The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά

Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by elenioik77, 2016-07-25 16:39:30

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 151

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

(11) <Σ> θες να φτιάξουμε κι άλλο καφεδάκι;
<Δ> ρε δεν μπορώ να πιω άλλο καφέ πραγματικά
<Σ> κι εγώ έχω πιει ΔΥΟ από το πρωί
[FY03-0006]

(12) <Α> ((βήχει))
<Π> θες να σου δώσω μια καραμελίτσα για το λαιμό;
[ΧΟ04-0023]

Όπως βλέπουμε, σε περιπτώσεις ερωτήσεων, προσφορών κ.ά., η επιλογή του
υποκοριστικού είναι μια πολύ αποτελεσματική στρατηγική προκειμένου ο ομιλητής να
προσδώσει στο λόγο του την απαιτούμενη ευγένεια. Η χρήση του υποκοριστικού επιτείνει
τη θετική ευγένεια, αποκλείοντας απειλή προς το θετικό πρόσωπο του ακροατή, καθώς η
υποτίμηση του προσφερομένου απαλλάσσει τον ακροατή από μια ενδεχόμενη υποχρέωση
να ανταποδώσει. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ο ανεπίσημος χαρακτήρας και η συνήθως
συμμετρική σχέση που υπάρχει μεταξύ των ομιλητών στο σώμα κειμένων, στοιχεία τα
οποία ευνοούν τη θετική ευγένεια που μπορούν να υποστηρίξουν οι υποκοριστικοί τύποι,
έναντι κάποιου πιο επίσημου ίσως ύφους, στο οποίο η αρνητική σε αυτή την περίπτωση
ευγένεια θα εκφραζόταν με διαφορετικά γλωσσικά μέσα (χρήση του παρακαλώ, τροπικούς
δείκτες με το θα και παρελθοντικούς χρόνους κ.ά.).

Πέραν των ερωτήσεων και προσφορών, η χρήση του υποκοριστικού μπορεί να
προσδώσει την ευγένεια που χρειάζεται ένα εκφώνημα, με απώτερο στόχο την απόσπαση
μιας υπηρεσίας εκ μέρους του ακροατή, όπως στο ακόλουθο παράδειγμα:

(13) <Μ> εγώ έχω δύο επιλογές ή θα φύγει το μάθημα ή θα πάω εγώ στο τέλος και θα του
πω ΕΛΑΤΕ κύριε μόνο το δικό σας μαθηματάκι μου ‘χει μείνει για να πάρω το πτυχίο μου
[FY04-0061]

Η Μ εδώ συνομιλώντας με τις συμφοιτήτριές της αναπαριστά σε ευθύ λόγο μια υποθετική
συζήτηση που θα έχει με τον καθηγητή της σχετικά με κάποιο πανεπιστημιακό μάθημα. Αν
και η σχέση μεταξύ καθηγητή και φοιτήτριας είναι μη συμμετρική, εδώ η Μ χρησιμοποιεί
το υποκοριστικό ώστε να πετύχει θετική ευγένεια. (Πιθανώς, σε αυτό παίζει ρόλο το ότι ο
διάλογος δεν είναι όντως μεταξύ του καθηγητή και της ίδιας, αλλά πρόκειται για διάλογο
που αναπαριστάται). Σε κάθε περίπτωση, εφόσον πρόκειται απλώς για ένα μαθηματάκι,
όπως το παρουσιάζει η Μ, η απόσπαση εκ μέρους του καθηγητή βοήθειας θεωρείται κάτι
εύκολο και παράλληλα δεν πλήττεται το πρόσωπο του καθηγητή, εφόσον δεν του ζητείται

152 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

κάτι δύσκολο και σημαντικό. Φυσικά, ο ιδιαίτερος επιτονισμός της φράσης επιτείνει το
επιδιωκόμενο επικοινωνιακό αποτέλεσμα.

Επιπλέον, μια κεντρική λειτουργία που σχετίζεται με την ευγένεια είναι η επιλογή
του ομιλητή να χρησιμοποιήσει έναν υποκοριστικό τύπο ώστε να απαλύνει το περιεχόμενο
ή τις αρνητικές συνυποδηλώσεις που μπορεί να έχει μια λέξη-βάση, με απώτερο στόχο να
είναι ευγενής. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα που ακολουθούν:

(14) <Α> α βλέπετε αυτή που είναι έτσι οριζόντια ότι φαίνεται:: πολύ διαφορετικά; (.) αυτές
που είναι πλατιές τις κάνει έτσι αυτές που [είναι::
<Β> πάλι η κοιλίτσα όμως μένει
<Α> ε η κοιλίτσα δεν φεύγει (_)
<Λ> είναι γοητεία
[FY04-0065]

(15) <Ο> όχι και της λέω ΝΑΙ και μου λέει θα κάνεις τίποτα σήμερα; (.) και της λέω μπα βρε
Μαράκι δεν το βλέπω (.) μάλλον θα:: κάτσω:: να διαβάσω ή θα κάτσω σπίτι γενικώς
[FD04-0084]

Στο (14) η αναφορά της λέξης-βάσης στο συγκεκριμένο περικείμενο ίσως θα μπορούσε να
θεωρηθεί προσβλητική. Επιπλέον ένδειξη για αυτό αποτελεί το γεγονός ότι, ακόμα και
μετά την επιλογή του υποκοριστικού τύπου που απαλύνει την όποια αρνητική
συνυποδήλωση, η Λ θεωρεί χρήσιμο να προσθέσει τη φράση είναι γοητεία προκειμένου να
μην υπάρξει περιθώριο παρεξήγησης από τους υπόλοιπους συζητητές. Στο (15), από την
άλλη, η δήλωση είναι δυσάρεστη για τον ακροατή και ο ομιλητής επιλέγει να
«καλοπιάσει» τον ακροατή με τη χρήση της προσφώνησης σε υποκοριστικό τύπο.

ε) Δήλωση ειρωνείας ή χιούμορ (irony)
Ο προφορικός ανεπίσημος λόγος, ειδικά όταν εκφωνείται μεταξύ φιλικών προσώπων
μπορεί να έχει έντονο το στοιχείο του πειράγματος ή της ειρωνείας και γενικότερα του
χιούμορ, λειτουργιών που μπορούν κάλλιστα να εκφραστούν με τη χρήση υποκοριστικών,
όπως φαίνεται και στο (16):

(16) <Α> και δε μου λες ε:: και τι λέει άλλο ο Γιάννης; πού είναι τώρα;
<Ν> δουλεύει με τον αδερφό του
<Α> μ::
<Σ> ναι;
<Ν> μεροκαματάκι τρελό
<Σ> ε [λέει
[MY04-0016]

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 153

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, μετά από ερώτηση του Α για το τι κάνει ο Γιάννης, ο Ν δίνει
την πληροφορία στην ομάδα με την οποία συνομιλεί ότι ο Γιάννης δουλεύει με τον αδερφό
του. Οι ειρωνικές-χιουμοριστικές αντιδράσεις έναντι αυτής της πληροφορίας ξεκινούν
αμέσως μετά, με τον Α να εκφωνεί ένα ιδιαίτερο επιτονιστικά μ::, που δηλώνει πιθανώς
αποδοκιμασία. Ακολουθεί μια ερώτηση από τον Σ που καλεί τον Ν να επιβεβαιώσει το
γεγονός, η οποία μπορεί και να εκληφθεί ως έμμεση αμφισβήτηση του γεγονότος ή ως
δυσκολία αυτό να γίνει πιστευτό. Ακολούθως, ο Ν επιβεβαιώνει την πληροφορία, όχι όμως
επαναλαμβάνοντάς τη, αλλά δίνοντας επιπλέον στοιχεία. Συγκεκριμένα χρησιμοποιεί το
υποκοριστικό μεροκαματάκι δείχνοντας καταρχάς ότι το γεγονός είναι αληθές, αλλά
παράλληλα καυτηριάζοντας το ότι ο Γιάννης δεν είναι ιδιαίτερα εργατικός και το ότι
δουλεύει μαζί με τον αδερφό του του επιτρέπει να αποφεύγει το φόρτο εργασίας. Αυτή η
ειρωνική επικοινωνιακή διάσταση που δίνει ο ομιλητής στο εκφώνημά του υποστηρίζεται,
εκτός του υποκοριστικού, από το επίθετο τρελό, που εδώ φυσικά δεν αποδίδει την ιδιότητα
της τρέλας, αλλά δηλώνει ποσοτικά την υπερβολή (επίταση). Η ειρωνική αυτή δήλωση
έρχεται να εξηγήσει την αμφισβήτηση που εξέφρασαν οι δύο άλλοι συνομιλητές
ακούγοντας την πληροφορία, πάντα στα πλαίσια του χιούμορ, ενώ τελικώς στη πορεία της
συζήτησης γίνεται σαφές ότι ο Γιάννης πράγματι, ενώ τυπικά δουλεύει, δεν προσπαθεί και
τόσο.

Μια παρόμοια χρήση απαντά στο παρακάτω παράδειγμα:

(17) έκανε:: τη μισή δουλειά απ’ ό,τι έπρεπε να κάνει και καθόμουν εγώ κι έκανα όλη τη
δουλειά κι επειδή δεν ήμουνα και πολύ καλά σκεφτόμουνα κατά τη μία να φύγω και τη
βλέπω μία παρά τέταρτο να παίρνει την τσαντούλα της και το μπουφανάκι της και να
βγαίνει προς τα έξω λέω έτσι και φύγει τώρα έχω φύγει δεν έχω ρωτήσει κανέναν και
έρχομαι μετά από καμιά βδομάδα αλλά τελικά ξαναγύρισε
[FY04-0055]

Εδώ η ομιλήτρια αφηγείται ένα περιστατικό από το χώρο εργασίας της. Συγκεκριμένα
καυτηριάζει τη συμπεριφορά συναδέλφου της, που δεν αναλάμβανε τα βάρη που της
αναλογούσαν. Αυτό στο οποίο εστιάζει στην αφήγησή της είναι η κίνηση της συναδέλφου
να βγει από το χώρο εργασίας, κάνοντας την ομιλήτρια να θεωρήσει ότι επιχειρεί να φύγει
νωρίτερα από το προβλεπόμενο. Το συγκεκριμένο γεγονός είναι αυτό που κυρίως
καυτηριάζεται στην αφήγηση, με παράλληλη χρήση ειρωνείας, εκφραζόμενης από τα
υποκοριστικά τσαντούλα και μπουφανάκι. Σε αντίθεση με το (16) εδώ η δήλωση δεν
εκφωνείται στα πλαίσια χιούμορ, αλλά η ειρωνεία χρησιμοποιείται για να επιτείνει τον
επικοινωνιακό στόχο της ομιλήτριας, που είναι να εκφράσει με όσο το δυνατόν

154 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

παραστατικότερο τρόπο τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός και τη γενικότερη
συμπεριφορά της συναδέλφου της.

(18) <Δ> μην πλησιάσετε ποτέ ξανά τα Κέι Εφ Σι καταρχήν εγώ νομίζω πως αυτά έχουν
απαγορευθεί [στην Αμερική
<L> [τι κατσαρίδες και πράσινα άλογα που αηδιάζουμε κι αυτά ξέρεις ((γέλια))
<Μ> αυτά είναι χειρότερα η κατσαρίδα έχει και πρωτεϊνούλες ((γέλια))
[XD04-0008]

Στο παράδειγμα αυτό, είναι σαφές το χιούμορ που εκφράζεται από το υποκοριστικό
πρωτεϊνούλες ή η κατά Crocco-Galeas (2002) non-serious διάθεση των συμμετεχόντων. Η
εντύπωση ισχυροποιείται και από τα παραγλωσσικά που συνοδεύουν το κείμενο (γέλια)
ενώ, σε αντίθεση με τα προηγούμενα παραδείγματα, απουσιάζει το ειρωνικό στοιχείο στην
επικοινωνία.

Τα παραπάνω παραδείγματα θα μπορούσαν να σταθούν ως δείγματα χιούμορ ή
ειρωνείας και χωρίς τη χρήση του υποκοριστικού τύπου. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η
χρήση τους είναι υποστηρικτική του συγκεκριμένου επικοινωνιακού αποτελέσματος, κάτι
που υποδεικνύει ότι, όπως σε ποικίλες άλλες πτυχές της γλώσσας, η σχέση μεταξύ
επικοινωνιακής λειτουργίας και εκφραστικών μέσων είναι σχέση πολλά προς πολλά.

στ) Υποκοριστικά τα οποία ενέχουν πληροφορία για την κοινωνική σχέση μεταξύ των
συνομιλούντων (social)
Πρόκειται για υποκοριστικούς τύπους με τους οποίους ο ομιλητής φανερώνει την
κοινωνική σχέση που έχει με τους συνομιλητές του. Καθώς οι περισσότερες συνομιλίες που
υπάρχουν στο υλικό μας είναι συμμετρικές, τα υποκοριστικά που εντοπίστηκαν έχουν ως
λειτουργία το να καλλιεργήσουν ένα αίσθημα οικειότητας ανάμεσα στους συζητητές, όπως
στο παρακάτω παράδειγμα:

(19) <Ν> ε κάποια στιγμή θα δουλέψεις
<Α> γιατί να δουλέψεις στα σαράντα και να μη δουλέψεις τώρα να: στρώσεις κάποια
πράγματα ας πούμε (.) αυτό σκέφτομαι εγώ να δουλέψεις ας πούμε πέντε χρονάκια μέχρι
τα τριάντα σου
<Ν> να φτιαχτείς
[MY04-0016]

Στο (19) ο Ν και ο Α μιλάνε για το επαγγελματικό μέλλον του Σ και συγκεκριμένα του
προτείνουν να δεχτεί μια πρόταση που έχει για δουλειά, ακόμα κι αν δεν έχει άμεση σχέση

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 155

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

με τις σπουδές του. Από το απόσπασμα, αλλά και από το γενικότερο περικείμενο, είναι
εμφανής η στενή σχέση που υπάρχει μεταξύ των τριών παιδιών και η εγκαρδιότητα με την
οποία ο Ν και ο Α συμβουλεύουν τον Σ για το θέμα για το οποίο γίνεται λόγος. Η
οικειότητα αυτή μεταξύ άλλον εκφράζεται και με το υποκοριστικό χρονάκια, χωρίς να
φαίνεται ότι το υποκοριστικό έχει να κάνει με αυτό καθαυτό το αντικείμενο αναφοράς.
Εδώ ακριβώς έγκειται και η διαφοροποίηση της κατηγορίας αυτής συγκριτικά με την
κατηγορία της εμπλοκής που αναφέραμε παραπάνω. Ενώ υπάρχει το στοιχείο της
βιωματικότητας, η εμπλοκή του ομιλητή δεν κατευθύνεται προς το αντικείμενο αναφοράς.
Για την ακρίβεια στο αντικείμενο αναφοράς δεν δίνεται καν ιδιαίτερη προσοχή· ο ομιλητής
το θέτει απλώς σε υποκοριστικό τύπο προκειμένου να εστιάσει στη συμμετρική σχέση που
υπάρχει μεταξύ αυτού και του συνομιλητή του, που τον ωθεί να υιοθετεί αυτό το οικείο
ύφος. Υπό αυτή την έννοια αυτή η κατηγορία διαφέρει από τις υπόλοιπες, καθώς ο
υποκορισμός δεν είναι καθαρά το μέσο με το οποίο ο ομιλητής εκπληρώνει έναν
επικοινωνιακό στόχο, αλλά περισσότερο πρόκειται για μια από τις εκφάνσεις του οικείου
ύφους που χρησιμοποιεί. (Ανάλογη είναι η θέση της Alexopoulos (1994) για τέτοιες
περιπτώσεις υποκοριστικών).

ζ) Άλλο
Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται ένα ποσοστό αδιευκρίνιστων εμφανίσεων, που
περιλαμβάνει αρκετές ξένες στην προέλευση λέξεις που δεν έχουν ενταχθεί στο κλιτικό
σύστημα της Ελληνικής. Η χρησιμοποίηση του υποκοριστικού τύπου (μπολάκι, τοστάκι,
ταπεράκι κ.ά.) χωρίς κάποια σαφή ένδειξη ιδιαίτερης επικοινωνιακής λειτουργίας στο λόγο
οδηγεί στην υπόθεση ότι η κατάληξη –άκι, η οποία σημειωτέον είναι η συχνότερη των
υποκοριστικών καταλήξεων, μπορεί να χρησιμεύει όχι αναγκαστικά ως ένδειξη
υποκορισμού, αλλά σαν μια ανεξάρτητη μορφολογική διαδικασία που εντάσσει δάνειες
λέξεις στο μορφολογικό σύστημα της Ελληνικής γλώσσας. Στο πλαίσιο της παρούσας
έρευνας, δεν μπορεί να μελετηθεί περαιτέρω αυτή η κατηγορία, αλλά η ανάλυση ενός
ευρύτερου υλικού λέξεων προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα
προέκταση της παρούσας μελέτης.

3.3. Ποσοτικά στοιχεία
Οι παραπάνω κατηγορίες δεν εξαντλούν τα υποκοριστικά που εντοπίστηκαν στα δεδομένα.
Υπήρξαν περιπτώσεις όπου ο υποκοριστικός τύπος εξέφραζε διπλή λειτουργία και άλλες
όπου το περικείμενο δεν καθιστούσε σαφή τη λειτουργία του. Για λόγους οργάνωσης και
παρουσίασης του ποσοτικού σκέλους της έρευνας, κάθε συνδυασμός των λειτουργιών που

156 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

έχουν ήδη αναφερθεί θεωρήθηκε ξεχωριστή κατηγορία, ενώ οι υπόλοιπες περιπτώσεις
ομαδοποιήθηκαν. Τα ποσοτικά στοιχεία της έρευνας και η σχετική συχνότητα των
λειτουργιών των υποκοριστικών εμφανίζονται στον παρακάτω πίνακα:

Πίνακας 4: Συχνότητα εμφάνισης των λειτουργιών υποκοριστικών

Κατηγορίες Εμφανίσεις Ποσοστό %

Ποσοτική διαφορά (quantitative) 123 20.50%
Ποιοτική διαφορά (qualitative) 38 6.33%
Εμπλοκή (involvement) 155 25,83%
Ευγένεια (politeness) 81 13.50%
Ειρωνεία/χιούμορ (irony) 77 12,83%
Κοινωνική σχέση (social) 17 2,83%
Άλλο 67 11,16%
Ποσοτική διαφορά & Εμπλοκή 23 3.83%
Ποσοτική & Ποιοτική διαφορά 15 2.50%
Ευγένεια & Ειρωνεία 3 0.50%
Ποιοτική διαφορά & Εμπλοκή 1 0.17%
Σύνολο 600 100%

Στον πίνακα 4 αποτυπώνεται η δυναμική της λειτουργίας των υποκοριστικών ως
ενδείξεων αξιολόγησης και εμπλοκής του ομιλητή προς τα λεγόμενα. Πρόκειται για την
πιο συχνή λειτουργία των υποκοριστικών, με συχνότητα εμφάνισης λίγο πάνω από το ένα
τέταρτο επί του συνόλου. Είναι έκδηλη επομένως η τάση του ομιλητή να κάνει χρήση
υποκοριστικών τύπων προκειμένου να αξιολογήσει τα αντικείμενα αναφοράς και να
αποτυπώσει με τη μέγιστη δυνατή παραστατικότητα και βιωματικότητα όσα θέλει να
μεταδώσει στους συνομιλητές του. Δεύτερη σε συχνότητα εμφάνισης εμφανίζεται η
πρωτοτυπική λειτουργία των υποκοριστικών τύπων, η ένδειξή του «μικρού» για το
αντικείμενο αναφοράς, ενώ ακολουθεί η χρήση των υποκοριστικών ως μηχανισμών
θετικής ευγένειας, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σημασία που έχει για τα ελληνικά
πρότυπα προφορικής επικοινωνίας η καλλιέργεια της οικειότητας και της κοινωνικής
ομάδας (Sifianou 1992). Τέταρτη από πλευράς συχνότητας εμφάνισης βρίσκεται η
λειτουργία των υποκοριστικών ως εκφραστικά ειρωνείας/χιούμορ (βλ. Crocco-Galeas
2002), ενώ οι υπόλοιπες λειτουργίες ακολουθούν σε μειωμένους αριθμούς.

Ενδιαφέρον έχει να επιχειρήσουμε μια σύγκριση των αποτελεσμάτων της ποσοτικής
μας ανάλυσης με τα αντίστοιχα αποτελέσματα της Alexopoulos, η οποία, όπως
προαναφέρθηκε, διακρίνει σχετικά συναφείς λειτουργίες υποκοριστικών. Η συγκεκριμένη
μελέτη εμφανίζει το 42% των υποκοριστικών να εκφράζουν ποιοτική διαφορά από τη

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 157

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

λέξη-βάση (μόλις 6,33% στην παρούσα έρευνα), ενώ η λειτουργία των υποκοριστικών ως
δηλωτικών ευγένειας σημειώνει ποσοστό 3% (έναντι του 13,50% που προέκυψε από την
παρούσα ποσοτική ανάλυση). Οι διαφορές αυτές είναι σημαντικές και οφείλονται, κατά τη
γνώμη μας, σε έναν συνδυασμό παραγόντων. Καταρχάς, είναι σαφές ότι υπάρχουν
διαφοροποιήσεις στο υλικό από όπου εξήχθησαν τα ποσοτικά στοιχεία. Η Alexopoulos έχει
ένα μεικτό δείγμα από προφορικά και γραπτά κείμενα, ενώ η εστίαση της παρούσας
εργασίας είναι στα αυθεντικά προφορικά κείμενα. Επίσης, από ποσοτικής πλευράς, η
παρούσα έρευνα αναλύει 600 εμφανίσεις υποκοριστικών τύπων, έναντι 28 υποκοριστικών
στη σχετική μελέτη. Επιπλέον, τα ποσοτικά δεδομένα της έρευνας της Alexopoulos
προέρχονται από απαντήσεις πληροφορητών, από τους οποίους ζητήθηκε να
αξιολογήσουν τη λειτουργία του υποκοριστικού σε δεδομένο εκφώνημα. Αυτή η μέθοδος
είναι αρκετά διαφορετική από την ποιοτική ανάλυση που επιχειρήθηκε στην παρούσα
εργασία, όπου λήφθηκε υπόψη το ευρύτερο περικείμενο όλης της συνομιλίας που
αναπαρίσταται σε κάθε κείμενο και, σε κάποιες περιπτώσεις, και τα σχετικά ηχητικά
δεδομένα. Κάθε μέθοδος έχει τα δικά της πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, τα οποία
ξεφεύγουν από το πλαίσιο της επιχειρούμενης σύγκρισης, σίγουρο όμως παραμένει το
γεγονός ότι μπορούν να διαφοροποιήσουν αποφασιστικά την ποσοτική ανάλυση των
δεδομένων.

Παρότι στην έρευνα αναλύθηκαν κυρίως τα υποκοριστικά ουσιαστικά, μπορούμε να
δώσουμε εδώ μια συνοπτική εικόνα των υποκοριστικών επιθέτων, η οποία προσιδιάζει
αρκετά σε αυτή των ονομάτων. Όπως προαναφέρθηκε, σε αντίθεση με τα ονόματα, όλα τα
υποκοριστικά επίθετα αξιολογήθηκαν ως προϊόντα επιλογής του ομιλητή, λόγω των εκ
φύσεως χαρακτηριστικών τους. Από τα 17 υποκοριστικά επίθετα των δεδομένων, με 38
συνολικά εμφανίσεις, 6 απαντούν στο αρσενικό, 7 στο θηλυκό και 4 σε ουδέτερο. Οι
λειτουργίες που εκφράζουν είναι κοινές με αυτές των υποκοριστικών ονομάτων, με μόνη
διαφοροποίηση την απουσία της κατηγορίας κοινωνικής σχέσης (social). H συχνότητα
εμφάνισής τους αναπαρίσταται στον παρακάτω πίνακα:

158 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

Πίνακας 5: Συχνότητα εμφάνισης των λειτουργιών στα υποκοριστικά επίθετα

Κατηγορίες Εμφανίσεις Ποσοστό %

Ποσοτική διαφορά (quantitative) 5 13,16%

Ποιοτική διαφορά (qualitative) 2 5,26%

Εμπλοκή (involvement) 19 50%

Ευγένεια (politeness) 7 18,42%

Ειρωνεία/χιούμορ (irony) 1 2,63%

Άλλο 4 10,53%

Σύνολο 38 100%

Η αξιολογική λειτουργία είναι όπως και στην περίπτωση των ονομάτων πρώτη από
πλευράς συχνότητας και μάλιστα εδώ εμφανίζεται αυξημένη καταλαμβάνοντας το ήμισυ
των εμφανίσεων. Το γεγονός αυτό μοιάζει φυσιολογικό λαμβάνοντας υπόψιν αφενός την
αυξημένη δυναμική της λειτουργίας της εμπλοκής που εμφανίστηκε και στα υποκοριστικά
ονόματα, και αφετέρου τη φύση των επιθέτων ως προσδιοριστικών αξιολογικών
στοιχείων στο λόγο. Ακολουθεί σε πλήθος εμφανίσεων η λειτουργία των υποκοριστικών
επιθέτων ως δηλωτικών ευγένειας με ποσοστό σχεδόν στο ένα πέμπτο επί του συνόλου.
Από τις διάφορες εκφάνσεις ευγένειας που είδαμε να δηλώνουν τα υποκοριστικά ονόματα,
τα επίθετα περιορίζονται στο να απαλύνουν τη σημασία των λέξεων-βάσεων, σε
περικείμενα όπου ίσως η χρήση της λέξης βάσης να θεωρούνταν προσβλητική, όπως στο
(20):

(20) <Δ> πώς είναι αυτή; (_) <Σ> μια μελαχρινή που τώρα το ‘χει κόψει κοντό (.) πρέπει να
‘ναι γύρω στα τριάντα πέντε (.) εκεί (.) πρέπει να ‘ναι μεγαλούλα [δεν είναι νέα (.)
[FY03-0004]

Σε τρίτη θέση από πλευράς συχνότητα βρίσκεται η λειτουργία της ποσοτικής διαφοράς από
τη λέξη-βάση, ενώ οι υπόλοιπες λειτουργίες ακολουθούν σε μικρούς αριθμούς.

4. Συμπεράσματα και προεκτάσεις
Ύστερα από τη λεπτομερή ανάλυση των δεδομένων που προηγήθηκε αυτό που με
σιγουριά μπορεί να συμπεράνει κανείς είναι η πολυλειτουργικότητα των υποκοριστικών
τύπων στο πλαίσιο της προφορικής συνομιλίας και κατά συνέπεια η μεγάλη χρησιμότητά
τους. Όπως δείξαμε, οι υποκοριστικοί τύποι δεν περιορίζονται στο να υποτιμούν ποσοτικά
ή ποιοτικά το περιεχόμενο της λέξης-βάσης. Αντίθετα, μεγαλύτερο εύρος και διείσδυση
στην προφορική επικοινωνία έχουν οι πραγματολογικές λειτουργίες που επιτελούν, όπως
αναδείχθηκε από την ποσοτική ανάλυση. Αν μάλιστα δούμε συνολικά τη συχνότητα

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 159

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

εμφάνισης των κατηγοριών που έχουν ως κοινό στοιχείο τον
διαπροσωπικό/πραγματολογικό χαρακτήρα, θα διαπιστώσουμε ότι καταλαμβάνουν το 55%
των εμφανίσεων στα υποκοριστικά υπό μορφή ονομάτων και το 71% στην περίπτωση των
επιθέτων. Αναδεικνύεται λοιπόν προεξάρχουσα η τάση του ομιλητή να χρησιμοποιεί
υποκοριστικούς τύπους στον προφορικό λόγο προκειμένου να εκφράσει λειτουργίες που
άπτονται της πραγματολογίας.

Αυτό που επίσης ξεχώρισε κατά την ανάλυση των δεδομένων είναι η λειτουργία
των υποκοριστικών ως εκφραστικών στάσης, αξιολόγησης και εμπλοκής του ομιλητή προς
τα λεγόμενα. Είναι γνωστό ότι η φύση της προφορικής συνομιλίας ευνοεί την αξιολογική
και βιωματική διάσταση της γλώσσας και μέσα από την παρούσα έρευνα αναδεικνύεται η
χρησιμότητα των υποκοριστικών προκειμένου να κωδικοποιήσουν τη διάσταση αυτή στον
προφορικό λόγο. Επιβεβαιώνεται ακόμη η άποψη της Sifianou (1992) σχετικά με την
αυξημένη επίδραση των υποκοριστικών τύπων στην αποτύπωση της θετικής ευγένειας
κατά την προφορική επικοινωνία. Επιπλέον, διαπιστώθηκε η χρήση υποκοριστικών τύπων
ως εκφραστικών ειρωνείας ή χιούμορ. Η κατηγορία αυτή φάνηκε να κινείται στην περιοχή
που ο Carter ορίζει ως γλωσσική δημιουργικότητα (2004). Η υποστήριξη της υπόθεσης αυτής
θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προέκταση της έρευνας.

Αυτό που έγινε επίσης σαφές στην παρούσα έρευνα είναι πως, μολονότι τα
υποκοριστικά υπό μορφή επιθέτου αποτελούν επιλογές επικοινωνίας που επαφίενται
αποκλειστικά στον ομιλητή, δεν συμβαίνει το ίδιο στην περίπτωση των ουσιαστικών. Είναι
σημαντική η διαπίστωση ότι όλα τα υποκοριστικά δεν είναι λεξικά στοιχεία ίδιου επιπέδου
και, παρότι η πλειοψηφία των εμφανίσεων στα δεδομένα αφορούσε πράγματι
υποκοριστικά που προέκυψαν ως προϊόν επιλογής, οι υπόλοιπες κατηγορίες εμφανίστηκαν
σε διόλου αμελητέους αριθμούς. Ιδιαίτερα στεκόμαστε στο ποσοστό εμφάνισης των
υποκοριστικών που δήλωναν διαφορετικό αντικείμενο αναφοράς από τη λέξη-βάση, το
οποίο κυμάνθηκε στο 23%.

Αξίζει να σημειώσουμε, βέβαια, ότι η κατάταξη των υποκοριστικών στις διάφορες
λειτουργίες δεν αποτέλεσε εύκολη υπόθεση. Η πλεοναστικότητα αλλά και η τυχαιότητα
που χαρακτηρίζουν τον προφορικό λόγο δεν μας επιτρέπει να τοποθετούμε στεγανά στην
κατηγοριοποίηση, κάτι που επιβεβαιώνει και το γεγονός ότι διακρίθηκαν κατηγορίες με
συνδυασμούς λειτουργιών των υποκοριστικών, οι οποίες μάλιστα κατέλαβαν συνολικά το
7% των εμφανίσεων, αλλά και περιπτώσεις με αδιευκρίνιστη λειτουργία.

Συνοψίζοντας, ο ρόλος των υποκοριστικών στην προφορική συνομιλία εμφανίζεται
σημαίνων. Οι επιλογές επικοινωνίας που μπορεί να εκφράσει ο ομιλητής με τη χρήση τους
είναι ποικίλες με προεξάρχουσα την κωδικοποίηση της στάσης και αξιολόγησης, την

160 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

έκφραση χιούμορ και ειρωνείας, αλλά και της ευγένειας που αποτελεί σημαντική
παράμετρο του λόγου. Τα υποκοριστικά συντελούν επίσης στην ποσοτική ή ποιοτική
υποτίμηση της λέξης-βάσης, ενώ δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η μορφολογική ποικιλία
που τα διακρίνει και οδηγεί σε διαφορετικά επικοινωνιακά αποτελέσματα. Επομένως,
αναδεικνύεται και στην περίπτωση αυτή η ιδιαιτερότητα και η πολυπλοκότητα που
εμφανίζει ο προφορικός λόγος. Η έντονη διαδραστικότητα και πολυμορφικότητα που τον
χαρακτηρίζει αποτυπώνεται στην πολυλειτουργικότητα των υποκοριστικών, η οποία
απομακρύνεται αρκετά από την κυριολεκτική σημασία που τους αποδίδεται από την
παραδοσιακή γραμματική ανάλυση.

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 161

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Βιβλιογραφία

Alexopoulos, E. C. 1994. The use of diminutives and augmentatives in Modern Greek. In I. Philippaki-
Warburton, K. Nicolaidis & M.Sifianou (eds) Themes in Greek Linguistics. Amsterdam/Philadelphia:
Benjamins, 283-288.

Carter, R. 2004. Language and Creativity: The Art of Common Talk. London: Routledge.
Crocco Galeas, G. 2002. A morphopragmatic approach to Greek diminutives. In C. Clairis (ed.) Recherchers en

Linguistique Greque I. Paris: L’Harmattan, 151-154.
Daltas, P. 1985. Some patterns of variability in the use of diminutive and augmentative suffixes in Spoken

Modern Greek Kini (MGK). Γλωσσολογία/Glossologia 4, 63-88.
Dressler, W. & Merlini Barbaresi, L. 1994. Morphopragmatics: Diminutives and Intensifiers in Italian, German

and Other Languages. Berlin: Mouton de Gruyter.
Eloeva, F. 1997. Greek diminutives and the puristic tendencies in the development of Greek. In G.

Drachman, A. Malikouti-Drachman, C. Klidi & J. Fykias (eds) Greek Linguistics ’95, Vol. I. Graz:
Neugebauer, 249-256.
Leech, G. 1974. Semantics. London: Penguin.
Makri-Tsilipakou, M. 2003. Greek diminutive use problematised: Gender, culture and common sense.
Discourse & Society 14 (6), 699-726.
Sifianou, M. 1992. The use of diminutives in expressing politeness: Modern Greek versus English. Journal of
Pragmatics 17, 155-173.

Γεωργακοπούλου Α. & Γούτσος Δ. 1999. Κείμενο και επικοινωνία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Καρρά, Α. 2006. Προβλήματα κλίσης και υποκορισμού στην Ελληνική και στα ευρωπαϊκά συστήματα.

Μεταπτυχιακή Διατριβή, Πανεπιστήμιο Πατρών.
Κλαίρης Χ. & Μπαμπινιώτης Γ. (σε συνεργασία με τους Μόζερ Α., Μπακάκου-Ορφανού Α., Σκοπετέα Σ.)

2004. Γραμματική της Νέας Ελληνικής. Δομολειτουργική - Επικοινωνιακή. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Crystal, D. 2003. Λεξικό γλωσσολογίας και φωνητικής. (Μετάφραση Γ. Ξυδόπουλος) Αθήνα: Πατάκης.
Μπαμπινιώτης Γ. 2002. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Δεύτερη έκδοση. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Τριανταφυλλίδης, Μ. 1941. Νεοεελληνική Γραμματική (της Δημοτικής). Αθήνα: Ο.Ε.Δ.Β.

162 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 163

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η ευγένεια στον προφορικό λόγο της Νέας Ελληνικής: Η περίπτωση των στοιχείων
παρακαλώ και συγγνώμη
Christopher Lees

1. Η θεωρία της ευγένειας
Η γλωσσική ευγένεια και οι στρατηγικές έκφρασής της στον προφορικό λόγο αποτελούν
ένα πεδίο μελέτης που απασχόλησε και εξακολουθεί να απασχολεί τους γλωσσολόγους
αλλά και τους επιστήμονες άλλων κλάδων που σχετίζονται με τη χρήση της γλώσσας,
ειδικά από τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Το γεγονός ότι κάθε γλώσσα έχει τη δική της
προσέγγιση στη διατύπωση της ευγένειας δημιουργεί προβληματισμούς και παρανοήσεις
μεταξύ των ομιλητών διαφορετικών γλωσσών. Επιπλέον, η ποικιλία στις στρατηγικές
ευγένειας εγείρει και ερωτήματα σχετικά με το αν και το πώς αυτές πρέπει να διδάσκονται
σε μαθητές ξένων γλωσσών, οι οποίοι, σε αντίθεση με τους φυσικούς ομιλητές, δεν
αποκτούν τις απαραίτητες γνώσεις για το πώς εκφράζεται η ευγένεια με φυσικό τρόπο.1

Το γεγονός ότι κάθε γλώσσα διαθέτει διαφορετικό μορφολογικό και συντακτικό
σύστημα. Γεννά μια πληθώρα δομών και εκφράσεων, οι οποίες πιθανόν να μην έχουν
αντιστοιχία σε άλλη γλώσσα. Ως εκ τούτου, η αξιοποίηση της δομής της γλώσσας παίζει
σημαίνοντα ρόλο στην έκφραση της ευγένειας στον προφορικό λόγο. Για παράδειγμα, το
γεγονός ότι η ελληνική γλώσσα διαθέτει πλούσιο μορφολογικό σύστημα δίνει τη
δυνατότητα στους ομιλητές της να εκφράζουν την ευγένεια με περισσότερους τρόπους σε
σύγκριση με μια γλώσσα με φτωχότερο μορφολογικό σύστημα όπως η αγγλική. Μια
παράκληση, λόγου χάριν, στα Αγγλικά απαιτεί τη χρήση της λέξης please, συνήθως σε θέση
συμπληρώματος. Η έλλειψη του εν λόγω στοιχείου εκλαμβάνεται ως αγένεια τόσο από
αγνώστους όσο από γνωστούς και φίλους. Έτσι, το παράδειγμα 1 που ακολουθεί θα
θεωρείτο πραγματολογικά αποδεκτό από την αγγλική κοινωνία, ενώ το δεύτερο ως
παραβίαση των εδραιωμένων κανόνων ευγένειας:

(1) Pass the salt, please.
(2) * Pass the salt.

Αντιθέτως, στα Ελληνικά, η χρήση της αντίστοιχης λέξης παρακαλώ δεν συνηθίζεται σε
τέτοιες παρακλήσεις και προτιμάται είτε η χρήση του υποκοριστικού όπως στο (3), είτε η
χρήση της ερωτηματικής δομής (Sifianou 1992: 138) όπως στο (4):

1 Για μια εκτενέστερη αναφορά στους μηχανισμούς κατάκτησης δομών ξένων γλωσσών βλ. Μπέλλα (2007).

164 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

(3) Δώσε μου λίγο το αλάτι.
(4) Μου δίνεις το αλάτι;

Παρόλο που οι παραπάνω διαπιστώσεις σχετικά με τις δομές ευγένειας
παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, η περιγραφή τους δεν σημαίνει και κατανόηση των
λόγων που προτιμώνται αυτές οι δομές και σε ποιες περιπτώσεις επιλέγονται. Για να
καταλάβουμε καλύτερα τους παράγοντες που οδηγούν τους ομιλητές στη διαμόρφωση και
στη χρήση αυτών των δομών, είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη ο κοινωνικός
παράγοντας. Όπως σωστά επισημαίνει ο Yule (2006: 72), ένα μεγάλο μέρος όσων
μεταδίδουμε επικοινωνιακά καθορίζεται από τις κοινωνικές μας σχέσεις και η γλωσσική
διεπίδραση είναι υποχρεωτικά κοινωνική διεπίδραση. Η παρατήρηση έστω και λίγων
κοινωνικών διαφορών μεταξύ, φερ’ ειπείν, της αγγλικής και της ελληνικής κοινωνίας
αρκούν για να καταλάβει κανείς τις επιπτώσεις που επιφέρουν αυτές οι διαφορές στη
γλωσσική έκφραση της ευγένειας, όπως ανακαλείται ασυνείδητα κατά την παραγωγή
προφορικού λόγου από τους φυσικούς ομιλητές.

Σταθμό στη θεωρία της ευγένειας αποτέλεσε η θεωρία των ανθρωπολόγων
Penelope Brown και Stephen Levinson, οι οποίοι, χρησιμοποιώντας την έννοια του
δημοσίου προσώπου, όπως αναπτύχθηκε από τον κοινωνιολόγο Erving Goffman (1959),
θεμελίωσαν τη θεωρία της θετικής και της αρνητικής ευγένειας (1987). Με το έργο τους
αποσκοπούσαν στη διατύπωση μιας εκτενούς θεωρίας για τη γλωσσική ευγένεια με
καθολική ισχύ σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Σύμφωνα με τη θεωρία, κάθε άνθρωπος,
ανεξαρτήτως καταγωγής, έχει ένα «δημόσιο πρόσωπο», το οποίο αποτελεί τη δημόσια
εικόνα που διεκδικεί για τον εαυτό του και περιλαμβάνει δυο όψεις: εκείνη του θετικού
προσώπου και εκείνη του αρνητικού προσώπου (Brown & Levinson 1987: 61). Ως θετική
όψη του δημόσιου προσώπου ορίζεται η ανάγκη του ατόμου να είναι αρεστό στους γύρω
του και αυτή η ανάγκη καθορίζει τους στόχους της θετικής ευγένειας. Αντιθέτως, ως
αρνητική όψη του προσώπου ορίζεται η ανάγκη του ατόμου να διατηρήσει την αυτονομία
του και να μείνει ανενόχλητο από τους άλλους. Αυτή η ανάγκη καθορίζει τους στόχους της
αρνητικής ευγένειας, η οποία συνδέεται με τη λεγόμενη τυπική ευγένεια.

Σύμφωνα με τη θεωρία (βλ. Yule 2006: 74), αν ένας ομιλητής πει κάτι που συνιστά
απειλή για τις προσδοκίες του ακροατή ως προς την αυτοεικόνα του, τότε λέμε ότι ο
ομιλητής επιτελεί μια πράξη απειλητική για το πρόσωπο του ακροατή (face threatening
act). Αν υπάρχει μια τέτοια πιθανότητα το εκφώνημα να ερμηνευτεί ως απειλή για το
πρόσωπο του άλλου, ο ομιλητής μπορεί να πει κάτι για να μειώσει την πιθανή απειλή. Η
στρατηγική αυτή ονομάζεται πράξη προστασίας του προσώπου του ακροατή/συνομιλητή

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 165

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

(face preserving act) και επιτυγχάνεται με την κατάλληλη χρήση είτε της θετικής είτε της
αρνητικής ευγένειας. Τα παραδείγματα 5 και 6 που ακολουθούν αποτελούν τυπικά
εκφωνήματα για τα δυο είδη ευγένειας.

(5) Βασίλη μου, δώσε μου το βιβλίο.
(6) Με συγχωρείτε, κύριε διευθυντά, αλλά τι ώρα είπατε να περάσω;

Στο (5) η χρήση της αντωνυμίας μου δείχνει ότι ο ομιλητής θεωρεί τον συνομιλητή
οικείο, δικό του άνθρωπο. Έτσι, μειώνεται η κοινωνική απόσταση μεταξύ των δυο, καθώς
ο συνομιλητής είναι αρεστός και εγκρίνεται από τον ομιλητή, κάτι που αποτελεί το βασικό
χαρακτηριστικό της θετικής ευγένειας. Καθώς ο συνομιλητής θεωρείται κοντά στον πρώτο
ομιλητή, η χρήση του παρακαλώ μπορεί να θεωρείται περιττή, μια και αυτό
χρησιμοποιείται για τυπικές περιστάσεις, όπως στο (6), όπου αυξάνεται η κοινωνική
απόσταση. Κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο σε μη συμμετρικές περιστάσεις επικοινωνίας,
όπως εκείνη μεταξύ διευθυντή και υπαλλήλου. Η χρήση του σχήματος με συγχωρείτε…αλλά
λειτουργεί ως μηχανισμός μετριασμού (hedging device) και δείχνει ότι ο ομιλητής δεν
επιθυμεί να παραβιάσει την αυτονομία του συνομιλητή του.

Όπως μπορούμε να καταλάβουμε, η χρήση της αρνητικής ευγένειας συνδέεται με
πιο επίσημες περιστάσεις επικοινωνίας (Brown & Levinson 1987: 62), ενώ η θετική με πιο
ανεπίσημες. Άρα, θα λέγαμε ότι η θετική ευγένεια εφαρμόζεται σε συμμετρικές περιστάσεις
επικοινωνίας, π.χ. σε συζητήσεις μεταξύ φίλων, ενώ η αρνητική ευγένεια διακρίνεται σε
μη συμμετρικές περιστάσεις επικοινωνίας, π.χ. μεταξύ ενός καθηγητή και ενός φοιτητή,
πράγμα που και πάλι εξαρτάται από την κοινότητα που μελετάται κάθε φορά. Συνεπώς, η
εφαρμογή των δυο ειδών ευγένειας υπόκειται σε ιεραρχικές θέσεις που κατέχουν οι
ομιλητές στην κοινωνία, η οποίες σαφώς ποικίλλουν από χώρα σε χώρα και κατ’ επέκταση
από γλώσσα σε γλώσσα. Στα Ελληνικά, ένα καλό παράδειγμα προσδιορισμού του είδους
της ευγένειας που χρησιμοποιείται σε ένα άτομο είναι η επιλογή μεταξύ πληθυντικού και
ενικού αριθμού. Χρησιμοποιώντας τους όρους των Brown & Levinson, θα λέγαμε ότι η
χρήση του ενικού αριθμού συμβάλλει στην προστασία του θετικού προσώπου του ατόμου,
γιατί δείχνει αλληλεγγύη και έγκριση, ενώ η χρήση του πληθυντικού αριθμού δείχνει
σεβασμό προς την αυτονομία του. Όπως τονίζει χαρακτηριστικά η Κακριδή-Φερράρι (2005:
86-87), ενώ η επιλογή του αριθμού εκφράζει τις κοινωνικές σχέσεις των συνομιλητών, οι
σχέσεις αυτές αναδημιουργούνται συγχρόνως μέσα από την τυχόν ασύμμετρη επιλογή του
αριθμού, π.χ. σε περιπτώσεις αβεβαιότητας για την κατάλληλη χρήση του. Αντιθέτως, στα
Αγγλικά δεν υπάρχει η επιλογή αυτή λόγω του περιορισμένου μορφολογικού συστήματος

166 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

της γλώσσας, κάτι που δημιουργεί την ανάγκη άλλων τρόπων δήλωσης, συνήθως
συμπληρωματικού χαρακτήρα.

Τα παραπάνω παραδείγματα φανερώνουν πόσο εύκολο είναι να δημιουργηθούν
παρανοήσεις σχετικά με την ευγενική χρήση της γλώσσας, καθώς και αντιλήψεις ότι μια
γλώσσα μπορεί να είναι πιο ευγενική από μια άλλη, και κατ’ επέκταση ότι οι ομιλητές
ορισμένων γλωσσών είναι πιο ευγενικοί από εκείνους άλλων γλωσσών. Είναι προφανές,
λοιπόν, ότι η γλώσσα αποτυπώνει τις νοοτροπίες, τις στάσεις και τις αντιλήψεις των
ομιλητών της. Με άλλα λόγια, ο τρόπος με τον οποίο βλέπει ένας Έλληνας μια ευγενική
γλωσσική πράξη μπορεί να διαφέρει από τον τρόπο με τον οποίο τη βλέπει ένας Άγγλος. Σε
κάθε περίπτωση όμως, οι τρόποι αυτοί απορρέουν από τις αντίστοιχες κοινωνικές δομές
και όχι τις γλωσσικές καθαυτές.

Στην ενότητα που ακολουθεί θα αναφερθούν οι βασικές υποθέσεις για τις
λειτουργίες των στοιχείων παρακαλώ και συγγνώμη βάσει του προτύπου της θεωρίας της
ευγένειας και θα ακολουθήσει η παρουσίαση της μεθοδολογίας και δεδομένων, τα
ευρήματα για κάθε στοιχείο, καθώς και τα συμπεράσματα της έρευνας.

2. Υποθέσεις για τη λειτουργία των στοιχείων παρακαλώ και συγγνώμη στον προφορικό
λόγο της Νέας Ελληνικής
Σε αυτή την ενότητα θα αναφερθούν οι υποθέσεις για τις χρήσεις των στοιχείων παρακαλώ
και συγγνώμη στα προφορικά μας δεδομένα βάσει των πορισμάτων της θεωρίας της
ευγένειας. Οι γλωσσικές επιστήμες, όπως η μετάφραση, που ασχολούνται με τις
αντιστοιχίες ανάμεσα σε διαφορετικές γλώσσες αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες στην
αναζήτηση καταλλήλων αποδόσεων, φαινόμενο που οφείλεται στο ρόλο της κοινωνίας
στη διαμόρφωση της γλωσσικής χρήσης. Η έννοια της ευγένειας είναι χαρακτηριστικό
παράδειγμα της έλλειψης πλήρους αντιστοιχίας εννοιών στις διάφορες ανθρώπινες
γλώσσες. Λεξικά στοιχεία όπως το παρακαλώ και το συγγνώμη, παρόλο που διαθέτουν
παραπλήσιες αποδόσεις διαγλωσσικά, υπόκεινται σε πολιτισμικές νόρμες που
διαμορφώνουν τη χρήση τους στο λόγο ανάλογα με τις ανάγκες και τις συνήθειες των
ομιλητών της εκάστοτε γλώσσας. Έτσι, αν και το παρακαλώ αποδίδεται στα
ελληνοαγγλικά λεξικά ως please και το συγγνώμη ως sorry, οι χρήσεις τους στο λόγο δεν
είναι απαραίτητο να συμπίπτουν σε όλα τα περικείμενα. Κάτι τέτοιο μπορεί να έχει ως
αποτέλεσμα την αναθεώρηση της σχέσης των λέξεων αυτών με τη γενικότερη έκφραση
της ευγένειας στο προφορικό λόγο της Νέας Ελληνικής.

Ο ρόλος και οι αντιλήψεις μιας κοινωνίας για τον εαυτό της παίζουν επίσης
κεντρικό ρόλο στις απόψεις για το βαθμό ευγένειας που παρατηρείται στη χρήση κάθε

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 167

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

γλώσσας. Χαρακτηριστικά στερεότυπα των Ελλήνων για τους εαυτούς τους είναι ότι δεν
είναι τόσο ευγενικοί όσο άλλοι λαοί. Ένας λόγος ενίσχυσης αυτού του στερεοτύπου
πιθανόν να είναι η μεγάλη έκθεση των Ελλήνων στην αγγλική γλώσσα, στην οποία
επιβάλλεται η χρήση του αντίστοιχου please σε περίπτωση που κάτι ζητείται, αν ο ομιλητής
θέλει να θεωρηθεί ευγενικός από τον συνομιλητή του. Κατά συνέπεια, η έλλειψη του
παρακαλώ σε παρόμοιες επικοινωνιακές περιστάσεις στα Ελληνικά εκλαμβάνεται συχνά σε
σύγκριση με τα Αγγλικά ως αγένεια. Παρομοίως, η έλλειψη χρήσης του συγγνώμη για την
παραδοχή ενός λάθους ή ως αίτηση για συγχώρεση δημιουργεί αρκετές παρανοήσεις όσον
αφορά την ευγενική χρήση της γλώσσας.

Ωστόσο, τέτοια στερεότυπα παραβλέπουν το γεγονός ότι κάθε κοινωνία έχει
διαφορετικές συνήθειες και νοοτροπίες και αυτό επηρεάζει και τη γλωσσική χρήση.
Συνεπώς, δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε συμπεράσματα για την ευγένεια στην
Ελληνική χωρίς να λάβουμε υπόψη την άρρηκτη σχέση μεταξύ γλώσσας και κοινωνίας.
Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι η ελληνική κοινωνία σε γενικές γραμμές δεν επιθυμεί
την ύπαρξη κοινωνικών αποστάσεων ανάμεσα στα μέλη της (Sifianou 1992: 96), ιδίως σε
συμμετρικές περιστάσεις επικοινωνίας, όπου θεωρείται ότι οι συνομιλητές κατέχουν την
ίδια κοινωνική θέση. Για το λόγο αυτό, αν κρίνουμε από τα είδη γλωσσικής ευγένειας που
διατυπώνονται στη θεωρία των Brown & Levinson (1987), θα αναμέναμε μια αυξανόμενη
χρήση της θετικής ευγένειας και μια πιο άμεση, λιγότερο τυπική επικοινωνία στα
ελληνικά δεδομένα, ιδίως ανάμεσα σε άτομα που γνωρίζονται καλά μεταξύ τους.
Επομένως, προβλέπεται ότι η εμφάνιση του παρακαλώ που συνδέεται πιο πολύ με την
τυπική, δηλαδή την αρνητική ευγένεια, θα είναι αρκετά περιορισμένη, ιδίως στα δεδομένα
συνομιλιών μεταξύ φίλων και ιδίως όταν πρόκειται για παράκληση. Επίσης, αναμένεται
μια σχετικά χαμηλή συχνότητα εμφάνισης του συγγνώμη, το οποίο, αντίστοιχα,
χρησιμοποιείται περισσότερο στην τυπική επικοινωνία.

Σύμφωνα με τα πορίσματα της Sifianou (1992: 42, 90), οι Έλληνες είναι πολύ
εκδηλωτικοί όταν μιλάνε και δεν νιώθουν την ανάγκη να ζητούν συγγνώμη σε
συμμετρικές περιστάσεις επικοινωνίας (μόνο 4 από τους 27 ερωτηθέντων στην έρευνά της
δηλώνουν κάτι τέτοιο), εκτός αν θεωρούν ότι έχει γίνει κάτι σοβαρό που δεν
περιλαμβάνεται στις τυπικές ευθύνες ενός μέλους της ομάδας. Η θέση αυτή επαυξάνεται
από τον Κανάκη (2007: 261-262), ο οποίος αναφέρει ότι στην Ελλάδα, το διαδραστικό ήθος
της επικοινωνίας προσανατολίζεται στη θετική ευγένεια σε αντίθεση με την Αγγλία.

Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνει την ύψιστη σημασία του κοινωνικού παράγοντα
για τη γλωσσική χρήση, καθώς και την προτίμηση στη χρήση της θετικής ευγένειας,
σύμφωνα με το πρότυπο των Brown & Levinson. Ο ρόλος του άμεσου συγκειμένου έχει

168 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

επίσης μεγάλη σημασία για τη σημασιολογική λειτουργία των εν λόγω γλωσσικών
στοιχείων. Όπως διαπιστώνει η Sifianou (1992: 192) το παρακαλώ χρησιμοποιείται και σε
άλλες περιπτώσεις πέρα από εκείνες που αιτείται κάτι. Για παράδειγμα, ενώ η χρήση των
προσωπικών αντωνυμιών σε ή σας πριν από το παρακαλώ μπορεί, από τη μια, να ενισχύσει
την οικειότητα ανάμεσα στους συνομιλητές όπως στο (7) που ακολουθεί από την
προσωπική μου συλλογή, από την άλλη μπορεί να κάνει το λόγο να ακούγεται ειρωνικός ή
οξύς, ιδίως σε περιπτώσεις που χρησιμοποιείται ως επιφώνημα όπως στο (8). Σημειωτέον
ότι το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του συγγνώμη, ιδίως όταν προηγείται η λέξη μα ή
όταν ακολουθεί η λέξη δηλαδή. Επίσης, φαίνεται ότι υπάρχουν και περιπτώσεις, όπου το
παρακαλώ χρησιμοποιείται με πληθυντικό ευγενείας όπως στο (9):

(7) Φέρε μου, Μαρία, σε παρακαλώ κάτι απέξω.
(8) Σε παρακαλώ πολύ, τελείωνε!
(9) Σας παρακαλώ, κύριε, κάντε κάτι κι εσείς!

Το παράδειγμα (9) παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί, παρόλο που η χρήση της
φράσης σας παρακαλώ δεν συμπίπτει με τη χρήση του αγγλικού please για να ενισχυθεί η
κοινωνική απόσταση, χρησιμοποιείται ως ένδειξη θετικής ευγένειας, κάτι που μειώνει την
κοινωνική απόσταση μεταξύ των συμμετεχόντων. Για την ακρίβεια, εδώ θα μπορούσε
κάλλιστα να πρόκειται για παρατήρηση προς τον συνομιλητή, όπου μειώνεται η
κοινωνική απόσταση με τη χρήση της αντωνυμίας, ενώ παράλληλα αναγνωρίζεται το
κύρος του με τη χρήση του πληθυντικού αριθμού.

Ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο του (9) είναι ότι, παρόλο που χρησιμοποιείται ο
πληθυντικός αριθμός ως αναγνώριση της ασυμμετρίας ως προς την κοινωνική θέση των
συμμετεχόντων, η χρήση του παρακαλώ με την πληθυντική μορφή της αντωνυμίας
καθιστά το λόγο πιο άμεσο και φιλικό. Με αυτή την έννοια, το εν λόγω περιβάλλον που
χρησιμοποιείται το παρακαλώ πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα θετικής και όχι
αρνητικής, όπως θα ανέμενε κανείς, ευγένειας με σκοπό τη μείωση της κοινωνικής
απόστασης. Με λίγα λόγια, το συγκεκριμένο εκφώνημα πετυχαίνει δυο πράγματα: την
αναγνώριση της αυτονομίας του συνομιλητή με τη χρήση του πληθυντικού αριθμού και
την παράλληλη μείωση της κοινωνικής απόστασης με τη χρήση της αντωνυμίας σας,
προφανώς και σε συνδυασμό με ένα ύφος απελπισίας ή ενόχλησης.

Από τα παραπάνω φαίνεται να επιβεβαιώνεται η υπόθεση ότι η ευγένεια λειτουργεί
με ιδιαίτερα σύνθετους τρόπους, καθώς ποικίλλει από γλώσσα σε γλώσσα και ανάλογα με
τις περιστάσεις επικοινωνίας. Γενικώς, αν δεχτούμε την υπόθεση ότι η ελληνική κοινωνία
είναι πιο άμεση και αποφεύγει τις κοινωνικές αποστάσεις, θα περιμέναμε την εμφάνιση

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 169

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

του παρακαλώ σε περικείμενα θετικής ευγένειας, ενώ το συγγνώμη σε ελάχιστα
περικείμενα που να σχετίζονται με τη ζήτηση για συγχώρεση, αφού σε μια κοινωνία, όπου
κυριαρχεί η θετική ευγένεια, η ανάγκη να ζητήσει κανείς συγγνώμη από τον συνομιλητή
του προκύπτει μόνο σε περιπτώσεις ασυμμετρίας στις κοινωνικές σχέσεις ή σε περιπτώσεις
που έχει γίνει κάτι σοβαρό, όπου κρίνεται απαραίτητη η λεκτική δήλωση μετάνοιας.

3. Μεθοδολογία και δεδομένα
Στη μέχρι τώρα έρευνα η μεγαλύτερη έμφαση έχει δοθεί στις γενικές γλωσσικές
διατυπώσεις της ευγένειας, είτε σε μια γλώσσα κάθε φορά είτε σε συγκριτικό επίπεδο με
άλλες γλώσσες. Για το λόγο αυτό, το παρακαλώ, λέξημα που αντιστοιχεί στο please της
Αγγλικής, έχει διαφύγει την προσοχή πολλών ερευνητών που ασχολούνται με τη
γλωσσική ευγένεια, κάτι που προφανώς αποδίδεται στο γεγονός ότι θεωρείται η βασική
έκφραση της ευγένειας στα Ελληνικά. Επιπλέον, δεν έχει δοθεί καθόλου έμφαση στις
λειτουργίες του συγγνώμη. Όπως επισημαίνει η Sifianou, λίγες ποιοτικές μελέτες έχουν
διεξαχθεί με αντικείμενο το παρακαλώ, ενώ χρειάζονται περαιτέρω προσπάθειες για να
καλυφθούν τα κενά στη γνώση μας για το πώς συνδέεται τελικά το εν λόγω στοιχείο με τη
γλωσσική ευγένεια (1998: 197).

Στην παρούσα έρευνα, πέρα από την ανάλυση του παρακαλώ, εξετάστηκαν και οι
χρήσεις του συγγνώμη, προκειμένου να διαπιστωθεί αν τελικά αποτελεί κατεξοχήν ένα
στοιχείο για την έκφραση ευγένειας και σε ποια περικείμενα ισχύει αυτό. Τα προφορικά
δεδομένα που αναλύθηκαν αποτελούνται από δεδομένα στο Σώμα Ελληνικών Κειμένων
(ΣΕΚ, Γούτσος 2003) μεγέθους 300.000 περίπου λέξεων από μια πληθώρα κειμενικών ειδών
όπως άρθρα γνώμης, πολιτικές συζητήσεις, εφημερίδες κ.ο.κ., καθώς και περαιτέρω
δεδομένα από την καταγραφή αυθόρμητων συνομιλιών μεταξύ φίλων με συνολικό
μέγεθος 91.364 λέξεων. Τα δεδομένα αυτά προέρχονται από τις καταγεγραμμένες φιλικές
συνομιλίες φοιτητών/ φοιτητριών του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Ο λόγος που αναλύθηκαν δεδομένα από τις δυο αυτές πηγές ήταν για να έχουμε μια εικόνα
για τη γλωσσική συμπεριφορά των στοιχείων σε μικτά δεδομένα από το ΣΕΚ και σε καθαρά
συμμετρικές φιλικές συνομιλίες.

Οι προϋποθέσεις για την αναζήτηση των παρακαλώ και συγγνώμη ήταν η ανάλυση
λεξικών συμπλεγμάτων (βλ. Φέρλας 2011), δηλαδή των ακολουθιών που συνεμφανίζονται
με τα εν λόγω στοιχεία δέκα φορές και παραπάνω, ενώ το εύρος των συμπλεγμάτων
ορίστηκε από 1 μέχρι 4 λεξικά στοιχεία, αφού έχει υποστηριχθεί ότι τα συμπλέγματα
μεγαλύτερου εύρους αγγίζουν τα όρια της φράσης (βλ. Biber κ.ά. 1999), κάτι που ξεφεύγει
από τα όρια και τις προσδοκίες της παρούσας έρευνας. Ύστερα από την εύρεση των

170 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

συμπλεγμάτων με τη χρήση του προγράμματος AntConc, καταγράφηκε ο αριθμός
συνεμφάνισης, η κατηγορία εμφάνισης, δηλαδή αν πρόκειται για κάτι που αιτείται ή όχι,
καθώς και το σχετικό περικείμενο, προκειμένου να διαπιστωθεί η σημασιολογική
λειτουργία των δυο στοιχείων και να συσχετιστεί με τη γλωσσική ευγένεια.

4. Αποτελέσματα
Συνολικά, στα δεδομένα του ΣΕΚ απαντούν 152 εμφανίσεις των δυο στοιχείων (109
παρακαλώ και 43 συγγνώμη), ενώ στα δεδομένα προφορικού λόγου του ΕΚΠΑ απαντούν 26
αποτελέσματα εμφάνισης (16 παρακαλώ και 20 συγγνώμη). Στη συνέχεια καταγράφονται οι
εμφανίσεις αυτές και μελετούνται οι αποκλίσεις από τις στερεοτυπικές αντιλήψεις για την
ευγένεια στην νεοελληνική γλώσσα. Ακολουθεί συγκριτική ανάλυση των δεδομένων με
σκοπό να εξεταστεί αν ο συμμετρικός προφορικός λόγος μεταξύ συνομηλίκων και φίλων
παρουσιάζει διαφορές στις στρατηγικές ευγένειας που υιοθετούνται.

4.1. Εμφανίσεις στα μικτά δεδομένα του ΣΕΚ
Ο πίνακας 1 που ακολουθεί δείχνει τον αριθμό εμφανίσεων του παρακαλώ και κατατάσσει
τις εμφανίσεις είτε στην κατηγορία της παράκλησης είτε στην κατηγορία της μη
παράκλησης. Ως παράκληση νοείται κάθε γλωσσική πράξη που έχει ως σκοπό τη ζήτηση
για κάτι (χειροπιαστό ή αφηρημένο) όπως, λ.χ. να κάνει κάτι ο ακροατής για τον ομιλητή.
Ως μη παράκληση θεωρείται η χρήση του παρακαλώ για άλλους λόγους, π.χ. ως εκδήλωση
θυμού. (Στη συνέχεια της ανάλυσης αναφέρονται σχετικά παραδείγματα από κάθε
κατηγορία).

Πίνακας 1: Εμφανίσεις και χρήσεις του παρακαλώ

Συμπλέγματα Σύνολο Ποσοστό Παράκληση Μη παράκληση

παρακαλώ δειγμάτων (%) (δείγματα) (δείγματα)
σας παρακαλώ
σε παρακαλώ 37 34% 27 10
Σύνολο
43 40% 28 15

29 26% 17 12

109 100% 72 37

Όπως φαίνεται στον πίνακα 1, οι περιπτώσεις στις οποίες το παρακαλώ
χρησιμοποιείται ως δείκτης παράκλησης είναι αισθητά περισσότερες από εκείνες στις
οποίες χρησιμοποιείται για άλλους λόγους. Κρίνοντας από τα αριθμητικά στοιχεία
τουλάχιστον η κύρια λειτουργία του παρακαλώ είναι σε περιπτώσεις παράκλησης. Παρόλ’

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 171

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

αυτά, οι περιπτώσεις που δεν χρησιμοποιείται ως δείκτης παράκλησης παραμένουν
αρκετές και αξίζουν την προσοχή μας.

Τα λεξικά συμπλέγματα που βρέθηκαν περιλαμβάνουν, όπως ήταν αναμενόμενο,
τις δυο προσωπικές αντωνυμίες, σε και σας, οι οποίες προηγούνται του παρακαλώ. Ωστόσο,
και η μονολεκτική εμφάνιση του στοιχείου παρουσιάζει επίσης αρκετά μεγάλη συχνότητα
(34% της συνολικής κάλυψης). Πρέπει να σημειωθεί ότι σε περιπτώσεις όπου το παρακαλώ
εμφανίζεται μόνο του το ύφος είναι αρκετά επίσημο και απόμακρο, κάτι που εξηγείται από
το γεγονός ότι πρόκειται για μη συμμετρικές ή επίσημες περιστάσεις επικοινωνίας, όπου
τα μέλη δεν γνωρίζονται καλά μεταξύ τους ή όπου τα συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια
απαιτούν την τυπική ευγένεια. Για παράδειγμα, η φράση από τα δεδομένα στο (10) που
ακολουθεί, το οποίο προέρχεται από τη συνέντευξη ενός πολιτικού, δείχνει ότι τηρεί τις
συμβάσεις της ευγένειας που απαιτούνται σε μια μη φιλική περίσταση επικοινωνίας,
υπαγορεύεται δηλαδή από την ανάγκη για σεβασμό της αυτονομίας του συμμετέχοντα και
για τη διατήρηση της κοινωνικής απόστασης.

(10) αλλά μέχρι τότε, παρακαλώ να αποφύγετε κι εσείς τον πειρασμό συμμετοχής σε
τέτοιου είδους συζητήσεις που συχνά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα
[SILG05-0051]

Στο πλαίσιο του προτύπου των Brown & Levinson (1987), θα λέγαμε ότι οι ομιλητές
σε περιπτώσεις όπως στο (10) προσπαθούν να προστατεύσουν το αρνητικό πρόσωπό τους,
προκειμένου να διατηρηθεί η αυτονομία κάθε συνομιλητή και να μείνουν ανενόχλητοι ο
ένας από τον άλλον. Το αρνητικό πρόσωπο συνδέεται με την τυπική ευγένεια, η οποία
επιτυγχάνεται εδώ με την έλλειψη της προσωπικής αντωνυμίας. Σημειωτέον ότι η χρήση
της αντωνυμίας σας, παρόλο που αποτελεί δείκτη ευγένειας όταν αφορά ένα άτομο,
συνήθως δείχνει ότι ο ακροατής είναι γνωστός στον ομιλητή, ακόμα κι αν κατέχει μια
υψηλότερη κοινωνική θέση (βλ. Sifianou 1992: 191).

Ως εκ τούτου, το παρακαλώ εμφανίζεται μόνο του και σε επίσημες επικοινωνιακές
περιστάσεις, όπου υπάρχουν ένας ή πολλοί ακροατές. Πρέπει να σημειωθεί ότι σε τέτοιες
περιπτώσεις, για παράδειγμα σε επαγγελματικές συναντήσεις, στη Βουλή κ.λπ., για τις
οποίες υπάρχουν προκαθορισμένες συμβάσεις για τη χρήση της γλώσσας, διατηρείται το
επίσημο και απόμακρο ύφος, που αποτελεί χαρακτηριστικό της αρνητικής ευγένειας. Ένα
καλό παράδειγμα από τα δεδομένα είναι η συνεισφορά του συντονιστή μιας συζήτησης στη
Βουλή στο (11):

172 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

(11) Κύριε υπουργέ, παρακαλώ να πείτε τις τελικές διατυπώσεις των άρθρων 7, 12 και 34.
[STLG16-5015]

Αξιοσημείωτο είναι ότι και στο (10) αλλά και στο (11) το παρακαλώ βρίσκεται στην
αρχή της πρότασης και ακολουθεί μια συμπληρωματική φράση. Η δομή αυτή δεν βρέθηκε
καθόλου στις συμμετρικές φιλικές συνομιλίες αλλά παρουσιάζει, αντιθέτως, αρκετά
μεγάλη συχνότητα στα μικτά δεδομένα σε επίσημες περιστάσεις επικοινωνίας, πράγμα που
φανερώνει την αλληλεπίδραση της σύνταξης και της πραγματολογίας στην κατασκευή της
ευγένειας. Και στις δυο περιπτώσεις πρόκειται για ένα ιδιαίτερα επίσημο γλωσσικό ύφος,
το οποίο άπτεται της σοβαρής επικοινωνιακής περίστασης, στης οποίας το περικείμενο
συμβάλλει τόσο η χρήση της λέξης όσο η συντακτική θέση που καταλαμβάνει.

Επιπλέον, όπως τονίσαμε παραπάνω, η χρήση του πληθυντικού του προσώπου για
αναφορά σε ένα άτομο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρόκειται για χρήση της αρνητικής
ευγένειας. Όπως διαπιστώνει η Sifianou (1992: 67), η χρήση του από έναν φοιτητή σε έναν
καθηγητή, παρόλο που η σχέση τους μπορεί να είναι σχετικά ανεπίσημη, είναι τόσο
εδραιωμένη στη συνείδηση των ομιλητών που δύσκολα αλλάζει. Έτσι, είναι δυνατόν,
ακόμα και για μεγάλους σε ηλικία φοιτητές, που γνωρίζουν επί χρόνια τον καθηγητή τους,
να έχουν μια φιλική σχέση, αλλά να εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τον πληθυντικό του
προσώπου. Για το λόγο αυτό, οι φράσεις του τύπου Ελάτε τώρα κύριε, τι είπατε τώρα!
μπορούν με το πρώτο άκουσμα να ακούγονται αγενείς αλλά σε ορισμένες περιστάσεις δεν
είναι. Σε αυτές προσβάλλεται το θετικό και το αρνητικό δημόσιο πρόσωπο του ακροατή,
κάτι που όπως έχουμε ήδη δει δεν συνδέεται με την τυπική ευγένεια που θα ανέμενε
κανείς σε μια τέτοια περίσταση. Αντίθετα, όταν ερμηνεύεται βάσει κοινωνικών
παραγόντων, πρόκειται για τη χρήση μιας εδραιωμένης πραγματολογικής χρήσης της
προσωπικής αντωνυμίας σε μια κατά τ’ άλλα φιλική σχέση με μειωμένη κοινωνική
απόσταση, παρά τις τυπικές διαφορές των συνομιλητών. Η υπόθεση αυτή αποδεικνύεται
από τα δεδομένα, στα οποία οι εμφανίσεις του παρακαλώ με την αντωνυμία σας στην
αμέσως προηγούμενη θέση φαίνονται να είναι λιγότερο επίσημες και να χρησιμοποιούνται
εκεί που υπάρχει μεγαλύτερη οικειότητα μεταξύ των συνομιλητών, είτε αυτοί είναι
πολλοί είτε λίγοι. Για παράδειγμα, στο (12), σε αντίθεση με χρήσεις όπου το στοιχείο
παρακαλώ δεν συνοδεύεται από το σας, η παράκληση ακούγεται πιο άμεσα και μειώνεται
έτσι η κοινωνική απόσταση μεταξύ των συμμετεχόντων:

(12) Κύριε υπουργέ, συνεχίστε σας παρακαλώ γιατί έχουμε τέσσερα θέματα να
συζητήσουμε.
[STLG16-5026]

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 173

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Αντίστοιχα, η συνεμφάνιση του παρακαλώ με την αντωνυμία β’ ενικού σε στις
παρακλήσεις προκύπτει σε συμμετρικές περιστάσεις επικοινωνίας δυο συνομιλητών και
έχει ως αποτέλεσμα τη μέγιστη κατά το δυνατόν μείωση της κοινωνικής απόστασης, με
αποτέλεσμα την προστασία του θετικού προσώπου του ακροατή. Η συχνότητα της εν λόγω
συνεμφάνισης ήταν αρκετά χαμηλή (17 δείγματα συνολικά). Δεδομένου ότι η ελληνική
κοινωνία προτιμά πιο άμεσες σχέσεις, δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση ότι η
συστηματική χρήση του παρακαλώ σε παρακλήσεις είναι τόσο χαμηλή, προφανώς επειδή οι
ομιλητές της γλώσσας θεωρούν ότι ορισμένες πράξεις είναι δεδομένες και έτσι δεν είναι
απαραίτητη η χρήση του.

Ενδεικτικό είναι το εύρημα της Sifianou (1992: 91) ότι οι Έλληνες δεν εκτιμούν τη
χρήση φανερών δεικτών ευγένειας. Σύμφωνα με την ίδια, πέντε από τους ερωτηθέντες
στην έρευνά της τής ανέφεραν ότι η χρήση δεικτών όπως το παρακαλώ αναιρεί την
πραγματική έμφυτη ευγένεια των ομιλητών, αφού συχνά χρησιμοποιούνται ως
μηχανισμοί δημιουργίας κοινωνικής απόστασης, κάτι που ήταν ιδιαίτερα εμφανές στο (10)
και στο (11). Συνοψίζοντας τα παραπάνω, φαίνεται ότι στον προφορικό λόγο της ΝΕ, η
χρήση του παρακαλώ στο λόγο συνδέεται γενικά με τις τυπικές και επίσημες περιστάσεις
επικοινωνίας, όπου συχνά υπάρχουν περισσότεροι από έναν ακροατή. Ιδίως στις πολύ
τυπικές περιστάσεις φαίνεται να προτιμάται η χρήση του ως ανεξάρτητου στοιχείου και
πολλές φορές στην αρχή της προτασιακής δομής και συχνά με συμπλήρωμα. Αντιθέτως,
εάν ο συνομιλητής είναι γνωστός στον βασικό ομιλητή, και ας είναι μια επίσημη
περίσταση επικοινωνίας, φαίνεται να προτιμάται η συμπληρωματική χρήση της
αντωνυμίας σας, συνήθως με το αντίστοιχο άμεσο ύφος (βλ. (12)).

Όσον αφορά τις άλλες λειτουργίες του παρακαλώ που δεν σχετίζονται με τις
παρακλήσεις, αξιοσημείωτο είναι ότι λίγες απαντούν στη μονολεκτική μορφή του δείκτη
(10 έναντι 27). Οι πιο συχνές λειτουργίες του σε αυτές τις περιπτώσεις ήταν ως ελλειπτικό
στοιχείο για την προσέλκυση της προσοχής στην αρχή ενός εκφωνήματος όπως φαίνεται
στο (13), που προέρχεται από λόγο που απευθύνεται στα μέλη ενός συμβουλίου:

(13) Παρακαλώ, θα αρχίσω από μια ανακοίνωση.
[SITG04-0017]

Εδώ, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το στοιχείο έχει διατηρήσει την
ιδιότητα του δείκτη παράκλησης, αφού έχει αποκλειστικά οργανωτικό ρόλο στη
συγκρότηση του λόγου. Στην ιδιότητα αυτή φαίνεται να συμβάλλει και πάλι η συντακτική
θέση του στοιχείου στην αρχή του εκφωνήματος, κάτι που μοιάζει με το δείκτη λόγου σε

174 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

γραπτά κείμενα, ο οποίος προσφέρει στον αναγνώστη, και σε αυτήν την περίπτωση στον
συνομιλητή, το απαραίτητο πλαίσιο για να καταλάβει την κειμενική πρόθεση του άλλου.

Άλλη μια λειτουργία με μία μόνο εμφάνιση ήταν η απάντηση σε μια τηλεφωνική
κλήση, ενώ οι υπόλοιπες αποτελούν αναπαράσταση λόγων σε αφηγηματική δομή, όπως
στο (14):

(14) του λέω παρακαλώ του λέω βλέπεις να γράφει πάνω μου καμία ταμπέλα
[SRTG02-5005]

Σε δομές όπως εκείνη του (14) το παρακαλώ, το οποίο βρίσκεται ανάμεση στην επανάληψη
της ίδιας αφηγηματικής φράσης του λέω, δείχνει την επιθυμία του ομιλητή να δώσει
έμφαση στη λεπτομέρεια που θα ακολουθήσει και μάλιστα με ένα ύφος αιφνιδιασμού που
θέλει να μεταδώσει στον συνομιλητή του για τη συμπεριφορά του αόρατου συμμετέχοντα
στην ιστορία που αφηγείται.

Τέλος, άλλη μια χαρακτηριστική λειτουργία του παρακαλώ σε περιπτώσεις που
προηγείται μια από τις προσωπικές αντωνυμίες ήταν για την έκφραση θυμού ή ενόχλησης
από μέρους του ομιλητή. Τέτοια δείγματα περιλαμβάνουν φράσεις του τύπου ρε + ΟΝΟΜΑ
όπως στο (15):

(15) σε παρακαλώ ρε Βάσω μη λες τέτοια τώρα μπροστά στο Γιώργο
[SCL04-0043]

Εδώ γίνεται συζήτηση για ένα πάρτι, όπου η Βάσω, στην οποία απευθύνεται το εκφώνημα,
επικρίνει τις προτάσεις λέγοντας ότι μοιάζουν με εκείνες ενός παιδικού πάρτι. Η
συμμετέχουσα ενοχλείται από την κριτική αυτή και απαντά με το (15). Η χρήση του ρε σε
συνδυασμό με το σε παρακαλώ αποτελεί μια άμεση απειλητική πράξη του προσώπου του
ακροατή (FTA on record baldly), η οποία όμως φαίνεται να μετριάζεται ως ένα βαθμό με
τη χρήση της φράσης σε παρακαλώ, η οποία δείχνει αλληλεγγύη προς τη Βάσω, που είναι
άτομο γνωστό στην ομιλήτρια.

Η περίπτωση του συγγνώμη στα μικτά δεδομένα του ΣΕΚ ήταν πολύ πιο απλή, κατ’
αρχάς επειδή οι εμφανίσεις του ήταν λίγες και, δεύτερον, επειδή βρέθηκε μόνο ένα λεξικό
σύμπλεγμα, το συγγνώμη δηλαδή, το οποίο προέκυψε σε μια ανεξάρτητη αναζήτηση, καθώς
ο ελάχιστος αριθμός εμφάνισης για τα λεξικά συμπλέγματα είχε προκαθοριστεί στα 10 και
άνω. Ο πίνακας 2 που ακολουθεί δείχνει τον αριθμό εμφανίσεων του συγγνώμη και
κατατάσσει τις εμφανίσεις είτε στην κατηγορία της αίτησης για συγχώρεση είτε στην

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 175

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

κατηγορία της μη αίτησης για συγχώρεση, όπου το συγγνώμη επιτελεί άλλες γλωσσικές
πράξεις. Κατόπιν, αναφέρονται κάποια παραδείγματα κάθε κατηγορίας.

Πίνακας 2: Εμφανίσεις και χρήσεις του συγγνώμη

Συμπλέγματα Σύνολο Ποσοστό Αίτηση για συγχώρεση Μη αίτηση για
συγχώρεση
συγγνώμη δειγμάτων (%) (δείγματα) (δείγματα)
συγγνώμη 34
δηλαδή 39 91% 5 4
Σύνολο 4 9% -

43 100% 5 38

Το πιο αποκαλυπτικό αποτέλεσμα από τα δεδομένα είναι αναμφίβολα οι ελάχιστες
περιπτώσεις εμφανίσεις του συγγνώμη ως δείκτη αίτησης για συγχώρεση από τον ομιλητή
(5 συνολικά). Όπως έχει ήδη αναφερθεί, πριν καταλήξουμε σε συμπεράσματα για το αν
κάτι τέτοιο αποτελεί αγένεια ή όχι, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι κοινωνικοί παράγοντες
(πρβλ. Sifianou 1992: 90-91). Το εύρημα αυτό, όπως και στην περίπτωση του παρακαλώ,
μπορεί να οφείλεται σε διαφορετική θεώρηση των ρόλων των συμμετεχόντων σε
ορισμένες, ειδικά φιλικές, περιστάσεις επικοινωνίες, δεδομένου ότι οι ομιλητές της
Ελληνικής χαρακτηρίζονται ως πιο άμεσοι και λιγότερο επίσημοι.

Τα λίγα δείγματα στα οποία το συγγνώμη σχετίζεται με την αίτηση για συγχώρεση
αφορούν περιπτώσεις που οι Brown & Levinson (1987: 188) ονομάζουν ενδείξεις
απροθυμίας προσβολής (indications of reluctance). Σύμφωνα με τους ίδιους, ο ομιλητής
μπορεί να δείξει ότι δεν επιθυμεί να ενοχλήσει και να παραβιάσει την αυτονομία του
ακροατή με φράσεις του τύπου (16) και (17) παρακάτω, αντίστοιχα:

(16) I’m terribly sorry about this, but… [Χίλια συγγνώμη, αλλά…]
[XO04-0043]

(17) I don’t want to bother you, but… [Δε θέλω να σας ενοχλήσω, αλλά…]
[XY04-0086]

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του είδους αίτησης για συγχώρεση στα δεδομένα είναι
οι φράσεις στα (18) και (19):

(18) συγγνώμη αν σε διακόπτω σε ποια από τα νησιά πέρασε
[XD04-0057]

176 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

(19) συγγνώμη για την απρεπή έκφραση αλλά τι να κάνω;
[XY04-0086]

Στις παραπάνω περιπτώσεις, το συγγνώμη λειτουργεί ως δείκτης μετριασμού (hedging
device), που χρησιμοποιείται για να δείξει ο ομιλητής στον ακροατή ότι δεν θέλει να
προσβάλει το αρνητικό του πρόσωπο μέσω μιας απειλητικής πράξης (διακοπή και απρεπής
έκφραση αντίστοιχα), παρόλο που η πραγμάτωσή της θεωρείται από εκείνον αναγκαία.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη λειτουργία του συγγνώμη συμπίπτει με την
αντίστοιχη του αγγλικού sorry. Η διαφορά έγκειται στη σημαντικά χαμηλή εμφάνιση της
εν λόγω λειτουργίας, κάτι που δείχνει ότι δεν φαίνεται να προτιμάται τόσο πολύ στον
ελληνικό προφορικό λόγο.

Οι άλλες λειτουργίες του συγγνώμη επίσης παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον.
Συνολικά, βρέθηκαν τρεις επιπλέον λειτουργίες του στα προφορικά δεδομένα, καθεμιά
από τις οποίες έχει μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης από την πρωτοτυπική
σημασιολογική λειτουργία του. Πιο συχνή λειτουργία ήταν εκείνη της ειρωνείας σε
δείγματα όπως το (20):

(20) αυτός που το είχε ήταν μαλάκα::ς συγγνώμη κιόλας ((γελά))
[ΧΥ04-0002]

Η συνεμφάνιση της λέξης μαλάκας δείχνει ότι πρόκειται για ανεπίσημη συζήτηση που
δικαιολογεί τη χρήση τέτοιων λέξεων χωρίς να προσβληθεί το αρνητικό πρόσωπο του
ακροατή. Η ειρωνεία έγκειται στο γεγονός ότι ενώ χρησιμοποιείται το συγγνώμη σε
περίσταση που φαίνεται ο ομιλητής να θέλει να ζητήσει συγχώρεση για τον άσχημο
χαρακτηρισμό, στην ουσία δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο, πράγμα που καθίσταται σαφές από τα
γέλια που ακολουθούν. Ακόμη, δείχνει ότι ο ομιλητής θεωρεί τον ακροατή ισότιμο μέλος
της παρέας.

Άλλη συχνή λειτουργία του συγγνώμη ήταν για την προσέλκυση της προσοχής των
ακροατών όπως στο (21):

(21) συγγνώμη να πω κάτι;
[FY04-0066]

Η λειτουργία του συγγνώμη στο (21) είναι χαρακτηριστική της καθημερινής γλώσσας και
θα μπορούσαμε να πούμε ότι συνδέεται επίσης με την έννοια του μετριασμού των Brown &
Levinson, δηλαδή έχει στόχο να δείξει ο ομιλητής ότι δεν επιθυμεί να ενοχλήσει τον

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 177

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ακροατή και κατά συνέπεια, να προσβάλει το αρνητικό του πρόσωπο. Η βασική διαφορά,
ωστόσο, αυτής της φράσης με την συγγνώμη για τη διακοπή αλλά έγκειται στο ότι η χρήση
της είναι εξαιρετικά εδραιωμένη στη συνείδηση των ομιλητών της Ελληνικής. Η δική μου
υπόθεση είναι ότι δεν χρησιμοποιείται συνειδητά για τη δήλωση απροθυμίας του ομιλητή
να προσβάλει, αλλά καθαρά ως καθιερωμένο εμβόλιμο στοιχείο (insert, βλ. Biber &
Conrad 1999) για την προσέλκυση της προσοχής των συνομιλητών. Λόγω περιορισμένου
χώρου αυτή η υπόθεση δεν μπορεί να αναπτυχθεί επαρκώς εδώ, αλλά αναμφισβήτητα
χρειάζονται άλλες μελέτες για να διαπιστωθεί η λειτουργία αυτού και άλλων παρόμοιων
γλωσσικών στοιχείων.

Γενικά, δεδομένα όπως τα παραπάνω υποδεικνύουν ότι το συγγνώμη, με τρόπο
παρόμοιο με το παρακαλώ (βλ. Sifianou 1992: 192), μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως
ελλειπτικό στοιχείο, κενής σημασίας, στην αρχή της πρότασης, για την ένδειξη της αρχής
μιας συνεισφοράς ή ως μηχανισμός διεκδίκησης της σειράς. Η λεπτή διαφορά μεταξύ των
δύο στα δεδομένα φαίνεται να έγκειται στο ότι η διεκδίκηση της σειράς δηλώνεται
ξεκάθαρα σε φράσεις με το συγγνώμη όπως στη φράση, «συγγνώμη, να πω κάτι», ενώ σε
φράσεις με το παρακαλώ όπως «παρακαλώ, θα αρχίσω με μια ανακοίνωση», δεν φαίνεται
να πρόκειται τόσο για διεκδίκηση όσο για μια προσπάθεια προσέλκυσης της προσοχής.

4.2. Εμφανίσεις σε αποκλειστικά συμμετρικές περιστάσεις επικοινωνίας
Σε αυτήν την ενότητα θα εστιάσουμε στα δεδομένα που περιλαμβάνουν αποκλειστικά
αυθόρμητο προφορικό λόγο μεταξύ φίλων (συμμετρικές περιστάσεις επικοινωνίας, μεταξύ
φοιτητών που γνωρίζονται μεταξύ τους) για σκοπούς σύγκρισης με τα δεδομένα
προφορικού λόγου που προέρχονται από διάφερες πηγές. Σε αντίθεση με τα μικτά
δεδομένα από το ΣΕΚ, τα συμμετρικά δεδομένα, όπως φαίνεται στον πίνακα 3 παρακάτω,
δείχνουν μειωμένη χρήση του παρακαλώ. Συγκεκριμένα, υπήρξαν μόνο 16 εμφανίσεις του
παρακαλώ σε σχέση με 109 στα δεδομένα του ΣΕΚ, δηλαδή 1,6 περίπου ανά 10.000 λέξεις, σε
αντίθεση με 3,6 εμφανίσεις ανά 10.000 λέξεις στα μικτά δεδομένα του ΣΕΚ. Το γεγονός
αυτό, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να εκληφθεί ως επιβεβαίωση της υπόθεσης ότι σε
συμμετρικές περιστάσεις επικοινωνίας, τουλάχιστον μεταξύ φίλων, το παρακαλώ δεν
προτιμάται, αφού συνδέεται με την κοινωνική απόσταση, πράγμα που αντιτίθεται με την
έννοια της φιλίας στην Ελλάδα.

178 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

Πίνακας 3: Εμφανίσεις και χρήσεις του παρακαλώ σε συμμετρικές περιστάσεις επικοινωνίας

Συμπλέγματα Σύνολο Ποσοστό Παράκληση Μη παράκληση

δειγμάτων (%) (δείγματα) (δείγματα)

παρακαλώ 4 25% - 4

σας παρακαλώ 3 19% 2 1

σε παρακαλώ 9 56% 3 6

Σύνολο 16 100% 5 11

Ένα ενδιαφέρον εύρημα που προκύπτει από τα δεδομένα είναι ότι οι περιπτώσεις
που εμφανίζεται το παρακαλώ μόνο του δεν αντιστοιχούν στην παράκληση αλλά σε άλλες
λειτουργίες όπως η ειρωνεία, όπως στο (22):

(22) και μου έλεγε αυτή [= μια άλλη φοιτήτρια] ότι διαβάζει παρακαλώ και:: (.) ντάξει
[FD04-0084]

Η χρήση του παρακαλώ στο (22) μοιάζει αρκετά με την ειρωνική χρήση του
συγγνώμη που είδαμε στην προηγούμενη ενότητα. Φαίνεται, λοιπόν, ότι τα δυο στοιχεία,
τα οποία πρωτοτυπικά συνδυάζονται με το επίσημο λόγο και την τυπική ευγένεια,
χρησιμοποιούνται από τους ομιλητές σε συμμετρικές φιλικές συνομιλίες για την προβολή
της ειρωνείας –η αντίθετη λειτουργία σε σχέση με την πρωτοτυπική- με ιδιαίτερα
παιγνιώδη τρόπο.

Αντιθέτως, το σύμπλεγμα του παρακαλώ που έχει περισσότερες εμφανίσεις με τη
λειτουργία της παράκλησης είναι το σε παρακαλώ. Μια πιθανή εξήγηση γι’ αυτό είναι η
επιτέλεση μιας πιο ευγενικής γλωσσικής πράξης, η οποία δείχνει ότι ο ομιλητής δεν
επιθυμεί να προσβάλει το αρνητικό πρόσωπο του ακροατή, εκείνο που αντιπροσωπεύει την
αυτονομία και την ελευθερία της συνομιλήτριας να κάνει ό,τι θέλει, ενώ ταυτόχρονα,
μειώνεται η κοινωνική απόσταση των δυο συμμετεχόντων με τη χρήση της αντωνυμίας,
όπως στο (23):

(23) αυτά σε παρακαλώ να μην ακούγονται προς τα έξω
[FD04-0075]

Στο (23) οι δυο ομιλήτριες είναι φίλες. Έτσι, η αίτηση της ομιλήτριας να μην αποκαλύψει
η ακροάτρια αυτά που συζητούν μεταξύ τους, καθώς και η χρήση του πιο τυπικού
παρακαλώ, σύμφωνα με τη θεωρία των Brown & Levinson (1987), θα μπορούσε να αποτελεί
απειλητική πράξη προς το θετικό πρόσωπο της ακροάτριας, αφού αμφισβητείται η
ακεραιότητά της και επομένως η έγκρισή της από ένα άλλο μέλος της ομάδας. Ωστόσο, η

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 179

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

χρήση της αντωνυμίας σε μετριάζει την απειλή και επιβεβαιώνει ότι η ακροάτρια
παραμένει αρεστό μέλος της παρέας, ενισχύοντας έτσι το θετικό πρόσωπο. Κατά την
άποψή μου, τέτοια φαινόμενα προσφέρουν μια εξήγηση για τη μηδενική χρήση του
παρακαλώ ως ανεξάρτητου στοιχείου στο συμμετρικό προφορικό λόγο. Θα μπορούσε
επίσης να σημαίνει ότι προσλαμβάνεται η πιο τυπική ευγένεια, ως πραγματολογικής
δήλωσης της σοβαρότητας του θέματος, για τη συζήτηση ευαίσθητων θεμάτων.

Όπως και στην περίπτωση του παρακαλώ, το συγγνώμη χρησιμοποιείται πολύ
λιγότερο στα δεδομένα των συμμετρικών περιστάσεων επικοινωνίας: 20 έναντι 43
εμφανίσεων στα μικτά δεδομένα του ΣΕΚ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αν και αναμενόμενο,
παρουσιάζει το γεγονός ότι καμία εμφάνιση του εν λόγω δείκτη δεν συνδέεται με την
αίτηση για συγχώρεση. Αντιθέτως, οι λειτουργίες του δείκτη αφορούν τη χρήση του ως
στοιχείου διεκδίκησης της σειράς, όπως στο (24), το οποίο προέρχεται από συζήτηση
μεταξύ φίλων όπου ο ένας συμμετέχων προσπαθεί να διεκδικήσει τη σειρά της ομιλίας,
αλλά αποτυγχάνει:

(24) <Β> συγγνώμη να πω κάτι;
<Δ> και γιατί να μην είναι η κάθε μία
[FY04-0066]

Μια άλλη χρήση αφορά το σύμπλεγμα συγγνώμη κιόλας, το οποίο όπως και το συγγνώμη
δηλαδή στα μικτά δεδομένα, χρησιμοποιείται για λόγους ειρωνείας:

(25) δε βλέπω τηλεόραση (.) συγγνώμη κιόλας
[XY04-0086]

Το (25) προέρχεται από μια συνομιλία, όπου αποκαλύπτεται ότι η ομιλήτρια δεν γνωρίζει
την τότε δημοφιλή τηλεοπτική σειρά Prison Break. Οι φίλες της την ειρωνεύονται για αυτό
και η συγκεκριμένη απαντά με την παραπάνω φράση. Σημειωτέον ότι η χρήση του δείκτη
συγγνώμη σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι για να ζητήσει η ομιλήτρια τη συγχώρεση των
φίλων της, αλλά να υιοθετήσει η ίδια μια ειρωνική στάση, δηλαδή ότι δεν αισθάνεται
υποχρεωμένη να βλέπει τηλεόραση, όπως φαίνεται τόσο από τον επιτονισμό, όσο και από
το ευρύτερο συγκείμενο, πράγμα που επιβεβαιώνει την διαπίστωσή μας για την ειρωνική
χρήση και των δυο στοιχείων σε φιλικές συνομιλίες.

Βασικό συμπέρασμα των δεδομένων για το συγγνώμη, όπως διαπιστώθηκε και για
τα μικτά δεδομένα του ΣΕΚ, είναι ότι η πρωτοτυπική του χρήση για αίτηση για συγχώρεση
δεν απαντά στα δεδομένα, και μάλιστα σε συμμετρικές περιστάσεις επικοινωνίας. Η

180 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

διαπίστωση αυτή ανταποκρίνεται πλήρως με την επισήμανση της Sifianou (1992: 96) ότι η
ελληνική κοινωνία δίνει λιγότερη έμφαση σε κοινωνικές αποστάσεις και εκτιμά την
εκδήλωση αλληλεγγύης και οικειότητας. Καθώς οι στρατηγικές της άμεσης και θετικής
ευγένειας αποτελούν πιο συχνά φαινόμενα στην καθημερινή επικοινωνία, δεν πρέπει να
προξενεί εντύπωση ότι, ειδικά σε συμμετρικές περιστάσεις επικοινωνίας μεταξύ φίλων, οι
ομιλητές της Ελληνικής δεν νιώθουν την ανάγκη να ζητήσουν συγχώρεση από την παρέα
τους, γιατί κάτι τέτοιο επιφυλάσσεται για επίσημες και τυπικές συνομιλίες.

Τέλος, πιο πρόσφατες έρευνες στο χώρο δείχνουν ότι η χρήση του συγγνώμη, ειδικά
στους ομιλητές εφηβικής ηλικίας, για τη ζήτηση συγχώρεσης υποχωρεί σε σημαντικό
βαθμό και προτιμάται η χρήση του αγγλικού σόρρυ. Ο λόγος φαίνεται να είναι ότι το
συγγνώμη συνδέεται με την αρνητική ευγένεια στα Ελληνικά, η οποία δεν φαίνεται να
προτιμάται σε συμμετρικές περιστάσεις επικοινωνίας. Αντιθέτως, το σόρρυ προέρχεται από
ένα μη ελληνικό πλαίσιο χωρίς την ίδια σημασιολογική υποδήλωση της τυπικότητας που
εκφράζεται από την αρνητική ευγένεια (βλ. Harissi 2010). Επιπλέον, το γεγονός ότι
γράφεται εν πολλοίς με ελληνικούς χαρακτήρες μπορεί να αποτελεί ένδειξη της ένταξής
του στα Ελληνικά ως δάνειο. Ωστόσο, για να διευκρινιστεί αν η διαπίστωση αυτή
πρόκειται για μόδα ή για γλωσσική μεταβολή, η χρήση των δυο στοιχείων θα πρέπει να
διερευνηθεί σε επόμενα στάδια ζωής των ομιλητών.

5. Συμπεράσματα και προεκτάσεις
Συνοψίζοντας, τα δεδομένα του προφορικού λόγου υποδεικνύουν ότι η αντίληψη που
έχουμε για τη γλωσσική ευγένεια δεν είναι πάντα αντιπροσωπευτική της αλήθειας. Η
άμεση σύγκριση γλωσσών χωρίς να ληφθούν υπόψη οι πολιτισμικές διαφορές και οι
κοινωνικοί παράγοντες που διέπουν τις ανάγκες των ομιλητών μιας γλώσσας δημιουργεί
γενικευμένα συμπεράσματα, τα οποία δεν συνάδουν με τις πραγματικές εκφάνσεις της
ευγένειας. Για παράδειγμα, στην ελληνική γλώσσα αποτυπώνεται η επιθυμία των
ομιλητών για λιγότερο επίσημες σχέσεις και μια πιο άμεση και λιγότερο τυπική
επικοινωνία με τους άλλους. Κάτι τέτοιο εξηγεί την προτίμηση των ομιλητών στο να μη
χρησιμοποιούν δείκτες όπως το παρακαλώ και το συγγνώμη, αν αυτοί θεωρούνται τυπικοί
και όχι οικείοι, κάτι που εμφανίζεται ιδιαίτερα στα δεδομένα που μελετήθηκαν εδώ, ιδίως
όσα προέρχονται αποκλειστικά από συμμετρικές περιστάσεις επικοινωνίας.

Αναμφίβολα, ένα από τα πιο ενδιαφέρονται ευρήματα της παρούσας μελέτης είναι η
χαμηλή ως μηδενική χρήση των στοιχείων παρακαλώ και συγγνώμη για να ζητήσει κανείς
κάτι ή να ζητήσει συγχώρεση από κάποιον. Αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούν να
αποδοθούν στην προτίμηση της ελληνικής κοινωνίας για αμεσότητα και λιγότερη

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 181

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

τυπικότητα, που ενθαρρύνει τη χρήση της θετικής ευγένειας. Με άλλα λόγια, οι ομιλητές
θεωρούν τα εν λόγω στοιχεία τυπικούς δείκτες που συμβάλλουν στην αύξηση της
κοινωνικής απόστασης και συνεπώς δεν είναι κατάλληλοι για χρήση μεταξύ φίλων. Ο
λόγος αυτός, όπως είδαμε παραπάνω, μπορεί να εξηγήσει την εκμετάλλευση των δυο
στοιχείων για την προβολή ειρωνείας και ενόχλησης σε συμμετρικές φιλικές συνομιλίες.

Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι οι δυο δείκτες επιτελούν και άλλες λειτουργίες στο
λόγο, μερικές από τις οποίες δεν συνάδουν καθόλου με την αντίληψη που έχει ο φυσικός
ομιλητής για την πρωτοτυπική τους σημασία. Για παράδειγμα, το συγγνώμη μπορεί να
χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει όχι μόνο μετάνοια, αλλά και ενόχληση, θυμό ή ειρωνεία,
κυρίως σε συμπλέγματα με τα λεξήματα δηλαδή και κιόλας. Αντίστοιχα, το παρακαλώ
μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μηχανισμός μετριασμού σε εκφωνήματα που εκφράζουν
θυμό, κυρίως σε συμπλέγματα με μια από τις προσωπικές αντωνυμίες σε ή σας, αφού
διατηρούν έτσι το θετικό τους χαρακτήρα. Επίσης, ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το
παρακαλώ ως αυτόνομο στοιχείο επιφυλάσσεται για τυπικές και επίσημες περιστάσεις
επικοινωνίας όπως λ.χ. συνέδρια κ.ά., κάτι που βεβαιώνει τη θεωρία για την προτίμηση
στρατηγικών θετικής ευγένειας στην ελληνική κοινωνία. Βοηθητικός παράγοντας σε αυτό
φαίνεται να είναι και η συντακτική του θέση στο εκφώνημα, η οποία είναι συχνά η αρχή
της δομής. Τέλος, και τα δυο στοιχεία χρησιμοποιούνται ευρέως στα δεδομένα ως
ελλειπτικά στοιχεία ή ως μηχανισμοί διεκδίκησης της σειράς ομιλίας ή προσέλκυσης της
προσοχής.

Συνοψίζοντας, οι γενικεύσεις περί βαθμού ευγένειας σε μια γλώσσα του τύπου «οι
Έλληνες δεν μιλάνε με ευγενικό τρόπο» χωρίς να ληφθούν υπόψη οι
κοινωνιογλωσσολογικοί παράγοντες που διέπουν τη χρήση της γλώσσας (ποιος μιλάει, σε
ποιον, πού, πότε και γιατί) κινδυνεύουν να δημιουργήσουν σοβαρές παρανοήσεις για την
επικοινωνιακή πραγματικότητα. Μια από τις βασικές κριτικές του μοντέλου Brown &
Levinson είναι ότι πάσχει από θεωρητικό εθνοκεντρισμό και ότι ο αγγλοσαξονικός
προσανατολισμός της θεωρίας τους είναι υπερβολικά εμφανής. Για το λόγο αυτό, η μελέτη
διαφόρων γλωσσών και των στρατηγικών ευγένειας που υιοθετούνται από αυτές είναι
ύψιστης σημασίας, καθώς μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση πιο
αιτιολογημένων αντιλήψεων για τη γλώσσα και τους ομιλητές της. Σημαντική είναι και η
συμβολή της και στη διδασκαλία ξένων γλωσσών, όπου δεν δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε
πραγματολογικούς παράγοντες, αλλά και στην κατανόηση της γλωσσικής ευγένειας και
πώς διαφέρει από γλώσσα σε γλώσσα ανάλογα πάντα με τις αντιλήψεις κάθε γλωσσικής
κοινότητας και την εκάστοτε περίσταση επικοινωνίας.

182 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

Βιβλιογραφία

Biber, D. & Conrad, S. 1999. Lexical bundles in conversation and academic prose. In H. Hasselgard & S.
Oksefjell (eds) Out of Corpora: Studies in Honour of Stig Johansson. Amsterdam: Rodopi, 181-191.

Brown, P. & Levinson, S. 1987. Politeness: Some Universals in Language Usage. Cambridge: Cambridge
University Press.

Goffman, E. 1959. The Presentation of Self in Everyday Life. New York: Doubleday.
Sifianou, Μ. 1992. Politeness Phenomena in England and Greece. Oxford: Clarendon Press.

Γούτσος, Δ. 2003. Σώμα Ελληνικών Κειμένων: Σχεδιασμός και υλοποίηση. Πρακτικά του 6ου Διεθνούς
Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 18-21 Σεπτεμβρίου 2003. Διαθέσιμο στην
ιστοσελίδα: http://www.philology.uoc.gr/conferences/6thICGL/

Κακριδή-Φερράρι, Μ. 2005. Γλώσσα και κοινωνικό περιβάλλον: Ζητήματα κοινωνιογλωσσολογίας (Α΄ μέρος).
Αθήνα: Παρουσία, Παράρτημα αρ. 64.

Κανάκης, Κ. 2007. Εισαγωγή στην πραγματολογία: Γνωστικές και κοινωνικές όψεις της γλωσσικής χρήσης.
Αθήνα: Εκδόσεις Εικοστού Πρώτου.

Μπέλλα, Σ. 2007. Η δεύτερη γλώσσα: Κατάκτηση και διδασκαλία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Φέρλας, Α.-Έ. 2011. Ο προκατασκευασμένος λόγος στα Ελληνικά και Αγγλικά. Μια μελέτη βασισμένη σε

σώματα κειμένων με προεκτάσεις στη διδασκαλία της γλώσσας. Διδακτορική διατριβή, Εθνικό και
Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Yule, G. 2006. Πραγματολογία. (Μετάφρ. Θ.-Σ. Παυλίδου). Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών
[Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη].

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 183

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

184 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 185

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ζητήματα ιδεολογίας σε προφορικά δεδομένα
Αντώνης Αλφιέρης

1. Εισαγωγή
Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι ο εντοπισμός του ιδεολογικού προσανατολισμού των
συμμετεχόντων σε προφορικές συνομιλίες από το Σώμα Ελληνικών Κειμένων (ΣΕΚ). Το
θεωρητικό πλαίσιο που χρησιμοποιείται είναι αυτό που προτείνεται από τον van Dijk,
κυρίως στο βιβλίο του Ideology (1998). Για να προχωρήσουμε στην αναζήτηση
συγκεκριμένων ιδεολογικών χαρακτηριστικών στη συμβολή των συμμετεχόντων είναι
απαραίτητος ένας πρακτικός ορισμός για τις έννοιες της ιδεολογίας και του λόγου
(discourse), που θα επιχειρηθεί στην επόμενη ενότητα, κυρίως από την προσέγγιση της
ιδεολογίας ως αφηρημένου συστήματος από τη σκοπιά του μαρξισμού, καθώς ένα μεγάλο
μέρος των μελετών γύρω από το θέμα έχει παραχθεί στο πλαίσιο της μαρξιστικής θεωρίας
(Eagleton 1994: 20). Θα δοθεί έμφαση στην αλληλεπίδραση κοινωνίας, ιδεολογίας και
συνείδησης και τη σχέση υποκειμένου και αντικειμενικής πραγματικότητας, που
αποτελούν βασικές προβληματικές αυτής της θεωρητικής παράδοσης.

Τα δεδομένα που εξετάζονται προέρχονται από συμμετρικές προφορικές
συνομιλίες, συνομιλίες δηλαδή στις οποίες τα άτομα συμμετέχουν χωρίς διαμεσολάβηση
από κάποιο πλαίσιο που εξασφαλίζει σε κάποιους και όχι σε άλλους κυρίαρχο ρόλο στην
εξέλιξη της επικοινωνίας. Η μέχρι τώρα έρευνα στα ελληνικά δεδομένα, και όχι μόνο,
εστιάζει κυρίως στην ανάλυση του γραπτού λόγου, κάτι που επηρεάζει την εφαρμογή των
θεωρητικών εργαλείων και την ανάλυση ιδεολογίας και λόγου. Βασικός άξονας της
παρούσας ανάλυσης είναι η παραδοχή ότι ιδεολογικά στοιχεία μπορούν, έστω εν μέρει, να
αποκαλυφθούν από τις γλωσσικές επιλογές των συνομιλητών και, αντίστροφα,
ιδεολογικά σχήματα που εισάγονται έτοιμα στο λόγο επηρεάζουν τη δομή του. Επιπλέον, ο
ιδεολογικός προσανατολισμός του προφορικού λόγου βασίζεται, όπως και στο γραπτό, σε
γλωσσικές επιλογές που αναπαράγουν το διαχωρισμό και την ένταξη σε διαφορετικές
κοινωνικές ομάδες.

Στις επόμενες ενότητες θα παρουσιαστεί επιγραμματικά η έννοια της ιδεολογίας σε
σχέση με τον λόγο (discourse), η ειδικότερη προσέγγιση των προτύπων περικειμένου του
van Dijk, στην οποία θα βασιστεί η ανάλυση, και οι γλωσσικοί μηχανισμοί που συνδέονται
με την ιδεολογία. Θα ακολουθήσει η παρουσίαση και ανάλυση των δεδομένων και τα
συμπεράσματα της ανάλυσης.

186 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

2. Ιδεολογία και λόγος
Το ζήτημα της ιδεολογικής οργάνωσης του λόγου (discourse) αποτελεί κεντρικό
ερευνητικό αντικείμενο της Κριτικής Ανάλυσης Λόγου (critical discourse analysis), υπό
την ευρύτερη έννοια. Η προβληματική της ιδεολογίας απασχόλησε τη γλωσσολογία στα
τέλη της δεκαετίας του '70, μετά από ένα κενό δεκαετιών που μεσολάβησε από την έκδοση
του βιβλίου του Βολόσινοφ Μαρξισμός και φιλοσοφία της γλώσσας, στο οποίο γίνεται μια
πρώτη συστηματική διαπραγμάτευση των ζητημάτων ιδεολογίας στη γλωσσική χρήση. Η
προσθήκη αναλύσεων από το χώρο της κοινωνικής ψυχολογίας και ενός
κοινωνιογνωστικού πλαισίου αρχίζει να διαμορφώνει τη διεπιστημονική προσέγγιση της
Κριτικής Ανάλυσης Λόγου (de Beaugrande 2006: 42). Τα τελευταία χρόνια μια σειρά
ερευνητών ασχολήθηκαν με τη σχέση ιδεολογίας και λόγου, με διαφορετικά σημεία
εκκίνησης, αλλά παραμένοντας πάντα στα όρια ενός διεπιστημονικού πλαισίου, με έρευνα
αναφοράς το Fairclough (1989) και το περιοδικό Discourse & Society, που εκδίδεται το 1990
από τον van Dijk και γύρω από το οποίο συσπειρώνεται το πρώτο δίκτυο ερευνητών (βλ.
Wodak & Meyer 2009: 2). Ακολουθεί μια σειρά εργασιών που έχουν ως κοινό παρανομαστή
τη διερεύνηση της ιδεολογίας και τις σχέσεις γλώσσας και εξουσίας. Ενδεικτικά, η Wodak
(2003) χρησιμοποιεί το ιστορικό πλαίσιο του ναζιστικού παρελθόντος της Αυστρίας για να
διερευνήσει την αναπαραγωγή και τη συγκάλυψή του σε κείμενα όσο και σε προφορικά
δεδομένα, ενώ ο van Dijk (1991, 1992) επικεντρώνεται στο ζήτημα της ιδεολογίας σε μια
σειρά εργασιών του, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην αναπαραγωγή ρατσιστικού λόγου στον
Τύπο. Επίσης, μια σειρά νεότερων ερευνητών παρουσιάζουν ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις
συνδυάζοντας έννοιες της κοινωνικής θεωρίας με τη μεθοδολογία της Κριτικής Ανάλυσης
Λόγου.

Η έννοια της ιδεολογίας αποτελεί προνομιακό πεδίο αντιπαράθεσης στο χώρο της
κοινωνικής θεωρίας. Η ίδια η σημασία της λέξης αποτυπώνει τη σχετική διχογνωμία στο
πεδίο της γλωσσικής χρήσης. Η λέξη ιδεολόγος, για παράδειγμα, έχει αρνητικές και θετικές
συνδηλώσεις: έτσι, ενώ η κύρια σημασία ορίζεται σαν «πρόσωπο που υπηρετεί μια ιδέα με
αφοσίωση και ανιδιοτέλεια (αγνός)» (Μπαμπινιώτης 2002: 769), η πιο διαδεδομένη χρήση
της λέξης είναι περίπου συνώνυμη με την προκατάληψη. Η ιδεολογία με αυτή την έννοια
είναι κάτι που μας αποτρέπει συστηματικά από την αδιαμεσολάβητη και συνεπώς
«αντικειμενική» γνώση του κόσμου γύρω μας. Επιπλέον, η λέξη χρησιμοποιείται με
ακόμα μία, ουδέτερη, σημασία: σε εκφωνήματα όπως ιδεολογικός εκφραστής του
διαφωτισμού ή ιδεολογικός εκφραστής της χούντας, η σημασία καθορίζεται αποκλειστικά από
το περικείμενο και την τοποθέτηση απέναντι στο περιεχόμενό του. Οι διαφορετικές
σημασίες που αποδίδονται στην ιδεολογία αποτυπώνουν επομένως τη δυσκολία να

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 187

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ορίσουμε το αντικείμενο της έρευνας στην αναζήτηση της ιδεολογικής οργάνωσης του
λόγου.

Καθώς η μαρξιστική θεωρία για την ιδεολογία κυριαρχεί στη συζήτηση των
συσχετίσεων γλώσσας και ιδεολογίας στο πλαίσιο της ανάλυσης λόγου, είναι χρήσιμη η
επισήμανση ορισμένων βασικών εννοιών. Ο κύριος προβληματισμός του μαρξισμού
ασχολείται με τη σχέση ιδεολογίας, κοινωνικής πραγματικότητας και συνείδησης. Έτσι, ο
Βολόσινοφ προτείνει το σημειωτικό χαρακτήρα της ιδεολογίας, ορίζοντας θεμελιακά πως
οτιδήποτε αποτελείται από σημεία είναι και ιδεολογία. Το σημείο έχει τη δυνατότητα να
αντανακλά ή να διαθλά μια πραγματικότητα πέρα από τον εαυτό του, διατηρώντας
ταυτόχρονα την αυτονομία του ως συστατικό αυτής της πραγματικότητας (Βολόσινοφ
1998: 63). Επιπλέον, τα σημεία αποτελούν στοιχεία της εξωτερικής εμπειρίας και όχι
προϊόντα της εσωτερικής συνείδησης, καθώς αναδύονται «στην εξελικτική διαδικασία της
αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε ατομικές συνειδήσεις. Η ίδια η ατομική συνείδηση είναι
γεμάτη με σημεία. Η συνείδηση μόνο τότε μετατρέπεται σε συνείδηση αφού πληρωθεί με
ένα ιδεολογικό (σημειωτικό) περιεχόμενο και ως εκ τούτου μόνο μέσα στην εξελικτική
διαδικασία της κοινωνικής αλληλεπίδρασης» (Βολόσινοφ 1998: 65). Ταυτίζοντας το χώρο
της ιδεολογίας με αυτό των σημείων, ο Βολόσινοφ ορίζει ολόκληρο το γλωσσικό σύστημα
ως ιδεολογία.

Μια δεύτερη βασική προσέγγιση σχετίζεται με τον αρνητικό ορισμό της ιδεολογίας
ως παραμορφωτικού μηχανισμού ή «ψευδούς συνείδησης». Υπό αυτή την οπτική, θα
πρέπει να θεωρήσουμε ότι η ίδια η γλώσσα αποτελεί μηχανισμό διαστρέβλωσης της
πραγματικότητας. Κατά τον Βολόσινοφ όμως, το κοινωνικό σημείο διαθλά μια
πραγματικότητα πέρα από αυτό, αποτελώντας ταυτόχρονα μέρος της. Συνεπώς, το
χαρακτηριστικό της παραμόρφωσης της πραγματικότητας δεν αποτελεί στοιχείο της
ιδεολογίας, αλλά εγγενές στοιχείο της ίδιας της πραγματικότητας. Οι ιδεολογίες είναι
ταυτόχρονα τρόπος αντίληψης της πραγματικότητας όσο και συστατικό στοιχείο της
(Εagleton 1994: 11).

Η συζήτηση αυτή οδηγεί αναπόφευκτα στο ζήτημα του σημείου θεώρησης: ποιος
είναι ο τρόπος να φτάσουμε σε μια αντικειμενική θεώρηση της πραγματικότητας, αφού
όλοι ζούμε στο εσωτερικό της; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ότι ένα τέτοιο
πλεονεκτικό σημείο δεν υφίσταται. Η θεώρηση της αντικειμενικής πραγματικότητας είναι
διαφορετική ανάλογα με τη θέση που κατέχει καθένας μέσα σε αυτή και η θέση αυτή
ορίζεται πάνω στις σχέσεις κυριαρχίας στο εσωτερικό της κοινωνίας. Η γνωστή φράση του
Μαρξ ότι οι κυρίαρχες ιδέες σε κάθε εποχή είναι οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης αποτυπώνει
αυτή τη σχέση ανάμεσα στην ιδεολογία και τις υλικές σχέσεις και κατ’ επέκταση τις σχέσεις

188 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

κυριαρχίας. Ο έλεγχος των υλικών όρων αναπαραγωγής της κοινωνικής πραγματικότητας
περιλαμβάνει και τον έλεγχο του τρόπου με τον οποίο αυτή η πραγματικότητα γίνεται
αντιληπτή.

Η διαμάχη γύρω από την ιδεολογία είναι διαμάχη για την ύπαρξη ή όχι
εναλλακτικών προτάσεων οργάνωσης της πραγματικότητας. Η διατήρηση της υπάρχουσας
πραγματικότητας ιδεολογικοποιείται από την κυρίαρχη τάξη, π.χ. μέσα από το σχήμα της
ανακήρυξης του τέλους των ιδεολογιών ή της ιστορίας, και η αμφισβήτησή της
ιδεολογικοποιείται από όσους την αντιμάχονται. Υπονοείται εδώ η σχετική αυτονομία της
ιδεολογίας από την πραγματικότητα. Ένα «αντικειμενικό» γεγονός στην κοινωνική
σφαίρα μπορεί να γίνει αντιληπτό με διαφορετικούς τρόπους και να αποτυπωθεί στη
συνείδηση οργανωμένο στη βάση διαφορετικών ιδεολογικών σχημάτων. Δεν υπάρχει
ευθεία αντιστοίχιση μεταξύ ιδεολογίας και υλικής πραγματικότητας, αλλά αντίθετα η
ιδεολογία αποτελεί ξεχωριστό πεδίο αντιπαράθεσης των κοινωνικών υποκειμένων. Από
αυτή την αφετηρία μπορούμε να ερμηνεύσουμε τις αναντιστοιχίες ανάμεσα στη θέση που
καταλαμβάνει κανείς στην κοινωνική σφαίρα και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται
αυτή τη θέση. Κάποιες πλευρές της εμπειρίας αποτυγχάνουν να ενταχθούν, ενώ
αντιλήψεις που δεν προκύπτουν από καμία πλευρά της, εντάσσονται στον -σε κάθε
περίπτωση ιδεολογικό- τρόπο θεώρησης της πραγματικότητας. Η ιδεολογία,
διαμορφώνοντας σε ένα βαθμό ανεξάρτητα από την εμπειρία τον τρόπο αντίληψης της
πραγματικότητας, λειτουργεί σαν πραγματική, υλική δύναμη διαμόρφωσής της.
Ρατσιστικές ή σεξιστικές ιδεολογίες, για παράδειγμα, αν και δεν αντλούν τη δικαιολόγησή
τους από καμία εμπειρική πραγματικότητα, τη διαμορφώνουν ιδιαίτερα αποτελεσματικά
μέσω της κοινωνικής συμπεριφοράς που επιβάλλουν. Η ερμηνεία αυτής της
αναντιστοιχίας και η διπλή διάσταση της ιδεολογίας (σε σχέση με την εμπειρία και
ανεξάρτητη ως αυτόνομο σημειωτικό σύστημα) περιγράφεται από τον Γκράμσι σε αυτό
που ονομάζει αντιφατική συνείδηση (Gramsci 1999: 641).

Συνοψίζοντας, με τον όρο ιδεολογία υπονοούνται συγκεκριμένοι τρόποι αντίληψης
της πραγματικότητας, κάτι που υπονοεί μια έντονα υποκειμενική διάσταση στην έννοια. Η
σχηματοποίησή της ωστόσο δεν γίνεται στο κενό, αλλά πάνω στις στέρεες σχέσεις που
διαμορφώνουν την κοινωνική εμπειρία. Η γλώσσα ως σύστημα σημείων που αποτελούν
την υλική έκφραση αυτών των σχέσεων είναι φορέας ιδεολογίας περισσότερο από
οποιοδήποτε άλλο σύστημα σημείων, στο βαθμό που είναι ο βασικός τρόπος εκδήλωσης
επικοινωνιακών γεγονότων. Με αυτή την έννοια η γλώσσα αποτελεί προνομιακό πεδίο
μεταφοράς των αντιπαραθέσεων και των αντιφάσεων της εμπειρικής πραγματικότητας.
Έτσι, ο Eagleton συνοψίζει τη σχέση ιδεολογίας και λόγου ως εξής: «δεν υπάρχει

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 189

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

πεποίθηση που δεν θα μπορούσε να είναι ιδεολογική, υπό τις κατάλληλες συνθήκες. Όλα
εξαρτώνται από το ποιος λέει τι σε ποιον, με ποιες προθέσεις και ποιες συνέπειες. Η
ιδεολογία κοντολογίς είναι ζήτημα του λόγου, της πρακτικής επικοινωνίας ανάμεσα σε
ιστορικά τοποθετημένα υποκείμενα, παρά απλά της γλώσσας (του είδους των προτάσεων
που εκφέρουμε)» (1994: 11).

3. Ιδεολογία και πρότυπα περικειμένου (context models)
H θεωρητική προσέγγιση της ιδεολογίας παραπάνω παρέχει χρήσιμα ερμηνευτικά
εργαλεία για τον προσδιορισμό των γενικών χαρακτηριστικών της. Παραμένουν ωστόσο
στοιχεία μιας συνολικότερης, αφαιρετικής περιγραφής που δεν μπορούν να
αντιστοιχιστούν απευθείας με τα χαρακτηριστικά και τις δομές του λόγου και γι’ αυτό
είναι απαραίτητος ένας πρακτικός ορισμός των ιδεολογιών. Με αυτό ακριβώς έχει
ασχοληθεί ο van Dijk, ο οποίος ανέπτυξε ένα θεωρητικό πλαίσιο που εμπεριέχει μεγάλο
μέρος του προβληματισμού που παρουσιάστηκε προηγουμένως. Η ανάλυση του van Dijk
προσπαθεί να δημιουργήσει τα εργαλεία που συνδέουν τις ιδεολογίες ως αφηρημένα
συστήματα με τις συγκεκριμένες κειμενικές (discursive) πραγματώσεις και πάνω σε αυτή
βασίζεται η ανάλυση των προφορικών δεδομένων που επιχειρείται στη συνέχεια. Η
εξέταση της ιδεολογίας επιχειρείται μέσα από το συνδυασμό της γνωστικής ικανότητας,
της κοινωνίας και του λόγου, ενός εννοιολογικού τριγώνου που συγκροτεί το πλαίσιο
εξέτασης της ιδεολογίας. Η προσέγγισή του ανταποκρίνεται στην υπονοούμενη αντίληψη
της ιδεολογίας ως συστήματος ιδεών, δηλαδή στη γνωσιακή της διάσταση, στη δεδομένη
κοινωνική υφή της (την αναπαραγωγή στη σφαίρα των ιδεών της επιβολής και της
αντίστασης στο πλαίσιο ενός συστήματος κυριαρχίας) και στο χαρακτήρα του λόγου ως
κυρίαρχου πεδίου έκφρασης αυτής της αντιπαράθεσης και φορέα (ανα)παραγωγής των
ιδεολογιών (van Dijk 1998: 5).

H βασική καινοτομία που επιχειρεί η προσέγγιση του van Dijk βρίσκεται στην
ενσωμάτωση της γνωσιακής διάστασης της ιδεολογίας σε μια σύνθετη ψυχο-
κοινωνιολογική ανάλυση του «κοινωνικού νου στο κοινωνικό (πολιτικό, πολιτισμικό) του
περιβάλλον/περικείμενο» (1998: 6). Οι ιδεολογίες αποτελούν ταυτόχρονα αντανακλάσεις
της κοινωνικής πραγματικότητας όσο και εξατομικευμένες νοητικές αναπαραστάσεις. Το
περιεχόμενό τους συνίσταται στις γενικές και αφηρημένες κοινωνικές πεποιθήσεις, που
αποτελούν «κοινό κτήμα μιας ομάδας, που ελέγχουν ή οργανώνουν την πιο συγκεκριμένη
γνώση και τις γνώμες (αντιλήψεις) της» (1998: 49).

Ο μηχανισμός της διαμεσολάβησης ανάμεσα στις κοινές εμπειρικές αναπαραστάσεις
και την ατομική αφομοίωση και ερμηνεία τους περιέχεται στα νοητικά πρότυπα (mental

190 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

models). Η βάση πάνω στην οποία δομούνται είναι η διαρκής σχηματοποίηση της
καθημερινής εμπειρίας. Η διαδικασία αυτή αποκρυσταλλώνεται σε γεγονοτικά σχήματα
(event schemas). Μια συγκεκριμένη κατηγορία νοητικών μοντέλων, που ανταποκρίνονται
στο συγκεκριμένο επικοινωνιακό γεγονός στο οποίο παράγεται και καταναλώνεται ένα
τμήμα λόγου, είναι τα μοντέλα περικειμένου (context models), που θα απασχολήσουν την
ανάλυσή μας. Η έννοια του περικειμένου συνίσταται σύμφωνα με αυτή την ανάλυση στην
ατομική αντίληψη και ερμηνεία των περικειμενικών στοιχείων και όχι στα ίδια τα
στοιχεία ως αντικειμενικά χαρακτηριστικά του πλαισίου μέσα στο οποίο εκδηλώνεται η
επικοινωνία (1998: 212). Η υποκειμενική φύση των προτύπων περικειμένου αντιστοιχεί
στο απλό γεγονός ότι η κειμενική έκφραση των ιδεολογιών τις περισσότερες φορές -ακόμα
συχνότερα στον προφορικό λόγο- είναι αποσπασματική και ιδιοσυγκρασιακή. Ένα
πρότυπο περικειμένου θα ήταν αδύνατο να περιγράψει τις ιδεολογικές σχέσεις που
οργανώνουν τα διάφορα επικοινωνιακά γεγονότα, αν ήταν εκ των προτέρων
διαμορφωμένο σε ένα σχήμα που περιλαμβάνει το σύνολο των αφηρημένων προτάσεων
που συγκροτούν μια ιδεολογία. Αντίθετα, διαμεσολαβείται από τα διαφορετικά γεγονοτικά
σχήματα των συνομιλητών και τη διαφορετική αντίληψη των περικειμενικών
χαρακτηριστικών. Τα γεγονοτικά σχήματα αποτελούν τη βάση του ιδεολογικού λόγου,
λειτουργώντας ως σημείο αφετηρίας υπεργενικεύσεων με βάση μια συγκεκριμένη εμπειρία
ή για να εισάγουν έμμεσα μια ιδεολογική πρόταση που μπορεί να υπονοηθεί από ένα
αποσπασματικό εμπειρικό γεγονός.

Η πληροφορία που περιέχουν τα πρότυπα περικειμένου είναι κυρίως
πραγματολογική, καθώς κωδικοποιούν όλα τα στοιχεία του λόγου που ποικίλλουν
ανάλογα με το περικείμενο (1998: 82-83). Επιπλέον, ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένο
συνομιλιακό γεγονός, κάτι που σημαίνει ότι διαμορφώνονται μέσα στη διαδικασία της
εξέλιξης της επικοινωνιακής κατάστασης και λειτουργούν και ως εισαγόμενο (input) στη
δόμηση του λόγου. Ένα τμήμα τους μπορεί να θεωρηθεί ότι εισάγεται έτοιμο στο πρότυπο,
συμμετέχοντας στη συνέχεια σε μια διαρκώς αναθεωρούμενη δομή που μπορεί να
μεταβάλει όλα τα εσωτερικά συστατικά της. Αυτός ο τρόπος περιγραφής των προτύπων
περικειμένου εξηγεί τη δυνατότητα μεταβολής της ιδεολογίας που γίνεται αντικείμενο
διαπραγμάτευσης στο λόγο ή το κείμενο.

Η εισαγωγή ή όχι πληροφοριών που περιέχονται στα γεγονοτικά σχήματα είναι
βασική αρχή της ιδεολογικής (ανα)παραγωγής μέσω του λόγου. Η έκφραση ή η απόκρυψη
πληροφοριών που σχετίζονται με τα ιδιαίτερα συμφέροντα των συμμετεχόντων σε ένα
επικοινωνιακό γεγονός είναι μια δεύτερη. Επιστρέφοντας στον πρακτικό ορισμό της
ιδεολογίας που δόθηκε πιο πάνω, κινούμαστε αντίστροφα από την υποκειμενική διάσταση

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 191

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

των μοντέλων περικειμένου και τη γνωστική πλευρά των ιδεολογιών στη στέρεη
κοινωνική τους βάση. Οι κοινωνικές ομάδες είναι η πραγματική βάση των ιδεολογιών, με
τα ιδιαίτερα συμφέροντα και τη δική τους εσωτερική θέση μέσα στην πραγματικότητα, από
την οποία καθορίζεται και η αντίληψή τους γι’ αυτήν. Αυτή η δεύτερη αρχή είναι μέρος
μιας συνολικής στρατηγικής ιδεολογικής επικοινωνίας που περιλαμβάνει τα τέσσερα
βήματα του ιδεολογικού τετραγώνου του van Dijk πάνω στα οποία επιχειρείται η
ιδεολογική χαρτογράφηση αποσπασμάτων κειμένων και συνομιλιών (1998: 267):

α) Έκφραση/έμφαση πληροφοριών θετικών για Εμάς
β) Έκφραση/έμφαση πληροφοριών αρνητικών για Αυτούς
γ) Απόκρυψη/υποβάθμιση πληροφοριών θετικών για Αυτούς
δ) Απόκρυψη/υποβάθμιση πληροφοριών αρνητικών για Εμάς
Το ιδεολογικό τετράγωνο συνοψίζεται στη θετική παρουσίαση της έσω ομάδας και την
αρνητική παρουσίαση της έξω ομάδας. Η συγκρότηση των ομάδων βασίζεται προφανώς
στις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και αντιστοιχεί σε αντικειμενικές
κατηγορίες όπως οι κοινωνικές τάξεις, η ηλικία ή το φύλο. Η διαλογική συγκρότησή τους
όμως παραμένει σε ένα βαθμό υποκειμενική, ανάλογα με το τι αντιλαμβάνονται οι
συμμετέχοντες σε ένα επικοινωνιακό γεγονός ως Εμείς/ Αυτοί.
Συμπερασματικά, ο λόγος είναι κεντρικός στην παραγωγή και αναπαραγωγή των
ιδεολογιών. Ο van Dijk αποδέχεται ότι η έννοια του λόγου είναι τόσο γενική και
αφηρημένη όσο και αυτές της γλώσσας, της κοινωνίας και της κουλτούρας, περιορίζει
ωστόσο το εύρος της στη συγκεκριμένη γλωσσική παραγωγή και την τοποθετεί σε θέση
αντικειμένου της έρευνας, καθαρά διακριτή από την έννοια της ιδεολογίας, με την οποία
μπορεί εύκολα να συγχωνευτεί αν αποδεχτούμε κάποιον από τους αφηρημένους ορισμούς
της. Η μελέτη της ιδεολογίας γίνεται έτσι μέσω της διερεύνησης των ιδιαίτερων,
εσωτερικών μηχανισμών της ομιλίας και όχι στη βάση άλλων αφηρημένων εννοιών που
επιστρατεύονται γι’ αυτό το σκοπό.

4. Γλωσσικοί μηχανισμοί και ιδεολογία
Σε αυτή την εργασία το ενδιαφέρον εστιάζεται στις ιδεολογικές απηχήσεις του προφορικού
λόγου. Με δεδομένη τη χαλαρότερη δομή των προφορικών συνομιλιών και τη
συμμετρικότητα των συγκεκριμένων δεδομένων (ισότιμοι συνομιλιακοί ρόλοι, απουσία
ιεραρχημένης δομής, απουσία προκαθορισμένου θέματος στη συνομιλία), δεν μπορούν να
εφαρμοστούν στην ανάλυση χαρακτηριστικά που εντοπίζονται στο γραπτό λόγο, όπως οι
τίτλοι και το θέμα, οι γνώσεις που διαθέτει ο αναγνώστης εκ των προτέρων για την
ιδεολογική τοποθέτηση του συγγραφέα, το σταθερό επικοινωνιακό περιβάλλον (λ.χ. τα

192 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

κοινοβουλευτικά έδρανα ή οι σελίδες των εφημερίδων) ή οι προκαθορισμένοι ρόλοι. H
συμμετρικότητα των συνομιλιών που προσφέρονται για ανάλυση στα δεδομένα του ΣΕΚ
σημαίνει ότι η έκφραση «σχέσεων κυριαρχίας, σύγκρουσης ή ανταγωνισμού ανάμεσα
στους συμμετέχοντες» (van Dijk 1998: 210) εμφανίζονται αμβλυμμένες ή δεν εμφανίζονται
καθόλου, αφαιρώντας έτσι από την ανάλυση ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της
ιδεολογικής έκφρασης των συνομιλιών.

Η καθημερινή προφορική συνομιλία αποτελεί ωστόσο την πιο κοινή μορφή
αλληλεπίδρασης μέσω του λόγου και είναι λογικό να υποθέσουμε ότι ένα σημαντικό
τμήμα της ιδεολογικής παραγωγής και αναπαραγωγής συντελείται σε αυτήν. Η ιδεολογία
επηρεάζει σαφώς την ερμηνεία της βιωμένης πραγματικότητας, αλλά και το αντίστροφο:
δεν μπορεί να υπάρξει ιδεολογία ξεκομμένη από την άμεση εμπειρία και ο προφορικός
λόγος αποτελεί προνομιακό πεδίο ενσωμάτωσης ιδεολογιών, εφαρμογής τους στη λεκτική
πράξη και επιβεβαίωσης ή μεταβολής τους στην πορεία της συνομιλίας. Η συλλογιστική
της ιδεολογικής ανάγνωσης του λόγου μπορεί να συμπυκνωθεί στη δυνατότητα των
ομιλητών να επιλέγουν ανάμεσα σε διαφορετικούς τρόπους έκφρασης, στιγματίζοντας
ανάλογα με τις επιλογές τους ιδεολογικά το περιεχόμενο του μηνύματος. Ποια είναι όμως
τα χαρακτηριστικά του λόγου που είναι πιο «επιρρεπή» στην ιδεολογική ανάγνωση ή,
διαφορετικά, σε ποια σημεία της εσωτερικής του οργάνωσης μπορούμε να εντοπίσουμε
ιδεολογία;

Ακολουθώντας τον van Dijk (1995), θα ξεκινήσουμε από τις επιφανειακές δομές του
λόγου (surface structures). Ο επιτονισμός είναι κεντρικός στην ανάλυση των
χαρακτηριστικών μιας προφορικής συνομιλίας και συνεισφέρει στην ιδεολογική
διαμόρφωση αυτού που λέγεται. Για παράδειγμα, στον προφορικό λόγο, η αύξηση της
έντασης της φωνής λειτουργεί εμφατικά. Τα μη λεκτικά στοιχεία φανερώνουν σημασίες
αδιόρατες στα γλωσσικά στοιχεία της συνομιλίας και αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον
οποίο ο ομιλητής αντιλαμβάνεται το γεγονός που εξιστορεί: «οι ιδεολογικές επιφανειακές
δομές λειτουργούν πρωταρχικά σαν σήματα “ειδικών” σημασιών ή πρότυπων δομών και
συνεπώς μπορούν να συνεισφέρουν στην ειδική επεξεργασία τέτοιων ερμηνειών κειμένου
και λόγου» (van Dijk 1995: 23).

Στη σύνταξη, η προσοχή εστιάζεται στην επιλογή της κατανομής των μερών της
διάκρισης εμείς-αυτοί στο πλαίσιο του εκφωνήματος. Η επιλογή εδώ σχετίζεται κυρίως με
την προβολή ή απόκρυψη του υποκειμένου-δράστη. Τοποθετώντας στη θέση του δράστη
(agent) ένα από τα δύο μέρη, προβάλλεται η έσω ή η έξω ομάδα, με θετικό ή αρνητικό
πρόσημο αντίστοιχα, σε σχέση με το περιεχόμενο του εκφωνήματος. Αν επιχειρείται η
υποβάθμιση της σημασίας των αρνητικών χαρακτηριστικών (πράξεων, αντιλήψεων κ.λπ.)

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 193

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

της έσω ομάδας, τότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί η παθητική σύνταξη, με την οποία
παρακάμπτεται η επισήμανση του φορέα. Η ίδια λειτουργία ιδεολογικής σύνταξης
εφαρμόζεται και αντίστροφα, όταν το εκφώνημα αναφέρεται σε θετικά χαρακτηριστικά
της έξω ομάδας (van Dijk 1995:24-5).

Η ιδεολογική χρήση της γλώσσας είναι προφανής όσο πουθενά αλλού στο
λεξιλόγιο. Το εύρος των επιλογών είναι μεγάλο και η ίδια λέξη μπορεί να έχει
διαφορετική νοηματοδότηση στα διάφορα περιβάλλοντα εμφάνισης. Ο van Dijk
χρησιμοποιεί το παράδειγμα των λέξεων terrorist και freedom fighter, που έχουν κοινή
αναφορά, αλλά επιστρατεύονται ανάλογα με την ιδεολογική τοποθέτηση του ομιλητή
(2006: 125). Επιπλέον, η διατήρηση της συνεκτικότητας (coherence) του λόγου, η αμοιβαία
δηλαδή κατανόηση και η πρόσβαση στις έννοιες και τις σχέσεις που βρίσκονται πίσω από
όσα λέγονται (βλ. de Beaugrande & Dressler 1981) μπορεί να βασίζεται σε ιδεολογικά
φορτισμένα πρότυπα περικειμένου. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ένα εκφώνημα δεν
προσανατολίζεται στην ερμηνεία με βάση κάποια αντικειμενικά ή διαλογικά
χαρακτηριστικά του θέματος που συζητιέται, αλλά απλά αναπαράγει προϋπάρχουσες
εξηγήσεις βασισμένες σε τέτοια πρότυπα περικειμένου. Εδώ συγκαταλέγεται και η
παρουσίαση πληροφοριών ως δεδομένων ή προϋποτιθέμενων, ακόμη κι αν κάτι τέτοιο δεν
βασίζεται στα αντικειμενικά δεδομένα ή δεν αποτελεί κοινή γνώση των συμμετεχόντων σε
μια συνομιλία. Η μορφή αυτή του ιδεολογικού λόγου είναι ωστόσο ευκολότερο να
εντοπιστεί σε ανισομερείς συνομιλίες, όπου δεν υπάρχει η δυνατότητα της άμεσης
απόκρισης του συνομιλητή σε περίπτωση διαφωνίας.

Συναφής με την εισαγωγή στοιχείων που περιέχονται σε προϋπάρχοντα πρότυπα
περικειμένου είναι η λειτουργία της προϋπόθεσης. Κάποιες προτάσεις/εκφωνήματα
υπονοούν, αν και δεν το δηλώνουν ξεκάθαρα, ότι μια άλλη πρόταση είναι ή μπορεί να
είναι αληθής. Και πάλι μια προϋπάρχουσα ιδεολογική τοποθέτηση εισάγεται στη
συνομιλία, επηρεάζοντας τη συνολική της σημασία. Η σχέση ωστόσο ανάμεσα σε μια
πρόταση και σε ό,τι αυτή προϋποθέτει δεν είναι δεδομένη και αποτελεί πάντα προϊόν
ερμηνείας. Οριστικές περιγραφές, γεγονοτικά ρήματα και εκφράσεις, ερωτήσεις,
επαναληπτικά στοιχεία, η σειρά των προτάσεων και πολλά ακόμα γλωσσικά στοιχεία και
τρόποι οργάνωσης του λόγου μπορούν να αποτελέσουν ένδειξη ύπαρξης της προϋπόθεσης
(Μοσχονάς 2005: 318-321).

Στους δείκτες ιδεολογίας περιλαμβάνεται και η στρατηγική των αποποιήσεων
(disclaimers) (van Dijk 1995). Τυπικά παραδείγματα είναι οι παραλλαγές εκφράσεων όπως
«δεν είμαι ρατσιστής αλλά...». Εντάσσονται στην ίδια λογική της αξιολόγησης των δύο
μερών της διάκρισης εμείς-αυτοί, μεταφέροντας την ευθύνη από το ένα μέρος (εμείς) στο

194 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

άλλο (αυτοί). Όπως παρατηρεί ο van Dijk (1995: 27), το αλλά που παρεμβάλλεται ανάμεσα
στα δύο μέρη των αποποιήσεων είναι πάντοτε εισαγωγικό της αρνητικής περιγραφής των
«άλλων». Τέλος, βασική στην ανάλυση είναι η έννοια της αξιολόγησης. Σε συνδυασμό με
την έννοια της τροπικότητας, η αξιολόγηση αποτελεί μηχανισμό έκφρασης μιας
υποκειμενικής στάσης (Φραγκάκη 2010: 296-297). Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Φραγκάκη,
τα επίθετα αποτελούν πόλο έλξης θετικής ή αρνητικής αξιολόγησης και με αυτή την
ιδιότητα μπορούν να εκφράσουν την ένταξη στην έσω ή έξω ομάδα (2010: 362).

Οι παραπάνω γλωσσικοί μηχανισμοί θα εντοπιστούν στη συνέχεια στην ανάλυση
των γλωσσικών αποσπασμάτων που μελετώνται εδώ.

5. Ανάλυση δεδομένων
Τα δεδομένα προέρχονται από τις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες που περιέχονται στο
Σώμα Ελληνικών Κειμένων (ΣΕΚ). Η πλειοψηφία τους είναι ισομερείς συνομιλίες, μεταξύ
ατόμων της ίδιας ηλικίας. Το θέμα των περισσότερων συζητήσεων μεταβάλλεται διαρκώς,
όπως είναι φυσικό σε τέτοιες περιπτώσεις, κάνοντας δύσκολο τον εντοπισμό αυτοτελών
διαλογικών αποσπασμάτων επαρκών για την ανάλυση του ιδεολογικού προσανατολισμού
των συμμετεχόντων. Για το λόγο αυτό, επιλέχτηκαν δύο αποσπάσματα που διαθέτουν
σταθερό θέμα και ιδεολογικό χαρακτήρα, καθώς αναφέρονται σε ταυτότητες σεξουαλικής
προτίμησης, φύλου και έθνους. Επιπλέον, στο πρώτο απόσπασμα μία από τις
συμμετέχουσες έχει δυσανάλογο ρόλο στη δόμηση της συνομιλίας, δίνοντάς της σαφή
ιδεολογικό προσανατολισμό, ενώ στο δεύτερο υπάρχει εμφανής αντιπαράθεση απόψεων.

Στο πρώτο κείμενο που αναλύεται στη συνέχεια η συζήτηση διεξάγεται ανάμεσα σε
δύο κόρες και τη μητέρα τους. Η διαφορά στην ηλικία, αλλά και η οικειότητα,
δημιουργούν διακριτούς ρόλους και διευκολύνουν την έκφραση της εξελισσόμενης
αντιπαράθεσης. Ακολουθεί το κείμενο (1), στο οποίο αριθμούνται οι συμβολές των
ομιλητών:

1 <Ε> και τελοσπάντων μπαίνουν που λες δυο τύποι μέσα (.) που όχι απλά μου λέει
δεν τους καταλάβαινες ιδίως ο ένας μου λέει ήταν ένα ωραίο παιδί ένας ωραι-
[ούτε=
<Β> [εγώ ούτε που θα τον καταλάβαινα
<Ε> =οι σφιχταράδες που λες εντάξει χαλαρά είναι γκέι
<Β> α ναι

5 <Ε> λοιπόν και ήτανε γκέι και είχαν έρθει να πάρουν την τούρτα των αρραβώνων
τους
<Β> [ι::
<Λ> [όου::

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 195

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

<Β> τι λες τώρα Έλληνες ε; κανονικά
<Ε> ναι ναι βέβαια βέβαια
10 <Β> πω ρε είναι τραγικό αυτό το πράγμα (.)
<Ε> η αδερφή μου [να δεις
<Λ> [να μη βρίσκεις να μη βρίσκεις άντρα της προκοπής για τα ε:: τόσα
κοριτσό[πουλα =
<Β> [άστα να πάνε
<Λ> = σαν τα κρύα τα νερά
15 <Β> ε μα οι μισοί είναι:: μην πω
<Λ> και να τη βρίσκουν μεταξύ τους (.) έλεος δηλαδή
<Β> ψαχνόμαστε εμείς όλες βέβαια
<Λ> παιδιά κι αυτό συμβαίνει σε όλε::ς τις ηλικίες τα μήκη και τα πλάτη
<Ε> ναι
20 <Λ> υπάρχει μεγάλη λειψανδρία (.) πρέπει να κάνουμε εισαγωγή
<Β> χα
<Ε> Αλβαν-
<Λ> ν’ αρχίσουμε ναι να σταματήσουμε να::
<Ε> καλά τι μου ‘λεγε η [μαμά μου;=
25 <Λ> [να τους εξελληνίσουμε έτσι λίγο
<Ε> =στη Γερμανία ή στη Γαλλία δε θυμάμαι (.) νομίζω στη Γαλλία οι:: Πολωνοί
θεωρούνται αυτό που λέμε εμείς Αλβανοί εδώ πέρα
<Λ> μ::
<Ε> δηλαδή δεν είναι απλά ο Πολωνός που ‘ναι ξένος είναι:: χάλια ένας λέτσος και
μισός ρε παιδί μου (.)
<Β> ναι ναι
30 <Ε> και μου λέει είχανε κάνει τώρα οι Πολωνοί καμπάνια ξέρω ‘γώ γιατί οι
κλασικοί Πολωνοί (.) πώς είναι εδώ χτίστες οι Αλβανοί; οικοδόμοι; εκεί είναι
υδραυλικοί
<Β> α::
<Ε> και είχε λοιπόν τώρα στην Πολωνία όλο αφίσες ή στη Γαλλία τις είχαν
κολλήσει; τελοσπάντων κι έλεγε ε:: είμαι Πολωνός κι είμαι υδραυλικός κι είχανε
βάλει ένα ΜΑΝΑ::ΡΙ μανουλομάνουλο Πολωνό ο οποίος μου λέει τον έβλεπα και τι
να σου λέω δηλαδή [στην αφίσα =
<Λ> [χαχαχα
<Ε> = με τη στολή του υδραυλικού μου λέει κάτι μπράτσα κάτι ματάρες [πρά=
35 <Β> [χαχαχα
<Ε> =σινες κι έλεγα τι πρόβλημα αντιμετωπίζουνε με τους Πολωνούς; [μπο=
<Λ> [χαχαχα
<Β> [χαχαχα
<Ε> =ρούν να μου εξηγήσουνε;
40 <Λ> α::χ
<Ε> και το κάνανε έτσι οι Πολωνοί το φέρανε ξέρεις (.) τρακόσες εξήντα

196 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

<Β> ε μα::
[FD04-0007]

Το αφηγηματικό πλαίσιο της συνομιλίας ορίζει από την αρχή μια έσω ομάδα. Η
συζήτηση είναι μεταξύ γυναικών και το θέμα της είναι οι άντρες. Το θέμα διαπερνά το
σύνολο της συνομιλίας και όχι μόνο το συγκεκριμένο απόσπασμα. Στα πλαίσιά του,
ωστόσο, το θέμα παρουσιάζεται με γενικούς όρους, ενώ οι ομάδες και τα χαρακτηριστικά
τους εξειδικεύονται. Οι «άντρες» παρουσιάζονται στο πλαίσιο μιας γενικής προβληματικής
απέναντι στη οποία τοποθετείται η γυναικεία έσω ομάδα. Το αφηγηματικό βάρος εδώ
αναλαμβάνει κυρίως η Ε, με τις συνομιλήτριές της να συμμετέχουν στην αξιολόγηση όσων
εξιστορούνται, είτε συγκατανεύοντας είτε συμβάλλοντας με δικές τους παρατηρήσεις. Η
αφορμή για την έναρξη της πρώτης από τις δύο αφηγήσεις της Ε που περιλαμβάνονται στο
απόσπασμα είναι η προηγούμενη εισαγωγή στη συζήτηση του χαρακτηριστικού της
εθνικότητας ως προσδιοριστικού του θέματος «άντρες». Με αφορμή αυτό εισάγεται και το
κριτήριο της σεξουαλικής προτίμησης των αντρών, που αναπτύσσεται στο απόσπασμα που
εξετάζουμε.

Το προηγούμενο τμήμα της συζήτησης είναι το εξής:

<Λ> άντε μπορεί να σου τύχει [και κανένας=
<Β> [άσε μας ρε μαμά
<Λ> =εφοπλιστής
<Ε> εγώ δεν ψάχνω (.) η Βίλλη
<Λ> αρκεί να μην έχει τούρκικο όνομα
<Ε> χαχα άμα έχει αλβανικό μας κάνει;
<Λ> ούτε
<Β> α::
<Λ> είμαστε Ελληνάρες [χαχα
<Β> [χαχα
<Ε> [τέ::λεια ((γελώντας)) (_)
<Ε> καλά και οι Ελληνάρες τελευταία αφήστε τα έχουν γι- καλά τι μου έλεγε τώρα ο
Βαγγέλης; δουλεύει σ’ ένα ζαχαροπλαστείο σας το ‘χω [πει
<Β> [μ::
<Λ> [ναι
<Ε> λοιπόν (.) και:: είχε είχανε μπει μέσα δύο παλικάρια τα οποία μου λέει ιδίως ο ένας
φαινότανε:: πολύ Ελληνάρας που λέμε
<Λ> α γι’ αυτό είναι γλυκός, ε; επειδή δουλεύει σε ζαχαροπλαστείο

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 197

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Μετά από μια μικρή παρέκβαση στη συζήτηση, συνεχίζεται η αφήγηση της Ε. Στο
απόσπασμα διακρίνονται δύο ιδεολογικές γραμμές (με βάση τα κριτήρια της σεξουαλικής
προτίμησης και της εθνικότητας) και ορίζονται δύο έσω ομάδες. Αρχικά το πρώτο
πληθυντικό πρόσωπο ορίζει το εμείς με κριτήριο το φύλο. Είναι λογικό να περιμένουμε ότι
στη περιφέρειά του ορίζεται ένα αυτοί και ότι αυτό θα αναφέρεται στο αντρικό φύλο. Το
είναι, με υποκείμενο οι σφιχταράδες, και στη συνέχεια οι μισοί παραπέμπει πράγματι στο
αντρικό φύλο στο 3. Αυτό που ξεκαθαρίζει τα πράγματα ως προς την έξω ομάδα είναι η
πρόταση υπάρχει μεγάλη λειψανδρία. Το κατηγορούμενο γκέι αποκαλύπτει το θέμα της
συζήτησης.

Στη συνέχεια, μια σειρά αξιολογικών γλωσσικών χρήσεων βάζει τα πράγματα στη
θέση τους, αν και από μόνο του το γεγονός δεν αποκαλύπτει κάποιο ιδεολογικό στίγμα.
Στην επιφανειακή δομή της συζήτησης τα επιφωνήματα έχουν καθαρό αξιολογικό
χαρακτήρα. Το εκφώνημα 5 προκαλεί σαν απάντηση τα επιφωνήματα ι:: και όου:: που
αξιολογούν αρνητικά το γεγονός που παρουσιάζει η πρόταση. Η απόφανση είναι τραγικό 10
περιλαμβάνει χρήση του επιθέτου ως δείκτη αξιολόγησης και σε θέση κατηγορούμενου. Η
χρήση είναι ιδεολογική αφού, όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη ενότητα, η
αξιολόγηση είναι βασικός τρόπος ανάδειξης στάσης/πεποίθησης. Επιπλέον, η αναφορική
έκφραση αυτό το πράγμα που ακολουθεί, συνοψίζει τη συζήτηση, χωρίς να κατονομάζει το
θέμα της. Αυτή η αδυναμία έκφρασης αποκαλύπτει τη φόρτιση της ιδεολογικής στάσης
απέναντι στην ομοφυλοφιλία. Το ιδεολόγημα εδώ είναι «οι άντρες είναι γκέι».

Το στερεότυπο του γκέι άντρα, που πρέπει να είναι αντιληπτός σαν τέτοιος (εγώ
ούτε που θα τον καταλάβαινα στη σειρά 2) είναι ιδεολογικό, με βάση τη λειτουργία της
προϋπόθεσης. Αυτό που υπονοείται είναι ότι οι γκέι διαθέτουν συγκεκριμένα διακριτικά
χαρακτηριστικά. Η αξιολόγηση του θέματος της συζήτησης «γκέι άντρες» τραβάει μια
διαχωριστική γραμμή στο εσωτερικό της έξω ομάδας, ανάμεσα στους επιθυμητούς στρέιτ
άντρες και τους γκέι, που αντιμετωπίζονται αρνητικά. Ο ιδεολογικός προσανατολισμός
της συζήτησης ωστόσο γίνεται πιο περίπλοκος στη συνέχεια, με τη χρήση ενός δεύτερου
εμείς. Η γυναικεία έσω ομάδα εντάσσεται τώρα στην ευρύτερη έσω ομάδα που έχει τα
χαρακτηριστικά της εθνικής ταυτότητας και ως τέτοια περιλαμβάνει από κοινού άνδρες
και γυναίκες, καθώς οι άνδρες γκέι ή στρέιτ περιλαμβάνονται στην έσω ομάδα συλλήβδην
και ο προηγούμενος διαχωρισμός παραμερίζεται πλήρως. Αυτό αντανακλάται καθαρά στις
ταυτότητες των άλλων, που ορίζονται στην περιφέρεια αυτού του δεύτερου εμείς: στη
συμβολή 26 οι Αλβανοί δεν είναι απλά Αλβανοί, είναι επίσης «αυτό που εμείς λέμε
Αλβανοί». Πέρα δηλαδή από τη λεξική σημασία που προσδιορίζει κάποιον ως προς την
εθνική του καταγωγή, οι ίδιες οι συμμετέχουσες στη συνομιλία αναγνωρίζουν μια δεύτερη

198 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

σημασία, αυτή που λέμε εμείς. Το εμείς δίνει τη σημασία στη λέξη Αλβανός στη
συγκεκρμένη περίπτωση, περιγράφοντας με ακρίβεια τη σχέση της σημασίας με τον
αυτοπροσδιορισμό και την οριοθέτηση των ομάδων. Η λέξη είναι ιδεολογικά φορτισμένη
από τις αντιλήψεις της έσω ομάδας με πολύ σαφή τρόπο. Οι Πολωνοί θεωρούνται κι αυτοί
με τον ίδιο τρόπο και τοποθετούνται επίσης στην έξω ομάδα. Διασώζονται ωστόσο από ένα
τουλάχιστον μέρος των αρνητικών χαρακτηριστικών που τη συνοδεύουν, αφού
ταιριάζουν στο πρότυπο των συνδιαλεγόμενων για τον όμορφο άντρα.

Έχει ενδιαφέρον εδώ ότι η έξω ομάδα γίνεται αντιληπτή και αφηρημένα ως
κατηγορία. Το δικό μας αντίστοιχο υπάρχει και εκεί (στη Γαλλία). Αυτό το εκεί
αντιδιαστέλλεται με το εδώ και ορίζουν μαζί μια αφηρημένη κατηγορία εμείς, απέναντι
στο αυτοί. Στο σημείο αυτό η γλώσσα χρησιμεύει ταυτόχρονα για την άμεση υιοθέτηση μιας
ιδεολογικής προσέγγισης και σαν ένα παράθυρο για τον τρόπο που συντελείται η γνωστική
αντίληψη μέσα από τη δομή των μοντέλων περικειμένου.

Μια δεύτερη παρατήρηση είναι ότι η αλληλουχία ιδεολογικών τοποθετήσεων
συνοδεύεται και από μια εναλλαγή ταυτότητας ή ένταξης σε μια ομάδα. Η εναλλαγή αυτή
γίνεται πολύ φυσικά στο πλαίσιο της συνομιλίας, συμπαρασύροντας όλες τις
συμμετέχουσες. Είναι εμφανής εδώ η επίδραση της άμεσης εμπειρίας στην αντίληψη της
πραγματικότητας από τη σκοπιά της γυναικείας έσω ομάδας, παίρνοντας ως βάση ένα
γεγονοτικό σχήμα, το περιστατικό στο (1), σε αντιδιαστολή με την εισαγωγή του εθνικού
εμείς, που εισάγει αυτόματα στο μοντέλο περικειμένου ιδεολογικά στοιχεία που δεν
χρειάζεται να ερμηνευθούν.

Στο ίδιο εκφώνημα (26), το υποκείμενο λείπει από το δεύτερο σκέλος, με
αποτέλεσμα να γίνεται ταύτιση των δύο έξω ομάδων. Είναι σαν να πρόκειται για ένα
ενιαίο υποκείμενο και η θέση της μιας ομάδας ορίζεται ξανά σύμφωνα με τη θέση της
άλλης και, αντίστοιχα, η θέση του εμείς δίπλα σε μια άλλη έσω ομάδα, που προσδιορίζεται
πάλι τοπικά με το στη Γαλλία (εδώ/εκεί). Η δεύτερη έσω ομάδα, με τα χαρακτηριστικά της
εθνικής ταυτότητας, εισάγεται ωστόσο εν μέρει πριν την εμφάνιση του δεύτερου εμείς. Η
εισαγωγή της αντωνυμίας με διαφορετικό τώρα περιεχόμενο, αντλεί αβίαστα τη σημασία
της από το προηγούμενο τμήμα της συνομιλίας στις συμβολές 8 και 9. Με αυτό τον τρόπο
ερμηνεύεται η συνεκτικότητα που παρουσιάζει η συνομιλία παρά τη μετάβαση στα
χαρακτηριστικά μιας δεύτερης ταυτότητας.

Στα δύο αυτά εκφωνήματα παρατηρείται μια «παραβίαση» των χαρακτηριστικών
της ιδεολογικής παρουσίασης της έσω ομάδας. Συγκεκριμένα, ένα αρνητικό
χαρακτηριστικό της έσω ομάδας –η οποία όμως δεν έχει εισαχθεί ακόμα ολοκληρωμένα
στη συζήτηση- γίνεται προφανές, αντίθετα από το προβλεπόμενο σχήμα απόκρυψης των

Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 199

________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

αρνητικών χαρακτηριστικών της. Αυτό δίνει μια δεύτερη πιθανή ερμηνεία των
επιφωνημάτων που ακολουθούν: δηλώνουν απογοήτευση όχι μόνο για το ότι οι άντρες
είναι γκέι, αλλά και για το ότι Έλληνες άντρες μπορεί να είναι γκέι. Η λέξη κανονικά που
ακολουθεί την ερώτηση στη συμβολή 7 επισημαίνει ακριβώς αυτό. Είναι «κανονικά»
Έλληνες, αλλά όχι κανονικά άντρες. Γίνεται έτσι προφανής η ταύτιση με τα συγκεκριμένα
χαρακτηριστικά της εθνικής ταυτότητας, πριν αυτή εισαχθεί κανονικά στη συζήτηση.

Μια δεύτερη προσέγγιση στη λέξη Έλληνες σε αυτό το σημείο της συζήτησης είναι η
εξής: υπενθυμίζεται στους συνομιλητές μια δεύτερη, κυρίαρχη όψη της ταυτότητάς τους.
Επιπλέον η λέξη έχει αξιολογική χρήση, καθώς η εθνικά προσδιορισμένη έσω ομάδα είναι
η πιο συνηθισμένη και έχει αυτοδίκαια θετικό πρόσημο. Ωστόσο, είναι σημαντικό εδώ ότι
δεν σχετίζεται αυτονόητα με το βασικό θέμα της συνομιλίας και εισάγεται ως μια επιπλέον
αξιολογική βάση, που θα μπορούσε να προσδιορίσει οτιδήποτε. Προσδιορίζοντας εδώ τους
άνδρες, εξειδικεύει τα χαρακτηριστικά του επιθυμητού μέρους της αρχικής έξω ομάδας ως
στρέιτ Έλληνες άντρες. Μια δεύτερη γέφυρα για το πέρασμα από τη γυναικεία στην εθνική
έσω ομάδα είναι το εκφώνημα στη συμβολή 25. Με αυτό τονίζεται ξανά η αξιολογική βάση
της εθνικότητας, καθιστώντας την αναγκαία προσθήκη στα χαρακτηριστικά του στρέιτ
άντρα.

Περνώντας στις συντακτικές επιλογές των συνομιλητριών, η ιδεολογική
παρουσίαση της έξω ομάδας γίνεται επίσης με τη χρήση παθητικών δομών: Οι Πολωνοί
θεωρούνται (26). Το περιεχόμενο του εκφωνήματος αποδίδεται σαν ιδιότητα της έξω
ομάδας, δίνοντας έμφαση σε αυτή ως δράστη των αρνητικών χαρακτηριστικών που
περιγράφονται στη συνέχεια. Η εναλλακτική επιλογή Οι Γάλλοι θεωρούν θα απέδιδε στην
αντίστοιχη έσω ομάδα τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στους Πολωνούς, τονίζοντας
έτσι την υποκειμενικότητα της κρίσης. Με την παρουσίαση αυτή τα χαρακτηριστικά που
αποδίδονται στους Πολωνούς εμφανίζονται σαν αντικειμενικά.

Όπως είδαμε, η έσω ομάδα των Ελλήνων παραλληλίζεται με τους Γάλλους μέσω
των τοπικών εδώ-εκεί. Στη συνέχεια οι Πολωνοί τοποθετούνται σε θέση δράστη στις
συμβολές 28 έως 30. Η συντακτική επιλογή εδώ τονίζει τα αρνητικά χαρακτηριστικά της
έξω ομάδας των Πολωνών, και μέσω της αντιστοίχισης, των Αλβανών. Αναπαράγεται
επίσης το στερεότυπο του επαγγέλματος σαν δεδομένο. Έχουμε να κάνουμε με την
απευθείας εισαγωγή στη συζήτηση στοιχείων που περιέχονται σε προϋπάρχον νοητικό
πρότυπο, που δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα της μέχρι τώρα συζήτησης, ούτε βέβαια σε
στοιχεία της πραγματικότητας, αλλά παρουσιάζεται ως κοινή προϋπάρχουσα γνώση των
συνομιλητών και συμμετέχει ενεργά στη δομή του προτύπου περικειμένου. Επιπλέον, τα
αρνητικά χαρακτηριστικά της έξω ομάδας παρουσιάζονται με μεγάλο βαθμό

200 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)

_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________

συγκεκριμενοποίησης. Αντίθετα, στη συμβολή 23 η αποφυγή της ολοκλήρωσης του
εκφωνήματος επιβεβαιώνει την τάση να παρουσιάζονται με γενικό και αφηρημένο τρόπο
τα αρνητικά χαρακτηριστικά της έσω ομάδας. Το αρνητικό περιεχόμενο αυτού που τελικά
δεν λέγεται φαίνεται από τον επιτονισμό αλλά και από τη χρήση του να σταματήσουμε να...
23.

Η ιδεολογική λειτουργία της προϋπόθεσης επανεμφανίζεται στο απόσπασμα με τη
μορφή ερώτησης στη συμβολή 36. Αυτό που υπονοείται είναι ότι είναι φυσιολογικό οι
Γάλλοι να αντιμετωπίζουν κάποιο «πρόβλημα» με την έξω ομάδα. Αυτό που τους διασώζει
είναι η ταύτισή τους με κάποια από τα χαρακτηριστικά της πρώτης έξω ομάδας, αυτής των
αντρών, και συγκεκριμένα με το επιθυμητό τμήμα της. Στο απόσπασμα χρησιμοποιούνται
επίσης δομές που εκφράζουν τροπικότητα, την υποκειμενική δηλαδή κρίση του ομιλητή σε
σχέση με το τι ισχύει ή τι θα άπρεπε να ισχύει, που συνδέεται με την αξιολογική διάσταση
στη γλώσσα, και μέσω αυτής με την ιδεολογία.

Το σύνολο των γλωσσικών μηχανισμών που εντοπίστηκαν στο κείμενο (1)
παρουσιάζονται στον Πίνακα 1. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μηχανισμοί αυτοί κατά κύριο
λόγο οργανώνουν τμήματα λόγου στα οποία εισάγεται νέα πληροφορία. Η πληροφορία
αυτή περιέχεται σε ήδη δομημένα γνωσιακά πρότυπα και αφορά στερεότυπες απεικονίσεις
που ενισχύουν την αρνητική αναπαράσταση του Άλλου.

Πίνακας 1: Γλωσσικοί μηχανισμοί στο κείμενο (1)

Έμφαση/απόκρυψη χαρακτηριστικών δηλαδή δεν είναι απλά ο Πολωνός που ‘ναι

εμείς - αυτοί: ξένος είναι::: χάλια ένας λέτσος και μισός ρε

παιδί μου (.), ν’ αρχίσουμε ναι να

σταματήσουμε να::

Λεξικό: σαν τα κρύα τα νερά, ξένος, χάλια, ένας

λέτσος και μισός, μανάρι,

μανουλομάνουλο

Σύνταξη: (.) νομίζω στη Γαλλία οι::: Πολωνοί

1.Παθητικές δομές θεωρούνται αυτό που λέμε

εμείς Αλβανοί εδώ πέρα/

2.Φορέας/δράστης ο Πολωνός που ‘ναι ξένος είναι::: χάλια ένας

λέτσος και μισός ρε παιδί μου (.)

Επιτονισμός: ναι ναι βέβαια βέβαια, ν’ αρχίσουμε ναι να

σταματήσουμε να::: , = σινες κι έλεγα τι

πρόβλημα αντιμετωπίζουνε με τους

Πολωνούς;

Στερεότυπα (.) πώς είναι εδώ χτίστες οι Αλβανοί;

& υπεργενικεύσεις: οικοδόμοι; εκεί είναι υδραυλικοί


Click to View FlipBook Version