ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 300
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 301
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 302
ΣΤ. ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΧΑΤΖΗΠΑΥΛΟΥ
Τα μεταλλεία Χατζηπαύλου που διακρίνονται σε Ανατολικό και Δυτικό βρίσκονται περί
τα τρία χιλιόμετρα νοτίως του μεταλλείου Κοκκινορότσου και ενάμισι χιλιόμετρο νοτίως
της κορυφής του Ολύμπου, μέσα στη ζώνη εναλλαγής Δουνίτη – Χαρτζβουργίτη, βλέπε
Σχήματα 4.1 και 4.2. Οι επιφανειακές ενδείξεις στις δύο αυτές περιοχές προσήλκυσαν
το ενδιαφέρον της εταιρείας Cyprus Chrome Mines Ltd., η οποία το 1961 εξασφάλισε
μεταλλευτική μίσθωση και άρχισε την εκμετάλλευσή τους. Στο Ανατολικό μεταλλείο
εκμεταλλεύτηκε επιμήκη συγκέντρωση χρωμίτη μεταξύ των υψομέτρων 1.771 μ. και
1.790 μ. διαμέσου στοάς στο υψόμετρο 1.771 μ. και επιφανειακής εκσκαφής, βλέπε
Σχήμα 4.7. Στο Δυτικό μεταλλείο περιορίστηκε σε επιφανειακή εκμετάλλευση επιμή-
κους συγκέντρωσης στο υψόμετρο 1.780 μ. και αναζήτησε ανεπιτυχώς την επέκτασή
της σε βάθος ανορύσσοντας στοά στο υψόμετρο 1.755 μ. βλέπε Σχήμα 4.7.
Την περίοδο 1976-1978 η ΕΜΕ μελέτησε την περιοχή των δύο παλαιών μεταλλευ-
τικών έργων και με γεωτρήσεις εντόπισε επεκτάσεις της μεταλλοφορίας και στις
δύο περιοχές. Στο Ανατολικό μεταλλείο εντόπισε δεύτερη παράλληλη συγκέντρωση
μεταξύ των υψομέτρων 1.751 μ. και 1.765 μ., την οποία εκμεταλλεύτηκε το 1980
διαμέσου της νέας στοάς που ανόρυξε στο υψόμετρο 1.751 μ., βλέπε Σχήμα 4.7.
Από το μεταλλείο αυτό εξορύχθηκαν 5.500 τόνοι χρωμίτη.
Στο Δυτικό μεταλλείο, με γεωτρήσεις από την επιφάνεια και από το τέρμα της
παλαιάς στοάς 1.755 μ. εντοπίστηκαν δύο συγκεντρώσεις χρωμίτη μεταξύ των υψο-
μέτρων 1.725 μ. και 1.747 μ., των οποίων η εκμετάλλευση έγινε το 1981 διαμέσου
νέας στοάς στο υψόμετρο 1.725 μ., βλέπε Σχήμα 4.7. Από το μεταλλείο αυτό εξο-
ρύχθηκαν 2.500 τόνοι χρωμίτη.
Και στα δύο μεταλλεία Χατζηπαύλου έχουν εντοπιστεί επεκτάσεις της μεταλλοφο-
ρίας χρωμίτη σε χαμηλότερα επίπεδα, αλλά η εκμετάλλευσή τους δεν θεωρήθηκε
τότε οικονομικά συμφέρουσα και έτσι η δραστηριότητα τερματίστηκε.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 303
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 304
Ζ. Ο ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΤΟΥ ΧΡΩΜΙΤΗ
Κατά την εξαγωγή του από το μεταλλείο το παραγόμενο μετάλλευμα αποτελείται
από ένα μίγμα από τεμάχια καθαρού χρωμίτη (~40%), τεμάχια δουνιτικού πετρώμα-
τος με διάσπαρτους κόκκους χρωμίτη (~30%), στείρα τεμάχια δουνιτικού πετρώμα-
τος (~20%) και μικρότερα σύμμεικτα τεμάχια καθαρού και διάσπαρτου χρωμίτη και
στείρου πετρώματος (~10%). Ο εμπλουτισμός του μεταλλεύματος αυτού, δηλαδή
ο διαχωρισμός του χρωμίτη από το στείρο πέτρωμα, ήταν μια απόλυτα αναγκαία
διαδικασία για να μετατραπεί τούτο σε εμπορεύσιμη κατάσταση.
Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, από τα πρώτα στάδια των εργασιών της τη δεκα-
ετία του 1930 η Cyprus Chrome Mines Ltd κατασκεύασε στην περιοχή του Αγίου
Νικολάου της Στέγης κοντά στο χωριό Κακοπετριά εργοστάσιο εμπλουτισμού του
μεταλλεύματος, το οποίο περιήλθε στην ιδιοκτησία της ΕΜΕ το 1964 μαζί με την
υπόλοιπη μεταλλευτική δραστηριότητα. Στο εργοστάσιο τούτο έγιναν αλλαγές και
τεχνικές βελτιώσεις κατά καιρούς από την ΕΜΕ ώστε να έχει τη μέγιστη δυνατή
απόδοση στην παραγωγή συμπυκνωμάτων χρωμίου σε βαθμό που να ικανοποιεί
τις προδιαγραφές των εκάστοτε αγοραστών. Σημαντικό στοιχείο των προδιαγρα-
φών, πέραν της περιεκτικότητας σε οξείδιο του χρωμίου είναι και η κοκκομετρία
του τελικού προϊόντος, η οποία είναι ουσιώδους σημασίας όταν τούτο χρησιμοποι-
είται στη βιομηχανία κατασκευής πυρίμαχων υλικών. Λεπτομερής αναφορά στον
εμπλουτισμό του μεταλλεύματος χρωμίτη των μεταλλείων του Τροόδους δίδεται
από τον Μ. Παπαδόπουλο (1984).
Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η Εταιρεία κατόρθωσε με τις ανάλογες τροποποι-
ήσεις των εγκαταστάσεων του εργοστασίου να παράγει μια ποικιλία εμπορεύσιμων
προϊόντων, τα οποία διατίθεντο τόσο για την κατασκευή πυρίμαχων υλικών, όσο
και στη μεταλλουργία και στη χημική βιομηχανία. Τα βασικά προϊόντα του εργο-
στασίου ήταν τα ακόλουθα:
• Hard Lumpy Ore 20 – 120 mm
• Refractory Coarse 2 – 20 mm
• Refractory Fines 0,2 – 2 mm
• Metallurgical Fines < 0,2 mm
• Superfines < 0,02 mm
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 305
Η περιεκτικότητα σε τριοξείδιο του χρωμίου (Cr2O3) όλων των πιο πάνω προϊόντων
ήταν 48%. Τα πρώτα τρία προορίζονταν για την κατασκευή πυρίμαχων υλικών, τα
Metallurgical Fines για την κατασκευή σιδηροχρωμίου και τα Superfines (υπερλε-
πτόκοκκα) για χημικές χρήσεις.
Στον Πίνακα 4.1 δεικνύονται οι ετήσιες παραγωγές μεταλλεύματος από όλα τα μεταλ-
λεία καθώς επίσης και οι εξαγωγές συμπυκνωμάτων χρωμίτη από το 1930 μέχρι το
1984. Η παραγωγή της Cyprus Chrome Co. Ltd ανήλθε στους 310.667 τόνους και οι
εξαγωγές της στους 211.856 τόνους. Η ΕΜΕ εξόρυξε 601.385 τόνους και εξήγαγε
347.680 τόνους συμπυκνωμάτων χρωμίτη. Η συνολική παραγωγή χρωμίτη από τις
δύο εταιρείες μαζί ήταν 912.052 τόνοι και οι εξαγωγές 559.536 τόνοι.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 306
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 307
Εικόνα 4.1 Μεταλλεία Χρωμιτών, Επιφανειακές Γεωτρήσεις Πυρηνοληψίας, 1975.
Plate 4.1 Chromite Mines, Surface Core Drilling, 1975.
Εικόνα 4.2 Μεταλλείο Χρωμίτη Κοκκινορότσου, Είσοδος Στοάς Αρ. 27, 1305 μ. 1975.
Plate 4.2 Kokkinorotsos Chromite Mine, Entrance to Adit No. 27, 1305 m., 1975.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 308
Εικόνα 4.3 Μεταλλείο Χρωμίτη Κοκκινορότσου, Μεταφορά Μεταλλεύματος, 1975.
Plate 4.3 Kokkinorotsos Chromite Mine, Ore Transportation, 1975.
Εικόνα 4.4 Μερική Άποψη του Εργοστασίου Εμπλουτισμού Χρωμιτών, 1975.
Plate 4.4 Partial View of the Chromite Dressing Plant, 1975.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 309
Εικόνα 4.5 Εργοστάσιο Εμπλουτισμού Χρωμιτών - Διαχωριστής με Βαρέα Διάμεσα, 1975.
Plate 4.5 Chromite Dressing Plant – Heavy Media Separator, 1975.
Εικόνα 4.6 Εργοστάσιο Εμπλουτισμού Χρωμιτών – Γραμμή Χειροδιαλογής, 1970.
Plate 4.6 Chromite Dressing Plant – Hand sorting Line, 1970.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 310
Εικόνα 4.7 Εργοστάσιο Εμπλουτισμού Χρωμιτών – Δονούμενες Τράπεζες, 1975.
Plate 4.7 Chromite Dressing Plant – Shaking Tables, 1975.
Εικόνα 4.8 Μεταλλείο Κοκκινορότσου, η Πλατεία της Στοάς στο Υψόμ. 1.153 μ., 1980.
Plate 4.8 Kokkinorotsos Mine, the Platea of the Adit at Elev. 1153 m., 1980.
CHAPTER 4
THE CHROMITE MINES
Introduction and the Occurrence of Chromite in Troodos
Chromium is the fifth important metallic element after iron, manganese, aluminium
and copper and its only source is the mineral chromite. This is a common rock form-
ing mineral but it is rarely found in the rich enough concentrations of the chromite
ores which is the sole source of the mineral. These chromite ores are genetically
associated with the ultrabasic plutonic rocks of harzburgite and dunite and such
ores are found in some localities of the exposures of these rock types in the Plutonic
Complex of Troodos. As a result of its genesis, the chromite ore concentrations attain
podiform shapes within a zone of alternating dunite and harzburgite layers which is
between the main outcrops of these two rock types (Figure 4.1).
The History of Chromite Mining in Troodos
Mining of chromite ores at Troodos started as early as 1924 and by 1931 the opera-
tions were taken over by the originally German owned Cyprus Chrome Co. Ltd (CCC)
which intensified its operations and constructed the basic access workings of the main
mine, the Kokkinorotsos Mine. These included the main shaft at the level of 1.671
meters, a drainage adit at the level of 1.579 meters, a power station and a 3.200 m
long ropeway for the transportation of the ore from the main shaft to a dressing plant
erected at Ayios Nikolaos. By the early 1960’s the Kokkinorotsos Mine had two more
horizontal access adits at levels 1.453 and 1.305 meters and has reached a significant
production capacity. Figure 4.2 summarises these main workings and shows also the
position of other chromite mines which the CCC developed, those at Kannoures and
Hadjipavlou. In 1964 CCC sold the complete mining operations to the Hellenic Mining
Company (HMC) which continued the chromite exploitation until 1984.
THE MINES OF CYPRUS 312
The Kokkinorotsos Mine
This was the biggest mine in the area which operated almost continuously from 1929
to 1982. The earliest workings were on the surface at an elevation of 1.680 meters
where they started from a small pit and extended downwards, originally with small
scale underground workings to be developed gradually into a relatively extensive
underground mine which extended in depth nearly 370 meters from the original
surface workings. Figure 4.3 shows the major access workings which were the main
shaft and the three drainage and ore transportation adits at levels 1.579, 1.453 and
1.305 meters which were constructed respectively in 1930, 1954 and 1961 and utilised
successively as the exploitation was proceeding downwards. As is demonstrated on
Figure 4.3, the ore zone was vertically disposed but due to a series of normal faults
it attained an apparent sixty degree inclination to the south. The method of mining
employed originally was that of cut-and-fill, using waste material from exploratory
adits. In 1976 mining started to be done with cemented filling, the slurry being pre-
pared near the main shaft and transferred hydraulically into the lower levels through
the old workings above.
In the horizontal sense the chromite ore was in the form of irregular bodies within
a zone of about one hundred meters long and forty meters wide which extended
from the surface down to level 1.305 meters, see Figure 4.4. At this level the tec-
tonic disturbance of the zone was much greater than in the case of parallel faults
at higher levels and after much effort the displaced part of the zone was located by
drilling after a significant lateral movement. Following this, HMC took the decision
to extend the mine workings below the 1.305 meters adit with a new adit at level
1.153 meters and a planned length of 1.800 meters. The driving of this new adit
commenced in early 1979 but failed to reach its target and was abandoned in mid-
1980 after reaching only a length of only 480 meters (Figure 4.2). This marked the
termination of chromite mining at the Kokkinorotsos Mine.
The Kannoures Mine
This mine was first developed by the Cyprus Chrome Company in 1961 which was
attracted by a surface exposure of chromite ore in the harzburgite-dunite zone about
two kilometres southeast of Kokkinorotsos Mine (Figures 4.1 and 4.2). The exploita-
tion extended underground through a vertical shaft and an adit at 1.650 meters level
THE MINES OF CYPRUS 313
down to level 1.603 meters (Figure 4.5. After the Kannoures Mine was acquired by
HMC the latter resumed operations by driving an adit at 1.520 meters level aiming
to intersect the chromite zone at this elevation below the previous mine workings.
This adit failed to discover any ore and instead another adit was driven at level 1.603
meters which intersected the old mine workings (Figure 4.5). Subsequently the two
new adits (1.520 and 1.603) were connected with a winze and the chromite zone
below the 1.603 meters level was mined by cut and fill with the ore being transported
to the surface through the adit at level 1.520 meters. The ore zone was only about
30 meters long in horizontal section and about 10 meters wide, see Figure 4.6. HMC
carried out extensive underground drilling to locate the continuation of the zone in
lower levels but without any success.
The Hadjipavlou Mines
These are two even smaller neighbouring chromite mines, known as Eastern and
Western, which are situated about three kilometres south of Kokkinorotsos Mine
and 300 metres from each other, see Figure 4.2. At both locations there are sur-
face exposures which were exploited in 1961 by the CCC with opencast and limited
underground workings see Figure 4.7. In 1976-1978 HMC has investigated by drill-
ing the extensions in depth of both occurrences and following the positive results
exploited them by driving new adits at levels 1.751 and 1.725 metres at each locality,
see Figure 4.7. Further drilling proved the extensions of chromite in lower horizons
but their mining was then thought to be uneconomic.
The Dressing and Exports of Chromite
From the treatment of the chromite ore at the dressing plant near Ayios Nikolaos
five different products were produced: Hard lumpy 20 – 120 mm, refractory coarse
2 – 20 mm and refractory fines 0.2 – 2 mm, for the Refractory industry; and metal-
lurgical fines < 0.2 mm for the production of ferrochrome; and Superfines <0.02 mm
for the chemical industry. The production statistics for the whole period of chromite
mining in Troodos is shown in Table 4.1. The total production amounted to 912.052
tons of ore out of which 559.536 tons of concentrates were produced and exported.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟ ΑΜΙΑΝΤΟΥ
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το Μεταλλείο Αμιάντου ευρίσκεται στο κεντρικό μέρος του Οφιολιθικού Συμπλέγ-
ματος του Τροόδους σε υψόμετρο 1.300-1.500 μέτρων, περί τα 7 χιλιόμετρα νοτίως
του χωριού Κακοπετριά και περί τα 3 χιλιόμετρα ανατολικά της Πλατείας του Τρο-
όδους, βλέπε Σχήμα 5.1. Το μεταλλείο ήταν αποκλειστικά υπαίθρια εκμετάλλευση
και, όπως είχαν εξελιχθεί, οι μεταλλευτικές εργασίες αυτές κάλυπταν συνολική
έκταση περίπου τριών τετραγωνικών χιλιομέτρων.
Η ύπαρξη του ορυκτού Αμίαντος φαίνεται να ήταν γνωστή στην Κύπρο από την αρχαιό-
τητα και η εκμετάλλευσή του περιοριζόταν σε μικρής έκτασης εμφανίσεις του αμφιβο-
λιτικού τύπου, ο οποίος χαρακτηρίζεται από σχετικά μακρές ίνες, οι οποίες μπορούσαν
να υφανθούν και να χρησιμοποιηθούν στην κατασκευή αντικειμένων καθημερινής
χρήσης. Σε αντίθεση με τον τύπο αυτό του αμιάντου ο χρυσοτιλικός αμίαντος, όπως
είναι αυτός του μεταλλείου του Τροόδους, χαρακτηρίζεται από ίνες μικρού μήκους
και η χρησιμότητά του αναγνωρίστηκε όταν άρχισε η κατασκευή αντικειμένων ευρείας
χρήσης, όπως για παράδειγμα, μαζί με τσιμέντο, σωλήνες νερού και στέγαστρα. Τούτο
άρχισε να γίνεται περί το 1900 και από τότε οι εμφανίσεις του αμιάντου του τύπου
αυτού προσήλκυσαν το ενδιαφέρον της μεταλλευτικής βιομηχανίας παγκοσμίως με
αποτέλεσμα τη δημιουργία σε πολλές χώρες του κόσμου μεγάλων μεταλλευτικών
μονάδων. Μία από αυτές ήταν και το μεταλλείο Αμιάντου στο Τρόοδος που ήταν ένα
από το μεγαλύτερα του είδους του στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή.
Στο Κεφάλαιο αυτό παρουσιάζεται μια συνοπτική περιγραφή του Μεταλλείου Αμιάντου
αρχίζοντας με το θέμα της γεωλογίας της περιοχής και της γένεσης του ορυκτού. Μετά
δίδονται διάφορα ιστορικά στοιχεία για την εξέλιξη των μεταλλευτικών έργων και ακο-
λουθεί περιγραφή της εκμετάλλευσης κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του. Στη
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 315
συνέχεια ακολουθεί περιγραφή της εξέλιξης της μεταλλευτικής δραστηριότητας, η οποία
περιλαμβάνει την περιγραφή των μεταλλευτικών έργων, την πρόοδο της παραγωγής, την
ποιότητα του μεταλλεύματος και τις διακυμάνσεις της, την επεξεργασία του μεταλλεύματος
και την παραγωγή του τελικού προϊόντος. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι τα περισσότερα
από τα θέματα αυτά μελετήθηκαν με βάση τα ετήσια στατιστικά στοιχεία της περιόδου
1925-1988 της Υπηρεσίας Μεταλλείων, σε αντίθεση με τη μελέτη των μεταλλείων χαλ-
κούχων πυριτών, χρυσού και χρωμίτη που παρουσιάστηκαν στα προηγούμενα Κεφάλαια,
τα οποία βασίστηκαν σε δεδομένα από τα τεχνικά αρχεία των μεταλλευτικών εταιρειών.
Στην περίπτωση του μεταλλείου του Αμιάντου η προσέγγιση αυτή θεωρήθηκε ορθότερη
διότι δίνει μια πλέον ολοκληρωμένη εικόνα τόσο λόγω της μακροχρόνιας διεργασίας, όσο
και λόγω της ενασχόλησης διαφορετικών εταιρειών και της έλλειψης ολοκληρωμένης
σειράς σχεδίων εκμετάλλευσης. Μετά γίνεται αναφορά στους λόγους περιορισμού στη
χρήση του αμιάντου διεθνώς που είχε ως επακόλουθο τον τερματισμό της λειτουργίας
του μεταλλείου. Τέλος γίνεται σύντομη αναφορά στα έργα που γίνονται για την αποκα-
τάσταση του περιβάλλοντος λόγω της μακροχρόνιας και εκτεταμένης εκμετάλλευσης.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 316
Β. Η ΓΕΩΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΤΑΣΜΑΤΟΣ ΑΜΙΑΝΤΟΥ
Η παρουσία εμφανίσεων του ορυκτού του χρυσοτιλικού αμιάντου (chrysotile asbestos)
είναι σύνηθες φαινόμενο στα Οφιολιθικά Συμπλέγματα και ενίοτε οι εμφανίσεις
αυτές είναι αρκετά πυκνές ώστε να συνιστούν οικονομικώς εκμεταλλεύσιμα κοιτά-
σματα του ορυκτού αυτού. Σημειώνεται ότι ο χρυσοτιλικός αμίαντος είναι ορυκτό
που ανήκει στην κατηγορία των σερπεντινικών ορυκτών, τα οποία σχηματίζονται
κατά την αλλοίωση – σερπεντινιτίωση των υπερβασικών πετρωμάτων.
Όπως έχει αναφερθεί σε προηγούμενο Κεφάλαιο, το κατώτερο μέρος του Οφιολι-
θικού Συμπλέγματος του Τροόδους αποτελείται από Πλουτώνια πετρώματα (δηλ.
πετρώματα που σχηματίσθηκαν σε μεγάλο βάθος) τα οποία περιλαμβάνουν κυρίως
Χαρτζβουργίτη, Δουνίτη και Γάββρους. Τα πετρώματα αυτά καταλαμβάνουν σήμερα
το κεντρικό και τοπογραφικά ανώτερο μέρος της Οροσειράς του Τροόδους και η
κατανομή τους στο μέρος αυτό δεικνύεται στο Σχήμα 5.2. Το πέτρωμα του Χαρ-
τζβουργίτη καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας των Πλουτωνίων
πετρωμάτων και χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι το ανατολικό του μέρος είναι
έντονα θρυμματισμένο και σερπεντινιωμένο σε μια ελλειψοειδή έκταση περίπου
είκοσι τετραγωνικών χιλιομέτρων, βλέπε Σχήμα 5.2. Μέσα σε αυτή τη θρυμματι-
σμένη ζώνη (brecciated zone) παρατηρούνται πυκνές φλεβώσεις (stockworks) χρυ-
σοτιλικού αμιάντου μαζί με πικρολίτη (picrolite) που ανήκει και αυτό στην κατηγορία
των σερπεντινικών ορυκτών. Ο χρυσοτιλικός αμίαντος αποτελείται από λεπτές φλέ-
βες πάχους 1 μέχρι 15 χιλιοστών με ινώδη υφή, με τις ίνες κάθετες στα τοιχώματα
των φλεβών (cross-fiber texture). Ο πικρολίτης είναι μακροσκοπικά συμπαγής και
το πάχος των φλεβών του φθάνει μέχρι τέσσερα εκατοστά. Και στα δύο ορυκτά το
μήκος των φλεβών κυμαίνεται από μερικά εκατοστά μέχρι μερικά μέτρα.
Στο νότιο ήμισυ της θρυμματισμένης ζώνης, όπου παρατηρείται εντονότερος θρυμ-
ματισμός και σερπεντινίωση του χαρτζβουργίτη, υπάρχει σε μεγάλη έκταση πυκνό-
τερο σύστημα φλεβών χρυσοτιλικού αμιάντου σε βαθμό που η συγκέντρωσή του
συνιστά κοίτασμα διότι είναι οικονομικά συμφέρουσα για την παραγωγή καθαρού
και εμπορεύσιμου αμιάντου. Είναι σε αυτό το μέρος της θρυμματισμένης ζώνης
που δημιουργήθηκε το Μεταλλείο Αμιάντου του Τροόδους.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 317
Ο Sagui (1925) ήταν ο πρώτος που μελέτησε με λεπτομέρεια τις εμφανίσεις αμιά-
ντου του Τροόδους και απέδωσε τη γένεση του ορυκτού τούτου σε υδατικά δια-
λύματα που δημιουργήθηκαν από την ψύξη του υπερβασικού μάγματος και την
εναπόθεση σερπεντίνη μέσα στις ρωγματώσεις που σχηματίστηκαν από την ψύξη
αυτή και ο οποίος σε μεταγενέστερο στάδιο μετατράπηκε σε χρυσοτιλικό αμίαντο.
Ο Whitworth (1928) που περιέγραψε τη λειτουργία του μεταλλείου κατά τη δεκα-
ετία του 1920 αναγνώρισε την ύπαρξη δύο κύριων ζωνών διάρρηξης (shear zones),
μέσα στις οποίες περιορίζετο η παρουσία του αμιάντου και απέδωσε τη γένεσή του
στη μετατροπή του σερπεντίνη και τον σχηματισμό των ινών με την επίδραση «νεα-
ρού και μετεωρικού νερού» (“lixiviating action of juvenile and meteoric waters”).
Το κοίτασμα του Αμιάντου περιγράφεται επίσης στο Memoir No. 1 του Τμήματος
Γεωλογικής Επισκόπησης από τους Wilson και Ingham (1959).
Σημειώνεται ότι σαν αποτέλεσμα του έντονου θρυμματισμού το πέτρωμα δια-
βρώνεται με σχετική ταχύτητα με αποτέλεσμα να μην υπάρχει στην επιφάνεια
έδαφος με συνέπεια η βλάστηση να είναι ελάχιστη έως μηδαμινή. Αυτή η έλλειψη
χλωρίδας στην επιφάνεια είναι γενικό χαρακτηριστικό των πλούσιων επιφανεια-
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 318
κών εμφανίσεων αμιάντου και μαρτυρεί ότι στην περιοχή του Μεταλλείου Αμιά-
ντου στο Τρόοδος ποτέ δεν υπήρξε πυκνή βλάστηση όπως στη γύρω περιοχή του
Τροόδους που να είχε καταστραφεί από την εκμετάλλευση. Τούτο επιβεβαιώνε-
ται και από μια παλαιά φωτογραφία του ευρύτερου χώρου του μεταλλείου που
δημοσιεύτηκε το 1928 από τον Whitworth (1928) προτού επεκταθούν οι εκμε-
ταλλεύσεις. Το ότι στην επιφάνεια μεταλλοφορίας αμιάντου η βλάστηση είναι
αραιή έως ανύπαρκτη επιβεβαιώνεται σήμερα από μιαν εκτεταμένη περιοχή
που είναι γυμνή από δένδρα και χαμηλή βλάστηση που ευρίσκεται περί τα τρία
χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Μεταλλείου Αμιάντου και τρία χιλιόμετρα νότια του
Αγίου Νικολάου της Στέγης στις πλευρές του ποταμού «Αργάκι της Κουτσούλας»,
βλέπε Σχήμα 5.1, όπου υπάρχει εκτεταμένη εμφάνιση χρυσοτιλικού αμιάντου.
Στην περιοχή αυτή δραστηριοποιήθηκε αποσπασματικά χωρίς αξιόλογη παρα-
γωγή τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα η εταιρεία Troodos Chrome and
Asbestos Company Ltd και την εγκατέλειψε το 1929. Η περιοχή περιήλθε το 1967
στην κυπριακή εταιρεία Cytechno Ltd. η οποία εξασφάλισε ερευνητική άδεια για
αμίαντο στον χώρο αυτό και εντόπισε αποθέματα αμιάντου ύψους 200 εκατομ-
μυρίων τόνων με περιεκτικότητα 2-2,5% αλλά η εκμετάλλευσή του απαγορεύτηκε
από την Κυβέρνηση λόγω αντιδράσεων των κατοίκων της περιοχής της Κοιλάδας
της Σολέας για περιβαλλοντικούς λόγους.
Γ. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Όπως και στην περίπτωση των χαλκούχων μεταλλευμάτων, η σύγχρονη ιστορία
της εκμετάλλευσης του αμιάντου στην Κύπρο αρχίζει με την προσάρτηση του
νησιού από τη Μεγάλη Βρετανία το 1878. Υπάρχουν αναφορές ότι κατά καιρούς
στάλθηκαν δείγματα αμιάντου στην Αγγλία με σκοπό να προωθηθεί η χρήση του
από τις εκεί βιομηχανίες αλλά δεν υπήρξε κανένα ενδιαφέρον λόγω του μικρού
μήκους των ινών που καθιστούσε την ύφανσή του αδύνατη. Όταν όμως άρχισε η
κατασκευή αντικειμένων με μίγμα τσιμέντου-αμιάντου, το μικρό μήκος των ινών
του κυπριακού αμιάντου δεν ήταν πλέον ουσιαστικό εμπόδιο στη χρήση του και
έτσι άνοιξε η αγορά για το υλικό αυτό. Η έναρξη της συστηματικής εκμετάλλευ-
σης του αμιάντου του Τροόδους πιστεύεται ότι άρχισε περί το 1904 με την παρα-
χώρηση του δικαιώματος εξόρυξης σε διάφορα χωριά της περιοχής, γεγονός που
μαρτυρεί ότι ο αμίαντος είχε κάποια χρήση από τους κατοίκους των γειτονικών
χωριών. Μια πιθανή χρήση είναι η ανάμιξή του με τον πηλό στην κατασκευή
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 319
χωματοπλίνθων, πράγμα που ακολούθως εξελίχτηκε στην ανάμιξή του με το τσι-
μέντο. (Υπενθυμίζεται ότι το άχυρο το οποίο παραδοσιακά χρησιμοποιείτο στην
κατασκευή χωματοπλίνθων από πηλό («πλινθαριών») δεν παραγόταν σε αφθονία
στα γειτονικά ορεινά χωριά και οι ποσότητες που παράγονταν χρησιμοποιούντο
ευρέως σαν ζωοτροφή). Όπως αναφέρεται στο Memoir No. 1 του Τμήματος Γεω-
λογικής Επισκόπησης (Wilson and Ingham, 1959), το 1905 εκδόθηκε μεταλλευ-
τική μίσθωση ισχύος 50 ετών επ’ ονόματι του Καίσαρα Τρομπέτα, ο οποίος το
1906 μεταβίβασε τα δικαιώματά του στην Αυστριακών συμφερόντων εταιρεία
Compania Mineraria di Cipro, στην οποία παραχωρήθηκαν δύο μεταλλευτικές
μισθώσεις ισχύος 50 ετών. Με την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου επειδή η
Αυστρία ανήκε στις δυνάμεις του Άξονα η Αγγλική Κυβέρνηση εθνικοποίησε την
εταιρεία αυτή και την πώλησε σε κυπριακά συμφέροντα για να καταλήξει στην
αγγλικών συμφερόντων εταιρεία Cyprus Asbestos Company Ltd. Η εταιρεία αυτή
λειτούργησε το μεταλλείο με επιτυχία αλλά ακολούθησε η οικονομική κρίση του
1930 που επηρέασε σημαντικά την κατανάλωση του αμιάντου και δημιούργησε
σοβαρά προβλήματα στην εμπορία του. Το 1931 το μεταλλείο πωλήθηκε στην
Cyprus and General Asbestos Company Ltd., η οποία για την αντιμετώπιση της
κατάστασης κατόρθωσε να πείσει τις Αγγλικές Αποικιακές Αρχές να δεχθούν την
καταβολή μειωμένων κυβερνητικών τελών (royalties). Τούτο βοήθησε μεν την
εταιρεία να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό από άλλους παραγωγούς επιτυγχάνο-
ντας μάλιστα να εισέλθει στην αγορά των ΗΠΑ, αλλά η συνέχιση της οικονομικής
κρίσης είχε σαν αποτέλεσμα την εξαγορά της το 1936 από την αγγλική εταιρεία
Tunnel Asbestos Cement Company Ltd., η οποία κατανάλωνε και η ίδια αμίαντο
στις δικές της βιομηχανικές δραστηριότητες. Με την ανάληψη της λειτουργίας
του μεταλλείου από τη νέα εταιρεία η παραγωγή αυξήθηκε σημαντικά αλλά
τούτο όμως διήρκεσε μέχρι το 1940. Αναπόφευκτα, η έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου
Πολέμου επηρέασε τόσο τη διεθνή κατανάλωση του αμιάντου όσο και τις δυνα-
τότητες εξαγωγών λόγω του περιορισμού των ατμοπλοϊκών γραμμών. Μετά τον
τερματισμό του Πολέμου, αν και η παραγωγή άρχισε να ανακάμπτει, το μεταλλείο
πωλήθηκε στην Cyprus Asbestos Mines Ltd., η οποία το λειτούργησε μέχρι το 1988
που τερμάτισε τις εργασίες του για οικονομικούς και περιβαλλοντικούς λόγους.
Σημειώνεται ότι το 1986 η Cyprus Asbestos Mines Ltd. περιήλθε στην ιδιοκτησία
της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 320
Δ. Η ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΜΙΑΝΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ
Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η συστηματική εκμετάλλευση του αμιάντου
άρχισε το 1908 από την αυστριακή εταιρεία Compania Mineraria di Cipro και συνε-
χίστηκε αδιαλείπτως μέχρι το 1988, αφού εν τω μεταξύ η ιδιοκτησία του μεταλλείου
άλλαξε μερικές φορές. Σε σύγκριση με τα άλλα μεγάλα μεταλλεία της Κύπρου το
Μεταλλείο Αμιάντου λειτούργησε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και μάλιστα
δεν διέκοψε πλήρως την παραγωγική δραστηριότητά του κατά τη διάρκεια των δύο
παγκοσμίων πολέμων. Λεπτομερή στοιχεία για τις μεταλλευτικές εργασίες υπάρχουν
από το έτος 1925 μέχρι τον τερματισμό της εκμετάλλευσης το 1988 και δίδονται
στις Ετήσιες Εκθέσεις της Κυβερνητικής Υπηρεσίας Μεταλλείων. Σύντομες αναφο-
ρές για το Μεταλλείο αυτό δίδονται επίσης από τον F.T. Ingham στο Memoir No. 1
– “The Geology of the Xeros-Troodos Area” (Wilson & Ingham 1959) και στο Bulletin
No. 1 – “The Mineral Resources and the Mining Industry of Cyprus” (Bear, 1963).
Για να γίνει καλύτερα αντιληπτή η όλη λειτουργία του μεταλλείου είναι χρήσιμο να
επισημανθούν κάποιες ιδιαιτερότητές του σε σύγκριση με τα μεταλλεία χαλκούχων
πυριτών που έχουν περιγραφεί σε άλλο Κεφάλαιο. Οι ιδιαιτερότητες αυτές πηγά-
ζουν από τα φυσικά χαρακτηριστικά του κοιτάσματος, την τοποθεσία στην οποία
βρίσκεται, τις ιδιότητες του μεταλλεύματος σε συνυφασμό με τη μέθοδο εμπλου-
τισμού του καθώς βεβαίως και τις τεχνολογικές εξελίξεις που σημειώνονταν κατά
τη διάρκεια της μακράς ιστορίας του.
Το κυριότερο φυσικό χαρακτηριστικό του μεταλλείου αμιάντου είναι το γεγονός
ότι το προς εξόρυξη μετάλλευμα αποτελεί μεγάλο τμήμα του συνολικού όγκου
του πετρώματος του σερπεντινιωμένου χαρτζβουργίτη που απαντάται σε μεγάλη
έκταση στην περιοχή του Τροόδους. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι η γένεσή του
συνδέεται με μια εκτεταμένη γεωλογική διεργασία, τη σερπεντινίωση, σε αντί-
θεση με τα κοιτάσματα των χαλκούχων πυριτών όπου η γένεσή τους συνδέεται με
κάποια τεκτονική διαταραχή και με υδροθερμική δραστηριότητα με αποτέλεσμα
η μεταλλογένεση να συγκεντρώνεται σε πολύ περιορισμένο χώρο σε σύγκριση με
το συνολικό όγκο του φιλοξενούντος πετρώματος. Πέραν τούτου, επειδή η μεταλ-
λοφορία του αμιάντου αρχίζει από την επιφάνεια και δεν υπάρχουν υπερκείμενα
στείρα προς εξόρυξη και μετακίνηση για την αποκάλυψη του κοιτάσματος και του
γεγονότος ότι το πέτρωμα που φιλοξενεί τη μεταλλοφορία αμιάντου ευρίσκεται
σε μεγάλο υψόμετρο με ανώμαλη τοπογραφία και μεγάλες υψομετρικές διαφο-
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 321
ρές, δεν υπήρχε ανάγκη δημιουργίας κλειστής εκσκαφής και έτσι η εκμετάλλευση
άρχισε αμέσως από βαθμίδες στον χώρο των εμφανίσεων.
Ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό του κοιτάσματος του αμιάντου ήταν το γεγονός ότι
η όλη μάζα του πετρώματος χαρακτηριζόταν από μια έντονη σαθρότητα που καθι-
στούσε την εξόρυξή του σχετικά εύκολη. Τούτο συνέβαινε περισσότερο στα πρώτα
στάδια της εκμετάλλευσης όπου το επιφανειακό πέτρωμα, πέραν της αρχικής του
αποσάθρωσης λόγω της σερπεντινιώσεως, έχασε ακόμη περισσότερο την συνοχή
του κατόπιν της μακράς διάβρωσης, η οποία ήταν έντονη λόγω των σχετικά ακραίων
κλιματικών (καιρικών) διακυμάνσεων που παρατηρούνται στο υψόμετρο της περι-
οχής του κοιτάσματος. Τούτη η σαθρότητα επιβεβαιώνεται από την αναφορά του
Whitworth (1927), ο οποίος αναφέρει ότι “the rock is in a decomposed condition
for the most part” και ότι “most of the rock is amenable to the pick”. Είναι αυτονό-
ητο ότι οι συνθήκες αυτές ήταν πάντοτε αποφασιστικής σημασίας για τον τρόπον
εξόρυξης, ανάλογα βέβαια με τα διαθέσιμα μέσα που υπήρχαν κατά καιρούς.
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που χαρακτηρίζει την εκμετάλλευση του αμιάντου
είναι η εξάρτηση της εξόρυξης από τις καιρικές συνθήκες και συγκεκριμένα τη βρο-
χόπτωση και την ηλιοφάνεια. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι ο διαχωρισμός των
ινών του αμιάντου από το υπόλοιπο πέτρωμα γίνεται με απορρόφηση, γεγονός που
προϋποθέτει ότι τούτο είναι όσο το δυνατόν απαλλαγμένο από υγρασία. Για τον
λόγο αυτό η εξόρυξη του μεταλλεύματος περιοριζόταν στην περίοδο Μαΐου-Οκτω-
βρίου, ενώ στη χειμερινή περίοδο γίνονταν τα έργα συντήρησης και προετοιμασίας.
Είναι αυτονόητο ότι το πρόγραμμα παραγωγής ήταν εξαρτημένο από τις καιρικές
συνθήκες και μπορούσε να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή. Από τη δεκαετία του 1970
και εντεύθεν κατά τους χειμερινούς μήνες γινόταν επεξεργασία μεταλλεύματος
από σωρούς που αποθηκεύονταν τους καλοκαιρινούς μήνες και αποξηραίνονταν
σε ειδικούς φούρνους.
Λεπτομερής αναφορά για τη μεταλλευτική δραστηριότητα κατά τις πρώτες δεκα-
ετίες της λειτουργίας του μεταλλείου δίδεται από τον Whitworth (1928), ο οποίος
περιγράφει με σχετική λεπτομέρεια τη διαδικασία εξόρυξης και εμπλουτισμού του
μεταλλεύματος. Όσον αφορά την εξόρυξη, τα τότε διαθέσιμα μέσα δεν ήταν άλλα
από τα τσαπιά και τους λοστούς και αυτή γινόταν από την απογευματινή βάρδια
όπου άνδρες εργάτες ο ένας δίπλα στον άλλο (“shoulder to shoulder”) ανέβαιναν
σκάβοντας στην πλαγιά του μετώπου που μπορούσε να έφθανε μέχρι τα 60 μέτρα
σε κεκλιμένο μήκος. Το υλικό που εξορυσσόταν κυλούσε στη βάση του μετώπου
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 322
όπου η νυχτερινή βάρδια μάζευε και φόρτωνε σε βαγόνια των 30 κυβικών ποδών
τα μεγάλα και στείρα τεμάχια πετρώματος για να τα σπρώξουν πάνω σε ράγες και
να τα αδειάσουν στους σωρούς των στείρων. Η πρωινή βάρδια που περιλάμβανε
και γυναίκες εργάτριες ασχολείτο με τη φόρτωση των μικρότερων τεμαχίων που
περιείχαν αμίαντο μέσα στα βαγόνια και τα έσπρωχναν μέχρι τον πλησιέστερο μύλο
για επεξεργασία. Μετά τη φόρτωση του υλικού οι γυναίκες ανέβαιναν στην πλαγιά
και ανέτρεπαν τα μετρίου μεγέθους τεμάχια ώστε η κάτω υγρή επιφάνειά τους να
εκτεθεί στον ήλιο για να μειωθεί όσο το δυνατόν η υγρασία τους. Είναι εμφανές
ότι η όλη διεργασία ήταν πολύ υψηλού εργατικού κόστους και στα πρώτα στάδια
της εκμετάλλευσης, ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες απασχολούντο μέχρι έξι
χιλιάδες άτομα ημερησίως.
Από την πιο πάνω περιγραφή είναι φανερό ότι σαν αποτέλεσμα της όλης μεταλ-
λευτικής διεργασίας παρήγοντο μεγάλες ποσότητες στείρων, τα οποία έπρεπε να
αποθηκευτούν σε σημεία εκτός της περιοχής της εξόρυξης. Η πρώτη κατηγορία
στείρων προερχόταν από τα μέτωπα εκμεταλλεύσεως όπου το υλικό που θεωρείτο
πτωχό απορριπτόταν και δεν διοχετευόταν για επεξεργασία. Η δεύτερη κατηγορία
στείρων προερχόταν από τους αρχικούς μύλους και συνίστατο από το χονδρό υλικό
άνω των 18 χιλιοστών (mm) και το λεπτόκοκκο υλικό κάτω των 5 mm, η δε τρίτη
κατηγορία στείρων προερχόταν από τους τελικούς μύλους μετά την ανάκτηση των
ινών του αμιάντου.
Ε. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟΥ
Στις πιο πάνω γραμμές δόθηκε μια σύντομη περιγραφή της βασικής διεργασίας της
εκμετάλλευσης κατά την πρώτη περίοδο της λειτουργίας του μεταλλείου όταν το
διαχειριζόταν η εταιρεία Cyprus Asbestos Company Ltd. Αναμφίβολα, με την πάροδο
του χρόνου και την πρόοδο της παραγωγικής δραστηριότητας οι συνθήκες εργα-
σίας και εκμετάλλευσης άρχισαν σταδιακά να βελτιώνονται σε όλους τους τομείς
δεδομένου βεβαίως ότι οι δαπάνες για αυτές τις βελτιώσεις δικαιολογούντο από τις
εκάστοτε συνθήκες της αγοράς και τις προοπτικές της. Στις πιο κάτω παραγράφους
περιγράφεται η εξέλιξη των μεταλλευτικών εργασιών από το 1925 που υπάρχουν
στοιχεία παραγωγής μέχρι τον τερματισμό της εκμετάλλευσης το 1988.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 323
Όπως είναι φυσικό, η εξέλιξη των μεταλλευτικών εργασιών αντανακλάται στα διά-
φορα ετήσια στατιστικά στοιχεία της παραγωγής που κοινοποιούντο στην Υπηρε-
σία Μεταλλείων από την εκάστοτε εταιρεία καθώς επίσης από τις τοπογραφικές
αποτυπώσεις των μετώπων εκμετάλλευσης και τις εναποθέσεις των στείρων, όπως
αυτές καταγράφονταν σε διάφορες περιόδους. Τα ετήσια στατιστικά στοιχεία στις
Ετήσιες Εκθέσεις της Υπηρεσίας Μεταλλείων (1925-1988) δεικνύονται στον Πίνακα
5.1 και περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:
1. Την ετήσια παραγωγή μεταλλεύματος, σε τόνους.
2. Την ετήσια ποσότητα μεταλλεύματος που έχει υποστεί επεξεργασία, σε
τόνους.
3. Την ετήσια ποσότητα ινών που παράχθηκε, σε τόνους.
4. Την ετήσια ποσότητα ινών αμιάντου που εξήχθη, και
5. Τη μέση ετήσια απασχόληση εργατών ανά ημέρα.
Από τα πιο πάνω στοιχεία έχουν υπολογιστεί και σημειώνονται επίσης στον Πίνακα
5.1 τα ακόλουθα επιπρόσθετα ετήσια στοιχεία παραγωγής:
6. Η ποσότητα των στείρων που απορριπτόταν απ’ ευθείας από το μεταλλείο,
7. Η ποσότητα των στείρων που απορριπτόταν από τους μύλους,
8. Το σύνολο των στείρων που είναι το άθροισμα των δύο αυτών ποσοτήτων,
9. Το ποσοστό που υφίστατο επεξεργασία έναντι του συνόλου που εξορυσσόταν,
10. Το ποσοστό παραγομένων ινών έναντι του συνόλου που εξορυσσόταν
11. Το ποσοστό παραγομένων ινών έναντι του συνόλου που υφίστατο επεξερ-
γασία.
Είναι φανερό ότι το ποσοστό των παραγομένων ινών έναντι του συνόλου που εξο-
ρυσσόταν (στοιχείο 10) εκφράζει την ποιότητα του μεταλλεύματος, ενώ το ποσοστό
παραγομένων ινών έναντι του συνόλου που υφίστατο επεξεργασία (στοιχείο 11) είναι
ενδεικτικό του βαθμού επεξεργασίας του μεταλλεύματος και ανάκτησης αμιάντου.
1. Περιγραφή των Μεταλλευτικών Έργων
Με βάση τα χαρακτηριστικά της μεταλλοφορίας που έχουν αναφερθεί στις πιο πάνω
παραγράφους και τις περιγραφές από τις παλαιές εκμεταλλεύσεις (Whitworth 1928),
η εξόρυξη του αμιάντου θα πρέπει να άρχισε από τις επιφανειακές εμφανίσεις με
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 324
μεγάλο αριθμό υψηλών μετώπων. Κατά τον Whitworth για κάθε μύλο επεξεργα-
σίας του μεταλλεύματος απαιτούντο ημερησίως 1.500 τόνοι μεταλλεύματος που
για την εξόρυξή τους απαιτείτο μέτωπο ύψους 120 ποδών και μήκους 900 ποδών,
δηλ. επιφάνεια έκτασης περίπου 10.000 τετρ. μέτρων. Λαμβανομένου υπόψη του
γεγονότος ότι κατά καιρούς ευρίσκοντο σε λειτουργία μέχρι εννέα αρχικοί (primary)
μύλοι (βλέπε κατωτέρω), το μεταλλείο κατελάμβανε από τα πρώτα χρόνια της λει-
τουργίας του πολύ μεγάλη έκταση, η οποία γινόταν ακόμη μεγαλύτερη από το πυκνό
δίκτυο προσπελάσεων για τη διακίνηση των βαγονιών μεταφοράς του μεταλλεύ-
ματος και των στείρων.
Συμπερασματικά, από τα πρώτα στάδια της λειτουργίας του το μεταλλείο είχε επε-
κταθεί σε μια εκτεταμένη περιοχή, η οποία θα πρέπει να περιλάμβανε σχεδόν όλη
την έκταση των εκμεταλλεύσιμων επιφανειακών εμφανίσεων του αμιάντου, ώστε
να υπάρχουν αρκετά μέτωπα για την εξόρυξη του μεταλλεύματος. Πέραν της περι-
οχής αυτής τα μεταλλευτικά έργα επεκτείνονταν πλέον σταδιακά περιμετρικά για
την εναπόθεση των τεραστίων ποσοτήτων στείρων τα οποία δημιουργούντο τόσον
κατά την εξόρυξη όσο και κατά την επεξεργασία του μεταλλεύματος. Είναι σημαντικό
να αναφερθεί ότι η συνολική ποσότητα των στείρων αντιστοιχούσε με περίπου το
99% της ποσότητας του εξορυσσομένου μεταλλεύματος.
Στο Σχήμα 5.3 δεικνύεται το τελικό σχέδιο του μεταλλείου μόνον, χωρίς τις εναπο-
θέσεις των στείρων, όπως αυτό είχε αποτυπωθεί τον Σεπτέμβριο του 1988, λίγους
μήνες προτού τερματιστεί δια παντός η λειτουργία του. Στο Σχήμα αυτό δεικνύεται
η συνολική έκταση του μεταλλείου που καταλαμβάνει μια επιφάνεια 1,015 τετρ.
χιλιομ. με περίμετρο μήκους 4,25 χιλιομ. (Σημειώνεται ότι η έκταση αυτή του μεταλ-
λείου αμιάντου είναι κατά 2,3 φορές μεγαλύτερη από την έκταση των μεταλλείων
Σκουριώτισσας και Φοίνιξ μαζί (Σχήμα 2.15) όταν διέκοψε την εκμετάλλευσή τους
η εταιρεία CMC το 1974).
Κατά τα τελευταία χρόνια της λειτουργίας του μεταλλείου η εξόρυξη συγκεντρώ-
θηκε στα πατώματα στο νότιο μέρος όπως σημειώνεται στο Σχήμα 5.3. Στο βόρειο
και βορειοδυτικό μέρος σημειώνονται τα μεταλλευτικά έργα από προγενέστερες
φάσεις της λειτουργίας του.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 325
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 326
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 327
Όπως σημειώνεται στο Σχήμα 5.3 στην τελική του μορφή το μεταλλείο αποτελείτο από
δώδεκα πατώματα, τα οποία εκτείνονταν από το υψόμετρο 1.285 μ. μέχρι το υψό-
μετρο 1.520 μ., δηλ. σε ένα κατακόρυφο διάστημα 235 μέτρων και με μέση διαφορά
μεταξύ των πατωμάτων 20 μέτρα. Η δημιουργία πατωμάτων για σκοπούς εκμετάλ-
λευσης άρχισε να εφαρμόζεται σταδιακά από περίπου το 1950 όταν η εξόρυξη γινό-
ταν πλέον με μηχανικά μέσα, τα οποία έσκαπταν με τη χρήση μεγάλων εκσκαφέων
(ripping) την επιφάνεια του πατώματος και το χαλαρό υλικό ωθείτο για να καταλήξει
στο αμέσως χαμηλότερο πάτωμα, όπου εκτίθετο στον ήλιο για να μειωθεί η υγρα-
σία του και ακολούθως φορτωνόταν και μεταφερόταν στον πλησιέστερο σπαστήρα.
2. Η Παραγωγή Μεταλλεύματος
Από το Μεταλλείο Αμιάντου καθ’ όλη την περίοδο 1925-1988 για την οποία υπάρ-
χουν διαθέσιμα στοιχεία παραγωγής, έχουν εξορυχθεί συνολικά 129 εκατομμύρια
τόνοι, η δε ετήσια παραγωγή εκυμαίνετο από εκατό και πλέον χιλιάδες τόνους μέχρι
πέντε και πλέον εκατομμύρια τόνους, βλέπε Πίνακα 1. Οι διακυμάνσεις στο ύψος
παραγωγής απεικονίζονται στο Σχήμα 5.4 και οφείλονται σε διάφορους παράγοντες
οι οποίοι συζητούνται κατωτέρω.
Η πρώτη πενταετία (1925-1930) όπου το Μεταλλείο ανήκε στην Cyprus Asbestos
Company, χαρακτηρίζεται από συνεχή αύξηση στην παραγωγή, η οποία όμως διακό-
πτεται απότομα το 1930 λόγω της μεγάλης οικονομικής κρίσης της εποχής εκείνης,
η οποία θα πρέπει να επηρέασε οπωσδήποτε τη διεθνή κατανάλωση και τις πωλή-
σεις της Εταιρείας. Υπό τις συνθήκες αυτές το Μεταλλείο πωλήθηκε στην Cyprus
and General Asbestos Company (CGAC), η οποία όπως αναφέρθηκε προηγουμένως
κατόρθωσε να αντιμετωπίσει την κατάσταση αφού εξασφάλισε μερική απαλλαγή
από τα κυβερνητικά τέλη (royalties) από την Αποικιακή Κυβέρνηση. Όμως οι συν-
θήκες εμπορίας παρέμειναν δύσκολες και το 1936 η CGAC πώλησε το Μεταλλείο
στην αγγλική εταιρεία Tunnel Asbestos Cement Company (TACC), η οποία ήταν
καταναλωτής αμιάντου, γεγονός που βοήθησε στην αύξηση της παραγωγής με τη
δημιουργία νέων μετώπων εκμεταλλεύσεως και την αύξηση του εργατικού δυνα-
μικού, βλέπε Σχήμα 5.5. Δυστυχώς όμως ακολούθησε δεύτερη οικονομική κρίση
που κορυφώθηκε το 1940 με την έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η οποία ανα-
πόφευκτα επηρέασε την παραγωγή, η οποία μειώθηκε δραματικά, βλέπε Σχήμα
5.4. Αυτή επηρεάστηκε από την έλλειψη εργατικού δυναμικού, διότι η Αποικιακή
Κυβέρνηση απασχολούσε πολλούς εργάτες για κατασκευή αμυντικών έργων, και
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 328
μείωση των εξαγωγών λόγω του περιορισμού των ατμοπλοϊκών γραμμών. Το 1947,
με τη λήξη του Πολέμου η TACC, παρ’ όλον που είχε προνοήσει εν τω μεταξύ για τη
μηχανοποίηση της εκμετάλλευσης με την παραγγελία εξορυκτικών μηχανημάτων
και μηχανών για τους συρμούς των βαγονιών, πώλησε το Μεταλλείο στην Cyprus
Asbestos Mines (CAM).
Αναλαμβάνοντας το Μεταλλείο η CAM έλαβε σειρά μέτρων με σκοπό την αύξηση
της παραγωγής. Τα μέτρα αυτά περιλάμβαναν την περαιτέρω μηχανοποίηση, τη
μείωση του ύψους των μετώπων στα 9 μέτρα (30 πόδια), από 60 και πλέον μέτρα
που ήταν αρχικά, και την αύξηση του εργατικού δυναμικού. Ένα επιπρόσθετο μέτρο
ήταν η δημιουργία βιομηχανικής μονάδας για την παραγωγή διαφόρων προϊό-
ντων από αμιαντοτσιμέντο για τις ανάγκες της τοπικής οικοδομικής βιομηχανίας.
(Περισσότερα για τη μονάδα αυτή δίδονται κατωτέρω). Σταδιακά η μηχανοποίηση
αυξήθηκε και ενώ μέχρι το 1955 υπήρχαν μόνο δύο μέτωπα, στα οποία γινόταν χει-
ρωνακτική εξόρυξη, μέχρι το 1958 η εξόρυξη ήταν εξ ολοκλήρου μηχανοποιημένη.
Στις γραφικές παραστάσεις των Σχημάτων 5.4 και 5.5 φαίνεται σαφώς η ραγδαία
αύξηση στην παραγωγή του μεταλλείου μετά τη μηχανοποίησή της που είχε ως
άμεση επίπτωση τη σημαντική μείωση του εργατικού δυναμικού.
Ο ρυθμός παραγωγής του μεταλλείου σημείωσε μικρή κάμψη την περίοδο 1956-
1959 λόγω των μέτρων που λάμβανε η βρετανική κυβέρνηση εναντίον του Αντιαποι-
κιακού Αγώνα, τα οποία περιλάμβαναν συχνούς κατ’ οίκον περιορισμούς (curfews)
και απαγόρευση της χρήσης εκρηκτικών υλών κατά την εξόρυξη. Τούτο αντιμετωπί-
στηκε με την εφαρμογή του οργώματος (ripping) των πατωμάτων του μεταλλείου με
τη χρήση μεγάλων εκσκαφέων (bulldozers) πράγμα που υποβοηθούσε στην ηλιακή
αποξήρανση του μεταλλεύματος. Από το 1965 και μετά η παραγωγή του μεταλλείου
είχε μια σταθερή αυξητική τάση, η οποία τη διετία 1976-1977 ξεπέρασε τα πέντε
εκατομμύρια τόνους, βλέπε Σχήμα 5.4.
Λόγω της φύσεως του μεταλλεύματος, ένα μεγάλο μέρος από το υλικό που εξορυσ-
σόταν απορριπτόταν ως στείρο απ’ ευθείας από το μεταλλείο επειδή περιείχε ελά-
χιστο έως καθόλου αμίαντο και ήταν ακατάλληλο για περαιτέρω επεξεργασία και
εμπλουτισμό. Το υπόλοιπο, προωθείτο στους μύλους για την παραγωγή ινών. Στον
Πίνακα 1 δεικνύεται η εκάστοτε ετήσια συνολική ποσότητα υλικού, το οποίο προω-
θείτο για επεξεργασία και με βάση το στοιχείο αυτό υπολογίζεται το επί τοις εκατόν
ποσοστό έναντι της συνολικής παραγωγής του μεταλλείου. Τα στοιχεία αυτά απει-
κονίζονται και στις γραφικές παραστάσεις στο Σχήμα 5.4 και συζητούνται κατωτέρω.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 329
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 330
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 331
Η λεπτομερής εξέταση της γραφικής παράστασης του ποσοστού του υλικού που
επιλεγόταν και προωθείτο στους μύλους για επεξεργασία δίδει ενδιαφέροντα
στοιχεία αναφορικά με τη λειτουργία του μεταλλείου. Κατά τα πρώτα είκοσι χρό-
νια το ποσοστό αυτό είναι γενικά μεταξύ 20 και 30% και αποδίδεται στο γεγονός
ότι η εκμετάλλευση γινόταν χειρωνακτικά, περιοριζόταν σε πλούσια μέτωπα και το
προς επεξεργασία υλικό επιλεγόταν με προσοχή και αποφεύγετο όσο το δυνατό η
μεταφορά στείρου υλικού στους μύλους επεξεργασίας. Μετά το 1945 (με τη λήξη
του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου) και την ανάληψη του μεταλλείου από την CAM η νέα
εταιρεία, όπως αναφέρεται στις Ετήσιες Εκθέσεις του Επιθεωρητού Μεταλλείων,
κατέβαλε προσπάθειες για να αυξήσει την παραγωγή τελικού προϊόντος και άρχισε
τη μηχανοποίηση της εξόρυξης και βελτίωσε σημαντικά τη διαδικασία εμπλουτι-
σμού με την ανέγερση πλέον αποδοτικών εγκαταστάσεων. Τούτο επέτρεψε την
επεξεργασία χαμηλότερης ποιότητας υλικού με αποτέλεσμα τη σταδιακή αύξηση
του ποσοστού του έναντι της συνολικής ποσότητας εξόρυξης, όπως απεικονίζεται
στο Σχήμα 5.4. Αναμφίβολα, μικρής κλίμακας αυξομειώσεις στο ποσοστό αυτό θα
πρέπει να οφείλονται σε διακυμάνσεις της ποιότητας στα μέτωπα εξόρυξης και
στη διαδικασία εκμετάλλευσης όπου κατά καιρούς εξορυσσόταν πτωχό υλικό με
πρόθεση την αποκάλυψη πλουσιότερων μετώπων. Η πρακτική αυτή θα πρέπει να
εφαρμόστηκε στα τελευταία στάδια της εκμετάλλευσης με χαρακτηριστικό παρά-
δειγμα το έτος 1984, όπου το προς επεξεργασία υλικό ήταν μόνον 21% του συνο-
λικού για να ακολουθήσει τον επόμενο χρόνο (1985) σημαντική αύξηση στη ποιό-
τητα του εξορυχθέντος υλικού (high grading), όπως παρατηρείται κατωτέρω. Όπως
αναφέρθηκε προηγουμένως σε κάποιο στάδιο λίγα χρόνια πριν το 1960, η εξόρυξη
άρχισε να γίνεται αποκλειστικά με εκσκαφείς (bulldozers), οι οποίοι όργωναν (rip)
τα πατώματα του μεταλλείου και έσπρωχναν το χαλαρό υλικό σε σωρούς για να
φορτωθούν από φορτωτές (front-end loaders) σε φορτηγά των 35 τόνων τα οποία,
ανάλογα με την ποιότητά, το μετέφεραν στους αρχικούς σπαστήρες για το πρώτο
στάδιο της επεξεργασίας ή στους σωρούς των στείρων για απόρριψη.
Σημειώνεται ότι σε όλη την έκταση του μεταλλείου υπήρχαν πάντοτε θέματα αστά-
θειας των μετώπων, για τα οποία λαμβάνονταν πάντοτε μέτρα για την παρακολού-
θηση και την έγκαιρη αντιμετώπισή τους. Τα θέματα αστάθειας ήταν αποτέλεσμα
του ύψους των μετώπων, της μειωμένης συνοχής του πετρώματος λόγω της σερ-
πεντινιώσεως, του έντονου τεκτονισμού και των διακλάσεων και των υπόγειων
υδάτων λόγω της έντονης βροχόπτωσης και της παρουσίας πολλών πηγών σε όλο
τον χώρο του μεταλλείου.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 332
3. Η Ποιότητα του Μεταλλεύματος
Σαν ποιότητα του μεταλλεύματος θεωρείται η επί τοις εκατό αναλογία των ανακτω-
μένων ινών έναντι του συνολικού μεταλλεύματος που είχε εξορυχθεί. Για κάθε έτος
η ποιότητα αυτή υπολογίζεται από τα ετήσια στοιχεία παραγωγής μεταλλεύματος
και τελικού προϊόντος που αναφέρονται στις εκθέσεις της Υπηρεσίας Μεταλλείων,
τα οποία δεικνύονται στον Πίνακα 1.
Από τα πιο πάνω στοιχεία υπολογίζεται η ποιότητα του μεταλλεύματος η οποία
απεικονίζεται και στη γραφική παράσταση στο Σχήμα 5.6. Η ποιότητα αυτή κυμαί-
νεται από 0,48% μέχρι 1,31% με μέσον όρο 0,88% απολήψιμου προϊόντος για ολό-
κληρη την περίοδο 1928-1988 που υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Στο ίδιο Σχήμα
(5.6) γίνεται σύγκριση της ποιότητας με την αντίστοιχη ποσότητα εξόρυξης και
διαφαίνεται ότι όταν η παραγωγή ήταν μειωμένη, όπως κατά τις περιόδους 1930-
1935, 1940-1950 και 1955-1965, γινόταν επιλεκτική εξόρυξη υψηλότερης ποιότη-
τας μεταλλεύματος. Αντιστρόφως, όταν η παραγωγή ήταν υψηλή η ποιότητα του
εξορυσσομένου μεταλλεύματος ήταν μειωμένη.
Μία άλλη παράμετρος που καταδεικνύει την ποιότητα του μεταλλεύματος είναι η
επί τοις εκατό αναλογία των ανακτωμένων ινών έναντι του συνολικού επιλεγμένου
υλικού, το οποίο προωθήθηκε στους μύλους για επεξεργασία και εμπλουτισμό. Το
ποσοστό αυτό κυμαίνεται από μια μέγιστη τιμή 5,85% το 1935 μέχρι την ελάχιστη
τιμή 1,08% το 1983, και μέση τιμή 2,66% για όλη την περίοδο 1928-1988, βλέπε
Σχήμα 5.7. Αναμφίβολα η παράμετρος αυτή έχει σχέση με την αρχική ποιότητα του
μεταλλεύματος που εξορυσσόταν και προωθούνταν στους μύλους, αλλά παράλληλα
είναι ενδεικτική της πρακτικής και της προσοχής στην επιλογή του υλικού προς επε-
ξεργασία. Όπως παρατηρείται στο Σχήμα 5.7, τις περιόδους που η παραγωγή του
μεταλλείου ήταν χαμηλή θα πρέπει να γινόταν εκμετάλλευση μετώπων με υψηλή
ποιότητα και πιο προσεκτική διαλογή, ενώ αντίθετα όταν η παραγωγή αυξήθηκε με
τη μηχανοποίηση της εξόρυξης η ποιότητα του μεταλλεύματος που προωθούνταν
για επεξεργασία ήταν χαμηλότερη.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 333
0,88%
2,66%
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 334
ΣΤ. Η ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ
ΤΟΥ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΟΣ
Η βασική επεξεργασία του μεταλλεύματος που εφαρμόστηκε από τα πρώτα χρόνια
προνοούσε τη θραύση του σε αρχικούς (primary) μύλους και ακολούθως σε κοσκίνι-
σμα από δύο κόσκινα με άνοιγμα βροχίδος 18 και 5 mm. Το χονδρό υλικό άνω των
18 mm και το λεπτόκοκκο υλικό κάτω των 5 mm θεωρείτο στείρο και απορριπτό-
ταν, ενώ το ενδιάμεσο υλικό μεταφερόταν στον τελικό μύλο, όπου το έθραυαν και
το κοσκίνιζαν, ενώ οι ίνες του αμιάντου ανακτώντο με απορρόφηση. Στη συνέχεια
οι ίνες διαχωρίζονταν σε μεγέθη και το τελικό προϊόν ήταν έτοιμο προς την αγορά.
Μέχρι το 1935 που ανέλαβε τη δραστηριότητα η TAC υπήρχαν διαθέσιμοι εννέα
αρχικοί (primary) μύλοι, οι οποίοι τίθεντο σε λειτουργία ανάλογα με το ύψος της
παραγωγής και ένας τελικός (fiber) μύλος, στον οποίο παραγόταν το τελικό προϊόν.
Σταδιακά, μέσα στα πλαίσια των βελτιώσεων μετά το 1960 οι παλαιοί αρχικοί μύλοι
αντικαταστάθηκαν από δύο σύγχρονους σφυρόμυλους (hammer mills) που τοποθε-
τήθηκαν σε κεντρικά σημεία του μεταλλείου και ο τελικός μύλος υποκαταστάθηκε
από νέες κεντρικές εγκαταστάσεις κοσκινίσματος (screening station) σε άλλο σημείο
του μεταλλείου. Οι δύο σπαστήρες διοχέτευαν το προϊόν τους στις εγκαταστάσεις
κοσκινίσματος με μεταφορικές ταινίες. Οι θέσεις των τριών αυτών εγκαταστάσεων
επεξεργασίας του μεταλλεύματος δεικνύονται στο Σχήμα 5.3.
Στους σπαστήρες το υλικό εθραύετο και διαχωριζόταν σε λεπτόκοκκο –1” (-25mm)
και χονδρόκοκκο +1” (+25mm) κλάσμα. Το χονδρόκοκκο, το οποίο περιείχε ελάχι-
στες ίνες, απορριπτόταν και μεταφερόταν με μεταφορική ταινία στους σωρούς των
στείρων. Το λεπτόκοκκο, το οποίο ονομαζόταν «Λευκά» μεταφερόταν στην πλατεία
αποξήρανσης ή σε αποξηραντήρες, ανάλογα με την εποχή και τις καιρικές συνθή-
κες και μετά την ξήρανσή του υφίστατο περαιτέρω επεξεργασία με πρόσκρουση
(impaction) και κοσκίνισμα (screening) και γινόταν συγκέντρωση των ινών με απορ-
ρόφηση. Ακολούθως το προϊόν της απορρόφησης υφίστατο περαιτέρω επεξεργασία
για την αφαίρεση της σκόνης και το διαχωρισμό σε δύο ποιότητες ινών: την “3S” με
μακρές ίνες και την “HSH” με μικρότερες ίνες. Το τελικό στάδιο ήταν η κατάλληλη
συσκευασία των δύο αυτών προϊόντων για σκοπούς εξαγωγής.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 335
Ζ. Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΤΟΥ ΤΕΛΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Η ετήσια παραγωγή τελικού προϊόντος την περίοδο 1928-1988 σημειώνεται στον
Πίνακα 5.1, η δε συνολική παραγωγή για την ίδια περίοδο ανήλθε στους 976.750
τόνους. Όπως είναι φυσικό το ύψος της παραγωγής τελικού προϊόντος είναι άμεσα
συνδεδεμένο με την παραγωγή του μεταλλείου. Όπως δεικνύεται στο Σχήμα 5.8
παρατηρείται αναλογικά μια σχετική μείωση μετά το 1960 λόγω της μείωσης στην
ποιότητα που αναφέρθηκε ανωτέρω, βλέπε Σχήματα 5.6 και 5.7. Στο Σχήμα 5.9
παρουσιάζεται και η εξέλιξη των εξαγωγών σε συνυφασμό με την παραγωγή του
τελικού προϊόντος όπου παρατηρείται ραγδαία αύξηση μετά το 1965 και δραματική
μείωση μετά το 1980, η οποία όπως ήταν φυσικό είχε σαν αποτέλεσμα τον περιο-
ρισμό στην παραγωγή του μεταλλείου και κατ’ επέκταση στην παραγωγή ινών. Οι
λόγοι που οδήγησαν στον περιορισμό της παραγωγής και στη συνέχεια στη διακοπή
της αναφέρονται σε άλλο σημείο του παρόντος Κεφαλαίου.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 336
Η. ΕΝΑΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΣΤΕΙΡΩΝ
Όπως προαναφέρθηκε, η μέση ποιότητα του μεταλλεύματος για την περίοδο 1928-
1988 για την οποία υπάρχουν στατιστικά στοιχεία (Πίνακας 5.1) ήταν 0,88%. Δηλαδή,
για κάθε 100 τόνους μεταλλεύματος απορρίπτονταν, κατά μέσον όρο, 99,12 τόνοι
στείρα περιλαμβανομένων και υπερκειμένων. Συνεπώς, για τη συνολική παραγωγή
των 994.750 τόνων τελικού προϊόντος κατά την περίοδο 1928-1988 έχει παραχθεί
μια τεράστια ποσότητα στείρων που, με βάση τα στατιστικά στοιχεία του Πίνακα
5.1, ανερχόταν σε 125 και πλέον εκατομμύρια τόνους.
Αναμφίβολα, η διαχείριση των στείρων αποτελούσε ένα από τα σοβαρότερα θέματα
της εκμετάλλευσης του αμιάντου στο Τρόοδος, τόσο λόγω του όγκου τους αλλά και
του γεγονότος ότι η περιοχή ήταν ορεινή και κατά συνέπεια οι διαθέσιμοι χώροι για
την εναπόθεσή τους δεν ήταν ισόπεδοι αλλά με μεγάλες κλίσεις που κατέληγαν σε
μικρά και μεγάλα ρυάκια του πυκνού συστήματος απορροής των ομβρίων υδάτων
της περιοχής. Τούτο είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία ενδείξεων για φαινόμενα
αστάθειας των σωρών που ανάγκαζε την εταιρεία να παρακολουθεί συστηματικά
την κατάστασή τους και να τα αντιμετωπίζει έγκαιρα με διάφορα μέτρα. Τα προ-
βλήματα δημιουργούντο από την ανομοιογένεια του υλικού των σωρών, το ύψος
και την κλίση τους και σε μεγάλο βαθμό από τη βροχή και την πληθώρα των πηγών.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 337
Στο Σχήμα 5.10 δεικνύεται η συνολική περιοχή γύρω από το μεταλλείο που καλύπτουν
οι εναποθέσεις των στείρων όπως έχει καταγραφεί από δορυφορική φωτογραφία το
έτος 2008, δηλαδή μετά τον τερματισμό της εκμετάλλευσης. Όπως συνέβη σε κάθε
επιφανειακή μεταλλευτική δραστηριότητα οι πρώτες ποσότητες στείρων άρχισαν
να εναποτίθενται σε μικρή απόσταση από το μεταλλείο και τις εγκαταστάσεις επε-
ξεργασίας του μεταλλεύματος και απομακρύνονταν σταδιακά από αυτές. Οι πρώτες
ποσότητες στείρων φαίνεται ότι είχαν εναποτεθεί βορείως και ανατολικά του χωριού
Πάνω Αμίαντος κοντά στο μεταλλείο και τις εγκαταστάσεις του. Αργότερα, με την
αύξηση της παραγωγής οι εναποθέσεις στείρων γίνονταν νοτιοανατολικά και νότια
του μεταλλείου και κάλυψαν την κοιλάδα του ποταμού «Λούματα τους Αετούς». Για
να γίνει τούτο εφικτό κατασκευάστηκε από μπετόν στοά με διατομή πέντε τετραγωνι-
κών μέτρων κατά μήκος του ποταμού, αφού είχε πρώτα ευθυγραμμιστεί. Η στοά αυτή
είχε καλυφθεί σταδιακά από τα στείρα επιτρέποντας παράλληλα τη ροή του ποταμού.
Δυστυχώς όμως η στοά αστόχησε και ουσιαστικά δημιουργήθηκε ένα φράγμα από
το οποίο όμως υπάρχει σημαντική διαρροή λόγω των έργων της στοάς.
Το μέγεθος των εναποθέσεων των στείρων, το οποίο μόνον για την περίοδο 1928-1988
ανέρχεται στα 125 εκατ. τόνους, είναι αναμφίβολα πολύ μεγάλο για τα Κυπριακά
μεταλλευτικά δεδομένα. Συναφώς αναφέρεται ότι από τις υπαίθριες εκμεταλλεύ-
σεις της Σκουριώτισσας (από την CMC), της Λίμνης, της Κοκκινοπεζούλας (Μιτσερό),
Μεμί και Μαθιάτη μαζί, έχουν εξορυχθεί συνολικά 25 εκατ. τόνοι μεταλλεύματος
(βλέπε Κεφάλαιο 2). Αν υποτεθεί ότι η μέση αναλογία αποκάλυψης ήταν 1 τόνος
μεταλλεύματος προς 5 τόνους στείρων, τότε η συνολική ποσότητα στείρων από τα
πέντε αυτά μεγαλύτερα υπαίθρια μεταλλεία χαλκούχων πυριτών ανερχόταν περί-
που στα 125 εκατ. τόνους και προσεγγίζει τη συνολική ποσότητα των στείρων του
μεταλλείου αμίαντου (1928-1988).
Πέρα από τη σύγκριση αυτή θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα στείρα του μεταλλείου
του αμιάντου είναι αδρανή από χημική άποψη διότι δεν περιέχουν θειούχα ορυκτά
τα οποία οξειδώνονται και κατά συνέπεια τα νερά που απορρέουν από τα στείρα
αυτά δεν προκαλούν οποιαδήποτε χημική και οπτική ρύπανση, σε αντίθεση με τα
στείρα των μεταλλείων χαλκούχων πυριτών τα οποία ρυπαίνουν με οξείδια σιδήρου
τα συστήματα απορροής στα κατάντι των σωρών. Όμως τα νερά που απορρέουν
από τις επιφανειακές εμφανίσεις αμιάντου και από τα στείρα των εκμεταλλεύσεων
του περιέχουν ίνες αμιάντου οι οποίες ρυπαίνουν τόσο το επιφανειακό νερό όσο
και το έδαφος κατά μήκος των συστημάτων απορροής.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 338
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 339
Θ. ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΜΙΑΝΤΟΤΣΙΜΕΝΤΟΥ
Το 1948 κατασκευάστηκε στην περιοχή των εγκαταστάσεων του μεταλλείου μικρή
βιομηχανική μονάδα για την παραγωγή προϊόντων αμιαντοτσιμέντου, όπως αυλα-
κωτών φύλλων (corrugated sheets) για στέγαστρα για τις οικοδομικές ανάγκες του
Μεταλλείου. Επειδή τα προϊόντα αυτά άρχισαν να ευρίσκουν χρήση στην αγορά, η
εταιρεία δημιούργησε μεγαλύτερη μονάδα, η οποία τέθηκε σε λειτουργία το 1951
και το ίδιο έτος εξήγαγε κάποιες ποσότητες από τα προϊόντα αυτά. Στα χρόνια που
ακολούθησαν αυξήθηκε σημαντικά η χρήση τους στην τοπική οικοδομική βιομη-
χανία ιδιαίτερα για την ανέγερση χαμηλού κόστους οικιστικών μονάδων και παρα-
πηγμάτων. Πέραν των στεγάστρων κατασκευάζονταν φύλλα και σωλήνες αμιαντο-
τσιμέντου για υδρευτικούς σκοπούς.
Η ζήτηση αυτή διήρκεσε μόνο μέχρι το 1957 και στα επόμενα χρόνια σταθεροποιή-
θηκε σε χαμηλότερα επίπεδα. Επειδή το εργοστάσιο κατανάλωνε πολύ μεγαλύτερη
ποσότητα τσιμέντου παρά αμιάντου, για λόγους οικονομίας το 1958 οι εγκατα-
στάσεις του αποσυναρμολογήθηκαν και μεταφέρθηκαν δίπλα στο Τσιμεντοποιείο
Μονής, ανατολικά της Λεμεσού όπου λειτούργησε μέχρι το 1973.
Στον Πίνακα 5.2 δεικνύονται τα στατιστικά στοιχεία της μονάδας αυτής. Όπως
σημειώνεται, η συμβολή της στην κατανάλωση τελικού προϊόντος αμιάντου καθ’
όλη τη διάρκεια της ζωής της ήταν πολύ μικρή φθάνοντας μόνον τους 3.386 τόνους
ινών αμιάντου που ισοδυναμεί με μόνο 0,35% της συνολικής παραγωγής του και
1,06% της συνολικής παραγωγής της περιόδου που λειτούργησε το εργοστάσιο
αυτό, δηλαδή 1951-1973.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 340
Ι. Ο ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ
ΚΑΙ Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
Περί το 1970 αναγνωρίστηκε σε διεθνές επίπεδο ότι η έκθεση στον αμίαντο συν-
δέεται άμεσα με την ασθένεια του μεσοθηλιώματος που είναι μια σπάνια μορφή
καρκίνου των πνευμόνων που οφείλεται στην εισπνοή ινών αμιάντου. Είναι ενδια-
φέρον να σημειωθεί ότι η ασθένεια αυτή δεν εκδηλώνεται σύντομα μετά την έκθεση
κάποιου σε αμίαντο αλλά με καθυστέρηση που μπορεί να φθάσει τα είκοσι μέχρι
εξήντα χρόνια, η δε εξέλιξή της ευνοείται από την ύπαρξη προδιάθεσης στον καρ-
κίνο και άλλους ανθυγιεινούς παράγοντες, όπως π.χ. το κάπνισμα.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 341
Η σύνδεση του αμιάντου με τη θανατηφόρο αυτή ασθένεια είχε ως αποτέλε-
σμα την επιβολή αυστηρών μέτρων για την καταστολή της σκόνης με φίλτρα,
πράγμα που αύξησε σημαντικά το κόστος παραγωγής. Παράλληλα έχουν επιβλη-
θεί αυστηροί περιορισμοί στις εφαρμογές και τη χρήση του αμιάντου σε πολλές
αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες με επακόλουθο τη δραματική μείωση
στην κατανάλωση και κατά συνέπεια στην παραγωγή του, με αποτέλεσμα πολλά
μεταλλεία αμιάντου να αντιμετωπίσουν οικονομικά προβλήματα και να τερματί-
σουν τη λειτουργία τους.
Οι επιπτώσεις από τη μείωση της κατανάλωσης άρχισαν να παρουσιάζονται
στην CAM από το 1980 με τον κατακόρυφο περιορισμό των εξαγωγών, όπως
αναφέρθηκε προηγουμένως, πράγμα που δημιούργησε σοβαρά προβλήματα
στη βιωσιμότητα της εταιρείας. Τούτο συνέπεσε με την αναγνώριση της ανά-
γκης για τη λήψη μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος στην Κύπρο
γενικά, αλλά ειδικά στην περιοχή του Μεταλλείου Αμιάντου, όπου οι σωροί των
στείρων υλικών θεωρήθηκαν ότι συνιστούσαν άμεσο κίνδυνο για την κοινότητα
Κάτω Αμιάντου που ευρίσκεται ένα μόνο χιλιόμετρο ανατολικά και τριακόσια
περίπου μέτρα χαμηλότερα. Πέραν αυτών, η εξόρυξη τριακοσίων και πλέον εκα-
τομμυρίων κυβικών μέτρων πετρώματος από μια έκταση ενός περίπου τετρα-
γωνικού χιλιομέτρου δημιούργησε μια τεράστια τοπογραφική ανωμαλία και
περιβαλλοντική πληγή.
Το ενδεχόμενο του τερματισμού των εργασιών της CAM ανησύχησε την Υπηρεσία
Μεταλλείων και τις άλλες ενδιαφερόμενες Κυβερνητικές Υπηρεσίες, οι οποίες
στάθμισαν τους κινδύνους και ζήτησαν από την CAM τη λήψη συγκεκριμένων
μέτρων για την σταθεροποίηση των σωρών των στείρων και την αποκατάσταση
του περιβάλλοντος. Τελικά, πολύ πιθανόν λόγω του μεγάλου κόστους των μέτρων
αυτών, αντί οποιασδήποτε σχετικής ενέργειας η εταιρεία προσπάθησε να απαλ-
λαγεί από την όλη μεταλλευτική δραστηριότητά της στον Αμίαντο, επιχειρώντας
να την πωλήσει σε άλλους πιθανούς ενδιαφερομένους. Επειδή όμως αυτό δεν
έγινε κατορθωτό, την δώρισε ουσιαστικά στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού (ΙΜΛ).
Παρότι η ΙΜΛ εργοδότησε τα βασικά στελέχη και πολλούς εργατοϋπάλληλους της
προηγούμενης εταιρείας, όπως ήταν αναμενόμενο λόγω του αρνητικού κλίματος
στην εμπορία του αμιάντου, δεν κατόρθωσε να λειτουργήσει την εταιρεία επι-
κερδώς και το 1988 τερμάτισε την εκμετάλλευση και τον επόμενο χρόνο (1989)
ανέλαβε την εταιρεία Εκκαθαριστής. Τούτο είχε ως συνέπεια τα μέτρα αποκατά-
στασης που ζήτησαν τα Κυβερνητικά Τμήματα αρχικά από την CAM να ευρεθούν
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 342
«στον αέρα» χωρίς να υπάρχει κάποιος που να έχει την υποχρέωση να τα εκτελέ-
σει. Έτσι αναγκαστικά τα πραγματοποίησε το ίδιο το Κράτος όπως περιγράφεται
επιγραμματικά κατωτέρω.
Η αποκατάσταση του περιβάλλοντος περιλαμβανομένης και της σταθεροποίησης
των σωρών των στείρων και η αναδάσωση έγινε βάσει σχεδίου που ετοιμάστηκε
από επιτροπή απαρτιζόμενη από εκπροσώπους όλων των αρμοδίων τμημάτων του
Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος και η υλοποίησή του
άρχισε το 1995. Μέχρι το τέλος του 2020 έχει αναδασωθεί περίπου το ήμισυ της
έκτασης που περιλαμβάνει το σχέδιο. Υπολογίζεται ότι η αναδάσωση θα διαρκέσει
μέχρι το 2035. Επειδή το θέμα της αποκατάστασης βρίσκεται εν προόδω και εξάλ-
λου το έργο αυτό δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της μηχανικής μεταλλείων αλλά
στον τομέα της εξειδικευμένης εδαφομηχανικής, θεωρείται σκόπιμο να μη γίνει
περαιτέρω αναφορά για το θέμα στο παρόν βιβλίο.
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
Εικόνα 5.1 Άποψη του Μεταλλείου Αμιάντου από τον Βορρά, 1937.
Plate 5.1 View of the Absestos Mine from the North, 1937.
343
ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 344
Εικόνα 5.2 Άποψη από αέρος από τα Ανατολικά του Μεταλλείου Αμιάντου, 1965.
Plate 5.2 Aerial view from the East of the Asbestos Mine, 1965.
Εικόνα 5.3 Άποψη του Μεταλλείου Αμιάντου από τον Βορρά, 1970.
Plate 5.3 View of the Asbestos Mine from the North, 1970.
CHAPTER 5
THE AMIANTOS (ASBESTOS) MINE
Introduction and the Genesis of Asbestos
Amiantos is the Greek word for Asbestos and the existence of this mineral in the
higher parts of Troodos was known from the late 19th Century when a limited degree
of exploitation was taking place by people from the neighboring villages. The mineral
asbestos belongs to the group of serpentine minerals which are formed by the alter-
ation – serpentinization of the ultrabasic rocks. Such ultrabasic rocks in the Troodos
area are represented by harzburgite which outcrops extensively in the eastern parts
of the Troodos Plutonic Complex being in places intensively serpentinised) Figures 5.1
and 5.2). In the south-eastern parts of the harzburgite exposure the degree of serpen-
tinization is relatively high rendering the rock economically exploitable for the mineral
asbestos. The asbestos mineral found in the Troodos area belongs to the chrysotile
variety of the cross-fibre type with a short fibre length ranging from 1 to 15 mm.
The History of the Mine and the Early Years of Mining
Systematic exploitation appears to have started in 1904 with the issue of a Mining
Lease to a foreign prospector who sold it the following year to the Austrian company
Compania Mineraria di Cipro which was nationalized by the British Colonial Govern-
ment at the outbreak of WWI. After changing a number of owners (see Table 5.1)
the Mine was taken up in 1948 by the Cyprus Asbestos Mines Ltd which operated it
up to the end of its life in 1988.
In view of the fact that the asbestos mineralization was the result of widespread
alteration, the ore was highly friable and exposed on the surface. Mining of this ore
THE MINES OF CYPRUS 346
in the early years was being done by hand tools and was highly labour intensive.
Hundreds of people were working in extensive stopes and the ore was transported
by rail wagons to a number of primary mills which were scattered over the area of
the mine. The ore was crushed and sieved with the +18 mm and -5 mm fractions
rejected as waste whereas the 5 – 18 mm fraction was subjected to further treat-
ment for the separation of the asbestos fibres. Evidently, a substantial proportion of
the mined rock was eventually rejected as waste. Because the fibers were separated
by aspiration the moisture levels had to be as low as possible. For this reason, no
mining was done during the rainy season.
The Progress of the Mining Operations
The rather primitive mining methods described above were being gradually improved
by adopting the development in the mining technologies as these were implemented
by the successive operating companies. By the 1950’s all mining operations were
mechanized with the employment of bulldozers, loaders and locomotives with a
consequent substantial reduction in the numbers of employees.
Mining records are available from 1925 in the Annual Reports of the Inspector of
Mines which began to be issued on that year and are summarized in Table 5.1 (parts
1 and 2). This Table lists the different companies which operated the mine and the
respective periods, the annual ore production, the amount of ore treated, the amount
of waste directly from the mine and from the mills, the amount of fibres produced,
the quality of the ore and the quality of the treated material both in percentages,
the amount of exported fibres and finally the average number of employees per day.
All these statistical data are very useful in unraveling the development of the mining
operations as it is summarized below.
Figure 5.3 is the final map of the opencast mining operations as this was recorded in
1988 a few months prior to their termination. The mine occupies an area of 1,015 square
kilometers with twelve benches at 20 meters interval extending from the elevation of
1.285 meters to 1.520 meters. The ore production, as this is depicted in Figure 5.4 was
affected by the economic crisis of 1930 and the WWII but after 1950 it gradually reached
a climax in the 1970’s which was followed by a rapid decline after 1980 for reasons men-
tioned below. The number of daily employees was related directly with the production
figures, until the 1950’s when the mining operations were mechanized (Figure 5.5).
THE MINES OF CYPRUS 347
The quality of the ore as it is expressed by the percentage of fibers produced to the
total amount of ore mined was on average 0,88%,but it varied widely depending
on selective mining during periods of low production and vice versa, as it is demon-
strated in Figure 5.6. A similar picture is observed in the quality of the treated mate-
rial as a percentage of the fibers produced to the total amount of ore treated in the
mills which had on average a value of 2,66% with variations reflecting the selected
mining method (Figure 5.7).
As mentioned above, in the early years of the mining operations there were sev-
eral primary mills at various places of the mine for the preliminary treatment which
involved crushing and screening of the ore and processing the +5 to the -18mm frac-
tion by further treatment in the final mill. In 1960 the primary mills were substituted
by two centrally located crushers which were feeding through a system of conveyor
belts a modern treatment plant. The final product was of two types: the “3S” long
fiber type and the “HSH” short fiber type.
As expected, the production of fibres in general followed the ore production but
was relatively lower during the periods of higher ore production and lower grade
material (Figures 5.8, 5.6, and 5.7. The whole quantity of fibers produced was being
exported, (Figure 5.9). Fibre production together with exports declined very rapidly
after 1980 and came to a permanent suspension in 1988.
Waste Disposal
Although the asbestos ore was free of any overburden and there was no need for
stripping any surface waste to expose it for mining, the issue of production and
disposal of excessive amounts of waste became apparent from the very start of
mining. As is recorded in Table 5.1, during the period 1928-1988, the fibres pro-
duced were only 0.88% of the mined ore, the rest 99,12% being waste which had
to be disposed of.
Reasonably enough, at the early years of mining this waste was being dumped north
and east of the mine at short distances from the source in order to minimize the trans-
portation costs, but eventually because of the expansion of the opencast, it had to be
dumped further away from the mine. The waste dumping was a serious issue for the
company as it required continuous stability monitoring and was exacerbated from the
THE MINES OF CYPRUS 348
fact that the topography at this high elevation of Troodos Mountains was steep with
a dense network of deep ravines and a heavy annual rainfall and numerous springs.
Furthermore, because of the regional geography (Figure 5.1), the only area which
could be used to dump waste from the subsequent mine expansion was the steep
slope and valley of the “Loumata tous Aetous” river to the south of the mine (Figure
5.10). In order to be able to block the flow of the river, the company has undertaken
the construction of a concrete tunnel along the river-bed which was subsequently
covered by the waste and permitted the normal flow of the river. Unfortunately, the
construction did not last long. It failed and the river flowed only partially having cre-
ated a dam at the start of the waste dump (Figure 5.10). One positive characteristic
of the asbestos mine dumps is that they are chemically inert and do not contaminate
the drainage system with iron oxides as the sulphide mine dumps did.
The Asbestos-Cement Factory
In 1951 the company established a small asbestos-cement plant for the production
of such products for the construction industry, such as roofing sheets. Because of the
much higher proportion of cement in the manufacture of these products, in 1958
the plant was relocated next to the Moni Cement factory where it operated until
1972. Table 5.2 shows the production statistics of this operation.
The Termination of the Mining Operations
and the Restoration of the Environment
Around 1980 a universal campaign started against the use of asbestos, primarily
of the blue variety, which was declared to be carcinogenic. This has had a negative
impact on the asbestos consumption universally with consequences on the viabil-
ity of many asbestos mines all over the world. Inevitably, this affected the Amian-
tos Mine in Cyprus which at that time had to meet the Cyprus Government’s costly
demands for the restoration of the environment and in particular the resolving the
waste disposal issues described above. Instead of any actions in this direction, the
company was put up for sale and eventually in 1986, after failing to find a buyer, lit-
erally ‘donated’ it to the Holy Bishopric of Limassol. The mew owner failed to oper-
ate the mine profitably and by the end of 1988 the company was declared bankrupt
and was taken up by a Receiver.
THE MINES OF CYPRUS 349
As a consequence, there was nobody with the responsibility to undertake the imple-
mentation of the Government’s plans for the restoration of the environment except
the Cyprus Government itself. A special committee consisting of representatives of
various Government Departments was established and started implementing a very
ambitious plan which includes extensive landscaping and reforesting. To date this
plan has been executed to a substantial part, but it will take up to 2035 to be com-
pleted fully as originally planned.