depth at the
loading point was 17 m and the loading capacity was 1000 tons per hour. Unfortu-
nately, this bridge became inaccessible to the HMC in 1974 because it falls in the
Turkish occupied area. The loss of these loading facilities, which since 1964 were
also serving the Chromite Mines (Chapter 4) has resulted in a great additional cost
to the operations of the company.

The Memi and Alestos Mines

The Memi and Alestos area is about 10 km west of the Agrokipia-Mitsero area,
see Figure 2.1. The geological map of this area is shown in Figure 2.38 with an
ellipsoidal outcrop of silicified lavas in the centre forming the prominent Ales-
tos hill and the Memi mine on the eastern end of an extensive outcrop of chlor-
itized lavas. At Memi there was a strong gossan capping a shallow seated orebody

THE MINES OF CYPRUS 223

whose mining started by underground in 1954 and in 1965 continued as an open-
cast, see Figure 2.39. It operated intermittently up to 1988 yielding 2,3 M tons of
ore and 0,75 M tons of concentrates, see Tables 2.15 and 2.16.

Alestos hosted originally a small gold mine which was mined in 1938 and is described
in Chapter 3. The mining of the auriferous cap exposed a low-grade cupreous deposit
which was mined in 1972-1972, see Figure 2.40, yielding 660.000 tons of ore which
was treated at the Mitsero Dressing plant.

The Shia Mines

The strong gossan in the area of Shia attracted the interest of the AHCCP&M since
1933 and although they located cupreous pyrite mineralization they have not pro-
ceeded with its mining until 1949 after the operations were taken over by the Hel-
lenic Mining Company (HMC). Figure 2.41 is the geological map of the broad Shia
– Mathiatis region which includes many other mineral occurrences, the main ones
being the Mathiatis orebody in the north-western corner (which is described in the
section below) and the South Mathiatis (Strongylos) and Ayios Eftychios auriferous
occurrences which are described in Chapter 3. The map of Figure 2.41 demonstrates
the strong tectonism of the area with the Shia mineralization in the south-eastern
corner being at the intersection of the two prominent fault systems in the area.

As it is shown in Figures 2.42 and 2.43, at Shia there were mined two different ore-
bodies designated as ‘C’ and ‘D’ both occurring in the same north-east trending
zone. The first was initially mined in 1950 by glory hole through an adit at level 325
m, see Figure 2.42. In 1956 the glory method hole was substituted by opencast min-
ing. During the same period the ‘D’ orebody was mined underground with sublevel
caving through an inclined shaft, see Figure 2.43. By 1959 the mine terminated its
operation with the total amount of ore mined from these two orebodies being only
335.000 tons; a small tonnage was mined also later in 1983, see Table 2.17.

THE MINES OF CYPRUS 224

The Mathiatis Mine

The strong gossan at this locality was exploited for its gold content by CMC in 1935-
1938, see Chapter 3, but the cupreous pyrite ore below the gossan did not interest
that company because of its long distance from its Xeros dressing plant. HMC acquired
the mineral rights for this orebody from CMC and started mining it by opencast in
1965. The formation of this deposit remained a puzzle until the detailed study by
John Lydon of the Canadian Geological Survey who recognised that it was the result
of sulphide accumulation on a paleoslope in a graben structure (Lydon 1987), as
depicted in Figure 2.44. The stripping and mining of the orebody was done in the
period 1965 - 1987 and amounted to a total of about 2,1 M tons of pyritic ore, see
Figure 2.45. The detailed production figures are shown in Table 2.18.

The Kampia and Kapedhes Mines

These are two neighbouring small mines whose regional geology is depicted in Fig-
ure 2.46. Like the other mines described above, they were originally exploited for
the gold content of their surface oxidations and their pyritic ores were mined at a
later stage. The Kampia Mine (also known as Kokkinonero which means ‘red water’)
has started in 1953, originally with the glory-hole method but subsequently became
an opencast mine, see Figure 2.47. The mining operations were terminated in 1960
because of a major accident caused by a landslide along the major fault running
through the pit. By that time it has yielded a total of 660.000 of ore, see Table 2.19.
The Kapedhes Mine was exclusively mined by opencast. It operated between 1955
and 1958 yielding only about 60.000 tons of ore, see Table 2.19.

Other Smaller Mines of Cupreous Pyrites

These are the following:
• The Ambelikou Mine, which belonged to HMC operated in 1957 with 15.000
tons of production (Figure 2.48).
• The Mangaleni Mine, which belonged to HMC operated in 1976-1977 with
145.000 tons of production (Figure 2.49).
• The Petalas Mine, which belonged to HMC with only 20.000 tons of production
from exploratory works in 1954 (Figure 2.50).

THE MINES OF CYPRUS 225

• The Peristerka and Pitharochoma Mines which belonged to Kampia Mines Ltd.
operated from 1968 to 1976 with a substantial production which amounted to
1,8 M tons, see Table 2.20. (Kampia Mines Ltd has suspended its operations for
economic reasons because a large amount of concentrate which was about to be
exported was entrapped in 1974 by the Turkish invasion in the Famagusta harbour.)

• T he Troulli Mine was operated by Berdy Mining Company Ltd in the period
1955-1960 and produced 155.700 tons of ore. It was later acquired by Cyprus
Geominco Mining Ltd which failed to come into production because of the
Turkish invasion in August 1974, the day it was planned to commence its oper-
ation, and finally,

• The Vreccia Mine, which belonged to Maconda Ltd. with a production of about
eleven thousand tons in 1986-1988.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΧΡΥΣΟΥ ΚΑΙ ΑΡΓΥΡΟΥ

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ανακάλυψη της ύπαρξης χρυσοφόρου -και πάντοτε αργυροφόρου- μεταλλοφορίας
στο μεταλλείο Σκουριώτισσας το 1919, αποδίδεται στον Charles Godfrey Gunther
της Cyprus Mines Corporation (CMC), ο οποίος αναγνώρισε ότι ένα μαλακό σκούρο
υλικό, που βρισκόταν στα κατώτερα μέρη της θειούχου μεταλλοφορίας της Σκου-
ριώτισσας, ήταν παρόμοιο με υλικό πλούσιο σε χρυσό και άργυρο που είχε εντο-
πιστεί στα κατώτερα μέρη των οξειδώσεων του Rio Tinto στην Ισπανία. Κατά τον
Lavender (1962) η διαπίστωση αυτή από τον Gunther έγινε κατά τη διάνοιξη της
Στοάς 820’ (250 μ.) στο μεταλλείο Σκουριώτισσας. Επειδή το συγκεκριμένο υλικό
διέθετε καυστικές ιδιότητες διότι περιείχε θειικό οξύ (βλέπε κατωτέρω) με αποτέ-
λεσμα να διαλύει τα ενδύματα και υποδήματα των μεταλλωρύχων, οι τελευταίοι
ονόμασαν το υλικό αυτό «Διαβολόλασπη» που μεταφράστηκε από τους μηχανικούς
της CMC σε ‘Devil’s Mud’ και ο όρος αυτός επεκράτησε και έκτοτε χρησιμοποιείται
στην κυπριακή γεωλογική βιβλιογραφία.

Η εκμετάλλευση του χρυσοφόρου αυτού υλικού δεν έγινε αμέσως μετά την ανα-
κάλυψή του επειδή η εταιρεία CMC ήταν τότε απασχολημένη με την έναρξη της
λειτουργίας του μεταλλείου της Σκουριώτισσας. Όταν όμως το 1932 κατέστη ασύμ-
φορος η εκμετάλλευση στη Σκουριώτισσα λόγω της σημαντικής μείωσης της τιμής
του χαλκού, η εταιρεία αναζήτησε άλλους πόρους και αποφάσισε να ασχοληθεί με
την αξιοποίηση του χρυσοφόρου αυτού μεταλλεύματος. Μετά από πολλές προ-
σπάθειες κατόρθωσε να λύσει το πρόβλημα του εμπλουτισμού του και όπως ήταν
φυσικό, δεν περιορίστηκε μόνο στη Σκουριώτισσα αλλά αναζήτησε και εντόπισε
και σε άλλες περιοχές παρόμοιο χρυσοφόρο μετάλλευμα. Οι ενέργειες της CMC

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 227

περιήλθαν στην αντίληψη και των άλλων μεταλλευτικών εταιρειών που δραστη-
ριοποιούντο την ίδιαν εποχή στην Κύπρο, δηλ. της Cyprus Sulphur and Copper Co.
στην περιοχή της Λίμνης και της Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Χημικών Προϊό-
ντων & Λιπασμάτων (ΑΕΕΧΠ&Λ) που ερευνούσε τότε για χαλκούχους πυρίτες στην
περιοχή Ασγάτας – Καλαβασού και Μιτσερού και άρχισαν και αυτές να ερευνούν
για χρυσό. Τούτο δημιούργησε ένα μικρό “Gold Rush” στο οποίο συμμετείχαν και
πολλοί ερασιτέχνες γεωλόγοι, οι οποίοι όργωναν την ύπαιθρο και προμήθευαν τις
εταιρείες με πληροφορίες και δείγματα.

Στις σελίδες που ακολουθούν γίνεται πρώτα αναφορά στη γένεση και τα γεωλογικά
και χημικά χαρακτηριστικά του χρυσοφόρου μεταλλεύματος. Μετά περιγράφονται
οι κυριότερες εκμεταλλεύσεις που είχαν πραγματοποιηθεί από την εταιρεία CMC και
την ΑΕΕΧΠ&Λ με βάση δεδομένα από τα Αρχεία των δύο αυτών εταιρειών. Στο σημείο
αυτό αναφέρεται ότι οι μεταλλειολόγοι και γεωλόγοι των δύο αυτών εταιρειών έδιδαν
διαφορετική σημασία και κατέγραφαν διαφορετικά στοιχεία από τις εκμεταλλεύσεις
τους. Στη CMC έδιναν σημασία περισσότερο στο ύψος της παραγωγής, την ποιότητα,
το εργατικό δυναμικό, τα κόστη και την ποσότητα των τελικών προϊόντων χρυσού και
αργύρου σε κάθε εκμετάλλευση ξεχωριστά και συμπλήρωναν τα στοιχεία τους με
πολλές φωτογραφίες. Ενώ στην ΑΕΕΧΠ&Λ έδιναν μεν σημασία και κατέγραφαν τα
στοιχεία της παραγωγής και της ποσότητας και ποιότητας των τελικών προϊόντων,
αλλά κατά ομάδες γειτονικών μεταλλείων. Εκεί που έδιναν περισσότερη σημασία
στην ΑΕΕΧΠ&Λ ήταν στη γεωλογία και ποιότητα της κάθε εμφανίσεως, την οποίαν
στοιχειοθετούσαν με λεπτομερείς γεωλογικές περιγραφές και πληθώρα αναλύσεων.

Με παραδείγματα από τα δύο αυτά διαφορετικά Αρχεία που παρουσιάζονται στο
Κεφάλαιο αυτό δημιουργείται μια σχετικά ολοκληρωμένη εικόνα για την εκμετάλ-
λευση του χρυσού, τόσο από μεταλλευτική όσο από γεωλογική άποψη. Δίδεται δε
η ευκαιρία να δημοσιοποιηθούν άγνωστα μέχρι τώρα γεωλογικά στοιχεία για το
Devil’s Mud. Όπως περιγράφεται πιο κάτω το χρυσοφόρο μετάλλευμα ήταν απο-
τέλεσμα υπεργενετικής αλλοίωσης του χαλκούχου πυρίτη και για τον λόγο αυτό
περιοριζόταν σε στρώσεις μικρών διαστάσεων, οι οποίες εξορύσσονταν πολύ επι-
λεκτικά και εξαντλητικά με χειρωνακτικές μεθόδους. Τούτο είχε σαν αποτέλεσμα
να μην υπάρχουν σήμερα στη διάθεση των γεωλόγων εμφανίσεις για λεπτομερή
μελέτη της χρυσοφόρου μεταλλοφορίας του τύπου Devil’s Mud. Κατά συνέπεια, με
τα γεωλογικά στοιχεία που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην παρούσα μελέτη
από τα Αρχεία της CMC και της ΑΕΕΧΠ&Λ, το παρόν Κεφάλαιο παρουσιάζει ενδια-
φέρον από επιστημονική άποψη.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 228

Με την εκμετάλλευση χρυσοφόρων εμφανίσεων ασχολήθηκε και η Cyprus Sulphur
and Copper Co Ltd την περίοδο 1939-1944 στα μεταλλεία της στην περιοχή Λίμνης.
Για τη δραστηριότητα αυτή, γίνεται μόνο σύντομη αναφορά λόγω ελλείψεως λεπτο-
μερών στοιχείων. Μετά περιγράφονται σε συντομία οι δραστηριότητες στον τομέα
του χρυσού στη Σκουριώτισσα πρώτα από την ΕΜΕ το 1979-1982 και αργότερα το
2017-2019 από την Hellenic Copper Mines Ltd. Στο τέλος του Κεφαλαίου δίδεται
μια συνοπτική εικόνα της συνολικής μεταλλευτικής δραστηριότητας στον τομέα
της έρευνας και εκμετάλλευσης χρυσοφόρων μεταλλευμάτων σε όλη την Κύπρο.

Β. Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΩΝ ΧΡΥΣΟΦΟΡΩΝ
ΚΑΙ ΑΡΓΥΡΟΦΟΡΩΝ ΚΟΙΤΑΣΜΑΤΩΝ

Ο χρυσός βρίσκεται στη φύση κατά κανόνα στη μεταλλική του μορφή και προ-
σήλκυσε το ενδιαφέρον του ανθρώπου από αρχαιοτάτους χρόνους. Είναι εύπλα-
στο μέταλλο με ιδιαίτερη εμφάνιση και λάμψη και χρησιμοποιήθηκε αρχικά εξ
ολοκλήρου για την κατασκευή κοσμημάτων και συναφών αντικειμένων. Λόγω
της σπανιότητάς του στη φύση έχει πάντοτε ιδιαίτερα υψηλή τιμή συγκριτικά
με άλλα μέταλλα και για τούτο χρησιμοποιείται στην κατασκευή νομισμάτων και
επενδυτικών αποθεμάτων. Επειδή όμως είναι ανοξείδωτο και έχει πολύ υψηλή
αγωγιμότητα σταδιακά άρχισε να ευρίσκει ευρείες εφαρμογές σε ηλεκτρικές και
ηλεκτρονικές συσκευές. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται ότι το χημικό σύμβολο
του χρυσού είναι Au και του αργύρου Ag.

Στην Κύπρο δεν υπάρχουν εμφανίσεις μεταλλικού χρυσού, ούτε υπήρξαν ποτέ οι
γεωλογικές συνθήκες που θα ευνοούσαν τη δημιουργία συγκεντρώσεων που να
είναι εκμεταλλεύσιμες σε οποιαδήποτε ιστορική ή σύγχρονη εποχή. Όμως ο χρυσός
και ο άργυρος ανιχνεύονται χημικά σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις (σε επίπεδο
μερικών γραμμαρίων ή χιλιοστών του γραμμαρίου ανά τόνο) στα μεταλλεύματα
των χαλκούχων πυριτών λόγω της παρουσίας ατόμων χρυσού ή αργύρου στο κρυ-
σταλλογραφικό πλέγμα του πυρίτη, τα οποία σε σπάνιες περιπτώσεις αντικαθιστούν
ιόντα σιδήρου (Dana and Ford, 1922). Είναι αυτός ο χρυσός που με φυσικοχημικές
διεργασίες που περιγράφονται κατωτέρω δημιούργησε τα χρυσοφόρα μεταλλεύ-
ματα του Τροόδους.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 229

Η πρώτη λεπτομερής περιγραφή της χρυσοφόρου μεταλλοφορίας δίδεται από τον
Λουκά Μούσουλο στη χειρόγραφο μελέτη του (Μούσουλος, 1947) και αργότερα
το 1957 στη δημοσίευσή του στον Όγδοο Τόμο των Annales Géologiques des Pays
Helléniques του Πανεπιστημίου Αθηνών με τίτλο «Συμβολή εις την Μελέτη των
Κοιτασμάτων Χαλκούχου Σιδηροπυρίτου της Νήσου Κύπρου» (Μούσουλος, 1957).

Κατά τον Λουκά Μούσουλο (1947 και 1957) η μεταλλοφορία χρυσού είναι αποτέ-
λεσμα υπεργενετικής αλλοίωσης του πρωτογενούς μεταλλεύματος σιδηροπυρίτη,
το οποίο όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, περιέχει ασήμαντες ποσότητες χρυσού και
αργύρου, οι οποίες διαλύονται και καταβυθίζονται σε χαμηλότερα στρώματα πολύ
πλησίον του υπό οξείδωση μεταλλεύματος. Αποτέλεσμα τούτου είναι ο σχηματι-
σμός λειμωνίτου με αυξημένες τιμές χρυσού και αργύρου σε σχέση με το αρχικό
μετάλλευμα. Σε άλλες περιπτώσεις όπου το μετάλλευμα υπέστη ολοσχερή έκπλυση
και πυριτίωση τούτο λαμβάνει την όψη ενός λευκού καολινιτικού ή εκ πυριτικού
οξέος υλικού, στο οποίο ο χρυσός και ο άργυρος συγκεντρώνονται μέσα σε φαιά
φλεβίδια. Όταν υπερισχύει η πυριτίωση σχηματίζονται μάζες πυριτικού υλικού σε
διάφορους χρωματισμούς με συγκεντρώσεις χρυσού και αργύρου.

Αξιόλογες συγκεντρώσεις χρυσού και αργύρου παρουσιάζονται επίσης μέσα σε φλέβες
κολλοειδούς πυριτικού οξέος οι οποίες απαντώνται μεταξύ του αναλλοίωτου πυριτού-
χου μεταλλεύματος και του υπερκείμενου οξειδωμένου τοιούτου ή ακόμη μεταξύ του
οξειδωμένου μεταλλεύματος και της υποκείμενης λευκής λόγω έκπλυσης λάβας. Οι
συγκεντρώσεις αυτές συνιστούν το χρυσοφόρο Devil’s Mud που αναφέρθηκε ανωτέρω.
Το υλικό των φλεβών του Devil’s Mud χαρακτηρίζεται από υψηλή απώλεια πύρωσης και
περιέχει περίπου 18% ευδιάλυτα άλατα κυρίως σιδήρου και χαλκού καθώς επίσης και
θειικού οξέος (μέχρι 3%) στο οποίο οφείλεται η οξύτητά του. Το μετάλλευμα του Devil’s
Mud είναι ένα αργιλώδες σκούρο υλικό με ειδικό βάρος 1,2 γρ./κυβ. εκ. επί τόπου και
0,9 γρ./κυβ. εκ. μετά την εξόρυξή του. Στην εμφάνιση είναι ξηρό, μαλακό και εύθραυστο
υλικό με την περίεργη ιδιότητα να μετατρέπεται σε υγρή λάσπη όταν πιεστεί. Σημειώ-
νεται ότι ο χρυσός και ο άργυρος δεν είναι ορατοί μικροσκοπικά παρά σε πολύ σπάνιες
περιπτώσεις (Kinderman, 2005) και δεν μπορεί να εμπλουτιστεί υδρομεταλλουργικά.

Η περιεκτικότητα του Devil’s mud σε χρυσό κυμαίνεται από ίχνη μέχρι το μέγιστο
1.500 γραμμάρια ανά τόνο (που έχει εντοπιστεί στο μεταλλείο Μαγκαλένη στην
Παρεκκλησιά), και του αργύρου κυμαίνεται από ίχνη μέχρι 24 κιλά ανά τόνο. Παρα-
δείγματα περιεκτικοτήτων δίδονται στις περιγραφές των εργασιών σε διάφορες
περιοχές που αναφέρονται στις σελίδες που ακολουθούν.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 230

Περιγραφή της χρυσοφόρου μεταλλοφορίας της Σκουριώτισσας δόθηκε επίσης
από τον Oscar Kortan, γεωλόγο της CMC τη δεκαετία του 1960, ο οποίος μελέ-
τησε περιορισμένες εμφανίσεις της στο οξειδωμένο κάλυμμα του κοιτάσματος, οι
οποίες δεν είχαν επηρεαστεί από την παλαιότερη εκμετάλλευση (Kortan, 1970).
Περιγραφή του Devil’s mud στο Μεταλλείο της Λίμνης στην Πάφο δόθηκε και από
τον John Gordon-Smith (1959) που εργάστηκε στο μεταλλείο αυτό τη δεκαετία
του 1950 και εντόπισε και αυτός περιορισμένης έκτασης χρυσοφόρο μεταλλοφο-
ρία που παρέμεινε ανέπαφη από τις παλαιότερες εκμεταλλεύσεις. Σημειώνεται
ότι ο Gordon-Smith αναφέρει παρουσία Devil’s mud και μέσα σε αρχαίες εκμε-
ταλλεύσεις.

Η υπεργενετική αλλοίωση του πρωτογενούς χαλκούχου μεταλλεύματος είχε επί-
σης σαν αποτέλεσμα την δημιουργία στο επίπεδο μεταξύ του αλλοιωμένου και του
πρωτογενούς μεταλλεύματος εκτεταμένων δευτερογενών συγκεντρώσεων χαλκού
αποτελούμενη κυρίως από τα ορυκτά κοβελλίνη και χαλκοσίνη. Οι συγκεντρώσεις
αυτές έτυχαν εξαντλητικής εκμετάλλευσης από τους αρχαίους μεταλλωρύχους,
ενώ αντίθετα, τα χρυσοφόρα μεταλλεύματα έμειναν ανέπαφα. Από τα στοιχεία
των εκμεταλλεύσεων χρυσού την περίοδο 1933-1946 εξάγεται το συμπέρασμα ότι
κατά την αρχαιότητα δεν έγινε οποιασδήποτε κλίμακας εκμετάλλευση της χρυσο-
φόρου μεταλλοφορίας. Τοσούτο μάλλον, λόγω και της οξύτητας του Devil’s mud οι
αρχαίοι μεταλλωρύχοι θα πρέπει να απέφευγαν οποιαδήποτε επαφή με το μετάλ-
λευμα αυτό. Οι παρατηρήσεις αυτές οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν πραγμα-
τοποιήθηκε ποτέ εξόρυξη και παραγωγή χρυσού και αργύρου στην Κύπρο κατά
την αρχαιότητα από τα κυπριακά κοιτάσματα χαλκούχων πυριτών όπως έγινε στην
περίπτωση του χαλκού.

Γ. ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΣΚΟΥΡΙΩΤΙΣΣΑΣ ΚΑΙ ΑΠΛΙΚΙΟΥ

Όπως αναφέρεται στην ετήσια έκθεση της CMC για τη Σκουριώτισσα το 1932, αν
και η πιθανή οικονομική σημασία του Devil’s Mud αναγνωρίστηκε από την εποχή
του εντοπισμού του το 1919, δεν έγινε οποιαδήποτε εκμετάλλευσή του τότε
λόγω της έλλειψης προσωπικού αλλά και λόγω του γεγονότος ότι δεν είχαν στη
διάθεσή τους εγκαταστάσεις για τον εμπλουτισμό του. Για τούτο η Εταιρεία δεν
ασχολήθηκε με την εκμετάλλευση του υλικού αυτού μέχρι το 1932, όταν μειώ-
θηκε η παραγωγή στο μεταλλείο Σκουριώτισσας λόγω της σημαντικής μείωσης της

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 231

τιμής του χαλκού. Τούτο ώθησε την Εταιρεία να επανέλθει στο θέμα του χρυσού
με σκοπό τον εντοπισμό ικανοποιητικών αποθεμάτων, που να δικαιολογούν τη
δημιουργία εγκαταστάσεων και τη διεξαγωγή δοκιμών εμπλουτισμού του χρυσο-
φόρου μεταλλεύματος. Αποτέλεσμα των εργασιών του 1932 ήταν ο εντοπισμός
κατ’ αρχάς στο μεταλλείο της Σκουριώτισσας αποθέματος 2.000 τόνων χρυσοφό-
ρου μεταλλεύματος με μέση περιεκτικότητα μίαν ουγγία (31,1 γραμμάρια) χρυσού
ανά τόνο μεταλλεύματος. Παράλληλα, η Εταιρεία αξιοποίησε το αδρανές pilot
plant, που είχε χρησιμοποιηθεί για τις δοκιμές εκχύλισης του μεταλλεύματος του
Μαυροβουνίου, για να διερευνήσει τη δυνατότητα εμπλουτισμού του χρυσοφό-
ρου μεταλλεύματος. Αποτέλεσμα της διερεύνησης αυτής ήταν η διαπίστωση ότι
ο διαχωρισμός του χρυσού και αργύρου στο Devil’s Mud μπορούσε να επιτευχθεί
ικανοποιητικά μόνο με τη μέθοδο της κυανιώσεως και όχι με επίπλευση (flotation)
που είχαν πειραματιστεί αρχικά.

Με βάση τα πιο πάνω αποτελέσματα, και εν όψει του περιορισμού στην παρα-
γωγή χαλκούχων πυριτών στο μεταλλείο της Σκουριώτισσας, το 1933 η Εταιρεία
απεφάσισε να προχωρήσει στην αξιοποίηση των χρυσοφόρων συγκεντρώσεων
που εντοπίστηκαν εκατέρωθεν της στοάς στο επίπεδο 250 μ. (820 πόδια). Από τα
πρώτα υπόγεια έργα, τα οποία έγιναν για την εξόρυξη του χρυσοφόρου μεταλλεύ-
ματος, διαπιστώθηκε ότι τούτο οφειλόταν στην υπεργενετική αλλοίωση (supergene
enrichment) του πρωτογενούς μεταλλεύματος σιδηροπυρίτη, πράγμα που καθοδή-
γησε την περαιτέρω έρευνα με αποτέλεσμα τον εντοπισμό αξιόλογων αποθεμάτων.
Στο Σχήμα 3.1 δεικνύεται η έκταση του χρυσοφόρου μεταλλεύματος στην περιοχή
δυτικά του κοιτάσματος της Σκουριώτισσας και μιας μικρότερης εμφάνισης στα
ανατολικά του. Τούτο είχε τη μορφή μίας ανώμαλης οριζόντιας στρώσης με συνο-
λική έκταση 40.000 τετρ. μέτρα της οποίας το πάχος κυμαινόταν από 15 μέχρι 180
εκατοστά (6 ίντσες-6 πόδια). Η υπόγεια εκμετάλλευση διήρκεσε μέχρι το 1936 και
από το επόμενο έτος συνεχίστηκε με επιφανειακή αποκάλυψη στο δυτικό μέρος
του λόφου της Σκουριώτισσας (Φουκάσας), η οποία διήρκεσε μέχρι το 1942 οπότε
εξαντλήθηκαν τα αποθέματα. Μικρότερης κλίμακας εκμετάλλευση έγινε και στο
ανατολικό μέρος του λόφου.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 232

Σημειώνεται ότι μέχρι τη λειτουργία της μονάδας κυανιώσεως, οι πρώτες ποσότητες
χρυσοφόρου μεταλλεύματος που εξορύχθηκαν είχαν σταλεί για εμπλουτισμό στη
μεταλλουργική βιομηχανία Norddeutsche Affinerie στη Γερμανία. Τούτο έγινε σε δύο
αποστολές: Η πρώτη τον Απρίλιο του 1934 φαίνεται ότι ήταν δοκιμαστική γιατί ήταν
μόνο 7,78 τόνοι που, βάσει υπολογισμών, περιείχαν 157 ουγγίες χρυσού και 767 ουγ-
γίες αργύρου. Η δεύτερη αποστολή έγινε τον Ιούνιο το ιδίου έτους και ήταν 366 τόνοι
που υπολογίζετο ότι περιείχαν 2.563 ουγγίες χρυσού και 16.582 ουγγίες αργύρου. Στο
σημείο αυτό αναφέρεται ότι μετά την πρώτη αποστολή η Εταιρεία διαπίστωσε ότι το
χρυσοφόρο μετάλλευμα περιείχε και τιμές του στοιχείου σελήνιο, οι οποίες έφθαναν
μέχρι 3,5%. Για τούτο συνήψαν συμφωνία με την Norddeutsche Affinerie, η οποία
προνοούσε τον διαμοιρασμό μεταξύ τους της αξίας του περιεχομένου σεληνίου στις
ποσότητες του μεταλλεύματος και αργότερα των συμπυκνωμάτων προϊόντων της
κυανιώσεως, που θα τους απέστελλε για τελική μεταλλουργική επεξεργασία.

Η παραγωγή χρυσοφόρου μεταλλεύματος από το μεταλλείο της Σκουριώτισσας
κατά την περίοδο 1933-1942 ανήλθε στους 118.343 τόνους και η ποσότητα χρυσού
και αργύρου που ανακτήθηκε από το μετάλλευμα αυτό στο εργοστάσιο κυανιώ-
σεως στο Ξερό ήταν 1.861,8 κιλά και 12.141,5 κιλά αντιστοίχως, βλέπε Πίνακα 3.1.
Μετά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα από την εκμετάλλευση του χρυσοφόρου

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 233

μεταλλεύματος στη Σκουριώτισσα, το 1935 η Εταιρεία απεφάσισε να ασχοληθεί
εντατικά με την έρευνα και εκμετάλλευση χρυσοφόρων (και πάντοτε αργυροφό-
ρων) εμφανίσεων και σε άλλες περιοχές της Κύπρου και για τούτο άρχισε ερευνη-
τικό πρόγραμμα που κάλυψε σχεδόν ολόκληρο το νησί. Όπως ήταν φυσικό αναζη-
τήθηκαν πρώτα περιοχές με οξειδώσεις στο γεωλογικό περιβάλλον των λαβών του
Τροόδους, αλλά επέδειξαν ενδιαφέρον και οπουδήποτε αλλού στην Κύπρο υπήρχαν
πληροφορίες για την ύπαρξη οξειδώσεων και χρυσού. Στις εκθέσεις της CMC σημει-
ώνεται ότι στα πρώτα στάδια των ερευνών τους συμβουλεύονταν τις σημειώσεις
που είχε αφήσει ο Gunther από τις δικές του επισκοπήσεις.

Είναι αυτονόητο ότι οι πρώτες περιοχές που ερευνήθηκαν το 1935 ήταν οι πλησι-
έστερες προς τη Σκουριώτισσα γνωστές εμφανίσεις και συγκεκριμένα νοτίως του
κοιτάσματος του Μαυροβουνίου, χωρίς όμως να εντοπιστεί οποιοδήποτε ενδιαφέ-
ρον και στην περιοχή του Απλικίου, τρία χιλιόμετρα νοτιότερα, η οποία είχε καλυ-
φθεί από το 1913 με Ερευνητική Άδεια. Στην περιοχήν αυτή εντοπίστηκε χρυσο-
φόρο μετάλλευμα και ακολούθησε την περίοδο 1936-1938 η εκμετάλλευσή του με
επιφανειακά και υπόγεια έργα κατά την οποία εξορύχθηκαν συνολικά 5.446 τόνοι
μεταλλεύματος από το οποίο παρήχθησαν 107 κιλά χρυσού και 435 κιλά αργύρου.
Σαν αποτέλεσμα των εργασιών αυτών για χρυσό ήταν ο εντοπισμός του κοιτάσμα-
τος χαλκούχου πυρίτη του Απλικίου, που η Εταιρεία εκμεταλλεύτηκε αργότερα. Μια
άλλη γειτονική εμφάνιση που ερευνήθηκε ήταν αυτή πάνω από το χωριό Αμπελικού,
που βρίσκεται περί τα πέντε χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Μαυροβουνίου, χωρίς
όμως να εντοπιστεί αξιόλογη μεταλλοφορία.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 234

Εικόνα 3.1 Μεταλλείο Σκουριώτισσας, μέτωπο Devil’s Mud
στο Πάτωμα 250 μ. (820’), (Πάχος στρώσης περίπου 25 εκ.), 1934.

Plate 3.1 Skouriotissa Mine, face of Devil’s Mud
at Level 250 m (820’) (Thickness of layer about 25 cm), 1934.

Εικόνα 3.2 Μεταλλείο Σκουριώτισσας, Σωροί Χρυσοφόρου Μεταλλεύματος
στην Πλατεία 279 μ. (915’), Ιανουάριος 1934.
Plate 3.2 Skouriotissa Mine, Heaps of Gold Ore
at Level 279 m (915’), January 1934.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 235

Εικόνα 3.3 Μεταλλείο Σκουριώτισσας, Σωροί Χρυσοφόρου Μεταλλεύματος
στην Πλατεία 210 μ. (710’), Ιούλιος 1934.

Plate 3.3 Skouriotissa Mine, Heaps of Gold Ore
at the Platea of Level 210 m (710’), January 1934.

Εικόνα 3.4 Μεταλλείο Απλικιού, Υπόγεια Έργα Εκμετάλλευσης Χρυσού, 1936.
Plate 3.4 Apliki Mine, Underground Gold Mining Workings, 1936.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 236

Εικόνα 3.5 Μεταλλείο Απλικιού, Επιφανειακή Εκμετάλλευση Χρυσού, 1936.
Plate 3.5 Apliki Mine, Gold Opencast Mining, 1936.

Εικόνα 3.6 Μεταλλείο Απλικιού, Πλατεία 213 μ. και πάνω η Αποκάλυψη Χρυσού, 1938.
Plate 3.6 Apliki Mine, Platea 213 m and above it the Gold Opencast, 1938.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 237

Δ. ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ΣΤΡΟΓΓΥΛΟΥ (ΝΟΤΙΟΥ ΜΑΘΙΑΤΗ)

Τον Οκτώβριο του 1935 η εταιρεία CMC πληροφορήθηκε ότι σε πηγάδι νερού νοτίως
του χωριού Μαθιάτης είχε ανευρεθεί μεταλλοφορία πυρίτη και ανετέθη σε γεωλόγο
της να διερευνήσει το θέμα. Κατά την επίσκεψή του στην περιοχή, διαπίστωσε ότι
η μεταλλοφορία ήταν πολύ πτωχή, αλλά εντυπωσιάστηκε από την παρουσία εκτε-
ταμένου σωρού σκωριών στη γειτονική περιοχή καθώς επίσης έντονων οξειδώσεων
και από τα πρώτα δείγματα διαφάνηκε ότι αυτές περιείχαν τιμές χρυσού και αργύ-
ρου. Τούτο ώθησε την Εταιρεία να εξασφαλίσει Ερευνητική Άδεια και να αρχίσει
ερευνητικές εργασίες. Από τα πρώτα στάδια των ερευνών εντοπίστηκε στρώση
Devil’s Mud πάχους 14 ιντσών με ανάλυση χρυσού 20 ουγγίες/τόνο (620 γρ./τόνο)
πράγμα που ενεθάρρυνε την Εταιρεία να εντατικοποιήσει την έρευνα στην τοπο-
θεσία αυτή. Τα έργα της συνίσταντο κυρίως από χαρακώματα, στοές και φρέατα
από τα οποία διανοίγονταν διακλαδώσεις στοών μέσω των οποίων εντοπιζόταν η
εξάπλωση του χρυσοφόρου μεταλλεύματος και μετά ακολουθούσε υπαίθρια εκμε-
τάλλευσή του με τη μετακίνηση του επιφανειακού εδάφους, την αποκάλυψη και
εξόρυξη του. Από τα πρώτα στάδια των ερευνών διαπιστώθηκε ότι τα υπερκείμενα
στείρα πετρώματα ήταν σχετικά χαλαρά και μικρού πάχους. Στο Σχήμα 3.2 δεικνύεται
η αποκάλυψη του Νοτίου Μαθιάτη κατά τα τελευταία στάδια της λειτουργίας του
μεταλλείου. Αυτή είχε ελλειψοειδές σχήμα με μήκος 150 μέτρα, πλάτος 90 μέτρα,
βάθος 40 μέτρα και συνολική έκταση 15.000 τετραγωνικά μέτρα. Όπως σημειώνε-
ται, για ερευνητικούς σκοπούς έγιναν δεκάδες φρέατα και μέσα από αυτά πυκνό
δίκτυο ερευνητικών στοών και ακολούθησε υπαίθρια εκμετάλλευση σε οκτώ δια-
φορετικά πατώματα. Κάτω από το χρυσοφόρο μετάλλευμα εντοπίστηκε μεταλλο-
φορία πυρίτη, η οποία όμως, όπως αποδείχθηκε από μεταγενέστερες γεωτρήσεις
δεν ήταν ιδιαίτερα πλούσια σε χαλκό.

Λόγω της φύσεως του μεταλλεύματος η εκμετάλλευσή του ήταν πολύ επιλεκτική
και κατά συνέπεια υψηλού εργατικού κόστους. Όπως φαίνεται στις φωτογραφίες
που επισυνάπτονται απασχολούντο δεκάδες εργάτες και εργάτριες που εργάζονταν
χειρωνακτικά στην αποκάλυψη, εξόρυξη και ενσάκιση του επιλεγμένου χρυσοφόρου
υλικού. Τα σακιά μεταφέρονταν με αυτοκίνητα της Εταιρείας είτε απ’ ευθείας στο
εργοστάσιο κυανιώσεως στο Ξερό, είτε στον σιδηροδρομικό σταθμό στη Λευκωσία
για να μεταφερθούν από εκεί στο Ξερό. Σημειώνεται ότι το cut-off grade σε χρυσό
ήταν 0,20 ουγγίες/ τόνο (6,22 γρ./τόνο). Στα τελευταία στάδια της εκμετάλλευσης,
τον Μάιο του 1938 η τιμή αυτή αυξήθηκε σε 0,30 ουγγίες/ τόνο (9,33 γρ./τόνο).

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 238

Το μεταλλείο λειτούργησε από τον Δεκέμβριο του 1935 μέχρι τον Σεπτέμβριο του
1938 με μικρές περιόδους διακοπής και από αυτό έχουν εξορυχθεί συνολικά 28.518
τόνοι μεταλλεύματος. Η ποιότητα του μεταλλεύματος ήταν κατά μέσον όρο 26,37
γραμμάρια ανά τόνο σε χρυσό και 290,25 γραμμάρια ανά τόνο σε άργυρο. Από την
επεξεργασία του μεταλλεύματος αυτού η Εταιρεία παρήγαγε 752 κιλά χρυσού και
8.277 κιλά αργύρου, βλέπε Πίνακα 3.2.

Σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια της εκμετάλλευσης διαπιστώθηκε ότι η ίδια
μεταλλοφόρος εμφάνιση απετέλεσε αντικείμενο εκμετάλλευσης για χαλκό σε
παλαιότερη περίοδο, πράγμα που εξηγεί και την παρουσία σωρών σκωρίας στην
περιοχή. Ανακαλύφθηκαν παλαιές στοές και φρέατα μαζί με ξύλινες υποστηρίξεις,
καθώς επίσης και πήλινα σκεύη τα οποία χρονολογήθηκαν από το Κυπριακό μου-
σείο ως ‘late Roman’.

Είναι ενδιαφέρον να αναφερθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι αρχαίες ξύλινες
δοκοί είχαν διάμετρο 30 εκατοστά. Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο είναι ότι διαπιστώ-
θηκε ότι οι αρχαίοι μεταλλωρύχοι προέβαιναν στην εξόρυξη εκείνου του μέρους του
οξειδωμένου μεταλλεύματος, το οποίο ήταν πλούσιο σε οξείδιο του πυριτίου και
πιστεύεται ότι τούτο εγίνετο διότι το χρησιμοποιούσαν σαν fluxing (συλλίπασμα)
κατά τη μεταλλουργική επεξεργασία του χαλκούχου μεταλλεύματος.

ΣΧΗΜΑ 3.2 - ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ΧΡΥΣΟΥ ΝΟΤΙΟΥ ΜΑΘΙΑΤΗ ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
FIGURE 3.2 THE MATHIATIS SOUTH GOLD MINE

19600 19600
8200 19800
8400 20000
8600 20200
8800 20400
9000
9200
9400

1300 1320

1340

19800

1360

1380 1400
1420

1440

20000

1300

ΟΡΙΟΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ
PIT BOUNDARY

1320

20200 1360 1400

ΚΛΙΜΑΚΑ - SCALE 1340 1380
0 100 200 ft.

8200
8400
8600
8800
9000
9200

9400
20400

(ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΣΕ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΣΣΙΝΙ ΣΕ ΠΟΔΙΑ) ( COORDINATES IN CASSINI SYSTEM IN FEET)

ΟΡΙΑ ΠΑΤΩΜΑΤΩΝ 1340 ΙΣΟΥΨΕΙΣ ΣΕ ΠΟΔΙΑ
LEVEL BOUNDARIES CONTOURS IN FEET

ΦΡΕΑΤΑ ΧΑΡΑΚΩΜΑΤΑ 239
SHAFTS TRENCHES

ΓΕΩΤΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟΕΣ
BOREHOLES ADITS

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 240

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 241

Εικόνα 3.7 Μεταλλείο Χρυσού Νότιου Μαθιάτη, Τομή Devil’s Mud, 1936.
Plate 3.7 Mathiatis South Gold Mine, Section of Devil’s Mud, 1936.

Εικόνα 3.8 Ενσάκκιση στο Μεταλλείο Χρυσού Νότιου Μαθιάτη, Απρίλιος 1936.
Plate 3.8 Ore bag-filling at Mathiatis (South), April 1936.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 242

Plate 3.8 Ore Bag-filling at Mathiatis South Gold Mine, April 1936.

Εικόνα 3.9 Μεταλλείο Χρυσού Νότιου Μαθιάτη, Υπαίθρια Εκμετάλλευση, 1938.
Plate 3.9 Mathiatis South Gold Mine, Opencast Mining, 1938.

Εικόνα 3.10 Μεταλλείο Χρυσού Νοτίου Μαθιάτη, τα Μέσα Μεταφοράς Μεταλλεύματος.
Plate 3.10 Mathiatis South Gold Mine, the Means of Ore Transportation.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Εικόνα 3.11 Πανοραμική άποψη του Μεταλλείου Χρυσού Νότιου Μαθιάτη με μεγένθυνση του κεντρικού μέρους, Απρίλιος 1937. 243
Plate 3.11 Panoramic View of Mathiatis South Gold Mine with an enlargement of its central part, April 1937.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 244

Ε. ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ΜΑΘΙΑΤΗ (ΒΟΡΕΙΟΥ)

Τον Νοέμβριο του 1935 ο γεωλόγος της CMC που απασχολείτο στο Νότιο Μαθιάτη
κατά τη διαδρομή του από το χωριό Αγία Βαρβάρα προς το χωριό Μαθιάτης, πρόσεξε
ότι στην ανατολική πλευρά του δρόμου υπήρχε μικρή εμφάνιση γύψου και οξειδωμέ-
νου πετρώματος. Από το πρώτο δείγμα διαπιστώθηκε ότι η οξείδωση είχε ανάλυση
χρυσού με 0,12 ουγγίες ανά τόνο, πράγμα που τον ενεθάρρυνε να δώσει περισσότερη
σημασία στην εμφάνιση αυτή. Τα επόμενα δείγματα έδωσαν 1,36 και 5,52 ουγγίες
χρυσού και αργύρου αντιστοίχως, οδηγώντας την Εταιρεία να περιλάβει την περιοχή
αυτή στην Ερευνητική Άδεια που κάλυπτε και την εμφάνιση στον Νότιο Μαθιάτη.

Τον Δεκέμβριο του 1935 άρχισε η επιφανειακή έρευνα στην περιοχή με χαρακώματα
και αβαθή φρέατα, τα οποία επιβεβαίωσαν την παρουσία χρυσοφόρου μεταλλο-
φορίας κάτω από το επιφανειακό κάλυμμα και εντόπισαν μεταλλοφορία πυρίτη σε
βάθος 40 ποδών. Τους μήνες που ακολούθησαν εκτελέστηκαν διάφορα ερευνητικά
έργα στην ευρύτερη περιοχή με βάση τα οποία έγινε υπολογισμός ότι το χρυσοφόρο
μετάλλευμα εκτεινόταν προς ανατολάς σε ζώνη μήκους 150 μέτρων και πλάτους 60
μέτρων και περιέκλειε αποθέματα 15.000 τόνων κάτω από μικρό πάχος υπερκει-
μένων στείρων. Έτσι η Εταιρεία έλαβε την απόφαση να αρχίσει επιφανειακή εκμε-
τάλλευση με βαθμίδες ανά 12 πόδια μετακινώντας το λεπτό επιφανειακό κάλυμμα.

Από τον Ιούνιο του 1936 άρχισε η συστηματική εκμετάλλευση του χρυσοφόρου κοιτά-
σματος, η οποία γινόταν τόσον με επιφανειακή εξόρυξη όσον και με υπόγεια έργα, τα
οποία έφθαναν μέχρι την μεταλλοφορία πυρίτη. Το χρυσοφόρο μετάλλευμα ευρίσκετο σε
στρώσεις πάχους από μερικά εκατοστά μέχρι ένα και πλέον μέτρο πάνω από τον πυρίτη
και με ποιότητα που σε περιπτώσεις υπερέβαινε τα 40 γραμμάρια ανά τόνο. Η εξόρυξη
γινόταν χειρωνακτικά με την εργοδότηση μεγάλου αριθμού ανδρών και γυναικών από τα
γύρω χωριά. Αυτοί οργανώνονταν σε πολλές ομάδες που αποτελούντο η κάθε μία από
περίπου έξι άνδρες, πέντε γυναίκες και τέσσερα αμάξια υπό την επίβλεψη ενός επιστάτη.

Παράλληλα η Εταιρεία διερευνούσε τη συγκέντρωση χαλκού και θείου στον πυρίτη
και πραγματοποιούσε γεωτρήσεις σε βάθος για τον σκοπό αυτό. Αποτέλεσμα των
ερευνών αυτών ήταν ο εντοπισμός αξιόλογων αποθεμάτων χαλκούχου πυρίτη. Σημει-
ώνεται ότι οι έρευνες για το χαλκούχο μετάλλευμα αντιμετώπιζαν πάντα σοβαρά
προβλήματα λόγω της μεγάλης εισροής νερού στα υπόγεια έργα, η οποία δύσκολα
αντιμετωπιζόταν με τα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους. Η παρουσία του νερού
στα υπόγεια έργα ίσως να εξηγεί και το γεγονός ότι δεν απασχόλησε τους αρχαίους

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 245

μεταλλωρύχους διότι δεν είχαν εντοπιστεί στην περιοχή αυτή ενδείξεις από αρχαίες
εκμεταλλεύσεις. Η ομαλή τοπογραφία της ευρύτερης περιοχής γύρω από το κοίτασμα
δεν ευνοούσε την ανόρυξη στοάς για την αποστράγγισή του όπως, για παράδειγμα
είχε γίνει στο μεταλλείο Πέτρας στην περιοχή Ασγάτας – Καλαβασού.

Η μηνιαία παραγωγή, οι εκάστοτε ποιότητες του μεταλλεύματος και η αντίστοιχη
ποσότητα των μετάλλων χρυσού και αργύρου που ανακτώντο από την επεξεργασία
του δεικνύονται στον Πίνακα 3.3. Η εκμετάλλευση του μεταλλείου Βόρειου Μαθιάτη
διήρκεσε από τον Δεκέμβριο του 1935 μέχρι τον Οκτώβριο του 1938 και έχουν εξο-
ρυχθεί συνολικά 13.227 τόνοι μεταλλεύματος. Η ποιότητα του μεταλλεύματος ήταν
κατά μέσον όρο 24,73 γραμμάρια ανά τόνο σε χρυσό και 95,21 γραμμάρια ανά τόνο
σε άργυρο. Από την επεξεργασία του μεταλλεύματος αυτού η Εταιρεία παρήγαγε
353,65 κιλά χρυσού και 1.347 κιλά αργύρου.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 246

Εικόνα 3.12 Μεταλλείο Χρυσού Βορείου Μαθιάτη, Τομή Devil’s Mud, 1936.
Plate 3.12 Mathiatis North Gold Mine, Section of Devil’s Mud, 1936.

Εικόνα 3.13 Μεταλλείο Χρυσού Βορείου Μαθιάτη, Αρχικά Έργα Αποκάλυψης, 1936.
Plate 3.13 Mathiatis North Gold Mine, Preliminary Opencast Works, 1936.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 247

Εικόνα 3.14 Άποψη του Μεταλλείου Χρυσού Βόρειου Μαθιάτη, Αύγουστος 1936.
Plate 3.14 View of the Mathiatis North Gold Mine, August 1936.

Εικόνα 3.15 Άποψη από ψηλά του Μεταλλείου Χρυσού Βόρειου Μαθιάτη, Ιούλιος 1936.
Plate 3.15 View from above of the Mathiatis North Gold Mine, July 1936.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Εικόνα 3.16 Πανοραμική άποψη του Μεταλλείου του Χρυσού Βόρειου Μαθιάτη με μεγέθυνση του κεντρικού μέρους, Αύγουστος 1936. 248
Plate 3.16 Panoramic View of the Mathiatis North Gold Mine with an enlargement of th central part, August 1936.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 249

ΣΤ. ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ΚΟΚΚΙΝΟΓΙΑΣ (ΜΙΤΣΕΡΟΥ)

Η περιοχή Κοκκινόγιας κοντά στο χωριό Μιτσερό προσήλκυσε το 1938 το ερευνητι-
κόν ενδιαφέρον για χρυσό και άργυρο της Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Χημικών
Προϊόντων και Λιπασμάτων (ΑΕΕΧΠ&Λ). Όπως ήταν φυσικό αυτή επικεντρώθηκε
στην περιοχή των οξειδώσεων, οι οποίες ήταν μερικώς καλυμμένες από σωρούς
σκωριών και στείρων προερχόμενα από τις αρχαίες εκμεταλλεύσεις. Τα ερευνη-
τικά έργα συνίσταντο από χαρακώματα και αβαθή φρέατα σε διάφορα σημεία των
οξειδώσεων, τα οποία αποσκοπούσαν στον εντοπισμό σημείων συγκεντρώσεως
χρυσοφόρου μεταλλοφορίας και η εκμετάλλευση που ακολούθησε έγιναν υπό την
καθοδήγηση του γεωλόγου-μεταλλειολόγου Ι. Βερμέιρεν.

Λόγω της φύσεως της μεταλλοφορίας οι περιοχές των οξειδώσεων στις οποίες εντο-
πίζετο ενδιαφέρον δεν συνιστούσαν πάντοτε ενιαίο όγκο προς εκμετάλλευση, όπως
συμβαίνει συνήθως με τα κοιτάσματα πυριτών. Αντίθετα, διαπιστωνόταν η ύπαρξη
εκμεταλλεύσιμων συγκεντρώσεων σε διάφορα μέρη και υψόμετρα μέσα στις οξει-
δώσεις και κατά συνέπεια η εκμετάλλευσή τους απαιτούσε ξεχωριστά έργα προσπε-
λάσεων και ανάλογο προγραμματισμό στη σειρά εξόρυξής τους. Επίσης, λόγω της
σχετικά εκτεταμένης επιφάνειας των οξειδώσεων και του γεγονότος ότι τα ερευνητικά
και μεταλλευτικά έργα εκείνη την εποχή γίνονταν χειρωνακτικά, η δραστηριότητα θα
μπορούσε να λαμβάνει χώρα συγχρόνως σε διάφορα σημεία και επίπεδα των οξειδώ-
σεων. Όπως ήταν φυσικό δε, οι ερευνητικές εργασίες ακόμα και στα αρχικά στάδια
είχαν και σαν αποτέλεσμα την παραγωγή ποσότητας μεταλλεύματος. Έτσι, η παρα-
γωγική δραστηριότητα άρχισε από τη φάση των ερευνητικών εργασιών.

Στο Σχήμα 3.3 δεικνύεται η κεντρική περιοχή Κοκκινόγιας όπου είχαν εκτελεστεί τα
σημαντικότερα ερευνητικά και μεταλλευτικά έργα. Από τα στοιχεία των έργων αυτών
όπως η σειρά και η ημερομηνία εκτέλεσής τους, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα
ότι η όλη δραστηριότητα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έγινε σε τρία στάδια - φάσεις.

Το πρώτο στάδιο περιλάμβανε τα επιφανειακά έργα όπως τα χαρακώματα και τα περισ-
σότερα φρέατα, και ενίοτε με αφετηρία αυτά, αβαθή κεκλιμένα και στοές. Το κεκλιμένο
Κ1, βλέπε Σχήμα 3.3 και οι στοές μέσα από αυτό φαίνεται να έγιναν στο στάδιο αυτό,
το οποίο τοποθετείται χρονικά στο έτος 1938 μέχρι τους πρώτους μήνες του 1939.

Η πλουσιότερη μεταλλοφορία χρυσού (πάντοτε και αργύρου μαζί) απαντάται σ’
αυτό που χαρακτηρίζεται στις γεωλογικές τομές σαν ‘υλικό’ και αναφέρεται στο


Click to View FlipBook Version