The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.
Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by placebo, 2021-12-09 04:15:25

CYPRUS METTALEIA e-edition

CYPRUS METTALEIA e-edition

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 100

Εικόνα 2.8 Ο C.G. Gunther (τρίτος από αριστερά) κατά τη διαπραγμάτευση
με τους ιδιοκτήτες της γης στη Φουκάσα, ιστάμενοι πάνω στον σωρό των Σκωριών, 1913.

Plate 2.8 C.G. Gunther (third from the left) during the negotiations
with the land owners of Foucasa Hill, standing on the Slag heap, 1913.

Εικόνα 2.9 Αριστερά η Είσοδος της Κύριας Στοάς το 1926 και δεξιά μεταφορά μεταλλεύματος
με μουλάρια κατά τα πρώτα χρόνια (1920) στη Σκουριώτισσα.

Plate 2.9 To the left the entrance to the Main Adit in 1926 and to the right the transportation
of ore by mules in the early years (1920) at Skouriotissa.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 101

Εικόνα 2.10 Συνάθροιση στη Σκουριώτισσα Μεταλλωρύχων για Πληρωμή, 1928.
Plate 2.10 Gathering of Miners at Skouriotissa on Pay Day, 1928.

Εικόνα 2.11 Η Παλαιά Aποβάθρα στην Πεντάγια, 1922.
Plate 2.11 The Old Jetty at Pentayia, 1922.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 102

Εικόνα 2.12 Η Αποβάθρα Ξερού, 1926.
Plate 2.12 The Xeros Jetty, 1926.

Εικόνα 2.13 Βαγόνια μεταλλεύματος στην αποβάθρα Ξερού, 1926.
Plate 2.13 A line of Wagons on the Xeros Jetty, 1926.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 103

Εικόνα 2.14 O ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός Ξερού, 1926.
Plate 2.14 The Electricity Power Station at Xeros, 1926.

Εικόνα 2.15 Άποψη του Λόφου και του Μεταλλείου Σκουριώτισσας, από αέρος από τα Δυτικά, 1965.
Plate 2.15 View from the air of the Hill and the Mine of Skouriotissa, looking from West, 1965.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 104

Εικόνα 2.16 Η Νοτιοανατολική πλευρά του Μεταλλείου Σκουριώτισσας, 1965.
Plate 2.16 The South-eastern side of the Skouriotissa Mine, 1965.

Εικόνα 2.17 Άποψη του Μεταλλείου Φοίνιξ, 1973.
Plate 2.17 A view of the Phoenix Mine, 1973.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 105

Εικόνα 2.18 Άποψη των Δεξαμενών Copper Cement στη Σκουριώτισσα, 1990.
Plate 2.18 View of the Copper Cement Launders at Skouriotissa, 1990.

Εικόνα 2.19 Παραγωγή Καθόδων Χαλκού στη Σκουριώτισσα, 1996.
Plate 2.19 Production of Copper Cathodes at Skouriotissa, 1996.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 106

Εικόνα 2.20 Αεροφωτογραφία της Κεντρικής Πλατείας του Μαυροβουνίου, 1965.
Plate 2.20 Aerial Photograph of the Main Platea of Mavrovouni Mine, 1965.

Εικόνα 2.21 Η Κεντρική Πλατεία του Μεταλλείου Μαυροβουνίου
με το Φρέαρ 6 στο κέντρο και τα Αποδυτήρια στο βάθος, 1950.

Plate 2.21 A view of the Main Platea of Mavrovouni Mine
with Shaft No. 6 in the centre and the Changing House at the back, 1950.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 107

Εικόνα 2.22 Άποψη της Κεντρικής Πλατείας του Μαυροβουνίου
με το Κτίριο των Αποδυτηρίων και τον Κόλπο Μόρφου στο βάθος, 1960.

Plate 2.22 A View of the Main Platea at Mavrovouni
with the Changing House and the Morphou Bay in the background, 1960.

Εικόνα 2.23 Η Είσοδος της Κύριας Στοάς στο υψόμετρο 96 μ. (314’)
στην Κεντρική Πλατεία Μαυροβουνίου, 1940.

Plate 2.23 The Entrance to the Main Adit at elevation 96 m. (314’)
at the Main Platea of Mavrovouni, 1940.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 108

Εικόνα 2.24 Οι Εσωτερικές Εγκαταστάσεις των Αποδυτηρίων Μαυροβουνίου, 1940.
Plate 2.24 The installations inside the Changing Rooms at Mavrovouni, 1940.

Εικόνα 2.25 Μεταλλείο Μαυροβουνίου, η Κεντρική Στοά στο επίπεδο 96 μ., 1930.
Plate 2.25 Mavrovouni Mine, the Main Adit at level 96 m., 1930.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 109

Εικόνα 2.26 Μεταλλείο Μαυροβουνίου, το Φρέαρ Αρ. 3, 1930.
Plate 2.26 Mavrovouni Mine, Shaft No. 3, 1930.

Εικόνα 2.27 Οι εγκαταστάσεις φορτοεκφόρτωσης στην Κεντρική Πλατεία του Μαυροβουνίου, 1940.
Plate 2.27 A view of the loading installations at the Main Platea of Mavrovouni Mine, 1940.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 110

Εικόνα 2.28 Το Μεταλλείο Απλικίου, η Βορειοανατολική Πλευρά, 1970.
Plate 2.28 The Apliki Mine, the North-eastern side, 1970.

Εικόνα 2.29 Γενική άποψη των Εγκαταστάσεων Εμπλουτισμού στο Ξερό, 1965.
Plate 2.29 An aerial view of the Dressing Plant Installations at Xeros, 1965.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 111

Εικόνα 2.30 Μερική άποψη των Εγκαταστάσεων Εμπλουτισμού στο Ξερό, 1970.
(Στο βάθος η Γερανογέφυρα Φορτώσεων Καραβοστασίου της ΕΜΕ.)
Plate 2.30 View of a part of the Dressing Installations at Xeros, 1970.
(In the background, the Karavostasi Loading Bridge of HMC.)

Εικόνα 2.31 Αποθήκευση Copper Concentrate (δεξιά) και Pysands (αριστερά) στο Ξερό, 1939.
Plate 2.31 The Sheds of Copper Concentrate (right) and Pysands (left) at Xeros, 1939.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 112

Ε. ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΑΣΓΑΤΑΣ – ΚΑΛΑΒΑΣΟΥ

1. Εισαγωγή

Η περιοχή Ασγάτας – Καλαβασού μπορεί να θεωρηθεί ως η τρίτη σημαντικότερη
μεταλλευτική περιοχή της Κύπρου μετά τη Σκουριώτισσα – Μαυροβούνι και τη Λίμνη.
Στην εν λόγω περιοχή εργάστηκε η Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων
και Λιπασμάτων (ΑΕΕΧΠ&Λ), η οποία από το 1935 έγινε κάτοχος των ερευνητικών
αδειών και μετά από επιτυχείς έρευνες εντόπισε το πρώτο κοίτασμα και άρχισε την
εκμετάλλευσή του το 1937. Στη συνέχεια εντόπισε και αριθμό άλλων κοιτασμάτων
των οποίων η εκμετάλλευση διήρκεσε μέχρι το 1977. Εν τω μεταξύ, το έτος 1948 η
ΑΕΕΧΠ&Λ ίδρυσε και ενέγραψε στην Κύπρο την Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία Λτδ.
στην οποία μεταβίβασε ολόκληρο το φάσμα των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων της.

Στις σελίδες που ακολουθούν παρουσιάζονται πρώτα διάφορα ιστορικά στοιχεία ανα-
φορικά με την εξέλιξη των ερευνητικών και μεταλλευτικών έργων στην περιοχή. Μετά
δίδεται μια εκτενής περίληψη της γεωλογίας των κοιτασμάτων χαλκούχων πυριτών της
περιοχής και γίνεται αναφορά στις σύγχρονες αντιλήψεις για τη γένεσή τους γενικά
στην περιοχή του Τροόδους. Μολονότι ο σκοπός της παρούσας εργασίας δεν είναι η
περιγραφή της γεωλογίας των κοιτασμάτων, στην περίπτωση της περιοχής Ασγάτας
– Καλαβασού θεωρήθηκε σκόπιμο να γίνει μια ειδική αναφορά, επειδή η μελέτη των
κοιτασμάτων της συνέβαλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση των εν λόγω αντιλήψεων.

Ακολουθούν οι περιγραφές των πέντε μεταλλείων που διανοίχθηκαν και λειτούρ-
γησαν στην περιοχή. Τα μεταλλεία αυτά ήταν τα ακόλουθα:

• Το Μεταλλείο Μαυριδιών με τα κοιτάσματα ‘Α’, ‘Β’, ‘Γ’, ‘Δ’, ‘Ε’ και το «Κοίτασμα
Μουσούλου»,

• Το Μεταλλείο Μαύρης Συκιάς,
• Το Μεταλλείο Πέτρας,
• Το Μεταλλείο Πλατειών και
• Το Μεταλλείο Λανταριών

Στο τέλος δίδονται στατιστικά στοιχεία αναφορικά με την παραγωγή μεταλλεύματος
σε κάθε μεταλλείο και τα τελικά εμπορεύσιμα προϊόντα για το σύνολο της περιοχής.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 113

2. Ιστορικά στοιχεία

Η πρώτη αναφορά τη νεώτερη εποχή για την Περιοχή Ασγάτας – Καλαβασού γίνε-
ται από τους Cullis and Edge (1927) κατά την επίσκεψή τους στην Κύπρο το 1921.
Στην έκθεσή τους γίνεται αναφορά στην αίτηση από τους Εμμανουήλ Χριστοφίδη
και Ν. Α. Σιακαλλή από τη Λάρνακα για Ερευνητική Άδεια στην Ασγάτα για χαλκό,
χρυσό, άργυρο, μόλυβδο, ψευδάργυρο, αρσενικό, θείο, μαγγάνιο και υδράργυρο.
Οι ίδιοι (Cullis και Edge) δεν είχαν επισκεφθεί την περιοχή διότι δεν υπήρχε τότε
σε ισχύ Ερευνητική Άδεια, αλλά αναφέρουν ότι η ύπαρξη εκτεταμένων σωρών
αρχαίων σκωριών στην περιοχή μαρτυρεί την παρουσία χαλκού. Αργότερα η Ερευ-
νητική Άδεια Ασγάτας φαίνεται να περιήλθε στην ιδιοκτησία του Γ. Χρ. Παυλίδη ο
οποίος, όπως αναφέρεται στην Ετήσια Έκθεση του Λειτουργού Μεταλλείων για το
1927, τη μεταβίβασε στην αγγλική εταιρεία Pyrite Company.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ερευνητική Άδεια Ασγάτας αναφέρεται στην περιοχή
των μεταλλείων Ασγάτας – Καλαβασού, διότι στην ευρύτερη περιοχή του χωριού
Ασγάτα δεν υπάρχουν άλλοι σωροί σκωριών από αυτούς της μεταλλευτικής Περι-
οχής Ασγάτας – Καλαβασού. Πρέπει να σημειωθεί ότι, αν και η περιοχή των μεταλ-
λευτικών έργων «Καλαβασού» εμπίπτει διοικητικά στα όρια του χωριού Ασγάτα,
από το 1928, τόσο η ερευνητική άδεια όσο και αργότερα η μεταλλευτική μίσθωση
παίρνουν το όνομά τους από το χωριό Καλαβασός. (Στην παρούσα μελέτη χρησι-
μοποιείται ο όρος «Ασγάτα – Καλαβασός» που είναι ορθότερος, διότι τα μεταλ-
λεία αυτής της περιοχής εμπίπτουν διοικητικά και στα δύο χωριά, τα περισσότερα
μάλιστα στην Ασγάτα.)

Το 1926 η εταιρεία Pyrite Company άρχισε έρευνες στην περιοχή της Ερευνητικής
Άδειας «Καλαβασού» και το 1929 εντόπισε συμπαγές μετάλλευμα πυρίτη αλλά με
χαμηλή περιεκτικότητα σε χαλκό. Γι’ αυτό, αλλά και λόγω της οικονομικής κρίσης
το 1931, αποχώρησε από την Κύπρο, διατηρώντας όμως την Άδεια αυτή για ενδε-
χόμενη μελλοντική επαναδραστηριοποίησή της.

Σε κάποιο στάδιο η Pyrite Company πρέπει να εγκατάλειψε την Ερευνητική Άδεια
γιατί από το 1935 η περιοχή καλύπτεται από την Ανώνυμο Ελληνική Εταιρεία Χημι-
κών Προϊόντων & Λιπασμάτων (ΑΕΕΧΠ&Λ), η οποία στην αρχή ασχολήθηκε με
έρευνα για πολύτιμα μέταλλα. Τον επόμενο χρόνο, επεκτείνοντας την ερευνητική
στοά «Αρ. 5» στο υψόμετρο 225 μ. της προηγούμενης εταιρείας, ανακάλυψε χαλ-

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 114

κούχο μεταλλοφορία. Μετά από γεωτρήσεις, διαπιστώθηκε η ύπαρξη σημαντικού
όγκου χαλκούχου πυρίτη. Το κοίτασμα αυτό αργότερα, μετά τον εντοπισμό και των
άλλων γειτονικών κοιτασμάτων ονομάστηκε Κοίτασμα ‘Α’. Από τα παλαιά στοιχεία
φαίνεται ότι η συμπαγής μεταλλοφορία που εντόπισε το 1929 η Pyrite Company,
ήταν μέρος του κοιτάσματος αυτού. Ακολούθως η ΑΕΕΧΠ&Λ αιτήθηκε την έκδοση
Μεταλλευτικής Μίσθωσης έκτασης 11 τετρ. μιλίων για την ευρύτερη περιοχή, την
οποία εξασφάλισε το 1937.

Από το 1937 αρχίζει η εκμετάλλευση στα Μεταλλεία Καλαβασού από την ΑΕΕΧΠ&Λ
(και αργότερα την ΕΜΕ), η οποία προχώρησε σχεδόν χωρίς διακοπή μέχρι το 1977.
Λόγω των ενθαρρυντικών αποτελεσμάτων των γεωλογικών ερευνών, η Εταιρεία το
1937 πήρε τις ακόλουθες σημαντικές αποφάσεις:

• Τη δημιουργία εγκαταστάσεων για λειοτρίβιση του (συμπαγούς) μεταλλεύ-
ματος στο Βασιλικό.

• Την κατασκευή εναέριου σιδηροδρόμου (ropeway) για τη φόρτωση των πλοίων
στο Βασιλικό, και

• Τη σύνδεση του μεταλλείου με τις εγκαταστάσεις Βασιλικού με σιδηροδρο-
μική γραμμή μήκους 7 μιλίων (11,2 χιλιομέτρων).

Επειδή η σιδηροδρομική γραμμή θα ακολουθούσε τις όχθες του Ποταμού Βασιλι-
κού και θα προσέγγιζε το Μεταλλείο σε σημείο στο υψόμετρο 130 μ., άρχισε τον
ίδιο χρόνο η διάνοιξη στοάς από το σημείο αυτό, η οποία χρησιμοποιήθηκε αρχικά
για την εκμετάλλευση του Κοιτάσματος ‘Α’ και μετά όλων των άλλων υπογείων
κοιτασμάτων της περιοχής Μαυριδιών, που εντοπίστηκαν αργότερα κοντά στο ‘Α’
(βλέπε κατωτέρω). Τελικά η στοά αυτή είχε μήκος (μέχρι το ‘Α’) 1200 μέτρα, και
ονομάστηκε «Στοά Νικολάου Κανελλοπούλου» προς τιμήν του βασικού στελέχους
και τότε ιδιοκτήτη της ΑΕΕΧΠ&Λ.

Το 1938 η Εταιρεία αύξησε την παραγωγή της. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρ-
κεια των εργασιών εξερράγη πυρκαγιά σε μέρος του μεταλλείου που παρέμεινε
απομονωμένο μέχρι το 1955. Επειδή το κοίτασμα είχε μικρό πάχος υπερκειμένων,
αποφασίστηκε η εκμετάλλευση του ανώτερου μέρους του με υπαίθρια αποκάλυψη.
Τον ίδιο χρόνο ολοκληρώθηκε η κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής προς το
Βασιλικό και άρχισε η κατασκευή του εναέριου σιδηροδρόμου για τη φόρτωση
των πλοίων, η οποία συμπληρώθηκε τον επόμενο χρόνο. Προς το τέλος του 1938
συμπληρώθηκε και η διάνοιξη της Στοάς Κανελλοπούλου μέχρι το Κοίτασμα ‘Α’.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 115

Με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την αναστάτωση των αγορών λόγω
των προβλημάτων στη διακίνηση πλοίων ένεκα του Πολέμου, η Εταιρεία αναγκά-
στηκε να διακόψει την παραγωγή πυριτών περί τα μέσα του έτους 1939 και να περι-
οριστεί στην εκμετάλλευση χρυσού και αργύρου με περιορισμένη εργατική δύναμη.
Κατά τη διάρκεια του έτους 1940 η Εταιρεία μετέφερε στο Βασιλικό το εργοστάσιο
κυανιώσεως χρυσού και αργύρου που λειτουργούσε τότε στην περιοχή Μιτσερού.
(Περισσότερα για το θέμα Χρυσού δίνονται στο Κεφάλαιο 3.) Το εργοστάσιο στο
Βασιλικό λειτούργησε μέχρι το 1943 για τον εμπλουτισμό των χρυσοφόρων μεταλ-
λευμάτων της περιοχής Ασγάτας – Καλαβασού και στην συνέχεια μετατράπηκε σε
εργοστάσιο εμπλουτισμού των θειούχων μεταλλευμάτων της περιοχής αυτής.

Παρότι η παραγωγή πυριτών είχε μειωθεί σημαντικά, η Εταιρεία συνέχισε την εκμε-
τάλλευση χρυσού και αργύρου, καθώς επίσης και τις γεωλογικές έρευνες για εντο-
πισμό νέων κοιτασμάτων. Αποτέλεσμα των εργασιών τούτων ήταν ο εντοπισμός
το 1940 και δευτέρου κοιτάσματος το οποίο ακολούθως ονομάστηκε Κοίτασμα ‘Β’.

Το 1941 η Εταιρεία πραγματοποίησε μικρής κλίμακας εκμετάλλευση και πειραματί-
στηκε στον εμπλουτισμό μεταλλεύματος υποδεέστερης ποιότητας με τη δημιουργία
pilot plant στις εγκαταστάσεις Βασιλικού. Παράλληλα συνεχίστηκε η εκμετάλλευση
μεταλλευμάτων χρυσού και αργύρου και ο εμπλουτισμός τους στο εργοστάσιο
Βασιλικού. Στα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου
Πολέμου συνεχίστηκε σε περιορισμένη κλίμακα η εκμετάλλευση πυρίτη, καθώς
επίσης και η έρευνα με γεωφυσικές διασκοπήσεις και γεωτρήσεις.

Η παραγωγή του μεταλλείου αυξήθηκε σημαντικά από το 1946 με το τέλος του Β΄
Παγκοσμίου Πολέμου, εν μέσω δυσκολιών για την εξεύρεση εργατικού δυναμικού
και αναγκαίων υλικών, ιδιαίτερα ξυλείας, που ήταν απαραίτητη στις υπόγειες εκμε-
ταλλεύσεις. Τα προβλήματα αυτά αντιμετώπιζε όλη η μεταλλευτική βιομηχανία της
Κύπρου την εποχήν εκείνη.

Εν όψει των προοπτικών που διανοίγονταν στην περιοχή Ασγάτας – Καλαβασού, η
Εταιρεία, κατά τη διάρκεια της περιόδου 1946-1948 ανήγειρε οικισμούς στην τοπο-
θεσία Πλατειές του χωριού Ασγάτα για τους μεταλλωρύχους και στο Βασιλικό για
τους εργατοϋπαλλήλους των εκεί εγκαταστάσεων.

Στη συνέχεια, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο της παρούσας εργασίας, το έτος
1948 η Εταιρεία (ΑΕΕΧΠ&Λ) ενέγραψε στην Κύπρο την Hellenic Mining Company

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 116

Ltd (Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία Λτδ., γνωστή σαν ΕΜΕ Λτδ.) και μεταβίβασε
σ’ αυτή όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων της, δηλαδή τις Μεταλλευτικές Μισθώ-
σεις και Ερευνητικές Άδειες, όλα τα μεταλλεία, τις εγκαταστάσεις εμπλουτισμού, τα
εργαστήρια και συνεργεία, τα κινητά μηχανήματα και όλη την ακίνητη περιουσία
της. Έτσι, από το 1948 όλες οι μεταλλευτικές δραστηριότητες στην περιοχή Ασγά-
τας – Καλαβασού, αλλά και σε όλες τις άλλες περιοχές της Εταιρείας γίνονται εξ
ονόματος της ΕΜΕ.

Όπως είναι φανερό και από τα στοιχεία της παραγωγής που παρουσιάζονται κατω-
τέρω, μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ρυθμός εκμετάλλευσης των Κοι-
τασμάτων ‘Α’ και ‘Β’ σταθεροποιήθηκε πλέον σε υψηλά επίπεδα. Σε αυτά προστέ-
θηκε και το μικρό κοίτασμα ‘Γ’, το οποίο είχε εντοπιστεί βόρεια του ‘Α’. Επειδή δε τα
αποθέματα άρχισαν να εξαντλούνται, η Εταιρεία συνέχισε τις εντατικές γεωλογικές
και γεωφυσικές έρευνες στην ευρύτερη περιοχή τις Μεταλλευτικής Μίσθωσης Καλα-
βασού και όπως αναφέρεται κατωτέρω τούτο είχε ως αποτέλεσμα τον εντοπισμό
και άλλων συγκεντρώσεων.

Το 1954 ανακαλύφθηκε το Κοίτασμα Μαύρης Συκιάς και τον ίδιο χρόνο ανακα-
λύφθηκε επίσης και το Κοίτασμα Πέτρας. Τον επόμενο χρόνο (1955) εντοπίστηκε
μεταλλοφορία πυρίτη κάτω από τις παλαιότερες επιφανειακές εκμεταλλεύσεις χρυ-
σού στην τοποθεσία Πλατειές. Το 1956 χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη απεργία, η
οποία άρχισε τον Ιούλιο και είχε σαν αποτέλεσμα τη διακοπή των εργασιών μέχρι
τις αρχές του επόμενου χρόνου με συνέπεια τη σοβαρή μείωση στην παραγωγή. Το
1959 εντοπίστηκαν κοντά στο Κοίτασμα ‘Α’ ακόμα δύο μικρότερες συγκεντρώσεις
που ονομάστηκαν ‘Δ’ και ‘Ε’ και τον ίδιο χρόνο εντοπίστηκε το Κοίτασμα Λανταριών.

Το 1960 ανακαλύφθηκε και νέο κοίτασμα περί τα 50 μέτρα ανατολικά του Κοιτάσμα-
τος ‘Β’, του οποίου η εκμετάλλευση άρχισε το 1964. Στο νέο αυτό κοίτασμα δόθηκε
το όνομα «Κοίτασμα Μουσούλου» προς τιμήν του Τεχνικού Συμβούλου της ΕΜΕ
Καθηγητού Λουκά Μουσούλου με τις υποδείξεις του οποίου εντοπίστηκε.

Το 1971 επανήρχισε η υπαίθρια εκμετάλλευση του αβαθούς μέρους του Κοιτάσμα-
τος ‘Α’ που ξεκίνησε το 1938 και διήρκεσε τότε για σύντομο χρονικό διάστημα. Η
δραστηριότητα αυτή τερματίστηκε το 1977 και σηματοδότησε το οριστικό τέλος
των μεταλλευτικών εργασιών στην Περιοχή Ασγάτας – Καλαβασού.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 117

3. Η γεωλογία της Μεταλλευτικής Μίσθωσης
Ασγάτας – Καλαβασού

Η μελέτη της γεωλογίας της περιοχής της Μεταλλευτικής Μίσθωσης Ασγάτας –
Καλαβασού συνέβαλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση των σύγχρονων αντιλήψεων
αναφορικά με τη γένεση των θειούχων κοιτασμάτων της Κύπρου και ήταν αποφα-
σιστικής σημασίας για τις μελλοντικές ερευνητικές προσπάθειες και σε άλλα μέρη
της Κύπρου.

Όπως έχει αναφερθεί προηγουμένως, ο πρώτος που περιέγραψε το 1947 τη γεωλο-
γία της περιοχής και των τότε γνωστών κοιτασμάτων της ήταν ο Καθηγητής Λουκάς
Μούσουλος (Μούσουλος, 1947) και αργότερα το 1957 (Μούσουλος, 1957). Πέραν
της πληθώρας των αξιόλογων κοιτασματολογικών στοιχείων που παρουσιάζονται
στις προαναφερθείσες εργασίες του Λουκά Μουσούλου, τα βασικότερα συμπε-
ράσματα αναφορικά με τη γένεση των κοιτασμάτων της Καλαβασού ήταν τα εξής:

• Αυτά έχουν σχηματισθεί σε χαμηλές σχετικά θερμοκρασίες και πιέσεις και σε
μικρό βάθος στα ανώτερα στρώματα των Λαβών του Ανωτέρου Ορίζοντος δι’
αντικαταστάσεως του αρχικού πετρώματος υπό ορυκτών, τα οποία αποτέθη-
καν από υδροθερμικά διαλύματα τα οποία ανήλθαν δια μέσου ρωγματώσεων.

• Οι ρωγματώσεις αυτές είχαν δημιουργηθεί από τεκτονικές διεργασίες που
σχετίζονταν με τη δημιουργία του Συμπλέγματος του Τροόδους.

• Αναγνώρισε δύο συστήματα ρωγματώσεων, το πρώτο και κυριότερο είναι ΒΔ
κατευθύνσεως και το δεύτερο ΒΑ κατευθύνσεως.

Η δεύτερη αξιόλογη γεωλογική μελέτη της περιοχής Ασγάτας – Καλαβασού πραγ-
ματοποιήθηκε από τον Νίκο Αδαμίδη στα πλαίσια των καθηκόντων του ως γεωλό-
γου της ΕΜΕ στην περιοχή την περίοδο 1975-1984. Παρουσιάστηκε αναλυτικά σε
διάφορες υπηρεσιακές εκθέσεις του και δημοσιεύθηκε σε περιληπτική μορφή στον
τόμο του Οφιολιθικού Συμποσίου του 1979 (Αδαμίδης, 1980) και στη διδακτορική
διατριβή του (Αδαμίδης, 1984). Κατωτέρω παρουσιάζονται σε συντομία τα βασικά
στοιχεία από τη μελέτη της περιοχής από τον Ν. Αδαμίδη (1984) η οποία βασίστηκε
στη λεπτομερή χαρτογράφηση που έκανε ο ίδιος και στα αποτελέσματα μεγάλου
αριθμού γεωτρήσεων που είχαν εν τω μεταξύ εκτελεστεί. Πέραν αυτών, αξιοποίησε
τα μεταλλευτικά στοιχεία από την εκμετάλλευση όλων των γνωστών κοιτασμάτων
της περιοχής.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 118

Το σημαντικότερο στοιχείο από την εργασία του Ν. Αδαμίδη είναι ότι περιέγραψε
και ερμήνευσε τη μεταλλογένεση της περιοχής Ασγάτας – Καλαβασού και γενικά τη
γεωλογική δομή της σύμφωνα με τις νεώτερες αντιλήψεις για τα γεωλογικά φαι-
νόμενα στις μεσωκεάνιες ράχεις και τη δημιουργία μεταλλοφορίας στον ωκεάνιο
πυθμένα.

Τα βασικά συμπεράσματα από την πιο πάνω εργασία είναι περιληπτικά τα ακόλουθα:

• Τα κοιτάσματα βρίσκονται μέσα σε μια μεγάλη λεκάνη έκχυσης λάβας, η
οποία ελεγχόταν από ένα ρήγμα ανατολικής κατευθύνσεως, το οποίο πιθανόν
να είναι θυγατρικό του ρήγματος μετασχηματισμού του Αρακαπά (Arakapas
transform fault).

• Τα υδροθερμικά διαλύματα που δημιούργησαν τα κοιτάσματα της περιοχής
έχουν διέλθει μέσα από ρήγματα βορειοανατολικής κατευθύνσεως, τα οποία
σχετίζονταν με τη δημιουργία του Ορίζοντα Βάσεως και των Λαβών του Κατω-
τέρου Ορίζοντα και ήταν παράλληλα και έκλιναν προς τον άξονα διεύρυνσης
(spreading axis), ο οποίος βρισκόταν νοτιοανατολικά των κοιτασμάτων.

• Οι Λάβες του Ανωτέρου Ορίζοντος είναι νεώτερες της μεταλλοφορίας.
• Η γένεση και η γενική κατανομή των κοιτασμάτων στην περιοχή συνάδει με

παρατηρήσεις σε σύγχρονες μεσωκεάνιες ράχεις.
• Τα κοιτάσματα εμφανίζουν ζώνωση με το πλούσιο και συμπαγές μετάλλευμα

στην κορυφή. Το μετάλλευμα στη μία πλευρά περιορίζεται από ρήγμα και στην
άλλη πλευρά από παλαιότερες λάβες.

Η κοιτασματολογική τομή στο Σχήμα 2.22 απεικονίζει τη μορφή ανάπτυξης της
μεταλλοφορίας στα διάφορα κοιτάσματα, τη σχετική τους θέση σε σχέση με τον
άξονα διεύρυνσης και το χώρο αποφόρτισης του υδροθερμικού ρευστού. Η τομή
αυτή των κοιτασμάτων έθεσε τις βάσεις για την οικοδόμηση των σύγχρονων αντι-
λήψεων για τη γένεση των κυπριακών κοιτασμάτων χαλκούχων πυριτών.

Στο Σχήμα 2.23 δεικνύεται η γεωλογική δομή της περιοχής και η θέση των διαφόρων
κοιτασμάτων. Η ομάδα Μαυριδιών βρίσκεται στο κέντρο της περιοχής και περιλαμ-
βάνει τα κοιτάσματα ‘Α’, ‘Β’, ‘Γ’, ‘Δ’, ‘Δ΄’, ‘Δ΄΄’ και ‘Ε’, και το Κοίτασμα ‘Μουσούλου’.
Στο ανατολικό μέρος της περιοχής αναπτύσσεται το κοίτασμα Πέτρας και στο δυτικό
τα κοιτάσματα Λανταριών, Μαύρης Συκιάς και Πλατειών.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 119

Σχήμα 2.22 Διαγραμματική Απεικόνιση του Περιβάλλοντος Σχηματισμού

των Κοιτασμάτων Ασγάτας – Καλαβασού, (Αδαμίδης, 1980).

Figure 2.22 Diagram depicting the Environment of Formation

of the Asgata-Kalavasos Deposits, (Adamides, 1980).

Στο ίδιο Σχήμα (2.23) σημειώνονται και οι θέσεις των σωρών των αρχαίων σκω-
ριών εκκαμίνευσης μεταλλεύματος κατά την αρχαιότητα. Ο μεγαλύτερος σωρός
που υπάρχει σήμερα είναι αυτός στην τοποθεσία Πέτρα. Άλλοι σωροί αρχαίων
σκωριών υπάρχουν στη Μαύρη Συκιά, στις Πλατειές και ακόμη ένας μικρός σωρός
στην τοποθεσία Σπήλιοι σε απόσταση 500 μέτρων νοτιοανατολικότερα της Πέτρας.
Αξιοσημείωτη θεωρείται η ύπαρξη εκτεταμένου σωρού πάνω από το κοίτασμα ‘Α’
και δύο μικρότερων σωρών παραπλήσια, οι οποίοι έχουν εν τω μεταξύ μετακινηθεί
κατά την επιφανειακή εκμετάλλευση του κοιτάσματος ‘Α’ το 1938 και σημειώνονται
μόνον στους παλαιούς χάρτες της ΑΕΕΧΠ&Λ. Ίσως γι’ αυτό η τοποθεσία ονομάστηκε
Μαυρίδια, λόγω του μαύρου χρώματος των σκωριών.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 120

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 121

4. Το Μεταλλείο Μαυριδών

Το Μεταλλείο Μαυριδιών άρχισε τη λειτουργία του το 1937 και έκλεισε το 1977.
Από αυτό έγινε η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της ομάδας Μαυριδιών που
αναφέρθηκαν ανωτέρω, δηλαδή των κοιτασμάτων ‘Α’, ‘Β’, ‘Γ’, ‘Δ’, ‘Δ΄’, ‘Δ΄΄’ και ‘Ε’, και
του κοιτάσματος ‘Μουσούλου’. Στο σχέδιο του Σχήματος 2.24 δεικνύονται οι περι-
βάλλουσες των διαφόρων κοιτασμάτων και τα κυριότερα μεταλλευτικά έργα μέσω
των οποίων έγινε η εκμετάλλευση. Αναφορά στα έργα αυτά γίνεται πιο κάτω στην
περιγραφή ενός εκάστου των κοιτασμάτων.

Η γεωλογική δομή των κοιτασμάτων και η σχέση τους με τα περιβάλλοντα πετρώ-
ματα απεικονίζεται στη γεωλογική τομή του Σχήματος 2.25. Το Κοίτασμα ‘Α’ ελέγ-
χεται τεκτονικά από μια σημαντική ρηξιγενή ζώνη βορειοανατολικής κατεύθυνσης.
Το ίδιο ισχύει και για τα κοιτάσματα ‘Β’ και ‘Μουσούλου’, τα οποία φαίνεται ότι
αρχικά ήταν μέρη ενός ενιαίου κοιτάσματος. Τα μικρότερα κοιτάσμα§τα πιστεύε-
ται ότι αποτελούν τεμάχια του κοιτάσματος ‘Α’, τα οποία διαχωρίστηκαν λόγω των
έντονων τεκτονικών διαταραχών. Όπως σημειώνεται και στη γεωλογική τομή, τα
ανώτερα μέρη των κοιτασμάτων αποτελούνταν από συμπαγές μετάλλευμα πυρίτη
με βαθμιαία μείωση της ποιότητας προς τα κάτω.

Η μέθοδος εκμεταλλεύσεως που εφαρμόστηκε από την αρχή της μεταλλευτικής
δραστηριότητας στην περιοχή ήταν ως επί το πλείστον αυτή των Διαδοχικών Ορό-
φων (Sub-Level Caving). Στο πλούσιο (ανώτερο μέρος) του κοιτάσματος Μουσούλου
εφαρμόστηκε σε περιορισμένη κλίμακα και η μέθοδος των Οριζοντίων Διαδοχικών
Πλακών (Top-Slicing). Στη μέθοδο των Διαδοχικών Ορόφων η εξόρυξη γίνεται μέσα
σε διαδοχικούς ορόφους, των οποίων το κάτω τμήμα αποσπάται με εκρηκτικές ύλες,
ενώ το πάνω τμήμα που περιλαμβάνει και τα υπερκείμενα άγονα υλικά κατακρη-
μνίζεται και γεμίζει τα κενά που δημιουργούνται. Κατά την εφαρμογή αυτής της
μεθόδου εκμεταλλεύσεως το κοίτασμα χωρίζεται σε διαδοχικά οριζόντια πατώματα
πάχους πέντε μέτρων ενώ κάθε πάτωμα χωρίζεται σε τμήματα με διευθυντικές και
εγκάρσιες στοές. Τα πατώματα συνδέονται μεταξύ τους με κατακόρυφα ή κεκλι-
μένα φρέατα. Η εκμετάλλευση αρχίζει από τον ανώτατο όροφο και επεκτείνεται
διαδοχικά προς τους κατώτερους ορόφους. Στο Σχήμα 2.26 δεικνύεται παράδειγμα
πατώματος από το κοίτασμα ‘Β’.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 122

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 123

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 124

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 125

4.1 Το Κοίτασμα 'Α'

Το κοίτασμα αυτό ανακαλύφθηκε το 1936. Τούτο επετεύχθη με την προέκταση της
στοάς στο υψόμετρο 225μ., βλέπε Σχήμα 2.24, την οποία ανόρυξε πρώτα η προγε-
νέστερη εταιρεία Pyrite Company και εγκατέλειψε στα 60 μ. από την είσοδό της.
Η εκμετάλλευση του κοιτάσματος άρχισε το 1937 με βασική προσπέλαση τη στοά
225μ, από την οποία έγινε πρώτα η εκμετάλλευση των πατωμάτων στα υψόμετρα
225, 220 και 215 μέτρα. Επειδή το πάχος των υπερκειμένων στείρων ήταν σχετικά
μικρό, το 1938 άρχισε να γίνεται παράλληλα και επιφανειακή εκμετάλλευση του
ανώτερου μέρους του κοιτάσματος. Η επιφανειακή αυτή εκμετάλλευση δεν φαί-
νεται να διήρκεσε πολύ και οι εργασίες συνεχίστηκαν υπογείως.

Το 1954 ανορύχθηκε στοά στο υψόμετρο 199 μ., βλέπε Σχήμα 2.24, από το οποίο
έγινε η εκμετάλλευση των πατωμάτων στα υψόμετρα 209, 204 και 199 μ. Με την στοά
199 και με το κεκλιμένο 199-181 έγινε η εκμετάλλευση των πατωμάτων 193, 189,
187, 184 και 181. Η στοά στο υψόμετρο 234 μ., βλέπε Σχήμα 2.24, έγινε για σκοπούς
εξαερισμού. Η εκμετάλλευση των κατώτερων πατωμάτων έγινε από τη Στοά Κανελ-
λοπούλου στο υψόμετρο 130 μ. Για τα πατώματα 179, 174, 169 και 164 η μεταφορά
του μεταλλεύματος στη Στοά Κανελλοπούλου γινόταν μέσω της στοάς στο υψόμετρο
164 μ. και φρεάτων που συνέδεαν τη στοά 164 με τη Στοά Κανελλοπούλου, βλέπε
Σχήμα 2.24. Τα κατώτερα πατώματα, δηλ. από το υψόμετρο 159 μ. μέχρι το 130 μ.
(επτά συνολικά πατώματα) η εκμετάλλευσή τους έγινε από τη στοά Κανελλοπούλου.

Η υπόγεια εκμετάλλευση του κοιτάσματος ‘Α’ τερματίστηκε το 1961. Μέχρι τότε
εξορύχθηκαν περί τις 800.000 τόνοι μεταλλεύματος. Την περίοδο 1971-1977 έγινε
και πάλιν επιφανειακή εκμετάλλευση των υπολειμμάτων του ανώτερου τμήματος
του ‘Α’ και εξορύχθηκαν συνολικά άλλοι 580.000 τόνοι μεταλλεύματος. Μαζί με την
εκμετάλλευση της περιόδου 1938-1961 το σύνολο μεταλλεύματος που εξορύχθηκε
από το κοίτασμα αυτό ανήλθε στους 1.380.000 τόνους.

Λόγω της έναρξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι μεταλλευτικές εργασίες δια-
κόπηκαν περί τα μέσα του 1939 και το μεταλλείο παρέμεινε αδρανές καθ’ όλη τη
διάρκεια του 1940 ενώ την περίοδο 1941-1945 η παραγωγή ήταν περιορισμένη.
Οι κυριότεροι λόγοι διακοπής της μεταλλευτικής παραγωγής κατά τη διάρκεια του
Πολέμου ήταν η δυσκολία στην εξασφάλιση πλοίων για τη μεταφορά των τελικών
προϊόντων και η έλλειψη εξαρτημάτων και πρώτων υλών, ιδιαίτερα ξυλείας, η οποία
διοχετευόταν στα πολεμικά μέτωπα.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 126

4.2 Το Κοίτασμα 'Β'

Το κοίτασμα αυτό εντοπίστηκε κατά τη διάρκεια των γεωλογικών ερευνών το έτος
1940, ενώ κατά την περίοδο 1941-1945 συμπληρώθηκε το γεωτρητικό πρόγραμμα
για τον υπολογισμό των αποθεμάτων του και έγιναν τα απαιτούμενα υπόγεια έργα
για την εκμετάλλευσή του. Έτσι, με την επανέναρξη των μεταλλευτικών εργασιών
το 1946 ξεκίνησε και η εκμετάλλευσή του.

Το κοίτασμα χωρίστηκε σε δεκαεπτά πατώματα ύψους πέντε μέτρων από το υψό-
μετρο 105 μέχρι το υψόμετρο 185 μ. και η μέθοδος εκμεταλλεύσεως ήταν η ίδια με
αυτή που εφαρμόστηκε στο κοίτασμα ‘Α’, δηλαδή των Διαδοχικών Ορόφων (Sublevel
Caving). Η εκμετάλλευση ξεκίνησε από το πάτωμα 185 μ. και η μεταφορά του μεταλ-
λεύματος μέχρι το πάτωμα 165 μ. γινόταν μέσω της στοάς στο πάτωμα 164 μ. προς
την κεντρική Στοά Κανελλοπούλου στο υψόμετρο 130 μ. από τα ίδια φρέατα εξα-
γωγής (αβάκες) όπως και το μετάλλευμα του κοιτάσματος ‘Α’, βλέπε Σχήμα 2.24.
Για την εκμετάλλευση χαμηλότερα από το πάτωμα 165 μ. διανοίχθηκε διακλάδωση
της Στοάς Κανελλοπούλου, η οποία κατέληξε απ’ ευθείας μέσα στο κοίτασμα και
από την οποία έγινε η μεταφορά του μεταλλεύματος των πατωμάτων μέχρι το υψό-
μετρο 130 μ. Για τα πατώματα από το υψόμετρο 125 μ. μέχρι το πάτωμα 115 μ. η
μεταφορά γινόταν μέσω της στοάς 115 μ. και του κεκλιμένου 115-141 μ. προς τα
φρέατα εξαγωγής του κοιτάσματος ‘Α’, βλέπε Σχήμα 2.24. Την ίδια πορεία είχε και
η μεταφορά του μεταλλεύματος των δύο χαμηλότερων πατωμάτων 110 μ. και 105
μ. με ενδιάμεσο κεκλιμένο 105-115 μ.. Η εκμετάλλευση το κοιτάσματος ‘Β’ συμπλη-
ρώθηκε το 1962 και από αυτό εξορύχθηκαν συνολικά 1.460.000 τόνοι.

4.3 Τα μικρότερα Κοιτάσματα – 'Γ', 'Δ', 'Δ', 'Δ' και 'Ε'

Τα πέντε αυτά κοιτάσματα ευρίσκοντο ανατολικά και βόρεια του κοιτάσματος ‘Α’
από το οποίο φαίνεται να έχουν διαχωριστεί λόγω τεκτονικών διαταραχών. Η θέση
τους σημειώνεται στον χάρτη του Σχήματος 2.24, και έχουν εντοπιστεί από ερευ-
νητικές γεωτρήσεις στην ευρύτερη περιοχή του ‘Α’ ή κατά τη δημιουργία των υπο-
γείων προσπελάσεων.

Το κοίτασμα ‘Γ’ εκτεινόταν από το υψόμετρο 209 μ. μέχρι το υψόμετρο 144 μ. και
από αυτό εξορύχθηκαν 150.000 τόνοι. Τα κοιτάσματα ‘Δ’, ‘Δ΄’ και ‘Δ΄΄’ ήταν πολύ
μικρότερα και εκτείνονταν από το υψόμετρο 171 μ. μέχρι το υψόμετρο 130 μ. και

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 127

έδωσαν συνολικά 50.000 τόνους. Το κοίτασμα ‘Ε’ εκτεινόταν από το υψόμετρο 141
μ. μέχρι το υψόμετρο 108 μ. και από αυτό εξορύχθηκαν 62.000 τόνοι μεταλλεύμα-
τος. Η εκμετάλλευση όλων αυτών των μικρών κοιτασμάτων γινόταν σε συνδυασμό
με τις εκμεταλλεύσεις των δύο μεγαλύτερων κοιτασμάτων ‘Α’ και ‘Β’.

4.4 Το Κοίτασμα ‘Μουσούλου’

Το εν λόγω κοίτασμα εντοπίστηκε το 1960 στο πλαίσιο του γεωτρητικού ερευνητι-
κού προγράμματος της Εταιρείας. Όπως σημειώνεται στον χάρτη του Σχήματος 2.24
τούτο ευρίσκεται ανατολικά και πολύ πλησίον του κοιτάσματος ‘Β’. Η προσπέλαση
στο κοίτασμα γινόταν από διακλάδωση της Στοάς Κανελλοπούλου στο πάτωμα 130
μ. Το κοίτασμα εκτεινόταν από το υψόμετρο 163 μ. μέχρι το υψόμετρο 73 μ.. Για
σκοπούς εκμετάλλευσης, τούτο χωρίστηκε σε δύο μέρη: Το άνω του επιπέδου 130
μ., το οποίο περιλάμβανε το πλουσιότερο μέρος και το κάτω του επιπέδου 130 μ.
με υποδεέστερη ποιότητα.

Η προσπέλαση στο ανώτερο μέρος γινόταν μέσω του φρέατος 130-154 μ., βλέπε
Σχήμα 2.24. Για σκοπούς εκμετάλλευσης το ανώτερο μέρος χωρίστηκε σε πατώματα
ύψους 3 μέτρων και η εξόρυξη έγινε με τη μέθοδο των Οριζοντίων Διαδοχικών Πλα-
κών (Top – Slicing), με την οποίαν επιτυγχανόταν πολύ μεγάλο ποσοστό απόληψης.
Το εξορυσσόμενο μετάλλευμα από κάθε πάτωμα διοχετευόταν μέσω κατακόρυ-
φων φρεάτων στη Στοά 130 μ. όπου φορτωνόταν σε βαγόνια των έξι τόνων για απ’
ευθείας μεταφορά στο Εργοστάσιο Εμπλουτισμού στο Βασιλικό.

Η προσπέλαση στο κατώτερο μέρος γινόταν μέσω του Κεκλιμένου 130-73 μ., βλέπε
Σχήμα 2.24. Για σκοπούς εκμετάλλευσης το κατώτερο μέρος του κοιτάσματος, δηλ.
κάτω από το επίπεδο 130 μ. χωρίστηκε σε πατώματα ύψους 5 μέτρων και η εξόρυξη
έγινε με τη μέθοδο των Διαδοχικών Ορόφων (Sublevel Caving). Από κάθε πάτωμα το
μετάλλευμα διοχετευόταν μέσω κατακόρυφων φρεάτων στην κατώτερη στοά στο
επίπεδο 73 μ. και ακολούθως, μέσω της εγκάρσιας στοάς στο ίδιο επίπεδο διοχε-
τευόταν στο σιλό του Κάδου Ανύψωσης (skip), βλέπε Σχήμα 2.24, μέσω του οποίου
μεταφερόταν στις αβάκες στο πάτωμα 130 μ. όπου φορτωνόταν σε βαγόνια των έξι
τόνων για μεταφορά στο Βασιλικό.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 128

5. Το Μεταλλείο Μαύρης Συκιάς

Το μεταλλείο αυτό ευρίσκεται στο δυτικό μέρος της μεταλλευτικής περιοχής και
το κοίτασμα συνδέεται με εκτεταμένη ζώνη οξείδωσης. Η παρουσία σωρών από
αρχαίες σκωρίες δείχνει ότι η εκμετάλλευσή του έγινε πρώτα από τους αρχαίους,
βλέπε Σχήμα 2.23. Το κοίτασμα εντοπίστηκε το 1954 όπου άρχισε και η υπόγεια
εκμετάλλευσή του, η οποία διήρκεσε μέχρι το 1964.

Η κύρια προσπέλαση προς το κοίτασμα ήταν η στοά στο υψόμετρο 200 μ. που είχε
μήκος περί τα 330 μ. Από τη στοά αυτή και με το κεκλιμένο προς το υψόμετρο 165
μ. έγινε η εκμετάλλευση στα υψόμετρα 150 μ. έως 202 μ., βλέπε Σχήμα 2.27. Το
ανώτερο μέρος του κοιτάσματος μέχρι το υψόμετρο 225 μ. είχε εξορυχθεί κατά την
επιφανειακή εκμετάλλευση. Την περίοδο 1970-1971 και 1977 έγινε μικρής κλίμακας
επιφανειακή εξόρυξη μικρής ποσότητας περί τα 150 μ. δυτικά του κυρίως κοιτά-
σματος. Συνολικά εξορύχθηκαν περίπου 470.000 τόνοι μεταλλεύματος.

6. Το Μεταλλείο Πέτρας

Το μεταλλείο Πέτρας ευρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο της μεταλλευτικής περι-
οχής και είναι το μοναδικό που εμπίπτει διοικητικά στο χωριό Καλαβασός. Η ύπαρξη
μεταλλοφορίας σε βάθος βεβαιώνεται από μικρή επιμήκη ζώνη οξειδώσεως, βλέπε
Σχήμα 2.23. Το μεταλλείο λειτούργησε πρώτα κατά την αρχαιότητα όπως μαρτυρείται
από το αρχαίο κεκλιμένο και τον εκτεταμένο σωρό από σκωρίες, καθώς επίσης και
το αρχαίο υδραγωγείο, το οποίο αρχίζει μέσα από τα υπόγεια έργα στο υψόμετρο
116 μ. και καταλήγει στην επιφάνεια στην κοίτη του παρακείμενου Βασιλοπόταμου
στο υψόμετρο των 111 περίπου μέτρων. Τούτο έχει μήκος 370 μ. και κατασκευά-
στηκε από τους αρχαίους μεταλλωρύχους για την αποστράγγιση του μεταλλείου
μέσα στον Βασιλοπόταμο, βλέπε Σχήμα 2.28. Το κοίτασμα έχει μια πεπλατυσμένη
σωληνοειδή μορφή και ευρίσκεται μέσα σε μια σημαντική τεκτονική ζώνη βορειο-
ανατολικής διευθύνσεως. Η γένεσή του είναι συνδεδεμένη με την τομή της ζώνης
αυτής με τη μεγάλη τεκτονική ζώνη Μαυριδιών. Το μήκος της περιβάλλουσας του
κοιτάσματος είναι 360 μ. και το μέγιστο πλάτος της 40 μ., βλέπε Σχήμα 2.28.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 129

Η εκμετάλλευση του κοιτάσματος Πέτρας σε νεώτερους χρόνους άρχισε το 1954
και τερματίστηκε το 1964 με μια διακοπή μεταξύ 1957 και 1958. Η βασική προσπέ-
λαση προς το κοίτασμα ήταν το κεκλιμένο από την επιφάνεια στο υψόμετρο 152 μ.
προς το πάτωμα 102, που είχε μήκος 95 μ. και κλίση 32ο. Για σκοπούς εξαερισμού
αξιοποιήθηκε το υφιστάμενο αρχαίο κεκλιμένο, βλέπε Σχήμα 2.28. Η εκμετάλλευση
περιορίστηκε σε επτά πεντάμετρα πατώματα μεταξύ των υψομέτρων 126 μ. και
92 μ. και απέδωσε συνολικά περί τους 290.000 τόνους μεταλλεύματος. Το μετάλ-
λευμα πάνω από το υψόμετρο 130 μ. έχει εξορυχθεί από τους αρχαίους. Κάτω από
το πάτωμα 92 και μέχρι το υψόμετρο 70 μ. υπολογίζεται να απομένουν περί τους
300.000 τόνους μεταλλεύματος.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 130

7. Το Μεταλλείο Πλατειών

Τούτο ευρίσκεται στο δυτικό άκρο της μεταλλευτικής περιοχής, βλέπε Σχήμα 2.23,
και είναι το μικρότερο από όλα τα κοιτάσματα. Χαρακτηρίζεται και αυτό από εκτετα­
μένη ζώνη οξείδωσης και έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους αρ­χαίους,
όπως μαρτυρείται από εκτεταμένο σωρό σκωριών.

Το κοίτασμα εντοπίστηκε το 1955 και η εκμετάλλευσή του έγινε την περίοδο μέχρι
το 1958 και αργότερα κατά το 1964. Έχουν εξορυχθεί συνολικά περί τις 55.000
τόνοι μεταλλεύματος. Η εξόρυξη του μεταλλεύματος έγινε με επιφανειακή εκμε-
τάλλευση με τη μέθοδο της χοανοειδούς εκσκαφής (glory hole). Κατά τη μέθοδο
αυτή το μετάλλευμα από επιφανειακή εκμετάλλευση ριχνόταν σε μεγάλο φρέαρ
και κατέληγε χαμηλότερα σε στοά μήκους 310 μ. στο υψόμετρο 246 μ. από όπου
γινόταν μεταφορά προς τα έξω.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 131

8. Το Μεταλλείο Λανταριών

Το κοίτασμα Λανταριών βρίσκεται περί τα 250 μ. ανατολικά του μεταλλείου Μαύρης
Συκιάς και είχε εντοπιστεί το 1960 κάτω από μια επιμήκη ζώνη οξείδωσης ανατο-
λικής-βορειοανατολικής κατευθύνσεως, βλέπε Σχήμα 2.23. Τούτο λειτούργησε την
περίοδο 1961-1964 αποκλειστικά με υπόγεια εκμετάλλευση.

Το κοίτασμα εκτεινόταν από το υψόμετρο 250 μ. μέχρι το υψόμετρο 214 μ. και η
εκμετάλλευσή του έγινε με επτά πεντάμετρα πατώματα με τρείς οριζόντιες προ-
σπελάσεις στα υψόμετρα 239 μ., 229 μ. και 214 μ. Η εκμετάλλευση έγινε με τη
μέθοδο των Διαδοχικών Ορόφων (Sublevel Caving) και εξορύχθηκαν συνολικά περί
τους 110.000 τόνους μεταλλεύματος.

9. Η μεταλλευτική παραγωγή, ο εμπλουτισμός
και οι εξαγωγές του μεταλλεύματος

Η παραγωγή μεταλλεύματος στα διάφορα μεταλλεία από το 1937 που άρχισε η
ΑΕΕΧΠ&Λ μέχρι το 1977 που τερμάτισε τις μεταλλευτικές εργασίες η ΕΜΕ ανήλθε
συνολικά στα 5,6 περίπου εκατομμύρια τόνους μεταλλεύματος, βλέπε Πίνακα 2.11.

Η μεγαλύτερη παραγωγή προήλθε από την ομάδα των κοιτασμάτων των Μαυρι-
διών (πλην του κοιτάσματος ‘Μουσούλου’) και της επιφανειακής εκμετάλλευσης το
1971-1977 η οποία περιλάμβανε τα ανώτερα μέρη του κοιτάσματος ‘Α’, τα οποία δεν
είχαν εκμεταλλευθεί υπογείως. Από την ομάδα αυτή είχαν εξορυχθεί συνολικά περί
τα 3,1 εκατομμύρια τόνοι μεταλλεύματος. Από το κοίτασμα ‘Μουσούλου’, το οποίο
ανήκει ουσιαστικά στην ομάδα Μαυριδιών εξορύχθηκαν περί το 1,5 εκατομμύρια
τόνοι. Από τα υπόλοιπα κοιτάσματα εξορύχθηκαν οι ακόλουθες ποσότητες: Μαύρη
Συκιά 468.000 τόνοι, Πέτρα 288.000 τόνοι, Πλατειές 44.000 τόνοι και Λαντάρια
112.000 τόνοι. Λεπτομερή στοιχεία της ετήσιας παραγωγής του κάθε μεταλλείου
δεικνύονται στον Πίνακα 2.11.

Η επεξεργασία του μεταλλεύματος τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας του μεταλ-
λείου Μαυριδιών, συνίστατο σε απλή λειοτρίβιση, η οποία εγίνετο σε εγκαταστά-
σεις κοντά στο μεταλλείο. Για εξαγωγή τα φορτία μεταφέρονταν στην υφιστάμενη
αποβάθρα εξαγωγής χαρουπιών στο Ζύγι, περίπου 13 χιλιόμετρα μακριά από το
μεταλλείο. Από το δεύτερο χρόνο όμως, δηλαδή το 1938, είχε κατασκευαστεί και

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 132

λειτουργήσει η σιδηροδρομική γραμμή μήκους 11,2 χιλιομέτρων, η οποία κατέληγε
στην περιοχή Βασιλικού, κοντά στις εκβολές του Βασιλοπόταμου, όπου ανεγέρθηκε
τριβείο πυριτών και στον επόμενο χρόνο (1939) συμπληρώθηκε και λειτούργησαν
οι εγκαταστάσεις του εναέριου σιδηροδρόμου (ropeway) Βασιλικού με τον οποίο
φορτώνονταν απ’ ευθείας τα πλοία.

Από την έναρξη της εκμετάλλευσης το 1937 μέχρι και το 1972 το τελικό προϊόν, το
οποίο προοριζόταν αποκλειστικά για εξαγωγή ήταν χαλκούχος πυρίτης, ο οποίος
περιείχε μέχρι 1,5% χαλκό και 46-48% θείο. Το προϊόν αυτό προερχόταν απ’ ευθείας
από τη λειοτρίβιση του καθαρού πυρίτη στο Τριβείο Βασιλικού, καθώς επίσης και
από τον εμπλουτισμό μεταλλεύματος υποδεέστερης ποιότητας σε εργοστάσιο
εμπλουτισμού που κατασκευάστηκε κοντά στο τριβείο. Σημειώνεται ότι ο εμπλου-
τισμός του πτωχού μεταλλεύματος άρχισε το 1941 και οι βασικές εγκαταστάσεις
του εργοστασίου εμπλουτισμού Βασιλικού προήλθαν από τις εγκαταστάσεις επε-
ξεργασίας των χρυσοφόρων μεταλλευμάτων στο Μιτσερό, το οποίο αποσυναρμο-
λογήθηκε και μεταφέρθηκε στο Βασιλικό περί το 1940.

Από το 1970 άρχισε να γίνεται προβληματική η διάθεση του χαλκούχου πυρίτη και
η Εταιρεία άρχισε να μελετά τη δυνατότητα παραγωγής στο Εργοστάσιο Εμπλουτι-
σμού δύο ξεχωριστών προϊόντων: Χαλκούχου συμπυκνώματος (copper concentrate)
με 18% χαλκό και κοινού σιδηροπυρίτη (pysands) με <0,2% χαλκό. Τα προϊόντα αυτά
άρχισαν να παράγονται και να εξάγονται από το 1973 μέχρι τις αρχές το 1978 οπότε
και σταμάτησε η μεταλλευτική δραστηριότητα στην Περιοχή Ασγάτας – Καλαβασού.

Στον Πίνακα 2.12 δεικνύονται οι ποσότητες και οι ποιότητες τελικών προϊόντων
που εξήχθησαν ανά έτος και συνολικά από κάθε μεταλλείο της Περιοχής Ασγάτας
– Καλαβασού. Συνολικά εξήχθησαν περίπου 3,1 εκατομμύρια τόνοι τελικών προϊό-
ντων, εκ των οποίων 2,7 εκατομμύρια τόνοι ήταν χαλκούχος πυρίτης, 290.000 τόνοι
κοινός σιδηροπυρίτης και 32.000 τόνοι συμπυκνώματα χαλκού.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 133

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 134

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 135

Εικόνα 2.32 Το Παλαιό Τριβείο στην Περιοχή Μαυριδιών, 1938.
Plate 2.32 The Old Crushing Plant in the Mavridhia Area, 1938.

Εικόνα 2.33 Η Αποκάλυψη του Κοιτάσματος ‘Α’ στα Μαυρίδια, 1940.
Plate 2.33 The Opencast of the ‘A’ Orebody at Mavridhia, 1940.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 136

Εικόνα 2.34 Μεταλλείο Μαυριδιών – Είσοδος της Στοάς Κανελλοπούλου, 1965.
Plate 2.34 Mavridia Mine – Entrance to the Kanellopoulos Adit, 1965.

Εικόνα 2.35 Μεταλλείο Μαυριδιών - το Κεκλιμένο στο Κοίτασμα Μουσούλου, 1970.
Plate 2.35 Mavridhia Mine – the Inclined Shaft at Mousoulos Orebody, 1970.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 137

Εικόνα 2.36 Σκηνή από την Κατασκευή Γέφυρας επί της Γραμμής του Τρένου
από το Μεταλλείο Μαυριδιών προς το Βασιλικό στον Βασιλοπόταμο, 1938.

Plate 2.36 Construction view of a Bridge on the Rail Line
from the Mavridia Mine to Vasiliko on the Vasilikos River, 1938.

Εικόνα 2.37 Σκηνή από την Κατασκευή του Εναέριου Σιδηρόδρομου
στο Βασιλικό για τη Φόρτωση των Μεταλλευτικών Προϊόντων σε Πλοία, 1938.

Plate 2.37 Construction view of the Aerial Ropeway
at Vasiliko for the loading of the Mining Products on Ships, 1938.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 138

Εικόνα 2.38 Σκηνές από την κατασκευή του Πυλώνα Φορτώσεων του Εναέριου Βασιλικού, 1938.
Plate 2.38 Construction views of the Loading Pylon of the Vasiliko Aerial Ropeway, 1938.

Εικόνα 2.39 Φόρτωση Πλοίου με τον Εναέριο Σιδηρόδρομο Βασιλικού, 1939.
Plate 2.39 Vessel Loading with the Vasiliko Aerial Ropeway, 1939.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 139

Εικόνα 2.40 Σκηνή από την Ανέγερση του Τριβείου στο Βασιλικό, 1938.
Plate 2.40 Construction view of the Crushing Plant at Vasiliko, 1938.

Εικόνα 2.41 Άποψη του Τριβείου Βασιλικού, 1940.
Plate 2.41 View of the Vasiliko Crushing Plant, 1940.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 140

Εικόνα 2.42 Άποψη του Εργοστασίου Εμπλουτισμού Βασιλικού, 1980.
Plate 2.42 View of the Dressing Plant at Vasiliko, 1980.

ΣΤ. ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΑΓΡΟΚΗΠΙΑΣ ΚΑΙ ΜΙΤΣΕΡΟΥ

1. Εισαγωγή

Η Περιοχή Μιτσερού – Αγροκηπιάς είναι η τέταρτη σημαντική μεταλλευτική περι-
οχή χαλκούχων πυριτών της Κύπρου και η δραστηριότητα σ’ αυτή αρχίζει από το
1926 όπου η Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων & Λιπασμάτων (ΑΕΕ-
ΧΠ&Λ) εξασφάλισε ερευνητικές άδειες και διεξήγαγε έρευνες για τον εντοπισμό
κοιτασμάτων χαλκούχων πυριτών. Όμως οι έρευνες για τα κοιτάσματα αυτά άργη-
σαν να καρποφορήσουν και η Εταιρεία ασχολήθηκε την περίοδο 1936-1940 με την
εκμετάλλευση των χρυσοφόρων και αργυροφόρων συγκεντρώσεων, που εντόπισε
στις επιφανειακές οξειδώσεις της περιοχής και περιγράφονται στο Κεφάλαιο 3.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 141

Το πρώτο κοίτασμα χαλκούχων πυριτών που εντοπίστηκε ήταν αυτό της Αγροκηπιάς
‘Α’, του οποίου η εκμετάλλευση άρχισε το 1951 με επιφανειακή εκσκαφή. Στη συνέ-
χεια εντοπίστηκαν τα κοιτάσματα Αγροκηπιά ‘Β’, Κοκκινοπεζούλας και Κοκκινόγιας.
Για τον εμπλουτισμό και την εξαγωγή των μεταλλευμάτων της περιοχής η Εταιρεία
κατασκεύασε μεγάλο εργοστάσιο εμπλουτισμού σε τοποθεσία βόρεια του χωριού
Μιτσερό και γερανογέφυρα φορτώσεως των πλοίων στην ακτή του Καραβοστασίου.
Υπενθυμίζεται ότι το 1948 η ΑΕΕΧΠ&Λ μεταβίβασε ολόκληρο το φάσμα των δρα-
στηριοτήτων της στην Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία Λτδ (ΕΜΕ).

Στις σελίδες που ακολουθούν αναφέρονται πρώτα διάφορα ιστορικά στοιχεία και
ακολούθως περιγράφονται τα μεταλλεία και οι λοιπές εγκαταστάσεις της περιοχής
και δίδονται στατιστικά στοιχεία για τη μεταλλευτική παραγωγή και τις εξαγωγές
των τελικών προϊόντων. Περιγράφονται επίσης οι εγκαταστάσεις της Γερανογέφυ-
ρας Καραβοστασίου που βασικά εξυπηρετούσαν τα μεταλλεία της Περιοχής Αγρο-
κηπιάς – Μιτσερού.

2. Ιστορικά στοιχεία

Κατά τη σύγχρονη εποχή η περιοχή φαίνεται να προσήλκυσε το ενδιαφέρον του
Αμερικανού γεωλόγου Charles Godfrey Gunther της Αμερικάνικης εταιρείας Cyprus
Mines Corporation (CMC) κατά την περιοδεία του το 1913 λόγω των σωρών αρχαίων
σκωριών βορειοανατολικά και δυτικά του χωριού Μιτσερό, καθώς επίσης και σε
άλλες τοποθεσίες της ευρύτερης περιοχής. Στην οξείδωση που γειτνιάζει με τον
δυτικό σωρό σκωριών στην τοποθεσία που είναι γνωστή σήμερα σαν «Κοκκινό-
για», ο Gunther, σε μια περίοδο διακοπής των εργασιών στη Σκουριώτισσα το 1917
έκανε διάφορα ερευνητικά έργα, μερικά από τα οποία αποτυπώθηκαν αργότερα
(το 1938) στα σχέδια της ΑΕΕΧΠ&Λ. Το κυριότερο έργο ήταν μια στοά μήκους ‘‘800
ποδών’’ την οποία αναφέρουν και οι Cullis and Edge (1927) κατά την επίσκεψή τους
στην περιοχή το 1921. Αυτή ευρίσκεται στο υψόμετρο 455 μ. και μέχρι πρόσφατα
ήταν επισκέψιμη.

Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι οι Cullis and Edge (1927) περιγράφοντας τις
αρχαίες σκωρίες στην τοποθεσία Κοκκινόγια, αναγνωρίζουν, ίσως για πρώτη φορά
την ύπαρξη δύο ειδών σκωρίας, η μία με κόκκινο χρώμα και η δεύτερη με μαύρο
χρώμα, και αποδίδουν την μεν πρώτη στους Φοίνικες τη δε δεύτερη στους Ρωμαί-
ους. Οι όροι αυτοί επικράτησαν για πολλά χρόνια στη μεταλλευτική κοινότητα της

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 142

Κύπρου, μέχρι που πραγματοποιήθηκαν σύγχρονες και εμπεριστατωμένες μελέτες
των αρχαίων σκωριών. Σημειώνεται επίσης ότι οι Cullis and Edge (1927) δεν αναφέ-
ρουν καθόλου τις οξειδώσεις στην Κοκκινοπεζούλα (νοτιοδυτικά του χωριού Μιτσε-
ρού) και αυτές στο χωριό Αγροκηπιά.

Οι πρώτες ερευνητικές άδειες στην ευρύτερη περιοχή Μιτσερού φαίνεται να είχαν
εκδοθεί το 1921 στους Γκαστόν Μαυρουδή και Εμμανουήλ Χριστοφίδη. Το 1926 η
ΑΕΕΧΠ&Λ είχε εξασφαλίσει πέντε ξεχωριστές ερευνητικές άδειες στην περιοχή: τρεις
στην περιοχή του Μιτσερού και δύο στην περιοχή της Αγροκηπιάς. Στις άδειες αυτές
διεξήγαγε ερευνητικές εργασίες μέχρι το 1936 όπου της παρεχωρήθη Μεταλλευτική
Μίσθωση και άρχισε την εκμετάλλευση των χρυσοφόρων κοιτασμάτων που συνδέο-
νταν με τις οξειδώσεις στην περιοχή Κοκκινόγιας, Κοκκινοπεζούλας και Αγροκηπιάς.
Για το σκοπό αυτό το 1937 κατασκεύασε εργοστάσιο κυάνωσης δυναμικότητας 50
τόνων μεταλλεύματος ανά ημέρα για την επεξεργασία των μεταλλευμάτων αυτών.
Τα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι το 1943 συνέχισε την εκμετάλλευση χρυσοφό-
ρων συγκεντρώσεων στην περιοχή και ακολούθως διεξήγαγε γεωφυσικές έρευνες
και γεωτρήσεις για τον εντοπισμό κοιτασμάτων πυριτών. Τις αρχές της δεκαετίας
του 1950 εντόπισε το κοίτασμα Αγροκηπιά ‘Α’ κάτω από παλαιές εκμεταλλεύσεις
χρυσού και το 1951 άρχισε την επιφανειακή εκμετάλλευσή του, η οποία γινόταν
περιοδικά μέχρι το 1960 και αργότερα την περίοδο 1970-1971. Το 1952 ερευνώντας
την εκτεταμένη οξείδωση Κοκκινοπεζούλας με γεωτρήσεις και υπόγεια έργα εντό-
πισε το ομώνυμο κοίτασμα και άρχισε την εκμετάλλευσή του, κατ’ αρχάς υπογείως
από το 1953 μέχρι το 1958 και μετά με επιφανειακή εκμετάλλευση μέχρι το 1966.

Στην περιοχή της οξείδωσης στην Κοκκινόγια, στην οποία είχε γίνει την περίοδο
1938 εκτεταμένη έρευνα και εκμετάλλευση χρυσού, το 1953 η Εταιρεία εντατικο-
ποίησε την έρευνα με γεωτρήσεις και εντόπισε το ομώνυμο κοίτασμα, το οποίο
εκμεταλλεύθηκε σε μικρή κλίμακα πρώτα υπογείως την περίοδο 1954-1955 και με
επιφανειακή εκμετάλλευση το 1960. Επειδή, όπως διαπιστώθηκε από τα αποτελέ-
σματα των γεωτρήσεων, το κοίτασμα επεκτεινόταν προς τα βορειοανατολικά και
σε βάθος, το 1969 άρχισε τη δημιουργία της απαιτούμενης υποδομής για την υπό-
γεια εκμετάλλευσή του. Η εκμετάλλευση αυτή διήρκεσε από το 1972 μέχρι το 1979.

Περί τα διακόσια μέτρα βορειοανατολικά του κοιτάσματος Αγροκηπιά ‘Α’, εντο-
πίστηκε το 1954 με τη βαρυτομετρική γεωφυσική μέθοδο το υπόγειο κοίτασμα
Αγροκηπιά ‘Β’. Επειδή τα πρώτα στοιχεία εδείκνυαν ότι επρόκειτο περί μεγάλου
κοιτάσματος, το 1956 άρχισε η κατασκευή των αναγκαίων υποδομών για την υπό-

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 143

γεια εκμετάλλευσή του, με κυριότερο έργο την ανόρυξη μεγάλης κεκλιμένης στοάς
η οποία άρχιζε από σημείο χίλια περίπου μέτρα βορειότερα του κοιτάσματος. Η
εκμετάλλευσή του άρχισε το 1958 και διήρκεσε μόνο μέχρι το 1964.

Μετά τον εντοπισμό των κοιτασμάτων Κοκκινοπεζούλας και Αγροκηπιάς ‘Β’ η Εται-
ρεία θεώρησε αναγκαία την ανέγερση εργοστασίου εμπλουτισμού στην περιοχή
Μιτσερού, αντί να μεταφέρει το μετάλλευμα για εμπλουτισμό στο Βασιλικό όπως
έπραττε στα πρώτα στάδια των εκμεταλλεύσεων στην περιοχή. Το εργοστάσιο αυτό,
περισσότερο γνωστό σαν «Πλυντήριο Μιτσερού», κατασκευάστηκε το 1956 και χρη-
σιμοποιήθηκε επίσης για τον εμπλουτισμό των μεταλλευμάτων των κοιτασμάτων
του Μεμί και Αλεστού (και τα δύο κοντά στην Αγία Μαρίνα Ξυλιάτου) και των κοι-
τασμάτων Καπέδων, Καμπιών, Σιάς και Μαθιάτη, βλέπε κατωτέρω.

Παράλληλα με την ανέγερση του Εργοστασίου Εμπλουτισμού η Εταιρεία κατασκεύ-
ασε τη Γερανογέφυρα Καραβοστασίου στον Κόλπο Μόρφου, που περιελάμβανε τις
εγκαταστάσεις φορτώσεως πλοίων στο Καραβοστάσι για την εξαγωγή των μεταλ-
λευτικών προϊόντων. Οι εν λόγω εγκαταστάσεις λειτούργησαν το 1960 αλλά η χρήση
τους διεκόπη λόγω της Τουρκικής Εισβολής το 1974. Περιγραφή του Εργοστασίου
Εμπλουτισμού της περιοχής Μιτσερού – Αγροκηπιάς και της Γερανογέφυρας Καρα-
βοστασίου δίδονται στο τέλος του παρόντος Κεφαλαίου.

3. Η γεωλογία της Μεταλλευτικής Μίσθωσης
Αγροκηπιάς – Μιτσερό

Η γεωλογική δομή της περιοχής δεικνύεται στο Σχήμα 2.29. Το μεγαλύτερο μέρος
καλύπτεται από Λάβες του Κατωτέρου Ορίζοντος (Lower Pillow Lavas). Προς βορρά
οι λάβες αυτές καλύπτονται από τις Λάβες του Ανωτέρου Ορίζοντος (Upper Pillow
Lavas), οι οποίες με τη σειρά τους καλύπτονται από νεώτερα ιζηματογενή πετρώ-
ματα. Στο νοτιοδυτικό μέρος της περιοχής οι Λάβες του Κατώτερου Ορίζοντος μετα-
πίπτουν σταδιακά στον Ορίζοντα Βάσεως (Basal Group). Γενικά τα dykes της περιο-
χής έχουν βόρεια κατεύθυνση και δεν παρατηρείται έντονος τεκτονισμός με μεγάλα
ρήγματα, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην περιοχή Ασγάτας – Καλαβασού.

Στην περιοχή λειτούργησαν τα Μεταλλεία Αγροκηπιάς ‘Α’ και ‘Β’, το Μεταλλείο Κοκ-
κινοπεζούλας και το Μεταλλείο Κοκκινόγιας, στα οποία έγινε εκμετάλλευση των
ομώνυμων κοιτασμάτων. Η θέση των μεταλλείων αυτών δεικνύεται στο Σχήμα 2.29.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 144

Όλα τα κοιτάσματα βρίσκονταν εντός των Λαβών του Κατωτέρου Ορίζοντα και είναι
το αποτέλεσμα αντικαταστάσεως ή φλεβικών συγκεντρώσεων.

Περί τα δύο χιλιόμετρα νοτίως του κοιτάσματος Αγροκηπιά ‘Α’ βρίσκεται μία σχε-
τικά έντονη οξείδωση στην τοποθεσία Μαθιάτης Μιτσερού, η οποία απετέλεσε
κατά περιόδους αντικείμενο εκτεταμένης έρευνας με γεωφυσικά και γεωτρήσεις με
αποτέλεσμα τον εντοπισμό μικρής θειούχου συγκέντρωσης με υψηλές τιμές ψευ-
δαργύρου, χωρίς όμως να έχει γίνει ποτέ οποιαδήποτε εκμετάλλευση.

4. Το Μεταλλείο Αγροκηπιά ‘Α’

Το Μεταλλείο Αγροκηπιά ‘Α’ βρίσκεται περίπου ένα χιλιόμετρο δυτικά του χωριού
και λειτούργησε με επιφανειακή εκμετάλλευση. Κατά τη σύγχρονη εποχή, τούτο λει-
τούργησε κατ’ αρχάς το 1938 ως μεταλλείο χρυσού και αργύρου, όπως αναφέρεται
στο Κεφάλαιο 3 στο οποίο περιγράφεται η εκμετάλλευση των πολυτίμων μετάλλων.
Το κοίτασμα αποτέλεσε και αντικείμενο εκμετάλλευσης πρώτα κατά την αρχαιότητα
επειδή εντοπίστηκε η παρουσία μικρού σχετικά σωρού αρχαίων σκωριών πάνω από
το κοίτασμα (όπως μαρτυρείται από παλαιούς χάρτες). Ο εν λόγω σωρός έχει εν τω
μεταξύ αφανιστεί λόγω των μεταλλευτικών εργασιών. Μεγαλύτεροι σωροί σκωριών
βρίσκονται στις ανατολικές παρυφές του χωριού Αγροκηπιά, βλέπε Σχήμα 2.29.

Η ύπαρξη της θειούχου μεταλλοφορίας είχε διαπιστωθεί από τον καιρό της εκμε-
ταλλεύσεως του χρυσού αλλά η διερεύνησή της άρχισε μετά το τέλος του Β΄ Παγκο-
σμίου Πολέμου, όταν δραστηριοποιήθηκε εκ νέου η μεταλλευτική βιομηχανία.
Μετά από γεωφυσικές έρευνες και γεωτρήσεις το 1950 και 1951 διαπιστώθηκε η
παρουσία αξιόλογου όγκου και έγινε κυβισμός του κοιτάσματος. Τούτο άρχιζε από
τη βάση της οξείδωσης σε υψόμετρο 404 μ. και έφθανε σε βάθος μέχρι το υψόμετρο
350 μ. Τα αποθέματά του υπολογίστηκαν στους 500.000 τόνους.

Η εκμετάλλευση του κοιτάσματος άρχισε το 1951 και λάμβανε χώρα κατά περιόδους
μέχρι το 1971 με επιφανειακή αποκάλυψη με πατώματα ύψους πέντε μέτρων. Άρχισε
από υψόμετρο 410 μ. και έφθασε μόνο μέχρι το υψόμετρο 390 μ., βλέπε Σχήμα 2.30.

Συνολικά εξορύχθηκαν 442.000 τόνοι από τους οποίους παρήχθησαν 139.000 τόνοι
συμπυκνώματος πυρίτη. Ο εμπλουτισμός γινόταν αρχικά στις εγκαταστάσεις στο
Βασιλικό, αλλά μετά το 1957 στο Εργοστάσιο Εμπλουτισμού Μιτσερού.

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 145

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 146

5. Το Μεταλλείο Αγροκηπιά ‘Β’

Το κοίτασμα του μεταλλείου αυτού ανακαλύφθηκε το 1954 μετά από βαρυτο­
μετρική γεωφυσική έρευνα. Με βάση τις πρώτες γεωτρήσεις εξήχθη το συμπέρα-
σμα ότι επρόκειτο περί μεγάλου κοιτάσματος πυρίτη ευρισκόμενου σε βάθος με
πλούσια χαλκούχο μεταλλοφορία. Τα αποθέματα υπολογίστηκαν στα 5 εκατομ-
μύρια τόνους και αποφασίστηκε η δημιουργία της κατάλληλης υποδομής για την
υπόγεια εκμετάλλ­ ευσή του.

Όπως δεικνύεται στα Σχήματα 2.30 και 2.31, για την εκμετάλλευση του κοιτάσμα-
τος διανοίχθηκε μεγάλο ‘κεκλιμένο’ (κεκλιμένη στοά) με διατομή 2,5 Χ 2,5 μ. και
με κλίση 20 μοίρες, το οποίο άρχιζε από σημείο στην επιφάνεια 850 μ. βόρεια του
κοιτάσματος σε υψόμετρο 385 μ. Στα 570 μ. από την είσοδο και σε υψόμετρο 190
μ. η κεκλιμένη στοά συνέχιζε οριζόντια για 395 μ. και έφθανε μέχρι το κοίτασμα.
Σε σημείο του κεκλιμένου στο υψόμετρο 240 μ. έγινε και δεύτερη οριζόντια στοά
μήκους 550 μ. η οποία έφθασε μέχρι τα ανώτερα επίπεδα του κοιτάσματος, βλέπε
Σχήμα 2.31. Από σημείο της στοάς στα 190 μ. διανοίχθηκε και δεύτερη κεκλιμένη
στοά μήκους 150 μ. και με κλίση 20 μοίρες, η οποία έφθασε μέχρι το υψόμετρο
132 μ. και συνεχίζοντας εισήλθε στο κοίτασμα. Από το πάτωμα αυτό με κατακό-
ρυφο πηγάδι έγινε στοά στο επίπεδο 110 μ. που ήταν το χαμηλότερο σημείο του
μεταλλείου.

Η εκμετάλλευση άρχισε το 1958 και περιορίστηκε σε τρεις μικρούς όγκους του κοιτά-
σματος, οι οποίοι είχαν υψηλή περιεκτικότητα σε χαλκό και βρίσκονταν στη βόρεια
πλευρά του κοιτάσματος, βλέπε Σχήματα 2.30 και 2.31. Ο πρώτος όγκος βρισκόταν
μεταξύ των υψομέτρων 230 μ. και 246 μ. και η εκμετάλλευση έγινε με κέντρο την
στοά στο υψόμετρο 240 μ. Ο δεύτερος όγκος βρισκόταν μεταξύ των υψομέτρων
132 μ. και 173 μ. και η εκμετάλλευσή του έγινε από τη στοά σε υψόμετρο 132 μ. Ο
τρίτος και χαμηλότερος όγκος ήταν μεταξύ των υψομέτρων 110 μ. και 119 μ., η δε
εκμετάλλευσή του έγινε δια μέσου της στοάς στα 110 μ. Η μέθοδος εκμεταλλεύ-
σεως που εφαρμόστηκε ήταν αυτή των διαδοχικών ορόφων.

Πρέπει να σημειωθεί ότι τα υπόγεια μεταλλευτικά έργα δεν εντόπισαν την ποιότητα
της χαλκούχου μεταλλοφορίας για την οποία υπήρχαν οι ενδείξεις από τις αρχικές
γεωτρήσεις. Για τούτο η Εταιρεία κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες με υπόγεια έρευνα
για να εντοπίσει και άλλες χαλκούχες συγκεντρώσεις, αλλά αυτές απέβησαν άκαρ-
πες και αναγκαστικά διέκοψε την εκμετάλλευση το 1964 μετά την εξόρυξη συνολικά

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 147

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 148

μόνον 74.000 τόνων. Η σοβαρή αυτή διαφορά μεταξύ των αρχικών ερευνητικών
στοιχείων και των πραγματικών δεδομένων απεδόθη στην μη αντιπροσωπευτική
δειγματοληψία των περιστροφικών γεωτρυπάνων και στην κακόβουλη παραποίηση
(salting) των δειγμάτων. Με βάση τα αποτελέσματα και τη δειγματοληψία μεταγε-
νέστερων γεωτρήσεων έγινε νέος υπολογισμός των αποθεμάτων που παραμένουν
εντός του μεταλλείου. Αυτά ανέρχονται στους 5,76 εκατομμύρια τόνους με 20,09%
θείο και μόνο 0,09% χαλκό.

6. Το Μεταλλείο Κοκκινοπεζούλας

Η μεγάλη οξείδωση στην Κοκκινοπεζούλα προσήλκυσε το ενδιαφέρον της ΑΕΕΧΠ&Λ
από το 1936 μέσα στα πλαίσια των ερευνών για χρυσό. Αν και δεν υπάρχουν τα
στοιχεία εκμετάλλευσης χρυσού για την οξείδωση αυτή, θα πρέπει να σημειωθεί
ότι οι τοπογραφικοί χάρτες που έγιναν το 1948 δείχνουν την ύπαρξη αριθμού ερευ-
νητικών χαρακωμάτων και μίας εκσκαφής μήκους πενήντα και πλάτους 30 μέτρων
στο κέντρο της οξείδωσης. Το 1952 η οξείδωση ερευνήθηκε με γεωτρήσεις και δια-
πιστώθηκε η ύπαρξη αξιόλογου κοιτάσματος χαλκούχου πυρίτη.

Η εκμετάλλευση του κοιτάσματος άρχισε το 1953, πρώτα υπογείως με οριζόντια
στοά μήκους 480 μ. στο υψόμετρο 395 μ., η είσοδος της οποίας βρισκόταν στις

ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 149

νοτιοδυτικές παρυφές του χωριού Μιτσερό, βλέπε Σχήμα 2.32. Η υπόγεια εκμετάλ-
λευση έγινε από την κορυφή του κοιτάσματος στο πάτωμα 425 μ. μέχρι το πάτωμα
395 μ. Η μέθοδος εκμεταλλεύσεως που εφαρμόστηκε ήταν αυτή των διαδοχικών
ορόφων. Εν τω μεταξύ η Εταιρεία συνέχισε να ερευνά με γεωτρήσεις την ευρύτερη
περιοχή της οξείδωσης της Κοκκινοπεζούλας και διαπιστώθηκε ότι το κοίτασμα
ήταν μεγαλύτερο και βαθύτερο από ό,τι υπολογιζόταν αρχικά. Έτσι, με βάση τα νέα
δεδομένα τα αποθέματα υπολογίστηκαν συνολικά στα 5,7 εκατομμύρια τόνους και
αποφασίστηκε η συνέχιση της εκμετάλλευσης με αποκάλυψη. Η υπόγεια εκμετάλ-
λευση σταμάτησε το 1959 και το 1960 άρχισε η υπαίθρια εξόρυξη, αφού έγιναν εν
τω μεταξύ τα απαιτούμενα έργα. Η εκσκαφή έφθασε μέχρι το υψόμετρο 340 μ. και
το ύψος των πατωμάτων ήταν 5 μ., βλέπε Σχήμα 2.32.

Στη γεωλογική τομή του Σχήματος 2.32 δεικνύεται ότι η μεταλλοφορία βρισκόταν
εντός των Λαβών του Κατωτέρου Ορίζοντος με συμπαγή συγκέντρωση πυρίτη στο
κέντρο, η οποία περιβαλλόταν από σταδιακά φθίνουσα μεταλλοφορία.

Στα αρχικά στάδια της εκμετάλλευσης, το μετάλλευμα ήταν υψηλής περιεκτι-
κότητας και μεταφερόταν απ’ ευθείας στο Τριβείο Βασιλικού. Το 1957 λειτούρ-
γησε το Εργοστάσιο Εμπλουτισμού Μιτσερού στο οποίο γινόταν ο απαιτούμενος
εμπλουτισμός.

Η εκμετάλλευση του κοιτάσματος Κοκκινοπεζούλας τερματίστηκε το 1966 μετά
από σοβαρή κατολίσθηση που έγινε στο νοτιοδυτικό μέρος της εκσκαφής. Μέχρι
τότε είχαν εξορυχθεί συνολικά 5,6 περίπου εκατομμύρια τόνοι μεταλλεύματος
και παρήχθησαν και εξήχθησαν 1,7 περίπου εκατομμύρια τόνοι συμπυκνώματος
πυρίτη.

7. Το Μεταλλείο Κοκκινόγιας

Η περιοχή Κοκκινόγιας προσήλκυσε το ενδιαφέρον της ΑΕΕΧΠ&Λ από το 1926 λόγω
της έντονης οξείδωσης και του παρακείμενου σωρού αρχαίων σκωριών. Παρά τις
ερευνητικές προσπάθειες που έγιναν μέχρι το 1936 δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε
αξιόλογη συγκέντρωση μέχρι το 1938, οπότε η οξείδωση ερευνήθηκε εντατικά
για χρυσό και απετέλεσε αντικείμενο εκμεταλλεύσεως, όπως περιγράφεται στο
Κεφάλαιο 3.


Click to View FlipBook Version