Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 101
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
στον ισχυρισμό του συνομιλητή του και αποτελεί σύμφωνα με τη θεωρία μη προτιμώμενο
δεύτερο μέλος (Schegloff 2007: 59-60).9
Συχνά, ο ομιλητής δεν δηλώνει τη διαφωνία του κατευθείαν, αλλά συμπεριφέρεται
πιο ευγενικά και διπλωματικά, δεχόμενος την άποψη του συνομιλητή του εν μέρει και
εκφράζοντας αμέσως μετά τη δική του άποψη, που είναι διαφορετική. Σε τέτοιες
περιπτώσεις, μετά το εντάξει που εισάγει το λόγο, ακολουθεί πάντα ένας αντιθετικός
σύνδεσμος:
(8) <Μ>…αντιδράς απότομα (_) χωρίς να σκέφτεσαι αυτό είναι
<Α> ε αλήθεια λέει;
<Ε> εντάξει ρε παιδιά το ξέρω αλλά έτσι είμαι (.) τι να κάνουμε; δεν θα τρελαθούμε κιόλας
[XY04-0072]
(9) <Ε> η:: ομοφυλοφιλία είναι:: ανωμαλία της ανωμαλία της φύσης
<Ι> εντάξει σίγουρα δεν είναι κάτι το νορμάλ παρόλ’ αυτά εφόσον συμβαίνει δεν μπορούμε
να το αποκλείσουμε
[FD04-0087]
Στα παραδείγματα (8) και (9) οι δομές εντάξει...αλλά και εντάξει…παρόλ’ αυτά, όπως και
άλλες ανάλογες δομές που εμφανίζονται σε μεγάλο ποσοστό στο σώμα κειμένων και
μπορούν να αποτελούν δεύτερο ή τρίτο μέλος ζεύγους γειτνίασης, εκφράζουν έμμεσα και
διπλωματικά τη διαφωνία του ομιλητή απέναντι σε ό,τι έχει ειπωθεί και συχνά μάλιστα
ενυπάρχει σε αυτές η διάσταση της δικαιολόγησης ή της τεκμηρίωσης. 10
Ένας ακόμη πιο ευγενικός τρόπος για να δηλωθεί έμμεσα η διαφωνία είναι ο
μετριασμός που εκφράζει ο ομιλητής απέναντι στον προηγούμενο ισχυρισμό που
ειπώθηκε, όπως φαίνεται στα (10) και (11):
(10) <Μ> βρε (.) λεφτά θα σου δώσω για το ταξί αλλά δε νομίζω ότι η αμφίεσή μου μου
επιτρέπει να κατέβω κάτω
<Σ> εντάξει θα βάλεις μια φορμούλα και […]
[FY03-0017]
9 Η συμφωνία και η διαφωνία ως προτιμώμενο και μη προτιμώμενο δεύτερο μέλος διαλογικού ζεύγους αντίστοιχα,
έχουν ερευνηθεί διεξοδικά από την Pomerantz (1984), υπό το πρίσμα της κοινωνικής αλληλεπίδρασης.
10 Αντίστοιχες δομές που εκφράζουν παραχώρηση και έμμεση διαφωνία έχουν εξακριβωθεί και για τον εβραϊκό
αντίστοιχο δείκτη tov από τον Maschler (2005: 220-221).
102 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
(11) <Α> δε σου έχω πει εκεί να μην πηγαίνεις ρε στο βρομιάρη
<Δ> ε:: εντάξει δεν τον θεωρώ κακό (.) αυτόν βρήκα κοντά σου σ’ αυτόν πήγα
[FY03-0019]
Στα δύο αυτά παραδείγματα, το εντάξει και πάλι σε αρχική θέση εισάγει μετριασμό, ο
οποίος ενισχύεται με τη χρήση υποκοριστικού (10) και επιφωνήματος11 (11), με απώτερο
σκοπό να δείξει τη διαφωνία του ομιλητή προς τον συνομιλητή του. Πιο συγκεκριμένα,
στο (10) η Μ έμμεσα δηλώνει πως λόγω της αμφίεσής της δεν θα συνοδεύσει τη φίλη της Σ
που φεύγει από το σπίτι της, ενώ η Σ προσπαθεί να την πείσει μετριάζοντας το πρόβλημα
της αμφίεσης και προτείνοντάς της λύση (θα βάλεις μια φορμούλα). Στο (11) η Α επιπλήττει
τη φίλη της Δ επειδή ψώνισε από ένα συγκεκριμένο κατάστημα και εκείνη που διαφωνεί
απαντά μετριάζοντας τη σημασία της πράξης της.
Η μερική διαφωνία, ο μετριασμός ή η συγκατάβαση, που εισάγονται με το εντάξει, σε
ορισμένες επικοινωνιακές περιστάσεις μπορούν να οδηγήσουν και στη συνεπαγωγή
υπονοημάτων, όπως ειρωνείας:
(12) <Γ2> κοίταξε [οι γενιές ψηλώνουν μη βλέπεις εσύ που έμεινες στο ένα εξήντα
<Χ> [ένα εβ- ένα εξήντα οχτώ είμαι
<Γ2> εντάξει ούτε ένα εβδομήντα με το ζόρι δεν είσαι ((γελώντας))
[MY04-0093]
Η ειρωνεία στο παραπάνω απόσπασμα αποτελεί συνομιλιακό υπονόημα.12 Ο Γ πειράζει τον
Χ για το ότι είναι κοντός, εκείνος αναφέρει το ακριβές ύψος του, και ο Γ με μετριασμένη
συγκατάβαση και εξακολουθώντας να έχει περιπαιχτική διάθεση τον ειρωνεύεται
γελώντας.
Μορφή διαφωνίας εκ μέρους του ομιλητή αποτελεί και η προσπάθειά του να
περιορίσει την ισχύ της διαπίστωσης του συνομιλητή, εισάγοντας παράλληλα μια νέα
πληροφορία:
(13) <Μ> είδα το αμέρικαν γκάνγκστερ…ήτανε (.) ωραίο ((γέλια))
<Ε> εντάξει να σας πω την αλήθεια το θέατρο το προτιμώ
[XY04-0073]
11 Η συνεμφάνιση του εντάξει με επιφωνήματα είναι συχνή όταν δηλώνεται ή εισάγεται διαφωνία (βλ. παραδείγματα
4,7,11), αποκαλύπτοντας την τάση του ομιλητή για μετριασμό, κατά την έκφραση της διαφωνίας.
12 Ο Grice (1975: 52-53) θεωρεί την ειρωνεία σκόπιμη παραβίαση του Αξιώματος της Ποιότητας, και ως εκ τούτου
γενικευμένο συνομιλιακό υπονόημα, σε αντίθεση με τον Levinson (2000: 188, 234-235, 238-240), ο οποίος τη θεωρεί
περίπτωση εξειδικευμένου συνομιλιακού υπονοήματος (“particularized conversational implicature”), καθαρά μετα-
σημασιολογικό πραγματολογικό στοιχείο.
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 103
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
(14) <Μ> κοίτα να δεις κάτι (.) και τα άλλα γυαλιά (.) την ίδια τύχη θα ‘χουνε
<Σ> εντάξει @ αυτά τα γυαλιά Μαρία τα έχω πέντε χρόνια
[FY03-0017]
Στο (13) η Μ ενημερώνει τις φίλες της για μια κινηματογραφική ταινία που είδε και η Ε
προσπαθώντας να κλείσει το συγκεκριμένο θέμα και θέλοντας προφανώς να αλλάξει την
πορεία της συζήτησης, εκφράζει την προτίμησή της για το θέατρο, ενώ στο (14), όπου οι
δύο φίλες συζητούν για την επικείμενη αγορά μυωπικών γυαλιών από τη μία, η Μ λέει στη
Σ πως και τα καινούργια γυαλιά θα πέσουν θύμα κακομεταχείρισης από εκείνη,
προκαλώντας τη διαφωνία της Σ, η οποία στην προσπάθειά της να δικαιολογηθεί,
ενημερώνει τη φίλη της πως η κακή κατάσταση των γυαλιών της δεν οφείλεται στην κακή
χρήση αλλά στη φθορά του χρόνου.
Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις το εντάξει βρίσκεται σε αρχική θέση στο
εκφώνημα και συγκεκριμένα πρώτη και εισάγει άμεσα ή έμμεσα τη διαφωνία,
αποτελώντας δεύτερο μέλος του ζεύγους γειτνίασης. Αυτό που παρουσιάζει εξαιρετικό
ενδιαφέρον είναι οι διαβαθμίσεις διαφωνίας που επιτυγχάνονται με τη χρήση του εντάξει,
από την άμεση και έμμεση διαφωνία μέχρι το μετριασμό και τα υπονοήματα. Διαγλωσσικά,
έχει διαπιστωθεί η συμβολή του αντίστοιχου δείκτη λόγου ok, σε περικείμενα
αντιπαράθεσης, όπου ο ομιλητής θέλει να προσδώσει μια διάθεση αρνητικότητας και
διαφωνίας (Gaines 2011: 3312-3313).
4.1.3. Διαφωνία / Απόρριψη (ως τρίτο μέλος εναλλαγής)
Αν και το ζεύγος γειτνίασης αποτελεί βασική δομή της προφορικής συνομιλίας, υπάρχουν
κι άλλου είδους ακολουθίες που κυριαρχούν στις συνομιλίες. Η Tsui (1989) υποστηρίζει ως
πιο κατάλληλη βασική μονάδα την τριμελή εναλλαγή, καθώς χρησιμοποιείται σε μεγάλο
αριθμό συνομιλιών, συγκεντρώνοντας περισσότερες γλωσσικές πράξεις από το απλό
διαλογικό ζεύγος, ενώ αποδίδει στο σχήμα αυτό κοινωνική διάσταση. Το τρίτο μέλος της
εναλλαγής, που συνήθως εκφέρεται από τον πρώτο ομιλητή, λειτουργεί συνήθως ως
αξιολόγηση της απάντησης του δεύτερου μέλους της αλληλεπίδρασης ή ως αναγνώριση
του αποτελέσματος που προέκυψε από τα δύο προηγούμενα μέλη.
Η εισαγωγή διαφωνίας ή απόρριψης με τη συμβολή του εντάξει εντοπίζεται και ως
τρίτο μέλος εναλλαγής του λόγου, αποτελώντας ταυτόχρονα ένδειξη τερματισμού, εκ
μέρους του ομιλητή, της προηγούμενης γλωσσικής πράξης, όπως φαίνεται στο (15):
(15) <Μ> θα ρθει και η Μαρία μετά:: δε θα χουμε χώρο μες στη σκηνή (.) όλοι μια σκηνή
104 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
<Σ> ΟΧΙ (.) θα πάρετε σκηνές {κι άλλες
<Κ> όχι εντάξει τέσσερις χωράμε (.) απλώς δε θα χουμε χώρο:: για τις βαλίτσες μας
[FD04-0071]
Εδώ τρεις φίλες συζητούν για τις επικείμενες διακοπές τους σε κατασκήνωση: η Μ θίγει το
πρόβλημα της έλλειψης χώρου που θα αντιμετωπίσει η παρέα μιας και θα εφοδιαστεί με
μία μόνο σκηνή, η Σ απαντά αρνητικά και προτείνει στις φίλες της να πάρουν μαζί τους
και άλλες σκηνές, προκαλώντας τη διαφωνία της Κ, η οποία απορρίπτει την πρόταση της
φίλης της και θέλοντας ίσως να τερματίσει τη συζήτηση, δηλώνει την πεποίθησή της πως
μία σκηνή είναι αρκετή. Ενδιαφέρον στοιχείο στο απόσπασμα αυτό αποτελεί το ότι το τρίτο
μέλος της εναλλαγής δεν εκφωνείται από τον πρώτο ομιλητή, αλλά από έναν τρίτο
ομιλητή.
4.1.4. Έμφαση (σε ερωτηματικές προτάσεις)
Το εντάξει συναντάται σε ρητορικές ερωτήσεις, όπου καταλαμβάνει συνήθως αρχική θέση,
ως εμφατικό στοιχείο που εισάγει τη διαφωνία του ομιλητή απέναντι σε όσα έχουν
ειπωθεί, όπως στα ακόλουθα παραδείγματα:
(16) <Λ> και εντάξει τι έγινε; αφού έτσι ζουν
[FY04-0083]
(17) <Σ> εντάξει να σου πω κάτι; αυτό είναι και ΚΑΘΕ χρόνο γίνεται
[XD04-0085]
Στα εκφωνήματα (16) και (17) το επίρρημα εντάξει εισάγει ερωτηματική πρόταση, δίνοντας
έμφαση και προετοιμάζει το λόγο για τη διαφωνία ή τη διαφορετική άποψη του ομιλητή.
Αξίζει να σημειωθεί πως οι παραπάνω ερωτήσεις (τι έγινε, να σου πω κάτι) φαίνεται να
αποτελούν παγιωμένες συνάψεις του επιρρηματικού, που χρησιμοποιούνται στον
προφορικό λόγο.
4.1.5. Αξιολόγηση (ως κατηγορούμενο)
Το εντάξει εντοπίζεται συχνά σε ρόλο επιθέτου να αποτελεί βασικό συντακτικό στοιχείο
της πρότασης ως κατηγορούμενο. Με αυτή του την ιδιότητα το εντάξει συντάσσεται σχεδόν
πάντοτε με το ρήμα είμαι και χαρακτηρίζει αυτό που προσδιορίζει ως «πολύ καλό,
ικανοποιητικό» (Λεξικό Τριανταφυλλίδης 1998) ή «σε καλή κατάσταση, όπως πρέπει, ή
είναι σωστό» (Μπαμπινιώτης 2002), όπως στα (18) και (19) που ακολουθούν:
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 105
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
(18) <Κ2> καλέ συγνώμη (.) τώρα θα κάνω τις ραψωδίες [άμα είναι
<Κ1> γιατί δυόμιση θα ‘ρθούνε
<Κ2> και το γράμμα (.) α:: το γράμμα θα το κάνω αύριο αυτό
<Κ1> οπότε είσαι εντάξει
[FD04-0084]
(19) <Β> μ:: σε κάνει λίγο χοντρή νομίζω
<Α> αν με δεις στο κομπιούτερ είναι εντάξει
[FY04-0065]
Τόσο στο (18) όσο και στο (19), οι ομιλήτριες διαβεβαιώνουν τους συνομιλητές τους για
την θετική αξιολόγηση των στοιχείων που συζητούν. Χαρακτηριστική είναι η τελική θέση
που καταλαμβάνει το επιρρηματικό σε αυτή του τη χρήση, επιβεβαιώνοντας έτσι και στα
Ελληνικά την τάση που εμφανίζουν τα προσδιοριστικά επιρρηματικά της Αγγλικής να
τοποθετούνται σε τελικές θέσεις (Biber et al. 1999).
4.1.6. Αξιολόγηση (σε επιρρηματική λειτουργία)
Η πρωτοτυπική λειτουργία του εντάξει είναι αναμφισβήτητα η επιρρηματική. Ωστόσο, ως
επίρρημα δεν δηλώνει μόνο τον τακτικό τρόπο ή τη συμφωνία, αλλά χρησιμοποιείται
κατεξοχήν με ρόλο αξιολόγησης και εκφράζει, αρχικά, την κοινή κατανόηση και
συναντίληψη και, έπειτα, τη θετική άποψη ή την έγκριση του ομιλητή απέναντι σε όσα
ακούει, έχοντας τη σημασία των επιρρημάτων καλά και ωραία. Σε αυτή του τη χρήση είναι
ισοδύναμο με το ok.
(20) <Α> η Ήρα θα ‘ρθει σίγουρα;
<Τ> μάλλον ναι
<Α> εντάξει τότε αυτό είναι η καλύτερη φάση είναι πιο έμπειρη απ’ όλες μας ΣΑΝ οδηγός
[FY04-0078]
(21) <Λ> πού θα το βρεις όμως εσύ το ιμέιλ του χι ψι καθηγητή;
<Τ> απ’ το σάιτ τα έχει όλα μέσα για τον κάθε καθηγητή έχει το μέιλ του
<Μ> εντάξει θα τα βρούμε πιστεύω
[FY04-0067]
Όπως φαίνεται από τα παραπάνω αποσπάσματα συνομιλίας, το εντάξει λειτουργεί
επιρρηματικά δηλώνοντας τη στάση του ομιλητή απέναντι στο θέμα συζήτησης.
Συγκεκριμένα, στο (20) η Α, αφού ρωτάει αν θα πάει μια κοινή τους φίλη μαζί τους
106 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
διακοπές και λαμβάνει την καταφατική απάντηση της Τ, εκφράζει τη θετική της στάση και
την έγκρισή της, καθώς συμπεραίνει πως είναι η πιο κατάλληλη για να οδηγήσει το
αυτοκίνητο στο ταξίδι τους. Στο (21), όπου τα κορίτσια συζητούν για τις μελλοντικές
σπουδές της Τ σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού, η Λ τη ρωτάει πώς θα βρει ηλεκτρονικές
διευθύνσεις των καθηγητών, ώστε να πάρει πληροφορίες και εκείνη απαντά πως οι
πληροφορίες υπάρχουν στην ιστοσελίδα του πανεπιστημίου. Η Μ, αξιολογώντας θετικά
την απάντηση, δηλώνει την πεποίθησή της πως δεν θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα στο να
τις βρουν.
Παρατηρούμε πως το εντάξει εμφανίζεται και στα δύο αποσπάσματα σε πρώτη θέση,
ως τρίτο μέλος ζεύγους γειτνίασης και αξιολογεί όσα έχουν ειπωθεί εισάγοντας
συγκατάθεση ή συμπέρασμα. Η τάση των επιρρηματικών που δηλώνουν συμπέρασμα ή
εκφράζουν τη στάση του ομιλητή να καταλαμβάνουν την πρώτη θέση της πρότασης έχει
διαπιστωθεί και σε άλλες μελέτες στα ελληνικά (Γούτσος 2009: 762). Αντίστοιχη χρήση
έχει διαπιστωθεί και για τον δείκτη λόγου ok στα αγγλικά, όπου ο ομιλητής δηλώνει την
ικανοποίησή του για όσα λέγονται (Hoey 2004), ως τρίτο μέλος μιας τυπικής εναλλαγής,
στην οποία το πρώτο μέλος αποτελεί την έναρξη (Initiation), το δεύτερο την απάντηση
(Response) και το τρίτο τη συνέχεια (Follow-up) με τη μορφή αξιολόγησης (McCarthy
2002: 50-51). Για τον Gaines (2011: 3313) η βασική πραγματολογική σημασία και λειτουργία
του ok, από την οποία προέρχονται όλες οι υπόλοιπες είναι η έκφραση της συναντίληψης
και συγκατάθεσης.
4.1.7. Μετριασμός/Δισταγμός
Το εντάξει παρουσιάζει την τάση να εμφανίζεται στο πλαίσιο ενός εκφωνήματος ως
δείκτης μετριασμού ή δισταγμού. Στην περίπτωση αυτή το εκφώνημα περιλαμβάνει συχνά
παύσεις, επισύρσεις φωνηέντων και επιφωνήματα ως παραγεμίσματα, φαινόμενα που
επίσης αποδυναμώνουν την ισχύ του λεκτικού περιεχομένου και μαρτυρούν το δισταγμό
του ομιλητή, ο οποίος άλλοτε λόγω αμηχανίας ή άγνοιας και άλλοτε στην προσπάθειά του
να μετριάσει και να συγκρατήσει το λόγο του, χρησιμοποιεί το επιρρηματικό εντάξει:
(22) <Κ> θα δούμε ρε παιδιά το θέλω ΠΑΡΑ πολύ θα είναι ωραία (.) αλλά εντάξει (.) θα
δούμε ακόμη περιμένω απάντηση
[FD04-0071]
(23) <Γ1> [ε εντάξει δεν ξέρω:: νομίζω ότι:: ο μέσος όρος του άντρα είναι ανάμεσα στο ένα
εβδομήντα και το ένα ενενήντα…
[MY04-0093]
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 107
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Στα παραπάνω εκφωνήματα το εντάξει μετριάζει τα λόγια του ομιλητή. Στο (22) η Κ
μετριάζει το λόγο της, σταματάει (παύσεις) και διστάζει να μιλήσει περαιτέρω για το θέμα,
περιορίζοντας τον ενθουσιασμό της, ενώ στο (23) ο Γ ξεκινάει διστακτικά το λόγο του
(παραγέμισμα, επίσυρση), μη γνωρίζοντας ακριβώς τον αντρικό μέσο όρο ύψους και τέλος
δίνει κατόπιν σκέψης τη γνώμη του. Ως δείκτης δισταγμού χρησιμοποιείται και το αγγλικό
ok (Levinson 1983: 313).
4.1.8. Βεβαιωτική τροπικότητα
Η επιστημική τροπικότητα, η οποία σχετίζεται με τη γνώση του ομιλητή και συγκεκριμένα
με το βαθμό βεβαιότητας σχετικά με την αλήθεια αυτού που λέει (Κλαίρης &
Μπαμπινιώτης 1999: 84), πραγματώνεται συνήθως με επιρρηματικές εκφράσεις και
καλύπτει ένα ευρύ φάσμα σημασιών, μία από τις οποίες είναι η βεβαιότητα. Σε τέτοιες
χρήσεις βρίσκεται το εντάξει στα (24)-(25):
(24) <Α> για πες πώς τα πέρασες;
<Ε> εντάξει ήταν ΤΕΛΕΙΑ::
[XY04-0073]
(25) <Μ> καλό::;
<Σ> εντάξει ωραίο πολύ ωραίο ήτανε
[FY03-0017]
(26) <Ν> ε:: ωραία σειρά εντάξει ο Δόγκανος εγγύηση
[XY04-0088]
Στα παραπάνω αποσπάσματα το επίρρημα εντάξει συμβάλλει στην έκφραση βεβαιωτικής
τροπικότητας, καθώς δηλώνει με εμφατικό τρόπο την αλήθεια και τη βεβαιότητα των
ομιλητών για αυτό που ισχυρίζονται. Το επιρρηματικό, σε αυτή τη χρήση είναι ισοδύναμο
με τις εκφράσεις εννοείται/είναι αυτονόητο και προσωδιακά, όπως προκύπτει από τα
ηχητικά αρχεία, φέρει ιδιαίτερο επιτονισμό.
108 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
4.2 Κειμενικές λειτουργίες
Οι κειμενικές λειτουργίες που επιτελεί το επίρρημα εντάξει σχετίζονται με την οργάνωση
της ομιλίας και συγκεκριμένα με την περάτωση του λόγου, τον τερματισμό ενός θέματος
συζήτησης και την εισαγωγή νέου, την αυτοδιόρθωση και τέλος την εκμαίευση θετικής
απάντησης και προσοχής.
4.2.1. Περάτωση λόγου
Βασική λειτουργία των κειμενικών δεικτών τόσο στο γραπτό λόγο, όσο και στον
προφορικό, είναι η ένδειξη του τερματισμού ομιλίας ή της ολοκλήρωσης ενός θέματος
συζήτησης, η οποία στον μεν πρώτο, πραγματώνεται γλωσσικά συνήθως με στερεότυπες
εκφράσεις και επιρρήματα, ενώ στον δεύτερο συνήθως με εκτεταμένες στερεότυπες
ακολουθίες, αλλά και με πιο σύντομες (Goutsos 1997: 63, Schegloff 2007: 23-24). Στα
εκφωνήματα που ακολουθούν, το εντάξει, τοποθετημένο σε τελική θέση, σηματοδοτεί τη
διάθεση του ομιλητή να κλείσει ένα θέμα συζήτησης ή να τερματίσει το λόγο του:
(27) <Β> ε εντάξει δεν ξαναμιλάω ε εντάξει
[FY04-0094]
(28) <Σ> ε:: τα Χριστούγεννα γι’ αυτό είναι για τα παιδιά ρε Έφη εντάξει (.)
[XD04-0085]
(29) <BA> ναι μωρέ εντάξει:: λοιπόν ε:: ένα λεπτό δίνουμε χρόνο έτσι;
[FY04-0066]
Στο (27) η Β χρησιμοποιεί δύο φορές το επίρρημα, μία στην έναρξη και μία στο τέλος του
εκφωνήματος, για να δηλώσει τον τερματισμό της ομιλίας της. Στο (28) ο Σ, αφού λέει την
άποψή του, ολοκληρώνει το λόγο του με το εντάξει, ενώ στο (29) η ΒΑ, αφού έχει ακούσει
τους όρους του επιτραπέζιου παιχνιδιού που ετοιμάζεται να παίξει η παρέα, τους
αποδέχεται και κλείνει το συγκεκριμένο θέμα συζήτησης με το εντάξει, προχωρώντας στην
έναρξη του παιχνιδιού. Στα παραπάνω εκφωνήματα το εντάξει θα μπορούσε να
αντικατασταθεί από το επίρρημα τελοσπάντων13.
Η διάθεση τερματισμού της ομιλίας πολλές φορές μπορεί να συνοδεύεται και από
ενδείξεις της στάσης του ομιλητή, η οποία υποδηλώνει και το λόγο για τον οποίο ο
13 Το επίρρημα τελοσπάντων, σε ορισμένα περικείμενα, ίσως να συνδέεται και με τη διαφωνία, αποτελώντας έτσι
σημασιολογικό ισοδύναμο του εντάξει και σε άλλες χρήσεις. Το ενδεχόμενο αυτό θα ήταν ενδιαφέρον να διερευνηθεί
περαιτέρω.
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 109
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
ομιλητής επιθυμεί την ολοκλήρωση της ομιλίας. Το εντάξει ως δείκτης περάτωσης του
λόγου συχνά είναι επιφορτισμένο και με προθετικές λειτουργίες, αφού συνδυάζει τον
τερματισμό του λόγου με την αξιολόγηση και τον σχολιασμό.
(30) <Ν> [ΝΑΙ δεν τα φοβάσαι τα δοκιμάζεις
<Φ> α:: καλά:: εντάξει
[FD04-0082]
(31) <Μ> να σου πω όμως κάτι; και αυτά μια χαρά γυαλάκια ήτανε μέχρι που έκατσε
κάποιος πάνω τους
<Σ> εντάξει τι να κάνουμε τώρα;
[FY03-0017]
(32) <Γ1> …γιατί η Πηνελόπη πιστή ήτανε; ((γέλια))
<Χ> ΧΑ ΧΑ
<Γ1> επειδή έτσι μαθαίνουμε; με τόσους άντρες μες στο σπίτι; (_) εντάξει
[MY04-0093]
Στο (30), όπου μία παρέα γυναικών συζητάει για εξωτικά και παράξενα φαγητά, η Ν
απευθύνεται στη Φ, πιστεύοντας πως εκείνη δεν φοβάται να δοκιμάζει πρωτόγνωρα
φαγητά και η Φ ολοκληρώνει το θέμα συζήτησης με μια δόση ειρωνείας και
αυτοσαρκασμού, που δηλώνεται από το επίρρημα εντάξει και τις επισύρσεις που το
συνοδεύουν. Στο (31) η Μ υπενθυμίζει στη Σ πως η ίδια έσπασε τα γυαλιά της και εκείνη,
εμφανώς ενοχλημένη και θυμωμένη, δείχνει τη διάθεση να σταματήσει τη συζήτηση με τη
ρητορική ερώτηση που εισάγεται με το εντάξει. Τέλος, στο (32) ο Γ αναρωτιέται γελώντας
αν η Πηνελόπη του Οδυσσέα ήταν πιστή και ο ίδιος στη συνέχεια, μετά από απανωτές
ρητορικές ερωτήσεις, τερματίζει το λόγο του με το εντάξει που εκφράζει ταυτόχρονα
ειρωνεία και αμφισβήτηση. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα ηχητικά αρχεία διαπιστώνεται
πως στα τελευταία αποσπάσματα το εντάξει φέρει ιδιαίτερο επιτονισμό, ενώ στις
περιπτώσεις όπου επιτελεί μόνο τη λειτουργία της περάτωσης του λόγου η ένταση της
φωνής είναι αρκετά χαμηλότερη από εκείνη του υπόλοιπου εκφωνήματος.
Ως δείκτης περάτωσης λόγου λειτουργεί και το αγγλικό ok, το οποίο
χρησιμοποιείται όταν μια συνομιλία οδεύει προς τον τερματισμό δείχνοντας πως ο
ομιλητής δεν έχει να προσθέσει κάτι περισσότερο στη συζήτηση (Hoey 2004: 2). Η χρήση
του στον τερματισμό ομιλίας έχει ερευνηθεί ιδιαίτερα στο πλαίσιο τηλεφωνικών
συνομιλιών (Levinson 1983: 316-317, Schegloff 2007: 121-122).
110 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
4.2.2. Τερματισμός θέματος και εισαγωγή νέου
Η συγκεκριμένη κειμενική λειτουργία είναι παρόμοια με την προηγούμενη, με τη διαφορά
πως δεν περιορίζεται μόνο στον τερματισμό ενός θέματος συζήτησης, αλλά σχετίζεται με
τη διεκδίκηση ή τη διατήρηση του λόγου και τη μετέπειτα εισαγωγή νέου θέματος.
Ουσιαστικά, πρόκειται για την κατεξοχήν τεχνική αλλαγής θέματος (topic shifting), η
οποία μπορεί να πραγματοποιείται άλλοτε ομαλά και άλλοτε απότομα (βλ. Schegloff 2007:
181-186, 189-192, Levinson 1983: 313). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο παράδειγμα:
(33) <Α> εντάξει εντάξει αφήστε τα σεμινάρια κι αυτά τώρα (.) εσένα δε σ’ έχω δει και πολύ
από τότε που γύρισες από Βερολίνο (.) για πες πώς τα πέρασες;
[XY04-0073]
Στο (33) ο Α διεκδικεί το λόγο και με την επαναλαμβανόμενη χρήση του εντάξει που
εισάγει το εκφώνημα, κλείνει λίγο απότομα το θέμα που είχαν ξεκινήσει οι φίλες του
σχετικά με τα εκπαιδευτικά σεμινάρια και αλλάζει θέμα συζήτησης, απευθυνόμενος στην
Ε, από την οποία ζητάει να του διηγηθεί πώς πέρασε στο ταξίδι της στο Βερολίνο.
Η χρήση του αντίστοιχου δείκτη ok, ως μεταβατικού στοιχείου ανάμεσα σε δύο
θέματα ή επίπεδα συζήτησης, που συνδυάζει τον τερματισμό ενός θέματος και την
εισαγωγή ενός νέου, έχει διαπιστωθεί για τα αγγλικά (Hoey 2004: 2, Gaines 2011: 3295,
Aijmer 2002: 43).14
4.2.3. Επιλογή έκφρασης/Επανόρθωση
Οι λειτουργίες επιλογής και αλλαγής της ομιλίας σχετίζονται με προβλήματα σχεδιασμού
της ομιλίας που συχνά αντιμετωπίζει ένας ομιλητής. Συνδέονται με τη νοητική αναζήτηση
και τον εκ νέου σχεδιασμό του λόγου, διαδικασίες που καταλήγουν σε νέες επιλογές και
αλλαγές, είτε περιεχομένου, είτε έκφρασης (Allwood et al. 1990: 10-11, Aijmer 2011: 237-
241). Η επανόρθωση (repair), που αποτελεί βασικό στοιχείο της κειμενικής οργάνωσης και
πραγματώνεται με πολλούς μηχανισμούς (βλ. Schegloff 1977, Liddicoat 2007: 171-212),
αλλάζει τη συντακτική δομή του εκφωνήματος, είτε λόγω της επανάληψης της έκφρασης
είτε λόγω της διαφορετικής έκφρασης που τελικά επιλέγεται (Allwood et al. 1990: 30),
όπως φαίνεται στα ακόλουθα αποσπάσματα:
14 Η Aijmer (2002: 17) αποδίδει την απόκτηση κειμενικής λειτουργίας του ok στη γραμματικοποίηση. Σύμφωνα με
αυτήν, η εμφάνιση του δείκτη σε αρχική θέση εκφωνήματος και ο συνδυασμός επιρρηματικής και κειμενικής
λειτουργίας, που επιτελεί, οφείλονται στο ότι το ok βρίσκεται σε φάση γραμματικοποίησης.
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 111
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
(34) <Κ> ήτανε μία η ώρα το πρωί; (.) δηλαδή εντάξει μία η ώρα (.) ή δωδεκάμισι; (.) άδειοι
οι δρόμοι (.) μόνο κάποιοι μεθυσμένοι ήτανε
[FY04-0092]
(35) <Κ> τι τι τι τι της είπες;
<Μ> ότι ότι έχουμε κλείσει είμαστε δύο κι έχουμε σκηνή για τέσσερις (.) δε μπαίνει άλλος
γιατί μετά θα ‘μαστε:: εντάξει θα ‘χουμε θα ‘μαστε δύο και θα ‘χουμε σκηνή για τέσσερις
[FD04-0071]
Το εντάξει στα παραπάνω παραδείγματα επιτελεί τη λειτουργία της διόρθωσης,
δίνοντας τη δυνατότητα στον εκάστοτε ομιλητή να προετοιμάσει το λόγο του ή να
κερδίσει χρόνο για να σκεφτεί και να προβεί στις κατάλληλες επιλογές και αυτο-
διορθώσεις. Συγκεκριμένα και οι δύο περιπτώσεις ανήκουν, σύμφωνα με τη διάκριση του
Schegloff (1977), στον τύπο της αυτοέναρξης (self-initiated) και αυτοδιόρθωσης (self-
repair), όπου ο ίδιος ομιλητής αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα στην ομιλία και ο ίδιος το
επιλύει, διορθώνοντας τον εαυτό του15. Χαρακτηριστική είναι, τέλος, η παρουσία
προσωδιακών στοιχείων που συνοδεύουν το επιρρηματικό στο πλαίσιο του εκφωνήματος
και ενισχύουν τη λειτουργία του, όπως είναι οι παύσεις (34) και οι επισύρσεις (35).
4.2.4. Αίτηση για συμφωνία (ως πρώτο μέλος εναλλαγής)
Βασικός τύπος ζεύγους γειτνίασης αποτελεί το ζεύγος ερώτηση-απάντηση (question–
answer), όπου στο πρώτο μέλος διατυπώνεται μία ερώτηση από έναν ομιλητή και στο
δεύτερο μια απάντηση από τον συνομιλητή του (Sacks et al. 1992: 62, Hutchby & Wooffitt
1998: 40-42, Γεωργακοπούλου & Γούτσος 1999: 92-93, Schegloff 2007: 13-14). Το ζεύγος
αυτό εντοπίζεται σε πολλές παραλλαγές, καθώς μπορεί να πραγματώσει διαφορετικά
ζεύγη γλωσσικών πράξεων και παράλληλα να επεκταθεί με εμβόλιμες ακολουθίες ή
περισσότερες ερωταποκρίσεις (Hutchby & Wooffitt 1998: 149-151), όπως φαίνεται στο (36):
(36) <Α> εντάξει παιδιά;
<Σ> ωραία (.) ωραία
<Μ> ΤΕΛΕΙΑ
[FD04-0071]
15 Ο Schegloff (1977), στη διάκρισή του, συγκαταλέγει, στον ίδιο τύπο, την αυτοέναρξη (self-initiated) και την
αυτοδιόρθωση (self-repair), η οποία δεν αφορά μόνο στο περιεχόμενο αλλά και στη μορφή. Η επανάληψη, επομένως,
περιεχομένου με διαφορετική έκφραση αποτελεί είδος αυτοδιόρθωσης.
112 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
Στο παραπάνω απόσπασμα, η Α με την ερώτησή της επιζητεί τη συμφωνία και την
επιβεβαίωση των φίλων της απέναντι στα λεγόμενά της, οι οποίοι και ανταποκρίνονται
θετικά. Το πρώτο μέλος του ζεύγους, επομένως, αποτελεί αίτηση για συμφωνία και το
δεύτερο, αποδοχή της αίτησης και συμφωνία. Παρατηρούμε πως ο δείκτης λόγου τίθεται
στην αρχή του εκφωνήματος για λόγους έμφασης, ενώ σε αυτή τη χρήση θα μπορούσε να
εντοπίζεται και στο τέλος με τη μορφή ερώτησης-προσθήκης (βλ. 4.2.5). Η κειμενική
λειτουργία του εντάξει να εκμαιεύει θετική απάντηση συμπίπτει με τη λειτουργία του ok,
το οποίο συχνά χρησιμοποιείται σε ερωτήσεις για να ζητηθεί η συναίνεση των
συνομιλητών, και με αυτή του την ιδιότητα αποτελεί δείκτη εναλλαγής ομιλητή (Αijmer
2002: 52, Gaines 2011: 3292).
4.2.5. Ερώτηση-προσθήκη
Πρόκειται για υποπερίπτωση της προηγούμενης λειτουργίας, κατά την οποία το
επιρρηματικό δεν εμφανίζεται πάντοτε σε πλαίσιο ζεύγους γειτνίασης, αλλά τίθεται στο
τέλος της πρότασης του ομιλητή ως ερώτηση-προσθήκη (question tag), με σκοπό να
προσελκύσει την προσοχή του συνομιλητή του και να εκμαιεύσει από εκείνον, αν όχι
απάντηση, έστω κάποιο σημάδι ότι το λεκτικό μήνυμα γίνεται κατανοητό από εκείνον
(Biber et al. 1999: 1089). Συχνά, οι ερωτήσεις αυτές, εκτός από δείκτες προσοχής,
συμβάλλουν και στην οργάνωση της εναλλαγής των ομιλητών (βλ. Sacks et al. 1974: 718-
722), όπως φαίνεται στα ακόλουθα:
(37) <Π> ωραία Μανού θα σου πω εγώ ένα πράγμα εντάξει; το μοναδικό μου (.) ο μοναδικός
μου προβληματισμός (_) είσαι εσύ χτύπα ξύλο ((χτυπάει το τραπεζάκι)) πες ότι:: έχεις
κάποιο πρόβλημα υγείας εντάξει;
[FY04-0069]
(38) <Π> επειδή να σου πω κάτι; (.) άμα παραδείγματος χάριν είναι ο Συνασπισμός
κυβέρνηση @@@ (.) θεωρητικά εντάξει;
[FY04-0069]
Στα (37) και (38) το εντάξει χρησιμοποιείται ως ερώτηση-προσθήκη στην
προσπάθεια του ομιλητή να ελέγξει κατά πόσο ο συνομιλητής του παρακολουθεί τον ειρμό
του λόγου και κατανοεί το μήνυμα. Ο συνομιλητής δεν είναι απαραίτητο να δώσει λεκτική
απάντηση, αρκεί να δείξει στον ομιλητή πως τον προσέχει. Και στα δύο αποσπάσματα ο
ομιλητής διατυπώνει υποθετικά σενάρια τα οποία ίσως είναι δυσάρεστα για τον
συνομιλητή του και φαίνεται σαν να επιδιώκει με την ερώτηση-προσθήκη να μετριάσει τα
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 113
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
λεγόμενά του και να τον προετοιμάσει για να τα αντιμετωπίσει. Στα αγγλικά είναι πολύ
συχνή αυτή η χρήση του ok με σκοπό την εκμαίευση απάντησης, την προσέλκυση της
προσοχής και τη φροντίδα για την αμοιβαία κατανόηση. Σε αυτή τη χρήση μάλιστα
θεωρείται ότι αποτελεί δείγμα αλληλεγγύης και συνεργασίας εκ μέρους του ομιλητή, ο
οποίος με αυτό τον τρόπο, καταβάλλει προσπάθειες για την επιτυχία της συνομιλίας
(Gaines 2011: 3296-3297).
5. Σύνοψη των χρήσεων
Ανακεφαλαιώνοντας τα ευρήματα στις προηγούμενες ενότητες, μπορούμε να
διαπιστώσουμε πως το επίρρημα εντάξει είναι ένα πολυλειτουργικό γλωσσικό στοιχείο,
που εκφράζει μεγάλο εύρος σημασιών στον προφορικό λόγο, συνδυάζοντας χρήσεις
προθετικές και κειμενικές. Στον Πίνακα 2 παρατίθενται αναλυτικά οι χρήσεις που
εντοπίστηκαν, σε συνδυασμό με τις θέσεις που καταλαμβάνει σε κάθε χρήση, καθώς και η
συχνότητα εμφάνισης του σε καθεμία από αυτές.
Πίνακας 2: Κατανομή των χρήσεων και των θέσεων εμφάνισης του εντάξει
Λειτουργίες 1η θέση 2η θέση 3η θέση Τελική Αυτόνομο Δίλεκτα ΣΥΝΟΛΟ (%)
Συμφωνία 18 2 0 5 7 5 37 (15,48%)
Διαφωνία (β’μέλος) 36 7 0 1 0 3 47 (19,67%)
Διαφωνία (γ’ μέλος) 7 3 0 00 0 10 (4,19%)
Έμφαση 5 2 0 0 0 0 7 (2,93%)
Αξιολόγηση ως κατηγόρημα 0 2 0 1 0 0 3 (1,25%)
Αξιολόγηση ως επίρρημα 13 10 2 5 3 4 37 (15,48%)
Μετριασμός 8 5 6 20 0 21 (8,79%)
Βεβαιωτική τροπικότητα 13 2 7 3 0 0 25 (10,46%)
Περάτωση λόγου 3 1 1 25 1 3 34 (14,23%)
Τερματισμός & εισαγωγή 7 1 0 0 0 0 8 (3,35%)
Επανόρθωση 0 1 3 0 0 0 4 (1,67%)
Αίτηση για συμφωνία 1 0 0 1 0 1 3 (1,25%)
Ερώτηση-προσθήκη 0 0 0 30 0 3 (1,25%)
ΣΥΝΟΛΟ 111 36 19 46 11 16 239 (100%)
Από τον Πίνακα 2 φαίνεται ότι η πιο συχνή χρήση του εντάξει είναι η δήλωση
διαφωνίας και μάλιστα σε αρχική θέση στο εκφώνημα, ενώ ακολουθούν η δήλωση
114 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
συμφωνίας, η αξιολόγηση στην επιρρηματική του χρήση και η περάτωση του λόγου. Έχει
ενδιαφέρον να συγκρίνουμε τις χρήσεις αυτές με τις χρήσεις που αποδίδουν στο εντάξει τα
λεξικά της νεοελληνικής. Σύμφωνα με το Λεξικό Τριανταφυλλίδη (1998) το εντάξει
αποτελεί βεβαιωτικό επίρρημα που χρησιμοποιείται είτε ως απάντηση απόλυτης
συμφωνίας και συγκατάθεσης του ομιλητή στην πρόταση που του έγινε προηγουμένως,
είτε συμβιβαστικά ιδιαίτερα στον προφορικό λόγο, ενώ εμφανίζεται και σε θέση επιθέτου,
χαρακτηρίζοντας κάτι ως πολύ καλό. Το λεξικό Μπαμπινιώτη (2002), εκτός από τις
παραπάνω χρήσεις, αποδίδει στο εντάξει την επιρρηματική αξιολογική λειτουργία, την
αίτηση συμφωνίας με τη μορφή ερώτησης και τις κειμενικές λειτουργίες της διακοπής
συνομιλίας και της αλλαγής θέματος συζήτησης.
Συγκρίνοντας τις λεξικογραφικές περιγραφές με τα ευρήματα της έρευνας,
διαπιστώνεται πως, ενώ η δήλωση συμφωνίας ως λειτουργία αναφέρεται από τα λεξικά
(πρώτη στο λεξικό Τριανταφυλλίδη και τρίτη στο λεξικό Μπαμπινιώτη) και θεωρείται
μάλιστα η πρωτοτυπική σημασία του εντάξει, η δήλωση διαφωνίας, η οποία στο σώμα
κειμένων εντοπίστηκε ως η πιο συχνή, δεν αναφέρεται από κανένα. Από τα λεξικά επίσης
απουσιάζουν οι λειτουργίες της έμφασης, της βεβαιωτικής τροπικότητας, του μετριασμού,
της επανόρθωσης και της προσέλκυσης της προσοχής ως ερώτηση-προσθήκη.
6. Συμπεράσματα
Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνηθούν οι χρήσεις του δείκτη λόγου εντάξει
στο πλαίσιο της προφορικής συνομιλίας και να οριστούν όσο είναι δυνατόν το
σημασιολογικό του εύρος και οι προτιμώμενες θέσεις στις οποίες έχει την τάση να
εμφανίζεται. Η έρευνα οδήγησε σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα, καθώς και σε προεκτάσεις
που χρήσιμο θα ήταν να διερευνηθούν στο μέλλον. Από την εξέταση του σώματος
προφορικής συνομιλίας διαπιστώθηκε πως το εντάξει είναι ένας κειμενικός δείκτης με
προτιμώμενη την πρώτη θέση της πρότασης, ο οποίος συγκεντρώνει πλήθος αντιφατικών
λειτουργιών (λ.χ. συμφωνία – διαφωνία, μετριασμός – έμφαση / βεβαιωτική τροπικότητα,
περάτωση λόγου – εισαγωγή νέου θέματος), οι περισσότερες από τις οποίες δεν
συμπεριλαμβάνονται στις διαθέσιμες λεξικογραφικές περιγραφές. Συγκεκριμένα,
εντοπίστηκαν λειτουργίες τόσο προθετικές όσο και κειμενικές, με πιο συχνή την εισαγωγή
της διαφωνίας του ομιλητή, κάτι μη αναμενόμενο σύμφωνα με την καθιερωμένη εικόνα
του επιρρηματικού ως δείκτη συμφωνίας. Το εντάξει, όπως διαπιστώθηκε, εκφράζει με
ποικίλους τρόπους, διαφορετικές διαβαθμίσεις της διαφωνίας (άμεση διαφωνία, έμμεση
διαφωνία, μετριασμό, υπονοήματα), ενώ τρεις από τις συνολικά δεκατρείς χρήσεις, δηλαδή
η διαφωνία ως β’ και γ’ μέλος και η έμφαση σε ερωτήσεις επιτελούν το σκοπό αυτό.
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 115
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Υψηλή συχνότητα παρουσίασαν και οι πρωτοτυπικές σημασίες του επιρρηματικού,
δηλαδή η δήλωση συμφωνίας και αξιολόγησης, καθώς και η ένδειξη της περάτωσης του
λόγου. Οι δύο τελευταίες λειτουργίες είναι οι μόνες που επιτελούνται από το επιρρηματικό
σε όλες τις δυνατές θέσεις εμφάνισης. Σημαντικά ποσοστά παρατηρήθηκαν επίσης και για
τις λειτουργίες της βεβαιωτικής τροπικότητας και του μετριασμού, ενώ μικρότερη τάση
εμφάνισης σημείωσαν οι λειτουργίες του τερματισμού και εισαγωγής νέου θέματος, της
επανόρθωσης, του κατηγορούμενου, της αίτησης συμφωνίας και της προσέλκυσης της
προσοχής. Αξίζει να σημειωθεί πως από τα ηχητικά αρχεία των συνομιλιών διαπιστώθηκε
ότι το εντάξει έχει την τάση να αποκτά ιδιαίτερα προσωδιακά χαρακτηριστικά ανάλογα με
τη χρήση του, κάτι που μπορεί να διερευνηθεί περαιτέρω, αλλά και σε συνδυασμό με την
εξέταση του συρρικνωμένου φωνητικά τύπου ντάξει, ο οποίος δεν αποτέλεσε αντικείμενο
της συγκεκριμένης έρευνας. Μια επιπλέον ενδιαφέρουσα παρατήρηση που προέκυψε από
την επεξεργασία των δεδομένων είναι πως το εντάξει αποτελεί πολλές φορές μέρος της
ιδιολέκτου του ομιλητή, καθώς ορισμένοι ομιλητές το επιλέγουν περισσότερο από άλλους,
ενώ ορισμένοι το χρησιμοποιούν σχεδόν σε κάθε εκφώνημα.
Το σημασιολογικό εύρος του εντάξει είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι θα αναμενόταν:
ένα επίρρημα αρχικά τροπικό αποτελεί στο σύγχρονο προφορικό λόγο ένα γλωσσικό
στοιχείο μέγιστα πληροφοριακό, το οποίο διαθέτει πλέον προθετικές και κειμενικές
λειτουργίες. Η σημασιολογική εξέλιξη ενός επιρρήματος σε κειμενικό δείκτη έχει
αποδοθεί, από τον κλάδο της γλωσσικής μεταβολής, στο φαινόμενο της
γραμματικοποίησης (βλ. Hopper & Traugott 2003). Η Traugott στη θεωρία της αποδίδει
στη γραμματικοποίηση τη γλωσσική εξέλιξη των κειμενικών δεικτών και θέτει μάλιστα τα
καθολικά στάδια της εξέλιξης αυτής. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει πως ένα επιρρηματικό
στοιχείο (λεξικό στοιχείο) εξελίσσεται σε προτασιακό και μετέπειτα σε κειμενικό δείκτη με
γραμματική λειτουργία, αποκτώντας νέες πραγματολογικές λειτουργίες και νέα
προσωδιακά χαρακτηριστικά (1995: 13-16). Λαμβάνοντας υπόψη το θεωρητικό αυτό
πλαίσιο, καθώς και άλλες μελέτες που έχουν γίνει για τους κειμενικούς δείκτες στα
Ελληνικά (βλ. Archakis 2001), μπορούμε να υποθέσουμε πως το εντάξει έχει διευρυνθεί
σημασιολογικά και έχει αποκτήσει νέες πραγματολογικές χρήσεις λόγω
γραμματικοποίησης, οι περισσότερες από τις οποίες προέρχονται από μεταφορική έκταση
της πρωτοτυπικής του σημασίας (πρβλ. Condon 2001: 510, Maschler 2005: 227 για το ok).
Πρόκειται για μια υπόθεση που θα ήταν ενδιαφέρον να ερευνηθεί στο μέλλον με τη
συγκέντρωση του κατάλληλου σώματος κειμένων.
Σημαντική διαπίστωση, τέλος, αποτέλεσε και η ανεπάρκεια των λεξιλογικών
περιγραφών στην κάλυψη των χρήσεων του εντάξει. Αναδεικνύεται, έτσι, για μια ακόμα
116 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
φορά η σημασία των σωμάτων κειμένων στην αποθησαύριση της γλώσσας. Η χρήση
σωμάτων κειμένων μπορεί να μας διευκολύνει στην οριοθέτηση γλωσσικών κατηγοριών
που εμφανίζονται με αντιφατικό και συγκεχυμένο τρόπο στη βιβλιογραφία, καθώς και
στον ακριβή προσδιορισμό γλωσσικών στοιχείων που έχουν λόγω γραμματικοποίησης
διευρυνθεί σημασιολογικά (Γούτσος 2009: 754). Αναμφισβήτητα η διάσταση αυτή πρέπει να
ληφθεί σοβαρά υπόψη, κυρίως κατά τη διδασκαλία των κειμενικών δεικτών, τόσο σε
φυσικούς όσο και σε μη φυσικούς ομιλητές, η οποία θα πρέπει να βασίζεται σε αυθεντικά
προφορικά δεδομένα.
Τα παραπάνω συμπεράσματα, όπως και ολόκληρη η έρευνα, υπόκεινται, ασφαλώς,
στον περιορισμό του μεγέθους και της αντιπροσωπευτικότητας του σώματος κειμένων που
χρησιμοποιήθηκε. Χρήσιμη θα ήταν η επέκταση της έρευνας σε μεγαλύτερο σώμα
προφορικών κειμένων, που να περιλαμβάνει και άλλα είδη προφορικού λόγου (π.χ.
ειδήσεις, συνεντεύξεις, ομιλίες, τηλεφωνικές συνομιλίες κλπ.), σε μια προσπάθεια να
εξαγάγουμε ακριβέστερα συμπεράσματα. Ενδιαφέρον θα παρουσίαζε και η αντίστοιχη
έρευνα σε γραπτό σώμα κειμένων, ώστε να διαπιστωθούν τυχόν διαφοροποιήσεις στη
συμπεριφορά του επιρρήματος ανάλογα με το μέσο του λόγου στο οποίο εμφανίζεται.
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 117
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Βιβλιογραφία
Aijmer, K. 2002. English Discourse Particles: Evidence from a Corpus. Amsterdam/Philadelphia: Benjamins.
Aijmer, K. 2011. Well I’m not sure I think…The use of well by non-native speakers. International Journal of Corpus
Linguistics 16 (2), 231-254.
Allwood, J., Nivre, J. & Ahlsιn, E. 1990. Speech management–On the non-written life of speech. Nordic
Journal of Linguistics 13, 3-48.
Altenberg, B. 2006. The function of adverbial connectors in second initial position in English and Swedish.
In K. Aijmer & A.-M. Simon-Vandenbergen (eds) Pragmatic markers in contrast. Amsterdam: Elsevier,
11-37.
Archakis, A. 2001. On discourse markers: Evidence from Modern Greek”. Journal of Pragmatics 33, 1235-1261.
Biber, D., Johansson, S., Leech, G., Conrad, S. & Finegan, E. 1999. Longman Grammar of Spoken and Written
English. London: Longman.
Blakemore, D. 2002. Relevance and Linguistic Meaning: The Semantics and Pragmatics of Discourse Markers.
Cambridge: Cambridge University Press.
Bondi, M. & Scott, M. (eds) 2010. Keyness in Texts. Amsterdam/Philadelphia: Benjamins.
Condon, S. L. 2001. Discourse ok revisited: Default organization in verbal interaction. Journal of Pragmatics
33, 491-513.
Coulter, J. 1990. Elementary properties of argument sequences. In G. Psathas (ed.) Interaction Competence.
Washington: University Press of America, 181-203.
Fraser, B. 1990. An approach to discourse markers. Journal of Pragmatics 14, 383-395.
Fraser, B. 1999. What are discourse markers? Journal of Pragmatics 31, 931-952.
Gaines, P. 2011. The multifunctionality of discourse operator okay: Evidence from a police interview.
Journal of Pragmatics 43, 3291-3315.
Goutsos, D. 1997. Modeling Discourse Topic: Sequential Relations and Strategies in Expository Text. Norwood, NJ:
Ablex.
Goutsos, D. 2010. The Corpus of Greek Texts: A reference corpus for Modern Greek. Corpora 5 (1), 29-44.
Grice, H.P. 1975. Logic and conversation. In P. Cole and J. Morgan (eds) Syntax and Semantics 3: Speech arts.
New York: Academic Press, 41-58.
Halliday, M.A.K. & Hasan, R. 1976. Cohesion in English. London: Longman.
Hoey, M. 2004. Spoken discourse: Discourse markers ‘Uh,’ ‘Um,’ and ‘OK’”. MED Magazine—The Monthly
Webzine of the Macmillan English Dictionaries [online]. Macmillan. Available at :
http://www.macmillandictionaries.com/med-magazine/March2004/17-language-awareness-
discourse-us.htm.
Hopper, P.J. & E. C. Traugott. 20032. Grammaticalization. Cambridge: Cambridge University Press.
Hutchby, I. 1996. Confrontation Talk: Arguments, Asymmetries and Power on Talk Radio. Mahwah, NJ: Lawrence
Erlbaum.
Hutchby, I. & Wooffitt, R. 1998. Conversation Analysis. Oxford: Blackwell.
Levinson, S. 1983. Pragmatics. Cambridge: Cambridge University Press.
Levinson, S. 2000. Presumptive Meanings: The Theory of Generalized Conversational Implicature. Cambridge, MA:
MIT Press.
Liddicoat, A.J. 2007. An Introduction to Conversation Analysis. London: Continuum.
118 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
McCarthy, M. J., 2002. Good listenership made plain: British and American non-minimal response tokens in
everyday conversation. In R. Reppen, S. Fitzmaurice & D. Biber (eds) Using Corpora to Explore
Linguistic Variation. Amsterdam/Philadelphia: Benjamins, 49-71.
Maschler, Y. 2005. Accepting while shifting: The discourse marker tov (‘okay, fine’, lit. ‘good’) in Israeli
Hebrew talk-in-interaction. Texas Linguistics Forum: Proceedings of the Twelfth Annual Symposium
About Language and Society, Austin, April 16–18, 2004, 216-228.
Pomerantz, A. 1984. Agreeing and disagreeing with assessments: Some features of preferred/dispreferred
turn shapes. In J. M. Atkinson & J. Heritage (eds) Structures of Social Action: Studies in Conversation
Analysis. Cambridge: Cambridge University Press, 57-101.
Sacks, H. 1992. Lectures on Conversation, Volume II. Oxford: Blackwell.
Sacks, H., Schegloff, E.A. & Jefferson, G. 1974. A simplest systematics for the organization of turn-taking for
conversation. Language 50 (4), 696-735.
Schegloff, E.A, Jefferson, G. & Sacks, H. 1977. The preference of self-correction in the organization of repair
in conversation. Language 53 (2), 361-382.
Schegloff, E. A. 2007. Sequence Organization in Interaction: A Primer in Conversation Analysis, Volume 1.
Cambridge: Cambridge University Press.
Schiffrin, D. 1987. Discourse Markers. Cambridge: Cambridge University Press.
Schiffrin, D. 1994. Approaches to Discourse. Oxford: Blackwell.
Tottie, G. 2011. Uh and um as sociolinguistic markers in British English. International Journal of Corpus
Linguistics 16, 173-196.
Traugott, E. C. 1995. The role of the development of discourse markers in a theory of grammaticalization.
Paper presented at ICHL XII, Manchester.
Τsui, A. 1989. Beyond the adjacency pair. Language in Society 18 (4), 545-564.
Zimmerman, D. H. & C. West 1975. Sex roles, interruptions and silences in conversation. In B. Thorne & N.
Henley (eds) Language and Sex: Difference and Dominance. Rowley, MA: Newbury House, 105-129.
Γεωργακοπούλου, Α. & Γούτσος, Δ. 1999. Κείμενο και επικοινωνία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Γούτσος, Δ. 2003. Σώμα Ελληνικών Κειμένων: Σχεδιασμός και υλοποίηση. Πρακτικά του 6ου Διεθνούς
Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 18-21 Σεπτεμβρίου 2003. Διαθέσιμο στην
ιστοσελίδα: http://www.philology.uoc.gr/conferences/6thICGL/.
Γούτσος, Δ. 2009. Μόρια, δείκτες λόγου και κειμενικά επιρρήματα: Η οριοθέτηση των γλωσσικών
κατηγοριών με τη χρήση ΗΣΚ. Πρακτικά 8ου Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας,, 30
Αυγούστου-2 Σεπτεμβρίου, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 754-768
Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη 1998. Λεξικό της κοινής νεοελληνικής. Θεσσαλονίκη: Α.Π.Θ. Ινστιτούτο
Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).
Κλαίρης Χ. & Μπαμπινιώτης Γ. (σε συνεργασία με τους Α. Μόζερ, Αικ. Μπακάκου-Ορφανού και Στ.
Σκοπετέα) 1999. Γραμματική της Νέας Ελληνικής (Δομολειτουργική-Επικοινωνιακή). τόμ. Β΄ ΙΙ.1 Το Ρήμα:
Η Οργάνωση του Μηνύματος. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Μπαμπινιώτης Γ. 2002. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Φραγκάκη, Γ. 2012. Η ιδιόλεκτος των κυβερνητικών εκπροσώπων: Προκαταρκτικές παρατηρήσεις στο
κειμενικό είδος της ενημέρωσης συντακτών. Πρακτικά 10ου Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 119
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Γλωσσολογίας, 1-4 Σεπτεμβρίου 2011, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 1197-1206. Διαθέσιμο στην
ιστοσελίδα: http://www.icgl.gr/el/papers-in-greek.html.
120 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 121
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Οι δευτερεύουσες προτάσεις στον ελληνικό προφορικό λόγο: Προκαταρκτικές
παρατηρήσεις
Μαριέττα Αυγερινού
1. Εισαγωγή και βασικό ερευνητικό ζήτημα
Το 1916 με την έκδοση του έργου Cours de linguistique générale από τον Ferdinand de
Saussure εγκαινιάζεται η επιστημονική αντιμετώπιση της γλώσσας στη σύγχρονη εποχή.
Ήδη από αυτό το έργο η γλωσσολογία κάνει σαφές ότι προτεραιότητα στη μελέτη της
γλώσσας έχει ο προφορικός λόγος έναντι του γραπτού. (πρβλ. Μπαμπινιώτης 1998: 81,
Φιλιππάκη-Warburton 1992: 25-26). Μετά τη δεκαετία του 1980 αρχίζουν να εμφανίζονται
επιστημονικά άρθρα και βιβλία που εξετάζουν τις διαφορές μεταξύ γραπτού και
προφορικού λόγου (βλ. βιβλιογραφία στο Miller & Weinert 1998: 1-2). Οι περισσότερες
μελέτες αφορούν στην αγγλική γλώσσα, ενώ πολύ λίγες μελέτες έχουν γίνει έως τις μέρες
μας για τις δομές που διέπουν τον ελληνικό προφορικό λόγο. Οι διαφορές ανάμεσα στον
αυθόρμητο προφορικό λόγο και το γραπτό λόγο, και μάλιστα σε συντακτικό επίπεδο, έχουν
άμεσες συνέπειες για όλους τους κλάδους της γλωσσολογίας, όπως επίσης και για τη
θεωρητική γλωσσολογία, συμπεριλαμβανομένης της γενετικής γραμματικής, όπως
υπογραμμίζουν οι Miller & Weinert.
Ένα θεμελιώδες ζήτημα στην έρευνα του προφορικού λόγου, με το οποίο
ασχολείται το άρθρο αυτό, είναι οι δευτερεύουσες προτάσεις που χρησιμοποιούνται από
τους ομιλητές. Θα πρέπει να σημειωθεί ευθύς εξαρχής ότι η σύγκριση μεταξύ προφορικού
και γραπτού λόγου είναι ιδιαίτερα προβληματική, καθώς όροι όπως πρόταση, κύρια
πρόταση, δευτερεύουσα κ.ά., που συνήθως χρησιμοποιούνται, έχουν σχεδιαστεί για τον
γραπτό λόγο. Σύμφωνα με την παραδοσιακή σύνταξη (π.χ. Holton κ.ά. 1999: 390), πρόταση
είναι η ελάχιστη συντακτική μονάδα που περιέχει ένα υποκείμενο (εκπεφρασμένο ή μη)
και μία ρηματική φράση. Στα ελληνικά ο όρος πρόταση αναφέρεται είτε σε μία απλή
ανεξάρτητη πρόταση, είτε σε μία πιο σύνθετη δομή (περίοδος), που αποτελείται από
περισσότερες από μία συντακτικές προτάσεις, από τις οποίες μία είναι η κύρια, ενώ οι
άλλες εξαρτώνται συντακτικά ή από την κύρια πρόταση ή από μία από τις άλλες
εξαρτημένες προτάσεις.
Επιπλέον, σύμφωνα με την παραδοσιακή περιγραφή, δευτερεύουσα ή εξαρτημένη
πρόταση είναι εκείνη που εξαρτάται από κάποιον βασικό όρο της κύριας πρότασης, π.χ. την
ονοματική ή τη ρηματική φράση (βλ. Μπαμπινιώτης 1998: 149). Δευτερεύουσες ή
εξαρτημένες θεωρούνται οι προτάσεις που αποτελούν μέρος μιας άλλης πρότασης.
Υπηρετούν ποικίλες λειτουργίες και ανάλογα με τη λειτουργία τους διακρίνονται σε
122 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
αναφορικές προτάσεις, πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις, πλάγιες προτάσεις προσταγής,
συμπληρωματικές προτάσεις και επιρρηματικές προτάσεις, οι οποίες διακρίνονται σε
υποθετικές, παραχωρητικές κ.ά. Συνήθως, αν και όχι πάντοτε, οι εξαρτημένες προτάσεις
εισάγονται με ειδικά μόρια (Holton κ.ά. 1999: 417).
Πριν από οποιαδήποτε αναζήτηση σε δεδομένα προφορικού λόγου, μπορούμε να
υποθέσουμε ότι στον προφορικό λόγο εκφωνούνται κυρίως ελλιπείς, μισοτελειωμένες ή
και παραδοσιακά αντιγραμματικές προτάσεις (Φιλιππάκη-Warburton 1992: 97-98), από τη
σκοπιά του γραπτού λόγου. Το παρόν άρθρο επιδιώκει να μελετήσει αν όντως
χρησιμοποιούνται ολοκληρωμένες προτάσεις ή ελλιπή εκφωνήματα στον προφορικό λόγο,
εστιάζοντας ιδιαίτερα στις δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις. Είναι άραγε σαφή τα
όρια ανάμεσα στις κύριες και τις δευτερεύουσες προτάσεις, καθώς και ο ρόλος που
επιτελούν στο μήνυμα; Ποια είδη δευτερευουσών προτάσεων φαίνεται να προτιμώνται
από τους ομιλητές και γιατί; Υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στα ελληνικά και τα αγγλικά
δεδομένα; Σε αυτά τα ερωτήματα θα επιχειρήσει να απαντήσει η έρευνα στα δεδομένα του
προφορικού λόγου της Ελληνικής, με έμφαση κυρίως στις δευτερεύουσες επιρρηματικές
προτάσεις και στη λειτουργία τους στις αυθεντικές συνομιλίες.
Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ανάλογες έρευνες έχουν ήδη γίνει για τις συνομιλίες
στην αγγλική γλώσσα, και μάλιστα όσον αφορά τους τύπους προτάσεων που
χρησιμοποιούνται. Βασική ανάμεσά τους είναι η έρευνα των Miller & Weinert (1998), οι
οποίοι παρατήρησαν πως στον προφορικό λόγο εμφανίζονται προτάσεις που είναι
αποκλεισμένες από τον γραπτό λόγο, ενώ πολλές προτασιακές δομές που είναι ενδεικτικές
του γραπτού λόγου είναι εξαιρετικά σπάνιες στον προφορικό. Οι ερευνητές αυτοί επίσης
διαπίστωσαν ότι οι προτάσεις συνδυάζονται διαφορετικά στον αυθόρμητο προφορικό λόγο
απ’ ό,τι στο γραπτό και παρατήρησαν ότι παρόμοιες, αλλά όχι εντελώς ίδιες, δομές
διαπιστώνονται στον προφορικό λόγο σε πολλές διαφορετικές γλώσσες. Τα πορίσματα
αυτά είναι ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς υποδεικνύουν ότι ο αυθόρμητος προφορικός λόγος
διαθέτει δικές του συντακτικές δομές, τις οποίες δεν μπορούμε να απορρίψουμε απλώς ως
«λάθη», που οφείλονται στη γλωσσική πραγμάτωση (1998: 72).
Οι Miller & Weinert (1998) χρησιμοποίησαν στην έρευνά τους δεδομένα από
διάφορες πηγές προφορικών δεδομένων και σωμάτων κειμένων, και συγκεκριμένα: α) ένα
ηλεκτρονικό σώμα 50.000 λέξεων με αυθόρμητες συνομιλίες στα αγγλικά ομιλητών από
τη Σκωτία, από το οποίο όμως κράτησαν για την έρευνά τους ένα υποσύνολο των 10.000
λέξεων, και β) το Map Task Corpus, ένα σώμα κειμένων 128 διαλόγων της αγγλικής
γλώσσας, 36.000 λέξεων συνολικά, από το οποίο χρησιμοποίησαν 12.000 λέξεις. Τα
αποτελέσματα που προέκυψαν είναι ενδεικτικά για το είδος των επιρρηματικών
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 123
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
προτάσεων που χρησιμοποιούνται περισσότερο από τους ομιλητές της αγγλικής: μεγάλα
ποσοστά εμφανίζονται για προτάσεις που δηλώνουν κυρίως τον χρόνο και την αιτία, ενώ
ακολουθούν οι υποθετικές προτάσεις. Τα ευρήματα αυτά είναι ιδιαίτερα σημαντικά και θα
συζητηθούν και στη συνέχεια εκτενέστερα.
Το άρθρο ακολουθεί την έρευνα των Miller & Weinert και έχει ως στόχο να
μελετήσει τύπους προτάσεων που εμφανίζονται στον ελληνικό προφορικό λόγο, με
έμφαση στις δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις. Η μέθοδος που θα ακολουθηθεί
αναλύεται στην αμέσως επόμενη ενότητα. Στη συνέχεια παρουσιάζονται τα ποσοτικά και
ποιοτικά ευρήματα της έρευνας, ενώ, πριν τα τελικά συμπεράσματα, συζητείται αν πρέπει
και μπορούν να διδαχθούν οι τύποι προτάσεων του προφορικού λόγου στη διδακτική
πράξη, με συγκεκριμένα παραδείγματα.
2. Μεθοδολογία και δεδομένα
Για την έρευνα χρησιμοποιήθηκαν 107 προφορικά κείμενα αυθόρμητης συνομιλίας του
ΣΕΚ και το λογισμικό ανάλυσης σωμάτων κειμένων AntConc, μέσω του οποίου
αναζητήθηκαν οι εμφανίσεις των συνδέσμων που εισάγουν δευτερεύουσες προτάσεις,
ώστε να εντοπιστούν τα είδη που χρησιμοποιούνται περισσότερο από τους ομιλητές. Το
σύνολο των λέξεων από τα 107 προφορικά αρχεία του ΣΕΚ που μελετήθηκαν ανέρχεται
στις 348.252 λέξεις.
Οι σύνδεσμοι που έχουν επιλεγεί για τη συγκεκριμένη έρευνα είναι όλοι όσοι
εισάγουν δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις, ενώ από όσους εισάγουν ονοματικές
επιλέχθηκαν μόνο εκείνοι που εισάγουν ειδικές και ενδοιαστικές προτάσεις. Ο Πίνακας 1
παρουσιάζει τους συνδέσμους που αναζητήθηκαν στην έρευνα:
Πίνακας 1: Σύνδεσμοι που αναζητήθηκαν και είδος προτάσεων που εισάγουν
Σύνδεσμοι Είδος δευτερευουσών προτάσεων
άμα υποθετικές
αν υποθετικές
αν και εναντιωματικές
αφού αιτιολογικές
για να τελικές
γιατί αιτιολογικές
διότι αιτιολογικές
εάν υποθετικές
επειδή αιτιολογικές
και αν/κι αν παραχωρητικές
μήπως ενδοιαστικές
124 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
όταν χρονικές
ότι ειδικές
πως ειδικές
ώστε συμπερασματικές
Σκόπιμα και για μεθοδολογικούς λόγους απουσιάζουν από την αναζήτηση σύνδεσμοι που
εισάγουν αναφορικές ή βουλητικές προτάσεις, καθώς ο βουλητικός σύνδεσμος να είναι
ταυτοχρόνως και τροπικός δείκτης υποτακτικής έγκλισης. Για παρόμοιους λόγους
αποκλείστηκαν πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις από την έρευνα.
Ένας ιδιαίτερα προβληματικός σύνδεσμος, που αποτελεί και αναφορική αντωνυμία,
είναι το που. Για τον σύνδεσμο αυτό θα χρειαζόταν ξεχωριστή έρευνα, καθώς πρόκειται για
στοιχείο πολυλειτουργικό και ως εκ τούτου σημειώνει ιδιαίτερα πολλές εμφανίσεις στον
προφορικό λόγο. Όπως διαπιστώθηκε από τη μελέτη των προφορικών δεδομένων, τα είδη
των δευτερευουσών προτάσεων που εισάγει είναι πολλά (ειδικές, αιτιολογικές,
αποτελεσματικές, εναντιωματικές και αναφορικές). Για τους λόγους αυτούς δεν εντάχθηκε
στους συνδέσμους που μελετήθηκαν ποσοτικά. Ωστόσο, το γεγονός ότι μπορεί να
αποτελέσει μέρος φράσεων που εισάγουν χρονικές επιρρηματικές προτάσεις, καθώς και η
εν γένει συχνή χρήση του, προκαλούν το ενδιαφέρον για περαιτέρω έρευνα. Πιο
συγκεκριμένα, ο τύπος αυτός έχει αξιοσημείωτο αριθμό εμφανίσεων, πολύ μεγαλύτερο
από ό,τι η κλιτή αναφορική αντωνυμία ο οποίος και τον μεγαλύτερο σε σχέση με όλες τις
άλλες λέξεις που εισάγουν δευτερεύουσα πρόταση.
3. Ποσοτική ανάλυση
Τα αποτελέσματα από την αναζήτηση των συνδέσμων φαίνονται στον Πίνακα 2 που
ακολουθεί. Για να γίνει δυνατή η σύγκριση με την ανάλογη έρευνα των Miller & Weinert
στην αγγλική γλώσσα, είναι χρήσιμη η κανονικοποίηση του αριθμού των εμφανίσεων στις
10.000 λέξεις, όπως φαίνεται στην τρίτη στήλη του πίνακα.
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 125
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Πίνακας 2: Συχνότητα συνδέσμων στα δεδομένα
Σύνδεσμοι Εμφανίσεις Εμφανίσεις
(Ν) (με κανονικοποίηση)
ότι 1937 55,6
γιατί 1801 51,7
αν 1396 40,1
για να 596 17,1
όταν 511 14,7
άμα 489 14
αφού 351 10,1
επειδή 301 8,6
πως 158 4,5
μήπως 96 2,8
κι αν 41 1,2
αν και 38 1,1
και αν 21 0,6
διότι 15 0,4
ώστε 15 0,4
εάν 13 0,3
Με μια πρώτη ματιά στον Πίνακα 2 μπορούμε να επισημάνουμε ότι οι σύνδεσμοι με τις
μεγαλύτερες εμφανίσεις είναι οι ότι, γιατί, αν, για να και όταν και επομένως υποθέτουμε ότι
συχνότερες είναι και οι αντίστοιχες δευτερεύουσες προτάσεις, δηλαδή οι ειδικές,
αιτιολογικές, υποθετικές, τελικές και χρονικές προτάσεις.
Σε είδη δευτερευουσών προτάσεων που εισάγονται με περισσότερους του ενός
συνδέσμου φαίνεται πως οι ομιλητές έχουν συγκεκριμένες προτιμήσεις, που
παρουσιάζονται συγκεντρωτικά στον Πίνακα 3:
Πίνακας 3: Προτιμήσεις των ομιλητών σε συνδέσμους
Είδος συνδέσμων Εμφανίσεις Εμφανίσεις
(Ν) (με κανονικοποίηση)
Ειδικοί
Ότι 1937 55,6
Πως 158 4,5
Αιτιολογικοί
Γιατί 1801 51,7
Αφού 351 10,1
Επειδή 301 8,6
Διότι 15 0,4
126 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
Υποθετικοί 1396 40,1
Αν 489 14
Άμα 13 0,3
Εάν
Όπως φαίνεται, για τις ειδικές προτάσεις οι ομιλητές επιλέγουν να χρησιμοποιούν
συχνότερα τον σύνδεσμο ότι σε σχέση με τον σύνδεσμο πως, για τις αιτιολογικές τον
σύνδεσμο γιατί σε σχέση με τους συνδέσμους επειδή κι αφού κι ακόμη λιγότερο τον
σύνδεσμο διότι, για τις υποθετικές τον σύνδεσμο αν σε σχέση με τον σύνδεσμο εάν, ενώ
φαίνεται να χρησιμοποιείται αρκετά κι ο σύνδεσμος άμα. Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός
ότι οι ομιλητές φαίνεται να προτιμούν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τη χρήση του χρονικο-
ϋποθετικού συνδέσμου άμα σε σχέση με τον αμιγώς υποθετικό σύνδεσμο εάν, κάτι που τον
καθιστά χαρακτηριστικό του προφορικού λόγου. Η παρατήρηση αυτή αντιτίθεται στη
διαπίστωση των Holton κ.ά. (1999: 434), τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στον προφορικό λόγο,
ότι "οι υποθετικές προτάσεις εισάγονται κανονικά με τον υποθετικό σύνδεσμο αν/εάν και
υπάρχουν επίσης ορισμένοι άλλοι, πιο περιθωριακοί σύνδεσμοι που εισάγουν υποθετικές
προτάσεις , όπως ο άμα", καθώς διαπιστώνουμε ότι από άποψη συχνότητας, για τα
δεδομένα του προφορικού λόγου περιθωριακός μπορεί να χαρακτηριστεί για τις
υποθετικές προτάσεις ο σύνδεσμος εάν."
Ο Πίνακας 4 που ακολουθεί συνοψίζει τις συχνότητες του είδους δευτερευουσών
προτάσεων που απαντούν στα ελληνικά δεδομένα από τα 107 προφορικά αρχεία του ΣΕΚ
που μελετήσαμε, συγκεντρώνοντας τα ποσοστά των αντίστοιχων συνδέσμων:
Πίνακας 4: Συχνότητα δευτερευουσών προτάσεων στα ελληνικά δεδομένα
Είδος προτάσεων Εμφανίσεις Εμφανίσεις
(Ν) (με κανονικοποίηση)
Αιτιολογικές 2468 70,8
Ειδικές 2095 60,1
Υποθετικές 1898 54,4
Τελικές 596 17,1
Χρονικές 511 14,7
Ενδοιαστικές 96 2,8
Παραχωρητικές 41 1,2
Εναντιωματικές 38 1,1
Συμπερασματικές 15 0,4
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 127
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Ενδιαφέρον θα είχε η σύγκριση με την αντίστοιχη έρευνα των Miller & Weinert
(1998: 93) για τις επιρρηματικές προτάσεις στα αγγλικά, τα στοιχεία της οποίας
συνοψίζονται στον Πίνακα 5. (Το ποσοστό επί τοις εκατό που αναφέρεται στην παρένθεση
αφορά το συνολικό αριθμό συμπληρωματικών προτάσεων).
Πίνακας 5: Επιρρηματικές προτάσεις που απαντώνται στον αγγλικό προφορικό λόγο
Επιρρηματικές προτάσεις Αυθόρμητη συνομιλία Σώμα κειμένων
Map Task
Χρονικές 51 (39,2%) 39 (36,4%)
Αιτιολογικές 46 (35,4%) 28 (26,2%)
Υποθετικές 19 (14,6%) 33 (30,8%)
Σύγκρισης 7 (5,4%) 0
Συμπερασματικές 3 1
Σκοπού 2 6 (5,6%)
Παραχωρητικές 0 0
Συγκρίνοντας τώρα τα δεδομένα από τους πίνακες 4 και 5, μπορούμε να
διαπιστώσουμε τα είδη δευτερευουσών προτάσεων που προτιμώνται, σύμφωνα με τις
αντίστοιχες εμφανίσεις των συνδέσμων τους. Συγκεκριμένα, οι αιτιολογικές και
υποθετικές προτάσεις είναι πολύ συχνές και στις δύο γλώσσες, ενώ εξαιρετικά χαμηλά
είναι τα ποσοστά δευτερευουσών προτάσεων όπως οι παραχωρητικές και οι
συμπερασματικές. Η παρατήρηση αυτή ενισχύει την υπόθεση των Miller & Weinert ότι
παρόμοιες δομές εμφανίζονται στον αυθόρμητο προφορικό λόγο σε διαφορετικές γλώσσες.
Μεγάλη διαφορά εμφανίζεται στη θέση που καταλαμβάνουν οι χρονικές προτάσεις, κάτι
που μπορεί να συνδέεται με το είδος των δεδομένων ή με την πολυλειτουργικότητα του
άμα, που μπορεί να θεωρηθεί ότι καλύπτει τόσο υποθετικές όσο και χρονικές λειτουργίες.
Για το σκοπό είναι απαραίτητη η ποιοτική ανάλυση των δεδομένων, που θα συμπληρώσει
την ποσοτική τους περιγραφή.
4. Ποιοτική ανάλυση
Έως εδώ έχουμε βασιστεί κυρίως σε ποσοτικά κριτήρια, προκειμένου να έχουμε μια πρώτη
εικόνα των δευτερευουσών προτάσεων στον προφορικό λόγο. Είναι απαραίτητη επομένως
και μια ποιοτική ανάλυση των δεδομένων, ώστε να παρατηρηθούν λεπτομέρειες που δεν
είναι δυνατόν να εντοπισθούν διαφορετικά. Για το σκοπό αυτό θα χρησιμοποιηθούν
ενδεικτικά τέσσερα κείμενα αυθεντικής συνομιλίας, διαθέσιμα στο ΣΕΚ (συγκεκριμένα τα
128 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
FY04-0067, FD04-0068, FY04-0069, XY04-0070), που θα επιτρέψουν τη λεπτομερή μελέτη
των ευρημάτων.
Καταρχήν, όσον αφορά στην αναλογία κύριων-δευτερευουσών προτάσεων, μπορεί
κανείς εύκολα να παρατηρήσει ότι στα προφορικά κείμενα χρησιμοποιούνται κατά βάση
κύριες προτάσεις και σε μικρότερο βαθμό δευτερεύουσες. Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά
μόνο στις δευτερεύουσες προτάσεις, αλλά γενικότερα στην πολυπλοκότητα που
παρουσιάζεται στον προφορικό λόγο. Η πολυπλοκότητα αυτή είναι διαφορετική από
εκείνη του γραπτού λόγου (βλ. Biber & Gray 1996: 17). Στο γραπτό λόγο έχουμε την
δυνατότητα της οργάνωσης του μηνύματός μας, σύμφωνα με κριτήρια όπως ο χρόνος και
η σπουδαιότητα των επιμέρους εκφωνημάτων. Αντίθετα, κατά την αυθόρμητη γλωσσική
πραγμάτωση κάτι τέτοιο δεν υφίσταται, με αποτέλεσμα ο ομιλητής να αυτοδιορθώνεται
και να δημιουργεί περιόδους προσθέτοντας συνεχώς προτάσεις. Αυτή η πολυπλοκότητα,
τουλάχιστον για τα ελληνικά, δεν μεταφράζεται σε δευτερεύουσες προτάσεις, αλλά
βασίζεται σε ελλειπτικές ή μισοτελειωμένες φράσεις, που στηρίζονται σε πιο αφηρημένα
προτασιακά σχήματα, αλλά αποκλίνουν σε μεγάλο βαθμό από αυτά. Ας δούμε ένα
απόσπασμα συνομιλίας το οποίο αποτελείται από ελλιπείς φράσεις:
(1) <Χ> για Στρασβούργο
<A> Στρασβούργο; πού είναι;
<Χ> από Ασοέ
<A> όχι πού είναι η Ασοέ παιδί μου πού είναι το Στρασ-Στρασβούργο
<Χ> στη Γαλλία
<A> α::
<Χ> όταν είπες πού είναι κατάλαβα από ποια σχολή
<Α> είναι γαλλόφωνο;
<Χ> ναι γαλλόφωνο
<Α> ξέρει;
<Χ> ξέρει πολύ καλά
(FY04-0067)
Ο συγκεκριμένος διάλογος παρουσιάζει ενδιαφέρον από συντακτική σκοπιά, ειδικά από το
σημείο όπου επιτυγχάνεται συνεννόηση μεταξύ των συνομιλητών. Για παράδειγμα, στην
ερώτηση είναι γαλλόφωνο; απουσιάζει το εκπεφρασμένο υποκείμενο, καθώς εννοείται ή
έχει προαναφερθεί, ενώ στην απάντηση ναι γαλλόφωνο εμφανίζεται μόνο το
κατηγορούμενο. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η ακόμα πιο αφαιρετική σύνταξη που
ακολουθεί, η οποία περιέχει μόνο ρήματα, χωρίς υποκείμενο ή αντικείμενο. Εδώ
προφανώς το υποκείμενο έχει προαναφερθεί και το αντικείμενο εννοείται (γαλλικά). Πιο
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 129
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
συγκεκριμένα και ενδεικτικά, σύμφωνα με το συγκεκριμένο απόσπασμα στα 11
εκφωνήματα εμφανίζονται 9 ρήματα, 2 υποκείμενα, 2 κατηγορούμενα, κανένα
αντικείμενο, ενώ 2 εκφωνήματα αποτελούνται από εμπρόθετους προσδιορισμούς μόνο.
Μια δεύτερη διαπίστωση από τα δεδομένα είναι ότι στην πλειονότητά τους οι
δευτερεύουσες προτάσεις έπονται της κύριας, από την οποία εξαρτώνται. Ωστόσο, τηρείται
το σχήμα Υπόθεση-Απόδοση για τις δευτερεύουσες υποθετικές προτάσεις, εκτός ελαχίστων
εξαιρέσεων, όπου είτε ανατρέπεται συνήθως για λόγους έμφασης, είτε εμφανίζονται μόνο
υποθέσεις, με την απόδοση συνήθως να εννοείται ή να έχει εκφωνηθεί μέσω των
λεγομένων κάποιου συνομιλητή. Ας δούμε ορισμένα παραδείγματα τέτοιων εξαιρέσεων
από τα δεδομένα.
(2) <Χ> κάθε μήνα κάθε μήνα σου δίνουν τα τριακόσια πενήντα ευρώ από αυτό το ποσό
πληρώνεις και το ενοίκιο της εστίας
<Χ> α::
<Χ> ΆΜΑ όμως σου βρούνε εστία αν έχει διαθέσιμο δωμάτιο στην εστία
(FY04-0067)
(3) <Χ> και πάλι δεν είναι φτηνά αν σκεφτείς ότι […]
(FY04-0067)
(4) <Χ> α:: μπορούμε να βγάλουμε και κάρτα αν χρησιμοποιούμε τόσο πολύ τρένο για
ιντερέιλ
(FY04-0067)
Όσον αφορά τη συντακτική χρήση των δευτερευουσών προτάσεων, αρχικά είναι
πολύ σημαντικό να αναφερθούμε σε περιπτώσεις στις οποίες οι προτάσεις αυτές
παρεμβάλλονται στα εκφωνήματα των ομιλητών. Οι προτάσεις αυτές έχουν αποτελέσει
αντικείμενο μελέτης για πολλούς μελετητές (βλ. π.χ. Biber & Gray 1996: 15) και στην
αγγλική βιβλιογραφία αποκαλούνται embedded clauses (παρεμβαλλόμενες προτάσεις). Οι
προτάσεις αυτές είναι σημαντικές εκτός των άλλων και για το ότι αντανακλούν τη
διαδικασία σκέψης των ομιλητών. Ας δούμε ορισμένα παραδείγματα τέτοιων
περιπτώσεων:
(5) πάντως τα σαββατοκύριακα αν όχι όλα θα μπορούμε μια δυο φορές τον μήνα να
πηγαίνουμε
(FY04-0067)
130 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
(6) κατέβαινα με τα πόδια Ζωγράφου:: Πανεπιστήμιο (.) γιατί δεν είχε λεωφορεία (.) αλλά
είχα γουόκμαν (.) δεν άκουγα
(FD04-0068)
(7) και ήταν δίπλα ο ΧΧΧ ξέρω ‘γώ στο αμά- ε:: ήμασταν μέσα στο αμάξι του ΧΧΧ γιατί
κατεβάζαμε πάλι την ΧΧΧ (.) στον Πειραιά
(FY04-0069)
(8) μου ‘λεγε η ΧΧΧ με την ΧΧΧ ότι περπατάγανε στον δρόμο και την πατάγανε επίτηδες
επειδή γυρνάγανε μαζί την πατάγανε
(XY04-0070)
Στα παραπάνω παραδείγματα, τρεις από τις τέσσερις περιπτώσεις παρεμβαλλόμενων
δευτερευουσών είναι αιτιολογικές. Και στις τρεις αυτές περιπτώσεις φαίνεται ξεκάθαρα
πως οι ομιλητές προλαμβάνουν τους συνομιλητές τους από το να ρωτήσουν κάτι σχετικό
με αυτό στο οποίο αναφέρεται η δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση, γι’ αυτό και
σταματούν μόνοι τους την ροή του λόγου τους προκειμένου να δώσουν μια δευτερεύουσα
πληροφορία που είτε έχουν ξεχάσει να αναφέρουν νωρίτερα είτε τη θεωρούν σημαντική.
Ειδικότερα στο παράδειγμα (5), εμφανίζεται ένα ελλειπτικό εκφώνημα χωρίς ρήμα (αν όχι
όλα), το οποίο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί δευτερεύουσα υποθετική πρόταση με τα
κριτήρια του γραπτού λόγου, αλλά παρεμβάλλεται εδώ με σκοπό να προσθέσει μια
επεξήγηση στο σκεπτικό του ομιλητή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη μελέτη προφορικών κειμένων έχουν εκφωνήματα που
δεν μπορούν να αναλυθούν σύμφωνα με τις συμβάσεις του γραπτού λόγου, όπως τα
ακόλουθα παραδείγματα:
(9) <Β> αυτηνής της βγαίνει μου φαίνεται αυτό το στυλάκι λίγο
<Α> ποιο;
<Β> της ΧΧΧ
<Α> ότι δε θέλω μ’ ενοχλεί
<Β> ε:: ναι ότι μ’ ενοχλεί και καλά
(XY04-0070)
(10) και τον πήγανε:: και επειδή είχε πιει πάρα πολύ ήρθε το ασθενοφόρο να πάρει μερικούς
και πήρε και αυτόν μαζί και του έκαναν πλύση στομάχου
(XY04-0070)
(11) ε ντάξει (.) όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά (_) αν και είχε ακουστεί και για
την ΧΧΧ κάτι (.) μέσα στην προηγούμενη βδομάδα
(FD04-0068)
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 131
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Στο παράδειγμα (9) εμφανίζονται δύο συνεχή εκφωνήματα από διαφορετικούς ομιλητές
που εισάγονται με τον ειδικό σύνδεσμο ότι. Ωστόσο, δεν θα μπορούσαμε να
χαρακτηρίσουμε τις αντίστοιχες προτάσεις ως δευτερεύουσες ειδικές, καθώς δεν
προηγείται ρήμα (π.χ. λεκτικό, δοξαστικό) που να απαιτεί ως συμπλήρωμα δευτερεύουσα
ειδική πρόταση, αλλά, αντιθέτως, πρόκειται για την ουσιαστικοποιημένη φράση το
στυλάκι ότι. Αυτές είναι προτάσεις που εισάγονται με το οριστικό άρθρο το και
λειτουργούν ως ονοματική φράση ουδέτερου γένους μέσα στην πρόταση. Το οριστικό
άρθρο προηγείται από το συμπληρωματικό δείκτη ότι. Μια ουσιαστικοποιημένη πρόταση
με το άρθρο λειτουργεί τυπικά ως υποκείμενο απρόσωπου ρήματος (Holton κ.ά. 1999: 433).
Το παράδειγμα (10) αποτελεί ένα πολύπλοκο εκφώνημα. Στο γραπτό λόγο η
δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση θα βρισκόταν στο τέλος του εκφωνήματος, ύστερα από
την κύρια πρόταση την οποία λογικά προσδιορίζει (του έκαναν πλύση στομάχου). Εδώ ο
ομιλητής θέλει να δώσει έμφαση στο γεγονός που περιγράφει η αιτιολογική πρόταση και
έτσι τη βάζει σε πολύ αρχική θέση, παράγοντας ένα συνδυασμό έμφασης και
παρεμβαλλόμενης δευτερεύουσας. Στο (11) έχουμε τυπικά μια δευτερεύουσα
εναντιωματική πρόταση, η οποία εισάγεται με τον σύνδεσμο αν και, χωρίς όμως το νόημα
της πρότασης αυτής να έρχεται σε αντίθεση με ό,τι προηγείται. Θα μπορούσαμε να
διακινδυνεύσουμε το συμπέρασμα ότι ο σύνδεσμος αυτός μπορεί να χρησιμοποιείται στον
προφορικό λόγο για να προσθέσει μια πληροφορία με μετριασμό και όχι με αντιθετική
χρήση.
Συνολικά, τα προηγούμενα παραδείγματα υποδεικνύουν ότι οι ομιλητές ενδέχεται
να χρησιμοποιούν συνδέσμους που παραδοσιακά εισάγουν δευτερεύουσες προτάσεις, χωρίς
όμως να δημιουργούν προτάσεις με αυτούς, όπως στο (11). Ακόμη, οι σύνδεσμοι αυτοί
μπορεί απλώς να αποτελούν μέρος μιας ουσιαστικοποιημένης πρότασης, όπως στο (9).
Αξίζει, επίσης να αναφέρουμε το γεγονός ότι ορισμένες φορές οι δευτερεύουσες προτάσεις
στον προφορικό λόγο μπορεί να μην λειτουργούν σαν συμπλήρωμα της κύριας πρότασης,
όπως παραδοσιακά περιγράφεται για τον γραπτό λόγο, αλλά είτε να παρεμβάλλονται σε
οποιοδήποτε σημείο αυτής είτε να φέρουν μεγαλύτερο σημασιολογικό βάρος από την
κύρια, όπως στο (10). Σε περιπτώσεις όπως η τελευταία, συνήθως προτάσσονται για λόγους
έμφασης. Τα παραδείγματα (12) έως (14) είναι ενδεικτικά:
(12) όταν κάνεις την πρακτική σου πληρώνεσαι;
(FY04-0069)
(13) επειδή ήταν ο ΧΧΧ αυτός πήγανε και τον βάλανε πρώτο στη λίστα
(FY04-0069)
132 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
(14) για να μπεις έχει σύστημα με κωδικό
(XY04-0070)
Η «λογική» του προφορικού λόγου στα παραπάνω παραδείγματα φαίνεται να οδηγεί στη
δημιουργία ενός πλαισίου με τις δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις, στο οποίο
εντάσσεται η κύρια πρόταση, σε αντίθεση με τον γραπτό λόγο, στον οποίο οι
δευτερεύουσες ή εξαρτημένες προτάσεις είναι εκείνες που αποτελούν απλώς ένα μέρος της
κύριας, τόσο σημασιολογικά όσο και ως προς τη θέση τους σε σχέση με αυτήν (Holton κ.ά.
1999: 417). Ωστόσο και αυτή η διαφορά ανάμεσα στον προφορικό και τον γραπτό λόγο
προκύπτει μάλλον βιβλιογραφικά – ή τουλάχιστον με όσα ξέρουμε για τον επίσημο
οργανωμένο γραπτό λόγο - παρά μέσα από λεπτομερείς έρευνες στα διάφορα είδη γραπτού
λόγου.
5. Συμπεράσματα και προεκτάσεις
Η μελέτη των δευτερευουσών προτάσεων στα προφορικά δεδομένα έχει οδηγήσει σε
ορισμένες προκαταρκτικές διαπιστώσεις. Καταρχάς, στον ελληνικό προφορικό λόγο, όπως
φαίνεται, εμφανίζονται εκτενώς ελλειπτικά εκφωνήματα, τα οποία μπορεί να περιέχουν
κατηγόρημα (όχι όμως πάντοτε) και τα ορίσματά του. Τα ορίσματα παραλείπονται κατά
την εναλλαγή της σειράς των ομιλητών, αφού έχουν ήδη εκφωνηθεί, και οι συνομιλητές
μπορούν να συνεννοηθούν πλέον και χωρίς αυτά. Επιπλέον, αν και υπάρχει
διαφοροποίηση ανάμεσα σε κύριες και δευτερεύουσες προτάσεις, ο ρόλος που επιτελούν οι
δευτερεύουσες προτάσεις είναι διαφορετικός απ’ ό,τι στο γραπτό λόγο. Όπως
διαπιστώσαμε, παρότι μπορεί να λειτουργούν ως συμπλήρωμα της κύριας πρότασης,
υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το μήνυμα που φέρουν είναι πιο σημαντικό από της
κύριας πρότασης και γι’ αυτό μπορεί να προτάσσονται αντί να ακολουθούν όπως συνήθως
συμβαίνει στο γραπτό λόγο. Όσον αφορά στα είδη που φαίνεται να προτιμώνται από τους
ομιλητές, αυτά είναι οι ειδικές, αιτιολογικές, υποθετικές, τελικές και χρονικές
δευτερεύουσες προτάσεις. Αυτές οι προτιμήσεις αντανακλούν τις ανάγκες του προφορικού
λόγου, καθώς οι ομιλητές με τον τρόπο αυτό αιτιολογούν, τοποθετούν πράξεις στον άξονα
του χρόνου και κάνουν υποθέσεις για το μέλλον.
Γενικότερα, έγινε σαφές ότι τόσο ο γραπτός όσο και ο προφορικός λόγος
παρουσιάζουν πολυπλοκότητα διαφορετικού είδους. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε πως
στον προφορικό λόγο σημαντική είναι η προσπάθεια των ομιλητών να κρατήσουν το
ενδιαφέρον των συνομιλητών τους, προβάλλοντας ορισμένα σημεία και υποβαθμίζοντας
άλλα. Κατά συνέπεια, η συντακτική δομή και σχέση των προτάσεων ακολουθεί αυτές τις
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 133
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
λειτουργικές ανάγκες, αποκλίνοντας πολλές φορές από τις συμβάσεις της «ορθής»
σύνταξης. Αντίθετα, στο γραπτό λόγο ακολουθούνται αυστηρότερες ρυθμιστικές
συμβάσεις, με βάση τα γραπτά που θεωρούνται δόκιμα ή πρότυπα. Η διαπίστωση αυτή
υποδεικνύει την ανάγκη για περαιτέρω μελέτη της γλώσσας υπό το πρίσμα του
προφορικού λόγου.
Σημαντικές είναι και οι προεκτάσεις των ευρημάτων αυτών λ.χ. για την
εκπαιδευτική πράξη. Οι διαφορές που εντοπίζονται στην πραγμάτωση του προφορικού
λόγου σε σχέση με ό,τι διδάσκεται στη σχολική γραμματική θα πρέπει να επισημαίνονται
στη διδασκαλία, είτε αυτό συνεπάγεται ένα ξεχωριστό σχολικό μάθημα για τον ελληνικό
προφορικό λόγο, είτε στη σύγκριση ανάμεσα στον προφορικό και γραπτό λόγο και τις
λειτουργίες τους. Με αυτή την οπτική η χρήση αυθεντικών προφορικών δεδομένων
μπορεί να βελτιώσει τη διδασκαλία του λόγου.
Ένα σχετικό παράδειγμα αποτελούν οι δευτερεύουσες αποτελεσματικές ή
συμπερασματικές προτάσεις, όπως διδάσκονται στο σχολικό εγχειρίδιο (Καρανικόλας 1997:
142), στο οποίο δίνονται τα ακόλουθα παραδείγματα:
(15) Μιλά τόσο σιγά, ώστε μόλις ακούγεται.
(16) Είναι τόσο σκληρός, ώστε τίποτα δε θα τον συγκινούσε.
(17) Το αστείο ήταν τόσο ανόητο, ώστε δε γέλασε κανείς.
Όπως διαπιστώσαμε στην παρούσα έρευνα, ο συμπερασματικός σύνδεσμος ώστε σημειώνει
μόλις 15 εμφανίσεις συνολικά ή 0,4 στις 10.000 λέξεις (βλ. Πίνακα 2). Αυτό εξηγεί εν μέρει
γιατί τα παραπάνω παραδείγματα φαίνονται αφύσικα ή σπάνια. Το πιο ενδιαφέρον στην
προκειμένη περίπτωση είναι να δούμε τις αυθεντικές χρήσεις του συνδέσμου ώστε στα
προφορικά δεδομένα. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι σε 9 από τις 15 εμφανίσεις
ακολουθείται αμέσως μετά από τον σύνδεσμο να, όπως φαίνεται στα (18) έως (20):
(18) μακάρι να:: βγάλει αρκετά χρήματα αυτή η ταινία ώστε να μπορέσει να […]
(XD03-0013)
(19) κανόνισε την επιστροφή της ώστε να ‘ναι στο πάρτυ
(XD04-0030)
(20) αρκετά ερεθίσματα ώστε να διευρύνεις τους ορίζοντές σου
(XY04-0017)
134 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
Σε άλλες 4 περιπτώσεις ο σύνδεσμος αποτελεί μέρος των ευρύτερων λεξικών συνδυασμών
ούτως ώστε και έτσι ώστε οπότε μιλάμε και για πολύ διαφορετικές χρήσεις του συνδέσμου
αυτού. Μόνο σε 2 από τις 15 εμφανίσεις του, που είναι ήδη εξαιρετικά σπάνιες, το ώστε
εμφανίζεται με οριστική, όπως στα (15)-(17) του σχολικού εγχειριδίου.
Αντίθετα, ιδιαίτερα σημαντική είναι στον προφορικό λόγο η χρήση του συνδέσμου
που για την έκφραση των συμπερασμάτων, όπως στα ακόλουθα αυθεντικά παραδείγματα:
(21) ναι έχω περάσει το έχω πάρει το προφίσιενσι, αλλά τ’ ακούω συνέχεια που μου
φαίνονται βαρετά πια
(FY04-0067)
(22) ας πούμε αν πάμε τώρα Ισπανία μπορεί να μας αρέσει τόσο πολύ που να κάνουμε κι
ένα μεταπτυχιακό στην Ισπανία (FY04-0067)
(23) γιατί μας φαίνονται όλα τόσο τσιμεντένια που δεν έχουμε κοιτάξει τις προεκτάσεις
(FY04-0067).
Επομένως, θα ήταν χρήσιμο να κατανοήσουν οι μαθητές ότι ο σύνδεσμός ώστε είναι
κατάλληλος και ακριβής για την απόδοση συμπεράσματος στον γραπτό λόγο, αλλά
εξαιρετικά σπάνιος στον αυθόρμητο οικείο προφορικό λόγο. Είναι ενδεικτικό ότι στα
παραδείγματα (15)-(17) θα μπορούσε να αντικατασταθεί από το που χωρίς να αλλάξει το
νόημα των προτάσεων. Η επισήμανση αυτή θα βοηθήσει στο να αναγνωρίζουν οι μαθητές
την ύπαρξη συμπερασματικής πρότασης που εισάγεται με τον σύνδεσμο που και να μην
μπερδεύουν τις προτάσεις αυτές με αναφορικές ή άλλου είδους δευτερεύουσες, όπως
γίνεται με τη μηχανική εφαρμογή των κανόνων της σχολικής γραμματικής. Επιπλέον,
είναι αυτονόητη η χρησιμότητα των αυθεντικών παραδειγμάτων στον εμπλουτισμό των
κατασκευασμένων παραδειγμάτων της σχολικής γραμματικής.
Ένα εξίσου ενδιαφέρον παράδειγμα αφορά τις υποθετικές προτάσεις και κατ’
επέκταση τον υποθετικό λόγο. Έτσι, στο Καρανικόλας (1997: 143-144) προσφέρονται
παραδείγματα υποθετικού λόγου και μάλιστα διδάσκεται το σχήμα: Υπόθεση + Απόδοση =
Υποθετικός Λόγος. Παραδείγματα υποθετικού λόγου που δίνονται στο σχολικό συντακτικό
είναι τα ακόλουθα:
(24) Αν χάσεις την ψυχραιμία σου, χάνεις τη δύναμη να σκεφτείς.
(25) Αν έχεις φίλους, αισθάνεσαι δυνατός.
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 135
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
(26) Αν βρέξει, θα μείνουμε στο σπίτι.
(27) Αν άνοιγες αυτό το μαγαζί, θα μπορούσες να κερδίσεις πολλά.
Τα προφορικά δεδομένα που παρουσιάστηκαν πιο πάνω δείχνουν ότι, εκτός από αυτή την
τυπική σειρά υποθετικής και κύριας πρότασης, μπορεί να εκφωνούνται υποθέσεις χωρίς
απόδοση, όπως στο παράδειγμα (2). Με αυτή την έννοια μπορούμε να ζητήσουμε από τους
μαθητές να αντιστρέψουν τη σειρά των προτάσεων στα (24) έως (27) και να εντοπίσουν τη
σειρά που φαίνεται πιο φυσική και θα ήταν πιθανόν να χρησιμοποιηθεί στον προφορικό
λόγο και τις σημασιολογικές διαφορές που προκύπτουν.
Γενικότερα, η ιδιαίτερη πολυπλοκότητα του προφορικού λόγου σε σύγκριση με τον
γραπτό και η θέση των δευτερευουσών προτάσεων σε σχέση με την κύρια μπορούν να
αποτελέσουν αντικείμενο διδασκαλίας. Όπως επισημαίνεται και από τον Μπακογιάννη (σε
αυτόν τον τόμο), η διδασκαλία του ελληνικού προφορικού λόγου, σε μαθητές κυρίως της
δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μπορεί να αποτελέσει ξεχωριστό μάθημα ή να
συμπεριληφθεί στο πλαίσιο του υπάρχοντος γλωσσικού μαθήματος, με στόχο την άμεση
αντιπαραβολή γραπτού και προφορικού λόγου και την επισήμανση των διαφορών τους.
136 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
Βιβλιογραφία
Biber, D & Gray, B 1996. The historical shift of scientific academic prose in English towards less explicit
styles of expression. In V. Bhatia (ed.) Researching Specialized Languages. Amsterdam/Philadelphia:
Benjamins, 11-24.
Miller, J. & Weinert, R.1998. Spontaneous Spoken Language: Syntax and Discourse. Oxford: Clarendon Press.
Holton, D., Mackridge, P. & Φιλιππάκη-Warburton, E. 1999. Γραμματική της ελληνικής γλώσσας. Αθήνα:
Πατάκης.
Καρανικόλας, Α. 1997. Συντακτικό της Νέας Ελληνικής. Αθήνα: Ο.Ε.Δ.Β.
Μπαμπινιώτης, Γ. 1998. Θεωρητική γλωσσολογία: Εισαγωγή στη σύγχρονη γλωσσολογία. Αθήνα.
Φιλιππάκη-Warburton, E. 1992. Εισαγωγή στη Θεωρητική Γλωσσολογία. Αθήνα: Νεφέλη.
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 137
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
138 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 139
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
H λειτουργία των υποκοριστικών στην προφορική συνομιλία
Τσερές Νικόλαος
1. Εισαγωγή
Παρόλο που η Νέα Ελληνική είναι μια γλώσσα στην οποία τα υποκοριστικά
χρησιμοποιούνται με πολύ μεγάλη συχνότητα (Sifianou 1992: 157) σε σχέση με άλλες
γλώσσες όπως η Αγγλική, δεν είναι πάντοτε εύκολο να ορίσουμε με ακρίβεια το γλωσσικό
φαινόμενο του υποκορισμού. Η Καρρά αναφέρει ότι ο υποκορισμός είναι «μια διαδικασία
σχηματισμού λέξεων από την οποία σχηματίζονται νέες λέξεις, σημασιολογικά συγγενείς
προς τις πρωτότυπες λέξεις, οι οποίες πρωτότυπες λέξεις μπορεί να έχουν την απλή δομή
[θέμα + κλιτικό επίθημα] ή να έχουν προκύψει από διαδικασίες παραγωγής ή σύνθεσης»
(2006: 8). Ο ορισμός αυτός υποδεικνύει ότι ο υποκορισμός δεν είναι μια μορφολογική
διαδικασία και μόνο, αλλά μπορεί να έχει συντακτικές πτυχές (περιφραστικά
υποκοριστικά) και σίγουρα κεντρικό ρόλο παίζει η σημασία.
Σύμφωνα με τον Τριανταφυλλίδη, τα υποκοριστικά «φανερώνουν το σημαινόμενο
από το πρωτότυπο ως μικρό» (1941: 123). Η δυσκολία καθορισμού μιας λέξης ως
υποκοριστικού εμπίπτει στο ότι αυτό ακριβώς το σημασιολογικό χαρακτηριστικό της
παράγωγης λέξης, το «μικρό», είναι κάτι που στη διαχρονία της γλώσσας μπορεί να
σταματήσει να υφίσταται. Για παράδειγμα, το ουσιαστικό παιδίον δημιουργήθηκε από την
αρχαιοελληνική λέξη παῖς αρχικά ως εκφραστικό υποκορισμού, αλλά στην εξέλιξη της
γλώσσας η υποχώρηση της λέξης-βάσης είχε ως αποτέλεσμα το άλλοτε υποκοριστικό να
εκφράσει εν τέλει την πρωτότυπη έννοια, μεταφερόμενο στη νεοελληνική ως παιδί. Αυτή η
διαδικασία αναφέρεται στη βιβλιογραφία ως αποσημασιοποίηση (desemantisation) και
λεξικοποίηση (lexicalization) των υποκοριστικών (βλ. Eloeva 1997) και έχει ως
αποτέλεσμα λέξεις που θεωρούνται υποκοριστικά να μην υφίστανται πλέον ως τέτοια στο
σύστημα μιας γλώσσας.
Τα υποκοριστικά έχουν αποτελέσει αντικείμενο ποικίλων ερευνών στην ελληνική
βιβλιογραφία, καθώς δεν ενδιαφέρουν μόνο από άποψη μορφής, αλλά και λειτουργιών.
Υπό αυτό το πρίσμα η μελέτη τους εντάσσεται στο πλαίσιο της αξιολογικής μορφολογίας
(evaluative morphology). Ως προς το εύρος και το είδος των λειτουργιών των ελληνικών
υποκοριστικών έχουν εκφραστεί διάφορες προσεγγίσεις. Έτσι, η Sifianou (1992) εστιάζει
στην πραγματολογική αξία που ενέχει η χρήση των υποκοριστικών σε συνθήκες
γλωσσικών πράξεων, όπως οι παρακλήσεις, οι προσφορές κ.ά στο πλαίσιο του θεωρητικού
μοντέλου της ευγένειας των Brown & Levinson, ενώ στο Crocco-Galeas (2002) τα
υποκοριστικά συνδέονται με το χαρακτηριστικό non-serious, σύμφωνα με την ανάλυση
140 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
των Dressler & Merlini Barbaresi (1994) και συνδέονται με γλωσσικές πράξεις προσφοράς,
εστιάζοντας στο τυπικό της ελληνικής φιλοξενίας (2002: 154). H Alexopoulos (1994)
εισάγει το ποσοτικό στοιχείο στην έρευνα του φαινομένου, καθώς κατηγοριοποιεί τις
λειτουργίες των υποκοριστικών στα Νέα Ελληνικά βάσει ερωτηματολογίου. Η Makri-
Tsilipakou (2006) ερευνά το θέμα από κοινωνιογλωσσολογική σκοπιά, εστιάζοντας στο
ποιος εκφωνεί τα υποκοριστικά και ανακαλύπτοντας (ποσοτικές και ποιοτικές) διαφορές
μεταξύ των δυο φύλων. Τέλος, ο Daltas (1985) ενδιαφέρεται για την ποικιλία που
παρατηρείται στους τύπους υποκοριστικών στα Ελληνικά, κάνοντας παράλληλα
ενδιαφέρουσες επισημάνσεις για την κατανομή και λειτουργία τους, καθοδηγούμενος από
πρωτότυπο, αυθεντικό υλικό.
Η παρούσα προσέγγιση στο θέμα ξεκινά από τα δεδομένα. Με δεδομένο ότι τα
υποκοριστικά χρησιμοποιούνται κυρίως στον προφορικό, ανεπίσημο λόγο (βλ. Daltas 1985:
63) και έχοντας στη διάθεσή μας ένα μεγάλο σώμα κειμένων από ελεύθερες προφορικές
συνομιλίες, στόχος της παρούσας μελέτης είναι να προχωρήσουμε σε μια όσο το δυνατόν
συνολικότερη θεώρηση του φαινομένου του υποκορισμού, εστιάζοντας στο θέμα της
λειτουργίας τους και στις επιλογές ομιλίας που μπορεί να εκφράσει με τη χρήση τους ο
ομιλητής. Σκοπός μας είναι μέσω αυτής της ανάλυσης να εμπλουτίσουμε τη γνώση που
έχουμε για τον προφορικό λόγο στα Ελληνικά, καθώς, όπως θα δούμε, τα υποκοριστικά
παίζουν σημαντικό ρόλο στην προφορική συνομιλία. Στο πλαίσιο αυτό επιχειρείται να
δοθεί απάντηση σε ερωτήματα όπως αν και κατά πόσον τα υποκοριστικά εκφράζουν
αποκλειστικά επιλογές του ομιλητή, καθώς, όπως θα δούμε, συχνά η χρήση τους
υπαγορεύεται από άλλους παράγοντες. Για το σκοπό αυτό τα δεδομένα μελετήθηκαν
ποιοτικά και ποσοτικά, ούτως ώστε να αναδειχθεί η σχετική αξία των λειτουργιών των
υποκοριστικών τύπων βάσει της συχνότητας εμφάνισής τους. Στην επόμενη ενότητα
παρουσιάζονται τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν και η μεθοδολογία που
ακολουθήθηκε και έπεται λεπτομερής ανάλυση των δεδομένων και τα συμπεράσματα της
έρευνας.
2. Δεδομένα και μεθοδολογία
Τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν στην παρούσα έρευνα προέρχονται από ένα ευρύ
σώμα προφορικών κειμένων ελεύθερης συνομιλίας, που μέρος του περιλαμβάνεται στο
Σώμα Ελληνικών Κειμένων (ΣΕΚ, βλ. Γούτσος, 2003). Στην εργασία αυτή αξιοποιήθηκαν
110 κείμενα ή γύρω στις 350.000 λέξεις, διάρκειας περίπου 30 λεπτών το καθένα.
Μελετήθηκαν δηλαδή πάνω από 50 ώρες αυθεντικής προφορικής συνομιλίας. Για την
ανάλυση των κειμένων χρησιμοποιήθηκε το πρόγραμμα Antconc, με τη βοήθεια του
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 141
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
οποίου εντοπίστηκαν τα προς εξέταση υποκοριστικά. Το λογισμικό επέτρεψε επίσης να
σχηματίσουμε συμφραστικούς πίνακες και πίνακες συχνότητας, οι οποίοι ανέδειξαν το
σχετικό εύρος χρήσης των διάφορων υποκοριστικών και παράλληλα βοήθησαν στον
εντοπισμό συνάψεων ενδεικτικών της χρήσης των στοιχείων στην προφορική συνομιλία.
Για την κατηγοριοποίηση των υποκοριστικών και τον εντοπισμό της λειτουργίας τους,
οδηγός στάθηκε το περικείμενο, είτε με την στενή έννοια των στοιχείων που γειτνιάζουν
με τα υποκοριστικά που εξετάζονται, είτε με την ευρύτερη έννοια, που περιλαμβάνει
έννοιες όπως υπονοήματα, γνώση του κόσμου κ.λπ.
3. Ανάλυση δεδομένων
Στην ενότητα αυτή θα παρουσιαστεί η ανάλυση των δεδομένων της έρευνας. Αρχικά,
κρίνεται αναγκαίο να αναφερθούμε στα κριτήρια με τα οποία έγινε η επιλογή των
δεδομένων και η κατηγοριοποίησή τους. Εν συνεχεία, εστιάζουμε στα μορφολογικά
χαρακτηριστικά των υποκοριστικών του δείγματός μας και ακολούθως στις λειτουργίες
που επιτελούν στο εκάστοτε εκφώνημα όπου εμφανίζονται. Τα δεδομένα αναλύονται και
ποσοτικά, προκειμένου να καταδειχθεί η σχετική συχνότητα των κατηγοριών
υποκοριστικών και των λειτουργιών τους, αλλά και ποιοτικά, έτσι ώστε να φανεί η
λειτουργία και ο ρόλος τους στην προφορική συνομιλία.
3.1. Καθορισμός και κατηγοριοποίηση
Για να καθοριστεί με συγκεκριμένο τρόπο το αντικείμενο της έρευνας, το κριτήριο για τον
καθορισμό των υποκοριστικών έχει ως αφετηρία τη μορφή, με βάση τις καταλήξεις
υποκορισμού του Τριανταφυλλίδη (1941). Με αυτή την αφετηρία, εντοπίστηκαν και λέξεις
που, ενώ από μορφολογικής άποψης θα μπορούσαν να θεωρηθούν υποκοριστικά,
λειτουργικά δεν εκφράζουν πλέον υποκορισμό.
Αρχικά, εξαιρέθηκαν λέξεις οι οποίες σχηματίζονται με καταλήξεις υποκορισμού,
αλλά ο μέσος Έλληνας ομιλητής δεν τις αντιλαμβάνεται ως υποκοριστικά. Πρόκειται για
μια κατηγορία που περιλαμβάνει λέξεις όπως παγάκι, βιβλιάριο, γραμμάριο, σακούλα κ.ά.
Εκτός του γλωσσικού ενστίκτου, στοιχεία αντλήθηκαν από το Λεξικό της Νέας Ελληνικής
Γλώσσας (Μπαμπινιώτης 2002), το οποίο παρουσιάζει λέξεις όπως τις παραπάνω ως
ξεχωριστά λήμματα από τις υποτιθέμενες λέξεις-βάσεις (π.χ. η λέξη παγάκι δεν
κατατάσσεται στο λήμμα πάγος). Επίσης, σε αυτό η πληροφορία ότι η λέξη αποτελεί προϊόν
υποκορισμού είτε δεν αναφέρεται καθόλου, είτε αναφέρεται απλώς ως ετυμολογική
πληροφορία. Με την εξαίρεση αυτών των λέξεων τα υποκοριστικά της έρευνας
διαμορφώθηκαν ως εξής:
142 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
Πίνακας 1: Απόλυτη συχνότητα των υποκοριστικών στα δεδομένα
Τύποι υποκοριστικού Εμφανίσεις
Ονόματα 348 948
Επίθετα 17 38
Στους τύπους του υποκοριστικού για τα μεν ονόματα προσμετρήθηκε η λέξη ανεξαρτήτως
πτώσης, αριθμού και συχνότητας (π.χ. παιδάκι), για τα δε επίθετα διαφορετικά γένη ενός
υποκοριστικού επιθέτου προσμετρώνται ως διαφορετικοί τύποι (π.χ. κοντούλης, κοντούλι).
Τα υποκοριστικά ονόματα είναι αυτά στα οποία θα επικεντρωθεί η εργασία, καθώς το
μεγαλύτερο πλήθος τους επιτρέπει την εξαγωγή περισσότερων λειτουργιών και
σαφέστερων συμπερασμάτων. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι κατά τον καθορισμό του
υλικού ελήφθησαν υπόψη διαφορετικές ορθογραφήσεις (π.χ. στυλάκι, στιλάκι).
Οι τύποι των υποκοριστικών που μελετήθηκαν προκύπτουν με τη χρήση των
επιθημάτων υποκορισμού που αναφέρει ο Τριανταφυλλίδης (1941). Επιπλέον
διαπιστώθηκε η κατάληξη –αλάκι (ρουχαλάκι). Είναι χρήσιμο να εξετάσουμε κατ’ αρχάς
ποσοτικά τη συχνότητα εμφάνισης των επιθημάτων αυτών, καθώς δείχνει σε μεγάλο
βαθμό την παραγωγικότητα του καθενός στη σύγχρονη Ελληνική. Στα δεδομένα δεν
βρέθηκαν ορισμένες υποκοριστικές καταλήξεις που αναφέρονται από τον Τριανταφυλλίδη
όπως -όπουλο/-όπούλα, -έλι, -ίκα, -τζίκος, -άκας, -όκας. Η συχνότητα εμφάνισης των
υποκοριστικών καταλήξεων εμφανίζεται στον παρακάτω πίνακα:
Πίνακας 2: Συχνότητα εμφάνισης υποκοριστικών καταλήξεων
Κατάληξη υποκοριστικού Τύποι Ποσοστό %
-άκι 254 72,99%
-ούλα 41 11,78%
-ίτσα 29 8,33%
-άκης 10 2,87%
-άκος 3 0,86%
-ούλι 2 0,57%
-αλάκι 2 0,57%
-αράκι 2 0,57%
-ουδάκι 1 0,29%
-αράκος 1 0,29%
-άκα 1 0,29%
-ίδιο 1 0,29%
-ούλης+άκος 1 0,29%
Σύνολο 348 100%
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 143
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Στον Πίνακα 2 μπορούμε να παρατηρήσουμε την εξαιρετικά μεγάλη παραγωγικότητα της
υποκοριστικής κατάληξης –άκι έναντι των υπολοίπων (πρβλ. Καρρά 2006). Σε δεύτερη
θέση και με μεγάλη διαφορά βρίσκεται το επίθημα –ούλα και σε τρίτη το επίθημα –ίτσα. Οι
υπόλοιπες υποκοριστικές καταλήξεις εμφανίζονται σε πολύ περιορισμένους αριθμούς,
κάτι που πιθανόν δείχνει μια τάση συμπύκνωσης των υποκοριστικών καταλήξεων στην
κατάληξη –άκι, τη μόνη κατάληξη που λειτουργεί ως δηλωτική υποκορισμού για ξένες
λέξεις και νεολογισμούς.
Η μελέτη των δεδομένων, τόσο των τύπων υποκοριστικών όσο και ξεχωριστά των
εμφανίσεών τους στα κείμενα, οδήγησε στην υπόθεση ότι αποτελούν διαφορετικών
επιπέδων λεξικά στοιχεία, κάτι που, όπως θα δούμε στη συνέχεια, επηρεάζει αποφασιστικά
τη λειτουργικότητά τους. Με βάση αυτό, τα υποκοριστικά των δεδομένων διακρίθηκαν
στις εξής κατηγορίες:
α) Υποκοριστικά με διαφορετική σημασία από τη λέξη-βάση
Πρόκειται για λέξεις που, ενώ διατηρούν την ιδιότητα του υποκοριστικού, στα κείμενα που
εμφανίστηκαν εκφράζουν διαφορετική σημασία από αυτή της πρωτότυπης λέξης-βάσης.
Κριτήριο ήταν εδώ το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Μπαμπινιώτης 2002), το οποίο
παρουσιάζει τέτοιες λέξεις ως ξεχωριστά λήμματα, ενώ η πληροφορία ότι η λέξη αποτελεί
υποκοριστικό αναφέρεται στην περιγραφή της σημασίας του λήμματος, ώστε να
διακρίνονται οι λέξεις αυτές από τις αντίστοιχες της κατηγορίας που αναφέρθηκε
παραπάνω και εξαιρέθηκε από την έρευνα. Στο ακόλουθο παράδειγμα εντοπίζονται δύο
υποκοριστικά αυτής της κατηγορίας:
(1) <ΑΝ> τι έπα[θες;
<ΑΓ> [έρχετ- έρχεται από πίσω μου ΕΝΑΣ με μηχανάκι και κάπως έκανε το πλακάκι κι εγώ
τρόμαξα και περνάει ξυστά (.) δίπλα μου (.) πάνω στο πεζοδρόμιο
[FD04-0068]
Στο (1) οι λέξεις μηχανάκι και πλακάκι, παρόλο που θα μπορούσαν να εκφράζουν μια
μηχανή ή μια πλάκα μικρή σε μέγεθος αντίστοιχα, χρησιμοποιούνται με τη σημασία
δίτροχο όχημα και πάτωμα του πεζοδρομίου, αντίστοιχα. Το ίδιο συμβαίνει και στο
υποκοριστικό του ακόλουθου παραδείγματος:
(2) <Π> με:: με ψήνει να αγοράσουμε στρατέγκο πόσες μέρες για τέσσερις παίχτες δε θέλει
να [παίξουμε
<Μ> [στρατιωτάκια γιατί δεν τους [πήρες;
144 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
<Ι> [@@@ είναι τα στρατέγκο.
[XY04-0062]
Στο (2) η λέξη στρατιωτάκια αναφέρεται σε παιδικό παιχνίδι κι όχι σε κάποιον νεαρό ή
μικρό σωματικά στρατιώτη.
β) Υποκοριστικά ως μέρη περίφρασης
Πρόκειται για εμφανίσεις υποκοριστικών που αποτελούν μέρος μιας στερεότυπης φράσης
(fixed phrase). Οι φράσεις αυτές έχουν παγιωθεί, με συνέπεια να χάνουν το νόημά τους αν
στη θέση του υποκοριστικού τοποθετηθεί η λέξη-βάση π.χ. τα τρία γουρουνάκια: τα τρία
γουρούνια. Εξαίρεση αποτελούν εκφράσεις όπως ρε παιδάκι μου, που προέκυψαν από
αντίστοιχες εκφράσεις χωρίς τη χρήση υποκοριστικού. Οι τελευταίες κατατάχθηκαν σε
αυτή την κατηγορία κατά παράβαση του κριτηρίου, καθώς κρίθηκε ότι η παγίωση της
φράσης είναι ισχυρότερη από την ανάγκη του ομιλητή να εκφράσει με τη χρήση του
υποκορισμού κάποια επιλογή ομιλίας όπως έκφραση συναισθήματος, οικειότητα κ.λπ.
γ) Υποκοριστικά η χρήση των οποίων διαφοροποιεί την περιγραφική σημασία της
πρότασης
Η κατηγορία αυτή αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου το υποκοριστικό, ενώ δεν έχει
σημασιολογική διαφορά ως αυτόνομη λέξη με την πρωτότυπη λέξη-βάση, περιγράφει ένα
διαφορετικό αντικείμενο αναφοράς, με συνέπεια η αντικατάστασή του με τη λέξη-βάση σε
ένα εκφώνημα να διαφοροποιεί την περιγραφική σημασία (Leech 1974) του τελευταίου.
Περί διαφορετικού αντικειμένου αναφοράς κάνει λόγο και ο Daltas, ο οποίος διακρίνει
κατηγορίες υποκοριστικών βάσει δύο κριτηρίων, του κατά πόσο υπάρχει έκφραση
συναισθήματος μέσω του υποκοριστικού (emotion) και κατά πόσο το υποκοριστικό και η
λέξη-βάση δηλώνουν το ίδιο αντικείμενο αναφοράς (referent) (1985: 81). Ένα σαφές
παράδειγμα της κατηγορίας αυτής περιλαμβάνεται στο (3):
(3) παίρνω εγώ τη στροφή δεν έχω βγει αρκετά αριστερά όπως παίρνω τη στροφή και
φοβάμαι μη βρω το φορτηγάκι κόβω το τιμόνι και αφού έχω περάσει το μισό αμάξι βρίσκω
την άκρη του προφυλακτήρα του (.)
[XY04-0044]
Ο αποδέκτης της αφήγησης αυτής δημιουργεί μια συγκεκριμένη αντίληψη του
περιστατικού που αφηγείται ο ομιλητής και που περιλαμβάνει ένα φορτηγάκι. Το
υποκοριστικό εδώ περιγράφει ένα διαφορετικό αντικείμενο αναφοράς από τη λέξη-βάση.
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 145
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Επομένως, η αντικατάστασή του με τη λέξη φορτηγό στο ίδιο εκφώνημα θα ωθούσε τον
ακροατή να αντιληφθεί μια διαφορετική οντότητα.
Οι παραπάνω κατηγορίες έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό ότι η χρήση του
υποκοριστικού προκύπτει όχι από την επιλογή του ομιλητή να εκφράσει μια λειτουργία
του υποκοριστικού σε σχέση με τη λέξη-βάση, αλλά από άλλους παράγοντες. Στην πρώτη
κατηγορία το υποκοριστικό χρησιμοποιείται ως αυτόνομη λέξη για δήλωση διαφορετικής
σημασίας. Στη δεύτερη κατηγορία η χρήση του υποκοριστικού είναι επίσης υποχρεωτική,
ως ένδειξη της περίφρασης της οποίας είναι μέλος. Τέλος, στην περίπτωση της τρίτης
κατηγορίας ο ομιλητής υποχρεούται να χρησιμοποιήσει το υποκοριστικό, λόγω της
πραγματικότητας του εκφωνήματος που επιθυμεί να περιγράψει. Η εξαίρεση των
υποκοριστικών που ανήκουν στις τρεις αυτές κατηγορίες οδηγεί στην κυρίως κατηγορία
υποκοριστικών που αποτελεί το αντικείμενο της έρευνας, τα υποκοριστικά που εκφράζουν
επιλογές ομιλίας. Αυτά εμφανίζονται όταν ο ομιλητής επιλέγει να χρησιμοποιήσει στο
λόγο του έναν υποκοριστικό τύπο έναντι μιας λέξης-βάσης προκειμένου να εκφράσει
διάφορες λειτουργίες. Οι λειτουργίες των υποκοριστικών αυτών αποτελούν το κύριο
αντικείμενο ανάλυσης της παρούσας μελέτης. Κριτήρια εντοπισμού των λειτουργιών
αποτελούν οι συνάψεις του υποκοριστικών στα περιβάλλοντα εμφάνισής τους, αλλά και
το ευρύτερο περικείμενο των εκφωνημάτων, που αποκαλύπτει την προθετικότητα του
ομιλητή κάθε φορά.
Τα υποκοριστικά της κατηγορίας αυτής εμφανίζονται 600 φορές στα δεδομένα,
καθιστώντας την κατηγορία αυτή την πολυπληθέστερη έναντι των προηγουμένων, όπως
φαίνεται στον παρακάτω πίνακα:
Πίνακας 3: Συχνότητα εμφάνισης των κατηγοριών υποκοριστικών
Κατηγορίες Εμφανίσεις Ποσοστό %
Υποκοριστικά με άλλη σημασία 69 7,28%
Υποκοριστικά ως μέρος περίφρασης 61 6,43%
Υποκοριστικά με διαφορετική 218 23%
περιγραφική σημασία
Υποκοριστικά ως προϊόν επιλογής 600 63,29%
Σύνολο 948 100%
Σημειώνεται ότι η κατηγοριοποίηση αυτή αφορά μόνο τα υποκοριστικά με τη μορφή
ονομάτων. Τα επίθετα, έχοντας από τη φύση τους την ιδιότητα να προσδιορίζουν,
αντικατοπτρίζουν επιλογές του ομιλητή στο σύνολό τους (βλ. Κλαίρης & Μπαμπινιώτης
2005: 153). Ειδικά, τα περιγραφικά επίθετα (που είναι το μόνο είδος επιθέτων που
146 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
βρέθηκαν στο δείγμα μας), είτε αποδίδουν εξωτερικά χαρακτηριστικά, είτε αποτυπώνουν
μια κρίση του ομιλητή (αξιολογικά επίθετα). Δεδομένων αυτών, είναι σαφές ότι ο
ομιλητής, όταν χρησιμοποιεί κάποιον υποκοριστικό τύπο υπό μορφή επιθέτου, έχει την
απόλυτη ευχέρεια να εκφράσει μια επικοινωνιακή επιλογή του (αξιολόγηση, μετριασμό
της ιδιότητας που αποδίδεται κ.ο.κ) χωρίς να δεσμεύεται από παράγοντες όπως αυτούς που
είδαμε παραπάνω και που αφορούν υποκοριστικά υπό μορφή ονομάτων, ακριβώς διότι
τέτοιου είδους παράγοντες υπαγορεύονται από τη «δήλωση της αναφοράς», που είναι η
κύρια χρήση των ονομάτων.
3.2. Λειτουργίες των υποκοριστικών
Η εξέταση των προφορικών δεδομένων οδηγεί στο γενικό συμπέρασμα ότι τα προς εξέταση
στοιχεία εκφράζουν πολλαπλές επικοινωνιακές λειτουργίες, που εκτείνονται από το απλό
μαρκάρισμα του περιγραφόμενου αντικειμένου ως μικρό έως πραγματολογικές
λειτουργίες όπως η έκφραση συμπάθειας, ειρωνείας κ.ά. Ως προς το κομμάτι αυτό πολύ
αναλυτική είναι η μελέτη της Alexopoulos (1994), η οποία, όπως αναφέρθηκε ήδη, αφού
συνέλεξε δεδομένα από προφορικά και γραπτά κείμενα, χρησιμοποίησε πληροφορητές
ώστε να εξαγάγει μέσω ερωτηματολογίου τις επικοινωνιακές λειτουργίες των
υποκοριστικών. Τα αποτελέσματα στα οποία κατέληξε συμπίπτουν μερικώς με αυτά της
παρούσας μελέτης, κυρίως ως προς την κατηγοριοποίηση των λειτουργιών των
υποκοριστικών στη Νέα Ελληνική. Υπό την έννοια αυτή η παρούσα εργασία ελέγχει τα
πορίσματα προηγούμενων ερευνών σε ένα συγκριτικά μεγαλύτερο όγκο δεδομένων.
Στα δεδομένα παρατηρήθηκαν οι εξής λειτουργίες των υποκοριστικών:
α) Δήλωση ποσοτικής διαφοράς από τη λέξη-βάση (quantitative)
Πρόκειται για περιπτώσεις στις οποίες ο ομιλητής θέλει να προσδώσει την έννοια του
«μικρού» στο περιγραφόμενο αντικείμενο. Η κατηγορία αυτή απoτελεί την «κυριολεκτική
λειτουργία των υποκοριστικών» (βλ. Τριανταφυλλίδης 1941, αλλά και Μπαμπινιώτης
2002, Crystal 2003 κ.ά), όπως φαίνεται στο (4):
(4) <Α> [θα σας ξενα- θα σας πάει στα:: πώς τα λένε (.) στο χορό της κοιλιάς
<Μ> α:: ΠΟΛΥ ωραία ((γέλια))
<Κ> είναι κάποιο πλοία ξέρεις (.) που κάνουν μια μικρή βολτούλα εκεί:: ((δείχνει))
<Α> ναι (.) με το καραβάκι (.) [κάνετε μια μικρή βόλτα στο Νείλο
<Κ> [με το καραβάκι
<Α> και:: χορεύουνε
[FD04-0071]
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 147
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Στο (4) συνομιλούν τρεις φίλες, η μια εκ των οποίων πρόκειται να ταξιδέψει στην Αίγυπτο.
Η Α και η Κ, έχοντας ήδη επισκεφθεί την περιοχή, ενημερώνουν τη Μ για το τι θα
συναντήσει εκεί, δείχνοντάς της παράλληλα τα μέρη στο χάρτη. Το υποκοριστικό βολτούλα
που χρησιμοποιείται αναφέρεται στη μικρή διάρκεια που έχει η διαδρομή που
πραγματοποιεί το πλοίο στο μέρος για το οποίο γίνεται λόγος. Σε αυτό συμβάλλει το
επίθετο μικρή, καθώς και το γενικότερο περιεχόμενο του εκφωνήματος, που είναι
ουδέτερο και αποκλείει κάποια έκφραση συναισθήματος, αξιολόγησης κτλ.
Η ποσοτική διαφοροποίηση που επιφέρει το υποκοριστικό μπορεί εκτός της
διάρκειας που είδαμε παραπάνω, να αφορά στοιχεία όπως το μέγεθος ή η ηλικία, όπως
φαίνεται στα επόμενα παραδείγματα:
(5) <Γ> αυτός είναι ο καταρράκτης (.) να εδώ έχουνε κάνει:: διαζωματάκια:: που το βλέπεις
από [μακριά::
<Κ> [ναι το έχουνε [περιποιηθεί
[XD04-0041]
(6) <Β> [στο τρέιλερ έχει ένα ξανθό κοριτσάκι μικρούλι (_) και μια μεγάλη κοπέλα
μελαχρινή την Κίρα Νάιτλι προφανώς
[FY04-0083]
Στο (5) η λέξη διαζωματάκια αναφέρεται στο μικρό μέγεθος των αντικειμένων που
περιγράφονται, χωρίς όμως να υπάρχει υποστήριξη της λειτουργίας από επίθετο, ενώ στο
(6) το υποκοριστικό κοριτσάκι αναφέρεται στην ηλικία του κοριτσιού για το οποίο γίνεται
λόγος, κάτι που γίνεται φανερό από την αντιπαράθεση με το μια μεγάλη κοπέλα.
Σημειώνουμε εδώ την ύπαρξη του επιθέτου μικρός-ή-ό, που μάλιστα τίθεται επίσης
σε υποκοριστικό τύπο. (Για τη λειτουργία των υποκοριστικών επιθέτων θα γίνει λόγος στη
συνέχεια της μελέτης). Αξίζει να σημειώσουμε ότι η παρουσία του συγκεκριμένου επιθέτου
παρατηρήθηκε σε πολλά από τα υποκοριστικά των δεδομένων που εξέφραζαν τη
λειτουργία της ποσοτικής διαφοροποίησης από τη λέξη-βάση. Το γεγονός αυτό, παρότι εκ
πρώτης όψεως μπορεί να φαίνεται πλεοναστικό, λειτουργεί μάλλον για διασάφηση προς
τον ακροατή. Άλλωστε, η επαναληψιμότητα και η πλεοναστικότητα είναι στοιχεία που
χαρακτηρίζουν τον προφορικό λόγο, ειδικά σε σχέση με το γραπτό.
148 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
β) Δήλωση ποιοτικής διαφοράς από τη λέξη-βάση (qualitative)
Η κατηγορία αυτή αφορά περιπτώσεις στις οποίες η χρήση του υποκοριστικού έχει ως
σκοπό να υποτιμήσει τη σημαντικότητα, τη σοβαρότητα ή την ποιότητα του αντικειμένου
αναφοράς, όπως στο (7):
(7) <Ν> βασικά μ’ εκνευρίζει (.) μ’ εκνευρίζουν μάλλον (.) τα τ@λε(.)παιχνίδια που έχει
παρουσιάσει κατά καιρούς, διότι αγάπη μου άμα θέλεις να κάνεις ένα παιχνιδάκι να
βγάλεις πέντε έξτρα λεφτά ντάξει αλλά δεν είν’ ανάγκη τώρα να κάνεις ριάλιτι
[XY04-0002]
Στο (7) δύο φίλες συζητούν για το Γρηγόρη Αρναούτογλου και τα τηλεπαιχνίδια. Η Ν
χρησιμοποιεί το υποκοριστικό παιχνιδάκι ώστε να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα και την
ποιότητα των ριάλιτι τηλεπαιχνιδιών στα οποία εμπλέκεται ο συγκεκριμένος
τηλεπαρουσιαστής. Είναι σαφές ότι εδώ η χρήση του υποκοριστικού δεν έχει να κάνει με
την έννοια του «μικρού» όπως την αναφέρει ο Τριανταφυλλίδης, καθώς η αντικατάσταση
του υποκοριστικού με τη φράση μικρό παιχνίδι δεν θα έδινε σε καμία περίπτωση το ίδιο
νόημα στο εκφώνημα.
Από το παραπάνω παράδειγμα δημιουργείται ίσως η εντύπωση ότι το υποκοριστικό
εμπεριέχει και μια αρνητική διάθεση του ομιλητή προς τα λεγόμενα. Κάτι τέτοιο δεν είναι
ακριβές και περισσότερο καλλιεργείται από λέξεις του περικειμένου με αρνητική φόρτιση
(π.χ. εκνευρίζει). Αυτό φαίνεται και από το παράδειγμα (8):
(8) <Δ> κοίτα (.) Τρίτη θέλω ν’ ανέβω στη σχολή γιατί μου ‘χει μείνει:: (.) μου ‘χουν μείνει
δυο τρεις δουλίτσες (.) και θέλω να δω και πότε αρχίζουμε:: [εξεταστική
<Σ> λοιπόν θέλω κι εγώ κάτι:: φυλλάδια:: απ’ το φωτοτυπείο
[FY03-0004]
Εδώ, η Δ και η Σ συζητούν σχετικά με τη σχολή που φοιτούν. Η Δ χρησιμοποιεί το
υποκοριστικό δουλίτσες με επικοινωνιακό στόχο να καλέσει τη συνομιλήτριά της να μη
δώσει ιδιαίτερο βάρος στο σημείο αυτό, εφόσον δεν θεωρεί τις δουλειές αυτές σημαντικές.
Αντίθετα, δίνει μεγαλύτερη σημασία στο εκφώνημα που έπεται και θέλω να δω και πότε
αρχίζουμε εξεταστική, κρίνοντάς το ως σημαντικότερη υποχρέωσή της. Αξίζει να
σημειώσουμε ότι η Σ λαμβάνει σωστά το επικοινωνιακό μήνυμα από το υποκοριστικό,
καθώς παίρνει το λόγο αναφερόμενη και η ίδια σε μια δουλειά που θέλει να κάνει,
αντίστοιχης (μειωμένης) σημαντικότητας (λοιπόν θέλω κι εγώ κάτι:: φυλλάδια:: απ’ το
φωτοτυπείο). Στο παράδειγμα αυτό αποκλείεται η ερμηνεία της αρνητικής διάθεσης του
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 149
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
ομιλητή προς τη λέξη που υφίσταται υποκορισμό και επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός ότι
αναφέρεται σε κάτι που απλώς δεν παίζει κεντρικό ρόλο στο μήνυμα του ομιλητή.
γ) Έκφραση εμπλοκής εκ μέρους του ομιλητή (involvement)
Μια ευρεία και πολυπληθής κατηγορία υποκοριστικών είναι αυτά που δηλώνουν εμπλοκή
του ομιλητή με το αντικείμενο αναφοράς. Όπως θα δούμε, τα υποκοριστικά είναι μια πολύ
αποτελεσματική γλωσσική στρατηγική που μπορεί να κωδικοποιεί τη στάση και τα
συναισθήματα του ομιλητή προς το κείμενο που εκφωνεί, υποστηρίζοντας έτσι την
υποκειμενική διάσταση της γλώσσας, που είναι αυξημένη στην προφορική συνομιλία.
Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο παράδειγμα:
(9) <Ε> πώς περάσατε;
<Μ> καλά (.) δόξα τω Θεώ (.) οικογενειακά λέμε
<Ε> με τα εγγονάκια [εκεί πέρα
<Μ> [εμάς ΜΠΡΑΒΟ το οικογενειακό εμάς είναι::
<Ε> παράδοση
[FD04-0039]
Η Ε και η Μ συζητούν για το πώς πέρασαν τα Χριστούγεννα με τις οικογένειές τους.
Χρησιμοποιείται το υποκοριστικό εγγονάκια, προκειμένου να εκφράσει η Ε τον
ενθουσιασμό για το γεγονός ότι παρευρίσκονταν και τα εγγόνια της Μ, καθώς και την
τρυφερότητα και συμπάθεια που τρέφει γι’ αυτά. Παράλληλα, εμμέσως υποστηρίζει και
καλλιεργεί το φιλικό κλίμα που υπάρχει μεταξύ των δύο γυναικών. Να σημειώσουμε και
την ύπαρξη ιδιαίτερου επιτονισμού, που επιτείνει το επικοινωνιακό αποτέλεσμα. Ανάλογη
είναι και η χρήση του υποκοριστικού στο (10):
(10) <Ε> ωραίο είναι
<Ν> φτάνει
<Ε> είναι το φρέσκο βουτυράκι μέσα που μυρίζει
[FD04-0046]
Στο (10) η ομιλήτριες μαγειρεύουν και η Ε χρησιμοποιώντας το υποκοριστικό βουτυράκι
εκφράζεται αξιολογικά ως προς το φαγητό που μαγειρεύεται, κάνοντας το εκφώνημά της
πιο βιωματικό και υποκειμενικό. Έτσι, παροτρύνει τη συνομιλήτριά της να δώσει προσοχή
στο συγκεκριμένο γεγονός. Η αξιολογική διάσταση του εκφωνήματος υποστηρίζεται και
εντείνεται από το επίθετο φρέσκο, αλλά και το ρήμα μυρίζει. Πρέπει εδώ να γίνει ιδιαίτερη
αναφορά στο μεγάλο αριθμό υποκοριστικών που αναφέρονται σε φαγώσιμα και πόσιμα,
150 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
κάτι που η Sifianou αποδίδει στην ιδιαίτερη τελετουργία που έχει το γεύμα στην ελληνική
κουλτούρα για τη σύσφιγξη των σχέσεων μεταξύ των συμμετεχόντων σε αυτό (1992: 164).
Τα υποκοριστικά αυτά εκφράζουν είτε την εμπλοκή του ομιλητή προς τα λεγόμενα, όπως
στο (10), είτε θετική ευγένεια, στην οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια.
Είναι φανερό επομένως από τα δεδομένα ότι μια κύρια λειτουργία των
υποκοριστικών είναι η εμπλοκή και αξιολόγηση του ομιλητή προς τα λεγόμενα. Ο
προφορικός λόγος, καθώς είναι αυθόρμητος ευνοεί την ανάπτυξη εκφραστικών τρόπων
που φέρνουν τον ομιλητή να παρουσιάζει τα γεγονότα με τρόπο βιωματικό και
υποκειμενικό (Γεωργακοπούλου & Γούτσος 1999). Η χρήση των υποκοριστικών επιτρέπει
την έκφραση συναισθημάτων εκ μέρους του ομιλητή, που επιτείνουν την
παραστατικότητα του κειμένου και εν τέλει συμβάλλουν στον κοινωνικό σκοπό της
αυθόρμητης συνομιλίας που είναι η σύσφιγξη των σχέσεων μεταξύ των συνομιλούντων.
Τέτοια υποκοριστικά μπορούν να εκφράζουν συμπάθεια, ενθουσιασμό, χαρά, τρυφερότητα,
νοσταλγική ή θετική διάθεση και πολλά άλλα, κυρίως θετικά προσδιορισμένα στοιχεία
αξιολόγησης. Πολύ σημαντική είναι και εδώ η συμβολή λέξεων που συνάπτονται με το
υποκοριστικό και εντείνουν την αξιολογική διάσταση του εκφωνήματος, όπως επίθετα,
αξιολογικά φορτισμένα ονόματα και ρήματα, καθώς και επιρρήματα.
δ) Δήλωση ευγένειας (politeness)
Ένα σημαντικό μέρος των υποκοριστικών στα δεδομένα εκφράζει θετική ευγένεια. Όπως
παρατηρεί και η Sifianou (1992), στην ελληνική κοινωνία η ιδέα της ευγένειας συνάπτεται
έντονα με την οικειότητα και την καλώς εννοούμενη ανεπισημότητα, και τα υποκοριστικά
μπορούν να συντείνουν αποφασιστικά προς την κατεύθυνση αυτή. Σύμφωνα με το
πρότυπο των Brown & Levinson, κάθε πράξη, γλωσσική ή μη, μπορεί να απειλήσει το
θετικό ή το αρνητικό πρόσωπο (face threatening act) του συνομιλητή. Προκειμένου να
μην εκφράσει ευθέως μια τέτοια απειλητική πράξη, ο ομιλητής έχει στη διάθεσή του
μηχανισμούς που εκφράζουν είτε αρνητική είτε θετική ευγένεια. Η αρνητική ευγένεια
θέτει ως προτεραιότητα την ανάγκη να μην επισκιαστεί το πρόσωπο του συνομιλητή και
να διατηρηθεί η ακεραιότητα και η ανεξαρτησία του. Θεωρείται καταλληλότερη για μη
συμμετρικές συνομιλίες, καθώς διατηρείται η κοινωνική απόσταση και εκφράζεται με
γλωσσικά μέσα που δηλώνουν ουδετερότητα και αποστασιοποίηση. Η θετική ευγένεια, από
την άλλη, προκρίνει ως σημαντικότερη την ανάγκη του προσώπου του συνομιλητή για
έγκριση, σύσφιγξη κοινωνικών σχέσεων και καλλιέργεια του συναισθήματος ότι αποτελεί
μέλος μιας ομάδας. Στα παραδείγματα που ακολουθούν φαίνεται ότι οι υποκοριστικοί
τύποι είναι μια επιλογή που σαφώς μπορεί να δείξει προς την κατεύθυνση αυτή: