The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ_ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΑΝΝΙΑΣ

Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by dgiannias, 2015-09-23 08:36:01

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ_ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΑΝΝΙΑΣ

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ_ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΑΝΝΙΑΣ

13.2 Βασικοί ορισμοί και
υποθέσεις στη θεωρία
παραγωγής

Μια Καμπύλη Ίσης Παραγωγής δίδει το γεωμετρικό τόπο των συνδυασμών
(K,L) που παράγουν μια δεδομένη ποσότητα.

Ο Οριακός Λόγος Τεχνικής Υποκατάστασης, RTS, ορίζεται ως εξής :

dK
RTS = −

dL
dQ =0

όπου Q είναι μια δεδομένη ποσότητα.
Μια από τις βασικότερες υποθέσεις που γίνονται στη θεωρία παραγωγής

είναι ότι το RTS μειώνεται καθώς L αυξάνεται και Κ μειώνεται.
Η τελευταία υπόθεση έχει σαν αποτέλεσμα ότι μια αντιπροσωπευτική

καμπύλη ίσης παραγωγής έχει το σχήμα της καμπύλης στο Διάγραμμα 13.2.

Διάγραμμα 13.2: Καμπύλη ίσης παραγωγής
Κ

L

197

13.3 Σχέση μεταξύ οριακού
λόγου τεχνικής υποκατάστασης

και οριακών προϊόντων

Παίρνοντας το ολικό διαφορικό της συνάρτησης παραγωγής Q = f (K,L)
λαμβάνουμε:

dQ = ( ∂ f/ ∂ L) dL + ( ∂ f/ ∂ K) dK =
= MPL dL + MPK dK

Δοθείσης της τελευταίας σχέσης και ότι κατά μήκος μιας καμπύλης ίσης
παραγωγής dQ = 0, έχουμε ότι :

dK MP L

dL = − MP
dQ =0 K

Συνεπώς, δοθέντος του ορισμού του οριακού λόγου τεχνικής
υποκατάστασης, RTS,

dK
RTS = −

dL
dQ =0

έχουμε ότι η σχέση μεταξύ οριακού λόγου τεχνικής υποκατάστασης και
οριακών προϊόντων είναι :

RTS = (MPL/MPK).

198

13.4 Ορισμένα συμπεράσματα
από το πρόβλημα

μεγιστοποίησης κέρδους μιας
επιχείρησης

Η επιχείρηση θα επιλέξει τον συνδυασμό (Κ,L) που μεγιστοποιεί το κέρδος
της, δηλαδή, η επιχείρηση λύνει το παρακάτω πρόβλημα :

max p f(k,L) - rk - WL
K,L

όπου p είναι η τιμή του προϊόντος,
r είναι η τιμή του κεφαλαίου,
W είναι η τιμή του εργασίας,

Οι συνθήκες πρώτου βαθμού είναι :

p ∂f − r = 0
∂k

p ∂f − W = 0
∂L

Από τις εξισώσεις αυτές λαμβάνουμε :

MPK r
και
= p

W
MPL = p

Από τις τελευταίες εξισώσεις και τη σχέση μεταξύ οριακών προϊόντων και
οριακού λόγου τεχνικής υποκαταστάσεως λαμβάνουμε :

RTS = W > 0
r

199

Δηλαδή, τώρα από την τελευταία σχέση μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι
(k,L) συνδυασμοί που μεγιστοποιούν το κέρδος της επιχείρησης βρίσκονται επί του
τμήματος των καμπυλών ίσου προϊόντος που έχει αρνητική κλίση (σημειώστε ότι : η
κλίση της γραμμής ίσου προϊόντος είναι ίση με - RTS.

Οι συνθήκες πρώτου και δεύτερου βαθμού δίδονται από τις παρακάτω
εξισώσεις:

∂2 f < 0
∂k 2
∂2 f < 0
∂L2

Οι συνθήκες δευτέρου βαθμού οριοθετούν την περιοχή στην οποία παράγει
η επιχείρηση. Είναι η περιοχή στην οποία, ceteris paribus, MPL, (MPK) μειώνεται
καθώς L (K) αυξάνεται και συγχρόνως MPK>0 και MPL>0.

200

13.5 Αποδόσεις κλίμακας

Οι αποδόσεις κλίμακας μας δείχνουν πως μεταβάλλεται η παραγωγή όταν Κ
και L μεταβάλλονται με το ίδιο ποσοστό. Πιο συγκεκριμένα, έχουμε τις περιπτώσεις
που ακολουθούν.
1. Σταθερές αποδόσεις κλίμακας.

Μια παραγωγική διαδικασία χαρακτηρίζεται από σταθερές αποδόσεις κλίμακας
αν :

f(mK, mL) = m f (K,L) = m Q για κάθε m > 0, όπου Q = f (K,L)

Η περίπτωση μιας συνάρτησης παραγωγής που χαρακτηρίζεται από
σταθερές αποδόσεις κλίμακας απεικονίζεται στο Διάγραμμα 13.3 για m = 2.

Διάγραμμα 13.3: Σταθερές αποδόσεις κλίμακας

Κ
2Q


Κ
Q
L 2L

201

2. Φθίνουσες αποδόσεις κλίμακας.

Μια παραγωγική διαδικασία χαρακτηρίζεται από φθίνουσες αποδόσεις
κλίμακας αν :

f (mK, mL) < m f (K,L) = m Q για κάθε m>0, όπου Q = f (K,L), Q΄
= f (mK,mL)

Η περίπτωση μιας συνάρτησης παραγωγής που χαρακτηρίζεται από
φθίνουσες αποδόσεις κλίμακας απεικονίζεται στο Διάγραμμα 13.4 για m = 2.

Διάγραμμα 13.4: Φθίνουσες αποδόσεις κλίμακας
Κ Q΄ < 2Q

2K

K Q L
L 2L

3. Αυξανόμενες αποδόσεις κλίμακας.

Μια παραγωγική διαδικασία χαρακτηρίζεται από αυξανόμενες αποδόσεις
κλίμακας αν :

f (mK, mL) > m f (K,L) = m Q για κάθε m>0
όπου Q = f (K,L), Q΄ = f (mK,mL)

Η περίπτωση μιας συνάρτησης παραγωγής που χαρακτηρίζεται από αύξουσες
αποδόσεις κλίμακας απεικονίζεται στο Διάγραμμα13.5 για m = 2.

202

Διάγραμμα 13.5: Αύξουσες αποδόσεις κλίμακας
Κ Q΄ > 2Q

2K

K Q L
L 2L

203

13.6 Μια ιδιότητα των
συναρτήσεων παραγωγής που
χαρακτηρίζονται από σταθερές

αποδόσεις κλίμακας

Εάν η συνάρτηση παραγωγής χαρακτηρίζεται από σταθερές αποδόσεις,
κλίμακας, τότε ο οριακός λόγος τεχνικής υποκατάστασης, RTS, είναι μια συνάρτηση
του λόγου των εισροών, K/L.

Δηλαδή,

RTS = g (K/L)

Απόδειξη

f (mK, mL) = m f (K, L) ⇒

m ∂ f ( K , L ) = ∂ f ( mK , mL ) ∂ mK = m ∂ f ( mK , mL ) ⇒
∂K ∂ mK ∂K ∂ mK

∂ f ( K , L ) = ∂ f ( mK , mL )
∂ K ∂ mK

Επιλέγοντας τη τιμή m = 1 / L και χρησιμοποιώντας τη τελευταία εξίσωση
λαμβάνουμε :

K
∂f ( ,1)
MPK = L = g K ( K )
L
f (K )
L

Με παρόμοιο τρόπο λαμβάνουμε ότι MPL είναι ίσο με μία συνάρτηση του
λόγου κεφαλαίου προς εργασία

gL( K (3.2)
MPL = )
L

204

Συνεπάγεται λοιπόν από τις σχέσεις (3.1) και (3.2) ότι:

RTS = g( K )
L

g(K ) = g K ( K )
L
όπου:
L K
g ( L )
L

205

13.7 Ελαστικότητα

υποκατάστασης

Η ελαστικότητα υποκατάστασης σ μας δείχνει πόσο εύκολα μπορούμε να
υποκαταστήσουμε μια εισροή με μια άλλη σε μια παραγωγική διαδικασία, δοθέντος
ότι το επίπεδο της παραγωγής παραμένει σταθερό.

Πιο συγκεκριμένα η ελαστικότητα υποκατάστασης ορίζεται με τον ακόλουθο
τρόπο:

d (K / L) RTS
σ = dRTS K / L

Στο Διάγραμμα 13.6 παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να
λάβουμε τα στοιχεία τα οποία χρειαζόμαστε για τον υπολογισμό της ελαστικότητας
υποκατάστασης.

Η μεταβολή του λόγου K/L είναι ίση με την εφαπτόμενη της γωνίας ΑΟΒ, ενώ
η μεταβολή του οριακού λόγου τεχνικής υποκατάστασης, RTS, μπορεί να
υπολογισθεί από την κλίση των εφαπτόμενων 1 και 2 στα σημεία Α και Β της
καμπύλης ίσου προϊόντος.

Διάγραμμα 13.6: Υπολογισμός ελαστικότητας υποκατάστασης

Κ

Α

1 2
Β L

0
d(K/L)

206

13.8 Ελαχιστοποίηση κόστους
παραγωγής

Το πρόβλημα ελαχιστοποίησης του κόστους παραγωγής μιας ποσότητας Q
είναι :

min r K + w L
K,L
δοθέντος του περιορισμού Q = f(K,L)

Η λύση του παραπάνω προβλήματος μας δίνει τη ζήτηση για Κ και L:

K(W,r,Q) και
L(W,r,Q).

Συνεπώς το ελάχιστο κόστος παραγωγής της ποσότητας Q, C(W,r,Q), είναι :

C(W,r,Q)= r K(W,r,Q) + W L(W,r,Q)

Στη συνέχεια ορίζουμε το μέσο και το οριακό κόστος (AC και MC)
αντίστοιχα):

AC = C(W , r,Q)
Q

MC = ∂C(W , r, Q)
∂Q

207

13.9 Συνάρτηση κόστους όταν
έχουμε σταθερές αποδόσεις
κλίμακας

Έστω ότι για την παραγωγή μιας μονάδας ενός προϊόντος απαιτείται ο
συνδυασμός κεφαλαίου και εργασίας (Κ1,L1), ούτως ώστε το συνολικό κόστος για την
παραγωγή της είναι :

C(Q=1) = r K1 +WL1

Η παραγωγή αυτού του προϊόντος έχει υποτεθεί ότι χαρακτηρίζεται από
σταθερές αποδόσεις κλίμακας και συνεπώς έχουμε ότι το κόστος για την παραγωγή
m μονάδων θα είναι ίσο με :

C(Q=m) = m C(Q=1)

Δοθέντων, λοιπόν, των παραπάνω σχέσεων μπορούμε να πάρουμε τις
καμπύλες οι οποίες περιγράφουν το συνολικό κόστος, όπως και το μέσο και οριακό
κόστος, AC και MC αντίστοιχα, μιας παραγωγικής διαδικασίας στην περίπτωση που
χαρακτηρίζεται από σταθερές αποδόσεις κλίμακας. Οι καμπύλες συνολικού, μέσου
και οριακού κόστους για την περίπτωση των σταθερών αποδόσεων κλίμακας
δίνονται στο Διάγραμμα 13.7.

Διάγραμμα 13.7: Σταθερές αποδόσεις κλίμακας και συναρτήσεις
κόστους.


C

MC = AC

Q
1

208

13.10 Καμπύλες συνολικού
κόστους, C, οριακού κόστους,

MC, και μέσου κόστους, AC

Το ακριβές σχήμα των καμπυλών κόστους εξαρτάται από την παραγωγική
διαδικασία που εξετάζουμε. Στις περισσότερες όμως περιπτώσεις έχουν κοινά
χαρακτηριστικά με τις καμπύλες που παρουσιάζονται στο Διάγραμμα 13.8.

Διάγραμμα 13.8: Καμπύλες κόστους


C

Q


MC
AC

Q

209

13.11 Γραμμή επέκτασης
παραγωγής

Η γραμμή επέκτασης της παραγωγής, ΓΕΠ, δίνει τους συνδυασμούς (K,L) που
απαιτούνται για την παραγωγή των ποσοτήτων Q1, Q2, Q3,… και απεικονίζεται στο
Διάγραμμα 13.9.

Διάγραμμα 13.9: Γραμμή επέκτασης της παραγωγής

Κ ΓΕΠ
Q3

Q2
Q1

L

210

13.12 Ιδιότητες συναρτήσεων
κόστους

1. Η συνάρτηση κόστους είναι ομογενής πρώτου βαθμού σε (w,r).
Δηλαδή έχει την ιδιότητα :
C(tw,tr,Q) = t C(W,r,Q) για κάθε t>0
Το τελευταίο μας λέει ότι αν πολλαπλασιάσουμε τις τιμές όλων των εισροών

με t, τότε και το κόστος θα πολλαπλασιαστεί με t.
Η απόδειξη της ιδιότητας αυτής των συναρτήσεων κόστους γίνεται με τη

βοήθεια του Διαγράμματος 1.12.
Έστω (Κ*, L*) ο συνδυασμός που ελαχιστοποιεί το κόστος όταν οι

τιμές των εισροών είναι (W, r) και C* το αντίστοιχο κόστος.
Έστω ότι (Κ**, L**) και C** τα αντίστοιχα μεγέθη όταν οι τιμές είναι (tW, tr).
Έχουμε λοιπόν από το Διάγραμμα 13.10 ότι :

Διάγραμμα 13.10: Ιδιότητες συναρτήσεων κόστους.

K

C** / t r = C* / r
K* = K**

L

L* = L** -w / r = -t w / t r

211

C ** = C *
tr r

Εκ του οποίου λαμβάνουμε ότι
C**= t C* το οποίο αποδεικνύει την ισότητα, διότι
C* = C(W,r,Q) και
C** = C(tW,tr,Q) εξ ορισμού.

Εναλλακτικά μπορούμε να αποδείξουμε την ιδιότητα με τον τρόπο που
ακολουθεί.

Έχουμε ότι εξ ορισμού:

C* = r K* + W L*
C**= (t r) K** + (t W) L**

Επειδή όμως :

MPL W tW
==

MPK r tr

έχουμε ότι: K* = K** και L* = L**

Το τελευταίο μας δίνει C**= t C* το οποίο αποδεικνύει την ιδιότητα.

2. Το οριακό κόστος είναι ομογενές πρώτου βαθμού σε (W,r), δηλαδή :

MC( tw, tr, Q ) =t MC ( W, r, Q ) για κάθε t > 0.

Από την προηγούμενη ιδιότητα έχουμε ότι:
C(tW, tr, Q) = t C(W, r, Q). Παίρνοντας τη πρώτη παράγωγο αυτής
της εξίσωσης ως προς Q, κάτω από την υπόθεση ceteris paribus, έχουμε :

∂C(tW , tr,Q) = t ∂C(W , r,Q) ⇔
∂Q ∂Q

MC(tw, tr, Q) = t MC(W, r, Q)

Το τελευταίο αποδεικνύει τη δεύτερη ιδιότητα.

212

3. Το μέσο κόστος είναι ομογενές πρώτου βαθμού σε (W,r), δηλαδή :

AC(tW, tr, Q) = t AC(W,r,Q).

Αυτό προκύπτει από την πρώτη ιδιότητα διαιρώντας και τα δύο
σκέλη της εξίσωσης που την περιγράφει με Q. Δηλαδή, από την πρώτη ιδιότητα

C(t w,t r,Q) = t C(W,r,Q)

Συνεπάγεται ότι :

C(tW , tr,Q) = t C(W , r,Q) ⇔
QQ

AC(tw,tr,Q) = t AC(W,r,Q)

213

13.13 Διάκριση μεταξύ
βραχυχρόνιας και μακροχρόνιας

περιόδου

Στη βραχυχρόνια περίοδο κάποιες από τις εισροές στην παραγωγική διαδικασία
είναι σταθερές.
Για τα επόμενα θα υποθέσουμε ότι στη βραχυχρόνια περίοδο το κεφαλαίο είναι
σταθερό και ίσο με Κ. Η υπόθεση αυτή μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν αρκετά
ρεαλιστική μιας και η απόφαση για αγορά καινούργιου κεφαλαίου, όπως και η
παραγγελία και η εγκατάσταση του απαιτεί συνήθως αρκετό χρόνο.

Δοθέντος του κεφαλαίου Κ μπορούμε να πάρουμε από τη συνάρτηση
παραγωγής τη ζήτηση για εργασία L*, δηλαδή

Q = f( L , K ) ⇒ L* = L( Q , K )

Το βραχυχρόνιο μεταβλητό κόστος, SVC, ορίζεται ως εξής:

SVC( W , Q , K ) = W L* = W L(Q , K )

Το βραχυχρόνιο σταθερό κόστος, SFC, δίδεται από:

SFC( r , K ) = r K

Μπορούμε λοιπόν τώρα να ορίσουμε το βραχυχρόνιο συνολικό κόστος, STC:

STC( r , w , Q , K ) = SVC( W , Q , K ) + SFC( r , K)

Οι σχέσεις μεταξύ STC, SVC και SFC δίδεται από τις καμπύλες του
Διαγράμματος 1.13.

214

Διάγραμμα 13.11: Ανάλυση στοιχείων κόστους στη βραχυχρόνια περίοδο

STC = SVC + SFC
SVC
SFC
Q

215

13.14 Σχέση μεταξύ μέσου
κόστους και μέσου προϊόντος

Ορίζουμε πρώτα το μέσο μεταβλητό, SAVC, και το μέσο σταθερό κόστος,
SAFC, στη βραχυχρόνια περίοδο:

SAVC = SVC / Q και SAFC = SFC / Q

Δοθέντος του ορισμού του SAFC, έχουμε ότι η γραφική του παράσταση είναι
η απεικονιζόμενη στο Διάγραμμα 13. 12.

Διάγραμμα 13.12: Μέσο σταθερό κόστος



SΑFC
Q

Συνεπώς το μέσο συνολικό κόστος είναι ίσο με:

SATC = SAVC + SAFC

Έχουμε επίσης ότι :

SAVC = SVC / Q =
= WL* / Q = W / (Q / L) =

= W / APL

Η σχέση SAVC = W / APL μας επιτρέπει να πάρουμε στο Διάγραμμα 13.12
την γραφική παράσταση του SAVC από την γραφική παράσταση της καμπύλης
μέσου προϊόντος ΑΡL

216

Διάγραμμα 13.12: Μέσο προϊόν και μέσο μεταβλητό κόστος

Q €
SAVC
Q ⇒
APL

L

217

13.15 Σχέσεις μεταξύ οριακού
κόστους και οριακού προϊόντος

STC( r, W, Q, K ) = SVC( W, Q, K ) + SFC( r, K ) ⇒

⇒ ∂STC(r,W ,Q, K ) = ∂SVC(W , Q, K ) + ∂SFC(r, K )
∂Q ∂Q ∂Q

Επειδή όμως έχουμε :

∂SFC(r, K ) = 0
∂Q

εκ της τελευταίας σχέσης συμπεραίνουμε ότι

∂STC(r,W ,Q, K ) = ∂SVC(W , Q, K )
∂Q ∂Q

Ορίζοντας τώρα το βραχυχρόνιο οριακό συνολικό κόστος, SΜΤC, το
βραχυχρόνιο οριακό μεταβλητό κόστος και το βραχυχρόνιο οριακό σταθερό κόστος:

SMTC = ∂STC , SMVC = ∂SVC , ∂SFC

∂Q ∂Q SMFC =

∂Q

έχουμε ότι: SMTC = SMVC και SMFC = 0

Παρατηρούμε επίσης ότι:

SVC = W L* ⇒

⇒ SMVC = W ∂L * =

∂Q

1W
=W = .
∂Q ∂L MP
L

Η τελευταία σχέση SMVC = W μας επιτρέπει να πάρουμε τη γραφική παράσταση της

MP L

SMVC, βλέπε Διάγραμμα 13.13, από την γραφική παράσταση του οριακού

προϊόντος της εργασίας.

218

Διάγραμμα 13.13: Οριακό προϊόν και οριακό κόστος στη βραχυχρόνια
περίοδο

Q€
SMVC



MPL Q
L

219

13.16 Βραχυχρόνιες καμπύλες
κόστους

Οι βραχυχρόνιες καμπύλες κόστους SMTC, SMVC, SATC, SAVC, SAFC και οι
μεταξύ τους σχέσεις παρουσιάζονται στο Διάγραμμα 13.14.

Διάγραμμα 13.14: Βραχυχρόνιες καμπύλες κόστους
€ SMTC = SMVC
SATC = SAVC + SAFC

SAVC

SAFC

L

220

13.17 Σχέση μεταξύ
βραχυχρόνιων και

μακροχρόνιων καμπύλων
κόστους

Για να προσδιορίσουμε τη σχέση μεταξύ βραχυχρόνιων και μακροχρόνιων
καμπυλών κόστους αναφερόμαστε στο Διάγραμμα 13.15.

(Κ*, L*) είναι ο συνδυασμός ο οποίος ελαχιστοποιεί το κόστος παραγωγής
της ποσότητας Q*.

Το κόστος του συνδυασμού ( Κ*, L* ) είναι το μακροχρόνιο κόστος
παραγωγής της Q*, LTC(Q*), όπου:

LTC(Q*) = W L* + r K*.

Δοθέντος του κεφαλαίου Κ*, το βραχυχρόνιο κόστος παραγωγής της
ποσότητας Q* είναι:

STC( Q*, K* ) = W L* + r K*

221

Διάγραμμα 13.15: Σχέσεις κόστους βραχυχρόνια και μακροχρόνια


STC (Q*, K*) / r = LTC (Q*) / r

Q*

STC (Q**, K*) / r
STC (Q**, K**) / r = LTC (Q**) / r

K* ◙

K**

Q**

L

L1 L** L*

Συνεπώς: LTC(Q*) = STC( Q*, K* ).

Προσέξτε τώρα ότι αν το κεφάλαιο στη βραχυχρόνια περίοδο είναι Κ* το
κόστος παραγωγής της ποσότητας Q**, STC( Q**, K* ) είναι :

STC(Q**, K* ) = W L1 + r K*

Το μακροχρόνιο όμως κόστος παραγωγής της Q** είναιQ:

LTC( Q** ) = W L** + r K**

Έχουμε λοιπόν από την παραπάνω ανάλυση και με την βοήθεια του
Διαγράμματος 1.18 ότι:

1) Εάν το κεφαλαίο στη βραχυχρόνια περίοδο είναι Κ* τότε το μακροχρόνιο
κόστος είναι ίσο με το βραχυχρόνιο, μονό όταν η ποσότητα που παράγουμε
είναι Q*. (Αυτό ισχύει λόγω της σχέσης LTC(Q*) = STC(Q*, K* ) που δείξαμε
παραπάνω).

2) Εάν το κεφάλαιο στη βραχυχρόνια περίοδο είναι Κ*, τότε STC( Q**, K*) >
LTC(Q*) για κάθε Q** μεγαλύτερο ή μικρότερο της Q* .

Οι δύο τελευταίες παρατηρήσεις μας επιτρέπουν να απεικονίσουμε (βλέπε
Διάγραμμα 13.16) τις σχέσεις μεταξύ μακροχρονίου και βραχυχρόνιου συνολικού
κόστους.

222

Διάγραμμα 13.16; Σχέσεις συνολικού βραχυχρόνιου και μακροχρόνιου
κόστους

€ STC (Q, K*)
LTC (Q)
STC (Q*, K*) = LTC (Q*)
STC (Q**, K*)

LTC (Q**) Q
Q** Q*

Οι σχέσεις μεταξύ μακροχρονίων και βραχυχρόνιων καμπυλών μέσου και
οριακού απεικονίζονται στο Διάγραμμα 13.17.

Διάγραμμα 13.17: σχέση στοιχείων κόστους βραχυχρόνια και μακροχρόνια

€ SMC (Q,K*) SATC (Q,K*) LMC (Q)
LAC (Q)

Q

Q*

223

224

Κεφάλαιο 14
Θεωρία Αγοράς

225

226

Το Κεφάλαιο θεωρία της Αγοράς παρουσιάζει τα υποδείγματα του τέλειου
ανταγωνισμού, του μονοπωλίου, του μονοπωλιακού ανταγωνισμού και διάφορα
υποδείγματα ολιγοπωλίου. Πιο αναλυτικά το Κεφαλαίο αυτό αποτελείται από τις
ενότητες:

- Τέλειος ανταγωνισμός (βραχυχρόνια περίοδος)
- Τέλειος ανταγωνισμός (μακροχρόνια περίοδος)
- Μονοπώλιο
- Μορφές ατελούς ανταγωνισμού

14.1 Υπόθεση συμπεριφοράς

επιχειρήσεων

Όλες οι επιχειρήσεις παίρνουν τις αποφάσεις εκείνες οι οποίες
συντελούν στην μεγιστοποίηση των κερδών τους. Αυτός είναι ένας κανόνας ο
οποίος θα υποθέσουμε ότι ισχύει σε όλη μας την ανάλυση και σε όλες τις
περιπτώσεις ανεξάρτητα από την μορφή της αγοράς. Δηλαδή, τόσο στην περίπτωση
μιας μονοπωλιακής επιχείρησης, όσο και στην περίπτωση μιας επιχείρησης που
δραστηριοποιείται σε ένα ανταγωνιστικό, ολιγοπωλιακό ή μονοπωλιακό κλάδο, η
μεγιστοποίηση των κερδών θα είναι η κινητήριο δύναμη για την δραστηριοποίηση
τους. Η μόνη διαφορά συνίσταται στις ενέργειες τις οποίες αναλαμβάνουν για την
επίτευξη του αντικειμενικού τους σκοπού. Οι ενέργειες αυτές προσδιορίζονται κύρια
από το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί η υπό εξέταση επιχείρηση.

Το κέρδος μιας επιχείρησης από την παραγωγή και πώληση μιας ποσότητας
Q, π(Q) , σε όλες τις περιπτώσεις δίδεται από:

π(Q) = R(Q) - C(Q)

όπου C(Q) είναι το κόστος παραγωγής της ποσότητας Q, R(Q) είναι τα έσοδα
από την πώληση της ποσότητας Q και R(Q) = Ρ(Q) Q.

Η συνθήκη για την μεγιστοποίηση των κερδών είναι:

ΜR(Q) = ΜC(Q)

όπου ΜC(Q) είναι το οριακό κόστος, ΜR(Q) είναι το οριακό έσοδο, δηλαδή,

MR(Q) = ∂R(Q)
∂Q

Η συνθήκη αυτή για την μεγιστοποίηση των κερδών αποτελεί το γενικό
κανόνα σε όλες τις περιπτώσεις μορφών αγοράς και σε όλες τις χρονικές περιόδους
(βλέπε παρακάτω Διάκριση Χρονικών Περιόδων). Οπωσδήποτε όμως, το οριακό
έσοδο δεν είναι ανεξάρτητο της μορφής αγοράς και της χρονικής περιόδου που
εξετάζουμε.

227

14.2 Χαρακτηριστικά
ανταγωνιστικού κλάδου

Το κύρια χαρακτηριστικά ενός ανταγωνιστικού κλάδου είναι τα ακόλουθα:
1. Μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων
2. Όλες οι επιχειρήσεις παράγουν το ίδιο ακριβώς προϊόν
3. Καμία επιχείρηση δεν είναι μεγάλη σε σχέση με το σύνολο του κλάδου (σε

αυτό οφείλεται και η πεποίθηση της ανταγωνιστικής επιχείρησης ότι με τις
ενέργειες της δεν μπορεί να επηρεάσει την τιμή αγοράς)
4. Η είσοδος και η έξοδος από τον κλάδο είναι ελεύθερη.

228

14.3 Διάκριση χρονικών
περιόδων

• Η πολύ βραχυχρόνια περίοδος. Είναι η περίοδος εκείνη κατά την οποία η
προσφερόμενη ποσότητα παραμένει σταθερή (βλέπε Διάγραμμα 14.1).

Διάγραμμα 14.1: Η πολύ βραχυχρόνια περίοδος



Q
Q*

• Η βραχυχρόνια περίοδος. Στη περίοδο αυτή μια από τις εισροές στη
παραγωγική διαδικασία είναι σταθερή, π. χ. το κεφαλαίο, και δεν υπάρχει
ευκαιρία για είσοδο ή έξοδο από τον κλάδο.

• Η μακροχρόνια περίοδος. Σε αυτή τη περίοδο όλες οι εισροές στη
παραγωγική διαδικασία είναι μεταβλητές και υπάρχει αρκετός χρόνος για
είσοδο και έξοδο από τον κλάδο.

229

14.4 Συμπεριφορά
ανταγωνιστικής επιχείρησης

Το κέρδος π(q) μιας ανταγωνιστικής επιχείρησης, η οποία παράγει ποσότητα
q και αντιμετωπίζει στην αγορά τιμή p, δίδεται από την εξίσωση:

π(q) = p q – c (q)
όπου c(q) είναι το συνολικό κόστος παραγωγής της ποσότητας q.

Η επιχείρηση θα επιλέξει την παραγωγή της ποσότητας η οποία μεγιστοποιεί
το κέρδος της, δηλαδή η επιχείρηση θα επιλέξει την ποσότητα που λύνει το
πρόβλημα:

max p q – c(q)

q
Η ποσότητα q* που λύνει το παραπάνω πρόβλημα ικανοποιεί τη συνθήκη
πρώτου βαθμού:

p = MC(q*)
όπου ΜC(q*) είναι το οριακό κόστος παραγωγής της ποσότητας q*. Το σημείο στο οποίο

επιτυγχάνεται μεγιστοποίηση του κέρδους της ανταγωνιστικής επιχείρησης
παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 14.2.

Διάγραμμα 14.2: Μεγιστοποίηση κέρδους


MC

P

q* Q

230

Εάν η ποσότητα q* που ικανοποιεί την σχέση

Ρ = ΜC(q*) (1)

δίδει π(q*) μεγαλύτερο ή ίσο με το μηδέν δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα.

Εάν όμως π(q*) < 0, η επιχείρηση θα παράγει q* μόνο εάν αυτό της δίδει την ευκαιρία να
καλύψει μέρος του σταθερού της κόστους, SFC.

Δηλαδή, στην περίπτωση που το καλύτερο που μπορεί να κάνει η επιχείρηση είναι να
παρουσιάσει ζημιά, π(q*)<0, τότε θα παράγει q* μόνο εάν:

π(q*) είναι μεγαλύτερο ή ίσο του - SFC.

(Προσέξτε ότι η παραπάνω σχέση ικανοποιείται και στην περίπτωση που το κέρδος είναι
θετικό).

Υπενθυμίζουμε επίσης ότι:

c(q) = SFC + SVC(q)

όπου SVC(q) είναι το μεταβλητό κόστος παραγωγής της q.

Χρησιμοποιώντας τον παραπάνω ορισμό του c(q) έχουμε ότι:

π (q* ) = p q* - c ( q* ) ⇔

π (q* ) = p q* - SFC – SVC ( q* )

Λαμβάνουμε λοιπόν διαδοχικά από τις παραπάνω σχέσεις ότι:

π (q* ) > - SFC ⇔

p q* - c(q*) > - SFC ⇔

p q* - SFC – SVC (q*) > - SFC ⇔

⇔ p q* - SVC(q*) > 0 ⇔ q* ( p - SVC(q*) )>0

q*

Εφόσον q* > 0 και SVC(q*) είναι εξ’ ορισμού ίσο με το βραχυχρόνιο μέσο

q*

μεταβλητό κόστος SAVC(q*) έχουμε ότι:

π (q* ) > - SFC ⇔

p - SVΑC(q*) > 0 ⇔

p > SVΑC(q*)

Δείξαμε, λοιπόν ότι η επιχείρηση θα παράγει την ποσότητα q* που ικανοποιεί την
σχέση P = MC(q*), μόνο στην περίπτωση που π(q*) είναι μεγαλύτερο ή ίσο του -
SFC. Το γεγονός ότι :

π (q* ) > - SFC ⇔ p > SVΑC(q*)

μας επιτρέπει να διατυπώσουμε το συμπέρασμα που ακολουθεί.

231

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η ανταγωνιστική επιχείρηση θα παράγει την ποσότητα q* που ικανοποιεί:
P = MC(q*) μόνο αν το μέσο μεταβλητό της κόστος, SAVC(q*) είναι μικρότερο της
τιμής του προϊόντος, p.

Το συμπέρασμα αυτό μας επιτρέπει την εξαγωγή της βραχυχρόνιας καμπύλης
προσφοράς για το προϊόν της ανταγωνιστικής επιχείρησης (βλέπε Διάγραμμα 14.3).

Στο διάγραμμα 2.3 :

• SATC είναι το μέσο συνολικό κόστος

• q1 είναι η παραγόμενη ποσότητα όταν η τιμή είναι P1

• q2 είναι η παραγόμενη ποσότητα όταν η τιμή είναι P2

• Για τιμές μικρότερες του P2 η παραγόμενη ποσότητα είναι μηδέν.

• Η βραχυχρόνια καμπύλη προσφοράς για το προϊόν της ανταγωνιστικής
επιχείρησης δίδεται από την OP3 και την AMC.

Διάγραμμα 14.3: Καμπύλη προσφοράς ανταγωνιστικής επιχείρησης

€ MC SATC
P1 SAVC
A
P2 q1 q2

P3

0
q

232

14.5 Συνολική καμπύλη
προσφοράς

Με τον τρόπο που υποδεικνύεται στο Διάγραμμα 2.3, μπορούμε να πάρουμε
την καμπύλη προσφοράς για κάθε μία ανταγωνιστική επιχείρηση. Κατόπιν αυτού,
το οριζόντιο άθροισμα τους θα μας δώσει τη συνολική (αγοραία) προσφορά του
ανταγωνιστικού κλάδου. Η διαδικασία αυτή παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 2.4.

Το Διάγραμμα 14.4 υποθέτει ότι ο κλάδος αποτελείται από δύο επιχειρήσεις.
S1 είναι η καμπύλη προσφοράς της πρώτης και S2 της δεύτερης. S είναι η συνολική
καμπύλη προσφοράς.

Προσέξτε ότι στο Διάγραμμα 2.4:

Q1 = q11 + q21
Q2 = q22
Q3 = q23

233

Διάγραμμα 14.4 Συνολική καμπύλη προσφοράς

€ S1 € S2 €
P1
S

P2 Q1 Q2 Q3
P3

q11 q23 q22 q21

14.6 Τέλειος ανταγωνισμός
(μακροχρόνια περίοδος)

Μεγιστοποίηση κέρδους στη μακροχρόνια περίοδο απαιτεί την παραγωγή
της ποσότητας q* που ικανοποιεί :

P = LMC (q*)

όπου LMC (q) είναι το μακροχρόνιο οριακό κόστος της ποσότητας q και P η
τιμή του προϊόντος.

Για την επίτευξη μακροχρόνιας ισορροπίας απαιτείται :
1. Κάθε επιχείρηση να μεγιστοποιεί το κέρδος, δηλαδή να ικανοποιεί την σχέση

P = LMC (q*) και

2. Να μην υπάρχει είσοδος ή έξοδος επιχειρήσεων από τον κλάδο.
Για να μην υπάρχει είσοδος ή έξοδος επιχειρήσεων από τον κλάδο, θα

πρέπει το κέρδος της κάθε επιχείρησης να είναι μηδέν. Δηλαδή θα πρέπει:

P = LAC (q*)

όπου LAC (q) είναι το μακροχρόνιο μέσο κόστος παραγωγής της ποσότητας q.
Μπορούμε λοιπόν τώρα να διατυπώσουμε το συμπέρασμα που ακολουθεί.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: στη μακροχρόνια ισορροπία κάθε επιχείρηση παράγει την
ποσότητα q* που ικανοποιεί :

P = LMC (q*) = LAC (q*)

Διάγραμμα 14.5 Μεγιστοποίηση κέρδους στη μακροχρόνια περίοδο

€ LAC
LMC

SMC
SATC

P

q* q

Όπως φαίνεται και από το διάγραμμα 14.5, η ποσότητα q* που ικανοποιεί
την τελευταία σχέση θα ελαχιστοποιεί το μέσο μακροχρόνιο κόστος. Επίσης, η τιμή
στην μακροχρόνια ισορροπία θα είναι ίση με το ελάχιστο μέσο μακροχρόνιο κόστος.
Γνωρίζουμε από τη θεωρία κόστους ότι η ποσότητα, που ελαχιστοποιεί το
μακροχρόνιο μέσο κόστος, είναι εκείνη που εξισώνει τα βραχυχρόνιο μέσο συνολικό
(SATC) και οριακό (SMC) κόστος με τα αντίστοιχα μακροχρόνια, δηλαδή,

LMC (q*) = LAC (q*) = SMC (q*) = SATC (q*)

Συνεπώς, συγκεντρώνοντας όλες τις παραπάνω σχέσεις, έχουμε ότι στην
μακροχρόνια ισορροπία:

P= min LAC (q) = LAC (q*) = LMC (q*) = SATC (q*) = SMC (q*)

Το Διάγραμμα 14.6 περιγράφει την εικόνα της αγοράς στην μακροχρόνια
ισορροπία. Στο Διάγραμμα αυτό:

D είναι η συνολική ζήτηση για το προϊόν και

S είναι η βραχυχρόνια καμπύλη προσφοράς του κλάδου

Εάν όλες οι επιχειρήσεις έχουν τις ίδιες καμπύλες LMC και LAC (δηλαδή εάν
χρησιμοποιούν την ίδια τεχνολογία), κάθε επιχείρηση θα παράγει q* και θα
υπάρχουν n* επιχειρήσεις στην μακροχρόνια ισορροπία.

Προσέξατε ότι:

n* = Q*/q*

236

όπου φαίνεται και από το διάγραμμα Q* είναι η συνολική ποσότητα που
ζητείται και προσφέρεται στη μακροχρόνια ισορροπία.

Διάγραμμα 14.6 Μακροχρόνια ισορροπία ανταγωνιστικής αγοράς



LMC

D S

LAC

P

q* q Q*
Q

237

14.7 Μακροχρόνια καμπύλη
προσφοράς

Θα εξετάσουμε τη μακροχρόνια καμπύλη προσφοράς του ανταγωνιστικού
κλάδου κάνοντας τρεις διαφορετικές υποθέσεις για τη σχέση μεταξύ του μεγέθους
του κλάδου και (LMC, LAC).

14.7.1 Το Μακροχρόνιο μέσο και οριακό
κόστος δεν επηρεάζεται από το μέγεθος του
κλάδου (δηλαδή, οι καμπύλες LAC και LMC δεν
μετακινούνται)

Η αρχική θέση της μακροχρόνιας ισορροπίας περιγράφεται από τα μεγέθη:

P*, q*, Q*, n* = Q*/q*

Ενώ η οικονομία βρίσκεται σε αυτή τη μακροχρόνια ισορροπία, η ζήτηση
μετακινείται από τη θέση D στη θέση D'. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της
τιμής στο επίπεδο P'.

Η περίπτωση αυτή απεικονίζεται στο Διάγραμμα 14.7

238

Διάγραμμα 14.7 Μακροχρόνια καμπύλη προσφοράς ανταγωνιστικής
αγοράς



LMC D΄ S S΄

LAC

SATC D



SMC

P
LS

q* q΄ QQ
Q* Q΄ Q**

Δοθείσης της τιμής P΄ η ισορροπία αποκαθίσταται προσωρινά σε σημείο που
κάθε επιχείρηση παράγει q' και η συνολική ποσότητα ισορροπίας είναι Q'. Κάθε
ανταγωνιστική επιχείρηση όμως κάνει τώρα κέρδος (διότι P'> SATC (q')), με
αποτέλεσμα την αύξηση της προσφοράς δια της εισόδου νέων επιχειρήσεων. Η
είσοδος όμως νέων επιχειρήσεων δεν μετακινεί τις καμπύλες LAC και LMC, με
αποτέλεσμα η μακροχρόνια ισορροπία να αποκατασταθεί, όταν η προσφορά
καταλήξει στη θέση S'.

Η καινούργια μακροχρόνια ισορροπία περιγράφεται από τα μεγέθη :

P*, q*, Q**, n** = Q**/q*.

Η μόνη διαφορά από την αρχική θέση ισορροπίας είναι ότι τώρα Q**>Q* και
n**>n*. Στην περίπτωση που εξετάσαμε παραπάνω, ο ανταγωνιστικός κλάδος είναι
διατεθειμένος να προσφέρει οποιαδήποτε ποσότητα στην τιμή P (με την κατάλληλη
αυξομείωση του αριθμού των επιχειρήσεων στον κλάδο). Δηλαδή, η μακροχρόνια
καμπύλη προσφοράς στη περίπτωση που εξετάζουμε δίδεται από την καμπύλη LS
και είναι οριζόντια στην τιμή P.

239

14.7.2 Το μακροχρόνιο μέσο και οριακό
κόστος αυξάνεται καθώς το μέγεθος του κλάδου
αυξάνει και αντίστροφα (δηλ. οι καμπύλες LAC
και LMC μετακινούνται προς τα επάνω καθώς το
μέγεθος του κλάδου αυξάνει, και αντίστροφα)

Η περίπτωση αυτή απεικονίζεται στο Διάγραμμα 14.8. Η αρχική θέση
μακροχρόνιας ισορροπίας περιγράφεται από τα μεγέθη:

P*, q*, Q*, n* = Q*/q*

Ενώ η οικονομία βρίσκεται σε αυτή τη μακροχρόνια ισορροπία, η συνολική
ζήτηση μετακινείται στη θέση D'. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της τιμής από
P* σε P'.

Διάγραμμα 14.8 Μακροχρόνια καμπύλη προσφοράς ανταγωνιστικής
οικονομίας

€€

S S΄

LMC΄ D΄ LS

D

LAC΄

SATC LAC

LMC
SMC

q

q* q΄ Q* Q΄ Q**

Όταν η τιμή ανέλθει προσωρινά στο P' η ισορροπία αποκαθίσταται σε μια

κατάσταση όπου κάθε επιχείρηση παράγει q' και η συνολική ποσότητα
ισορροπίας είναι Q'. Τώρα όμως, κάθε επιχείρηση κάνει κέρδος (διότι

240

P'> SAT (q')) και η προσφορά αυξάνεται λόγω της εισόδου νέων επιχειρήσεων.
Συγχρόνως, έχουμε και μία μετακίνηση των LMC και LAC στις νέες θέσεις LMC' και
LAC'. Τελικά η μακροχρόνια ισορροπία αποκαθίσταται όταν (δια της εισόδου νέων
επιχειρήσεων) η προσφορά καταλήξει στη θέση S'. Η καινούργια μακροχρόνια
ισορροπία περιγράφεται από τα μεγέθη: P**, q*,

Q**, n** = Q**/q*

Βλέπουμε, λοιπόν ότι μακροχρόνια, η συνολική προσφορά θα αυξηθεί μόνο
μετά από αύξηση της τιμής. Δηλαδή σε αυτή την περίπτωση η μακροχρόνια καμπύλη
προσφοράς LS έχει θετική κλίση. Στο προηγούμενο διάγραμμα υποθέσαμε ότι οι
καμπύλες LAC και LMC μετακινήθηκαν προς τα πάνω κατά τρόπο που η ίδια
ποσότητα q ελαχιστοποιεί τις LAC και LAC΄. Είναι δυνατό η ποσότητα q** που
ελαχιστοποιεί LAC' να είναι μεγαλύτερη, μικρότερη ή ίση της q*.

Το διάγραμμα 14.9 απεικονίζει την περίπτωση που q** > q*. Με τη βοήθεια
του διαγράμματος αυτού μπορούμε να συγκρίνουμε εκ νέου την αρχική με την
μακροχρόνια ισορροπία. Κατ' ανάλογο τρόπο μπορούμε να εξετάσουμε την
περίπτωση που q*>q**.

Διάγραμμα 14.9 Μακροχρόνια καμπύλη προσφοράς ανταγωνιστικής
οικονομίας

€€ S S΄
SMC D΄

LS LMC΄

LAC΄ D

P**

SATC LAC
P*

LMC

q Q
q* q** q΄
Q* Q΄ Q**

241

14.7.3 Το μακροχρόνιο μέσο και οριακό
κόστος μειώνεται καθώς το μέγεθος του
κλάδου μειώνεται και αντίστροφα (δηλ. οι

καμπύλες LAC και LMC μετακινούνται προς
τα κάτω καθώς νέες επιχειρήσεις εισέρχονται

στον κλάδο)

Η περίπτωση αυτή απεικονίζεται στο Διάγραμμα 14.10.

Μετά από παρόμοια ανάλυση καταλήγουμε ότι τώρα η καμπύλη προσφοράς
LS έχει αρνητική κλίση. Δηλαδή μακροχρόνια, μειώσεις στην προσφερόμενη
ποσότητα συνοδεύονται από μειώσεις στη τιμή του προϊόντος, π.χ. προσέξτε ότι
μακροχρόνια, η ποσότητα αυξήθηκε από Q* σε Q** και η τιμή μειώθηκε από P* σε
P**.

Στο Διάγραμμα 14.10 έχει υποτεθεί ότι οι καμπύλες LAC και LMC
μετακινήθηκαν προς τα κάτω κατά τρόπο που η ίδια η ποσότητα q* ελαχιστοποιεί τις
LAC και LAC'. Γενικά η ποσότητα q** που ελαχιστοποιεί LAC' μπορεί να είναι
μεγαλύτερη, μικρότερη ή ίση της q*. Η αρχική με την τελική μακροχρόνια ισορροπία
μπορεί να συγκριθεί με τον τρόπο και την μεθοδολογία που αναπτύχθηκε στις
προηγούμενες περιπτώσεις.

242

Διάγραμμα 14.10 Μακροχρόνια καμπύλη προσφοράς ανταγωνιστικής οικονομίας

€ SMC € D΄ S



LAC SATC

LMC LMC΄
LAC΄

D

LS

q

q* q΄ Q* Q΄ Q**

14.8 Ανταγωνισμός στη
μακροχρόνια περίοδο

Η περίπτωση που τα μέσα και οριακά κόστη έχουν το σχήμα U εξετάστηκε
με λεπτομέρειες παραπάνω. Μπορούμε επιπλέον να διακρίνουμε τις ειδικές
περιπτώσεις στις οποίες έχουμε :

1. Σταθερό μέσο μακροχρόνιο και αριθμό επιχειρήσεων.
Στην περίπτωση αυτή για κάποιο λόγο η είσοδος στον κλάδο δεν είναι

ελεύθερη και η συνάρτηση παραγωγής χαρακτηρίζεται από σταθερές αποδόσεις
κλίμακας. Στη μακροχρόνια ισορροπία η προσφορά θα έχει ελαστικότητα ίση με το
άπειρο και η τιμή ισορροπίας θα είναι ίση με το σταθερό μέσο κόστος.

Η τιμή δε μπορεί στη μακροχρόνια ισορροπία να είναι μεγαλύτερη ή
μικρότερη του σταθερού μέσου κόστους γιατί το κέρδος των ανταγωνιστικών
επιχειρήσεων θα ήταν μεγαλύτερο ή μικρότερο του μηδενός, αντίστοιχα.

Η μακροχρόνια ισορροπία στην περίπτωση αυτή απεικονίζεται στο
Διάγραμμα 14.11.

Διάγραμμα 14.11 Μακροχρόνια ισορροπία ανταγωνιστικής οικονομίας



LMC = LAC LS
D Q

2. Σταθερό μέσο μακροχρόνιο κόστος και δυνατότητα εισόδου / εξόδου από
τον κλάδο.

Στην περίπτωση αυτή η εικόνα δίνεται και πάλι από το Διάγραμμα 2.11, μόνο
που τώρα ο αριθμός των επιχειρήσεων στην μακροχρόνια ισορροπία είναι
απροσδιόριστος. Αν η ποσότητα ισορροπίας είναι 1.000.000 μονάδες, θα
μπορούσαμε να είχαμε ένα εκατομμύριο μικρές επιχειρήσεις που παράγουν 1
μονάδα η κάθε μία ή 500.000 επιχειρήσεις που παράγουν 2 μονάδες η κάθε μια ή
200.000 επιχειρήσεις που παράγουν 5 μονάδες η κάθε μια κ.λ.π.

3. Αυξανόμενο μέσο μακροχρόνιο κόστος και σταθερό αριθμό επιχειρήσεων.

(Εδώ ερμηνεύουμε το κέρδος της ανταγωνιστικής επιχείρησης σαν την
πρόσοδο του συντελεστή γη ή αλλού σταθερού συντελεστή). Στην περίπτωση αυτή
το οριακό κόστος θα είναι μεγαλύτερο του μέσου σε όλα τα επίπεδα παραγωγής και
η μακροχρόνια ισορροπία απεικονίζεται στο Διάγραμμα 14.12.

Διάγραμμα 14.12 Μακροχρόνια ισορροπία ανταγωνιστικής οικονομίας

€ €
MC AC DS

qQ

Η ανταγωνιστική επιχείρηση τώρα κάνει κέρδος το οποίο για να μπορέσει
διατηρήσει θα πρέπει ο αριθμός των επιχειρήσεων να παραμείνει σταθερός στη
μακροχρόνια περίοδο.

Ένα καλό παράδειγμα ενός τέτοιου κλάδου μπορεί να αποτελέσει σε πολλές
περιπτώσεις η γεωργία.

Π.χ. η περίπτωση κατά την οποία κάθε ανταγωνιστική επιχείρηση/ γεωργός
έχει ένα μικρό κομμάτι γης το οποίο καλλιεργεί για να ζήσει. Το μέσο κόστος αυξάνει
συνεχώς καθώς για αύξηση της παραγωγής πρέπει να χρησιμοποιείται ολοένα και
περισσότερο άγονη γη. Επιπλέον αυτού οι υπάρχοντες γεωργοί έχουν υπό την
ιδιοκτησία τους όλοι την καλλιεργήσιμη γη. Συνεπώς η είσοδος νέων επιχειρήσεων
στον κλάδο δεν είναι δυνατή.

245

Εάν τώρα διαχωρίσουμε τη δραστηριότητα της καλλιέργειας της γης από την
ιδιοκτησία της, μπορούμε να αιτιολογήσουμε την διατήρηση των κερδών στην
μακροχρόνια περίοδο εάν τα ερμηνεύσουμε ως το ενοίκιο προς τον συντελεστή γη.

Το συνολικό κέρδος του γεωργού είναι το άθροισμα των κερδών του από την
καλλιέργεια της γης συν το ενοίκιο που εισπράττει από αυτή. Πόσο όμως είναι το
νοίκι;

Αν η τιμή του προϊόντος είναι p και το επίπεδο παραγωγής που μεγιστοποιεί
το κέρδος y, τότε το μέγιστο που η επιχείρηση θα είναι διατεθειμένη να πληρώσει για
νοίκι θα είναι ίσο με : p y -c(y), όπου c(y) είναι το κόστος παραγωγής της ποσότητας
y, μη συμπεριλαμβανομένου του ενοικίου για την καλλιεργήσιμη γη.

Εάν, λοιπόν, υποθέσουμε ότι υπάρχουν γεωργοί που ανταγωνίζονται για την
ενοικίαση του υπό εξέταση κομματιού της γης, τότε το ενοίκιο θα ανέλθει στο ύψος p
y - c(y) και το κέρδος από την γεωργική δραστηριότητα θα είναι μηδέν. Συνεπώς, τα
κέρδη των γεωργών στην μακροχρόνια περίοδο είναι στην ουσία το ενοίκιο προς το
σταθερό συντελεστή γης. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται και σε άλλους κλάδους
πέραν της γεωργίας.

4. Αυξανόμενο μέσο μακροχρόνιο κόστος και δυνατότητα εισόδου/εξόδου από τον
κλάδο.

Η περίπτωση αυτή είναι παρόμοια με την προηγούμενη, μόνο που τώρα η
ύπαρξη θετικού κέρδους προκαλεί την είσοδο νέων επιχειρήσεων. Όσο το κέρδος
παραμένει σταθερό, η είσοδος των νέων επιχειρήσεων συνεχίζεται.

Συνεπώς λόγω του ότι το οριακό κόστος είναι μεγαλύτερο του μέσου σε όλα
τα επίπεδα παραγωγής, το κέρδος θα είναι συνέχεια μεγαλύτερο του μηδενός με
συνέπεια να έχουμε συνεχή είσοδο νέων επιχειρήσεων.

Τα αποτέλεσμα είναι ότι στη μακροχρόνια περίοδο θα έχουμε ένα άπειρο
αριθμό επιχειρήσεων που καθεμία από αυτές θα είναι απειροελάχιστη μικρή.

Αυτό θα συμβαίνει διότι η διαρκής ύπαρξη κέρδους προκαλεί συνεχή είσοδο
νέων επιχειρήσεων η οποία με τη σειρά της αυξάνει την προσφορά και στη συνέχεια
προκαλεί πτώση των τιμών (βλέπε Διάγραμμα 14.13). Η περίπτωση όμως αυτή δεν
φαίνεται και πολύ λογική.

Διάγραμμα 14.13 Μακροχρόνια ισορροπία ανταγωνιστικής αγοράς

€ € S1
S3 MC AC S2

q D
Q
246


Click to View FlipBook Version