The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά

Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by elenioik77, 2016-07-25 16:39:30

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 1

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Επιστημονική επιμέλεια:
Διονύσης Γούτσος

2 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

Ο Διονύσης Γούτσος είναι

αναπληρωτής καθηγητής

κειμενογλωσσολογίας στον Τομέα

Γλωσσολογίας (Τμήμα Φιλολογίας) του

Εθνικού και Καποδιστριακού

Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει διδάξει

στο Πανεπιστήμιο του Birmingham και

στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Έχει

γράψει ποικίλα άρθρα για την

κειμενογλωσσολογία και την ανάλυση

λόγου, τις μεταφραστικές σπουδές, τη

γλωσσολογία των σωμάτων κειμένων

κ.ά. Έχει δημοσιεύσει, μεταξύ άλλων,

τα βιβλία Modeling Discourse Topic

(1997), Κείμενο και Επικοινωνία

(1999/2011, με την Αλεξάνδρα

Γεωργακοπούλου), Ο Λόγος της

Μετάφρασης (2001) και Γλώσσα:

Κείμενο, Ποικιλία, Σύστημα (2012).

Ασχολείται με την επεξεργασία και

ανάλυση ηλεκτρονικών σωμάτων

κειμένων και είναι επιστημονικός

υπεύθυνος των προγραμμάτων για την

ανάπτυξη του Σώματος Ελληνικών

Κειμένων (http://sek.edu.gr/) και και

του Διαχρονικού Σώματος Ελληνικών

Κειμένων του 20ού αιώνα

(http://greekcorpus20.phil.uoa.gr/).

Ιστοσελίδα: http://users.uoa.gr/~dgoutsos/
E-mail: [email protected]

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 3

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ο προφορικός λόγος
στα Ελληνικά

Επιστημονική Επιμέλεια:
Διονύσης Γούτσος

4 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά, συλλογικό έργο
ISBN: 978-618-5040-69-7
Απρίλιος 2014

Επιστημονική επιμέλεια: Διονύσης Γούτσος
Έργο εξωφύλλου: http://users.uoa.gr/~dgoutsos
Πίνακας του Jerome Carlin/ Cover painting by Jerome Carlin
Σελιδοποίηση: Conversation, 40x38, 1970
www.jeromecarlin.com
Ηρακλής Λαμπαδαρίου
www.lampadariou.eu

Σειρά: Γλώσσας Παράλληλοι: Θεωρία και διδακτικές προτάσεις
Επιστημονική υπεύθυνη σειράς: Ζωή Γαβριηλίδου, www.gavriilidou.gr

Εκδόσεις Σαΐτα
Αθανασίου Διάκου 42, 652 01, Καβάλα
Τ.: 2510 831856
Κ.: 6977 070729
e-mail: [email protected]
website: www.saitapublications.gr

Σημείωση: οι γραμματοσειρές που χρησιμοποιήσαμε στο εξώφυλλο είναι προσφορά του Aka-Acid
(www.aka-acid.com).

Άδεια Creative Commons
Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική χρήση

Όχι Παράγωγα έργα 3.0 Ελλάδα

Επιτρέπεται σε οποιονδήποτε αναγνώστη η αναπαραγωγή του έργου (ολική, μερική ή περιληπτική, με
οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο), η διανομή και η
παρουσίαση στο κοινό υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: αναφορά της πηγής προέλευσης, μη εμπορική
χρήση του έργου. Επίσης, δεν μπορείτε να αλλοιώσετε, να τροποποιήσετε ή να δημιουργήσετε πάνω στο
έργο αυτό.
Αναλυτικές πληροφορίες για τη συγκεκριμένη άδεια cc, μπορείτε να διαβάσετε στην ηλεκτρονική
διεύθυνση:
http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 5

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

6 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 7

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ..................................................................................................................................................................... 8
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΓΟΥΤΣΟΣ

Η ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΕΓΩ ΣΤΗΝ ΕΝΑΛΛΑΓΗ ΟΜΙΛΗΤΩΝ ΣΕ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ............................... 33
ΝΑΣΙΑ ΓΚΟΥΜΑ

ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΟΥ ΑΡΝΗΤΙΚΟΥ ΜΟΡΙΟΥ ΔΕΝ ΣΤΗΝ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ .................................. 63
ΕΛΕΝΗ ΜΗΤΣΕΑ

Η ΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΕΝΤΑΞΕΙ ΩΣ ΔΕΙΚΤΗ ΛΟΓΟΥ ΣΕ ΠΡΟΦΟΡΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ........................................... 93
ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΜΕΝΤΗ

ΟΙ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟ ΛΟΓΟ: ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ...............121
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ

H ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΥΠΟΚΟΡΙΣΤΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ.......................................................................139
ΤΣΕΡΕΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Η ΕΥΓΕΝΕΙΑ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟ ΛΟΓΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΚΑΙ
ΣΥΓΓΝΩΜΗ .................................................................................................................................................................163

CHRISTOPHER LEES
ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ ΣΕ ΠΡΟΦΟΡΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ................................................................................................185

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΛΦΙΕΡΗΣ
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ: ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ......................................211

ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

8 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 9

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Εισαγωγή
Διονύσης Γούτσος

1. Η μελέτη του προφορικού λόγου
Πώς μιλάμε μεταξύ μας στα Ελληνικά; Είναι οργανωμένη η καθημερινή, αυθόρμητη
συνομιλία; Ποιες είναι οι ιδιαιτερότητες του προφορικού λόγου στη γλώσσα μας; Ενώ έως
τώρα διαθέταμε γι’ αυτά τα ερωτήματα μόνο αποσπασματικές πληροφορίες, που
βασίζονταν στη διαίσθηση των ερευνητών, σε ανεκδοτολογικά στοιχεία ή στη μελέτη
περιορισμένου αριθμού διαλόγων, σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας ένα πλήθος
προφορικών δεδομένων στα Ελληνικά, συστηματικά οργανωμένων και εύκολα
προσβάσιμων, που προσφέρονται για ενδελεχή μελέτη. Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει μια
σειρά από μελέτες για ποικίλες όψεις του ελληνικού προφορικού λόγου, που αντλούν τα
δεδομένα τους από ένα ευρύ σώμα προφορικών κειμένων από αυθεντικές αυθόρμητες
συνομιλίες (110 συνομιλίες, 350.000 λέξεις περίπου). Τα δεδομένα που αναλύονται
αποτελούν μέρος του Σώματος Ελληνικών Κειμένων και προέρχονται από φιλικές
συνομιλίες, κυρίως φοιτητών και φοιτητριών του Πανεπιστημίου Αθηνών, με οικεία τους
πρόσωπα, της ίδιας ή μεγαλύτερης ηλικίας. Για πρώτη φορά συγκεντρώνονται σε έναν
τόμο έρευνες που βασίζονται σε ένα κοινό σώμα εκτεταμένων προφορικών δεδομένων της
γλώσσας μας έτσι ώστε να μπορούν να εξαχθούν γενικεύσιμα συμπεράσματα με
συστηματικό τρόπο.

Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, ο προφορικός λόγος δεν έχει μελετηθεί συστηματικά
όχι μόνο στα Ελληνικά, αλλά και σε όλες τις γλώσσες. Παρά την ιδρυτική διακήρυξη του
Saussure για την προτεραιότητα του προφορικού λόγου, φαίνεται πως η νεότερη
γλωσσολογία έχει ασχοληθεί πολύ λιγότερο με την προφορική γλώσσα απ’ ό,τι με τη
γραπτή. Είναι χαρακτηριστικό πως, ενώ τα εισαγωγικά εγχειρίδια γλωσσολογίας κάνουν
λόγο για βιολογική, ιστορική και λειτουργική προτεραιότητα του προφορικού λόγου,
επισημαίνοντας αντίστοιχα την οντογενετική προτίμηση στην ομιλία, μόνο 106 γλώσσες
έχουν γραφτεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να έχουν εκτεταμένη γραμματεία (Ong 1982: 7).
Επίσης, αν και όλα τα συστήματα γραφής συνδέονται σε κάποιο βαθμό με τη φώνηση, τα
περισσότερα παραδείγματα που χρησιμοποιούνται στη γλωσσολογική ανάλυση
προέρχονται κατά κύριο λόγο από τη γραπτή γλώσσα και σπάνια θα εμφανίζονταν σε μια
αυθόρμητη συνομιλία.

Με αυτή την έννοια, η ρήξη της σύγχρονης γλωσσολογίας με την κλασική μελέτη
της γλώσσας από λ.χ. τους αρχαίους Έλληνες, που βασίζονταν εξίσου σε «δόκιμα»
παραδείγματα λόγου, είναι πολύ μικρότερη απ’ ό,τι φανταζόμαστε. Έτσι, ο Roy Harris

10 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

κάνει λόγο για τον «ενδημικό γραφισμό ή γραπτικισμό (scriptism) της δυτικής
παράδοσης» (2001: 233), την τάση να αναλύει κανείς την προφορική γλώσσα σαν να ήταν
γραπτή, ενώ ο Linell (1982) συνοψίζει την τάση αυτή, μιλώντας για προκατάληψη υπέρ της
γραπτής γλώσσας στη γλωσσολογία. Με παρόμοιο τρόπο, ο Coulmas υπογραμμίζει την
αντίφαση των γλωσσολόγων να βασίζουν τις αναλύσεις τους σε έννοιες που προέρχονται
από τη γραφή όπως φώνημα, λέξη, κυριολεκτική ή κατά λέξη (literal) σημασία και
πρόταση, ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζουν την αρχή της προτεραιότητας της ομιλίας στη
γλωσσολογική έρευνα (1996: 455).

Εκτός από τις θεωρητικές συνέπειες αυτής της στάσης, είναι ιδιαίτερα σημαντικό
ότι οι γνώσεις μας για το πώς πραγματικά είναι ο προφορικός λόγος στις διάφορες
γλώσσες του κόσμου είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Από τη μία, διαθέτουμε τη θεωρητική
ανάλυση των διαφορών ανάμεσα στην προφορικότητα (orality) και την εγγραμματοσύνη
(literacy), που προέρχεται από μια μακρά παράδοση μελετητών της προφορικής
παράδοσης, όπως οι Albert B. Lord, Milman Parry, Eric A. Havelock, Marshall McLuhan και
Walter Ong, και συνοψίζεται σε μια σειρά από αντιθετικά χαρακτηριστικά (Ong 1982),
όπως φαίνονται στον παρακάτω πίνακα:

Πίνακας 1: Χαρακτηριστικά προφορικότητας και εγγραμματοσύνης

ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΕΓΓΡΑΜΜΑΤΟΣΥΝΗ

προσθετική υποτακτική

σωρευτική αναλυτική

πλεοναστική συνοπτική

συντηρητική/παραδοσιακή καινοτόμα

κοντά στην ανθρώπινη εμπειρία αφαιρετική

ανταγωνιστική/ρητορική περιγραφική

συναισθητική/συμμετοχική αντικειμενική/αποστασιοποιημένη

ομοιοστατική δυναμική

καταστασιακή αφηρημένη

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι, ειδικότερα για τα Ελληνικά, στο πλαίσιο αυτής της
θεωρητικής παράδοσης ο Tziovas (1989) κάνει λόγο για υπολειμματική προφορικότητα
(residual orality) της ελληνικής κοινωνίας, βασιζόμενος σε κοινωνιολογικού είδους
παρατηρήσεις.

Από την άλλη, διαθέτουμε τη βασική κειμενογλωσσολογική έρευνα για τις διαφορές
προφορικού και γραπτού λόγου (λ.χ. Ochs 1979a, Chafe 1982, 1984, Tannen 1982, 1984),
που έχει υπογραμμίσει τις περικειμενικές συνθήκες δημιουργίας των δύο ειδών λόγου
(π.χ. επιτόπου σχεδιασμός ή προσχεδιασμός, άμεση αυτοδιόρθωση και ετεροδιόρθωση ή

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 11

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

διόρθωση σε διαδοχικές φάσεις, ταυτόχρονη ή διαδοχική ανατροφοδότηση κ.λπ.,
αντίστοιχα: βλ. Γούτσος 2012: 108 κ.εξ.). Η ερευνητική αυτή παράδοση επισημαίνει
πρωτοτυπικές γλωσσικές στρατηγικές του προφορικού λόγου, όπως η αποσπασματικότητα
και η εμπλοκή, και του γραπτού λόγου, όπως η συμπύκνωση και η αποστασιοποίηση. Η
πραγμάτωση των στρατηγικών αυτών γίνεται με γλωσσικά μέσα όπως οι ασύνδετες
φράσεις και ο παρατακτικός λόγος (αποσπασματικότητα), η αναφορά στον ομιλητή και
στον ακροατή (εμπλοκή), οι μετοχές και τα προσδιοριστικά επίθετα (συμπύκνωση), η
ονοματοποίηση και η παθητικοποίηση (αποστασιοποίηση). Ωστόσο, η διαπίστωση των
γλωσσικών αυτών μέσων βασίζεται σε δεδομένα της Αγγλικής και δεν είναι δυνατόν να
γενικευτεί σε γλώσσες όπως η Ελληνική χωρίς περαιτέρω βασική έρευνα.

Τέλος, σημαντική είναι η συμβολή των μελετών που εντάσσονται στο χώρο της
ανάλυσης συνομιλίας (conversation analysis, βλ. Γεωργακοπούλου & Γούτσος 2011: 209
κ.εξ.), που διαθέτει ήδη μια σεβαστή παράδοση στα Ελληνικά (Vasilopoulou et al. 2010). Η
εστίαση όμως των μελετών αυτών βρίσκεται συνήθως στις στρατηγικές λόγου που
υιοθετούν οι συνομιλητές και όχι στα γλωσσικά μέσα καθαυτά, με την έννοια των
λεξικογραμματικών πόρων της προφορικής γλώσσας από τους οποίους αντλούν οι
ομιλητές.

Πέρα από την όποια θεωρητική προκατάληψη, η ασαφής εικόνα που έχουμε για την
προφορική γλώσσα και τις ιδιαιτερότητές της οφείλεται σαφώς και στη δυσκολία
χειρισμού του προφορικού λόγου, που προϋποθέτει τη συγκέντρωση και αποθήκευση του
υλικού, την καταγραφή και τη μεταγραφή του σε ένα εύχρηστο μέσο. Με αυτή την έννοια,
είναι δικαιολογημένη η ρήση του Halliday ότι η πρόοδος της γλωσσολογίας οφείλεται στις
τεχνολογικές εφευρέσεις του μαγνητοφώνου και του υπολογιστή στο δεύτερο μισό του
20ού αιώνα (2002: 7-8). Ειδικά, η μελέτη της γλώσσας με βάση τη μεθοδολογία των
σωμάτων κειμένων βασίζεται ακριβώς στην τεχνολογική πρόοδο που έχει επιτευχθεί στο
χώρο της υπολογιστικής γλωσσολογίας, της σύζευξης δηλαδή της επιστήμης των
ηλεκτρονικών υπολογιστών με τη γλωσσολογία. Με την ευρεία χρήση των προσωπικών
ηλεκτρονικών υπολογιστών δόθηκε η δυνατότητα για αποθήκευση, ταχύτατη ανάκληση
και επεξεργασία τεράστιου όγκου γλωσσικών πληροφοριών. Έτσι, δημιουργήθηκαν τα
σώματα κειμένων (corpora), συλλογές μεγάλου αριθμού κειμένων, αποθηκευμένων σε
ηλεκτρονική μορφή και επεξεργάσιμων με υπολογιστικά εργαλεία.

Η δημιουργία σωμάτων κειμένων υπήρξε αποφασιστική για την πρόοδο της
σύγχρονης γλωσσολογίας, καθώς έδωσε τη δυνατότητα στους μελετητές να θέσουν
ερωτήματα και να εξαγάγουν απαντήσεις για μια σειρά από ζητήματα ποσοτικής υφής, που
δεν είναι δυνατόν να μελετηθούν διαφορετικά. Ωστόσο, η επίδραση των σωμάτων

12 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

κειμένων είναι τεράστια και στην ποιοτική ανάλυση των γλωσσικών φαινομένων, καθώς
οι πληροφορίες λ.χ. για το ποια γλωσσικά στοιχεία είναι πιο συχνά από άλλα επηρεάζουν
τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τη γλώσσα. Όπως εύστοχα το συνοψίζει ο
Sinclair, ένας από τους πρωτεργάτες της υπολογιστικής γλωσσολογίας με βάση τα σώματα
κειμένων, «η γλώσσα φαίνεται πολύ διαφορετική όταν κοιτάς ένα μεγάλο κομμάτι της
ταυτόχρονα» (1991: 100).

Η ανάπτυξη εκτεταμένων προφορικών σωμάτων κειμένων τις τελευταίες δεκαετίες
συνέβαλε αποφασιστικά στην ενδελεχή ανάλυση του προφορικού λόγου σε διάφορες
γλώσσες (βλ. ενδεικτικά Miller & Weinert 1998, Biber et al. 1999 για τα Αγγλικά, Blanche-
Benveniste et al. 1990 για τα Γαλλικά, Cresti & Moneglia 2005 για λατινογενείς γλώσσες).
Ορισμένα βασικά ευρήματα από τη μελέτη σωμάτων κειμένων συνοψίζονται στη
γραμματική των Biber et al. (1999), που επισημαίνει τα ακόλουθα κύρια λεξικογραμματικά
χαρακτηριστικά της συνομιλίας στα Αγγλικά, όπως φαίνονται στον Πίνακα 2.

Πίνακας 2: Χαρακτηριστικά της συνομιλίας, κατά Biber et al. (1999)

Περικειμενικές συνθήκες Λεξικογραμματικά χαρακτηριστικά

1. Χρησιμοποιεί τον προφορικό λόγο απαιτούνται συμβάσεις μεταγραφής

2. Βασίζεται σε κοινό περικείμενο μεγάλη συχνότητα αντωνυμιών

έλλειψη και μηχανισμοί απαλοιφής γραμματικών

δομών

3. Αποφεύγει την εξειδίκευση της σημασίας χαμηλή λεξική πυκνότητα

αποφυγή πολύπλοκων ονοματικών φράσεων

ασάφεια και μετριασμός

4. Είναι διαδραστική ζεύγη γειτνίασης

οργανωτικά στοιχεία (δείκτες λόγου)

5. Εκφράζει ευγένεια, συναισθήματα, στάσεις συνομιλιακές ρουτίνες

6. Διεξάγεται σε πραγματικό χρόνο φαινόμενα έλλειψης ευχέρειας (παύσεις, δισταγμοί,

επαναλήψεις)

φωνολογική συντομία

περιορισμός πολύπλοκων δομών

7. Διαθέτει περιορισμένο και τοπική επανάληψη

επαναλαμβανόμενο ρεπερτόριο λεξικά συμπλέγματα

χαμηλός δείκτης τύπων-δειγμάτων

8. Χρησιμοποιεί καθημερινή έκφραση περιορισμένες συμβάσεις ορθότητας

Μια αντίστοιχη περιγραφή λείπει για τα Ελληνικά, για τα οποία έχει εδώ και καιρό
διαπιστωθεί η περιορισμένη χρήση προφορικών δεδομένων στη γλωσσική έρευνα (Goutsos
et al. 1994). Την έλλειψη αυτή έρχονται να καλύψουν σταδιακά τα σώματα κειμένων

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 13

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

προφορικού λόγου που αναπτύσσονται και για την ελληνική γλώσσα. Μια από τις πιο
πρόσφατες ερευνητικές προσπάθειες για τη συγκέντρωση προφορικών δεδομένων είναι το
Corpus Προφορικού Λόγου του Ιδρύματος Μ. Τριανταφυλλίδη, που δημιουργήθηκε στο
πλαίσιο του προγράμματος «Γλωσσική Διεπίδραση και Ανάλυση Συνομιλίας» του
Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (βλ. Παυλίδου 2002, Pavlidou 2013). Περιλαμβάνει
1,7 εκατομμύρια λέξεις από ποικίλα είδη λόγου όπως καθημερινές συνομιλίες μεταξύ
φίλων και συγγενών, τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, γλωσσική διεπίδραση στη σχολική τάξη,
τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων και τηλεοπτικές συζητήσεις και έχει αναπτυχθεί και αναλυθεί
από τη σκοπιά της Ανάλυσης Συνομιλίας. Το υλικό που είναι προσπελάσιμο διαδικτυακά
περιλαμβάνει 33 καθημερινές συνομιλίες μεταξύ φίλων και συγγενών, συνολικού
μεγέθους 207.507 λέξεων1.

Ήδη από τη δεκαετία του 1990 άρχισε να αναπτύσσεται το Σώμα Ελληνικών
Κειμένων (ΣΕΚ, βλ. Γούτσος 2003, Goutsos 2010), ένα σώμα κειμένων αναφοράς της
Ελληνικής, που περιλαμβάνει τόσο γραπτά όσο και προφορικά δεδομένα, στο οποίο
βασίζονται οι μελέτες του τόμου αυτού. Το ΣΕΚ περιέχει 30 εκατομμύρια λέξεις από μια
ισορροπημένη ποικιλία κειμενικών ειδών όπως λ.χ. ακαδημαϊκά, λογοτεχνικά,
ειδησεογραφικά κείμενα, ραδιοτηλεοπτικές συνεντεύξεις, μηνύματα ηλεκτρονικού
ταχυδρομείου κ.λπ., και είναι ελεύθερα προσβάσιμο από το διαδίκτυο στο σύνολό του2.
Ειδικότερα, στα προφορικά δεδομένα του ΣΕΚ περιλαμβάνονται κείμενα πληροφορίας,
όπως ειδήσεις (επίκαιρα και ψυχαγωγικά νέα από ραδιόφωνο και τηλεόραση),
συνεντεύξεις (από ραδιόφωνο, τηλεόραση κ.ά.) και ομιλίες (ακαδημαϊκές και μη), και
κείμενα μη πληροφορίας, δηλαδή συνομιλίες, πρόσωπο με πρόσωπο και από το τηλέφωνο.
Οι περισσότερες συνομιλίες ανήκουν στο είδος της αυθόρμητης καθημερινής συνομιλίας
μεταξύ οικείων, που, φυσικά, δεν αποτελεί το μόνο είδος προφορικού λόγου, αλλά
θεωρείται πρωτοτυπικό, καθώς προκύπτει από τη συνηθέστερη επικοινωνιακή περίσταση
στην οποία βρίσκονται οι ομιλητές μιας γλώσσας και εκφράζει την ανάγκη για «επίτευξη
και διατήρηση της κοινωνικής συνοχής μέσω της ανταλλαγής εμπειριών» (Biber et al.
1990: 1041). Για το λόγο αυτό, η έρευνα που διεξάγεται σε αυθόρμητες συνομιλίες, αν και
αφορά κατεξοχήν το συγκεκριμένο είδος αλληλεπίδρασης, μπορεί να προσφέρει μια καλή
εικόνα του συνόλου των λεξικογραμματικών πόρων του ελληνικού προφορικού λόγου
ευρύτερα. Αν ξέρουμε πώς συνομιλούμε μεταξύ μας στα Ελληνικά, διαθέτουμε τις βασικές
γνώσεις για τους μηχανισμούς που χρησιμοποιούνται στον ελληνικό προφορικό λόγο.

1 Το σώμα κειμένων είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα: http://corpus-ins.lit.auth.gr/corpus/index.html
2 Η πρόσβαση στο ΣΕΚ γίνεται μέσω της ιστοσελίδας: http://www.sek.edu.gr.

14 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

Στο υπόλοιπο μέρος της Εισαγωγής θα παρουσιάσουμε τα ευρήματα της
προκαταρκτικής έρευνας στα δεδομένα που μελετώνται στον τόμο σε σχέση με το
λεξιλόγιο του προφορικού λόγου και τα κυρίαρχα συντακτικά σχήματα που απαντούν σ’
αυτόν3. Στο τέλος, παρουσιάζονται συνοπτικά οι επιμέρους μελέτες του τόμου που
ακολουθούν.

2. Το λεξιλόγιο του ελληνικού προφορικού λόγου
Στην αφετηρία κάθε ανάλυσης του προφορικού λόγου βρίσκεται η λεπτομερής περιγραφή
του λεξιλογίου του. Στον ακόλουθο Πίνακα παρουσιάζονται οι 50 συχνότερες λέξεις των
δεδομένων που μελετώνται από το είδος της αυθόρμητης συνομιλίας. Δίπλα στον απόλυτο
αριθμό της συχνότητας κάθε λέξης εμφανίζεται το ποσοστό συχνότητας στο σύνολο των
λέξεων και το ποσοστό των κειμένων στο οποίο απαντά.

Πίνακας 3: Συχνότερες λέξεις στο κειμενικό είδος της συνομιλίας

N Λέξη Συχν. % Κείμενα % 26 όχι 1.801 0,58 100,00
1 και 10.839 3,47 100,00
2 το 9.842 3,15 100,00 27 τώρα 1.796 0,57 100,00
3 να 9.098 2,91 100,00
4 ναι 5.891 1,88 100,00 28 γιατί 1.792 0,57 100,00
5 είναι 5.854 1,87 100,00
6 δεν 5.724 1,83 100,00 29 ρε 1.792 0,57 91,59
7 θα 4.320 1,38 100,00
8 που 3.740 1,20 100,00 30 πολύ 1.771 0,57 100,00
9 τα 3.719 1,19 100,00
10 ε 3.511 1,12 100,00 31 τη 1.740 0,56 100,00
11 μου 3.367 1,08 100,00
12 η 3.098 0,99 100,00 32 από 1.727 0,55 100,00
13 με 3.068 0,98 100,00
14 τι 2.881 0,92 100,00 33 αλλά 1.647 0,53 100,00
15 την 2.558 0,82 100,00
16 αυτό 2.459 0,79 100,00 34 α 1.627 0,52 98,13
17 για 2.431 0,78 100,00
18 ο 2.396 0,77 100,00 35 έχει 1.592 0,51 98,13
19 στο 2.180 0,70 100,00
20 εγώ 2.164 0,69 100,00 36 τον 1.562 0,50 100,00
21 κι 2.103 0,67 98,13
22 δε 1.950 0,62 96,26 37 της 1.481 0,47 100,00
23 ότι 1.934 0,62 100,00
24 του 1.917 0,61 99,07 38 σε 1.437 0,46 100,00
25 σου 1.885 0,60 100,00
39 ένα 1.393 0,45 100,00

40 ξέρω 1.366 0,44 99,07

41 καλά 1.254 0,40 98,13

42 στην 1.140 0,36 99,07

43 μια 1.131 0,36 99,07

44 εντάξει 1.121 0,36 93,46

45 δηλαδή 1.112 0,36 93,46

46 έτσι 1.100 0,35 100,00

47 ήταν 1.089 0,35 97,20

48 λέει 1.065 0,34 95,33

49 κάτι 1.019 0,33 100,00

50 οι 966 0,31 98,13

3 Οι παρατηρήσεις στις τρεις επόμενες ενότητες έχουν παρουσιαστεί σε μια αρχική μορφή στο Γούτσος (2014).

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 15

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Όπως είναι αυτονόητο, οι γραμματικοί τύποι σχεδόν μονοπωλούν τον κατάλογο
συχνότητας, όπως συμβαίνει σε όλα τα κειμενικά είδη. Παρόλα αυτά και τύποι που εκ
πρώτης όψεως θα χαρακτηρίζονταν λεξικοί όπως οι ρηματικοί τύποι ξέρω και λέει,
διαθέτουν πολλές γραμματικές χρήσεις, όπως λ.χ. στην παρένθετη φράση ξέρω ‘γώ (με
συχνότητα 288, περίπου 21% των συνολικών εμφανίσεων), στο αποδεικτικό (evidential)
λέει (είναι:: λέει υποψήφια για εφτά όσκαρ), αλλά ακόμη και στο εισαγωγικό ευθέος λόγου
λέει, που εμφανίζεται συντακτικά αποκομμένο από την υπόλοιπη πρόταση.

Άλλα σημεία που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε σύγκριση με τους καταλόγους
συχνότητας διαφορετικών κειμενικών ειδών (βλ. λ.χ. Γούτσος 2006: 65-81) είναι:

α) η υψηλή θέση του να, αλλά και των αρνητικών δεν και δε στον κατάλογο
συχνότητας και η σχετικά χαμηλή θέση γενικών όπως του, της κ.ά.,

β) η παρουσία πολλών αντωνυμιών, ιδίως α΄ προσώπου (μου, με, εγώ, σου),
γ) η ύπαρξη μορίων όπως ε και α (πρβλ. Τζάρτζανος 1999: 143-145), των δεικτών
αλληλεπίδρασης ναι και όχι, αλλά και του φατικού ρε,
δ) η εμφάνιση πολλών δεικτών λόγου, όπως τώρα, αλλά, εντάξει, δηλαδή και έτσι.
Γενικά, μπορεί να διαπιστωθεί ότι οι συνθήκες της αλληλεπίδρασης διαμορφώνουν
το συχνότερο λεξιλόγιο της συνομιλίας και καθορίζουν την ιδιαιτερότητά της ως
κειμενικού είδους. Η ιδιαιτερότητα αυτή παρουσιάζεται ανάγλυφα στις λέξεις-κλειδιά του
προφορικού λόγου, δηλαδή στις λέξεις που εμφανίζονται με στατιστικά μεγαλύτερη
συχνότητα στα κείμενα αυτά, σε σύγκριση με το σύνολο των γραπτών κειμένων του ΣΕΚ
(περίπου 25 εκατομμύρια λέξεις), όπως παρουσιάζονται στους ακόλουθους πίνακες. (Για
την έννοια των λέξεων-κλειδιών, βλ. Bondi & Scott 2010 και Φραγκάκη 2012 για τα
Ελληνικά). Ο Πίνακας 4α περιλαμβάνει τις λέξεις που εμφανίζονται με στατιστικά
μεγαλύτερη συχνότητα στη συνομιλία σε σχέση με τα γραπτά κείμενα, ενώ ο Πίνακας 4β το
αντίστροφο, δηλαδή τις λέξεις που είναι ιδιαίτερα συχνές στα γραπτά σε σχέση με τα
προφορικά κείμενα.

16 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

Πίνακας 4α: Θετικές λέξεις-κλειδιά στο κειμενικό είδος της συνομιλίας

N Λέξη-κλειδί Συχνότητα Συχνότητα Σημαντικότητα

(προφορικά κείμενα) (γραπτά κείμενα)

1 ναι 5.891 9.310 189.899,64

2ε 3.511 7.364 93.113,16

3 ρε 1.792 2.276 66.090,55

4 εντάξει 1.121 1.810 35.591,27

5 ντάξει 562 417 27.310,16

6 εγώ 2.164 11.280 26.531,75

7 ξέρω 1.366 4.711 24.403,46

8 τι 2.881 27.938 18.320,48

9 ωραία 774 1.909 18.156,73

10 α 1.627 9.981 16.972,98

11 λέω 923 3.709 14.410,95

12 ξέρεις 679 1.998 13.843,10

13 γώ 303 257 13.821,95

14 ήτανε 571 1.409 13.382,95

15 μου 3.367 52.915 11.644,26

16 τώρα 1.796 17.128 11.635,78

17 δε 1.950 20.378 11.352,38

18 άμα 489 1.234 11.260,56

19 σου 1.885 19.487 11.114,93

20 καλά 1.254 9.844 10.097,04

Πίνακας 4β: Αρνητικές λέξεις-κλειδιά στο κειμενικό είδος της συνομιλίας

N Λέξη-κλειδί Συχνότητα Συχνότητα Σημαντικότητα

(προφορικά κείμενα) (γραπτά κείμενα)

1 του 1.917 616.945 -3.906,39

2 της 1.481 525.661 -3.548,46

3 των 177 315.188 -3.343,47

4 την 2.558 423.132 -1.132,86

5 από 1.727 318.925 -1.055,48

6 τους 819 195.184 -922,86

7 τις 800 155.302 -555,31

8 οι 966 173.730 -544,95

9 ως 75 57.271 -521,77

10 σε 1.437 215.070 -447,26

11 κατά 96 49.632 -398,38

12 στην 1.140 173.722 -378,44

13 στις 237 64.403 -346,55

14 οποία 78 40.668 -327,28

15 με 3.068 352.927 -256,48

16 για 2.431 288.011 -246,79

17 ή 644 96.522 -200,39

18 προς 125 33.778 -180,27

19 η 3.098 338.742 -175,06

20 ενός 18 16.138 -151,78

Οι παραπάνω πίνακες επιβεβαιώνουν τη θεμελιώδη σημασία της αλληλεπίδρασης
για τη διαμόρφωση του λεξιλογίου του πρωτοτυπικού προφορικού λόγου, καθώς στις
θετικές λέξεις-κλειδιά περιλαμβάνονται διαπροσωπικοί και άλλοι δείκτες λόγου, μόρια
που σχετίζονται με την αλληλεπίδραση και τα κεντρικά ρήματα ξέρω και λέω σε α΄ και β΄

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 17

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

πρόσωπο. Σημαντική είναι και η εμφάνιση του αρνητικού μορίου δε, που υποδηλώνει την
υψηλότερη εμφάνιση της άρνησης στον προφορικό σε σχέση με το γραπτό λόγο (Biber et
al. 1999: 158-160). Επίσης, τύποι όπως ήτανε και άμα φαίνεται επίσης ότι αποτελούν
εμβληματικά στοιχεία του προφορικού λόγου. Αντίθετα, τύποι που σχετίζονται με τη
γενική (του, της, των, ενός), εμπρόθετα, ιδίως με λόγιες προθέσεις (κατά, προς), αντωνυμίες
όπως η οποία και το μόριο ως χαρακτηρίζουν κατεξοχήν τον γραπτό λόγο σε σύγκριση με
τον προφορικό.

Η εικόνα αυτή για τον προφορικό λόγο πρέπει να συμπληρωθεί με δύο βασικά
στοιχεία, που επισημαίνουν το περιορισμένο και επαναλαμβανόμενο ρεπερτόριο της
συνομιλίας. Καταρχάς, η σύγκριση των υπο-σωμάτων κειμένων προφορικού και γραπτού
λόγου του ΣΕΚ δείχνει ότι ο πρώτος διαθέτει χαμηλό δείκτη τύπων-δειγμάτων (type-token
ratio) και συγκεκριμένα 40,05 σε σύγκριση με 48,10 του γραπτού λόγου, σύμφωνα με το
σταθμισμένο μέτρο του Scott (2010). Με άλλα λόγια, υπάρχουν πολύ περισσότερες
επαναλαμβανόμενες λέξεις στη συνομιλία απ’ ό,τι στο γραπτό λόγο στο ίδιο δείγμα λέξεων
(πρβλ. τις παρατηρήσεις των Biber et al. 1999 πιο πάνω). Ένα δεύτερο σημαντικό στοιχείο
αφορά την παρουσία των λεξικών συμπλεγμάτων, που αναλύονται στην επόμενη ενότητα.

3. Λεξικά συμπλέγματα στη συνομιλία
Όπως μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε, μεγάλο μέρος του λεξιλογίου του προφορικού
λόγου καταλαμβάνεται από λεξικά συμπλέγματα, δηλαδή μη διακοπτόμενες ακολουθίες
περισσοτέρων των δύο λέξεων με στατιστικά σημαντική συνεμφάνιση (Φέρλας 2011). Τα
20 συχνότερα λεξικά συμπλέγματα στα δεδομένα παρουσιάζονται στον ακόλουθο Πίνακα:

18 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

Πίνακας 5: Λεξικά συμπλέγματα στο κειμενικό είδος της συνομιλίας

Ν Λεξικό σύμπλεγμα Συχνότητα

1 ρε παιδί μου 423

2 να σου πω 372

3 ναι ναι ναι 165

4 δεν μπορώ να 88

5 σου πω κάτι 83

6 και μου λέει 82

7 να σου πω κάτι 79

8 και τα λοιπά 78

9 εν τω μεταξύ 66

10 δεν ξέρω αν 64

11 αυτό το πράγμα 63

12 πώς το λένε 62

13 δεν ξέρω τι 59

14 τι να πω 53

15 θέλω να πάω 50

16 είναι πάρα πολύ 47

17 δεν μπορείς να 46

18 τι να σου 46

19 το θέμα είναι 46

20 με το που 44

24 αυτό είναι το 42

25 δε μ’ αρέσει 42

Όπως μπορούμε να παρατηρήσουμε, στα λεξικά συμπλέγματα συμπεριλαμβάνονται
φράσεις που συνδέονται με την οικειότητα της αλληλεπίδρασης στα συγκεκριμένα
δεδομένα (ρε παιδί μου), οργανωτικά στοιχεία του κειμένου όπως μεταγλωσσικές
εκφράσεις (να σου πω (κάτι), πώς το λένε, τι να πω), εισαγωγικές φράσεις ευθέος λόγου (και
μου λέει) και αναφορικές φράσεις (αυτό το πράγμα, το θέμα είναι), συμπλέγματα στάσης,
κυρίως με αρνητικά μόρια (δεν μπορώ να, δεν ξέρω αν/τι, δεν μπορείς να), αλλά και
στερεότυπες εκφράσεις (και τα λοιπά, εν τω μεταξύ, βλ. Αναστασιάδη-Συμεωνίδη &
Ευθυμίου 2006) κ.ά.4

Όπως παρατηρεί ο Φέρλας στα δικά του δεδομένα προφορικού λόγου, η μέση
συχνότητα εμφάνισης ενός λεξικού συμπλέγματος στον προφορικό λόγο είναι 20 φορές
μεγαλύτερη από αυτήν στα κειμενικά είδη του γραπτού λόγου (2011: 92), ενώ τα λεξικά
συμπλέγματα κειμενικής οργάνωσης εμφανίζονται υπερτριπλάσιες φορές στα προφορικά
δεδομένα σε σχέση με άλλα κειμενικά είδη (2011: 91). Αυτό σημαίνει ότι η παρουσία
λεξικών συμπλεγμάτων είναι θεμελιώδους σημασίας στον ελληνικό προφορικό λόγο, και
μάλιστα αποτελούν στοιχεία που κατεξοχήν οργανώνουν το προφορικό κείμενο.

4 Φυσικά, πολλές από αυτές τις εκφράσεις όπως π.χ. εν τω μεταξύ λειτουργούν ως ένα λέξημα, γίνονται δηλαδή
αντιληπτές στα ελληνικά ως μία λέξη.

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 19

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Για να κατανοήσουμε την κειμενική λειτουργία των λεξικών συμπλεγμάτων
μπορούμε να παρατηρήσουμε πώς διαρθρώνεται η συνομιλία στο παρακάτω απόσπασμα5:

(1) <Ν> πώς θα πώς να σου πει διαφορές αφού δεν έχει ζήσει σε [νησί;
<Μ> [ναι δε δεν έχει ζήσει σε νησί α[λλά
<Ν> [έχει ζήσει μ’ έναν τρόπο ζωής δε μπορεί να δει τη διαφο[ρά
<Μ> [ναι αλλά το θέμα είναι ότι πολλά πράγματα σίγουρα θα ‘χει καταλάβει και θα ‘χει
συγκρίνει μερικά πράγματα τουλάχιστον δε μπορώ να πω ότι τα ‘χει ζήσει αλλά με το
μυαλό της θα μπορεί να φανταστεί τελοσπάντων τι διαφορές υπάρχουνε και:: αν ε:: είχε
ωραία παιδικά χρόνια τελοσπάντων
<Α> ε:: ((γέλια)) @@ δε μπορώ να φανταστώ πώς θα έμενα σε:: νησί όταν ήμουν παιδί δεν
ξέρω πώς θα ήταν αυτό εσύ το ξέρεις καλύτερα
[XD04-0057]

Μπορούμε να διακρίνουμε σαφέστερα την οργάνωση του κειμένου αν το
αναδιατάξουμε σε σειρές με βάση τις ελάχιστες συντακτικές προτάσεις, όπως φαίνεται
παρακάτω:

1 <Ν> πώς θα
πώς να σου πει διαφορές
αφού δεν έχει ζήσει σε [νησί;

<Μ> [ναι δε
5 δεν έχει ζήσει σε νησί α[λλά

<Ν> [έχει ζήσει μ’ έναν τρόπο ζωής
δε μπορεί να δει τη διαφο[ρά

<Μ> [ναι αλλά το θέμα είναι ότι
πολλά πράγματα σίγουρα θα ‘χει καταλάβει

10 και θα ‘χει συγκρίνει
μερικά πράγματα τουλάχιστον
δε μπορώ να πω ότι
τα ‘χει ζήσει
αλλά με το μυαλό της θα μπορεί να φανταστεί τελοσπάντων

15 τι διαφορές υπάρχουνε
και:: αν ε:: είχε ωραία παιδικά χρόνια τελοσπάντων

<Α> ε:: ((γέλια)) @@
δε μπορώ να φανταστώ
πώς θα έμενα σε:: νησί

20 όταν ήμουν παιδί

5 Για τις συμβάσεις μεταγραφής και την κωδικοποίηση βλ. ενότητα 5.

20 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

δεν ξέρω
πώς θα ήταν αυτό
εσύ το ξέρεις καλύτερα

Λεξικά συμπλέγματα εμφανίζονται στις σειρές 2 (πώς να πει), 7 (δε μπορεί να), 8 (το θέμα
είναι), 12 (δε μπορώ να πω), 18 (δε μπορώ να), 21 (δεν ξέρω), δηλαδή στις μισές σχεδόν
ρηματικές φράσεις του αποσπάσματος. Συμπληρωματικά δομικά στοιχεία του κειμένου
αποτελούν οι δείκτες λόγου (τελοσπάντων 14, 16 και αλλά στο σχήμα δεν…αλλά 5, 14) και η
τοπική συνοχική επανάληψη-παραλληλισμός (έχει ζήσει 3, 5, 6, 13, θα ‘χει καταλάβει-θα ‘χει
συγκρίνει 9, 10).

Αυτό που διαφαίνεται ως σημαντικό από την ανάλυση του αποσπάσματος είναι ότι
ο προφορικός λόγος διαθέτει μια τελείως διαφορετική γραμματική οργάνωση από αυτή
του γραπτού λόγου, η οποία μπορεί να αποκαλυφθεί από την εξέταση στοιχείων όπως τα
λεξικά συμπλέγματα, που επισημαίνουν τη διαπλοκή λεξικών και γραμματικών
φαινομένων. Στο συγκεκριμένο κείμενο τα λεξικά συμπλέγματα λειτουργούν κυρίως ως
εναρκτήρια στοιχεία των εκφωνημάτων (utterance launchers, Biber et al. 1999: 1073,
πρβλ. prefixe, Blanche-Benveniste et al. 1990: 114 κ.εξ.). Χαρακτηριστική είναι επίσης η
προτίμηση σε μη υποτακτικές δομές (ναι δεν έχει ζήσει σε νησί αλλά, αντί λ.χ. μιας
εναντιωματικής: αν και δεν έχει ζήσει…), αλλά και η τοποθέτηση του αντικειμένου σε
πρώτη θέση (πολλά πράγματα σίγουρα θα ‘χει καταλάβει 9, μερικά πράγματα τουλάχιστον 11 με
χρήση κλιτικού). Οι δευτερεύουσες προτάσεις επίσης προστίθενται μετά την κύρια
ρηματική φράση, είτε ως αντικείμενα (ονοματικές προτάσεις) είτε ως συμπληρώματα
(επιρρηματικές προτάσεις), ακολουθώντας σε κάθε περίπτωση το ρηματικό πυρήνα.

Όλα τα παραπάνω στοιχεία υποδηλώνουν μια δομή του εκφωνήματος στον
ελληνικό προφορικό λόγο που διακρίνει εναρκτήρια, πυρηνικά και επιπρόσθετα μέρη. Η
περιγραφή αυτή, που έχει διαπιστωθεί για άλλες γλώσσες (Blanche-Benveniste 1990, Biber
et al. 1999), προϋποθέτει, φυσικά, τη μελέτη περισσότερων δεδομένων για να
επιβεβαιωθεί στα Ελληνικά. Στην επόμενη ενότητα διερευνώνται ορισμένα επιλεγμένα
στοιχεία του προφορικού λόγου υπό το πρίσμα αυτής της δομής.

4. Εναρκτήρια και επιπρόσθετα στοιχεία
Στον Πίνακα 3 με τις συχνότερες λέξεις στα δεδομένα της προφορικής συνομιλίας
περιλαμβάνονται οι λέξεις εγώ και εντάξει. Και τα δύο στοιχεία τείνουν να εμφανίζονται
σε αρχικές θέσεις εκφωνημάτων, όπως επισημαίνεται στις μελέτες της Γκούμα και της
Μεντή σε αυτόν τον τόμο. Πιο συγκεκριμένα, έχει διαπιστωθεί ότι το εγώ στις μισές
εμφανίσεις του στα δεδομένα προφορικού λόγου βρίσκεται στις τρεις πρώτες θέσεις του

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 21

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

εκφωνήματος, και κυρίως στις δύο πρώτες, ενώ το εντάξει απαντά σε πρώτη θέση στις
μισές σχεδόν εμφανίσεις, με το ένα τρίτο των εμφανίσεων να εντοπίζεται στη δεύτερη και
στην τελική θέση. Τα ευρήματα αυτά είναι ενδεικτικά της λειτουργίας των τύπων αυτών.

Ειδικότερα, η προσωπική αντωνυμία α΄ προσώπου φαίνεται να αποτελεί τυπικό
μηχανισμό κατάληψης του λόγου (turn-taking mechanism, βλ. Γεωργακοπούλου &
Γούτσος 2011: 209 κ.εξ.) στις ελληνικές συνομιλίες, όπως συμβαίνει στα ακόλουθα
παραδείγματα:

(2) <M> @@ ρε ξέρεις τι γίνεται με το μάμα μια ότι στο μπάτμιντον (.) είναι:: οι πάνω πάνω
θέσεις που είναι εικοσιπέντε τριάντα ευρώ και::[:: δε βλέπεις τίποτα
<K> [εμείς με πόσα είχαμε κάτσει;
<Μ> εμείς είχαμε κάτσει με πενήντα ευρώ και δε βλέπαμε πάλι ρε συ τίποτα
<K> ((γέλια)) θυμάσαι; μ’ εκείνο το κεφάλι;
<Μ> καταρχήν εγώ δε βλέπω σχεδόν τίποτα πάνω
<Σ> α:: έτσι
<M> εγώ δυο φορές που πήγα:: (.) επειδή με βάλανε μέσα που καθόμουν στη::
[FD04-0075]

(3) <Μ> ναι ας μιλήσουμε για τον υπολογιστή που θ’ αγοράσω
<Α> ((γέλια)) σωστά έχει δίκιο η ΜΧΧ (.) θα μιλήσω κι εγώ με τους γονείς μου:: να δω πόσο
μπορούν να με βοηθήσουνε (.) για να πάρω κι εγώ έναν υπολογιστή που θέλω
<Ε> παιδιά εγώ δεν μπορώ να ζητήσω ΤΙΠΟΤΑ αυτή την περίοδο (.) παντρεύεται η αδερφή
μου και καταλαβαίνετε
<Μ> ΑΝΤΕ χα[ρές
<Ε> [ναι (.) ου
<Α> ναι εγώ ευτυχώς θ’ αργήσω ν’ αντιμετωπίσω τέτοιο πρόβλημα (.) γιατί δεν τη βλέπω
να παντρεύεται σύντομα (_) εσύ τελικά τι θα κάνεις με τ’ αγγλικά σου;
[XY04-0073]

(4) <Α> δεν ξέρω (.) βασικά ρε:: από τη μία θα ‘θελα πολύ να πάω Σίφνο έτσι να την ξαναδώ
[γιατί μ’ αρέσει πάρα πολύ αλλά από την άλλη θα ‘θελα να δω και κάτι [καινούριο
<Β> [μ:: (.) μ:: κι εγώ
<Α> ξέρεις @@ να εξερευνήσουμε [το νησί να δούμε
<Β> [μ::
<Κ> εγώ πάντως νομίζω ότι γενικά το Ιόνιο είναι πιο ωραίο από το Αιγαίο
[FY04-0095]

(5) <Ι> μη μου βγάλει κάνα μάτι όχι τίποτα άλλο
<Ν> ε μα το 'χει το μολύβι τόση ώρα τεταμένο @@@ [εγώ δε φοβάμαι
<Κ> [((γέλια))

22 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

<Ν> δε φοβάμαι
<Ι> τώρα εγώ γιατί δε νυστάζω ενώ θα 'πρεπε να νυστάζω;
[ΧΥ04-0081]

Όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε, το εγώ αποτελεί έναν εύκολο και συνήθη γλωσσικό
μηχανισμό κατάληψης του λόγου, καθώς με αυτό ο ομιλητής στρέφει την προσοχή στην
προσωπική του οπτική γωνία, αιτιολογώντας έτσι τη συμβολή του στο λόγο. Η γενική
αυτή ισχύς του ερμηνεύει την επαναλαμβανόμενη χρήση του από τον ίδιο ομιλητή στο (2),
τη διαδοχική χρήση του από διαφορετικούς ομιλητές στο (3) και τη χρήση του για
μετατόπιση του θέματος μέσω της γενίκευσης στο (4) και για αλλαγή θέματος στο (5). Η
εμφάνισή του συνοδεύεται από στοιχεία όπως δείκτες κειμενικής οργάνωσης (καταρχήν
στο 2, πάντως στο 4, τώρα στο 5) και διαπροσωπικούς δείκτες οικειότητας, αλληλεπίδρασης
και στάσης (παιδιά, ναι και ευτυχώς στο 3). Όλα αυτά τα στοιχεία μπορούμε να θεωρήσουμε
ότι ανήκουν στο εναρκτήριο μέρος του εκφωνήματος.

Η ανάλυση της προσωπικής αντωνυμίας στα συνομιλιακά δεδομένα επιτρέπει να
κατανοήσουμε τους λόγους εμφάνισής της στη λειτουργία υποκειμένου σε γλώσσες όπως
τα Ελληνικά, στα οποία η παρουσία της δεν είναι υποχρεωτική. Οι υπάρχουσες
γραμματικές περιγραφές συνδέουν τη χρήση των αντωνυμικών αυτών τύπων με την
εμφατική δήλωση του υποκειμένου (Κλαίρης & Μπαμπινιώτης 2005: 293, Holton κ.ά. 1999:
301) και τη θεματοποίηση (Holton κ.ά. 1999: 408 κ.εξ.). Παρότι οι έννοιες αυτές είναι
χρήσιμες αναλυτικά, δεν ανταποκρίνονται ικανοποιητικά στη λειτουργία του εγώ στη
συνομιλία. Στα πραγματικά δεδομένα φαίνεται ότι με το εγώ δεν αποδίδεται έμφαση στο
υποκείμενο, αλλά εισάγεται η συμβολή του ομιλητή, όπως λ.χ. στο (4). Στο σχετικό
εκφώνημα το τροπικό νομίζω ότι δεν αποτελεί τον πυρήνα της πρότασης, αλλά συνιστά
απλώς ένα μετριαστικό στοιχείο για την άποψη που θα ακολουθήσει και στην οποία
στρέφεται η προσοχή της συνομιλίας. Παρομοίως, αν και η έννοια της θεματοποίησης
μπορεί να εξηγήσει το διαχωρισμό των αρχικών στοιχείων του εκφωνήματος από τα
υπόλοιπα, το βασικό εδώ είναι ότι το εγώ παίζει περιθωριακό ρόλο στην ευρύτερη
θεματική δομή της συνομιλίας. Ο χαλαρός αυτός ρόλος εμφανίζεται και στις κλασικές
δομές «ανακόλουθου» (Σετάτος 1996-1997), που χαρακτηρίζονται ως μορφές «εκτόπισης»
από τους Holton κ.ά. 1999: 414-415), όπως στο ακόλουθο παράδειγμα:

(6) <Φ> πιο πικρός είναι από τους άλλους μου φαίνεται (.) ή όχι;
<Ν> είναι ο κουπάτος (_) που σου ‘λεγα
<Κ> για τους μερακλήδες και τους θεριακλήδες

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 23

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

<Φ> εγώ που ήμουν εκεί στην Ομόνοια χτες (.) διαφημίζει τώρα χριστουγεννιάτικο χαρμάνι
ίσως για φίλτρου (_)
[FD04-0082]

Σε περιπτώσεις όπως αυτή το εγώ δεν αποτελεί το θέμα της πρότασης, όπως ορίζεται
συμβατικά στις γραμματικές περιγραφές, αλλά λειτουργεί αποκλειστικά για εισαγωγή της
συμβολής του ομιλητή (βλ. Γκούμα σε αυτόν τον τόμο) ως χαλαρά συνδεδεμένο στοιχείο
που λειτουργεί για να εντάξει την ακόλουθη πρόταση στη δεδομένη συνομιλιακή
περίσταση (πρβλ. Κατσιμαλή 1996: 126). Για να αντιληφθούμε τη λειτουργία αυτή θα
πρέπει να εγκαταλείψουμε τη δομή της πρότασης όπως γίνεται αντιληπτή στο γραπτό
λόγο και να υιοθετήσουμε μια δομή εκφωνήματος που θα μπορεί να ερμηνεύσει από
κοινού τα προηγούμενα παραδείγματα.

Εξίσου ενδιαφέροντα συμπεράσματα προκύπτουν από την ανάλυση του κειμενικού
δείκτη εντάξει, που συνδέεται με πληθώρα λειτουργιών (βλ. Μεντή σε αυτό τον τόμο). Σε
αρχικές θέσεις ή σε αυτόνομα εκφωνήματα σημαντική είναι η λειτουργία της συμφωνίας,
όπως στο παράδειγμα (7), αλλά ακόμη πιο συχνή είναι η λειτουργία της διαφωνίας, μέσω
του μετριασμού της άποψης του συνομιλητή, όπως στα παραδείγματα (8) και (9), κάτι που
δεν έχει επισημανθεί στη βιβλιογραφία και τη λεξικογραφική πρακτική:

(7) <Α> ναι (.) καλά θα 'ταν νομίζω ((βήχει))
<Τ> θα βάλουμε ΌΛΟΙ για τη βενζίνη
<Α> ναι
<Τ> και θα πάρει μία το αμάξι
<Α> ωραία εντάξει
[FY04-0078]

(8) <Ε> πάντως τέλειο είναι αυτό γιατί τα Χριστούγεννα όλοι ψάχνουν να βρούνε τι δώρο
θα κάνει ο ένας στον άλλο και ΚΑΘΟΛΟΥ δεν σκέφτονται το ποιους ανθρώπους που έχουνε
δίπλα τους και αν είναι τυχεροί γι’ αυτό
<Σ> ε εντάξει όχι μόνο τα Χριστούγεννα (.) πάντα
<Ε> ε::
<Σ> οι άνθρωποι αναζητούν τις υλικές αξίες
<Ε> περισσότερο τα Χριστούγεννα γιατί επειδή είναι και:: γιορτή ξέρω ‘γώ του των δώρων
(.) [γίνονται πολλά
[XD04-0085]

(9) <Μ> είδα το αμέρικαν γκανγκστερ (.) καλό ήταν (.) [περιπέτεια τώρα τους ηθοποιούς δεν
τους θυμάμαι ((γέλια))

24 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

<Α> [@@@ (_) α (.) οκέι
<Μ> ήτανε (.) ωραίο ((γέλια))
<Ε> εντάξει να σας πω την αλήθεια εγώ το θέατρο το προτιμώ (.) το σινεμά το βαριέμαι
[XY04-0073]

Στα παραπάνω παραδείγματα είναι χαρακτηριστική η συνεμφάνιση του εντάξει με άλλα
οργανωτικά στοιχεία όπως το μόριο ε στο (8), το λεξικό σύμπλεγμα να σας πω την αλήθεια
και το εγώ (βλ. παραπάνω) σε ένα εκτεταμένο εναρκτήριο μέρος στο (9).

Αντίθετα, σε τελικές θέσεις το εντάξει συνδέεται με την περάτωση του
εκφωνήματος του ομιλητή, όπως στα ακόλουθα παραδείγματα:

(10) <Π> επειδή να σου πω κάτι; (.) άμα παραδείγματος χάριν είναι ο Συνασπισμός
κυβέρνηση (.) θεωρητικά εντάξει; (.) και και βγαίνει κάποιος ο οποίος είναι πιο δεξιός στις
θέσεις (.) [από το Συνασπισμό <Μ> [ακριβώς (.) δε θα κάτσω εγώ να τον βρίσω
[FY04-0069]

(11) <ΠΑ> ξέρεις πού έχω καταλήξει;
<Α> για ΠΕΣ
<ΠΑ> ε:: και θα καταλάβετε ότι βάζω και τον εαυτό μου μέσα σ’ αυτό το πράγμα ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ
(.) όπως γνωρίζετε είμαι με την Κατερίνα περίπου ένα ενάμιση χρόνο (.) εντάξει;
<Α> και
<ΠΑ> πιστεύω να στο σταυρό που σας κάνω παιδιά ((χειρονομία)) αν δεν ήμουν με την
Κατερίνα με τη συγκεκριμένη όμως κοπέλα η οποία με ανέχεται ανέχεται τις ζήλιες μου
[MY04-0029]

(12) <Λ> παρατηρητήριο;
<Α> παρατηρητήριο (_) παλιά ήταν από στρατόπεδο που πλέον νομίζω δε:: χρησιμοποιείται
(_) να εδώ πέρα με τα:: όπλα κι αυτά εντάξει (.)
(Λ) το άλλο το ξέρετε;
[FY04-0083]

Όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε από τα δεδομένα, το εντάξει δρα ως επιπρόσθετο
στοιχείο, που συμβάλλει στην οργάνωση της συνομιλίας. Σε παραδείγματα όπως τα (10)
και (11) ο ομιλητής χρησιμοποιεί το εντάξει για να εκμαιεύσει την ανατροφοδότηση των
συνομιλητών όσον αφορά μια προϋπόθεση που θέτει ως βασική για τη συνέχιση της
επιχειρηματολογίας του: στο (10) διευκρινίζει ότι πρόκειται για ένα υποθετικό
παράδειγμα, ενώ στο (11) επιδιώκει να επιβεβαιώσει το κοινό έδαφος γνώσεων με τους

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 25

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

συνομιλητές του6. Στις περιπτώσεις αυτές οι φράσεις στις οποίες εντάσσεται το εντάξει
συνιστούν τις λεγόμενες «προσθήκες» (tags, βλ. Biber et al. 1999: 1080), οργανωτικές
στρατηγικές δηλαδή που τροποποιούν αναδρομικά το κυρίως μήνυμα, σε χαλαρή σύνδεση
με αυτό. Ευρύτερα, η χρήση προσθηκών υπηρετεί τη σταδιακή, παρατακτική οργάνωση της
επιχειρηματολογίας, η οποία στο γραπτό λόγο θα έπαιρνε πιθανώς τη μορφή
συμπυκνωμένου, πολύπλοκου υποτακτικού λόγου. Παρόμοια είναι και η λειτουργία του
κειμενικού δείκτη στο (12), όπου συνεμφανίζεται με φράσεις ασάφειας (εδώ πέρα, κι αυτά)
και σηματοδοτεί μαζί τους την περάτωση όλης της συμβολής του ομιλητή.

Συνολικά, το εντάξει σε παραδείγματα όπως τα προηγούμενα δρα στην περιφέρεια
του εκφωνήματος, είτε ως εναρκτήριο είτε ως επιπρόσθετο στοιχείο, για να επισημάνει
την οργάνωση της συνομιλίας, αλλά και για να υπηρετήσει διαπροσωπικές λειτουργίες. Η
χρήση του, επιπλέον, είναι στενά συνυφασμένη με τα δομικά σχήματα στα οποία
εντάσσεται, τόσο όσον αφορά τη μικρο-δομή όσο και τη μακρο-δομή των εκφωνημάτων.

Είναι σαφές ότι η μελέτη εκτεταμένων προφορικών δεδομένων στα Ελληνικά όπως
αυτή που επιχειρήθηκε πιο πάνω μπορεί να βελτιώσει τη γραμματική περιγραφή του
ελληνικού προφορικού λόγου με όρους αυτόνομους και όχι βασισμένους στη γραμματική
του γραπτού λόγου. Όπως υποδεικνύουν τα ευρήματα της έρευνας, απαραίτητη γι’ αυτό
είναι η κατανόηση των λεξικογραμματικών ιδιαιτεροτήτων του ελληνικού προφορικού
λόγου. Τα λεξιλογικά στοιχεία που παίζουν σημαντικό ρόλο στον προφορικό λόγο είναι
διαφορετικά και λειτουργούν με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι στο γραπτό. Έτσι, θεμελιώδης
είναι η σημασία των λεξικών συμπλεγμάτων στην επίτευξη κειμενικών και
διαπροσωπικών λειτουργιών. Επιπλέον, τα ευρήματα συγκλίνουν στο ότι το δομικό σχήμα
των εκφωνημάτων στον προφορικό λόγο διαφέρει από αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως
«σειρά των όρων» στο γραπτό λόγο: στις περιπτώσεις αναπτυγμένων εκφωνημάτων (και
όχι συνεπτυγμένων ή «ελλειπτικών», όπως θα τα ονομάζαμε από την οπτική του γραπτού
λόγου) είναι συχνή η εμφάνιση εναρκτήριων και επιπρόσθετων στοιχείων, που
συνοδεύουν το ρηματικό πυρήνα.

5. Οι μελέτες του τόμου
Η έρευνα, τα πορίσματα της οποίας παρουσιάζονται στο βιβλίο αυτό, πραγματοποιήθηκε
στο πλαίσιο του μαθήματος για τον προφορικό λόγο του μεταπτυχιακού προγράμματος
Θεωρητικής και Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας του Τομέα Γλωσσολογίας του
Πανεπιστημίου Αθηνών. Όλες οι μελέτες άντλησαν το υλικό τους από τα δεδομένα που

6 Το ότι το εκφώνημα γίνεται εδώ αντιληπτό ως περάτωση φαίνεται και από το και του συνομιλητή στη συνέχεια.

26 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

περιγράφονται πιο πάνω και χρησιμοποίησαν κοινά μεθοδολογικά εργαλεία7. Επίσης, για
τη μεταγραφή του προφορικού λόγου ακολουθήθηκαν κοινές συμβάσεις και, ειδικότερα,
τα ακόλουθα σύμβολα:

(.) Μικρή παύση
(_) Μεγάλη παύση
[ Ταυτόχρονη ομιλία (μόνο στην αρχή εκφωνημάτων που επικαλύπτονται)
- Διακοπή από τον ίδιο τον ομιλητή
(( )) Σχόλια αναλυτή για τις περιστάσεις της επικοινωνίας
:: Παράταση/επίσυρση της κατάληξης λέξεων
@@@ Φθόγγος ακαθόριστης φωνητικής αξίας (ένα @ για κάθε συλλαβή περίπου)
ΚΕΦΑΛΑΙΑ Αύξηση έντασης στη λέξη, συλλαβή κ.λπ.
; Χρήση ερωτηματικού επιτονισμού

Τα αρχικά των ομιλητών παρουσιάζονται σε διαγώνιες αγκύλες στη αρχή κάθε συμβολής
τους, ενώ σε κάθε παράδειγμα σε κάθετες αγκύλες ακολουθεί ο κωδικός του προφορικού
κειμένου από το οποίο προέρχεται όπως εμφανίζεται στο ΣΕΚ.

Το ζήτημα της μεταγραφής των προφορικών δεδομένων είναι τεράστιο και δεν
μπορεί να αναπτυχθεί εδώ ικανοποιητικά (βλ. ενδεικτικά Ochs 1979b, Du Bois 1991, Cook
1995, Edwards 1995). Στις συγκεκριμένες μελέτες δίνεται έμφαση στην αρχή της
αναγνωσιμότητας, στην ανάγκη δηλαδή να διαβάζεται το προφορικό κείμενο όσο πιο
εύκολα γίνεται, χωρίς όμως να χάνονται σημαντικές πληροφορίες για το πώς πραγματικά
εκφωνήθηκε. Γενικά, στη δημιουργία προφορικών σωμάτων κειμένων σημαντική είναι η
ερευνητική παράδοση του Sinclair, που κάνει λόγο για «καθαρό κείμενο» (1991: 21),
δηλαδή κείμενο απαλλαγμένο κατά το δυνατόν από μη γλωσσικές πληροφορίες.

Στην πρώτη μελέτη του τόμου, η Νάσια Γκούμα παρουσιάζει τη χρήση του εγώ στην
εναλλαγή ομιλητών στις καθημερινές προφορικές συνομιλίες. Όπως αναφέρθηκε και πιο
πάνω, η συχνότητα, η θέση και η λειτουργία του εγώ το καθιστά κεντρικό στοιχείο στην
ελληνική προφορική συνομιλία. Ειδικότερα, διαπιστώνεται πως το πρώτο πρόσωπο της
προσωπικής αντωνυμίας εμφανίζεται ιδιαίτερα συχνά σε αρχικές θέσεις του εκφωνήματος.
Η εμφάνισή του συνδέεται με λειτουργίες όπως η προώθηση της προσωπικής οπτικής του
ομιλητή στο υπό συζήτηση θέμα, η απάντηση σε ερώτηση, η συνέχεια προηγούμενου
λόγου, είτε του ίδιου του ομιλητή είτε άλλου, που διακόπηκε και η εισαγωγή νέου

7 Συγκεκριμένα, για την εξαγωγή καταλόγου λέξεων, συμφραστικών πινάκων κ.ά. χρησιμοποιήθηκε το πρόγραμμα
Antconc, που διατίθεται δωρεάν στην ιστοσελίδα: http://www.antlab.sci.waseda.ac.jp/software.html.

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 27

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

θέματος. Η έρευνα ασχολείται με τις συχνότητες κάθε κατηγορίας στα δεδομένα, καθώς
και με στοιχεία που συνεμφανίζονται με το εγώ και με το ζήτημα της συντακτικής
ενσωμάτωσής του, στο οποίο έγινε αναφορά πιο πάνω. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες
προεκτάσεις των ευρημάτων είναι η σύνδεση με τη θεωρία της λεξικής προέγερσης, που
μπορεί να ερμηνεύει τις εμφανίσεις του εγώ στο λόγο.

Στην επόμενη μελέτη η Ελένη Μητσέα διερευνά την κατανομή και τη
λειτουργικότητα του αρνητικού μορίου δεν στην προφορική συνομιλία. Η ανάλυση αυτού
του ιδιαίτερα συχνού γραμματικού στοιχείου βασίζεται στην ανάλυση των λεξικών
συμπλεγμάτων στα οποία εμφανίζεται (για την έννοια βλ. πιο πάνω, ενότητα 3). Η Μητσέα
εξετάζει τα συχνότερα λεξικά συμπλέγματα και διαπιστώνει ότι ο ρόλος του ρήματος είναι
ιδιαίτερα σημαντικός σε αυτά, και ειδικότερα στοιχεία όπως η επιλογή του ρήματος, η
τροπικότητά του, η προτίμηση ενεργητικής ή παθητικής φωνής, οι συντακτικές
προτιμήσεις του κ.λπ. Η προσεκτική εξέταση της επικοινωνιακής λειτουργίας των λεξικών
συμπλεγμάτων άρνησης υποδεικνύει το βαθμό εξοικείωσης των ομιλητών με διαδικασίες
πειθούς και επιχειρηματολογίας, τοποθετώντας έτσι το φαινόμενο της άρνησης στις
ευρύτερες πραγματολογικές διαστάσεις του.

Στη συνέχεια, η Αρχοντούλα Μεντή αναλύει τη θέση και λειτουργία του εντάξει
στον προφορικό λόγο. Πρόκειται για ένα εξίσου συχνό στοιχείο του ελληνικού προφορικού
λόγου, το οποίο, όπως φαίνεται από τη μελέτη, ανήκει στους λεγόμενους κειμενικούς
δείκτες ή δείκτες λόγου της Ελληνικής. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγούν η θέση που
καταλαμβάνει στην περιφέρεια του εκφωνήματος και η εξέταση των λειτουργιών του.
Όπως προκύπτει, το εντάξει είναι ένα πολυλειτουργικό γλωσσικό στοιχείο, που εκφράζει
μεγάλο εύρος σημασιών στον προφορικό λόγο, συνδυάζοντας προθετικές και κειμενικές
χρήσεις. Ιδιαίτερα σημαντική ανάμεσα σε αυτές είναι η έκφραση διαφωνίας, μια
λειτουργία που δεν έχει επισημανθεί έως τώρα από την έρευνα στα Ελληνικά.

Η έρευνα της Μαριέττας Αυγερινού στρέφεται στις δευτερεύουσες προτάσεις στον
ελληνικό προφορικό λόγο, μια από τις λίγες μελέτες, αν όχι η μόνη, που εξετάζει το θέμα
αυτό με αυθεντικά δεδομένα προφορικού λόγου. Αφετηρία της έρευνας είναι η αντίστοιχη
μελέτη των Miller & Weinert (1998) στη σύνταξη άλλων γλωσσών, που έχει καταδείξει τη
διαφορά προφορικού και γραπτού λόγου στη χρήση και λειτουργία των δευτερευουσών
προτάσεων. Τα ευρήματα αυτά επαναλαμβάνονται στη μελέτη των ελληνικών δεδομένων,
καθώς οι ομιλητές της ελληνικής δείχνουν να προτιμούν ειδικές, αιτιολογικές,
υποθετικές, τελικές και χρονικές δευτερεύουσες προτάσεις, που χρησιμοποιούνται με
ιδιαίτερο τρόπο στον προφορικό λόγο. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η απόσταση που

28 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

διαπιστώνεται ανάμεσα στα αυθεντικά δεδομένα και τα παραδείγματα που
χρησιμοποιούνται σε διδακτικά εγχειρίδια.

Τη λειτουργία των υποκοριστικών στην προφορική συνομιλία μελετά ο Νίκος
Τσερές. Η μελέτη επανεξετάζει τις βιβλιογραφικές περιγραφές του υποκορισμού στην
Ελληνική με βάση το τι πραγματικά συμβαίνει σε αυθεντικά προφορικά δεδομένα.
Κυρίαρχες λειτουργίες που διαπιστώνονται από την εκτεταμένη ανάλυση των δεδομένων
είναι η χρήση των υποκοριστικών ως μηχανισμού εμπλοκής, για ένδειξη ποσοτικής
διαφοράς, ευγένειας και ειρωνείας ή χιούμορ. Από τις λειτουργίες αυτές προκύπτει η
πολυλειτουργικότητα των υποκοριστικών τύπων στην προφορική συνομιλία και ο
κεντρικός ρόλος που διαδραματίζουν. Όπως φαίνεται με πολύ συγκεκριμένα στοιχεία, οι
ομιλητές χρησιμοποιούν τα υποκοριστικά στα Ελληνικά με καθαρά πραγματολογικό
προσανατολισμό, δηλαδή με στόχους που υπερβαίνουν το κυριολεκτικό περιεχόμενο των
υποκοριστικών τύπων.

Στη συνέχεια, ο Christopher Lees στρέφει την προσοχή του σε στρατηγικές
ευγένειας στον ελληνικό προφορικό λόγο, και ειδικότερα στα στοιχεία συγγνώμη και
παρακαλώ. Ο Lees μελετά τα στοιχεία αυτά στο πλαίσιο της θεωρίας της ευγένειας και
διαπιστώνει ότι, όπως προβλέπει η θεωρία, δεν είναι ιδιαίτερα συχνά στα Ελληνικά, μια
γλώσσα της οποίας οι ομιλητές διακρίνονται από θετική και όχι αρνητική ευγένεια.
Επιπλέον, οι χρήσεις των στοιχείων αυτών δεν συνδέονται, όπως θα αναμενόταν, με τη
λειτουργία της αίτησης, αλλά διαθέτουν άλλες λειτουργίες (π.χ. μετριασμός, ένδειξη
ενόχλησης κ.λπ.). Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι οι πραγματολογικές και
κοινωνιογλωσσολογικές διαστάσεις της γλώσσας είναι απαραίτητες για την κατανόηση
της γλωσσικής ευγένειας, αλλά και τη διδασκαλία της αυθεντικής γλωσσικής χρήσης.

Τέλος, ο Αντώνης Αλφιέρης αναλύει ζητήματα ιδεολογίας σε προφορικά δεδομένα,
ακολουθώντας μια διαφορετική, εκ του σύνεγγυς, προσέγγιση, επηρεασμένη από την
Κριτική Ανάλυση Λόγου. Ειδικότερα, επιλέγει δύο εκτεταμένα αποσπάσματα από τα
προφορικά δεδομένα, στα οποία προβάλλονται με χαρακτηριστικό τρόπο ζητήματα
ταυτότητας, φύλου, εθνότητας κ.λπ. και αναλύει τους γλωσσικούς μηχανισμούς με τους
οποίους προβάλλεται η ιδεολογία των ομιλητριών. Το βασικό πόρισμα της ανάλυσης
αυτής είναι ότι ο προφορικός λόγος οργανώνεται με βάση ιδεολογικά σχήματα, τα οποία
«αφήνουν το αποτύπωμά τους στη δομή του», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ο τόμος κλείνει με τη μελέτη του Αλέξανδρου Μπακογιάννη για τη διδασκαλία του
προφορικού λόγου στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Πρόκειται για μια ευρεία επισκόπηση
της έρευνας στα Ελληνικά για το θέμα, που ξεκινά από τις αρχές σύμφωνα με τις οποίες η
διδασκαλία του προφορικού λόγου είναι απαραίτητη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Στη

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 29

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

συνέχεια, εντοπίζονται τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν καθηγητές και μαθητές σε
σχέση με το μάθημα της γλώσσας και προτείνονται λύσεις και τρόποι ένταξης του
προφορικού λόγου στην εκπαιδευτική διαδικασία μέσα και έξω από το σχολικό πλαίσιο με
παραδείγματα και εφαρμογές. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρείται να δοθεί στους
εκπαιδευτικούς ένας ολοκληρωμένος οδηγός για το θέμα ώστε να είναι
αποτελεσματικότεροι στη διδασκαλία των προφορικών κειμένων.

Ελπίζουμε ότι το βιβλίο στο σύνολό του, που βασίζεται στην ανάλυση ενός
εκτεταμένου σώματος προφορικών κειμένων, θα συμβάλει ουσιαστικά στην κατανόηση
του προφορικού λόγου στα Ελληνικά, προσφέροντας κατευθύνσεις για τη μελέτη της
προφορικότητας, αποκαλύπτοντας πτυχές του λεξιλογίου και της γραμματικής που ήταν
άγνωστες έως τώρα, αλλά και τοποθετώντας ήδη γνωστά γλωσσικά φαινόμενα στις
διαστάσεις που υπαγορεύει η πραγματική χρήση της γλώσσας.

Ως επιμελητής του τόμου θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους τους συμμετέχοντες για
τη συνεργασία τους, καθώς και για την υπομονή και τη φροντίδα με την οποία δούλεψαν
τα κείμενά τους. Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω τον Αργύρη Αρχάκη και τη Γεωργία
Φραγκάκη, που διάβασαν όλα τα άρθρα του τόμου και έκαναν πολύτιμες παρατηρήσεις. Για
τις τυχόν ανεπάρκειες και τα λάθη που παραμένουν ευθύνεται, φυσικά, ο επιμελητής του
τόμου. Θερμές ευχαριστίες οφείλονται στη Ζωή Γαβριηλίδου, επιστημονική υπεύθυνη της
σειράς, και τον Ηρακλή Λαμπαδαρίου, εκδότη της Σαΐτας, για την αγάπη με την οποία
αγκάλιασαν αυτό τον τόμο.

30 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

Βιβλιογραφία

Biber, D., Johansson, S., Leech, G., Conrad, S. & Finegan, Ε. 1999. Longman Grammar of Spoken and Written
English. London: Longman.

Blanche-Benveniste, C., Bilger, M., Rouget, C. & Van den Eynde, K. 1990. Le français parlé. Études
grammaticales. Paris: CNRS.

Bondi, M. & Scott, M. (eds). 2010. Keyness in Texts. Amsterdam/Philadelphia: Benjamins.
Chafe, W. 1982. Integration and involvement in speaking, writing and oral literature. In D. Tannen (ed.)

Spoken and Written Language: Exploring Orality and Literacy. Norwood, NJ: Ablex, 35-53.
Chafe, W. 1984. Linguistic differences produced by differences between speaking and writing. In D. Olson

(ed.) The Nature and Consequence of Reading and Writing. Cambridge: Cambridge University Press, 105-
123.
Coulmas, F. 1996. The Blackwell Encyclopedia of Writing Systems. Oxford: Blackwell.
Cook, G. 1995. Theoretical issues: Transcribing the untranscribable. In G. Leech, G. Myers & J. Thomas
(eds.) Spoken English on Computer: Transcription, Markup and Applications. London: Longman, 35-53.
Cresti, E. & Moneglia, M. (eds). 2005. C-ORAL-ROM: Integrated Reference Corpora for Spoken Romance Languages.
Amsterdam/Philadelphia: Benjamins.
Du Bois, J. W. 1991. Transcription design principles for spoken discourse research. Pragmatics 1, 71-106.
Edwards, J. A. 1995. Principles and alternative systems in the transcription, coding and mark-up of spoken
discourse. In G. Leech, G. Myers & J. Thomas (eds.) Spoken English on Computer: Transcription, Markup
and Applications. London: Longman, 19-34.
Goutsos, D. 2010. The Corpus of Greek Texts: A reference corpus for Modern Greek. Corpora 5 (1):29-44.
Goutsos, D, King, P. & Hatzidaki, O. 1994. Towards a corpus of Spoken Modern Greek. Literary and Linguistic
Computing 9 (3), 215-223.
Halliday, M. A. K. 2002. Introduction: A personal perspective. In M.A.K. Halliday, (ed. by John Webster) On
grammar. London: Continuum, 1-14.
Harris, R. 2001. Rethinking Writing. London: Continuum.
Holton, D., Mackridge, P. & Φιλιππάκη-Warburton, E. 1999. Γραμματική της ελληνικής γλώσσας (μτφρ. Β.
Σπυρόπουλος). Αθήνα: Πατάκης.
Linell, P. 1982. The Written Language Bias in Linguistics. Studies in Communication, 2. Linköping: Department
of Communication Studies.
Miller, J. & Weinert, R. 1998. Spontaneous Spoken Language: Syntax and Discourse. Oxford: Clarendon Press.
Ochs, E. 1979a. Planned and unplanned discourse. In T. Givón (ed.) Syntax and semantics 12: Discourse and
syntax. New York: Academic Press, 51-80.
Ochs, E. 1979b. Transcription as theory. In E. Ochs & B. Schieffelin (eds) Developmental Pragmatics. New
York: Academic Press, 43-72.
Ong, W. J. 1982. Orality and Literacy: Τhe Technologising of the World. London: Methuen. [Ελλ. μτφρ.: 1997.
Προφορικότητα και εγγραμματοσύνη. (Μτφρ.: Κ. Χατζηκυριάκου). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές
εκδόσεις Κρήτης].
Pavlidou, Th.-S. 2012. The Corpus of Spoken Greek: Goals, challenges, perspectives. LREC Proceedings,
Workshop 18 (Best Practices for Speech Corpora in Linguistic Research), 23-28.

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 31

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Scott, M. 2010. WordSmith Tools Help. Liverpool: Lexical Analysis Software.
Sinclair, J. 1991. Corpus, Concordance, Collocation. Oxford: Oxford University Press.
Tannen, D. 1982. Oral and literate strategies in spoken and written narratives. Language 58 (1), 1-21.
Tannen, D. 1984. Relative focus on involvement in oral and written discourse. In D. Olson (ed.) The Nature

and Consequence of Reading and Writing. Cambridge: Cambridge University Press, 124-147.
Vasilopoulou, A., Hadjidemetriou, C. & Terkourafi, M. 2010. Introducing Greek Conversation Analysis.

Journal of Greek Linguistics 10:157-185.

Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Ά. & Ευθυμίου, Α. 2006. Οι στερεότυπες εκφράσεις και η διδακτική της Νέας
Ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας. Αθήνα: Πατάκης.

Γεωργακοπούλου, Α. & Γούτσος, Δ. 2011. Κείμενο και επικοινωνία. Ανανεωμένη έκδοση. Αθήνα: Πατάκης.
Γούτσος, Δ. 2003. Σώμα Ελληνικών Κειμένων: Σχεδιασμός και υλοποίηση. Πρακτικά του 6ου Διεθνούς

Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 18-21 Σεπτεμβρίου 2003. Διαθέσιμο στην
ιστοσελίδα: http://www.philology.uoc.gr/conferences/6thICGL/
Γούτσος, Δ. 2006. Ανάπτυξη λεξιλογίου: Από το βασικό στο προχωρημένο επίπεδο. Στο Γούτσος, Δ.,
Σηφιανού, Μ. & Γεωργακοπούλου, Α. Η ελληνική ως ξένη γλώσσα: Από τις λέξεις στα κείμενα. Αθήνα:
Πατάκης, 13-92.
Γούτσος, Δ. 2014. Για μια γραμματική του ελληνικού προφορικού λόγου. Στο Ζ. Γαβριηλίδου & Α.
Ρεβυθιάδου (επιμ.) Μελέτες αφιερωμένες στην Ομότιμη Καθηγήτρια Α.Π.Θ. Άννα Αναστασιάδη-
Συμεωνίδη. Καβάλα: Σαΐτα, 211-231.
Γούτσος, Δ. 2012. Γλώσσα. Κείμενο, ποικιλία, σύστημα. Αθήνα: Κριτική.
Κατσιμαλή, Γ. 1996. Διάταξη/Σειρά των κύριων όρων της πρότασης. Στο Γ. Κατσιμαλή & Φ. Καβουκόπουλος
(επιμ.) Ζητήματα νεοελληνικής γλώσσας. Ρέθυμνο: Πανεπιστήμιο Κρήτης, 121-131.
Κλαίρης, Χ. & Mπαμπινιώτης, Γ. 2005. (σε συνεργασία με Α. Μόζερ, Α. Μπακάκου-Ορφανού & Σ. Σκοπετέα).
Γραμματική της Νέας Ελληνικής. Δομολειτουργική-Επικοινωνιακή. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Παυλίδου, Θ.-Σ. 2002. GR-SPEECH: Σώμα ελληνικών προφορικών κειμένων. Μελέτες για την Ελληνική
Γλώσσα 22, 124-134.
Σετάτος, Μ. 1996-1997. Παρατηρήσεις στη σειρά των όρων της κοινής νεοελληνικής. Επιστημονική
Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. 6, 251-270.
Τζάρτζανος, Α. 1999 [1946-1953]. Νεοελληνική σύνταξις (της κοινής δημοτικής). Θεσσαλονίκη: Κυριακίδη.
Φέρλας, Α.-Έ. 2011. Ο προκατασκευασμένος λόγος στα Ελληνικά και Αγγλικά. Μια μελέτη βασισμένη σε
σώματα κειμένων με προεκτάσεις στη διδασκαλία της γλώσσας. Διδακτορική διατριβή, Εθνικό και
Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Φραγκάκη, Γ. 2012. Η ιδιόλεκτος των κυβερνητικών εκπροσώπων: Προκαταρκτικές παρατηρήσεις στο
κειμενικό είδος της ενημέρωσης συντακτών. Πρακτικά 10ου Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής
Γλωσσολογίας, 1-4 Σεπτεμβρίου 2011, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 1197-1206. Διαθέσιμο στην
ιστοσελίδα: http://www.icgl.gr/el/papers-in-greek.html.

32 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 33

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η χρήση του εγώ στην εναλλαγή ομιλητών σε καθημερινές προφορικές συνομιλίες
Νάσια Γκούμα

1. Εισαγωγή
Το ενδιαφέρον για τον προφορικό λόγο στη σύγχρονη γλωσσολογία αναπτύχθηκε στo
πλαίσιο της αντίληψης πως έργο της είναι η περιγραφή της δομής της γλώσσας, που
βρίσκει την πιο φυσική έκφρασή της στον προφορικό λόγο (βλ. π.χ. Φιλιππάκη-Warburton
1992: 25). Βασικό ζήτημα στο οποίο εστίασε η μελέτη του προφορικού λόγου υπήρξε η
εναλλαγή της σειράς των ομιλητών (turn-taking), όπως αναπτύχθηκε με αφετηρία το
κλασικό άρθρο των Sacks, Schegloff και Jefferson (1974). Το άρθρο αυτό εγκαινίασε την
προσέγγιση της Ανάλυσης Συνομιλίας (conversation analysis), που μελέτησε λεπτομερώς
την οργάνωση και δομή της συνομιλίας με πλήθος μελετών, ιδίως για τα Αγγλικά (βλ.
ενδεικτικά Orestrom 1983, Stenstrom 1994, Schegloff 1996, Tao 2003, Sacks 2004, Liddicoat
2007 κ.ά.), αλλά και για άλλες γλώσσες (βλ. Vassilopoulou et al. 2010, για τα Ελληνικά).

Το ερώτημα της παρούσας μελέτης σχετίζεται με την εναλλαγή της σειράς των
ομιλητών, όπως αυτή επιτυγχάνεται με τη χρήση του εγώ σε ελληνικές συνομιλίες. Το εγώ
δεν έχει μελετηθεί ιδιαίτερα ως τώρα, με εξαίρεση πραγματολογικές μελέτες, στις οποίες
αναλύθηκε ως πτυχή του δεικτικού κέντρου, και συγκεκριμένα της προσωπικής δείξης,
που σχετίζεται με τους ρόλους των συμμετεχόντων στην επικοινωνιακή κατάσταση (βλ.
Μπακάκου-Ορφανού 1989, Μπέλλα 2001: 21 κ.ε.). Ειδικότερα, η Μπακάκου-Ορφανού
(1989) συζητώντας τις λειτουργίες των αντωνυμιών σημειώνει την ιδιαιτερότητα της
αντωνυμίας εγώ να μην έχει σταθερό σημείο αναφοράς με το οποίο να συμπίπτουν οι
εκάστοτε χρήσεις της στο λόγο. Όπως αναφέρει, συνδέεται άμεσα με τη γλωσσική
πλήρωση, καθώς αποτελεί ταυτόχρονα μέσο αναφοράς και αντικείμενο αναφοράς (1989:
51). Είναι φανερό ότι τέτοιου είδους αναλύσεις, όσο εμπεριστατωμένες και αν είναι,
δίνουν έμφαση στην αντιπροσώπευση του πρώτου προσώπου και όχι στον ίδιο το λεξικό
τύπο εγώ. Το ίδιο ισχύει για τις συντακτικές αναλύσεις, στις οποίες υπογραμμίζεται ότι τα
Ελληνικά είναι μια γλώσσα με μη υποχρεωτική εμφάνιση υποκειμένου (Θεοφανοπούλου-
Κοντού 1989: 170) και επομένως το πρόσωπο δηλώνεται με τη μορφολογία του ρήματος,
ενώ η χρήση της προσωπικής αντωνυμίας είναι προαιρετική. Αυτό που ενδιαφέρει και εδώ
είναι η – συχνά εννοούμενη – αντιπροσώπευση του προσώπου και όχι ο πραγματωμένος
λεξικός τύπος εγώ.

Η προαιρετική, όπως χαρακτηρίζεται, χρήση του εγώ δεν έχει μελετηθεί επαρκώς
στη βιβλιογραφία, όπου αναφέρεται μόνο πως χρησιμοποιείται – ανεξάρτητα από το αν
πρόκειται για προφορικό ή γραπτό λόγο – για έμφαση ή σε αντιδιαστολή προς άλλα

34 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

πρόσωπα (βλ. ενδεικτικά Μπακάκου-Ορφανού 1989: 42, Μπέλλα 2001: 66, Κλαίρης &
Μπαμπινιώτης 2004: 292-293). Ωστόσο, εύκολα διαπιστώνεται ότι υπάρχει
συστηματικότητα στην κατανομή και χρήση του. Για παράδειγμα, όλοι οι φυσικοί ομιλητές
της Ελληνικής είμαστε εξοικειωμένοι με τη ρυθμιστική απαγόρευσή του στο γραπτό λόγο
και μάλιστα είναι γνωστό ότι σε μαθητικά γραπτά αποτελεί στοιχείο στο οποίο
επικεντρώνεται η διόρθωση των εκπαιδευτικών από τις πρώτες ήδη τάξεις της
εκπαίδευσης. Επιπλέον, στον προφορικό λόγο θεωρείται άτυπος κανόνας ευγένειας να μην
περιαυτολογεί κανείς και ιδιαίτερα να μην το κάνει ρητά χρησιμοποιώντας το εγώ.

Έχει ενδιαφέρον να συσχετίσουμε τις ρυθμιστικές αυτές προτιμήσεις με αυθεντικά
δεδομένα από τη χρήση του εγώ. Στα γραπτά δεδομένα του ΣΕΚ (βλ. Γούτσος 2003) το εγώ
έχει 297 εμφανίσεις, από τις οποίες μάλιστα πολλές είναι παραθέσεις προφορικών
συνομιλιών, ενώ η 100η συχνότερη λέξη έχει 17.376 εμφανίσεις. Αντίθετα, η συχνότητά
του είναι πολύ μεγάλη στις αυθόρμητες προφορικές συνομιλίες, καθώς στα προφορικά
δεδομένα του ΣΕΚ, αλλά και στο υλικό που εξετάζεται στο παρόν άρθρο, αποτελεί την 20η
συχνότερη λέξη (βλ. Γούτσος στον παρόντα τόμο). Επιπλέον, μια βασική παρατήρηση που
προκύπτει εύκολα από τη μελέτη των προφορικών δεδομένων αφορά τη μεγάλη
συγκέντρωσή του στην έναρξη των εκφωνημάτων.

Τα δεδομένα αυτά αποτέλεσαν την αφορμή για τη διαμόρφωση του ερευνητικού
ερωτήματος της παρούσας μελέτης, που αφορά τις χρήσεις του εγώ στις τρεις πρώτες
θέσεις του εκφωνήματος κατά την προφορική συνομιλία. Όπως υποστηρίζεται, ο βασικός
ρόλος του γραμματικού αυτού στοιχείου στις αρχικές θέσεις συνδέεται με τη διαδικασία
εναλλαγής των ομιλητών. Στόχος της μελέτης δεν είναι η ανάλυση της γενικότερης
χρήσης του εγώ, αλλά της λειτουργίας του σε συνάρτηση με άλλες συνεμφανιζόμενες
λέξεις ή φράσεις, που αποτελούν μηχανισμούς κατάληψης του λόγου και προτάσσονται
στο εκφώνημα.

2. Δεδομένα και μεθοδολογία της έρευνας
Το υλικό της ανάλυσης αποτελείται από 31 αποσπάσματα απομαγνητοφωνημένων
προφορικών συνομιλιών, διάρκειας 15 λεπτών περίπου το καθένα. Ο συνολικός αριθμός
των λέξεων του τελικού σώματος κειμένων ανέρχεται στις 90.530 λέξεις. Όλες οι
συνομιλίες είναι ζωντανές με συμμετοχή του ερευνητή που έκανε τη βασική
απομαγνητοφώνηση, ενώ ο τόπος ηχογράφησης, ο αριθμός των συμμετεχόντων, το φύλο
και η ηλικία τους ποικίλλουν, με κυρίαρχη την παρουσία νέων γυναικών, φοιτητριών στο
Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 35

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Τα δεδομένα αναλύθηκαν με το πρόγραμμα Antconc (έκδοση 3.2.4), με τη χρήση του
οποίου εντοπίστηκαν όλες οι περιπτώσεις εμφάνισης του τύπου εγώ8 στο σώμα των
προφορικών δεδομένων. Στη συνέχεια αναζητήθηκε η θέση που κατέχει κάθε εμφάνισή
του στη συμβολή του εκάστοτε ομιλητή, ώστε να επιλεγούν οι αναφορές που σχετίζονται
με την εναλλαγή των ομιλητών. Πρέπει να σημειωθεί πως από το δείγμα της έρευνας
αποκλείστηκαν όλες οι περιπτώσεις εμφάνισης της γραμματικοποιημένης φράσης ξέρω
‘γώ, (βλ. Γούτσος στον παρόντα τόμο) γιατί σε αυτή την περίπτωση το εγώ δεν λειτουργεί
αυτόνομα και έχει χάσει την αρχική του σημασία.

Για τον προσδιορισμό της θέσης του εγώ αναζητήθηκε η απόστασή του από το
σημείο έναρξης μιας συμβολής, που στο μεταγεγραμμένο κείμενο σηματοδοτείται με το
αρχικό γράμμα του ονόματος του εκάστοτε ομιλητή, π.χ. <Χ>, είτε υπάρχει επικάλυψη του
προηγούμενου ομιλητή, είτε όχι. Λέξεις στην αναζήτηση αυτή θεωρούνται όλες οι
περιπτώσεις του μεταγεγραμμένου κειμένου, στις οποίες υπάρχουν γραπτά στοιχεία που
δεξιά και αριστερά οριοθετούνται με κενό. Έτσι, στις λέξεις περιλαμβάνονται και
επιφωνήματα, γλωσσικά παραγεμίσματα (fillers) κ.λπ.9 Ο ορισμός αυτός της λέξης έχει
αρκετά προβλήματα. Αρχικά, θα μπορούσε να εγείρει αντιδράσεις η συμπερίληψη
επιφωνημάτων και γλωσσικών παραγεμισμάτων σε αυτές. Εδώ θεωρούνται λέξεις γιατί
διαθέτουν κεντρικό ρόλο στην προφορική επικοινωνία, κάτι που πολλές φορές τους δίνει
τη δυνατότητα ακόμα και να χρησιμοποιούνται ως αυτόνομα εκφωνήματα για σκοπούς
ανατροφοδότησης.10 Ακόμη, διαφωνίες θα μπορούσαν να προκύψουν και σε σχέση με τις
ημιτελείς λέξεις, τις φραστικές λέξεις ή τις μονοσύλλαβες λέξεις που έχουν πάθει έκθλιψη
και αποτελούν μια τονική μονάδα με την επόμενη (π.χ. σ’ ευχαριστώ). Λόγω των
διαφορετικών πιθανών αναλύσεων στον προσδιορισμό της λέξης ακολουθούνται τα
τυπικά κριτήρια που αναφέρθηκαν παραπάνω, καθώς η έμφαση της μελέτης δεν είναι
στην ακριβή οριοθέτηση της θέσης του εγώ, αλλά στον ευρύτερο ρόλο του κατά την
εναλλαγή, για τον οποίο ενδεικτικά μελετώνται οι εμφανίσεις του στις τρεις πρώτες
θέσεις.

Στην επόμενη ενότητα ερευνάται η κατανομή του εγώ στις επιμέρους θέσεις του
εκφωνήματος κατά την προφορική συνομιλία. Αφού διαπιστωθεί η συγκέντρωση των
εμφανίσεών του στις πρώτες θέσεις του εκφωνήματος, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις

8 Αναζητήθηκαν οι τύποι εγώ, ΕΓΩ, ε[γώ, Ε[ΓΩ, ‘γω και ‘γώ προκειμένου να περιληφθούν στην έρευνα όλες οι
εμφανίσεις του γραμματικού τύπου.
9 Πρόκειται για τα συνήθη στον προφορικό λόγο ε::, α:: μ::, αχά κ.λπ. Στη διεθνή βιβλιογραφία έχουν χρησιμοποιηθεί
πολλοί όροι γι’ αυτά, όπως fillers, filled pauses, hesitation disfluencies/ markers, verbal blunders, planners, non-
lexical vocalizations, backchannel noises (βλ. Tottie 2011: 174, 193 και Mc Carthy 2002: 1-6).
10 Για το ρόλο αυτό, βλ. Tottie (2011: 176) και Tao (2003: 190).

36 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

εμφανίσεις των τριών πρώτων θέσεων, ώστε να φανεί ο ρόλος του στην εναλλαγή της
σειράς ομιλητών.

3. Θέσεις του εγώ στο εκφώνημα
Στον Πίνακα 1 που ακολουθεί παρουσιάζονται οι εμφανίσεις του εγώ στις επιμέρους θέσεις
των εκφωνημάτων. Στον πίνακα περιλαμβάνονται και θέσεις στο εκφώνημα πέρα από τις
αρχικές που θα μας απασχολήσουν συστηματικά ώστε να υπάρχει σαφέστερη εικόνα της
κατανομής. Η παρουσίαση σταματά στην όγδοη θέση, αφού αυτή θεωρείται επαρκές όριο
καθώς, ήδη μέχρι αυτή τη θέση, διαγράφονται σαφείς τάσεις. Επίσης, στον πίνακα
περιλαμβάνονται και θέσεις που προσδιορίζονται με βάση το τέλος των εκφωνημάτων,
αφού παρατηρήθηκε συσσώρευση των εμφανίσεων του εγώ και στις ληκτικές θέσεις. Η
μελέτη τους ωστόσο χρειάζεται προσοχή γιατί η θέση που εμφανίζεται τυπικά ως ληκτική
μπορεί να είναι παραπλανητική: συχνά τα εκφωνήματα είναι ημιτελή, καθώς ο ομιλητής
διακόπτεται από άλλον συνομιλητή. Επιπλέον, κάποια από τις ληκτικές θέσεις μπορεί να
συμπίπτει με άλλη λειτουργική θέση από αυτές που αναφέρονται στον πίνακα, αν
εξεταστεί το ίδιο εκφώνημα από την αρχή του σε περίπτωση που είναι σύντομο. Καθώς θα
ήταν αυθαίρετο να ορίσουμε μια θέση στο εκφώνημα η οποία να το χωρίζει σε αρχή και
τέλος, με δεδομένο ότι το μέγεθος των εκφωνημάτων ποικίλλει, εξετάστηκε απόλυτα η
θέση του εγώ με προοπτική από το τέλος του εκφωνήματος. Έτσι, η εξέταση των ποσοστών
πρέπει να γίνεται με αυτές τις επιφυλάξεις. Γεγονός είναι πάντως πως μεγάλος αριθμός
των αποτελεσμάτων βρίσκεται σε μακροσκελείς συμβολές, κάτι που επιβεβαιώνει την τάση
εμφάνισης στο τέλος του εκφωνήματος. Στην τελευταία στήλη του Πίνακα 1
παρουσιάζονται οι εμφανίσεις του εγώ στο σύνολο των προφορικών κειμένων του ΣΕΚ,
ώστε να είναι δυνατή η αντιπαραβολή των αποτελεσμάτων σε δύο διαφορετικά σώματα
κειμένων.

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 37

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Πίνακας 1: Τοποθέτηση του εγώ στις διάφορες θέσεις του εκφωνήματος

Εμφανίσεις

Θέση στο εκφώνημα Εμφανίσεις στο σύνολο των
στα δεδομένα της έρευνας προφορικών δεδομένων

του ΣΕΚ

1η 105 (18,9%) 360 (21,2%)

2η 112 (20,1%) 301 (17,7%)

3η 53 (9,5%) 124 (7,3%)

4η 48 (7,2%) 130 (7,7%)

5η 38 (6,8%) 94 (5,6%)

6η 30 (5,4%) 80 (4,7%)

7η 17 (3,1%) 69 (4,1%)

8η 9 (1,7%) 37 (2,2%)

3η από το τέλος 32 (5,8%) 84 (5%)

Προτελευταία 20 (3,4%) 76 (4,5%)

Τελική 28 (5%) 97 (5,7%)

Σύνολο εμφανίσεων 556 1696

Όπως προκύπτει από τον Πίνακα 1, η παρουσία του εγώ είναι κυρίαρχη στις πρώτες
θέσεις των συμβολών των ομιλητών, ενώ φθίνει καθώς απομακρυνόμαστε από την
έναρξη του εκφωνήματος. Καθώς η χρήση της προσωπικής αντωνυμίας σε θέση
υποκειμένου είναι προαιρετική, ο εντοπισμός των εμφανίσεών της στην έναρξη του
εκφωνήματος, και συγκεκριμένα σε ποσοστό 43,1% στις τρεις πρώτες θέσεις, φαίνεται πως
εξυπηρετεί συγκεκριμένες επικοινωνιακές λειτουργίες.

Η αντιπαραβολή των δεδομένων του σώματος κειμένων της έρευνας με το υλικό
από τις προφορικές συνομιλίες του ΣΕΚ υποδεικνύει πως υπάρχει σχετική σταθερότητα στη
χρήση του εγώ, όπως φαίνεται και στο Γράφημα 1 που ακολουθεί.

Γράφημα 1: Κατανομή του εγώ στα δύο σώματα κειμένων

38 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

Επιπλέον, τα δεδομένα υποδεικνύουν πως είναι συχνή η χρήση του εγώ και σε
ληκτικές θέσεις, αν και όχι τόσο όσο η εναρκτήρια λειτουργία του, ενώ ενδιαφέρον
παρουσιάζει η μεγάλη συχνότητα εμφάνισής του στην τρίτη θέση από το τέλος του
εκφωνήματος, σε παραδείγματα όπως τα ακόλουθα:

(1) <Ν> ε μα το 'χει το μολύβι τόση ώρα τεταμένο @@@ [εγώ δε φοβάμαι
[XY04-0081]

Σε περιπτώσεις όπως αυτές φαίνεται πως το εγώ καταλαμβάνει τη θέση αυτή γιατί, ακόμη
κι όταν βρίσκεται στο τέλος του εκφωνήματος, πάλι καταλαμβάνει μια από τις αρχικές
θέσεις σε μια επιμέρους δομή, όπως στο παράδειγμα (1) όπου η τελευταία νοηματική
ενότητα (επιμέρους δομή) στο εκφώνημα του Ν ξεκινά με το εγώ και ακολουθούν δύο
ακόμα λέξεις. Οι παραπάνω περιπτώσεις, παρά το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν, δεν θα
μας απασχολήσουν στην εργασία αυτή, η οποία θα περιοριστεί στις αρχικές θέσεις του
εκφωνήματος.

Συνοψίζοντας, τα ευρήματα δείχνουν πως η χρήση του εγώ είναι πολύ συχνή στις
πρώτες θέσεις του εκφωνήματος, γεγονός που κάνει σκόπιμη την περαιτέρω διερεύνηση
του ρόλου του στην εναλλαγή των συνομιλητών. Αρχικά μελετάται η σχέση της χρήσης
του εγώ με τις προηγούμενες συμβολές για να φωτιστεί η λειτουργικότητά του, στη
συνέχεια αναζητούνται τα στοιχεία με το οποία συνεμφανίζεται στην αρχή των
εκφωνημάτων και διερευνάται η συντακτική του ενσωμάτωση στο εκφώνημα,
προκειμένου να διαγραφούν κάποιες βασικές τάσεις στη χρήση του.

4. Η σχέση του εγώ με τις προηγούμενες συμβολές στη συνομιλία
Το πρώτο ερώτημα που τίθεται αναφορικά με τη λειτουργία του εγώ στην εναλλαγή των
συνομιλητών είναι η σχέση που έχει το εκφώνημα που περιέχει το εγώ με το προηγούμενό
του. Από την ανάλυση των δεδομένων προέκυψαν οι ακόλουθες κατηγορίες:

α) Προσωπική οπτική σε υπό συζήτηση θέμα: με το εγώ εισάγονται προσωπικές
κρίσεις, απόψεις, αφήγηση εμπειριών κ.ά. είτε προς την ίδια κατεύθυνση, είτε προς
αντίθετη κατεύθυνση από αυτή του προηγούμενου ομιλητή, χωρίς αυτό να έχει ζητηθεί
ρητά από τον προηγούμενο ομιλητή.

β) Απάντηση σε ερώτηση ρητά εκπεφρασμένη είτε ευθέως, είτε πλαγίως με
εκφράσεις όπως για πες, πες μας κ.ά..

γ) Συνέχεια προηγούμενου λόγου, είτε του ίδιου του ομιλητή είτε άλλου, που
διακόπηκε. Στις περιπτώσεις αυτές ένας ομιλητής κάνει μια προβολή, παρουσιάζει δηλαδή

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 39

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

μια κατάσταση πραγματική ή φανταστική, κυρίως αφηγούμενος μια ιστορία, ενώ ο
συνομιλητής σπεύδει να συμπληρώσει τα λεγόμενά του.

δ) Εισαγωγή νέου θέματος, εντελώς διαφορετικού από αυτό που ήδη συζητείται.
Είναι σαφές ότι τα όρια ανάμεσα στις κατηγορίες αυτές δεν είναι απόλυτα, καθώς
διακρίνονται ενδιάμεσες περιπτώσεις. Για παράδειγμα, σε περίπτωση απάντησης σε
ερώτηση που απευθύνεται σε άλλο συνομιλητή η αναφορά κατατάσσεται στην πρώτη
κατηγορία, της προσωπικής οπτικής πάνω στο θέμα, και όχι στη δεύτερη, της απάντησης
σε απευθυνόμενη σε αυτόν ερώτηση, όπως στο παράδειγμα (2):

(2) <Μ> αν θες όμως να σε βοηθήσουμε εμείς μπορούμε (.) ο Γιάννης γνωρίζει και ΠΑΡΑ
πολλούς καθηγητές
<Ε> θέλεις να του το πούμε; είναι πολύ καλός
<Μ> εγώ λέω ναι (_) είσαι καλός Αντρέα κι είναι άδικο να μην συνεχίσεις (.) κι ο Γιάννης
δεν είναι άνθρωπος @ που θα σ’ απογοητεύσει (.) χθες ας πούμε ήμασταν για καφέ κι ενώ
φύγαμε αργά πήγε στο σπίτι του για να συνεχίσει μια εργασία που είχε
[XY040072]

Παραδείγματα όπως αυτό εντάχθηκαν στην πρώτη κατηγορία, γιατί ο ομιλητής Μ
εκφράζει τη γνώμη του προτάσσοντας το εγώ, χωρίς προηγουμένως να έχει ζητηθεί από
τους συνομιλητές. Άλλη περίπτωση σύγχυσης είναι αυτή στην οποία ο ομιλητής απαντά σε
ερώτηση που του έγινε πριν από μία ή και περισσότερες συμβολές και δεν απαντήθηκε
άμεσα, γιατί μεσολάβησε συμβολή άλλου ομιλητή. Αυτές οι περιπτώσεις εντάσσονται στη
δεύτερη κατηγορία, της απάντησης σε ερώτηση, καθώς ο ομιλητής είναι πιθανό να μην
είχε την ευκαιρία να απαντήσει άμεσα. Η τρίτη και η τέταρτη κατηγορία είναι πολύ πιο
περιορισμένες σε εμφάνιση και διακρίνονται σαφέστερα από τις πρώτες, όπως θα φανεί
και στην αναλυτική αναφορά παρακάτω.

Η χρήση του εγώ στις κατηγορίες αυτές αναλύεται λεπτομερώς στη συνέχεια.
Λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω επιφυλάξεις, μπορούμε εδώ να παρουσιάσουμε τα
ποσοτικά δεδομένα για την κατανομή των λειτουργιών του εγώ στον ακόλουθο Πίνακα
2:11

11 Η μικρή διαφορά στον αριθμό των εμφανίσεων του εγώ στις αρχικές θέσεις ανάμεσα στους Πίνακες 1 και 2
οφείλεται σε περιπτώσεις επανάληψης της λέξης στο ίδιο εκφώνημα, που θεωρούνται ως ενιαία αναφορά στον
Πίνακα 2.

40 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

Πίνακας 2: Σύνδεση του εγώ με τις προηγούμενες συμβολές

Προσωπική οπτική 206 (78,6 %)

Απάντηση σε ερώτηση 47 (17,9 %)

Συνέχεια προηγούμενου λόγου 5 (1,9 %)

Εισαγωγή νέου θέματος 4 (1,5%)

Από τα παραπάνω αποτελέσματα είναι σαφές πως η λειτουργία του εγώ με συντριπτικά
μεγαλύτερο ποσοστό επικεντρώνεται στην προσωπική οπτική σε σχέση με το υπό συζήτηση
θέμα, ώστε να γίνει μετακίνηση του δεικτικού κέντρου. Αν και το δεικτικό κέντρο αλλάζει
και σε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες, ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπάρχει απλή
αλλαγή του ρηματικού προσώπου χωρίς τη χρήση του εγώ, στην πρώτη κατηγορία
περιλαμβάνονται οι περιπτώσεις όπου το εγώ εμφατικά δηλώνει την νέα οπτική πάνω στο
θέμα που συζητείται χωρίς αυτή να έχει ζητηθεί ρητά από τους συνομιλητές με ερώτηση.
Το γεγονός ότι τα αποτελέσματα αυτά προκύπτουν από τις τρεις πρώτες μόνο θέσεις του
εκφωνήματος υπογραμμίζουν τη σημασία του εγώ στο να κατοχυρώσει ο ομιλητής το
δικαίωμα στο λόγο.

4.1. Προσωπική οπτική στο υπό συζήτηση θέμα
Η πρώτη κατηγορία είναι η συχνότερη και καταδεικνύει τη λειτουργικότητα του εγώ στην
εναλλαγή της σειράς των ομιλητών. Με τη χρήση του εγώ στην αρχή του εκφωνήματος ο
ομιλητής εμφατικά στρέφει την προσοχή των υπολοίπων στον εαυτό του και συνεχίζει
εκθέτοντας τη δική του οπτική στο θέμα συζήτησης. Το εγώ λειτουργεί έτσι ως μηχανισμός
κατάληψης του λόγου, αποτελώντας την αιχμή με την οποία ο ομιλητής θα δημιουργήσει
χώρο στη συζήτηση για τη δική του συμβολή.

Στη χρήση αυτή χαρακτηριστική είναι η άμεση επανάληψη του εγώ από διαδοχικούς
ομιλητές, όπως στα ακόλουθα παραδείγματα:

(3) <Ε> παιδιά εγώ δεν μπορώ να ζητήσω ΤΙΠΟΤΑ αυτή την περίοδο (.) παντρεύεται η
αδερφή μου και καταλαβαίνετε
<Μ> ΑΝΤΕ χα[ρές
<Ε> [ναι (.) ου
<Α> ναι εγώ ευτυχώς θ’ αργήσω ν’ αντιμετωπίσω τέτοιο πρόβλημα (.) γιατί δεν την βλέπω
να παντρεύεται σύντομα (_) εσύ τελικά τι θα κάνεις με τ’ αγγλικά σου Ευαγγελία;
[XY040073]

(4) <Σ> μιλάμε για:: εγώ φοβήθηκα πάρα πολύ
<Α> κι εγώ [να σας πω τι έκανα;

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 41

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

<Τ> [ντάξει εγώ βέβαια δεν σηκώθηκα περίμενα στο κρεβάτι αλλά ξαγρύπνησα αλλά::
ντάξει
[FY040090]

Στα παραπάνω αποσπάσματα είναι φανερό πως η χρήση του εγώ από έναν ομιλητή
αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την επαναχρησιμοποίησή του από άλλον. Ειδικά στο
παράδειγμα (4) φαίνεται πως αυτός ο μηχανισμός θεωρείται τόσο δεδομένος, ώστε η τρίτη
συνομιλήτρια Τ προχωρά στη δική της συμβολή, επικαλύπτοντας την Α που είχε ήδη πάρει
το λόγο και αδιαφορώντας για την ερώτηση που τους απευθύνει.

Είναι αρκετές επίσης οι περιπτώσεις στις οποίες ο ίδιος ομιλητής επιμένει σε
διαδοχικές εναλλαγές να χρησιμοποιεί το εγώ για να πάρει το λόγο. Η χρήση αυτή
υποδεικνύει πως ο ομιλητής θεωρεί το μηχανισμό αυτό αρκετά αποτελεσματικό για να
καταλάβει το λόγο και έτσι επαναλαμβάνει τη χρήση του:

(5) <Τ> και επίσης εγώ πιστεύω ότι σίγουρα θα πάμε κι οι τρεις
<Μ> λέτε; να πάμε στην ίδια χώρα;
<Τ> εγώ γενιΚΑ έχω πολύ καλό προαίσθημα και σκέφτομαι πολύ θετικά
<Μ> κι εγώ άλλωστε γιατί να μην σκεφτόμαστε;
[FY040067]

(6) <Μ> καταρχήν εγώ δε βλέπω σχεδόν τίποτα πάνω
<Σ> α:: έτσι
<M> εγώ δυο φορές που πήγα:: (.) επειδή με βάλανε μέσα που καθόμουν στη::
[FD040075]

Και στα δύο παραδείγματα η ίδια συνομιλήτρια θέλοντας να πάρει πάλι το λόγο
καταφεύγει στη χρήση του εγώ. Φαίνεται δηλαδή πως η χρήση του εγώ, είτε από τον ίδιο
τον τρέχοντα ομιλητή, είτε από άλλο συνομιλητή, προκαλεί την επανεμφάνισή του.

Συχνά οι ομιλητές καταφεύγουν στη χρήση του εγώ για να παρέμβουν στη συζήτηση
μετά από ένα διάστημα απουσίας. Αυτή η χρήση του εγώ παρατηρείται περίπου 20 φορές
στα δεδομένα και στην πλειονότητα των περιπτώσεων αυτών δεν συνοδεύεται από
επικάλυψη του προηγούμενου συνομιλητή, κάτι που δείχνει πως ο ομιλητής
παρακολουθεί τις συμβολές των υπολοίπων και περιμένει την κατάλληλη στιγμή. Το εγώ
είναι η λέξη που του επιτρέπει να ξεκινήσει και να τραβήξει την προσοχή, όπως φαίνεται
στα ακόλουθα:

42 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

(7) <Χ> ναι όταν λέμε δουλειά εξαρτάται τι δουλειά θα ‘ναι αυτή;
<Γ2> ναι (.) ΟΧΙ σερβιτόρος;
<Χ> όχι σερβιτόρος
<Γ2> αλλά βιωματικός εκπαιδευτής στη ΔΡΩ;
<Χ> αυτό ακούγεται πιο::: ρωτάς και τι είναι ας πούμε
<Γ2> κατάλαβες;
<Χ> @@ τώρα το σερβιτόρος; ((γελώντας))
<Γ1> εγώ θα ρώταγα πάντως (.) τι είναι; ((γελώντας))
[MY040081]

(8) <Σ> μπορεί να έχεις δίκιο
<Ε> και τι θα ανοίξουν τελικά οι σχολές τη Δευτέρα;
<Σ> τη Δευτέρα:: η δική μας η πολυτ- το πολυτεχνείο ΣΙΓΟΥΡΑ Δευτέρα τώρα δεν ξέρω
[@@@
<Ε> [εμείς Τρίτη μάλλον
<Σ> [τα σχολεία ξεκινάνε Τρίτη σίγουρα πάντως
<Α> κι εγώ έτσι ξέρω (.) ότι τα σχολεία ξεκινάνε την επόμενη του Αγίου Ιωάννου
[XD040085]

Στα παραδείγματα (7) και (8) οι συνομιλητές Γ1 και Α αντίστοιχα απέχουν για αρκετό
χρονικό διάστημα από τη συζήτηση και με την κατάλληλη ευκαιρία χρησιμοποιώντας το
εγώ διεκδικούν τη συμμετοχή τους στη συζήτηση. Αξίζει να σημειωθεί πως στο (8) η Α
είναι η μητέρα των δύο συνομιλητών, που είναι φοιτητές. Καθώς η συζήτηση αφορά το
πρόγραμμα των δύο παιδιών στις σχολές τους, η Α δεν μπορεί να συμβάλει με τη δική της
εμπειρία, αλλά μόλις το θέμα διευρύνεται με τη γενική αναφορά στα σχολεία και όχι στη
σχολή του καθενός, με την πρόταξη του εγώ και την αναφορά σε κάτι σχετικό που
γνωρίζει επιχειρεί να επανέλθει στο προσκήνιο της συνομιλίας. Παρόμοια είναι τα
ακόλουθα παραδείγματα:

(9) <T> έλεγε τρελά κάτι έτσι ιν μάι μπαγκ άι χαβ σέβεραλ οφ μέντισινς θυμάσαι;
<Κ> ρε συ της λέω δεν έφερες πολλά πράγματα γιατί μου λέει τι νομίζεις ότι όλα αυτά είναι
ρούχα λέω ναι ρούχα μου λέει είναι τα μισά ανοίγει τη βαλίτσα και πετάγονται όλα τα
φάρμακα έξω λέω ρε πούστη νόμιζε ότι ήρθε στη Νικαράγουα [έχουμε πεθάνει όλοι εδώ
πέρα ((γέλια))
<Τ> [καλή καλή κοπελίτσα ήτανε
<Κ> ρε ήτανε:: βασικά η οικογένειά της ήταν γαμάτη ρε ήτανε γαμάτη
<Τ> [ναι
<Κ> [ο αδερφός της ήταν κούκλος α::
<Ε> εγώ θυμάμαι το άλλο
[XY040070]

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 43

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

(10) <Α> εγώ θέλω πολύ να ξαναζήσω το μπαλκόνι της Σίφνου
<Β> μ:: κι εγώ (.) μιλούσα με τον Κωνσταντίνο και μου είπε ότι είχε πάει στην Πάτμο κι ότι
έχει πάει πάρα πολλές φορές [ε:: κι ότι είναι καταπληκτικό νησί [ότι έχει πολύ ωραίους
ανθρώπους [ότι έχει πολύ ωραίες παραλίες και τέτοια: όχι τίποτα σπουδαίο αλλά ότι μ::
μου πε ότι είναι πανέμορφο νησί και του λέω εμένα τόσο καιρό η Πάτμος μου έδινε την
ιδέα ότι πάω ν’ ανάψω ένα κεράκι
<Α> [μ:: (.) μ:: (.) μ::
<Α> ναι κι εμένα κι εμένα ((γέλια))
<Β> αλλά μου πε ότι καμία σχέση
<Α> δεν ξέρω (.) βασικά ρε:: από τη μία θα ‘θελα πολύ να πάω Σίφνο έτσι να την ξαναδώ
[γιατί μ’ αρέσει πάρα πολύ αλλά από την άλλη θα ‘θελα να δω και κάτι [καινούριο <Β> [μ::
(.) μ:: κι εγώ
<Α> ξέρεις @@ να εξερευνήσουμε [το νησί να δούμε
<Β> [μ::
<Κ> εγώ πάντως νομίζω ότι γενικά το Ιόνιο είναι πιο ωραίο από το Αιγαίο
[FY040095]

Και στα παραδείγματα (9) και (10) το εγώ συμβάλλει στο να μπορέσει να επανέλθει στο
προσκήνιο ένας συνομιλητής και να συμμετάσχει στη συζήτηση. Σε αυτά μάλιστα οι
συνομιλήτριες Ε και Κ, αντίστοιχα, απείχαν καθώς δεν είχαν την ίδια εμπειρία με τους
άλλους δύο, για την οποία γίνεται λόγος. Με την πρώτη ευκαιρία προτάσσοντας το εγώ
επιχειρούν, μένοντας στο ίδιο θέμα, να μετατοπίσουν το επίκεντρο της συζήτησης, ώστε να
συμμετάσχουν και αυτές. Στην περίπτωση του (9) η Ε σπεύδει να μεταφέρει το ενδιαφέρον
σε μια άλλη ανάμνηση που αφορά τα ίδια πρόσωπα για τα οποία συζητούσαν ως εκείνη τη
στιγμή, ενώ στο (10) η Κ παραμένει στο θέμα των διακοπών και των νησιών, αλλά το
προσεγγίζει πιο γενικόλογα, για να μπορεί να συμμετάσχει ξανά, αφού οι άλλες δύο
συνομιλήτριες έχουν καταπιαστεί συζητώντας τις κοινές τους διακοπές.

Από τα παρατιθέμενα παραδείγματα φαίνεται ότι το εγώ σε αυτή του τη χρήση
αποτελεί καθαρά μηχανισμό με τον οποίο ο ομιλητής επιδιώκει να επανέλθει στη
συνομιλία, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί η διαφωνεί με όσα λέγονται. Όπως προκύπτει
και από τα παραδείγματα (7) και (8) η κατεύθυνση της συμβολής του ομιλητή είναι
ενισχυτική στα όσα λέγονται, ενώ στα (9) και (10) σκοπός του ομιλητή είναι να εκφράσει
την αντίθεσή του.

4.2. Απάντηση σε ρητή ερώτηση
Η δεύτερη κατηγορία χρήσης αφορά την απάντηση σε ρητά εκπεφρασμένη ερώτηση. Τα
δεδομένα δείχνουν πως δεν υπάρχει μεγάλη απόκλιση στη χρήση του εγώ ανάλογα με το
αν η ερώτηση απευθύνεται στο β’ ενικό, οπότε και επιλέγεται ο επόμενος ομιλητής, ή στο

44 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

β’ πληθυντικό πρόσωπο, οπότε η ερώτηση είναι γενική και ένας από τους συνομιλητές
αυτοεπιλέγεται για να απαντήσει. Γενικότερα, η παρουσία του εσύ/ εσείς δεν δεσμεύει την
εμφάνιση του εγώ στην απάντηση και αντίστροφα, όπως φαίνεται στα ακόλουθα
παραδείγματα:

(11)<Ε> ναι (.) εσύ έχεις δει καμία καλή παράσταση;
<Μ> εγώ θέατρο όχι τελευταία δεν έχω πάει (.) σινεμά πήγα την προηγούμενη εβδομάδα
στο μολ
[XY040073]

(12) <Σ> εσύ θα δώσεις;
<Χ> [δεν έχω @@@@
<Δ> [εγώ::; (.) εγώ ναι (.) εγώ ναι
[FY040079]

(13) <Μ> λέτε; να πάμε στην ίδια χώρα;
<Τ> εγώ γενιΚΑ έχω πολύ καλό προαίσθημα και σκέφτομαι πολύ θετικά
[FY040067]

Τα παραπάνω παραδείγματα είναι ενδεικτικά της ποικιλίας που υπάρχει σε σχέση με την
εμφάνιση της αντωνυμίας στην ερώτηση και στην απάντηση: στο (11) το εγώ ακολουθεί
την εμφάνιση του εσύ, ενώ στο (13) εμφανίζεται χωρίς να προηγείται το εσύ. Ιδιαίτερα στο
(12) οι συνομιλήτριες Χ και Δ δεν έχουν συνειδητοποιήσει σε ποια από τις δύο απευθύνεται
η ερώτηση της Σ και απαντούν ταυτόχρονα η μια με το εγώ και η άλλη χωρίς. Φαίνεται
λοιπόν πως στις ερωταπαντήσεις η εμφατική χρήση του εγώ λειτουργεί περιστασιακά και
χωρίς κανονικότητα. Πολύ σημαντικό ρόλο πρέπει να διαδραματίζει σε αυτή την
περίπτωση η παραγλώσσα (χειρονομίες, κινήσεις, βλέμμα), κάτι που δεν ήταν δυνατό να
μελετηθεί σε αυτό το άρθρο.

Στο πλαίσιο των ερωταπαντήσεων περισσότερο λειτουργική φαίνεται να είναι η
χρήση του εγώ στις απαντήσεις σε γενικά απευθυνόμενες ερωτήσεις, όταν απαντούν
περισσότεροι από ένας συνομιλητές. Συνήθως, όταν ο πρώτος που απαντά χρησιμοποιεί
στην απάντησή του εγώ, τότε και οι άλλοι που θα απαντήσουν στο σχετικό ερώτημα θα
χρησιμοποιήσουν και αυτοί το εγώ. Στις περιπτώσεις αυτές η εκφορά του εγώ βοηθά στην
μετακίνηση του δεικτικού κέντρου και της προσοχής λόγω των πολλών συνομιλητών και
παράλληλα είναι αποτέλεσμα της λειτουργίας του ίδιου μηχανισμού που αναφέρθηκε στην
προηγούμενη κατηγορία, αφού η χρήση μιας λέξης από έναν συνομιλητή προκαλεί την
επανάληψή της από τον επόμενο, όπως παρατηρήθηκε παραπάνω.

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 45

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

(14) <Α> [ναι τι θα κάνετε μετά; όταν φύγουμε από τον καφέ;
<Τ> ε:: εγώ έχω αγγλικά όπως είπα (.) δύο ωρίτσες
<Α> μιάμιση με τρεισήμισι (.) καλά και εσύ:: οχτΑΩρο έξω
<Σ> εγώ θα:: εγώ θ’ ανέβω στη σχολή μάλλον τέσσερις η ώρα
[FY040090]

(15) <Α> Παρίσι έχετε πάει;
<Β> ναι ναι
<Κ> εγώ όχι
<Β> εγώ έχω πάει (.) ε:: και ήτανε
[FY040092]

Στο (14) η Σ ακολουθώντας την Τ, που μόλις προηγουμένως απάντησε, ξεκινά με το εγώ
για να προλάβει να πάρει το λόγο, αλλά φαίνεται να μην είναι έτοιμη να απαντήσει: έτσι
επισύρει το θα και κάνοντας αναδίπλωση χρησιμοποιεί και πάλι το εγώ. Ενδιαφέρον είναι
στο (15) πως η Β απαντά γενικά με ναι ναι και, όταν η Κ απαντά με εγώ και έτσι οριοθετεί
τη δική της συμβολή, ξαναπαίρνει το λόγο και κάνει σαφέστερη την απάντησή της,
περιορίζοντάς την σαφώς στον εαυτό της με τη χρήση του εγώ.

4.3. Συνέχεια προηγούμενου λόγου
Οι περιπτώσεις που εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία είναι αρκετά περιορισμένες.
Πρόκειται για προβολές με αναφορά σε υποθετικές, μελλοντικές ή πραγματικές
καταστάσεις ή αφηγήσεις, με τη χρήση του εγώ στις εναρκτήριες θέσεις του εκφωνήματος,
όπως στα ακόλουθα παραδείγματα:

(16) <Γ2> η Σταυρούλα;
<Γ1> ε η Σταυρούλα θα κάνει υπομονή σαν την Πηνελόπη
<Γ2> λέμε τώρα
<Γ1> όχι το εννοώ σαν την Πηνελόπη γιατί η Πηνελόπη πιστή ήτανε;((γέλια))
<Χ> ΧΑ ΧΑ
<Γ1> επειδή έτσι μαθαίνουμε; με τόσους άντρες μες στο σπίτι; (_) εντάξει
<Χ> όλο και κά[τι
<Γ1> [κι εγώ θα ‘μαι πιστός σαν τον Οδυσσέα (_) ((γέλια)) δεν κατάλαβα ((γελώντας))
[ΜΥ040093]

(17) <Α1> κάτσατε πολλές μέρες;
<Σ> έξι μέρες όνειρο
<Α2> έξι μέρες πήγαμε [και Κοπεγχάγη
<Σ> [Αναστασία περάσαμε όνειρο

46 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

<Α2> γιατί εγώ τότε ήμουν εράσμους στο Όντενσε είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη
<Σ> αλλά ξέρεις τι ακριβά ήταν τα ξενοδοχεία; Εκεί μείναμε πέντε βράδια σε ξενοδοχείο
[εκατόν είκοσι ευρώ
[FD040074]

Στο (16) οι τρεις συνομιλητές αναφέρονται στην τύχη που θα έχει η σχέση του ενός όταν
αυτός θα υπηρετεί στο στρατό. Ο Γ1, για τον οποίο και γίνεται λόγος, κάνει μια προβολή
για την κατάσταση που θα επικρατήσει τότε και παραλληλίζει την κατάσταση του
ζευγαριού με αυτή του Οδυσσέα και της Πηνελόπης. Μετά την παρεμβολή σύντομων
σχολίων με το εγώ ξαναπαίρνει το λόγο και συνεχίζει την προβολή του. Στο (17) οι Α2 και
Σ αφηγούνται μια κοινή εκδρομή τους στην τρίτη συνομιλήτρια και η Α2 συνεχίζει την
προβολή της Σ, ξεκινώντας με το εγώ και δίνοντας επιπλέον λεπτομέρειες για το θέμα της
συζήτησης.

Αξίζει να σημειωθεί πως από τις πέντε εμφανίσεις αυτής της χρήσης οι δύο
εντοπίστηκαν στη μοναδική συνομιλία μεταξύ αντρών, χωρίς όμως αυτό να μπορεί να
οδηγήσει σε γενικευμένα συμπεράσματα λόγω του πολύ περιορισμένου δείγματος από
αντρικές συνομιλίες.

4.4. Εισαγωγή νέου θέματος
Παρατηρείται πως σπάνια το εγώ χρησιμοποιείται για να εισαγάγει νέο θέμα στη συζήτηση.
Στο σώμα δεδομένων που μελετάται αυτή η χρήση εμφανίστηκε μόνο τέσσερις φορές, από
τις οποίες παρατίθενται εδώ οι δύο:

(18) <Ι> μη μου βγάλει κάνα μάτι όχι τίποτα άλλο
<Ν> ε μα το 'χει το μολύβι τόση ώρα τεταμένο @@@ [εγώ δε φοβάμαι
<Κ> [((γέλια))
<Ν> δε φοβάμαι
<Ι> τώρα εγώ γιατί δε νυστάζω ενώ θα 'πρεπε να νυστάζω;
[ΧΥ040081]

(19) <Κ1> οπότε εντάξει είσαι μ’ αυτό (_)
<Κ2> ναι αυτά
<Κ1> μια [χαρά
<Ο> [κι εγώ πρέπει να διαβάσω πνίγομαι (.) αλλά μ’ αρέσει που τα έχω κιόλας γιατί μ’
αρέσει να ‘χω ένα πρόγραμμα [γενικώς
<Κ1> [τώρα εγώ θα κοιμηθώ:: απόψε στο δωμάτιο του Βασιλάκη (_)
[FD040084]

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 47

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Στο (18) η Ι ανταλλάσσει πειράγματα με τους συνομιλητές της και απότομα αλλάζει
εντελώς θέμα συζήτησης χρησιμοποιώντας το εγώ. Το ίδιο συμβαίνει και στο (19) όπου η
Κ1, γιαγιά των δύο συνομιλητριών, επιβάλλει αλλαγή του θέματος με το εγώ. Στις δύο
αυτές περιπτώσεις χρησιμοποιείται συνοδευτικά ο δείκτης λόγου τώρα, η χρήση του
οποίου επιτείνει την αλλαγή οπτικής και λειτουργεί συμπληρωματικά με το εγώ στην
εστίαση. Η πολύ περιορισμένη χρήση του εγώ με αυτή τη λειτουργία ενισχύει την εικόνα
που δημιουργείται και από τις άλλες περιπτώσεις χρήσης του, ότι λειτουργεί βασικά για να
εισαγάγει την οπτική γωνία ενός από τους συνομιλητές, κάποιες φορές ακόμα και να
προκαλέσει αντιπαράθεση, σχετικά όμως με το θέμα που ήδη βρίσκεται στο επίκεντρο της
συζήτησης. Ωστόσο, όταν πρόκειται να εισαχθεί νέο θέμα συζήτησης, η αλλαγή της οπτικής
που επιτυγχάνεται και μόνο από την αλλαγή του περιεχομένου φαίνεται πως δεν έχει
ανάγκη υποστήριξης από τη χρήση του εγώ.

5. Στοιχεία που συνεμφανίζονται με το εγώ
Ήδη από τα παραπάνω έγινε φανερή η λειτουργικότητα του εγώ κατά την εναλλαγή των
συνομιλητών. Αξίζει περαιτέρω να δούμε στην ενότητα αυτή τα στοιχεία με τα οποία
συνεκφέρεται το εγώ στη λειτουργία του αυτή, αναζητώντας τις λέξεις που προηγούνται,
όταν καταλαμβάνει τη δεύτερη και τρίτη θέση.

Με μια αδρομερή ταξινόμηση προκύπτει ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων το
εγώ συνοδεύεται από τους παραδοσιακά αποκαλούμενους συνδέσμους, και ιδιαίτερα τους
συμπλεκτικούς. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται η σύνδεση με την αμέσως προηγούμενη
συμβολή, αφού ο ομιλητής πιάνει το νήμα από το σημείο που το άφησε ο προηγούμενος
και προσθέτει τη δική του. Τέτοια στοιχεία στο σώμα κειμένων είναι τα: κι/ και, ούτε (κι),
αλλά, γιατί.

Επόμενα σε συχνότητα είναι στοιχεία που μπορούν να χαρακτηριστούν ως δείκτες
λόγου12 όπως συγγνώμη, λοιπόν, καταρχάς, επίσης, βασικά, απλά, γενικότερα, τώρα, βέβαια κ.ά.
Τα στοιχεία αυτά συνήθως δεν συνεισφέρουν σημασιολογικά στην πρόταση που
ακολουθεί, όπως παρατηρεί και η Κατσιμαλή (1996: 126), αλλά επιτυγχάνουν την ευρύτερη
συνοχή με τα προηγούμενα. Πολλές φορές μάλιστα χρησιμοποιούνται φατικά, μόνο ως
εμβόλιμα στοιχεία που λειτουργούν ως μηχανισμοί κατάληψης του λόγου, και όχι τόσο για
να αποσαφηνίσουν την κατεύθυνση στην οποία θα κινηθεί η δήλωση του ομιλητή. Είναι
χαρακτηριστικό, όπως έχει παρατηρήσει ο Γούτσος (2009: 765), πως στα προφορικά
κείμενα, και ιδιαίτερα στα απροσχεδίαστα, τα στοιχεία αυτά εμφανίζονται στην πρώτη
θέση της πρότασης, κάτι που παρατηρείται και στην έναρξη εκφωνήματος κατά την

12 Για την οριοθέτηση της κατηγορίας, βλ. Γεωργακοπούλου & Γούτσος (1999: 127) και Γούτσος (2009).

48 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

εναλλαγή συνομιλητών. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η αντίστροφη σειρά με πρόταξη
του εγώ και ακολουθία του δείκτη λόγου είναι εξίσου συχνή στα δεδομένα, πιθανώς λόγω
της πολύ ισχυρής λειτουργίας του εγώ.

Στο πλαίσιο αυτής της κατηγορίας εντάσσονται και απολεξικοποιημένα ρήματα ή
φράσεις όπως ξέρω (κι) εγώ,13 ξέρεις, εννοείται, κοίτα, λέω κι εγώ, μιλάμε, όπως και
αξιολογικές φράσεις, που και αυτές συνήθως χρησιμοποιούνται φατικά (π.χ. καλά, μπράβο,
εντάξει/ ντάξει, μια χαρά, ωραία, έλα ντε). Ακολουθούν τα ναι, όχι, όντως, με τα οποία ο
ομιλητής δηλώνει τη συμφωνία ή διαφωνία με τη συμβολή του προηγούμενου για να
παραθέσει στη συνέχεια τη δική του συμβολή. Αρκετά συχνή είναι και η χρήση γλωσσικών
παραγεμισμάτων και επιφωνημάτων (ε::, α::, μ:: κ.ά.), ώστε να προλάβει ο ομιλητής να
πάρει το λόγο και να καλύψει το κενό ανάμεσα στις δύο συμβολές. Τέλος, υπάρχουν
περιπτώσεις χρήσης προσφώνησης πριν το εγώ (ρε, ρε παιδιά, παιδιά, κατονομασία) και
πρόταξης άλλων όρων της πρότασης για έμφαση, οι οποίες θα αναλυθούν λεπτομερέστερα
στη συζήτηση για τις συντακτικές δομές που ακολουθεί.

Ο Πίνακας 3 που ακολουθεί παρουσιάζει τα στοιχεία που συνεμφανίζονται με το εγώ
κατά την εναλλαγή των συνομιλητών με φθίνουσα σειρά συχνότητας:

Πίνακας 3: Στοιχεία που προηγούνται του εγώ στο εκφώνημα

Στοιχείο πρόταξης Συχνότητα εμφάνισης

Σύνδεσμοι 71

Δείκτες λόγου 41

Μόρια συμφωνίας/ διαφωνίας 21

Παραγεμίσματα/ Επιφωνήματα 16

Άλλοι όροι της πρότασης 13

Προσφωνήσεις 10

Από την παραπάνω κατανομή φαίνεται πως οι ομιλητές χρησιμοποιώντας το εγώ πολύ
συχνά επιδιώκουν να συνδέσουν ρητά τη δική τους συμβολή με εκείνη του προηγούμενου
συνομιλητή, οριοθετούν το τέλος του εκφωνήματος του προηγούμενου ή χρησιμοποιούν
μια λέξη μετάβασης για να προσθέσουν τη δική τους οπτική σε ό,τι αναφέρεται. Ακόμη,
υποδεικνύεται ότι προκειμένου να πάρουν το δικαίωμα στο λόγο για να εκθέσουν τη δική
τους άποψη ενεργοποιούν και άλλους μηχανισμούς κατάληψης του λόγου. Θα ήταν πολύ
ενδιαφέρον να μελετηθούν ευρύτερα αυτοί οι μηχανισμοί, ώστε να αξιολογηθεί
λεπτομερέστερα και η συμβολή του εγώ.

13 Το ξέρω ‘γώ, όπως έχει προαναφερθεί, έχει αποκλειστεί από την έρευνα.

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 49

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

6. Συντακτική ενσωμάτωση του εγώ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα της έρευνας έχει η συντακτική συμπεριφορά των
εκφωνημάτων με το εγώ, καθώς φαίνεται να σχετίζεται με την εναλλαγή της σειράς
ομιλητών. Ένα βασικό θέμα που σχετίζεται με τη συντακτική θέση του εγώ κατά την
εναλλαγή των συνομιλητών αφορά τα είδη των προτάσεων στις οποίες εμφανίζεται, τόσο
ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς την ποιότητα και τη δομή. Εδώ ακολουθούνται οι
διακρίσεις που γίνονται στο Χατζησαββίδης & Χατζησαββίδου (2011: 112-115), χωρίς να
αναφερθούμε στη διάκριση ανάμεσα σε κύριες και δευτερεύουσες, που είναι εξάλλου
συζητήσιμη στον προφορικό λόγο (βλ. Αυγερινού στον παρόντα τόμο) Έτσι, ως προς το
περιεχόμενο ακολουθείται η βασική διάκριση σε αποφαντικές και ερωτηματικές, αφού στα
δεδομένα δεν βρέθηκαν επιφωνηματικές προτάσεις ή προτάσεις επιθυμίας, ως προς την
ποιότητα η διμερής διάκριση σε καταφατικές και αποφατικές και ως προς τη δομή η
βασική διάκριση σε πλήρεις και ελλειπτικές. Πρέπει να σημειωθεί πως ελλειπτικές
προτάσεις στην εργασία αυτή θεωρούνται μόνο αυτές από τις οποίες απουσιάζει το ρήμα,
γιατί όσον αφορά άλλους όρους της πρότασης διαφέρει, ανάλογα με το θεωρητικό πλαίσιο,
η εκτίμηση για το αν είναι απαραίτητοι ή όχι. Για τον ίδιο λόγο δεν γίνεται διάκριση
απλών, επαυξημένων και σύνθετων προτάσεων και όλες αυτές οι περιπτώσεις
εντάσσονται στην ευρύτερη κατηγορία πλήρεις.

Με βάση τα παραπάνω η αναζήτηση στο υλικό έδωσε τα αποτελέσματα που
παρουσιάζονται στον Πίνακα 4:

Πίνακας 4: Κατανομή του εγώ στα επιμέρους είδη προτάσεων

Αποφαντικές Ερωτηματικές

Καταφατικές Αποφατικές

Πλήρεις 145 40 11

Ελλειπτικές 15 9 2

Η σημαντική υπεροχή των καταφατικών σε σχέση με τα άλλα είδη προτάσεων είναι
αναμενόμενη. Φαίνεται πως οι ομιλητές επιλέγουν να αναφερθούν στον εαυτό τους
περισσότερο με θετικές παρά με αρνητικές δηλώσεις.

Όσον αφορά τις ερωτηματικές προτάσεις, ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι όλες
οι πλήρεις ερωτηματικές δομές είναι περιπτώσεις ρητορικών ερωτήσεων, ενώ οι δύο
ελλειπτικές ερωτηματικές δομές που εντοπίζονται εκφράζουν η μία ρητορική ερώτηση και
η άλλη απορία. Ενδεικτικά παραδείγματα είναι τα ακόλουθα:

50 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

(20) <Ι> μα ρε συ δεν το 'χεις δει με τι μανία το τραβολογάει;
<Ν> εγώ δεν το 'χω δει; εικοσπέντε εικοσπέντε ώρες τη μέρα ασχολείται μ' αυτό το
συγκεκριμένο τουφάκι ((γέλια))
[FD040081]

(21) <Γ2> [θα πατήσεις; τι έχεις βελτιωθεί;
<Γ1> ΕΓΩ; όχι εγώ θα ξενυχιάσω ((γέλια)) δεν υπάρχει περίπτωση
[MY040093]

(22) <Σ> εσύ θα δώσεις;
<Χ> [δεν έχω @@@@
<Δ> [εγώ::; (.) εγώ ναι (.) εγώ ναι
[FY040079]

Στο παράδειγμα (20) η ρητορική ερώτηση διατυπώνεται με πλήρη δομή, το εγώ
λειτουργεί εμφατικά και, όπως φαίνεται από τα συνολικά δεδομένα, είναι από τις πιο
τυπικές χρήσεις του εγώ στο πλαίσιο ερωτηματικών δομών. Αντιθέτως, στα παραδείγματα
(21) και (22) έχουμε ελλειπτικές δομές με το εγώ στην αρχή εκφωνήματος. Στην περίπτωση
του (21) πρόκειται για ρητορική ερώτηση, όπως προκύπτει από τα ευρύτερα συμφραζόμενα
–οι συνομιλητές σχολιάζουν τις φωνητικές ικανότητες ενός απ’ αυτούς, του Γ1- και από
την αύξηση της έντασης της φωνής, ενώ στο (22) πρόκειται για πραγματική απορία της Δ
για το αν απευθύνεται σε αυτή η ερώτηση της Σ, καθώς ταυτόχρονα απαντά και η Χ και
μεσολαβεί παύση, ώσπου να απαντήσει τελικά στο αρχικό ερώτημα της Σ.

Στις ρητορικές ερωτήσεις συνυπολογίζονται και ερωτήσεις που ουσιαστικά δεν
αναμένουν απάντηση, αλλά χρησιμοποιούνται ως εισαγωγή, για να κατοχυρώσει ο
ομιλητής το δικαίωμα στο λόγο, όπως το παράδειγμα (23), που ακολουθεί, στο οποίο η Α
επιχειρεί να ξεκινήσει μια αφήγηση:

(23) <Σ> μιλάμε για:: εγώ φοβήθηκα πάρα πολύ
<Α> κι εγώ [να σας πω τι έκανα;
<Τ> [ντάξει εγώ βέβαια δεν σηκώθηκα περίμενα στο κρεβάτι αλλά ξαγρύπνησα αλλά::
ντάξει
<Α> να σας πω εγώ τι έκανα; ((γέλια)) μη γελάσετε ((γέλια)) σηκώθηκα με το που έγινε
σεισμός και αμέσως πήγα ξεκλείδωσα τις πόρτε::ς και ΜΕΤΑ:: (.)
[FY040090]


Click to View FlipBook Version