The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ_ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΑΝΝΙΑΣ

Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by dgiannias, 2015-09-23 08:36:01

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ_ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΑΝΝΙΑΣ

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ_ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΑΝΝΙΑΣ

Κεφάλαιο 11ο
Ανάπτυξη νομικού

πλαισίου για τις
αγορές

147

148

11.1 Δημόσιο ενδιαφέρον για τη

δημιουργία νομικού πλαισίου

Στο κεφάλαιο αυτό εστιάζουμε στο γιατί νομοθετεί το κράτος για τον
ανταγωνισμό, την τιμολόγηση ή τις συνθήκες εισόδου σε μία αγορά; Υπάρχουν δύο
εξηγήσεις που μπορούμε να δώσουμε στο ερώτημα γιατί το κράτος δημιουργεί
νομοθετικά πλαίσια.

Η εξήγηση που αφορά το δημόσιο συμφέρον έχει να κάνει με την πιθανή
αποτυχία των αγορών και την αντίστοιχη απάντηση του κράτους. Με βάση αυτή την
άποψη το νομοθετικό πλαίσιο είναι επιθυμητό όταν οι αγορές αποτυγχάνουν καθώς
η κρατική παρέμβαση είναι κοινωνικά επιθυμητή. Εναλλακτικά, προτείνεται ότι η
παρέμβαση του κράτους σχετίζεται περισσότερο με τη διανομή του κυβερνητικού
μονοπωλίου πάνω σε ένα σπάνιο πόρο: τη νομική πίεση. Η κυβέρνηση έχει τα μέσα
και την εξουσία να τιμωρήσει να τιμωρήσει νομικά και φυσικά πρόσωπα που
παραβαίνουν το νόμο.

Η οικονομική εξήγηση της θεωρίας του νομικού πλαισίου βασίζεται στην
υπόθεση ότι υπάρχει ζήτηση για πλαίσιο κανόνων από κοινωνικές ομάδες που
μπορούν να κερδίσουν από την αναδιανομή του εισοδήματος και η πολιτική
διαδικασία δίνει κίνητρο σε κυβερνήσεις και πολιτικούς να παρέχουν νομική
προστασία.

Το δημόσιο ενδιαφέρον για τη δημιουργία νομικού πλαισίου συχνά αναφέρεται
σαν κανονιστικό, αφού βασίζεται στην υπόθεση ότι η παρέμβαση οδηγεί στη
βελτίωση της κοινωνικής ευημερίας. Η παρέμβαση είναι ουσιαστικά η νομική
ανταπόκριση στην αποτυχία της αγοράς. Οι αγορές αποτυγχάνουν όταν η απόδοση
τους είναι αναποτελεσματική. Οι ελεύθερες αγορές δεν εξαντλούν τα κέρδη του
εμπορίου και το συνολικό τους πλεόνασμα δεν μεγιστοποιείται. Πιθανές βελτιώσεις
Pareto είναι πιθανές. Οι κερδισμένοι αποζημιώνουν τους χαμένους και εξακολουθούν
να κερδίζουν.

Τα χαρακτηριστικά της αποτελεσματικής παραγωγής είναι:

1. Κατανείμει την αποτελεσματικότητα με βάση το παραγόμενο προϊόν. Ο
κλάδος ή η αγορά είναι κατανεμημένη αποτελεσματικά όταν το οριακό
κοινωνικό όφελος της τελευταίας μονάδας είναι ίσο με το κοινωνικό
οριακό κόστος. Αν η συνολική κατανομή ενός κλάδου είναι
αναποτελεσματική, τότε οι μονάδες της παραγωγής δεν παράγονται για
αυτούς που έχουν τη μεγαλύτερη διάθεση για πληρωμή από το οριακό
κόστος παραγωγής αλλά για αυτούς που δεν επιθυμούν να πληρώσουν
το κοινωνικό κόστος της παραγωγής. Αποτυγχάνουν να κατανέμουν την
αποτελεσματικότητα λόγω δύναμης αγοράς ή εξωτερικοτήτων.

2. Μέτρηση αποτελεσματικότητας: Υπάρχει όταν η παραγωγή κατανέμεται
σε αυτούς με τη μεγαλύτερη διάθεση πληρωμής. Αν υποθέσουμε ότι
έχουμε 100 μονάδες δυναμικότητας ενός σωλήνα φυσικού αερίου, τότε η

149

αποτελεσματικότητα προϋποθέτει ότι θα κατανεμηθούν στους
παραγωγούς που επιθυμούν να πληρώσουν το κομμάτι DC της
καμπύλης ζήτησης στο διάγραμμα 11.1. Ας υποθέσουμε ότι ένας
παραγωγός είναι στο σημείο Β με διάθεση για πληρωμή 10 δολάρια /
μονάδα ενώ κάποιος άλλος βρίσκεται στο Α και επιθυμεί να πληρώσει 20
δολάρια / μονάδα. Οι δύο επιχειρήσεις μπορούν να κάνουν μία
ανταλλαγή επωφελή και για τους δύο. Όσο η τιμή είναι κάτω από τα $20
και οι δύο έχουν κέρδη από το εμπόριο. Μόνο αν η τιμή είναι πάνω στο
DC δεν υπάρχουν κέρδη από το εμπόριο και τη μεγιστοποίηση του
συνολικού πλεονάσματος.

Διάγραμμα 11.1: Αποτελεσματική διανομή

3. Αποτελεσματικότητα κόστους: Το προϊόν παράγεται στο χαμηλότερο
κόστος ευκαιρίας. Τεχνική αποτελεσματικότητα σημαίνει ότι η επιχείρηση
χρησιμοποίησε την ελάχιστη δυνατή ποσότητα πόρων στην παραγωγή
του προϊόντος. Η αποτελεσματικότητα κόστους προϋποθέτει όχι μόνο
την τεχνική αποτελεσματικότητα, αλλά και το ελάχιστο κόστος ευκαιρίας
των συντελεστών στις σωστές αναλογίες που ελαχιστοποιούν το λόγο
παραγωγικών συντελεστών / τιμής .Η οριακή τεχνική
αποτελεσματικότητα μετρά επίσης το λόγο με τον οποίο η επιχείρηση
μπορεί να αντικαταστήσει τους συντελεστές διατηρώντας το επίπεδο
παραγωγής σταθερό. Ο λόγος παραγωγικών συντελεστών τιμής δείχνει
150

το λόγο που η επιχείρηση μπορεί να αγοράσει και να πουλήσει
συντελεστές. Αν οι δύο λόγοι δεν είναι ίσοι τότε, η επιχείρηση πρέπει να
αλλάξει τους συντελεστές της και να μειώσει το κόστος παραγωγής της.
Η αποτελεσματικότητα κόστους είναι επίσης σχετική με το επίπεδο του
κλάδου. Ακόμα και αν όλες οι επιχειρήσεις είναι αποτελεσματικές ως
προς το κόστος το μέσο κόστος της βιομηχανίας μπορεί να είναι πάνω
από την ΕΑΚ του κλάδου. Η αποτελεσματικότητα του κόστους σε
επίπεδο κλάδου απαιτεί ο αριθμός και η διασπορά των εταιρειών να είναι
τέτοια ούτως ώστε το μέσο κόστος για την παραγωγή του κλάδου να
ελαχιστοποιείται. Αυτό συμβαίνει σε περιπτώσεις εκτεταμένων
οικονομιών κλίμακας, πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που
δεν υπάρχουν περισσότεροι ανταγωνιστές για να βελτιώσουν την
ευημερία. Ο μέσος όρος του κλάδου και ακόμη οι τιμές μπορεί να είναι
χαμηλότερες με λιγότερες εταιρείες του κλάδου να μειώνουν το κόστος
τους περισσότερο από ότι θα συνέβαινε σε έναν κλάδο με πολλές
εταιρείες με μικρότερα μερίδια αγοράς. Ο άριστος αριθμός των εταιρειών
θα εξαρτηθεί από βαθμό ανταλλαγής μεταξύ της μεγαλύτερης δύναμης
αγοράς και του χαμηλότερου μέσου κόστους όσο ο αριθμός των
εταιρειών μειώνεται.
4. Η επιλογή αποτελεσματικής παραγωγής αναφέρεται στον αριθμό και την
κατανομή διαφοροποιημένων προϊόντων. Ο αποτελεσματικός προϊόντων
αντιπροσωπεύει την ανταλλαγή ανάμεσα στο σταθερό κόστος και την
ανάπτυξη νέων προϊόντων για να μπορέσει να προσεγγίσει τα προϊόντα
που πλησιάζουν τους καταναλωτές και τις προτιμήσεις τους. Για ένα
σταθερό αριθμό προϊόντων αυτό συμβαίνει όταν παρέχεται ο καλύτερος
συνδυασμός προτιμήσεων καταναλωτών με διαθεσιμότητα προϊόντος.
5. Αποτελεσματική μείωση κόστους: έχουμε όταν το οριακό κοινωνικό
κόστος και το οριακό κοινωνικό όφελος εξισώνονται σε συνθήκες
μείωσης κόστους.

151

11.2 Ο έλεγχος αποτυχίας της

αγοράς

Η ρύθμιση του δημοσίου συμφέροντος αποδεικνύεται στη βάση του ελέγχου
αποτυχίας της αγοράς. Ο έλεγχος αυτός περιλαμβάνει τρία στοιχεία:

1. Τον καθορισμό της ύπαρξης και της μεγέθυνσης των
αναποτελεσματικοτήτων των αγορών, αν οι αγορές δεν είναι
ρυθμισμένες.

2. Τον καθορισμό της δυνατότητας της παρέμβασης για την διόρθωση των
αναποτελεσματικοτήτων. Αυτό προϋποθέτει την ανάπτυξη μηχανισμού
ελέγχου ή πλαισίου με βάση το οποίο η εταιρεία μειώνει ή εξαλείφει τις
αναποτελεσματικότητες της μη ρυθμισμένης αγοράς.

3. Τέλος, θα πρέπει με στοιχεία να αποδείξει ότι το κέρδος της παρέμβασης
υπερβαίνει το κόστος. Υπάρχουν τυπικά δύο τύποι κόστους που
συνδέονται με την ρύθμιση. Τα άμεσα κόστη περιλαμβάνουν έξοδα για
τη δημιουργία και τη λειτουργία των μηχανισμών καθώς και έξοδα που
προκύπτουν για τις επιχειρήσεις από τη συμμετοχή στη ρύθμιση. Τα
έμμεσα κόστη περιλαμβάνουν τις αναποτελεσματικότητες που
δημιουργούνται από τον μηχανισμό. Η εφαρμογή ρυθμίσεων μπορεί να
έχει επιπλέον αναποτελεσματικότητες καθώς δεν πρόκειται να επιφέρει
αρμονία ανάμεσα στα κόστη της εταιρείας και το κοινωνικό όφελος(
μεγιστοποίηση πλεονάσματος). Η θεραπεία πολλές φορές μπορεί να
είναι χειρότερη από την ασθένεια. Η πρόσφατη τάση δεν απομονώνει τα
μέτρα σε τιμολογιακές παρεμβάσεις που με βάση το κόστος δεν
μπορούν να ελέγξουν την τιμολόγηση του μονοπωλητή, αλλά παρέχουν
κοινωνικά κίνητρα προκειμένου οι επιχειρήσεις να έχουν κίνητρο να μην
ελαχιστοποιήσουν το κόστος.

Οι κύριες περιπτώσεις που προσελκύουν παρεμβάσεις τιμών και κανονισμών
εισόδου είναι:

- Το φυσικό μονοπώλιο
- Μεγάλα και εξειδικευμένα μη αναστρέψιμα κόστη.

152

11.3 Φυσικό μονοπώλιο

Σε αυτή την ενότητα θα αναλύσουμε το φυσικό μονοπώλιο. Το όνομα δείχνει
ότι η αγορά δεν μπορεί να είναι ανταγωνιστική ή ο ανταγωνισμός δεν είναι
επιθυμητός. Είναι χρήσιμη η διάκριση ανάμεσα στην θετική άποψη, ότι θα υπάρχει
μία επιχείρηση στην αγορά και την κανονιστική άποψη ότι πρέπει για να
ελαχιστοποιηθεί το μέσο κόστος να υπάρχει μόνο μία επιχείρηση στην αγορά. Οι δύο
ορισμοί του φυσικού μονοπωλίου σχετίζονται αλλά δεν ταυτίζονται. Είναι πολύ
πιθανό ότι το φυσικό μονοπώλιο με βάση την κανονιστική άποψη δεν ρυθμίζεται τότε
θα είναι ολιγοπώλιο και όχι μονοπώλιο.

Στις πλήρως ανταγωνιστικές αγορές η ζήτηση εξαρτάται σημαντικά από τις
οικονομίες κλίμακας. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ανταγωνισμός με βάση το
κόστος ( σε επίπεδο κλάδου) και του αριθμού των εταιρειών ή της δύναμης αγοράς.
Στη μακροχρόνια ισορροπία οι πλήρως ανταγωνιστικές επιχειρήσεις παράγουν εκεί
που η τιμή είναι ίση με το οριακό κόστος στην μακροχρόνια ΕΑΚ τους. Η ισορροπία
είναι δίκαιη και αποτελεσματική. Αν η ελαχιστοποίηση του κόστους απαιτεί την
ύπαρξη μίας μόνο επιχείρησης, τότε η αγορά θα αποτύχει. Η αποτελεσματική
κατανομή απαιτεί πολλούς ανταγωνιστές, αλλά η αποτελεσματικότητα κόστους
απαιτεί μία μόνο επιχείρηση. Οι δυνάμεις της αγοράς δεν μπορούν να φέρουν το
επιθυμητό αποτέλεσμα.

Στο διάγραμμα 11.2 βλέπουμε ένα μονοπώλιο που χαρακτηρίζεται από
οικονομίες κλίμακας. D είναι η καμπύλη ζήτησης της αγοράς η οποία δεν είναι εφικτή
ακόμα και αν η αγορά έχει αρχικά πολλές επιχειρήσεις. Η λήψη τιμής έχει αρνητικά
αποτελέσματα στα κέρδη, αφού για όλα τα επίπεδα του μέσου κόστους AC > MC=P.
Επιπλέον όλες οι επιχειρήσεις έχουν κίνητρο να αυξήσουν την παραγωγή επειδή το
οριακό κόστος είναι φθίνον. Ο κλάδος θα περάσει μια περίοδο συρρίκνωσης, αφού
επιχειρήσεις θα κλείσουν μέχρι οι παραμένουσες να έχουν αρκετή δύναμη αγοράς
ώστε να αυξήσουν την τιμή τουλάχιστον στο επίπεδο του μέσου κόστους. Με βάση
τις οικονομίες κλίμακας και τη φύση του ανταγωνισμού ανάμεσα σε αυτές τις ηγέτιδες
επιχειρήσεις η ισορροπία θα έρθει με τη μετατροπή της αγοράς σε μονοπώλιο ή
ολιγοπώλιο. Αν μείνει ολιγοπώλιο, τότε ούτε αποτελεσματικότητα κόστους ούτε
κατανομής θα υπάρχει. Στην περίπτωση του μονοπωλίου μιλάμε για φυσικό
μονοπώλιο με βάση και τη θετική και την κανονιστική άποψη. Ενώ οι οικονομίες
κλίμακας μειώνουν τον αριθμό των επιχειρήσεων δεν σημαίνει ότι θα υπάρχει μόνο
ένας παραγωγός. Άρα η αναφορά σε φυσικό μονοπώλιο με οικονομίες κλίμακας έχει
ως βάση την κανονιστική άποψη.

153

Διάγραμμα 11.2 : Φυσικό μονοπώλιο Ι: συρρίκνωση επιχειρήσεων

Διάγραμμα 11.3: Φυσικό μονοπώλιο ΙΙ : Η κυριαρχία του μονοπωλητή
Στην περίπτωση του φυσικού μονοπωλητή το κόστος θα μειώνεται αν η
τεχνολογία χαρακτηρίζεται από οικονομίες κλίμακας σε όλα τα επίπεδα παραγωγής.

154

Οι οικονομίες εμφανίζονται με τη μείωση του μέσου κόστους όσο η παραγωγή
αυξάνεται. Η ύπαρξη τους σε όλα τα επίπεδα δεν είναι αναγκαία. Υποθέτοντας ότι το
άριστο σημείο παραγωγής δεν είναι μακριά από το σημείο όπου οι οικονομίες
κλίμακας χάνονται, το συνολικό κόστος θα συνεχίσει να μειώνεται και σε θέσεις πέρα
από την ΕΑΚ. Το όριο στο οποίο το κόστος παύει να μειώνεται θα εξαρτηθεί από την
έκταση στην οποία το μέσο κόστος μειώθηκε στο κομμάτι που χαρακτηρίζεται από
οικονομίες κλίμακας και το ρυθμό της αύξησης στις αντιοικονομίες κλίμακας. Το
διάγραμμα λειτουργίας κόστους που είναι μειούμενο σε μία κλίμακα πέρα από την
ΕΑΚ Qmax . To διάγραμμα 11.4 δείχνει τη διαφορά ανάμεσα στο δυοπώλιο (AC2) και
το μονοπώλιο (AC1). Η ΕΑΚ είναι κοινή και στις δύο περιπτώσεις, αλλά επιτυγχάνεται
μόνο όταν και οι δύο επιχειρήσεις παράγουν σε αυτή. Το κάτω μέρος των
καμπυλών μέσου κόστους δείχνε το ελάχιστο κόστος του κλάδου σε κάθε
περίπτωση. Σε κάθε θέση αριστερά από την QNM, ο κλάδος είναι φυσικό μονοπώλιο,
ακόμη και αν η παραγωγή ανάμεσα σε Qmes και QNM χαρακτηρίζεται από οικονομίες
κλίμακας. Για κάθε θέση δεξιά από το QNM ο κλάδος είναι φυσικό δυοπώλιο.

Διάγραμμα 11.4: Φυσικό δυοπώλιο

155

11.4 Τιμολόγηση φυσικού
μονοπωλίου

Τα δύο σημαντικά ερωτήματα που προκύπτουν σχετικά με την τιμολόγηση του
φυσικού μονοπωλίου είναι:

Οριακό κόστος τιμολόγησης: Η τιμολόγηση στο οριακό κόστος μπορεί να μην
είναι επικερδής αλλά ίσως αυτό και να μην είναι αναγκαία συνθήκη. Αν
αντιπαραθέσουμε στο διάγραμμα 11.5, την τιμολόγηση στο οριακό κόστος (D1, MC1)
με τη (D2, MC2),όταν οι οικονομίες κλίμακας εξαντλούνται αλλά ο κλάδος εξακολουθεί
να είναι φυσικό μονοπώλιο, η τιμολόγηση στο οριακό κόστος είναι κερδοφόρα. Αν
όμως δεν έχουν εξαντληθεί οι οικονομίες κλίμακας η οριακή τιμολόγηση δεν θα είναι
κερδοφόρα.

Βιωσιμότητα: Ένας βιώσιμος κλάδος αποτελείται από ένα επίπεδο παραγωγής
για κάθε επιχείρηση και τιμή τέτοια ούτως ώστε οι συμμετέχοντες τουλάχιστον να
βρίσκονται στο νεκρό σημείο και η αγορά να καθαρίζει - η προσφορά να ισούται με
τη ζήτηση. Η αγορά είναι βιώσιμη όταν κάποιος νεοεισερχόμενος δεν μπορεί να έχει
κέρδη χρεώνοντας χαμηλότερες τιμές και να εξυπηρετεί σε αυτές το σύνολο ή μέρος
της ζήτησης. Αν ένας μονοπωλητής χρεώσει P1 τότε η ζήτηση είναι D1 θα έχει
μηδενικά κέρδη και η παραγωγή θα είναι ίση με τη ζήτηση. Η τιμή όμως είναι
βιώσιμη, αφού ένας νεοεισερχόμενος με πρόσβαση στην ίδια τεχνολογία δεν θα
μειώσει τα κέρδη του μονοπωλητή.

156

Διάγραμμα 11.5: Φυσικό μονοπώλιο και οριακή τιμολόγηση

Αυτό όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση της D2. H χαμηλότερη τιμή στην
οποία ο μονοπωλητής βρίσκεται στο νεκρό σημείο είναι η P2. Ακόμα και αν η
παραγωγή είναι αποτελεσματική, τα κέρδη είναι μηδενικά και η ζήτηση ισορροπεί
όταν αλλάζει η τιμή. Ο πιθανός αυτός συνδυασμός δεν είναι βιώσιμος. Ένας
νεοεισερχόμενος με πρόσβαση στην ίδια τεχνολογία μπορεί να κερδίσει επιτυχώς
μερίδιο από τον μονοπωλητή, αλλάζοντας την τιμή και χρεώνοντας μεταξύ C* και P2,
αλλά αντί να προσφέρει προκειμένου να ισορροπήσει με τη ζήτηση, προσφέρει
Qmes.

Η είσοδος αυτή είναι ανέφικτη γιατί μιλάμε για φυσικό μονοπώλιο. Αλλά αν ο
νεοεισερχόμενος και οι καταναλωτές που θα τον ακολουθήσουν το κόστος του θα
είναι περισσότερο από τα έσοδο του και θα αυξήσει τα αντίστοιχα κόστη
εξυπηρέτησης πελατών της υπάρχουσας επιχείρησης. Είναι χρήσιμη η διάκριση
ανάμεσα σε ισχυρό και αδύναμο φυσικό μονοπώλιο. Το ισχυρό φυσικό μονοπώλιο
υπάρχει όταν οι οικονομίες κλίμακας δεν εξαντλούνται. Το αδύναμο φυσικό
μονοπώλιο υπάρχει αν η ζήτηση στις οικονομίες κλίμακας εξαντλείται. Αν ένα φυσικό
μονοπώλιο είναι αδύναμο είναι και ασταθές και η τιμολόγηση στο οριακό κόστος
είναι κερδοφόρος. Αν ένα φυσικό μονοπώλιο είναι ισχυρό είναι και σταθερό και η
τιμολόγηση στο οριακό κόστος είναι μη κερδοφόρος.

157

11.5 Φυσικό μονοπώλιο και

νομοθετικό πλαίσιο

Ο καθορισμός του αν ένας κλάδος είναι φυσικό μονοπώλιο εξαρτάται από την
αλληλεξάρτηση τεχνολογίας και ζήτησης. Αν τα σχετικά επίπεδα της ζήτησης και του
κόστους παραγωγής ελαχιστοποιούνται όταν υπάρχει μονοπώλιο υπάρχει κίνητρο
να παρέμβει το κράτος. Περιορίζοντας την είσοδο οι ανταγωνιστές μένουν μακριά
από την αγορά, γιατί περιμένουν ότι τα κόστη του κλάδου θα ελαχιστοποιηθούν. Αν ο
κλάδος είναι φυσικό μονοπώλιο, τότε η είσοδος επιπλέον επιχειρήσεων θα είναι
αναποτελεσματική. Η τοποθέτηση εμποδίων εισόδου πρέπει να συμπληρωθεί με την
επιβολή ελέγχων τιμής αφού το εμπόδιο δημιουργεί μονοπώλιο και προϋποθέτει την
αποτροπή της αναποτελεσματικότητας που προκαλεί η μονοπωλιακή τιμολόγηση.

Ουσιαστικά υπάρχει υποπροσθετικότητα. Ο όρος αυτός σημαίνει ότι θα
υπάρχει ανταλλαγή στον καθορισμό της βέλτιστης κυβερνητικής πολιτικής. Η
ελεύθερη αγορά θα εμπεριέχει τόσο δύναμη αγοράς όσο και αντίστοιχη
αποτελεσματικότητα κόστους σε επίπεδο κλάδου. Το ρυθμισμένο επίπεδο
παραγωγής, αν υποθέσουμε ότι η ρύθμιση είναι τέλεια η ρύθμιση θα είναι ρύθμιση με
βελτίωση Pareto. Παρόλαυτα, η ρύθμιση δεν μπορεί να είναι τέλεια γιατί ο ρυθμιστής
δεν μπορεί να έχει τέλεια πληροφόρηση και δεν θα έχει πλήρη έλεγχο της εταιρείας
και της κοινωνίας. Η επιλογή επομένως για ρύθμιση της αγοράς από το κράτος θα
οδηγήσει σε ατελή ανταγωνισμό και αναποτελεσματικές αγορές.

Οι απώλειες της αποτελεσματικότητας, σχετίζονται με την απουσία ρυθμίσεων
εξαρτώνται από την έκταση της αγοράς και το βαθμό αναποτελεσματικότητας του
κόστους. Η έκταση της δύναμης αγοράς εξαρτάται από τα εμπόδια εισόδου.
Υπάρχουν όμως περιπτώσεις στις οποίες τα κεφάλαια είναι μη αναστρέψιμα. Σε
αυτές τις περιπτώσεις πιθανά χαμηλά μεταβλητά κόστη ( που ουσιαστικά οδηγούν
την υπάρχουσα επιχείρηση σε τιμολογιακές πολιτικές όταν προκύψει ανταγωνισμός)
και εκτεταμένες οικονομίες κλίμακας μπορεί να αυξήσουν πιθανά εμπόδια εισόδου.
Αν η είσοδος είναι περιορισμένη τότε ένα μοντέλο κανονιστικού φυσικού μονοπωλίου
θα είναι και ένα θετικό φυσικό μονοπώλιο. Η αποτελεσματικότητα κόστους υπάρχει
όταν η ελεύθερη αγορά ισορροπεί ενώ δεν είναι μονοπώλιο. Η έκταση της
αναποτελεσματικότητας του κόστους σε επίπεδο κλάδου εξαρτάται από την έκταση
των οικονομιών κλίμακας. Οι σχετικά μεγαλύτερες οικονομίες καθιστούν τη λογική
της ρύθμισης θα έχει να κάνει με τον έλεγχο της αγοραστικής δύναμης ενός
υπάρχοντος μονοπωλητή. Οι σημαντικές αυτές οικονομίες κλίμακας έχουν σαν
αποτέλεσμα ότι η ρύθμιση και όχι ο ανταγωνισμός θα είναι επιθυμητός σαν μέτρο
άμβλυνσης της δύναμης αγοράς.

158

11.6 Το μονοπώλιο χρειάζεται

ρύθμιση;

Στην μέχρι τώρα ανάλυση μας θεωρήσαμε ότι το φυσικό μονοπώλιο είναι
λογικό να υπόκειται σε ρυθμίσεις. Στην πεποίθηση αυτή υπάρχουν σημαντικές
αντιρρήσεις:

Ανταγωνισμός για το μονοπώλιο: Ο Demsetz (1968), αμφισβητεί το δόγμα ότι
ένα φυσικό μονοπώλιο θα πρέπει υποχρεωτικά να ρυθμίζεται. Ειδικά αν ο
ανταγωνισμός δεν είναι δυνατός ή επιθυμητός όπως στην περίπτωση του φυσικού
μονοπωλίου, η αντικατάσταση του ανταγωνισμού στην αγορά με τον ανταγωνισμό
για την αγορά μπορεί να άρει την ανάγκη για ρύθμιση. Το κράτος θα πρέπει να
δημοπρατήσει το δικαίωμα του μονοπωλίου. Κριτήριο επιλογής εφόσον οι
επιχειρήσεις θέλουν να αναλάβουν το μονοπώλιο θα πρέπει να είναι η τιμή που
επιθυμούν να επιβάλλουν στην αγορά. Η χαμηλότερη προσφορά για την
δικαιόχρηση του μονοπωλίου θα πρέπει να προτιμηθεί. Ας σκεφτούμε στο
διάγραμμα 11.2 πώς θα συμπεριφέρονταν οι επιχειρήσεις; Κάθε προσφορά πάνω
από το PR, θα δημιουργήσει οικονομικά κέρδη. Αν υπάρχει ικανός αριθμός
υποψήφιων με κοινή πρόσβαση στην τεχνολογία και κόστος συντελεστών που είναι
χαμηλότερο από το κόστος, είναι αναμενόμενο ότι ο ανταγωνισμός θα οδηγήσει τις
τιμές κάτω από το PR. Το σημείο (PR, QR ) είναι το αποτέλεσμα Ramsey. Η τιμή
Ramsey είναι ουσιαστικά οι δεύτερη καλύτερη λύση στο θέμα της τιμολόγησης και
είναι η τιμή που μεγιστοποιεί το συνολικό πλεόνασμα. Σχετικά με το νεκρό σημείο ο
Demsetz πιστεύει πως δεν είναι απαραίτητη η ρύθμιση στην αγορά προκειμένου η
επιχείρηση να πετύχει τo αποτέλεσμα Ramsey.

Η πρόταση του Demsetz έχει προσελκύσει την προσοχή. Οι κριτικές όπως του
Williamson (1976) έχουν δείξει σημαντικά προβλήματα όπως είναι το γεγονός ότι η
πραγματικότητα δεν είναι στατική. Οι συνθήκες αλλάζουν σαν αποτέλεσμα της
αποτελεσματικής προσαρμογής του συμβολαίου δικαιόχρησης στις αλλαγές στο
κόστος και τη ζήτηση. Το ερώτημα που δημιουργείται έχει να κάνει με το πώς η
συμφωνία θα είναι αποτελεσματική. Η συμφωνία ανάμεσα στο κράτος και το
δικαιούχο θα μπορεί να καθορίζει αυξήσεις τιμών με βάση συμφωνημένο πλάνο για
όλη τη διάρκεια της συμφωνίας είτε να υπογράψουν προσωρινά συμβόλαια με
δυνατότητα αναδιαπραγμάτευσης ανάλογα με τις συνθήκες που θα επικρατήσουν
στο μέλλον. Το πρόβλημα και με τις δύο λύσεις είναι το ότι απαιτούν οδηγίες για το
μέλλον και διαδικασίες ανάλογες με την κυβερνητική ρύθμιση.

Επειδή υπάρχουν κόστη συναλλαγών, τα συμβόλαια είναι αναγκαστικά ασαφή
σε κάποια σημεία τους. Αυτό σημαίνει ότι θα υπάρχουν σημεία που δεν έχουν
προβλεφτεί αν και είναι βασικά για τη συμφωνία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η
κυβέρνηση να είναι εκτεθειμένη σε καιροσκοπικές ενέργειες μετά την υπογραφή του
συμβολαίου αν δεν μπορεί να καταγγείλει εύκολα τη σύμβαση . Η εφαρμογή και ο
έλεγχος ανάλογων συμβολαίων όπως είναι φυσικό έχει κόστος. Η έκταση του
κόστους αυτού καθορίζει την πιθανότητα επιτυχούς εφαρμογής της σύμβασης και το
κόστος πιθανής αλλαγής αναδόχου.

Η κυβέρνηση είναι θετική στην αλλαγή όταν μπορεί να αντιμετωπίσει 4 κόστη
που σχετίζονται με την υπογραφή νέου συμβολαίου. Α) Το κόστος της νέας
δημοπρασίας Β) Αν η καθυστέρηση οφείλεται σε λάθος μπορεί να μειώσει το κύρος
της κυβέρνησης. Γ) Σκοπός μιας μακροχρόνιας σχέσης είναι να ενθαρρύνει την
επένδυση σε μακροχρόνια πάγια στοιχεία και να ακυρώσει το συμβόλαιο για

159

μικρότερες επενδύσεις και κίνητρα για καιροσκοπική επένδυση και Δ) Αντιμετώπιση
πιθανών καθυστερήσεων.

Σαν αποτέλεσμα του κόστους αλλαγής αναδόχου η επιχείρηση έχει κίνητρο να
επαναδιαπραγματευθεί την αρχική συμφωνία ή και να παραβλέψει τις δυσκολίες
προκειμένου να διατηρήσει τα κέρδη της. Η πραγματικότητα ότι τα συμβόλαια έχουν
ασάφειες ειδικά σε θέματα επιπέδου ποιότητας, οδηγούν την κυβέρνηση στο να
ενδυναμώσει, ελέγξει και να επαναδιαπραγματευθεί την τιμή με την επιχείρηση. Μία
διαδικασία ένταξης στο υπάρχον πλαίσιο συνθηκών για την επαναδιαπραγμάτευση
της τιμής πρέπει να συνταχθεί και νομοθετηθεί από το κράτος και ο ανάδοχος να
προσαρμοστεί με τις νέες συνθήκες.

Ο Posner (1972) πρότεινε το πρόβλημα προσαρμογής στις συνθήκες να
επιλύεται με την υπογραφή συμβάσεων μικρής διάρκειας. Με τον τρόπο αυτό
αποφεύγονται οι συχνές τροποποιήσεις και οι προσαρμογές γίνονται με βάση τον
ανταγωνισμό. Η λύση αυτή θα μπορούσε να δουλέψει σε κλάδους που τα πάγια δεν
είναι μακράς διαρκείας ή τα μη αναστρέψιμα κόστη χαμηλά. Το βασικό πρόβλημα
είναι ότι συνήθως υπάρχουν μακροχρόνια κόστη που δεν αποσβαίνονται στη
διάρκεια του συμβολαίου, και πιθανώς ο καινούργιος ανάδοχος να απαιτεί από τον
προηγούμενο την παραχώρηση των πάγιων στοιχείων του. Η διαδικασία αυτή γίνεται
μέσα από την αποτίμηση της αξίας τους που δεν μπορεί εύκολα να προσδιοριστεί.

Ο Williamson παρατηρεί ότι το πρόβλημα που δημιουργεί η ανάπτυξη
δεξιοτήτων στο εργατικό δυναμικό της υπάρχουσας επιχείρησης είναι σημαντικό
στην διαδοχή αυτή. Η εκπαίδευση και η εξειδίκευση τους προσφέρει στην επιχείρηση
ένα σημαντικό πλεονέκτημα κόστους. Οι πιθανές προσφορές σε διαγωνισμούς
χάνονται από αυτή την πολύ σημαντική διαφορά κόστους Πιθανή είσοδος
προϋποθέτει την τέλεια γνώση της υπάρχουσας επιχείρησης. Η μεταφορά των
ανθρώπων ή της γνώσης τους είναι πολύ πιο δύσκολο να αποτιμηθεί από τα πάγια
στοιχεία. Μέσα από αυτό το πρίσμα ο Williamson αμφιβάλλει κατά πόσο είναι
επιθυμητή η υπογραφή σύντομων συμβάσεων σε σχέση με την ρύθμιση από το
κράτος.

160

11.7 Μεγάλες εξειδικευμένες

επενδύσεις

Η σημασία της συνεισφοράς του Demsetz δεν εξαντλείται στην πρόταση ότι η
τεχνολογία παραγωγής είναι βέλτιστη όταν υπάρχει μονοπωλητής και αυτό δεν
σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει ρύθμιση. Η έμφαση θα πρέπει να δοθεί στα
σχετιζόμενα κόστη και στα κέρδη της διαφοροποίησης της κυβέρνησης. Η ρύθμιση
μπορεί και να είναι επιθυμητή όταν ισχύουν οι παρακάτω προϋποθέσεις. Α)
αβεβαιότητα και ασυμμετρία πληροφορία και Β) Η υπηρεσία παράγεται
αποτελεσματικά με βάση μακροχρόνιες επενδύσεις σε εξειδικευμένα πάγια.

Με βάση αυτές τις συνθήκες, η ρύθμιση μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική
γιατί ελαχιστοποιεί τα κόστη μεταβίβασης. Ειδικότερα μπορεί να ο πιο
αποτελεσματικός μηχανισμός για τον αποκλεισμό των κερδοσκοπικών
συμπεριφορών όταν δεν υπάρχουν μακροχρόνια μη αναστρέψιμα κόστη. Εξ ορισμού
οι συγκεκριμένες μη αναστρέψιμες επενδύσεις έχουν υψηλό κόστος και χαμηλό
αντίστοιχα κόστος ευκαιρίας καθώς δεν έχουν εναλλακτικές χρήσεις. Όμως τα πάγια
αυτά στοιχεία θα έχουν αξία με βάση την παρούσα χρήση τους. Όταν τα έσοδα από
ένα πάγιο στοιχείο βασίζονται στο κόστος ευκαιρίας που προκύπτει από τη χρήση
του τότε οι ροές θα είναι ίσες με τη διαφορά του κόστους και της ανταλλάξιμης αξίας
του.

Ένα πιθανό πρόβλημα έχει να κάνει με τις συνθήκες που επικρατούν στις
αγορά και τον τρόπο με τον οποίο θα ανταποκριθούν με συμβόλαια για την
αντιμετώπιση της καιροσκοπικής συμπεριφοράς. Η πιθανότητα εμφάνισης του
καιροσκοπισμού δημιουργείται όταν οι συμμετέχοντες ανάδοχοι έχουν κίνητρα μνα
επαναδιαπραγματευθούν τους όρους της συμφωνίας για να μετακυλήσουν πιθανά
κόστη της επένδυσης τους στην άλλη πλευρά. Σημαντικά κόστη συναλλαγών έχουν
σαν αποτέλεσμα τα ιδιωτικά συμβόλαια να είναι ασαφή και να μην μπορούν να
αποτρέψουν την καιροσκοπική συμπεριφορά. Σε έναν κόσμο με ατελή και ασαφή
συμβόλαια, η πιθανότητα της καιροσκοπικής συμπεριφοράς δημιουργεί μία σειρά
από αναποτελεσματικότητες που μπορεί να είναι: Αυξημένα κόστη συμβολαίου,
κόστος επαναδιαπραγμάτευσης, κόστη που σχετίζονται με τους πόρους και την
αποφυγή κερδοσκόπων, μη εμφανή κέρδη από το εμπόριο λόγω δυσκαμψίας της
αγοράς, εναλλακτικές λύσεις προμηθευτών και το κυριότερο, υποεπένδυση σε
συγκεκριμένα πάγια.

Όσο πιο καιροσκοπικά δρουν οι καταναλωτές τόσο πιο μεγάλη είναι
τεχνολογική αλλαγή ή η ανάπτυξη της αγοράς. Το διάγραμμα 11.6 παρουσιάζει την
επέκταση μίας αγοράς. Αρχικά η ζήτηση είναι στο D1 και μετά αυξάνει σε D2 . H
Μακροχρόνια καμπύλη μέσου κόστους είναι η AC (Q). Αν στην πρώτη περίοδο η
επιχείρηση και οι καταναλωτές συμφωνούν στο σημείο Q1, P1 . .Στη δεύτερη περίοδο
πιθανοί ανταγωνιστές εισέρχονται στον κλάδο για να κόψουν έσοδα από την
υπάρχουσα επιχείρηση,. Ο νεοεισερχόμενος θέλει να παράγει Q2 και να πουλά
αντίστοιχα σε P2 . Αυτό είναι και το μέγεθος της μη αναστρέψιμης επένδυσης για την
υπάρχουσα επιχείρηση, και θα έχει σαν αποτέλεσμα η υπάρχουσα επιχείρηση να
θέλει να μειώσει την τιμή της για να φτάσει στο επίπεδο P2 ,με την προϋπόθεση ότι
αυτή υπερβαίνει το μέσο κόστος της. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας η
υπάρχουσα επιχείρηση δεν μπορεί να φτάσει το μέσο κόστος της γιατί η επένδυση

161

της βελτιστοποιείται στο επίπεδο Q1 , και στο Q2 παρουσιάζει ζημίες. Η βραχυχρόνια
καμπύλη κόστους της υπάρχουσας επιχείρησης είναι η AC΄(Q) (και περιλαμβάνει το
συνολικό κόστος της). Δεδομένου ότι το P2 δεν είναι χαμηλότερο από το μέσο
αναστρέψιμο κόστος της υπάρχουσας επιχείρησης, είναι καλύτερο για αυτήν να
φτάσει ή να ξεπεράσει το P2 από το να φύγει από την αγορά.

Διάγραμμα 11. 6 : Διατήρηση μεριδίου σε αναπτυσσόμενη αγορά

Η ρύθμιση μπορεί να σημαίνει και την αύξηση ή την αλλαγή μακροχρόνιων
συμβολαίων, όταν η αβεβαιότητα πιθανές υποχρεώσεις και μη αναστρέψιμα κόστη
που σχετίζονται με τα μακροχρόνια συμβόλαια. Ο Goldberg (1976) παρατήρησε ότι
σε ανάλογες συνθήκες ανταγωνισμού η ρύθμιση μπορεί να χαρακτηριστεί και σαν
διοικητικό συμβόλαιο. Η σχέση ανάμεσα στην επιχείρηση και τους πελάτες της,
ορίζεται από τον ρυθμιστή. Η διαδικασία αυτή μπορεί να αποδοθεί και σαν ένα
θεσμικό πλαίσιο που παρέχει ένα σύνολο κανόνων για τη διαπραγμάτευση και την
επίλυση προβλημάτων. Είναι ουσιαστικά μια δόμηση σχέσης ανάμεσα στους
καταναλωτές και τον προμηθευτή τους και δημιουργεί ένα είδος αντιπροσώπου για
τους καταναλωτές τον ρυθμιστή. Τα καθήκοντα του έχουν να κάνουν με τη
συγκέντρωση πληροφορίας, τη λήψη αποφάσεων, τη διαπραγμάτευση, την
προσαρμογή, τον έλεγχο και την εφαρμογή των όρων της σχέσης καταναλωτών –
προμηθευτών. Αντί να υπογραφούν πολύπλοκα συμβόλαια με κάθε πελάτη που θα
είναι ημιτελή και ασαφή οι δύο πλευρές υπογράφουν ένα σχετικό συμβόλαιο . Με το
συμβόλαιο αυτό δεν καθορίζουν λεπτομερώς τους όρους του εμπορίου, αλλά
συμφωνούν σε μία διαδικασία για το πώς θα προσαρμοστούν αυτοί οι όροι. Η
ρύθμιση είναι ένα αποτελεσματικό πλαίσιο με βάση την ελάχιστη δυνατή παρέμβαση
που ορίζει η κυβέρνηση. Η ρύθμιση αυτή ελαχιστοποιεί τα κόστη συναλλαγών και τις

162

αναποτελεσματικότητες που προκύπτουν από τα ασαφή συμβόλαια, ειδικά αυτά που
αφορούν την χαμηλή επένδυση σε συγκεκριμένα πάγια στοιχεία.

Ο κανονισμός σαν ένα σχετικό και διοικητικό συμβόλαιο έχει δύο
χαρακτηριστικά που μειώνουν το κόστος συναλλαγών και την αναποτελεσματικότητα
που σχετίζεται με τα συμβόλαια:

1. Αποκλειστικά δικαιώματα εξυπηρέτησης: Τυπικά περιορίζει τις εξωτερικές
επιλογές με την εξασφάλιση της αποκλειστικότητας. Οι εταιρείες κερδίζουν
αποκλειστικά δικαιώματα εξυπηρέτησης για την υποχρέωση να παρέχουν
αποκλειστικά μία υπηρεσία. Η αποκλειστικότητα αυτή μειώνει ή εξαλείφει
την ικανότητα των επιχειρήσεων να αποκλείσουν πελάτες και των
καταναλωτών να αλλάξουν προμηθευτές. Φυσικά το δικαίωμα
εξυπηρέτησης προϋποθέτει την δημιουργία εμποδίων εισόδου από το
ρυθμιστή για τον αποκλεισμό του ανταγωνισμού.

2. Ευέλικτη τιμολόγηση. Σαν μέρος του διοικητικού συμβολαίου, ο ρυθμιστής
ελέγχει την τιμή παρέχοντας ένα οικονομικό τρόπο προσαρμογής τιμών,
προσφοράς προϊόντων και άλλων μεταβολών προκειμένου να
ανταποκριθεί στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Έχοντας το ρόλο
εξειδικευμένου δικαστηρίου, ο ρυθμιστής μειώνει το κόστος των ασαφών
συμβολαίων. Συγκεκριμένα μειώνει το κόστος, ελέγχου, επιβεβαίωσης και
εφαρμογής των όρων των συμβολαίων. Δεύτερον, η χρήση του ρυθμιστή
μπορεί να είναι αποτελεσματική σε σχέση με το κόστος, όταν ορίζοντας αν
μία απαίτηση προσαρμογής στους όρους της αγοράς είναι στην
πραγματικότητα αποτελεσματική ή προσπάθεια χειραγώγησης της αγοράς
με την ανάπτυξη κερδοσκοπικών πρακτικών. Μπορεί τέλος να επιβάλλει
την απλότητα στα συμβόλαια ανάμεσα στα μέρη της αγοράς με το να
συμπεριλάβει όρους που είναι κατανοητοί και από τις δύο πλευρές.

Τα χαρακτηριστικά της μετάβασης, της αβεβαιότητας και του εξειδικευμένου
κεφαλαίου, έχουν σαν αποτέλεσμα μια μακροχρόνια σχέση και τον κατάλληλο
μηχανισμό διακυβέρνησης. Τα ιδιωτικά συμβόλαια με ευθύνη των δικαστηρίων
μπορεί να μην είναι η καλύτερη ρυθμιστική λύση. Αντίθετα, η ρύθμιση από μια
εξειδικευμένη επιτροπή μέσω διοικητικών κανονισμών μπορεί να είναι πιο
αποτελεσματική.

163

11.8 Κίνδυνος ρύθμισης

Οι πιθανές παρεμβάσεις του κράτος και τα αντίστοιχα κόστη αποτελούν για
την επιχείρηση τον κίνδυνο της ρύθμισης. Εκ των υστέρων, ένας ρυθμιστής θα
πρέπει να υποσχεθεί ότι θα αποζημιώσει για την επένδυση τους ορίζοντας τιμές στο
επίπεδο του μακροχρόνιου μέσου κόστους. Τα έσοδα είναι αποτέλεσμα και συνθήκες
δημιουργίας της επένδυσης. Η εκ των υστέρων ρύθμιση μεγιστοποιεί το αποτέλεσμα
αλλά έχει και έντονες αντιδράσεις. Αν τα κόστη κεφαλαίου της εταιρείας είναι μη
αναστρέψιμα τότε ο ρυθμιστής πρέπει να ορίσει την τιμή τουλάχιστον στο επίπεδο
του βραχυχρόνιου αναστρέψιμου κόστους. Αυτό σημαίνει ότι η επιχείρηση μπορεί να
καλύψει το αναστρέψιμο κόστος αλλά όχι και το κόστος του κεφαλαίου της. Οι
χαμηλότερες τιμές αυξάνουν τη ζήτηση, την παραγωγή και τα συνολικά οφέλη από το
εμπόριο. Ο ρυθμιστής για λογαριασμό των καταναλωτών ερευνά την επένδυση του
κεφαλαίου. Ένας νέος μηχανισμός αναπτύσσεται και έχει σαν αποτέλεσμα την
είσοδο ανταγωνιστών.

Μια επιχείρηση που αντιμετωπίζει χαμηλότερες τιμές ή δυνατότητα εισόδου
ανταγωνιστών μπορεί να προστατεύσει τον εαυτό της από την υποεπένδυση. Το
χαμηλό επίπεδο επένδυσης σημαίνει ότι η επιχείρηση θα έχει υψηλότερα κόστη και
υποχρεωτικούς περιορισμούς χωρητικότητας ως αποτέλεσμα έχουν σαν αποτέλεσμα
την απώλεια αποτελεσματικότητας.

Εναλλακτικά, η επιχείρηση θα πρέπει να αποζημιωθεί για τον κίνδυνο της
ρύθμισης μέσω ενός υψηλότερου βαθμού απόδοσης, που αυξάνει το κόστος του
κεφαλαίου και μειώνει την αποτελεσματικότητα. Ένας σημαντικός στόχος του
ρυθμιστή είναι να αναπτύξει τη δέσμευση να κρατήσουν την αγορά από πιθανή
κυριαρχία εταιρειών. Αυτό το επιτυγχάνει μέσα από πολιτικές διατήρησης λογικών
τιμών και δίνοντας ουσιαστικά στις επιχειρήσεις αν η ρύθμιση δρα ευκαιριακά. Ο
ρυθμιστής μπορεί επίσης να αναπτύξει μια φήμη για να υποστηρίξει την ομαλή
ανάκαμψη.

Πραγματοποιώντας την υπόσχεση του να μην παρέμβει άμεσα, ενισχύει την
μελλοντική επένδυση. Η άσκηση αυτής της πολιτικής γίνεται σε περίπτωση που είναι
απαραίτητες μελλοντικές επενδύσεις. Η σημασία της ελαχιστοποίησης του
ρυθμιστικού κινδύνου εξαρτάται από την ανάγκη για περεταίρω επένδυση. Ο
κίνδυνος ρύθμισης θα είναι σημαντικός αν η αγορά δεν είναι κοινωνικά
αποτελεσματική ή το μη αναστρέψιμο κόστος είναι υψηλό. Η πολιτική της ρύθμισης
δεν ισχύει αν δεν είναι επαρκή τα εμπόδια εισόδου. Η όποια είσοδος λόγω ρύθμισης
θα απαιτεί τεχνική αλλαγή που θα μειώσει το πιθανό κόστος των μη αναστρέψιμων
επενδύσεων και τη σημασία των οικονομιών κλίμακας.

164

11.9 Οικονομική θεωρία της

ρύθμισης και ο ρόλος των

πολιτικών

Η οικονομική θεωρία της ρύθμισης είναι μια θετική θεωρία για την ύπαρξη
ρυθμίσεων. Με την εφαρμογή ελέγχου υποθέσεων εξηγεί γιατί και πως οι αγορές
ρυθμίζονται. Θεμελιώδης αρχή για την οικονομική εξήγηση για την ύπαρξη των
ρυθμίσεων είναι η υπόθεση ότι όλοι οι οικονομικοί παράγοντες ενδιαφέρονται να
μεγιστοποιήσουν τη χρησιμότητα τους. Ο Stigler (1971) όρισε ότι η οικονομική
θεωρία του κανονισμού πρέπει να περιλαμβάνει τα παρακάτω:

- Ποιος θα πάρει τα κέρδη και ποιος θα αναλάβει την ευθύνη της ρύθμισης.
- Τον τρόπο και τη φύση της ρυθμιστικής παρέμβασης.
- Το αποτέλεσμα της ρύθμισης και της κατανομής.

Ο Stigler προϋποθέτει ότι η κυβέρνηση έχει μονοπώλιο στο σπάνιο πόρο της
νόμιμης πίεσης και ότι η ζήτηση από επιχειρήσεις την κάνει πολύτιμη. Η ζήτηση για
τον πόρο αυτό προκύπτει από επιχειρήσεις που πιστεύουν ότι μπορούν να τις
χρησιμοποιήσουν για να αυξήσουν τα κέρδη τους με τους παρακάτω τρόπους:

- Επιβολή φόρων σε άλλους και χρήση των διαδικασιών για την εξόντωση
τους.

- Κάνουν την είσοδο παράνομη και εμποδίζουν την είσοδο αυξάνοντας τα
εμπόδια εισόδου σε έναν κλάδο για να μειώσουν τον ανταγωνισμό.

- Θεσμοθετούν νόμους που υποχρεώνουν τους παραγωγούς των
υποκατάστατων προϊόντων και περιορίζουν τον ανταγωνισμό.

- Καθορίζουν τις τιμές για να εξαλείψουν τον ανταγωνισμό της τιμής σε ένα
κλάδο.

Η πολιτική διαδικασία παρέχει κίνητρα για την κυβέρνηση προκειμένου να
νομοθετήσει. Οι πολιτικοί θέλουν να δημιουργήσουν κανονισμούς προκειμένου να
δημιουργήσουν και να διατηρήσουν τη δύναμη αγοράς των επιχειρήσεων. Σε
αντίκρισμα για τη χρήση του πλαισίου για τον περιορισμό του ανταγωνισμού οι
επιχειρήσεις δίνουν στους πολιτικούς ότι χρειάζονται: χρήματα και ψήφους. Ο
Stigler παρατήρησε ότι αυτή η διαδικασία λειτουργεί, ακόμη και αν οδηγεί σε μια
αναποτελεσματική κατανομή πόρων, επειδή τα κέρδη είναι συγκεντρωμένα και
σημαντικά, αλλά τα κόστη είναι μικρά και η διανομή τους διχάζει. Η
αναποτελεσματικότητα είναι δεδομένη γιατί έτσι παρέχονται κέρδη σε λίγους που
έχουν κόστος στους πολλούς.

Η ανάλυση του Stigler παρέχει θεωρητική βάση σε όσους πιστεύουν ότι οι
ρυθμιστές «πιάνονται» από τις εταιρείες που θα έπρεπε να ελέγχουν. Με αντίκρισμα
ψήφους, οικονομικούς πόρους ή μελλοντικές θέσεις εργασίας οι ρυθμιστές
χρησιμοποιούν τη δύναμη τους για να υπηρετήσουν τα συμφέροντα των εταιρειών.
Στο διάγραμμα 11.7 παρατηρούμε διανομή και την αποτελεσματικότητα των
κανονισμών, η οποία μετατρέπει σε μονοπώλιο την ανταγωνιστική αγορά. Η ρύθμιση
σε αυτή την περίπτωση αυξάνει την τιμή από PC σε Pm και αυξάνει την παραγωγή
από QC σε Qm . Οι επιχειρήσεις στον κλάδο έχουν κέρδος από το Πm Η απώλεια
των καταναλωτών συν τη μη αντισταθμιζόμενη απώλεια DWL.

Η ανάλυση του Stigler επεκτάθηκε από τον Posner (1971) ο οποίος
παρατήρησε ότι η μορφή και η ύπαρξη του κανονισμού δεν μπορεί να εξηγηθεί από
την υπόθεση ότι απαιτείται από τον κλάδο. Ο Posner αναφέρει ότι η ρύθμιση
χρησιμοποιείται από τους πολιτικούς για να αναδιανείμουν το εισόδημα. Ρυθμίζοντας
τις τιμές ο Posner παρατηρεί ότι κάποιες ομάδες καταναλωτών πληρώνουν

165

περισσότερο από το κόστος παρέχοντας τους υπηρεσίες καλύτερες από ότι σε
άλλους που πληρώνουν λιγότερο από το κόστος της υπηρεσίας τους. Γενικότερα, η
ρύθμιση δεν χρησιμοποιείται μόνο από πολιτικούς για να κερδίσουν ψήφους
δημιουργώντας και διανέμοντας οικονομικές ροές στις εταιρίες, αλλά και
χρησιμοποιείται για να κερδίσει την υποστήριξη άλλων ομάδων με επιρροή,
περιλαμβάνουν κάποιες ομάδες καταναλωτών και κάποιους συντελεστές
παραγωγής. Παραδοσιακά οι τηλεπικοινωνίες τιμολογούν σε πολλές χώρες μοιάζει
να ταιριάζουν σε αυτό το πρότυπο. Στις τηλεπικοινωνίες υπάρχουν τουλάχιστον
πέντε θυγατρικές υπηρεσίες, υπεραστικές κλήσεις, αστικές κλήσεις, ειδικές
υπηρεσίες, κλήσεις από καταναλωτές με χαμηλή χρήση προς υψηλή κτλ.

Διάγραμμα 11. 7: Αναποτελεσματική ρύθμιση.

Η σύγχρονη προσέγγιση της ύπαρξης της ρύθμισης εστιάζει στο ρόλο της
ατελούς πληροφόρησης και του συναλλακτικού κόστους στην πολιτική διαδικασία για
να εξηγήσει την ύπαρξη ανταγωνισμού. Σε πολλές περιπτώσεις, ούτε ο τρόπος της
ρύθμισης ούτε η λογική της ρύθμισης είναι συμβατή με την αποτυχία της αγοράς. Η
ρύθμιση είναι μια μορφή ευκαιρίας που αναδιανείμει τις ροές σε ομάδες
ενδιαφέροντος, και αν το κάνει αυτό δημιουργεί ανισότητες. Το θεώρημα Coase
αναφέρει ότι η αναποτελεσματική διανομή δεν πρέπει να υπάρχει όταν η
διαπραγμάτευση δεν έχει κόστος. Αν δεν υπάρχει ασύμμετρη πληροφόρηση,
συναλλακτικά κόστη οι συμμετέχοντες θα μπορούν να έχουν μία αποτελεσματική
κατανομή πόρων και να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη από το εμπόριο. Η ρύθμιση

166

μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα την αναδιανομή του εισοδήματος αλλά όχι και την
αναποτελεσματικότητα. Οι ρυθμιστές θα πρέπει πρώτα να μεγιστοποιούν το
συνολικό πλεόνασμα και μετά να αναδιανείμουν. Για παράδειγμα το θεώρημα Coase
ήταν εφαρμόσιμο στη διαδικασία ρύθμισης στο διάγραμμα 11.7 δεν πρέπει να
υπάρχει αναποτελεσματικότητα. Οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις πρέπει να
μεγιστοποιήσουν το πλεόνασμα που είναι διαθέσιμο για διανομή εξασφαλίζοντας ότι
το επίπεδο QC θα πρέπει να παραχθεί ανεξάρτητα από την διανομή του
πλεονάσματος.

Μία θεωρία σχετικά με την πολιτική διαδικασία έχει να κάνει με τη σημασία της
ατελούς πληροφόρησης και του συναλλακτικού κόστους, είναι η εφαρμογή μιας
σχέσης αντιπροσώπευσης ανάμεσα στους πολιτικούς και τους ψηφοφόρους. Στην
πραγματικότητα οι ψηφοφόροι έχουν σαν κριτήριο την δημιουργία πολιτικής
γενικότερα και την ρυθμιστική πολιτική και τα αποτελέσματα της ειδικότερα. Η απειλή
της ήττας στις επόμενες εκλογές παρέχει ένα μηχανισμό για να εξασφαλίσει στον
ψηφοφόρο ότι οι πολιτικοί σέβονται τις επιθυμίες των ψηφοφόρων τους. Ο βαθμός
ανταπόκρισης των πολιτικών στην πραγματικότητα εξαρτάται από 3 παράγοντες:

1. Το βαθμό διαφοροποίησης των επιθυμιών τους σε σχέση με τους
ψηφοφόρους.

2. Την ικανότητα των αρχών να ελέγχουν τους πολιτικούς. Τα κίνητρα ή η
αποτελεσματικότητα του ελέγχου είναι είτε υψηλού κόστους ή
αναποτελεσματική.

3. Η έκταση στην οποία η αρχή μπορεί να συνδυάσει τα συμφέροντα του
πολιτικού με τα δικά της. Αυτό εξαρτάται από τη ύπαρξη απαραίτητων
μηχανισμών και την αποτελεσματικότητα της.

Αν τα συμφέροντα τους διαφέρουν και η κινητοποίηση και ο έλεγχος δεν είναι
τέλεια οι πολιτικοί θα προωθήσουν τα συμφέροντα τους και όχι τα αντίστοιχα των
ψηφοφόρων. Επιπλέον και με βάση τη σημασία της δυνατότητας της αρχής να
τιμωρήσει τον πολιτικό που τα συμφέροντα του είναι διαφορετικά από τις επιθυμίες
των ψηφοφόρων, στο βαθμό που υπάρχει μία σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα
στον πολιτικό και τις αρχές. Με βάση τις συνθήκες αυτές ο πολιτικός θα έχει το
κίνητρο να βοηθήσει μια μικρή μερίδα ψηφοφόρων σε βάρος του συνόλου.

Από την άλλη μεριά, υπάρχουν τρείς απόψεις που επηρεάζουν την ικανότητα
και τα κίνητρα των ψηφοφόρων προκειμένου να επηρεάσουν τους ανεξάρτητους
ψηφοφόρους να ελέγξουν τους πολιτικούς.

1. Οι ψηφοφόροι είναι ουσιαστικά αδύναμοι. Ένας ψηφοφόρος δεν έχει παρά
μία ψήφο και είναι πιθανό να είναι σχεδόν ασήμαντη. Ακόμα και αν η
ψήφος του είναι οριακή για τη νίκη, είναι αδύνατον να το γνωρίζει πριν
ψηφίσει.

2. Οι πολιτικοί είναι ένα μίγμα πολιτικών θέσεων και αντίστοιχων
προσωπικών φιλοδοξιών. Είναι αδύνατον για τους ψηφοφόρους να
εκφράσουν την άποψη τους σε ανεξάρτητα θέματα. Είναι πιο πιθανό να
αποδεχθούν ή να απορρίψουν μια συνολική πλατφόρμα ενός κόμματος ή
υποψηφίου.

3. Είναι πολλές φορές ακριβό και δύσκολο να εξηγήσει κάποιος ποιος είναι
υπεύθυνος για τη ρύθμιση. Τα αποτελέσματα της ρύθμισης εξαρτώνται
από τις αποφάσεις που παίρνονται και τις ενέργειες που γίνονται από
διάφορους πολιτικούς, τη γραφειοκρατία, τα δικαστήρια και εξωγενείς
παράγοντες.

Όλα αυτά συντελούν στο να μειώνουν τα κέρδη του ψηφοφόρου και να
μειώσουν την προσεκτική κρίση του. Τα κόστη είναι υψηλά και τα αναμενόμενα

167

κέρδη πολύ χαμηλά. Δημιουργούν όμως κίνητρα για τους ανεξάρτητους με κοινά
ενδιαφέροντα προκειμένου να δημιουργήσουν οργανωμένες ομάδες. Αυτοί οι όμιλοι
θα χρηματοδοτούν δράσεις ελέγχου, πληροφόρησης και επιρροής πολιτικής που
μετακινούν ψηφοφόρους και πόρους στα μέλη τους. Με τον τρόπο αυτό οι
ψηφοφόροι μετριάζουν τις αδυναμίες τους και δρουν υπεύθυνα. Η δυνατότητα
κοινών ψηφοφόρων να συνασπιστούν εξαρτάται από τα συναλλακτικά κόστη της
οργάνωσης και της δημιουργίας της συλλογικής πεποίθησης, καθώς και με το
πρόβλημα των δωρεάν επιβατών. Η αποτελεσματικότητα της οργάνωσης εξαρτάται
από την ικανότητα του να παίρνει χρήματα από τα μέλη της και πιο συγκεκριμένα
την ικανότητα της να παίρνουν χρήματα από τη διάθεση των μελών της για την
αντιπροσώπευση τους .

Η διάθεση της πληρωμής για εκπροσώπηση εξαρτάται πιθανότατα από τη
διάθεση των μελών της για την αύξηση της ευημερίας τους. Η δωρεάν χρήση
συμβαίνει όταν τα κέρδη της εισόδου και της συμμετοχής στην οργάνωση δεν
ανήκουν αποκλειστικά σε αυτούς που αναλαμβάνουν το κόστος. Αν υπάρχουν
θετικές εξωτερικότητες τότε οι ιδιώτες θα πρέπει να έχουν κίνητρα να αφήσουν τους
άλλους να αναλάβουν τα κόστη και να απολαύσουν δωρεάν τα κέρδη. Τα κίνητρα της
δωρεάν επιβίβασης μπορούν να εφαρμοστούν στον καθένα, αλλά τα κίνητρα μπορεί
να οδηγήσουν μέλη να πληρώσουν.

Το συναλλακτικό κόστος είναι πιθανότατα χαμηλότερο για μικρές οργανώσεις
με υψηλότερο κατά κεφαλή εισόδημα και σχετικά όμοιες πεποιθήσεις, από ότι σε
αντίστοιχες μεγάλες οργανώσεις με χαμηλό εισόδημα και με λιγότερους μηχανισμούς
αποφυγής των δωρεάν επιβατών. Οι ομάδες που έχουν οργανωθεί έχουν και ένα
τρίτο πλεονέκτημα σε σχέση με πιθανές ανοργάνωτες. Η πληροφόρηση τους θα είναι
καλύτερη αφού έχουν αναπτύξει πολιτική ελέγχου και την ανάπτυξη μηχανισμών
όπως συμβαίνουν και καταλαβαίνουν τη διαδικασία δημιουργίας ρυθμίσεων και
ειδικότερα ποιος είναι υπεύθυνος και ποιος έχει τη δύναμη. Οι ανοργάνωτες ομάδες
δεν μπορούν να εντοπίσουν πιθανές αλλαγές πολιτικής και τους τρόπους που τους
επηρεάζουν μέχρι να είναι πολύ αργά και να έχουν δυσκολίες στον καθορισμό του
ποιος είναι υπεύθυνος για αυτή την αλλαγή. Οι ομάδες είναι ευνοημένες στη
διαδικασία ρυθμίσεων, και τις πολιτικές διαδικασίες γενικότερα λόγω του
ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος που έχουν οι οργανώσεις, οι εμπορικοί σύνδεσμοι,
οι μεγάλες εταιρείες, κοινωνικοί και θρησκευτικοί οργανισμοί κα κυβερνήσεις.

Τα σχετικά κόστη της οργάνωσης σε διαφορετικές ομάδες έχει σημασία επειδή
τα συναλλακτικά κόστη των αποτελεσματικών οργανισμών ορίζουν την έκταση στην
οποία τα κόστη μπορούν να επιβληθούν στην ομάδα. Εναλλακτικά, Το κόστος του
οργανισμού ορίζει το ελάχιστο που μπορεί να περιμένει η οργάνωση από τη
συλλογική οργάνωση και τις συμβουλές σε σχέση με τις αλλαγές στις ρυθμίσεις. Με
άλλα λόγια δεν αναλαμβάνουν το κόστος της οργάνωσης αν δεν απαιτούν
περισσότερα αποτελέσματα. Αυτό σημαίνει ότι οι ρυθμίσεις και οι αποφάσεις
μπορούν να ξεφύγουν από την αρχή της αποτελεσματικότητας. Οι οργανώσεις με
λίγα κεφάλαια και υψηλή διάθεση για πληρωμή, είναι πολύ πιθανό να μπορούν να
επηρεάσουν τη ρύθμιση με τέτοιο τρόπο ώστε να προκαλέσουν κόστη στους άλλους
που είναι υψηλότερα από τα αντίστοιχα κέρδη τους. Η πολιτική αυτή θα
δημιουργήσει πλεονάσματα ή ροές προερχόμενα από μη οργανωμένες ομάδες.

Ο Noll (1989) τονίζει ότι μια εκτίμηση της σχέσης μεταξύ των αρχών και των
επιχειρήσεων και της φύσης της ρύθμισης και δίνει τρεις γενικές προβλέψεις σχετικά
με το τι ποιός και πώς θα ρυθμίσει:

1. Οι επιχειρήσεις και οι προμηθευτές τους, ειδικά η ανοργάνωτη εργασία, θα
είναι ενεργές σε σχέση με τις αποφάσεις που τους αφορούν. Αυτό
σημαίνει ότι οι ρυθμίσεις δημιουργούν και συντηρούν ένα μονοπώλιο
εσόδων και ότι αυτές οι ροές θα μοιραστούν μεταξύ της εταιρείας, της
διοίκησης και των εργαζομένων. Επιπλέον, οι καταναλωτικές οργανώσεις
με χαμηλά οργανωτικά κόστη θα αντικατασταθούν από οργανώσεις
υψηλότερου κόστους. Η εφαρμογή μιας τέτοιας ρύθμισης έχει σαν
αποτέλεσμα πιθανοί ανταγωνιστές να αντιμετωπίσουν οικονομικά
προβλήματα. Τα έσοδα που μοιράζονται με την εργασία και τους άλλους

168

συντελεστές παραγωγής και η αντικατάσταση αυτή θα οδηγήσει σε
υψηλότερη δομή κόστους.

2. Η ρύθμιση προκαλεί ανισότητες και αποκλεισμούς σε βάρος νέων
επιχειρήσεων. Η είσοδος μειώνει πιθανές εισόδους και οι νέες επιχειρήσεις
έχουν περιορισμένη πρόσβαση στα κέντρα των αποφάσεων. Οι
οργανωμένοι καταναλωτές μπορούν να κερδίσουν από αυτή τη
διαδικασία, τυπικά μέσα από την αντικατάσταση πιθανών προϊόντων που
δεν ανήκουν στη ρύθμιση, και θα αντισταθούν στην είσοδο τους αν
σημαίνει μείωση του κέρδους τους. Αυτό μπορεί να συμβεί ακόμα και αν η
αγορά λειτουργεί ανταγωνιστικά για όλους τους καταναλωτές.

3. Η έκσταση στην οποία η ρύθμιση και οι αποφάσεις που σχετίζονται με
αυτή είναι μακριά από τις αποτελεσματικές κατανομές εξαρτάται από την
ανάγκη δημιουργίας και αναδιανομής εσόδων σε οργανώσεις. Γενικά, οι
οργανώσεις αυτές επιθυμούν να μεγιστοποιήσουν τα πιθανά έσοδα από
την αναδιανομή. Η έκταση στην οποία οι αποκλίσεις από την
αποτελεσματικότητα είναι πιθανές εξαρτάται από τα κόστη που
επιβάλλονται σε ανοργάνωτες ομάδες. Όσο το αποτέλεσμα της
ισορροπίας μετακινείται από την αποτελεσματική κατανομή, το κόστος
που επιβάλλεται αυξάνεται και η μη αντισταθμιζόμενη απώλεια
δημιουργείται από την απώλεια της παραγωγής είναι μεγαλύτερη από την
παραγωγή σε αποτελεσματικό επίπεδο.

Η ανάλυση αυτή εφαρμόζεται στο να κατανοήσουμε γιατί ένας κλάδος είναι
ρυθμισμένος και τις δυνάμεις που συντελούν στην απορρύθμιση του. Ο Becker
(1983) περιγράφει την αποτυχία της αγοράς που δημιουργεί μια ευκαιρία για πιθανή
ρύθμιση χωρίς να δημιουργεί και το αντίστοιχο κόστος στους συμμετέχοντες. Για να
εξηγήσει χρησιμοποιεί την ύπαρξη της ρύθμισης, την οικονομική θεωρία, και την
κανονιστική ανάλυση των ρυθμίσεων. Η απορρύθμιση εξηγείται σαν αποτέλεσμα
των αλλαγών που μειώνουν την έκταση του πλούτου που πρέπει να αναδιανεμηθεί
σε αλλαγές του κόστους της οργάνωσης και την αδυναμία της ρύθμισης να
δημιουργήσει και να αναδιανείμει τα έσοδα της αποτελεσματικά.

- Μειώσεις στο υπάρχον πλεόνασμα: Τα υπάρχοντα πλεονάσματα μειώνονται
λόγω αύξησης τιμών ή μείωσης της ζήτησης. Υποθέστε ότι το οριακό
κόστος αυξάνεται. Στην απουσία ανταπόκρισης από το ρυθμιστή, η
μείωση στο πλεόνασμα φαίνεται στα μειωμένα κέρδη των επιχειρήσεων.
Για να διατηρήσει την πολιτικά ορθή κατανομή των εσόδων ο Peltzman
προτείνει ο ρυθμιστής να αναλάβει μέρος της αλλαγής του κόστους
αυξάνοντας τις τιμές λιγότερο από την αλλαγή του κόστους. Η μείωση στα
έσοδα μοιράζεται με τον τρόπο αυτό ανάμεσα σε καταναλωτές και
παραγωγούς. Η μείωση στα έσοδα μειώνει αντίστοιχα και το κίνητρο των
παραγωγών να πιέσουν για συνεχή ρύθμιση. Η αύξηση στην τιμή αυξάνει
το κίνητρο των καταναλωτών να υποστηρίξουν την απορρύθμιση. Οι
παραγωγοί και οι καταναλωτές προτείνουν λιγότερα πολιτικά κέρδη από
την συνεχή ρύθμιση. Υποθέστε ότι η αύξηση του κόστους έχει απόδοση
στη ρύθμιση. Αν ο κλάδος είναι δομημένος ανταγωνιστικά, τότε οι μειώσεις
του κόστους και της μη αντισταθμιζόμενης απώλειας συνδέονται με
αναποτελεσματική τιμολόγηση και παρέχουν σημαντικά πολιτικά κέρδη
στην απορρύθμιση.

- Μείωση στα κόστη του οργανισμού: Οι τεχνολογικές αλλαγές και η αύξηση
του αποτελέσματος μπορεί να μειώσει το αποτελεσματικό κόστος της
δημιουργίας οργανώσεων, οδηγώντας στην δημιουργία πολλών
οργανώσεων. Τόσοι πολλοί παίχτες σε μία αγορά οδηγούν στη δημιουργία
απορρυθμιστικών δομών κάνοντας τη δημιουργία εσόδων και την
αναδιανομή τους περίπλοκη και κάποιους οργανισμούς στο να
καταλάβουν ότι τα έσοδα δεν καλύπτουν τα κόστη τους και την
αποτελεσματική τους αντιπροσώπευση, και οι αντίθετα οδηγούν σε
απορρύθμιση.

169

- Αδυναμία ρύθμισης: Είναι η περίπτωση στην οποία η διανομή των εσόδων
από την αγορά είναι απορρυθμισμένη και σχετίζεται με την βέλτιστη
πολιτική, μειώνοντας την ανάγκη για την επιβολή ρυθμιστικού κόστους.

170

Κεφάλαιο 12ο
άριστη τιμολόγηση

στο φυσικό
μονοπώλιο

171

172

12.1 Αποτελεσματική

τιμολόγηση ενός προϊόντος

φυσικού μονοπωλίου.

Πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν ως άριστες τις τιμές που μεγιστοποιούν το
συνολικό πλεόνασμα. Η αλλιώς η τιμή θα πρέπει να είναι ίση με το οριακό κόστος και
η προσφορά. Αλλά σε περιπτώσεις φυσικών μονοπωλίων, η τιμολόγηση στο ύψος
του οριακού κόστους δεν επιτρέπει στην επιχείρηση να καλύψει το συνολικό της
κόστος. Όταν δεν υπάρχει υποκατάστατο προϊόν, ποιά είναι η αποτελεσματική
τιμολόγηση;

Αν είχαμε μία επιχείρηση παροχής νερού – αποχέτευσης που λειτουργεί ως
φυσικό μονοπώλιο και προσπαθούσαμε να βρούμε την αποτελεσματική της τιμή θα
έπρεπε να εξετάσουμε τα παρακάτω:

_ Την αξία του νερού ανάλογα με τη χρήση – βιομηχανική, οικιακή, εμπορική
και γεωργική- και στοιχεία για τους αντίστοιχους καταναλωτές.

- Την εποχική ζήτηση για νερό. Τυπικά είναι μεγαλύτερη το καλοκαίρι όταν η
παραγωγή είναι στο χαμηλότερο σημείο της.

- Την ζήτηση μέσα σε κάθε εποχή, όταν η προσφορά και η ζήτηση είναι
τυχαία.

- Η μέτρηση της κατανάλωσης είναι πιθανή μέσω μετρητών που μπορεί όμως
να είναι ακριβοί και να απαιτούν μεγάλα κόστη συντήρησης.

Στο κεφάλαιο αυτό θα εξετάσουμε πιθανές αποτελεσματικές ή άριστες
τιμολογήσεις όταν η αγορά είναι ελεγχόμενη. Η βασική υπόθεση στην ανάλυση μας
είναι ότι ο ρυθμιστής έχει πλήρη πληροφόρηση ειδικά για το κόστος της επιχείρησης
και την προσπάθεια ελαχιστοποίησης του από την επιχείρηση. Ποια θα είναι η
καλύτερη και ποια η δεύτερη καλύτερη τιμολόγηση για το μονοπώλιο που παράγει
ένα ή πολλά προϊόντα; Η τιμολόγηση κατά Ramsey (δεύτερη καλύτερη λύση)
μεγιστοποιεί το συνολικό πλεόνασμα στο νεκρό σημείο. Στη συνέχεια
παρουσιάζουμε την ευέλικτη τιμολόγηση που αλλάζει με βάση το χρόνο και τη
δεδομένη παραγωγή που προσαρμόζεται στις αλλαγές της ζήτησης. Στα συστήματα
αυτά η τιμολόγηση είναι ενιαία και όλοι οι πελάτες έχουν την ίδια τιμολόγηση στην
ίδια περίοδο.

Τι τιμή θα μπορούσε η εταιρεία υδάτων να χρεώσει ένα ποτήρι νερό; Η
αποτελεσματική τιμή είναι ίση με το οριακό κόστος. Η τιμολόγηση στο οριακό κόστος
μεγιστοποιεί το συνολικό πλεόνασμα. Όταν το φυσικό μονοπώλιο είναι αδύναμο, η
οριακή τιμολόγηση δεν θα είναι ελλειμματική για την εταιρεία. Ένα παράδειγμα
φυσικού μονοπωλίου με κέρδη παρουσιάζεται στο διάγραμμα 12.1 Ενώ η τεχνολογία
χαρακτηρίζεται από εκτεταμένες οικονομίες κλίμακας, η επιχείρηση εξισώνει την τιμή
με το οριακό κόστος και ισορροπεί την αγορά, παράγει σε ένα σημείο όπου έχουν

173

ξεκινήσει οι αντιοικονομίες κλίμακας και το οριακό κόστος είναι πάνω από το μέσο
κόστος. Η καλύτερη λύση είναι στο συνδυασμό QS και PS .

Η εναλλακτική περίπτωση στην οποία η επιχείρηση είναι ισχυρό φυσικό
μονοπώλιο παρουσιάζεται στο 12.2 Στην περίπτωση αυτή υπάρχουν παγκόσμιες
οικονομίες κλίμακας και η τιμολόγηση στο οριακό κόστος θα έχει σαν αποτέλεσμα η
επιχείρηση να παρουσιάσει ζημιές (a + b + c). Επομένως η επιχείρηση δεν θέλει να
τιμολογήσει στο QS, εκτός αν υπάρχει μη γραμμική τιμολόγηση. Ενώ η εταιρεία
μπορεί αν θέλει να τιμολογήσει στο PS βραχυχρόνια και μακροχρόνια. Η διάσταση
αυτή ανάμεσα στην οικονομική αποτελεσματικότητα και την συλλογή εσόδων είναι το
μεγαλύτερο πιθανότατα πρόβλημα που σχετίζεται με την τιμολόγηση στα φυσικά
μονοπώλια.

Διάγραμμα 12.1: Κερδοφόρα τιμολόγηση οριακού κόστους από έναν φυσικό μονοπωλητή.

174

Διάγραμμα 12.2: Τιμολόγηση Ramsey

Το δεύτερο καλύτερο αποτέλεσμα ορίζεται σαν την τιμή που μεγιστοποιεί το
συνολικό πλεόνασμα σε επίπεδο τουλάχιστον πάνω στο νεκρό σημείο. Οι τιμές και οι
ποσότητες λέγονται τιμές Ramsey. Στο διάγραμμα 12.2 παρουσιάζονται στο σημείο
PR και QR . Για τον παραγωγό ενός προϊόντος η τιμολόγηση Ramsey, έχει σαν στόχο
της εύρεση της τιμής που είναι πιο κοντά στο οριακό κόστος και επιτρέπει στην
εταιρεία να έχει κέρδη. Αυτά συμβαίνουν όταν η τιμή είναι ίση με το μέσο κόστος και
η αγορά σε ισορροπία. Αν η τιμή ήταν κάτω από το PR τότε η επιχείρηση βρίσκεται
κάτω από το οριακό της κόστος και χάνεται η προϋπόθεση ύπαρξης του νεκρού
σημείου. Αν η τιμή είναι υψηλότερη από την PR τότε η μη αντισταθμιζόμενη απώλεια
θα αυξηθεί αφού τα κέρδη θα είναι περισσότερα από την απώλεια των καταναλωτών.
Στην τιμή PR η μη αντισταθμιζόμενη απώλεια είναι ίση με την περιοχή e + b. Αφού
δεν είναι ίσο με το μηδέν το καλύτερο αποτέλεσμα δίνεται στο επίπεδο QS, οι τιμές
Ramsey είναι η δεύτερη καλύτερη λύση.

Η έκταση στην οποία η δεύτερη καλύτερη λύση είναι ανέφικτη εξαρτάται από
δύο παράγοντες: Τη διαφορά οριακού και μέσου κόστους και την ελαστικότητα
ζήτησης. Αν οι οικονομίες κλίμακας είναι εκτεταμένες, το οριακό κόστος και η
αναποτελεσματικότητα θα επηρεάζουν σημαντικά την τιμολόγηση Ramsey. Από την
άλλη αν οι οικονομίες κλίμακας δεν είναι τόσο σημαντικές, τότε το μέσο και το οριακό
κόστος είναι ίδια και η μη αντισταθμιζόμενη απώλεια που συνδέεται με την
τιμολόγηση είναι χαμηλή. Αν η ζήτηση είναι ελαστική, τότε η μείωση της ζητούμενης
ποσότητας από πιθανή αύξηση της τιμής θα είναι μεγαλύτερη από την περίπτωση
που η ζήτηση είναι ανελαστική.

175

12.2 Φυσικό μονοπώλιο με

πολλά προϊόντα

Είναι συνήθης η περίπτωση στην οποία το πρόβλημα της τιμολόγησης για
έναν φυσικό μονοπωλητή περιλαμβάνει πολλά προϊόντα. Τα προϊόντα πολλών
εταιρειών κοινής ωφέλειας διαφοροποιούνται ανάλογα με το εισόδημα, τη
γεωγραφική θέση και το χρόνο παράδοσης. Η παροχή ρεύματος στις 6 το απόγευμα
έχει διαφορετική τιμή από ότι στις 6 το πρωί. Η ελαστικότητα ζήτησης των οικιακών
καταναλωτών φυσικού αερίου είναι μικρότερη από την αντίστοιχη των εταιρειών που
μπορούν να αλλάξουν εταιρεία και να διαπραγματευτούν πολύ πιο εύκολα με τις
εταιρείες παροχής. Επιπλέον, οι τιμές των προϊόντων διαφοροποιούνται από
περιοχή σε περιοχή ή δίνονται εκπτώσεις σε κοινωνικές ομάδες με χαμηλό εισόδημα.
Η ύπαρξη οικονομιών κλίμακας και οικονομιών σκοπού συχνά συμβαίνει όταν όλα τα
σχετικά προϊόντα προσφέρονται στο οριακό κόστος και η επιχείρηση θα έχει ζημίες.
Με πολλά διαφορετικά προϊόντα υπάρχουν πολλές διαφορετικές τιμές που μπορούν
να δημιουργήσουν κέρδη στην επιχείρηση. Ποια πιθανότητα από τις παραπάνω είναι
η πιο εφικτή;

Οι οικονομίες σκοπού προκύπτουν από την ύπαρξη κοινών πόρων, των
εισροών δηλαδή που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή
περισσότερου από ένα προϊόντων της εταιρείας. Το ίδιο εργοστάσιο θα
χρησιμοποιήσει η εταιρεία ηλεκτρισμού για να παράγει ρεύμα στις 6 το απόγευμα και
στις 6 το πρωί. Οι οπτικές ίνες μιας εταιρείας υποδομών τηλεφωνίας
χρησιμοποιούνται για τις κλήσεις τηλεφώνου και το ευρυζωνικό internet. Οι κοινοί ή
μοιραζόμενοι πόροι δεν αποδίδονται ή προκαλούνται από κανένα προϊόν. Για να
δούμε τη φύση του προβλήματος θα πρέπει να που εμφανίζεται στα σταθερά κοινά
κόστη, θα πρέπει να εξετάσουμε την περίπτωση μίας ηλεκτρογεννήτριας που
λειτουργεί με φυσικό αέριο. Η παραγωγή θα μπορούσε να δίνεται από την εξίσωση:

TC = FC + C1Q1 + C2Q2

Όπου Q1 είναι η παραγωγή ρεύματος την ημέρα και Q2 τη νύχτα και τα C1 C2
αντίστοιχα τα αντίστοιχα κόστη αερίου. Το σταθερό κόστος FC είναι το ίδιο και για τις
δύο περιόδους και δεν μπορούν να αποφευχθούν ακόμα και δεν παράγει η
επιχείρηση. Τα μεταβλητά κόστη μπορούν να αποφευχθούν μόνο αν το προϊόν δεν
παραχθεί. Όμως, αν και τα δύο προϊόντα παραχθούν τότε το κόστος δεν
μεταβιβάζεται και δεν δημιουργείται από ένα προϊόν αλλά και από τα δύο. Ως
συνήθως η βέλτιστη λύση είναι η οριακή τιμολόγηση (P1 = C1) και (P2 = C2) . Στις
τιμές αυτές η επιχείρηση δεν θα καλύψει τα σταθερά της έξοδα και οι ζημίες θα είναι
ίσες με το σταθερό της κόστος. Αν υπάρχουν πολλές τιμολογήσεις τότε η επιχείρηση
θα πετύχει τουλάχιστον το νεκρό της σημείο. Ο ρυθμιστής μπορεί να αυξήσει την τιμή
ρεύματος την ημέρα προκειμένου η επιχείρηση να καλύψει όλα τα σταθερά της
κόστη και να τιμολογήσει τη βραδινή κατανάλωση στο οριακό κόστος. Αν βραδινή
τιμολόγηση καλύπτει όλα τα σταθερά κόστη τότε τιμολογεί και την ημερήσια
κατανάλωση οριακά. Μπορεί επίσης να τιμολογήσει και τις δύο χρεώσεις πάνω από
το οριακό κόστος, κατανέμοντας το σταθερό κόστος και στα δύο προϊόντα.

Η δεύτερη καλύτερη τιμολόγηση όπως και στην περίπτωση του ενός
προϊόντος θα μεγιστοποιήσει το συνολικό πλεόνασμα τουλάχιστον στο νεκρό σημείο.

176

Αρχίζοντας από την καλύτερη τιμολόγηση όπου η τιμή είναι ίση με το οριακό κόστος,
το αποτέλεσμα της αύξησης της τιμής είναι διττό.

- Αυξημένη κερδοφορία: Από τη μια η αύξηση των τιμών πάνω από το οριακό
κόστος δημιουργεί κέρδος μου καλύπτει τις ζημίες της επιχείρησης.

- Μη αντισταθμιζόμενη απώλεια: Δημιουργείται από την αύξηση των τιμών.

Η δεύτερη καλύτερη τιμολόγηση θα απομακρύνει την ανάγκη γι α την αύξηση
του κέρδους και θα μειώσει τις ζημίες που προκαλούνται από την
αναποτελεσματικότητα που δημιουργείται από την αύξηση της τιμής πάνω από το
οριακό κόστος.

Η φύση της τιμολόγησης Ramsey έχει να κάνει με την ανεξάρτητη ζήτηση
μεταξύ των προϊόντων του μονοπωλητή. Ο κανόνας απαιτεί οι ελαστικότητες μνα
είναι αντίρροπες προκειμένου να φτάνουμε και πάλι στο αποτέλεσμα της καλύτερης
τιμολόγησης. Με τον τρόπο αυτό υπάρχει ουσιαστικά ανταλλαγή ανάμεσα στην
αποτελεσματικότητα και στην τιμολόγηση πάνω από το οριακό κόστος. Τα
αποτελέσματα από την αύξηση αυτή είναι διττά: Μεταφέρει πλεόνασμα από τους
καταναλωτές στην επιχείρηση και δημιουργεί μη αντισταθμιζόμενες απώλειες αφού
η αύξηση στην τιμή θα οδηγήσει τους καταναλωτές στο να μειώσουν τη ζήτηση. Η
μείωση αυτή θα έχει αντίκτυπο ανάλογα με την κλίση της καμπύλης ελαστικότητας
ζήτησης.

Τα δύο προϊόντα που παρουσιάζουμε στο διάγραμμα 12.3 έχουν το ίδιο

οριακό κόστος και αντίστοιχα P = MC . Η ζήτηση για το προϊόν 1

είναι σχετικά ελαστική σε σχέση με τη ζήτηση του προϊόντος 2. Αυτό έχει ως
αποτέλεσμα η αύξηση της τιμής και στα δύο προϊόντα σε Πα να έχει διαφορετικά

αποτελέσματα. Σε σχέση με την αγορά του 2 η αγορά του 1 χάνει τα περισσότερα

κέρδη της αφού η αύξηση της μη αντισταθμιζόμενης απώλειας είναι μεγαλύτερη από

την αύξηση στα κέρδη της επιχείρησης. Ο λόγος για την διαφορά αυτή στα δύο

τρίγωνα από την αύξηση της τιμής έχει να κάνει με την ελαστικότητα της ζήτησης. Για

την ίδια αύξηση σε σχέση με το οριακό κόστος, το χαμένο πλεόνασμα είναι

μεγαλύτερο και τα οφέλη ( αύξηση των κερδών) είναι μικρότερα στην σχετικά

ελαστικότερη αγορά 1. Σαν αποτέλεσμα έχει λιγότερο κόστος να χρηματοδοτηθεί το

αυξημένο έσοδο της εταιρείας στην αγορά 2 από το να γίνει η αντίστοιχη στην αγορά

1.

Διάγραμμα 12.3: Τιμολόγηση δύο προϊόντων κατά Ramsey
177

Αν η τιμολόγηση των δύο προϊόντων είναι δεν ανεξάρτητη αλλά τα προϊόντα
έχουν σχέση μεταξύ τους τότε χρησιμοποιούνται οι σταυροειδείς ελαστικότητες.
Όταν τα αγαθά είναι συμπληρωματικά τότε η σταυροειδής ελαστικότητα είναι θετική,
όταν είναι υποκατάστατα, τότε η σταυροειδής ελαστικότητα είναι αρνητική.

- Υποκατάστατα. Αν τα δύο προϊόντα είναι υποκατάστατα, τότε η τιμή του
οριακού κόστους περιλαμβάνει ζημίες και δεν προσεγγίζει το νεκρό
σημείο. Η τιμή και των δύο προϊόντων πρέπει να ξεπερνά το οριακό
κόστος. Η πιθανή αύξηση της τιμής θα αυξάνει την ζήτηση του άλλου
προϊόντος και με τον τρόπο αυτό φτάνουμε σε μια ισορροπία όπου η τιμή
είναι ίση με το οριακό κόστος.

- Συμπληρωματικά: Όταν δύο αγαθά είναι συμπληρωματικά, τότε η τιμή ενός
προϊόντος μπορεί να είναι κάτω από το οριακό κόστος δεδομένου ότι η
σταυροειδής ελαστικότητα είναι σημαντική. Η αύξηση της ζήτησης και
επομένως το πλεόνασμα της ζήτησης για το άλλο αγαθό εγγυάται
αρνητικό πλεόνασμα του προϊόντος που τιμολογείται κάτω από το οριακό
κόστος.

Η τιμολόγηση κατά Ramsey προσφέρει σημαντική βάση για τους ρυθμιστές
που τιμολογούν με βάση μεγιστοποίηση της ευημερίας. Οι ιδιότητες της
αποτελεσματικότητας την κάνουν δημοφιλή. Πώς όμως ο ρυθμιστής μπορεί να
τιμολογήσει τα προϊόντα ενός φυσικού μονοπωλίου; Πιθανή ενιαία τιμολόγηση θα
είναι τιμολόγηση Ramsey. Οι δυσκολίες οδήγησαν κάποιους στο να πουν ότι η
θεωρία είναι μη εφαρμόσιμη και ότι δεν έχει πρακτική βάση. Φυσικά, αν η ρύθμιση
γίνεται αποδεκτή μόνο λόγω ενδιαφέροντος για την αποτελεσματικότητα, θα χάσει
την ουσία της ευημερίας. Τα βασικά προβλήματα της εφαρμογής της τιμολόγησης
του Ramsey είναι:

1. Απαιτούμενη πληροφορία: Τα δεδομένα που είναι απαραίτητα για να
οριστεί η τιμή κατά Ramsey, είναι πάρα πολλά και αφορούν δεδομένα
κόστους, ζήτησης των ρυθμιζόμενων προϊόντων. Οι πληροφορίες αυτές
μπορεί να μην είναι διαθέσιμες στο ρυθμιστή και να απαιτείται σημαντικό
κόστος για την απόκτηση τους. Ένας πιθανός συμβιβασμός έχει να κάνει
με την τιμολόγηση στο οριακό κόστος και να υποθέτουμε ότι συμβαίνει το
ίδιο με όλες τις τιμές των εισροών . Η τιμή του τελικού προϊόντος είναι ίση
με τα οριακά κόστη των εισροών επί το συντελεστή βαρύτητας που έχουν
στο τελικό προϊόν. Ο συντελεστής είναι ίδιος για όλα τα τελικά προϊόντα
της εταιρείας και αντίστοιχα ορίζεται από τη συνεισφορά τους στο
ενεργητικό της επιχείρησης.

2. Ασύμμετρη πληροφορία: Η πιο πιθανή πηγή πληροφόρησης για το
ρυθμιστή είναι η ίδια η εταιρεία. Η πληροφόρηση που δίνει είναι φυσικό να
επηρεάζεται από τη στρατηγική της. Αν η επιχείρηση γνωρίζει ότι ο
ρυθμιστής θα χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες για να καθορίσει την τιμή
τότε μπορεί να δώσει τις καλύτερες δυνατές για αυτή πληροφορίες στον
ρυθμιστή.

3. Έκταση της ρύθμισης: Η εφαρμογή της τιμολόγησης Ramsey, εξαρτάται
από την έκταση της ρύθμισης. Υποθέσαμε αρχικά ότι η εταιρεία ήταν
μονοπωλητής σε όλες τις αγορές. Αλλά μπορεί σε κάποιες αγορές να έχει
ανταγωνιστές με ατελή υποκατάστατα. Για παράδειγμα μια ρυθμιζόμενη
αγορά σιδηροδρόμων αντιμετωπίζει εσωτερικό ανταγωνισμό από τα
φορτηγά στην αγορά μεταφορών. Σε αυτές τις συνθήκες ο κανόνας του
Ramsey Θα ισχύει μόνο για το μονοπωλητή ή μόνο για τους ανταγωνιστές
του. Χωρίς να υπάρχουν ασυμμετρίες στις πληροφορίες ή κόστος
συναλλαγών είναι σωστό να ρυθμίσει κάποιος όχι μόνο τη βασική αγορά
(σιδηρόδρομοι) αλλά και τα υποκατάστατα της ακόμα και αν δεν είναι

178

φυσικά μονοπώλια. Υπάρχει και η τρίτη καλύτερη λύση. Να τιμολογήσει
κάποιος με δίλλημα σχετικά με το αν θα πρέπει να ρυθμίσει το φυσικό
μονοπωλητή και να αφήσει τα υποκατάστατα ελεύθερη ή να ρυθμίσει και
τις αγορές των συμπληρωματικών προϊόντων. Οι κανόνες Ramsey είναι
πιο πολύπλοκοι όταν υπάρχει ανταγωνισμός από ατελή υποκατάστατα και
απαιτούν όπως είναι φυσικό μεγαλύτερη πληροφόρηση.

4. Θεωρία της καλύτερης δεύτερης λύσης: Οι τιμές Ramsey είναι άριστες αν
δεν υπάρχουν αποτυχίες σε άλλο τομέα της οικονομίας. Αυτό απαιτεί ότι
θα υπάρχουν πλήρεις αγορές με τις τιμές να είναι ίσες με τα οριακά κόστη
και αντίστοιχα δεν υπάρχουν εξωτερικότητες. Αν αυτές οι προϋποθέσεις
δεν ισχύουν τότε η τιμολόγηση Ramsey θα είναι πάντα η δεύτερη
καλύτερη λύση. Αυτή είναι μία εφαρμογή της γενικής πρότασης του
προβλήματος της δεύτερης λύσης διορθώνοντας μία αποτυχία της
αγοράς μετακινώντας το οριακό κόστος στην τιμή δεν μπορεί να είναι
αποτελεσματικό όταν υπάρχουν άλλες αποτυχημένες αγορές. Αν άλλες
ατέλειες υπάρχουν τότε ο ρυθμιστής που ενδιαφέρεται για την
αποτελεσματικότητα της αγοράς θα πρέπει να μελετήσει τις αγορές που
σχετίζονται με το μονοπώλιο που πρέπει να ρυθμίσει και έχουν ατέλειες.
Είναι προφανές ότι ανακινείται το πρόβλημα της ασύμμετρης
πληροφόρησης και της σωστής κατά Ramsey τιμολόγησης. Σημαίνει
επίσης ότι η παρέμβαση που βασίζεται στην ελαστικότητα οδηγεί σε
τιμολογήσεις που κάνουν την κατανομή χειρότερη. Όμως υπάρχουν
περιπτώσεις η εταιρεία που ρυθμίζεται δεν συνδέεται στενά με άλλους
τομείς της οικονομίας μέσω ελαστικοτήτων ζήτησης και προσφοράς και το
πρόβλημα δεν υφίσταται.

5. Ζητήματα διανομής: Η τιμολόγηση Ramsey βασίζονται στη μεγιστοποίηση
του συνολικού πλεονάσματος. Σαν αποτέλεσμα η τιμολόγηση Ramsey δεν
είναι μια βελτίωση Pareto αλλά πιθανή βελτίωση: Οι νικητές μπορούν
θεωρητικά να υποκαταστήσουν τους χαμένους αλλά πρακτικά αυτό μπορεί
και να μην ισχύει. Ο ρυθμιστής μπορεί να μην έχει την εξουσία ή τα
όργανα για να εφαρμόσει ένα σύστημα φόρων και επιδοτήσεων που θα
αναδιανείμουν το αποτέλεσμα ώστε να αποζημιώσει αυτούς που θίγονται
από την τιμολόγηση Ramsey. Στην απουσία αναδιανομής οι εφαρμογές
της τιμολόγησης Ramsey μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο. Η τιμολόγηση
κατά Ramsey προϋποθέτει την αύξηση των τιμών των αγαθών που είναι
ανελαστικά. Η ανελαστικότητα εξηγείται από την έλλειψη επιλογών των
καταναλωτών. Οι πιθανές ανελαστικότητες προκύπτουν από το χαμηλό
εισόδημα ή από την αναγκαιότητα του αγαθού. Η εφαρμογή της εξίσωσης
της τιμολόγησης κατά Ramsey είναι προβληματική. Αν η ζήτηση είναι
ανελαστική για τους παραπάνω λόγους και οι χαμένοι από την τιμολόγηση
κατά Ramsey δεν αποζημιώνονται.

6. Οι τιμές Ramsey δεν βασίζονται απόλυτα στο κόστος: Οι τιμές Ramsey
στηρίζονται στην ελαστικότητα ζήτησης και το οριακό κόστος. Μπορεί να
μην είναι συμβατές με την νομοθεσία που απαιτεί οι τιμές να είναι λογικές
αν η ερμηνεία της νομοθεσίας απαιτεί να ορίζονται οι τιμές με βάση το
κόστος. Σε περιπτώσεις στις οποίες η διαφοροποίηση των προϊόντων δεν
αφορά την ποιότητα. Αλλά η επιχείρηση μπορεί να σταματήσει το
Arbitrage μεταξύ των καταναλωτών με διαφορετική διάθεση για πληρωμή.
Η νομοθεσία εμποδίζει αυτές τις διακρίσεις και μπορεί να αποκλείει την
τιμολόγηση κατά Ramsey.

179

12.3 Τιμολόγηση με βάση τη

ζήτηση

Ένα συχνό χαρακτηριστικό των δημοσίων αγαθών ή των ρυθμιζόμενων
αγορών είναι ότι η ζήτηση δεν είναι σταθερή, αλλά μεταβάλλεται. Δεν είναι δυνατόν
για τις επιχειρήσεις να προσαρμόζουν τη δυναμικότητα της στη ζήτηση αυξάνοντας
την σε περιόδους αιχμής και να τη μειώνουν σε αντίστοιχες χαμηλής ζήτησης. Αυτή
είναι η ένταση και η εξειδίκευση του κεφαλαίου της. Οι όποιες αυξήσεις της
δυναμικότητας όπως είναι φυσικό απαιτούν χρόνο. Τα κεφάλαια αυτά έχουν μη
αναστρέψιμη φύση λόγω της εξειδίκευσης τους, και αποσβαίνονται μόνο μέσα από
τη χρήση και όχι από πιθανή έξοδο. Αυτές οι προσαρμογές σημαίνουν ότι η
παραγωγή δεν μπορεί να αντιληφθεί άμεσα τις μεταβολές της ζήτησης. Η
μεταβλητότητα της ζήτησης σε σχέση με τη δυναμικότητα της επιχείρησης αυξάνει το
πρόβλημα κάλυψης της ζήτησης. Το πρόβλημα αυτό προκύπτει από τρείς συνθήκες:

- Η επιχείρηση παράγει σε χρονικές περιόδους. Η ζήτηση σε αυτές τις
περιόδους είναι κυκλική.

- Η δυναμικότητα της εταιρείας παραμένει σταθερή.

- Το προϊόν δεν αποθηκεύεται.

Οι αγορές που έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά περιλαμβάνουν αγορές φυσικού
αερίου, ηλεκτρισμού, νερού και τηλεφωνίας. Η ζήτηση για ηλεκτρισμό εξαρτάται από
την εποχή ( αύξηση το καλοκαίρι σε σχέση με το χειμώνα) αλλά και τις ώρες της
ημέρας. Η κατανάλωση του ηλεκτρισμού αγγίζει το μέγιστο όταν τελειώνουν οι
τυπικές εργάσιμες ώρες. Οι περίοδοι χαμηλής ζήτησης είναι τα βράδια και τα
σαββατοκύριακα. Η επιχείρηση αντιμετωπίζει το δίλλημα, αν εγκαταστήσει επιπλέον
παραγωγικές μονάδες για να αντιμετωπίσει την υψηλή ζήτηση δεν θα μπορεί να τη
χρησιμοποιήσει σε περιόδους χαμηλής ζήτησης. Η σημαντική αύξηση του κόστους
σε περιόδους αιχμής δεν αποζημιώνεται από τη ζήτηση σε χαμηλές περιόδους.
Αντίθετα οι μειώσεις στη δυναμικότητα δημιουργούν στην προβλήματα συμφόρησης
και ελλείψεων σε περιόδους αιχμής. Τα προβλήματα αυτά έχουν να κάνουν με τη
ελλειπή ή μη εξυπηρέτηση ορισμένων καταναλωτών που θα έχουν κόστος από τη
μείωση του πλεονάσματος. Το πρόβλημα είναι η ανταλλαγή ανάμεσα στη
δυναμικότητα και το κόστος μη εξυπηρέτησης.

- Δεδομένης της δυναμικότητας ποια είναι η άριστη τιμή για κάθε περίοδο; Οι
τιμές υποθέτουμε ότι θα πρέπει να είναι κατανεμημένες ώστε η κατανομή
να είναι άριστη και στην περίοδο υψηλής και στην περίοδο χαμηλής
κατανάλωσης. Σε περιόδους υψηλής κατανάλωσης πρέπει να είναι
υψηλότερη για να δίνει την δυναμικότητα τους σε αυτούς που έχουν
μεγαλύτερη διάθεση για πληρωμή. Αυτή η τιμολόγηση ενθαρρύνει τους
καταναλωτές με χαμηλότερη διάθεση να μειώσουν την κατανάλωση τους
και δίνει κίνητρο σε όλους τους καταναλωτές να αυξήσουν την
κατανάλωση τους σε περιόδους χαμηλής ζήτησης, αποφεύγοντας με αυτό
τον τρόπο την συμφόρηση και μειώνοντας την ανάγκη για δυναμικότητα.

- Τι επίπεδο δυναμικότητα θα πρέπει να έχει η επιχείρηση; Οι άριστες τιμές θα
είναι αποτέλεσμα του οριακού κόστους και της μη ύπαρξης επιπλέον
χωρητικότητας βραχυχρόνια. Όταν τα κόστη συμφόρησης από όλες τις

180

περιόδους υπερβαίνουν το κόστος της επέκτασης, τότε η επέκταση είναι
επιβεβλημένη.
Οι υποθέσεις του απλού μοντέλου τιμολόγησης ζήτησης είναι οι παρακάτω:
1. Υπάρχουν δύο περίοδοι ίδιας διάρκειας μέσα σε μια ημέρα. Για όλες
τις τιμές η ζήτηση στην περίοδο αιχμής ξεπερνά την ζήτηση στη περίοδο χαμηλής
κατανάλωσης. Η ζήτηση ανάμεσα στις δύο περιόδους είναι ανεξάρτητη. Αν η ζήτηση
στην περίοδο αιχμής είναι DP και στη χαμηλή DO περιμένουμε οι δύο περίοδοι να
είναι μεταξύ τους υποκατάστατα.
2. Το κόστος παραγωγής υπολογίζεται απλά. Το μέσο μεταβλητό
κόστος είναι b. Η δυναμικότητα ανά κόστος είναι ίσο με β, Η δυναμικότητα
πληρώνεται σε κάθε περίοδο, έτσι δεδομένου ότι έχουμε δύο περιόδους οι αλλαγές
στη δυναμικότητα έχουν να κάνουν με τη μέση δυναμικότητα ανά ημέρα που είναι 2β
. Η τεχνολογία που καθορίζει το κόστος είναι παραγωγή σταθερής έντασης
συντελεστών. Η μέση μονάδα προϊόντος απαιτεί μια μονάδα μεταβλητού συντελεστή
και μια μονάδα χωρητικότητας. Μια διαφορετική κατανομή θα δημιουργούσε
επιπλέον προβλήματα τεχνολογίας στην ανάλυση αυτή δεδομένου ότι θα ήταν πιο
αποτελεσματική η υποκατάσταση του ενός συντελεστή από τον άλλο και θα υπήρχαν
ανισορροπίες.
3. Η επιχείρηση προαποφασίζει για τη δυναμικότητα της και αυτή δεν
μπορεί κατά τη διάρκεια των δύο περιόδων να αυξηθεί ή να μειωθεί. Η εταιρεία δεν
μπορεί να χρησιμοποιήσει επιπλέον εγκαταστάσεις και πληρώνει τη δυναμικότητα
που δεν χρησιμοποιεί. Η συνάρτηση οριακού κόστους σαν λειτουργία σταθερού
κόστους παρουσιάζεται στο διάγραμμα 12.4 .Στη δυναμικότητα κ στην οποία δεν
μπορεί να παράγει παραπάνω έχει μέσο κόστος b.

181

Διάγραμμα 12.5: Οριακό κόστος για δεδομένη δυναμικότητα

Ποια είναι όμως η αποτελεσματική τιμή σε κάθε περίοδο υπάρχουν τρείς
περιπτώσεις που παρουσιάζονται στα αντίστοιχα διαγράμματα.
1. Υπερβάλλουσα δυναμικότητα και στις δύο περιόδους. Στο διάγραμμα 12.6

παρουσιάζουμε την άριστη τιμή που για την κάθε περίοδο είναι το μέσο
μεταβλητό κόστος b . Αφού υπάρχει υπερβάλλουσα δυναμικότητα σε κάθε
περίοδο δεν υπάρχει αντίστοιχα και ανάγκη για διάκριση αφού το
κοινωνικό κόστος της επιπλέον μονάδας είναι μηδέν. Το συνολικό κόστος
ευκαιρίας της τυπικής μονάδας είναι το μεταβλητό κόστος παραγωγής b .
Η αποτελεσματική τιμολόγηση προϋποθέτει την ισότητα του κόστους
παραγωγής με την οριακή διάθεση για πληρωμή. Ένα λογικό ερώτημα
είναι το γιατί η επιχείρηση αφού έχει υπερβάλλουσα δυναμικότητα σε κάθε
περίοδο έφτασε την δυναμικότητα της στο κ. Το κόστος της δυναμικότητας
είναι αναστρέψιμο εκ των προτέρων αλλά όχι και εκ των υστέρων.

182

Διάγραμμα 12.6: Αποτελεσματική τιμολόγηση και υπερβάλλουσα δυναμικότητα

2. Ανεπαρκής δυναμικότητα και στις δύο περιόδους. Η περίπτωση αυτή
παρουσιάζεται στο διάγραμμα 12.7 η τιμολόγηση στο μέσο μεταβλητό
κόστος b δημιουργεί έλλειμμα και στις δύο περιόδους. Η αποτελεσματική
διάκριση ότι όσοι έχουν μεγαλύτερη διάθεση για πληρωμή παίρνουν και το
αγαθό. Αυτό γίνεται εφικτό με την αύξηση των τιμών σε PP και PO για την
περίοδο υψηλής και χαμηλής ζήτησης αντίστοιχα. Με τη δυναμικότητα
δεδομένη στο επίπεδο κ, όσοι έχουν την διάθεση για πληρωμή πάνω από
την PP στην περίοδο αιχμής και PO στη περίοδο χαμηλής ζήτησης
εξυπηρετούνται. Οι τιμές αυτές εξηγούνται από τη διαφορά οριακού
κόστους παραγωγής με το οριακό κόστος της κοινωνίας. Η χρήση της
δυναμικότητας της επιχείρησης δημιουργεί απώλεια στο πλεόνασμα του
οριακού καταναλωτή στην περίοδο αιχμής ( PP - b) . Αυτή η διαφορά
μπορεί να κληθεί κόστος διάκρισης ή κόστος συμφόρησης. Η
αποτελεσματικότητα απαιτεί το οριακό κόστος ( κόστος διάκρισης και
κόστος παραγωγής) να είναι ίσο με τη διάθεση για πληρωμή στα σημεία
PP και PO.

183

Διάγραμμα 12.7: Αποτελεσματική διάκριση
3. Υπερβάλλουσα δυναμικότητα και διάκριση: Η περίπτωση αυτή

παρουσιάζεται στο διάγραμμα 12.8. Στη χαμηλή περίοδο υπάρχει
υπερβάλλουσα δυναμικότητα ώστε η αποτελεσματική τιμή να είναι ίση με
b. Στην περίοδο αιχμής υπάρχει υπερβάλλουσα ζήτηση στο b και η
αποτελεσματική τιμή είναι PP

184

Διάγραμμα 12.8: Υπερβάλλουσα δυναμικότητα στην περίοδο χαμηλής ζήτησης και
διάκριση στην υπερβάλλουσα

185

12.4 Πολλαπλή τιμολόγηση

Η ερμηνεία της τιμολόγησης Ramsey και τιμολόγησης διάκρισης
περιλαμβάνουν διάκριση τιμών ανάμεσα σε διαφορετικές τάξεις με διαφορετικές
ελαστικότητες (τιμολόγηση Ramsey) ή διαχρονικά σε διαφορετικές περιόδους
(διάκριση). Ωστόσο, οι δύο τεχνικές τιμολόγησης έχουν ενιαία τιμολόγηση σε κάθε
περίοδο ή ομάδα καταναλωτή. Η επιχείρηση δεν μπόρεσε να τιμολογήσει την κάθε
μονάδα ξεχωριστά ανά πελάτη ή ανά περίοδο. Η δεύτερη καλύτερη τιμολόγηση που
μπορεί να είναι αποτέλεσμα πιθανής αδυναμίας εφαρμογής της καλύτερης λύσης.
βρήκαν ότι τα κέρδη από την οριακή τιμολόγηση σχετίζονται με τη δεύτερη καλύτερη
τιμή είναι σημαντικά αν εφαρμοστεί με ποιο έξυπνο τρόπο και μετακινεί την τιμή της
οριακής μονάδας πιο κοντά στο οριακό κόστος.

Η τιμολόγηση είναι ένας αλγόριθμος ή μία ισότητα που ορίζει τον λογαριασμό
του καταναλωτή ή τα συνολικά έξοδα. Τυπικά τα συνολικά έξοδα (Ε) βασίζονται στην
ποσότητα του προϊόντος ή της υπηρεσίας που καταναλώνεται (Q): Ε=Τ(Q) . Μία
ενιαία τιμή ανταποκρίνεται στη τιμολόγηση Ε = pQ . Η σχέση είναι γραμμική γιατί η
μέση τιμή είναι σταθερή και ανεξάρτητη από τη συνολική κατανάλωση. Η τιμολόγηση
που περιλαμβάνει πολλές τιμές λέγεται πολλαπλή. Η πολλαπλή τιμολόγηση είναι
παράδειγμα μη γραμμικής τιμολόγησης γιατί η μέση τιμή ανταποκρίνεται σε
πολλαπλές αγορές. Παραδείγματα τιμολόγησης είναι οι διμερείς τιμολογήσεις και η
τιμολόγηση σε ομάδες.

1. Διμερής τιμολόγηση: Είναι γνωστή και σαν τιμολόγηση χρήσης /
πρόσβασης. Τα δύο μέρη της διατίμησης είναι μία σταθερή τιμή ( η τιμή
πρόσβασης) και μία χρέωση ανάλογα με τη χρήση (χρέωση χρήσης) . Η
τιμή πρόσβασης δίνει το δικαίωμα σε κάποιον να κάνει χρήση του
προϊόντος ανεξάρτητα από την ποσότητα που καταναλώνει. Η τιμολόγηση
γίνεται : Ε =Α+ pQ, όπου Α είναι η τιμή πρόσβασης και p η τιμή χρήσης.
Η συνάρτηση της κατανάλωσης εμφανίζεται στο διάγραμμα 12.9. Η κλίση
της συνολικής δαπάνης ή τιμολόγηση είναι η οριακή τιμολόγηση. Είναι η
αλλαγή της συνολικής τιμολόγησης όταν μία μονάδα αγοράζεται. Για μια
διμερή τιμολόγηση είναι η χρέωση χρήσης. Το μέσο έξοδο είναι Ε/Q ή A/Q
+ p. Για τη διμερή τιμολόγηση και το μέσο και οριακό έξοδο
παρουσιάζονται στο διάγραμμα 12.10. Το μέσο έξοδο πέφτει όσο η
κατανάλωση αυξάνεται.

186

Διάγραμμα 12.9: Συνολικό έξοδο, διμερής τιμολόγηση

Διάγραμμα 12. 10:Μέσο και οριακό έξοδο, διμερής τιμολόγηση
187

3. Τιμολόγηση ανά ομάδες: Περιλαμβάνει διαφορετικές τιμολογήσεις στις
οποίες οι οριακές τιμές εξαρτώνται από εξαρτώνται από τη συνολική
κατανάλωση. Το απλό παράδειγμα είναι η διάκριση σε δύο ομάδες. Για
παράδειγμα η κατανάλωση λιγότερο από Q1 μονάδων προϊόντος η τιμή
είναι P1 . Για κάθε μονάδα που αγοράζεται πάνω από το Q1, η οριακή τιμή
στο Q είναι P2. Το συνολικό έξοδο είναι :

Στα διαγράμματα 12.11 και 12.12 δείχνουν το συνολικό έξοδο και το μέσο και
οριακό έξοδο για την τιμολόγηση αυτή ανά ομάδες. Αυτό είναι ένα παράδειγμα
μειούμενης τιμολόγησης ανά ομάδες αφού η οριακή τιμολόγηση μειώνεται όσο η
συνολική κατανάλωση αυξάνεται. Αφού η πολλαπλή τιμολόγηση περιλαμβάνει
διάκριση τιμής, υπάρχουν δύο θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την επιτυχημένη
εφαρμογή της:

1. Οι καταναλωτές δεν μπορούν να οργανώσουν arbitrage. Αυτή η αδυναμία
προστατεύει την επιχείρηση από ανταγωνισμό με τον εαυτό της. Για
παράδειγμα χρήστες του internet κάνουν μαζικές οργανωμένες αγορές
προκειμένου να αγοράσουν την κρίσιμη μάζα προϊόντος που απαιτείται για
να πετύχουν την έκπτωση στην τιμή.

2. Η επιχείρηση θα πρέπει να έχει δύναμη αγοράς: Ο αποτελεσματικός
ανταγωνισμός από άλλες εταιρείες μπορεί να χάσει τη δυνατότητα
πολλαπλής τιμολόγησης.

188

Διάγραμμα 12.11: Συνολικό έξοδο και τιμολόγηση ανά ομάδες
189

Διάγραμμα 12.12: Μέσο και οριακό έξοδο, Τιμολόγηση ανά ομάδες

Η εισαγωγή τιμολόγησης δύο σταδίων μπορεί να οδηγήσει σε μία αύξηση
στην αποτελεσματικότητα. Ας υποθέσουμε ότι υπάρχουν δύο τύποι καταναλωτών.
Αυτοί που έχουν υψηλή διάθεση για πληρωμή και αυτοί που έχουν χαμηλή. Αν
ορίσουμε σαν ΝΗ τα άτομα με υψηλή διάθεση για πληρωμή και ΝL τα άτομα με
χαμηλή. Η συνάρτηση του κόστους είναι C = FC + cQ ώστε η οριακή τιμολόγηση να
οδηγεί σε αναποτελεσματικότητα. Αν PR είναι η τιμολόγηση κατά Ramsey, η δεύτερη

καλύτερη λύση είναι αυτή που παρουσιάζεται στο διάγραμμα 12. 13 όπου .

Αν το νεκρό σημείο της επιχείρησης και αντίστοιχα m και y είναι το κέρδος
στις δύο αγορές που είναι αντίστοιχο με το σταθερό κόστος. Η
αναποτελεσματικότητα που συνδέεται με την τιμολόγηση Ramsey είναι οι περιοχές n
και z. Ο Coase (1946) πρότεινε ότι η καλύτερη λύση ήταν δυνατή αν υπήρχε διμερής
τιμολόγηση. Ένας τρόπος να γίνει αυτό είναι ο επιμερισμός του κόστους εισόδου σε
όλους τους καταναλωτές.

190

Διάγραμμα 12.13: Αποτέλεσμα Coase

Αν το Α είναι μικρότερο από την περιοχή l + m+ n το πλεόνασμα στην πρώτη
περίπτωση στην τιμή c, όλοι οι καταναλωτές θα πληρώσουν Α για να έχουν το
δικαίωμα να καταναλώσουν σε c. Η εταιρεία είναι στο οριακό κόστος και οι
καταναλωτές έχουν πλεόνασμα z οι έχοντες υψηλή διάθεση και n οι χαμηλοί. Η
καλύτερη λύση εφαρμόζεται γιατί το οριακό έσοδο είναι ίσο με το οριακό κόστος. Η
τιμή πρόσβασης είναι απλά μία μεταφορά από τους καταναλωτές στην επιχείρηση.
Συνολικά, τα έσοδα από την πρόσβαση οδηγούν την επιχείρηση στο να παράγει στο
νεκρό της σημείο όταν τιμολογεί στο οριακό της κόστος.

Το αποτέλεσμα Coase διατηρείται όταν αν η ζήτηση για πρόσβαση είναι
πλήρως ανελαστική., αν οι αλλαγές στην τιμή δεν μεταβάλουν τη ζήτηση. Αυτό θα
συμβεί όταν η τιμή πρόσβασης είναι χαμηλότερη από την τιμή πρόσβασης για όλους
τους καταναλωτές. Αν η τιμή πρόσβασης είναι μεγαλύτερη από τα κέρδη
πρόσβασης, για κάποιους καταναλωτές η τιμή είναι μεγαλύτερη από το πλεόνασμα
του καταναλωτή οι καταναλωτές αυτοί δεν θα είναι βέλτιστο να αγοράσουν στην τιμή
πρόσβασης.

Η άριστη διμερής τιμολόγηση, όταν η πρόσβαση είναι η αίσθηση προς την τιμή
παρατηρώντας ότι η εισαγωγή διμερούς τιμολόγησης δημιουργεί δύο αγαθά το
αγαθό χρήσης και το αγαθό πρόσβασης. Η άριστη τιμολόγηση δίνεται από την
τιμολόγηση Ramsey. Αν η ζήτηση για πρόσβαση δεν είναι πλήρως ανελαστική τότε
η αύξηση στο οριακό κόστος για την τιμή χρήσης θα έχει σαν αποτέλεσμα
χαμηλότερη τιμή πρόσβασης. Οι τιμές Ramsey δίνουν το χαμένο πλεόνασμα σαν
κόστος ευκαιρίας, από το οποίο οι καταναλωτές όταν η τιμή χρήση είναι πάνω από
το οριακό κόστος αποτελεί αντιστάθμισμα της αύξησης αυτής. Σαν αποτέλεσμα της
αύξησης του οριακού κόστους, η καλύτερη τιμή δεν επιτυγχάνεται. Σε πολλές
περιπτώσεις όμως η ζήτηση πρόσβασης είναι πολύ ανελαστική.

191

Μια εναλλακτική λύση σε σχέση με την αύξηση της τιμής χρήσης για όλους
τους καταναλωτές είναι η προσφορά από την επιχείρηση και των δύο τιμολογήσεων.
Αν μία επιχείρηση θέλει να προσελκύσει αντίστοιχους τύπους καταναλωτή πρέπει να
καθορίσει τα χαρακτηριστικά της. Η χρέωση της χρήσης πρέπει να είναι και για τις
δύο ομάδες ίση με το οριακό κόστος αλλά η χρέωση πρόσβασης θα πρέπει να
μειώνεται για τους καταναλωτές με χαμηλή επιθυμία πληρωμής για να βρίσκουν
επικερδή την αγορά του. Το άθροισμα των δύο χρεώσεων θα καλύπτει τα σταθερά
κόστη της επιχείρησης. Η επιχείρηση όμως δεν έχει τη δυνατότητα να διακρίνει τους
καταναλωτές με ακρίβεια. Οι έχοντες υψηλή διάθεση για πληρωμή έχουν κίνητρο να
παρουσιαστούν ως έχοντες χαμηλή. Θα πληρώσουν χαμηλότερα από όσο είναι
διατεθειμένοι και θα έχουν αντίστοιχα αφήσει την επιχείρηση χαμηλότερα από το
νεκρό της σημείο. Ο σχεδιασμός τιμολόγησης διάκρισης προϋποθέτει ότι θα δίνει
κίνητρα στους καταναλωτές κάθε ομάδας να επιλέξουν την ομάδα που πραγματικά
ανήκουν. Οι έχοντες υψηλή διάθεση για πληρωμή να μεγιστοποιούν τη χρησιμότητα
τους πληρώνοντας υψηλότερο τίμημα και αντίστροφα οι έχοντες χαμηλή διάθεση για
πληρωμή επιθυμούν να πληρώσουν χαμηλότερη τιμή για να αποκτήσουν το προϊόν.
Για παράδειγμα οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας προσφέρουν διάφορα προγράμματα
χρήσης και πληρώνουν είτε με βάση το χρόνο που χρησιμοποιούν την υπηρεσία είτε
με βάση χρόνο που προπληρώνουν και μειώνεται ανάλογα με τη χρήση. Αν η χρήση
είναι μικρότερη από την προπληρωμένη τότε η χρέωση τους θα είναι και πάλι
ανάλογη του πακέτου τους.

192

Κεφάλαιο 13
Θεωρία Επιχείρησης

193

194

13.1 Συναρτήσεις παραγωγής

Οι συναρτήσεις παραγωγής δίνουν τη σχέση μεταξύ παραγομένου προϊόντος και
εισροών παραγωγής, π.χ.

Q = f(K.L)

όπου Q είναι η ποσότητα, Κ το κεφάλαιο και L η εργασία.
Το οριακό προϊόν ενός παραγωγικού συντελεστή μας δίδει τη σχέση μεταξύ

οριακών μεταβολών της εισροής και μεταβολών της παραγόμενης ποσότητας κάτω
από την υπόθεση ceteris paribus. Πιο συγκεκριμένα το οριακό προϊόν της εργασίας
και το οριακό προϊόν του κεφαλαίου ορίζονται αντίστοιχα ως ακολούθως:

MPL= ∂ f (K.L)/ ∂ L
MPK = ∂ f (K,L) ∂ K

Στη συνέχεια ορίζουμε το μέσο προϊόν ως προς την εργασία και το κεφάλαιο
κατά τον ακόλουθο τρόπο:

APL = Q / L
APK = Q / K

Υπόθεση: τελικά το οριακό προϊόν MPL (MPΚ) μειώνεται καθώς L (K)
αυξάνεται.

Η σχέση μεταξύ συνάρτησης παραγωγής, οριακού και μέσου προϊόντος ενός
παραγωγικού συντελεστή (π.χ. της εργασίας) απεικονίζεται στο Διάγραμμα 13.1.

195

Διάγραμμα 13.1 Σχέσεις μεταξύ επιπέδου παραγωγής ΑΡ και ΜΡ
Q

f( K , L )
L

Q

APL
L

MPL

196


Click to View FlipBook Version