Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 51
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως ο συνομιλητής υπόρρητα συναινεί και ο επίδοξος
αφηγητής συνεχίζει.14 Στο (23) η Α διατυπώνει μια ερώτηση, στο πλαίσιο της οποίας
χρησιμοποιεί το εγώ, πιθανότατα επηρεασμένη από τη χρήση του από την προηγούμενη
συνομιλήτρια, για να κατοχυρώσει το δικαίωμα στο λόγο και να διηγηθεί την εμπειρία της
από το σεισμό. Η Τ την παρακάμπτει και παίρνει το λόγο, ενώ αμέσως μόλις αυτή
τελειώσει τη συμβολή της επανέρχεται η Α, πάλι με ρητορική ερώτηση, αλλά αυτή τη φορά
χωρίς τη χρήση του εγώ, για να συνεχίσει το εκφώνημά της όπως σχεδίαζε να κάνει και
πριν τη διακοπή.
Από τα παραπάνω προκύπτει πως οι ομιλητές δεν συνηθίζουν να ξεκινούν ένα
εκφώνημά με ερωτήσεις για τον εαυτό τους στους συνομιλητές τους εστιασμένες με το
εγώ. Για το λόγο αυτό οι ρητορικές ερωτήσεις, που είναι πολύ συχνότερες, λειτουργούν
κυρίως ως εισαγωγικό σχόλιο για να συνεχίσει ο ομιλητής τη συμβολή του.
Μη αναμενόμενος ήταν ο μικρός αριθμός των ελλειπτικών προτάσεων τόσο σε
περιπτώσεις κατάφασης, όσο και σε περιπτώσεις άρνησης και ερώτησης, καθώς στα
δεδομένα είναι λίγες οι φορές που ο ομιλητής χρησιμοποιεί το εγώ για να κάνει μια μικρή
συμβολή και να ανατροφοδοτήσει μόνο τον προηγούμενο ομιλητή, όπως στα (24) και (25).
(24) <ΑΝ> ε:: δε θυμάμαι πώς το:: πώς το λένε
<ΑΓ> ούτε κι εγώ
<ΑΝ> ένα που λέει:: και:: με το ντι εν έι
<ΑΓ> ναι για το στιγμιαίο λά[θος
[FY040068]
(25) <Μ> ε:: σίγουρα θα:: κατά [((γέλια)) ενενήντα τις εκατό θα:: έχουμε διάβασμα
<Σ> ΕΓΩ εκατό τοις εκατό ((γέλια)) (.) ναι ρε δε χωράει συζήτηση γι’ αυτό
[FD 040071]
Αντίθετα, προτιμάται να χρησιμοποιείται το εγώ σε πιο ολοκληρωμένες και εμφατικές
συμβολές, όπως στα (26) και (27):
(26) <Β> [πανάκριβα (.) ναι αλλά εσύ αγόρασες τη μισή Ελβετία
<Κ> τι ΕΚΑΝΑ;
<Β> εγώ δεν πήρα τίποτα
[FY040092]
14 Για ενίσχυση αυτής της παρατήρησης και ανάλυση αντίστοιχου παραδείγματος έναρξης συνομιλιακής αφήγησης βλ.
Αρχάκης & Σκαρβελάκη (2007).
52 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
(27) <Τ> είναι ψηλή έτσι τώρα το μαλλάκι της έτσι που το έχει κόψει κοντό δε μ’ αρέσει
πάρα πολύ [@@@@
<Κ> [α:: ναι εγώ το λέω ότι της πάει πολύ
[XY040070]
Πρόκειται για ενδιαφέρον εύρημα, με δεδομένο ότι οι ελλειπτικές δομές είναι κατεξοχήν
χαρακτηριστικό του προφορικού λόγου, ο οποίος είναι πλαισιωμένος και αποσπασματικός
(Γεωργακοπούλου & Γούτσος 1999: 65, Αρχάκης 2005: 51).
Σημαντικά είναι τα ευρήματα από τη μελέτη των συντακτικών δομών στις οποίες
εντάσσεται το εγώ. Στην περίπτωση αυτή μελετήθηκαν μόνο οι δομές στις οποίες δεν
απουσίαζε το ρήμα (πλήρεις προτάσεις), ενώ δεν λήφθηκαν υπόψη τα εμβόλιμα στοιχεία
και τα γλωσσικά παραγεμίσματα. Τα σχετικά δεδομένα φαίνονται στον Πίνακα 5:
Πίνακας 5: Συντακτικές δομές εμφάνισης του εγώ
Συντακτικές δομές Συχνότητα Ποσοστό
Υ-Ρ-Ααμ-(Αεμμ.)-(Προσδ) 82 38,3%
Υ-Ρ-(Προσδ) 43 20,1%
Υ-Κλιτ-Ρ 36 16,8%
Υ-Ρ-Κ 9 4,2%
Υ-Προσδ-Ρ 24 11,2%
Υ-Α-Ρ 10 4,7%
Ρ-Υ 7 3,3%
Α-Υ-Ρ 2 0,9%
Προσδ-Υ-Ρ 1 0,5%
Από τον Πίνακα 5 προκύπτει η σχεδόν ολοκληρωτική παγίωση της εμφάνισης του εγώ
στην πρώτη θέση με ποσοστό 95,3%. Είναι βέβαιο πως καθοριστικό ρόλο σε αυτό παίζει η
επικρατέστερη σειρά των όρων στην πρόταση Υ-Ρ-Α (βλ. Λασκαράτου & Γεωργιαφέντης
2006: 15, Κατσιμαλή 1996: 122). Ωστόσο, με δεδομένο ότι η ελληνική είναι γλώσσα με
ελεύθερη σειρά των όρων θα αναμενόταν να μην υπάρχει τόσο μεγάλη συγκέντρωση του
υποκειμένου στην πρώτη θέση. Εξάλλου, παρατηρείται πως η σειρά των όρων φαίνεται να
είναι ευέλικτη όσον αφορά άλλους όρους, αφού είναι αρκετά συχνές δομές όπως Υ-Προσδ-
Ρ και Υ-Α-Ρ, όχι όμως όσον αφορά το υποκείμενο εγώ που μόλις 10 φορές χάνει την πρώτη
θέση στη σειρά για να προταχθεί άλλος όρος. Το γεγονός αυτό υποδεικνύει τον ισχυρό
λειτουργικό ρόλο του εγώ στην εναλλαγή των ομιλητών μέσω της πρόταξής του στην
αρχή του εκφωνήματος.
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 53
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Περαιτέρω, από τις δομές στις οποίες χρησιμοποιείται το εγώ ενδιαφέρον προκαλεί
η συχνή χρήση του σε δομές με κλιτικά. Αναμένεται ότι αυτές οι δομές είναι συχνές στον
προφορικό λόγο και ανεξάρτητα από το εγώ, αφού πρόκειται για περικειμενοποιημένες
(πλαισιωμένες) συμβολές και συχνά γίνεται αναφορά σε στοιχεία του περικειμένου και
όσα ειπώθηκαν προηγουμένως. Σε σχέση με το εγώ, το κλιτικό φαίνεται να
αντιπροσωπεύει συνήθως το υπό συζήτηση θέμα, ενώ με εγώ εμφατικά επισημαίνει πως
πρόκειται για την άποψη του ομιλητή γι’ αυτό, όπως στα (28) και (29):
(28) <Χ> στον Κατακουζηνό
<Ν> σοβαρά ρε
<Ε> ναι; αυτό δεν το θυμάμαι
<Ν> ναι και εγώ δεν το θυμάμαι
[XY040088]
(29) <Σ> παιδιά (.) η Αίγυπτος νομίζω θα είναι η αρχή πολλών ταξιδιών ((γέλια))
<Μ> κι εγώ το πιστεύω
[FD040071]
Τέλος, από τις περιπτώσεις πρόταξης του προσδιορισμού ξεχωρίζουν οι περιπτώσεις στις
οποίες το εγώ είναι μέρος του προσδιορισμού και όχι υποκείμενο της κύριας πρότασης,
αλλά ξεπερνά το πλαίσιο της δομής στην οποία ανήκει για να λειτουργήσει εμφατικά στην
αρχή και να εξυπηρετήσει την κατάληψη του λόγου. Χαρακτηριστικά είναι τα
παραδείγματα:
(30) <Σ> ΝΑΙ παιδί μου
<Ε> ΠΑΡΑ πολλή κίνηση εγώ στις τρεισήμισι [που έβγαινα
<Σ> [εγώ (.) εδώ εγώ που γύριζα στις εφτά και είχε κίνηση γύριζαν όλοι:: απ’ τα κέντρα κι
αυτά (.) είναι ωραία είναι ωραία
[XD040085]
(31) <Ε> ΝΑΙ κι εγώ ένα βράδυ που είχα πάει είχε και μουσική
[XD040085]
(32) <Μ> καταρχήν εγώ δε βλέπω σχεδόν τίποτα πάνω
<Σ> α:: έτσι;
<M> εγώ δυο φορές που πήγα:: (.) επειδή με βάλανε μέσα που καθόμουν στη::
<Κ> έχει μέσο η Μαρίνα κατάλαβες
[FD040075]
54 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις για να επιτευχθεί η εστίαση το εγώ μετακινείται όσο το
δυνατόν πιο αριστερά, δηλαδή προς την έναρξη του εκφωνήματος, και ανατρέπει τη σειρά
των όρων. Τέτοιες χρήσεις δημιουργούν συχνά δομές θεματικής πρόταξης, που έχουν
περιγραφεί από τη βιβλιογραφία με τους όρους ανακόλουθο σχήμα (Σετάτος (1996-1997:
256) και θεματοποίηση (Φιλιππάκη-Warburton & Σπυρόπουλος 1997: 269, Holton et al. 1998:
415). Τέτοιες είναι και οι παρακάτω περιπτώσεις παραδειγμάτων:
(33) <Φ> πιο πικρός είναι από τους άλλους μου φαίνεται (.) ή όχι;
<Ν> είναι ο κουπάτος (_) που σου ‘λεγα
<Κ> για τους μερακλήδες και τους θεριακλήδες
<Φ> εγώ που ήμουν εκεί στην Ομόνοια χτες (.) διαφημίζει τώρα χριστουγεννιάτικο χαρμάνι
ίσως για φίλτρου (_) όχι για (_) @@
[FD040082]
(34) <Σ> [Μαρία τι να το κάνεις βρε Μαρία; αφού δεν βγαίνεις από το σπίτι (.) ενώ δεν
βγαίνεις από το σπίτι εγώ βγαίνω το δύστυχο
<Μ> ε ΌΛΟ και κάπου χρειάζεται για να βγω άμα όταν [βγαίνω
<Σ> [ναι και εγώ χρειάζεται για να βγω
[FY030017]
(35) <Σ> εμένα με εξιτάρει πάρα πολύ η ιδέα ότι θα φορέσουμε αυτά τα καπελάκια
<Μ> εγώ κι εγώ [κι εγώ στην αρχή το:: ρε παιδί μου έτσι με ενθουσίαζε η ιδέα [όταν τους
είδα έτσι ήταν πολύ κιτσαριό η στολή (.) δε μ’ άρεσε καθόλου
[FY040074]
(36) <Δ> εγώ εντωμεταξύ μου άρεσε τρομερά το επεισόδιο που κάνανε:: τις γυναί- που
κοροϊδεύανε τις γυναίκες οδηγούς που λέει
[FY040079]
(37) <Γ> Πέμπτη
<Σ> σουβλάκι ντέι
<Γ> σουβλάκι ντέι είναι η Πέμπτη; η Παρασκευή [δεν ήτανε;
<Μ> [εγώ είμαι Σάββατο
[FY040094]
Σε περιπτώσεις όπως το (33) ή το (34) το εγώ αποτελεί τμήμα ενός επιμέρους
προσδιορισμού, αλλά έχει προταχθεί για εστίαση, με αποτέλεσμα να φαίνεται πως ανήκει
στην κύρια πρόταση. Στο (33) τελικά η αναφορική πρόταση στην οποία κανονικά ανήκει
παρουσιάζεται να το προσδιορίζει. Στα (35) και (36) η ομιλήτρια εξαρτά από το εγώ δομές
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 55
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
του τύπου μου αρέσει, με ενδιαφέρει,15 ενώ ιδιαίτερη μνεία αξίζει το (37), όπου
χρησιμοποιείται μετωνυμικά το εγώ αντί δομών όπως (για μένα) σουβλάκι ντέι είναι το
Σάββατο.
Είναι σημαντικό ότι ο Σετάτος (1996-1997: 256) ερμηνεύει την «παραβίαση» αυτή
των συντακτικών κανόνων στον προφορικό λόγο ως αποτέλεσμα της ανάγκης να
προταχθούν τα θεματικά στοιχεία της πρότασης έναντι των ρηματικών, βάσει της θεωρίας
της θεματικής δομής του Halliday (1967, βλ. Αρχάκης 2005: 76, Γεωργακοπούλου &
Γούτσος 1999: 158-159). Ιδιαίτερα στην περίπτωση συντακτικών παραβάσεων με το εγώ
κατά την εναλλαγή των ομιλητών παρατηρείται πως το εγώ δεν προτάσσεται μόνο όταν
αποτελεί το θέμα της πρότασης, αλλά και όταν λειτουργεί αποκλειστικά για να
μετακινήσει το δεικτικό κέντρο χωρίς να έχει ρόλο στη βασική πληροφορία της πρότασης,
όπως στα (30), (33) και (34). Από διαφορετική οπτική εξετάζει το θέμα αυτό η Κατσιμαλή
(1996: 126), που θεωρεί πως ενίοτε στον προφορικό λόγο προτάσσεται ένα στοιχείο χαλαρά
συνδεδεμένο με την πρόταση που ακολουθεί, το οποίο λειτουργεί ως υπερπροτασιακό θέμα
για να εντάξει την ακόλουθη πρόταση στη δεδομένη συνομιλιακή περίσταση. Η χαλαρή
σύνδεση που έχει με τον όρο στον οποίο αναφέρεται οδηγεί στην προαιρετική συμφωνία
πτώσης με αυτόν. Τα αποσπάσματα παραπάνω ερμηνεύονται και από αυτήν την οπτική,
αφού και μόνο η χρήση του εγώ στις αρχικές θέσεις του εκφωνήματος (σε γραμματικές ή
μη προτάσεις) αυτό το σκοπό εξυπηρετεί, δηλαδή να στρέψει ο ομιλητής τη συζήτηση στη
δική του οπτική. Σε κάθε περίπτωση μια σημαντική συνέπεια της παρουσίας αυτών των
δομών είναι η διαπίστωση πως στον προφορικό λόγο δεν αντιστοιχούν κατ’ ανάγκην οι
συντακτικοί όροι και συνθήκες του γραπτού λόγου και πως δεν είναι πάντοτε
αποτελεσματικό να αναλύεται με βάση αυτούς τους όρους.
Τέλος, το γεγονός ότι το εγώ χρησιμοποιείται κυρίως σε πλήρεις δομές, αν και
εξετάζεται στο πλαίσιο του προφορικού λόγου, του οποίου χαρακτηριστικό είναι η
αποσπασματικότητα, επισημαίνει την πραγματολογική λειτουργία των δομών που το
περιέχουν. Η μελέτη των περιπτώσεων χρήσης του στις τρεις πρώτες θέσεις του
εκφωνήματος έδειξε πως χρησιμοποιείται σε πολύ μεγάλο βαθμό σε δομές που
πλαισιώνουν την κύρια πληροφορία και συνήθως εκφράζουν τροπικότητα. Πρόκειται για
δομές με ρήματα γνωστικά, δοξαστικά, λεκτικά κ.λπ., κατά την παραδοσιακή ορολογία,
που αποτελούν την πρόταση εξάρτησης της συμπληρωματικής, η οποία φέρει τη βασική
πληροφορία. Χαρακτηριστικά είναι εκφωνήματα όπως:
15 Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι από τέτοιου είδους παραδείγματα φαίνεται πως δεν είναι η προσωπική αντωνυμία,
αλλά ο συγκεκριμένος τύπος εγώ που λειτουργεί ως μηχανισμός κατάληψης του λόγου.
56 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
(38) εγώ νομίζω ότι θα έρθουν
(39) εγώ πιστεύω ότι θα πάμε πάντως
(40) πάντως εγώ βλέπω ότι στις κερκίδες υπάρχουν πολλές γυναίκες πλέον
(41) εγώ το λέω ότι της πάει πολύ
(42) εγώ λέω να πάμε να δούμε και κανένα μιούζικαλ
(43) αλλά εγώ είχα σκεφτεί μήπως πηγαίναμε Νάξο
(44) εγώ θυμάμαι που τη λέγαμε μπέμπα το θυμάσαι::
Η χρήση του εγώ σε τέτοιες δομές είναι πολύ συχνή, καθώς σε 54 περιπτώσεις ακολουθεί
συμπληρωματική πρόταση (συχνά σε ελεύθερο πλάγιο λόγο) ή ονοματικό συμπλήρωμα.
Συνολικά, η σύναψη του εγώ με ρήματα που επιτελούν πλαισίωση, συμπεριλαμβανομένων
των περιπτώσεων με κλιτικό και των ανολοκλήρωτων δομών, ανέρχεται στις 70
εμφανίσεις.
Οι δομές αυτές είναι γενικά συχνές στον προφορικό λόγο και παρατήρηση της
υψηλής συχνότητας των γνωστικών και λεκτικών ρημάτων σε πρώτο πρόσωπο στις
προφορικές συνομιλίες έχει γίνει και στην αγγλική γλώσσα (Scheibman 2002: 64 κ.εξ., Tao
2003: 191). Τα πιο διαδεδομένα ρήματα σε αυτή την κατηγορία είναι τα λέω, πιστεύω,
νομίζω, καθώς είναι συχνή η αναφορά σε λόγους άλλων στον προφορικό λόγο αλλά και η
αναφορά σε προσωπική γνώμη. Επιπλέον, τα ρήματα αυτά λειτουργούν συνήθως
μετριαστικά, αφού όσα αναφέρονται μετά από αυτά ανήκουν στη σφαίρα του πιθανού/
δυνατού/ εκτιμώμενου και όχι στην πραγματικότητα, διευκολύνοντας τη μετάβαση στην
οπτική γωνία του εκάστοτε ομιλητή.
Από τις παραπάνω παρατηρήσεις σχετικά με τη συντακτική ενσωμάτωση του εγώ
αναδεικνύεται και από αυτή την οπτική η λειτουργικότητά του ως μηχανισμού
κατάληψης του λόγου και εισαγωγής της νέας συμβολής. Η κυρίαρχη παρουσία του σε
πλήρεις δομές, παρά το ότι πρόκειται για προφορικό λόγο, η σχεδόν πάγια χρήση του στην
πρώτη συντακτική θέση, ανεξάρτητα από το είδος της συντακτικής δομής ακόμα και
«παραβιάζοντας» τους συντακτικούς κανόνες, και η συχνή χρήση του σε δομές που
πλαισιώνουν το επερχόμενο εκφώνημα φανερώνουν μια κανονικότητα στη χρήση του και
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 57
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
από συντακτική άποψη, με την οποία επιτυγχάνεται η δημιουργία «βήματος» για τον
ομιλητή.
7. Συμπεράσματα και προεκτάσεις
Η παρούσα μελέτη υποδεικνύει πως ο ρόλος του εγώ στην προφορική συνομιλία είναι
αρκετά συγκεκριμένος. Πρόκειται για μια πολύ συχνή λέξη του προφορικού λόγου, η οποία
επιλέγεται κυρίως στις αρχικές θέσεις των εκφωνημάτων, καθώς αποτελεί ισχυρό
μηχανισμό κατάληψης του λόγου. Επιπλέον, το στοιχείο αυτό επιτελεί επιμέρους
λειτουργίες με κυρίαρχη αυτή της εστίασης και έμφασης στην οπτική γωνία του
συγκεκριμένου ομιλητή.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα της έρευνας αυτής είναι πως το εγώ
έχει ορισμένα ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά που βγήκαν στην επιφάνεια μέσα από τη
μελέτη του ηλεκτρονικού σώματος κειμένων, ώστε, όσο κι αν θεωρείται προαιρετική η
χρήση του, αυτή διέπεται από ορισμένες κανονικότητες. Μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία για
τις κανονικότητες αυτές μπορεί να γίνει στο πλαίσιο της θεωρίας της λεξιλογικής
προέγερσης (lexical priming) του Hoey (2005). Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, υπάρχει
σαφής τάση κάθε λέξης να εμφανίζεται ή να αποφεύγει συγκεκριμένες θέσεις και συνάψεις
στον λόγο, που είναι γνωστές σε κάθε φυσικό ομιλητή της γλώσσας από την προηγούμενη
εμπειρία του. Η προτιμώμενη κειμενική θέση σχετίζεται άμεσα με το πεδίο και το
κειμενικό είδος (Hoey 2005: 133) και μολονότι ο Hoey επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε
γραπτά κειμενικά είδη, ο ίδιος υποστηρίζει πως αντίστοιχοι ισχυρισμοί μπορούν να γίνουν
και για τον προφορικό λόγο (2005: 150-151). Στηριζόμενοι στα παραπάνω μπορούμε να
υποθέσουμε πως στην προφορική συνομιλία, ένα είδος με το οποίο είμαστε εξοικειωμένοι
περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, η εμφάνιση του εγώ σε εναρκτήριες θέσεις
εκφωνήματος έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη προέγερσης για τη χρήση του με παρόμοιο
τρόπο.
Είναι σαφές ότι η παρούσα έρευνα εγείρει περισσότερα ερωτήματα από όσα
επιδιώκει να απαντήσει. Μένοντας στο επίπεδο της κειμενικής ανάλυσης θα ήταν
ενδιαφέρουσα η διερεύνηση της συχνότητας συνεμφάνισης του εγώ στην έναρξη
εκφωνημάτων με άλλα στοιχεία που συνδέονται με ενάρξεις εκφωνημάτων. Από τη
σκοπιά της κοινωνιογλωσσολογίας η μελέτη της συσχέτισης της παρουσίας του εγώ κατά
την εναλλαγή των συνομιλητών με τη θεωρία της ευγένειας, με το θέμα και το είδος της
συζήτησης, τις σχέσεις των συνομιλητών και το φύλο τους είναι πιθανό να οδηγήσει σε
ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Ήδη στα δεδομένα μας διαφαίνεται ότι, αν και οι
εκπρόσωποι των δύο φύλων χρησιμοποιούν το εγώ σε ίδια συχνότητα κατά την έναρξη
58 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
εκφωνήματος στη συνομιλία, οι γυναίκες φαίνεται να το θεωρούν και ως μηχανισμό
κατάληψης του λόγου πριν ακόμα ολοκληρωθεί το προηγούμενο εκφώνημα και το
χρησιμοποιούν επικαλύπτοντας κυρίως άλλες γυναίκες. Ωστόσο, τα δεδομένα είναι
ασύμμετρα κατανεμημένα με κριτήριο το φύλο, ώστε δεν μπορούμε να εξαγάγουμε
ασφαλή συμπεράσματα. Σε κάθε περίπτωση βέβαιο είναι πως ο χώρος του προφορικού
λόγου έχει ακόμα πολλές πτυχές ανεξερεύνητες και χρειάζονται εξειδικευμένες μελέτες
για να αποκαλυφθεί η ιδιαίτερη φύση του.
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 59
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Βιβλιογραφία
Biber, D., Johansson, S., Leech, G., Conrad, S., & Finegan, E. 1999. Longman Grammar of Spoken and Written
English. London: Longman.
Chafe, W. 1985. Linguistic differences produced by differences between speaking and writing. In D.R.
Olson, N. Torrance & A. Hildyard (eds), Literacy, Language and Learning. Cambridge: Cambridge
University Press, 105-123.
Halliday, M.A.K. 1967. Notes on Transitivity and Theme in English. Part 2. Journal of Linguistics 3, 177-274.
Hoey, M. 2005. Lexical Priming. A New Theory of Words and Language. London: Routledge.
Liddicoat, A. J. 2007. An Introduction to Conversation Analysis. London: Continuum.
McCarthy, M. 2002. Good listenership made plain, British and American non-minimal response tokens in
everyday conversation. In R. Rippen, S.M. Fitzmaurice & D. Biber (eds), Using Corpora to Explore
Linguistic Variation. Amsterdam/ Philadelphia: Benjamins, 49-71.
Orestrom, B. 1983. Turn-taking in English conversation. Lund: Gleerup.
Sacks, H. 2004. An initial characterization of the organization of speaker turn-taking in conversation. In G.
Lerner (ed.) Conversation Analysis: Studies from the first generation. Amsterdam/ Philadelphia:
Benjamins, 35-42.
Sacks, H., Schegloff, E.A. & Jefferson, G. 1974. A simplest systematics for the organisation of turn-taking for
conversation. Language 50, 696-735.
Schegloff, E.A. 1996. Turn organization: one intersection of grammar and interaction. In E. Ochs, E.A.
Schegloff & S.A. Thompson (eds) Interaction and grammar. Cambridge: Cambridge University Press,
52-133.
Scheibman, J. 2002. Point of View and Grammar. Structural Patterns of Subjectivity in American English
Conversation. Amsterdam/ Philadelphia: Benjamins.
Stenstrom, A.B. 1994. An Introduction to Spoken Interaction. London: Longman.
Tao, H. 2003. Turn initiators in spoken English: A corpus-based approach to interaction and grammar. In P.
Leistyna & C.F. Meyer (eds) Corpus Analysis, Language Structure and Language Use. Amsterdam:
Rodopi, 187-207.
Tottie, G. 2011. Uh and Um as sociolinguistic markers in British English. International Journal of Corpus
Linguistics 16, 173-196.
Vasilopoulou, A., Hadjidemetriou, C. & Terkourafi, M. 2010. Introducing Greek Conversation Analysis.
Journal of Greek Linguistics 10, 157-185.
Αρχάκης, Α. 2005. Γλωσσική διδασκαλία και σύσταση κειμένων. Αθήνα: Πατάκης.
Αρχάκης, Α. & Σκαρβελάκη, Ι. 2007. Ενάρξεις συνομιλιακών αφηγήσεων. Πρακτικά 8ου Διεθνούς Συνεδρίου
για την Ελληνική Γλώσσα. Ιωάννινα, 30 Αυγούστου-2 Σεπτεμβρίου 2007. Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα:
www.linguist-uoi.gr/cd_web/docs/greek/04_archakisICGL8.pdf
Γεωργακοπούλου, Α. & Γούτσος, Δ. 1999. Κείμενο και επικοινωνία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Γούτσος, Δ. 2003. Σώμα Ελληνικών Κειμένων: Σχεδιασμός και υλοποίηση. Πρακτικά του 6ου Διεθνούς
Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 18-21 Σεπτεμβρίου 2003. Διαθέσιμο στην
ιστοσελίδα: http://www.philology.uoc.gr/conferences/6thICGL/
60 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
Γούτσος, Δ. 2009. Μόρια, δείκτες λόγου και κειμενικά επιρρήματα: Η οριοθέτηση των γλωσσικών
κατηγοριών με τη χρήση ΗΣΚ. Πρακτικά 8ου Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας,, 30
Αυγούστου-2 Σεπτεμβρίου, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 754-768. Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα:
http://www.linguist-uoi.gr/cd_web/case2.html
Holton, D., Mackridge, P. & Φιλιππάκη-Warburton, Ε. 1998. Γραμματική της Ελληνικής Γλώσσας. (Μτφρ. Β.
Σπυρόπουλος). Αθήνα: Πατάκης.
Θεοφανοπούλου-Κοντού, Δ. 1989. Μετασχηματιστική σύνταξη: από την θεωρία στην πράξη. Αθήνα:
Καρδαμίτσα.
Κατσιμαλή, Γ. 1996. Διάταξη/ Σειρά των κύριων όρων της πρότασης. Στο Γ. Κατσιμαλή & Φ.
Καβουκόπουλος (επιμ.) Ζητήματα νεοελληνικής γλώσσας. Ρέθυμνο: Πανεπιστήμιο Κρήτης, 121-131. Ρέθυμνο:
Πανεπιστήμιο Κρήτης.
Κλαίρης, Χ. & Μπαμπινιώτης, Γ. 2004. Γραμματική της Νέας Ελληνικής, δομολειτουργική-επικοινωνιακή.
Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Λασκαράτου, Χ. & Γεωργιαφέντης, Μ. 2006. Βασικά χαρακτηριστικά της σειράς των προτασιακών όρων
στην Ελληνική και στην Τουρκική. Στο Μοσχονάς, Σ. (επιμ.) Η σύνταξη στη διδασκαλία/μάθηση της
ελληνικής ως ξένης γλώσσας. Αθήνα: Πατάκης, 11-61.
Μπακάκου-Ορφανού, Αι. 1989. Χρήσεις του πληθυντικού προσώπου στη νέα ελληνική. Διδακτορική
διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Μπέλλα, Σ. 2001. Η δείξη στη νέα ελληνική. Διδακτορική διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό
Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Σετάτος, Μ. 1996-1997. Παρατηρήσεις στη σειρά των όρων της κοινής νεοελληνικής. Επιστημονική
Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. 6, 251-270.
Φιλιππάκη-Watburton, Ε. 1992. Εισαγωγή στη θεωρητική γλωσσολογία. Αθήνα: Νεφέλη.
Φιλιππάκη-Warburton, E. & Β. Σπυρόπουλος. 1997. Προβλήματα πτώσης στο πλαίσιο της θεωρίας του
ελαχίστου. Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα 17: 261-273.
Χατζησαββίδης, Σ. & Χατζησαββίδου, Α. 2011. Γραμματική της Νέας Ελληνικής Γλώσσας- Α’ Β’ Γ’ Γυμνασίου.
Αθήνα: ΟΕΔΒ.
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 61
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
62 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 63
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Κατανομή και λειτουργίες του αρνητικού μορίου δεν στην προφορική συνομιλία
Ελένη Μητσέα
1. Εισαγωγή
Η άρνηση ως καθολικό φαινόμενο των φυσικών γλωσσών έχει απασχολήσει πλήθος
ερευνητών τόσο στο πεδίο της λογικής όσο και στο πεδίο της γλωσσικής πραγμάτωσης.
Στην τεχνητή γλώσσα της προτασιακής λογικής ο συνδυασμός μιας πρότασης με άρνηση
οδηγεί σε μια νέα που αληθεύει σε όλες εκείνες τις περιστάσεις που η αρχική συμβαίνει να
είναι ψευδής, και το αντίστροφο (Βελούδης 2005). Η τυπική λειτουργία των αποφατικών
εκφορών στις φυσικές γλώσσες φαίνεται να παρεκκλίνει, καθώς σε έναν δυνατό κόσμο οι
τιμές αληθείας μιας λογικής πρότασης δεν έχουν απαραίτητα αυτονόητη σταθερότητα,
αλλά αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην επικοινωνία. Αν υποθέσουμε ότι μια
καταφατική εκφορά αντικατοπτρίζει όλες εκείνες τις προσδοκίες που προκύπτουν από το
περιεχόμενό της σε μια δεδομένη κατάσταση πραγμάτων, τότε η άρνηση αντίστοιχα μπορεί
να λάβει παράλληλα παρεμβατικό και παραγωγικό χαρακτήρα, ανακατευθύνοντας τις
εκτιμήσεις των ομιλητών. Τα σημασιολογικά «απομεινάρια» αυτής της παρέμβασης
χρησιμοποιούνται για να ενισχύσουν μια νέα πληροφορία.
Όσο περίπλοκη φαίνεται η άρνηση στη θεωρία, άλλο τόσο θα μπορούσε να είναι και
στην πράξη, καθώς τα γλωσσικά στοιχεία με τα οποία τυπικά δομείται μια αρνητική
έκφραση, λ.χ. τα αρνητικά μόρια, αλληλεπιδρούν και εναλλάσσονται, με αποτέλεσμα η
σημασία μιας αρνητικής έκφρασης να μην αποτελεί αναγκαστικά άρνηση του
περιεχομένου της αντίστοιχης καταφατικής. Δημιουργούνται λοιπόν εύλογα ερωτήματα
σχετικά με το τι είναι η άρνηση, ποια γλωσσικά μέσα επιστρατεύει, πώς εκφέρεται και ποια
είναι τα «όριά» της. Δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε τις νοητικές
διεργασίες που οδηγούν σε εκφωνήματα άρνησης, είναι απαραίτητο να ακολουθηθεί η
αντίστροφη πορεία περιγραφής του λόγου των ομιλητών με την εξαγωγή ποσοτικών και
ποιοτικών συμπερασμάτων από τη γλωσσική παραγωγή τους. Στη συγκεκριμένη μελέτη θα
εστιάσουμε στην άμεση άρνηση, την άρνηση δηλαδή που προκύπτει από τη χρήση
αρνητικών μορίων και ειδικότερα στη χρήση του μορίου δεν στον προφορικό λόγο.
Για το σκοπό αυτό θα μελετηθεί μια συλλογή κειμένων καθημερινής συνομιλίας,
που θα αναλυθεί με μεθόδους της γλωσσολογίας σωμάτων κειμένων. Συγκεκριμένα, θα
μελετηθούν τα περιβάλλοντα στα οποία συστηματικά εμφανίζεται το αρνητικό μόριο δεν,
με έμφαση στις χρήσεις υψηλής συχνότητας. Βάσει των δεδομένων θα επιχειρηθεί η
προσέγγιση της χρήσης και των συμπλεγμάτων του μορίου στον αυθεντικό προφορικό
λόγο. Βασική επιδίωξη της μελέτης είναι η εξαγωγή πορισμάτων που θα μπορούσαν να
64 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
μας διαφωτίσουν για το φαινόμενο της άρνησης και των μηχανισμών της στην προφορική
συνομιλία.
2. Μεθοδολογία και δεδομένα
Η ανάλυση βασίστηκε σε αυθεντικά δεδομένα αυθόρμητης καθημερινής συνομιλίας
μεταξύ φυσικών ομιλητών. Επιλέχθηκαν από το ΣΕΚ 73 απομαγνητοφωνημένα αρχεία, το
μέγεθος των οποίων ξεπερνά τις 250.000 λέξεις. Η επεξεργασία τους πραγματοποιήθηκε
μέσω του λογισμικού Antconc (Anthony 2011) το οποίο παρέχει τη δυνατότητα αυτόματης
εξαγωγής λεξικών συμπλεγμάτων (βλ. ενότητα 3) εμφανίζοντας παράλληλα στατιστικές
μετρήσεις.
Σε πρώτο στάδιο αναζητήθηκε η εμφάνιση του δεν ως μεμονωμένης λέξης. Λόγω
της μεγάλης συχνότητας εμφάνισης των τύπων κρίθηκε σκόπιμο να ταξινομηθούν τα
δεδομένα σε ομοιογενείς ομάδες με κριτήριο κατηγοριοποίησης τις επαναλαμβανόμενες
συνεμφανίσεις του αρνητικού μορίου με άλλα λεξικά στοιχεία σε ένα περιορισμένο
κειμενικό περιβάλλον 2 έως 7 λέξεων. Από το πλήθος των εξαγομένων απομονώθηκαν
και εξετάστηκαν οι 20 πρώτες εμφανίσεις ως ελάχιστες ενότητες γλωσσικής έκφρασης.
Η ανάλυση των δεδομένων κινήθηκε σε δύο άξονες: ο πρώτος αφορά την παρουσία
του δεν περιοριστικά, δηλαδή εντός των επαναλαμβανόμενων λεξικών συνδυασμών, και ο
δεύτερος την εμφάνιση συμπλεγμάτων που το περιέχουν στην ευρύτερη προτασιακή δομή.
Σε αυτή τη σταδιακή διαδικασία η προσέγγισή μας έχει χαρακτήρα στατιστικό, περιγραφικό
και ερμηνευτικό. Η παρατήρηση της γλωσσικής προτίμησης στις αποφατικές εκφορές των
ομιλητών θα προσανατολιστεί στις λεξιλογικές και συντακτικές επιλογές του, καθώς και
στις επικοινωνιακές του λειτουργίες.
3. Γλωσσικά συμπλέγματα
Η μετατόπιση του γλωσσολογικού ενδιαφέροντος από το πεδίο των μεμονωμένων λέξεων
σε αυτό που αφορά τους επαναλαμβανόμενους λεξικούς συνδυασμούς έχει θέσει τις βάσεις
για την επαναδιαπραγμάτευση του θεωρητικού πλαισίου που αφορά το λεξιλόγιο. Πολλές
προσπάθειες έχουν καταβληθεί από μελετητές της γλώσσας προκειμένου να δοθεί ένας
αντιπροσωπευτικός ορισμός των επαναλαμβανόμενων συνδυασμών λέξεων, συνήθως υπό
την έννοια των γλωσσικών συνάψεων (collocations), αν και η πολυπλοκότητα του
φαινομένου δεν επιτρέπει την απόλυτη ταύτιση των απόψεων. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι
κατά τον Smadja (1993: 143) οι συνάψεις αποτελούν επανεμφανιζόμενους συνδυασμούς
λέξεων που συνεμφανίζονται πιο συχνά απ’ ό,τι θα αναμέναμε σύμφωνα με την
τυχαιότητα και ανταποκρίνονται σε αυθαίρετες χρήσεις των λέξεων. Ο Pearce (2001)
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 65
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
θεωρεί ότι ένας συνδυασμός λέξεων αποτελεί σύναψη αν μια από τις λέξεις με
συστηματικό τρόπο προτιμά μια συγκεκριμένη λεξική πραγμάτωση της έννοιας της άλλης
λέξης π.χ. στα Ελληνικά κάνουμε λόγο για δυνατό καφέ, αλλά όχι για ισχυρό καφέ.
Σύμφωνα με τους Evertal & Krenn (2003: 6-9), ένας λεξικός συνδυασμός
χαρακτηρίζεται ως σύναψη εφόσον παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά, όπως ένα
βαθμό στερεοτυπικότητας ή ιδιωματικότητας και μη συνθετική σημασία (η σημασία του
δεν προκύπτει από τον συνδυασμό των σημασιών των λέξεων που την απαρτίζουν). Άλλο
ένα κριτήριο αναγνώρισης αποτελεί η περιορισμένη δυνατότητα στην εναλλαγή των
επιμέρους τμημάτων του συνδυασμού με άλλα σημασιολογικά ή μορφοσυντακτικά
ισοδύναμα. Εκτός από το λεξιλόγιο, οι περιορισμοί αφορούν δηλαδή και τη συντακτική
δομή της ακολουθίας, αλλά και το βαθμό παγίωσής της. Τέλος, σημαντικό χαρακτηριστικό
είναι η συχνότητα εμφάνισης της γλωσσικής ακολουθίας, με βάση τα δεδομένα
ηλεκτρονικών σωμάτων κειμένων.
Όπως υποστηρίζει ο Φέρλας (2011: 22) σε μια πρόσφατη ανασκόπηση της σχετικής
βιβλιογραφίας, οι πολλοί και διαφορετικοί όροι που χρησιμοποιούνται για τις συναφείς
έννοιες «καθιστούν δύσκολη την αναφορά σε ευρήματα που προκύπτουν από την έρευνα
με τρόπο ουδέτερο, αφού η χρήση του ενός ή του άλλου θα μπορούσε να σημαίνει την
έμμεση ή άμεση αποδοχή μιας συγκεκριμένης θεωρητικής θέσης». Για το λόγο αυτό, ο ίδιος
προκρίνει τον όρο λεξικό σύμπλεγμα για τη συνθετική απόδοση των αγγλικών όρων cluster
και lexical bundle, το οποίο ορίζει ως κάθε διακοπτόμενη ακολουθία περισσοτέρων των δύο
λέξεων με στατιστικά σημαντική συνεμφάνιση σε ένα κείμενο ή σε ένα σώμα κειμένων
(2011: 23). Αυτός ο ορισμός ακολουθείται στην παρούσα μελέτη, καθώς ανταποκρίνεται
στη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε και περιλαμβάνει την αυτόματη εύρεση ακολουθιών
λέξεων με το λογισμικό Antconc. Θα ακολουθήσουμε επομένως τον όρο λεξικό σύμπλεγμα
όσον αφορά τις ακολουθίες λέξεων, ενώ ο όρος σύναψη θα χρησιμοποιηθεί για κάθε
επιμέρους λέξη που συνεμφανίζεται με την κομβική λέξη δεν, η οποία αποτελεί το
αντικείμενο της έρευνας.
3. Συχνότητα και λεξικά συμπλέγματα
Πρώτο σημαντικό εύρημα από την εξέταση του δεν ως μεμονωμένης λέξης συνιστά η
υψηλή συχνότητά του, καθώς κατατάσσεται έκτο στον κατάλογο συχνότητας όλων των
λέξεων του επιλεγμένου σώματος κειμένων, με αριθμό εμφανίσεων που ξεπερνά τις 4.000.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι υπόλοιπες λέξεις που καταλαμβάνουν επίσης υψηλά ποσοστά
όπως τα και, το, να, ναι, είναι, θα ανήκουν στο πεδίο γλωσσικής προτίμησης του δεν,
συνεμφανίζονται δηλαδή με αυτό.
66 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
Εξετάζοντας τα συμπλέγματα στα οποία περιλαμβάνεται το δεν προέκυψαν 3.708
διαφορετικοί λεκτικοί συνδυασμοί, οι οποίοι παρουσιάστηκαν στο σύνολό τους 14.650
φορές. Οι επαναλαμβανόμενες αυτές εκφράσεις περιείχαν τουλάχιστον 2 λέξεις με μέγιστο
όριο τις 7 λέξεις. Η πιο συχνή σύναψη παρουσιάστηκε 431 φορές. Τα επόμενα 9
αποτελέσματα είχαν τριψήφιο αριθμό, τα υπόλοιπα 163 διψήφιο, ενώ ακολουθεί ραγδαία
μείωση έως και τις 2 εμφανίσεις ανά τύπο.
Στους 20 πρώτους τύπους συμπλεγμάτων το 85% αποτελείται από συμπλέγματα 2
λέξεων και το υπόλοιπο 15% τριών λέξεων. Όσο αυξάνεται ο αριθμός των λέξεων μιας
έκφρασης, τόσο μειώνεται η συχνότητα εμφάνισής του στα δεδομένα. Φαίνεται λοιπόν ότι
το εύρος του συμπλέγματος και η συχνότητα εμφάνισής του αποτελούν μεγέθη
αντιστρόφως ανάλογα. Φυσικά, υπάρχουν και εξαιρέσεις που θα μελετηθούν ειδικότερα
στη συνέχεια.
Παρατηρώντας τις ευρύτερες ακολουθίες λέξεων διαπιστώνουμε ότι τα γλωσσικά
στοιχεία που γειτνιάζουν άμεσα με το αρνητικό μόριο δεν διαφοροποιούνται σε σχέση με
αυτά που εντοπίσαμε στις μικρότερες ακολουθίες. Διαφοροποιούνται τα περιφερειακά
γλωσσικά στοιχεία που εναλλάσσονται σύμφωνα με τις επικοινωνιακές ανάγκες των
ομιλητών. Ακολούθως, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τα ευρύτερα λεξικά συμπλέγματα,
αν και παρουσιάζουν μειωμένη στατιστική σπουδαιότητα, μπορούν να ενισχύσουν ή και να
επαληθεύσουν την τάση του αρνητικού μορίου να συνάπτεται συστηματικά με λεξικά
στοιχεία δημιουργώντας ελάχιστες ακολουθίες που λειτουργούν ως “πυρήνες”
συγκρότησης νοήματος γύρω από τους οποίους τοποθετούνται περιφερειακά προτιμώμενα
(ανάλογα με τις επικοινωνιακές σκοπιμότητες) γλωσσικά στοιχεία.
Όπως θα φανεί και στη συνέχεια, οι ελάχιστες ακολουθίες λειτουργούν εν μέρει
περιοριστικά επιτρέποντας το σχηματισμό νοημάτων στον ελάχιστο χρόνο, ενώ
παράλληλα αποφορτίζουν τις αυξημένες νοητικές διεργασίες που απαιτεί μια προφορική
συνομιλία. Παρόλα αυτά διαθέτουν την απαραίτητη ευελιξία, ώστε να
επαναχρησιμοποιούνται σε ευρύτερα σχήματα που εναρμονίζονται με το επιδιωκόμενο
επικοινωνιακό αποτέλεσμα.
Όσον αφορά την ποικιλία των συνδυασμών, την πρώτη θέση καταλαμβάνουν
συμπλέγματα τριών λέξεων (1.205 τύποι) και έπονται με μεγάλη απόκλιση συμπλέγματα 2
λέξεων (629 τύποι). Η συστηματική παρουσία συμπλεγμάτων τριών λέξεων θα μπορούσε
να αποδοθεί κυρίως στο ρήμα που συνοδεύει το μόριο και στη δυνατότητα που έχει να
επιλέγει τους δορυφόρους του (δηλαδή τα συμπληρώματά του). Επιπλέον, πολύ συχνά
προηγούνται δείκτες παράταξης ή υπόταξης θέλοντας να δηλώσουν ποικίλες νοηματικές
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 67
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
σχέσεις. Υψηλό βαθμό συνδυαστικότητας εμφανίζουν και τα συμπλέγματα 7 λέξεων (480
τύποι), που ξεπερνά οριακά αυτή των πέντε και έξι λέξεων (412 και 425 τύποι αντίστοιχα).
Εξίσου σημαντική μπορεί να θεωρηθεί και η θέση του δεν έναντι των άλλων λέξεων
με τις οποίες συνεμφανίζεται. Παρατηρούμε ότι τοποθετείται στην αρχή των λεξιλογικών
ακολουθιών συχνότερα και σε περισσότερους τύπους συνδυασμών. Συγκεκριμένα με το δεν
ως εναρκτικό λεξικό στοιχείο του συμπλέγματος εντοπίστηκαν 1.174 τύποι (δεν είναι, δεν
ξέρω, δεν μπορώ, δεν πειράζει) με συνολική συχνότητα που υπερβαίνει τις 6.400
επαναλήψεις, ενώ καταγράφηκαν 1.101 τύποι με 4.618 εμφανίσεις για τις ακολουθίες στις
οποίες ακολουθεί άλλος λεξικός τύπος (και δεν, αλλά δεν, βασικά δεν, παιδί μου δεν, καλά
δεν.
Η ποσοτική ταξινόμηση των συνδυαστικών τάσεων του δεν αποκαλύπτει την
αυξημένη προτίμηση των ομιλητών στη χρήση ορισμένων εκφορών. Στο Γράφημα 1 που
ακολουθεί παρουσιάζονται τα 20 συνηθέστερα συμπλέγματα και η συχνότητά τους.
Γράφημα 1: Τα συχνότερα λεξικά συμπλέγματα 2 έως 7 λέξεων
Είναι σαφές από το Γράφημα 1 ότι τα τρία πρώτα λεξικά συμπλέγματα δεν είναι, δεν ξέρω,
δεν το παρουσιάζουν σημαντικό προβάδισμα σε σχέση με τα άλλα. Η συνεμφάνιση του
αρνητικού μορίου με ρήμα μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη. Το ενδιαφέρον έγκειται στη
συστηματική προτίμηση του δεν να συνάπτεται με ορισμένα ρήματα όπως τα είναι, ξέρω,
έχω, μπορώ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η επαναλαμβανόμενη χρήση της σύναψης δεν
το, που θα αναλυθεί στη συνέχεια ως προς το ρόλο της στην προφορική συνομιλία.
68 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
Στη συνέχεια της ενότητας εστιάζουμε στα συμπλέγματα με ίδιο αριθμό λέξεων,
ώστε να εξαχθούν κατά το δυνατόν περισσότερο χρήσιμα συμπεράσματα. Στο Γράφημα 2
παρουσιάζονται τα 10 συχνότερα συμπλέγματα 2 λέξεων.
Γράφημα 2: Τα 10 συνηθέστερα συμπλέγματα 2 λέξεων
Στο παραπάνω γράφημα διαπιστώνουμε ότι το δεν προτιμά να προηγείται, όταν
ακολουθούν ρήματα (είναι, ξέρω, έχω), αδύναμοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας (το)
και ο δείκτης του μέλλοντα (θα). Αντίστροφα, έπεται των συνδέσμων (και, αλλά, που) και
των δυνατών τύπων της προσωπικής αντωνυμίας (εγώ).
Στα συμπλέγματα 3 λέξεων εκδηλώνεται η προτίμηση του δεν στο ισχυρό ρήμα
μπορώ, όπως φαίνεται στο Γράφημα 3. Στην ίδια διαπίστωση οδηγούμαστε παρατηρώντας
τη συστηματική χρήση των ρημάτων ξέρω, έχω, είναι, που συνοδεύονται πλέον από
συνδέσμους, ερωτηματικές αντωνυμίες και επίθετα. Κατά συνέπεια δημιουργούνται
αλυσιδωτά ζεύγη προτίμησης, των οποίων τη λειτουργικότητα θα διερευνήσουμε στη
συνέχεια.
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 69
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Γράφημα 3: Τα 10 πρώτα συμπλέγματα 3 λέξεων
Στα συμπλέγματα 4 λέξεων το ποσοστό εμφανίσεων μειώνεται κατακόρυφα, καθώς
το εύρος του συμπλέγματος αυξάνεται. Παράλληλα, εμφανίζονται επαναλαμβανόμενες
ακολουθίες που περιλαμβάνουν προτασιακά σχήματα, εξαιτίας ίσως της μεταβατικότητας
των ρημάτων που συνεμφανίζονται. Από το Γράφημα 4, που παρουσιάζει τα συχνότερα
συμπλέγματα 4 λέξεων, εξαιρέθηκαν περιπτώσεις επανάληψης όπως τα δεν ξέρω δεν ξέρω,
δεν είναι δεν είναι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα αναλυθούν.
Γράφημα 4: Τα 10 συνηθέστερα συμπλέγματα 4 λέξεων
Στις βασικές γραμματικές πληροφορίες των ρημάτων που γειτνιάζουν με το δεν επιλέγεται
κατ’ επανάληψη παροντική χρονική βαθμίδα (κυρίως ενεστωτικός χρόνος). Η συχνή χρήση
του έχω συνδέεται και με την παρουσία παρακειμένου.
70 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
Οι αλυσίδες των 5 λέξεων λειτουργούν ως διευρυμένα αλλά σταθερά κομμάτια, τα
οποία επιδέχονται επέκταση. Εκφράσεις όπως δεν έχει να κάνει με, δεν είναι να πεις ότι, δεν
μπορώ να πω ότι, μου κάνει εντύπωση που δεν, να μου πεις ότι δεν, ρε παιδί μου απλά δεν
μοιάζουν οικείες στον φυσικό ομιλητή. Επιπλέον, η δομή τους συνδέεται με την τάση να
δέχονται συμπλήρωμα, οργανώνοντας ευρύτερα προτασιακά σύνολα, ενώ
πραγματολογικά συνδέονται με την έκφραση συναισθημάτων (δεν μπορώ να το φανταστώ,
δεν έχει καμία δουλειά να, δεν θα ‘κανα ποτέ τίποτα) ή άρνηση συνεργασίας (δεν θα το
συζητήσω αυτό). Στις επαναλαμβανόμενες ακολουθίες 6 και 7 λέξεων σημειώνονται
σημαντικές απώλειες στην κατανόηση της σημασίας του λεξικού συμπλέγματος.
Μελετώντας τους εκτεταμένους συνδυασμούς του δεν, φαίνεται ότι ο ρόλος του
ρήματος είναι ιδιαίτερα σημαντικός εντός των λεξικών συμπλεγμάτων άρνησης. Η
επιλογή του ρήματος, η τροπικότητά του, η προτίμηση ενεργητικής ή παθητικής φωνής, οι
συντακτικές προτιμήσεις του σχετικά με τα συμπληρώματά του συνιστούν παράγοντες που
διαμορφώνουν σε πραγματολογικό επίπεδο το επικοινωνιακό πλαίσιο της άρνησης. Στο
σύμπλεγμα δεν μπορείς να πεις ότι λ.χ. προβάλλεται το αδιαμφισβήτητο από την πλευρά
των συνομιλητών. Το ενδιαφέρον ενισχύεται, επειδή το περιβάλλον συνεμφάνισης
διευρύνεται με τη χρήση εξαρτημένων προτάσεων. Τέτοιου είδους επιλογές αναδεικνύουν
το δυναμικό ρόλο των συμπλεγμάτων άρνησης στον προφορικό λόγο.
Συνοψίζοντας, διαπιστώνεται ότι το αρνητικό μόριο δεν όχι μόνο κυριαρχεί στο
λόγο των ομιλητών, αλλά εμφανίζει υψηλά ποσοστά συνεμφάνισης με ορισμένους
λεξικογραμματικούς τύπους. Παρά το γεγονός ότι το εύρος των συμπλεγμάτων ποικίλλει,
τα συνθετικά του μέρη φαίνεται να κατέχουν σχετικά σταθερή θέση. Τα συμπλέγματα
άρνησης ως ελάχιστες μονάδες νοήματος εντάσσονται μέσα σε ευρύτερες προτάσεις, αν και
αρκετά συχνά συνεμφανίζονται και με άλλα συμπλέγματα.
Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι το δεν εντός αυτών των συνδυασμών
ενεργοποιεί δυναμικά τους γλωσσικούς μηχανισμούς που θα το συμπληρώσουν, ενώ
παράλληλα εκδηλώνει όση σταθερότητα απαιτείται ώστε να συνθέτει ευέλικτα λεκτικά
σχήματα. Με αφετηρία την υπόθεση αυτή θα διερευνήσουμε όσο πιο εξατομικευμένα
γίνεται τα παραπάνω ευρήματα ώστε να διαπιστώσουμε τι είναι τελικά αυτό που συνδέει
τα γλωσσικά στοιχεία εντός των συμπλεγμάτων και ευρύτερα τι εξυπηρετεί η χρήση του
δεν και πώς αυτό διαπλέκεται εντός του συμπλέγματος.
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 71
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
4. Η επικοινωνιακή λειτουργία της ρηματικής άρνησης
Όπως διαπιστώσαμε στην προηγούμενη ενότητα, η άρνηση κυριαρχεί στο συνομιλιακό
λόγο και λειτουργεί συμπλεγματικά με ποικίλους λεξικογραμμματικούς σχηματισμούς.
Βασικό συστατικό αυτών των ευέλικτων δομών συνιστά το ρήμα το οποίο εκδηλώνει
προτιμήσεις όσον αφορά τα λεξικογραμματικά στοιχεία με τα οποία θα μπορούσε να
συνεμφανιστεί. Διαμορφώνεται σταδιακά μια ιεραρχική σχέση βάσει της οποίας τα
συμπλέγματα άρνησης οικοδομούνται. Η συστηματική εμφάνιση ορισμένων ρημάτων σε
περιβάλλον άρνησης μάς επιτρέπει να υποστηρίξουμε ότι η συνομιλία ως επικοινωνιακό
γεγονός τίθεται σε ιεραρχικά ανώτερη θέση και κατευθύνει πρωτίστως τις διαδικασίες
συμπλεγματοποίησης της άρνησης. Στην παρούσα ενότητα θα μελετήσουμε ορισμένες
διαμορφώσεις της ρηματικής άρνησης και θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε τη σχέση
που αυτές αναπτύσσουν με το σύνθετο επικοινωνιακό φάσμα του συνομιλιακού λόγου.
Η σύναψη του αρνητικού μορίου με το ρηματικό τύπο είναι εμφανίζεται ως η
περισσότερο προτιμώμενη σύμφωνα με τον κατάλογο συχνοτήτων (431 εμφανίσεις).
Περιφερειακά προσαρτώνται ρηματικές φράσεις, επιρρήματα, αντωνυμίες, μόρια,
σύνδεσμοι. Εντύπωση προκαλεί όχι τόσο η χρήση τους όσο ο τρόπος που χρησιμοποιούνται
κάθε φορά στη συνομιλία.
Ξεκινώντας από τα συμπλέγματα τριών λέξεων, πρώτο στον κατάλογο εμφανίζεται
το σύμπλεγμα δεν είναι και, ενώ ακολουθεί κάποιο επίρρημα ή επίθετο (1-4). Στο πρώτο
εκφώνημα παρατηρούμε ότι δύο διαφορετικοί ομιλητές χρησιμοποιούν την ίδια σύναψη
εναλλάσσοντας τα περιφερειακά στοιχεία ό,τι ακολουθεί δηλαδή τον σύνδεσμο και. Τα
δεδομένα έδειξαν ότι οι ομιλητές έχουν την τάση να επαναχρησιμοποιούν συμπλεγματικές
εκφορές άρνησης που διατυπώθηκαν από προηγούμενους ομιλητές. Φαίνεται λοιπόν ότι
τα συμπλέγματα άρνησης συνιστούν αναγνωρίσιμα κομμάτια του λόγου τα οποία
λαμβάνουν ιδιαίτερα διεπιδραστικό χαρακτήρα στη συνομιλία. Επιπλέον θα μπορούσαμε
να υποθέσουμε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί και μέσο διόρθωσης. Ο
συνομιλητής συνεισφέρει στη συνομιλία διορθώνοντας τον προηγούμενο ομιλητή. Η
αναδιαμόρφωση του συμπλέγματος μάλλον εξυπηρετεί αυτό το σκοπό.
Το δεύτερο απόσπασμα φαίνεται να ενισχύει την άποψη ότι αυτού του είδους η
σύναψη λειτουργεί διορθωτικά. Ο ομιλητής <A> προσπαθεί να διορθώσει τον ομιλητή <Β>
χρησιμοποιώντας το σύμπλεγμα άρνησης μετριάζοντας την άποψη του προηγούμενου
ομιλητή. Στο τέταρτο εκφώνημα ο ομιλητής <Δ> αυτοδιορθώνει προηγούμενο εκφώνημα,
καθώς κατανοεί από την αδιάφορη απάντηση του συνομιλητή του ότι δεν κατάφερε το
επιδιωκόμενο επικοινωνιακό αποτέλεσμα.
72 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
Η σύναψη δεν είναι και, όταν συνοδεύεται από μια ονοματική φράση ή επίρρημα,
λειτουργεί άλλοτε εμφατικά (4) κι άλλοτε μετριαστικά (3) ανάλογα με τον τρόπο που είναι
διατεθειμένοι οι ομιλητές να συνεισφέρουν στη συνομιλιακή διεπίδραση. Στα παρακάτω
εκφωνήματα τίθεται στο τέλος του εκφωνήματος διευκολύνοντας τη διαδικασία
εναλλαγής των συνομιλητών.
(1) <Μ> ναι ναι ναι αλλά η Ρούλα τη::ν την πειράζει που φύγαν τα παιδιά (.)
στενοχωριέται
<Β> δεν είναι και λίγο εντά[ξει;
<Ε> [ ε εντάξει βόρεια προάστια δεν είναι και μακριά
<Μ> όχι αλλά :: [ δεν είναι μες στο σπίτι
[FD04-0039]
(2) <B> που έχουμε κοντά τις θάλασσες και πάμε;
<Α> εντάξει δεν είναι και πολύ μακριά
<Β> είναι τώρα::
[XY04-0015]
(3) <ΑΙ> αυτό πρώτον δεύτερον ήταν τέτοια (_) πλουσιόπαιδα που::
<Α> δεν είναι μπα μη νομίζεις δεν είναι και τόσο
[FY03-0008]
(4)<Δ>[…] εγώ έχω από το πεμ@ από το τρίτο γενικά έτος έχω αφήσει κάποια
<Α> ναι
<Δ> τα οποία δεν είναι και λίγα […]
[FY03-0014]
Ο τρόπος που δομούνται συντακτικά τα λεξικογραμματικά στοιχεία στα
συμπλέγματα άρνησης επηρεάζει καθοριστικά τη σημασία που αυτά λαμβάνουν στο
συνομιλιακό λόγο. Προηγουμένως μελετήσαμε το σύμπλεγμα δεν είναι και. Αρκετά συχνά
όμως εμφανίζεται και το σύμπλεγμα και δεν είναι, το οποίο συμπεριφέρεται διαφορετικά
(5-8). Το δεδομένα μας οδηγούν στη διαπίστωση ότι μάλλον πρόκειται για ένα σύμπλεγμα
που χρησιμοποιείται για να δηλώσει στάση (5-6, 8).
Στο απόσπασμα (7) ο ομιλητής <Β> ολοκληρώνοντας το εκφώνημά του
χρησιμοποιεί το σύμπλεγμα πιθανότατα για να εκφράσει μια αντιθετική σχέση την οποία ο
συνομιλητής αντιλαμβάνεται και τη συμπληρώνει. Η εξοικείωση των ομιλητών με τέτοιου
είδους εκφορές ενισχύει την άποψη ότι οι συμπλεγματικές εκφορές άρνησης δεν
εναρμονίζονται απλώς με τις ανάγκες τις συνομιλίας, αλλά αποτελούν βασικό
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 73
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
χαρακτηριστικό του συνομιλιακού λόγου. Επιπλέον επιστρέφοντας στην αρχική
παρατήρηση της παραγράφου, συμπεραίνουμε ότι τα συμπλέγματα άρνησης μπορούν να
εναλλάσσουν την εσωτερική τους δομή χρησιμοποιώντας τα ίδια λεξικογραμματικά
στοιχεία (κυρίως τα περιφερειακά στοιχεία) σε διαφορετικές θέσεις, με στόχο την
παραγωγή ποικίλων νοηματοδοτήσεων. Αν αναχθούμε στα συνομιλιακά αξιώματα του
Grice (Κανάκης 2007: 163) θα διαπιστώσουμε ότι τα σύντομα κομμάτια του λόγου
παρέχουν τις συναφείς και απαιτούμενες πληροφορίες (αξιώματα της ποσότητας και της
συνάφειας) με τρόπο οργανωμένο (αξίωμα του τρόπου), ενώ παράλληλα διαθέτουν
αποδεικτική ισχύ (αξίωμα της ποιότητας).
(5) <Ε> αχ ψυχούλη μου
<Χ> και μου λέει όχι πραγματικά είχα νιώσει πάρα πολύ άσχημα και δεν είναι του
χαρακτήρα μου και από τότε δεν έχω ξανακάνει σκονάκι
[FY04-0034]
(6) <B> […] δεν ξέρω τι κάνει στη ζωή του(( γαβγίζει αρκετή ώρα η κάνναβη και η Νατάσσα
ανοίγει την μπαλκονόπορτα, για να βγει )) (_) γιατί είναι και οι άλλοι, που το παίζουνε
καλά παιδιά και δεν είναι
[XY04-0002]
(7) <B> [ και μαθαίνει να ζει μ’ αυτό δεν μπορεί να το αποχωριστεί (.) μ:: γι’ αυτό τα
σημερινά παιδιά έχουν αυτήν τη:: υπερκινητικότητα και τη σπιρτάδα [ και δεν είναι:: (.)
αυτό ναι
<Μ> [ ναι πράγματα που δεν τα είχαμε εμείς ακριβώς
[XY04-0010]
(8) <Π> […] και όταν της είπε η φίλη της ξέρεις γιατί το κάνεις αυτό και δεν είναι σωστό ρε
παιδί μου
[ΧΥ04-0017]
Εξίσου σημαντική είναι η ακολουθία δεν είναι μόνο που συνήθως συνοδεύεται με
την αντωνυμία αυτό (9-10) ή οποιαδήποτε άλλη έκφραση που αναφέρεται σε ένα
προηγηθέν εκφώνημα. Στο απόσπασμα (9) ο ομιλητής <ΑΙ> χρησιμοποιεί το σύμπλεγμα
άρνησης, προκειμένου να λάβει το λόγο και να επεξηγήσει την προηγούμενη συνεισφορά
του με ένα νέο εκφώνημα. Βάσει αυτής της παρατήρησης θα μπορούσαμε να
υποστηρίξουμε ότι το σύμπλεγμα δεν είναι μόνο αυτό λειτουργεί αναφορικά και
προετοιμάζει τη συμπλήρωση ενός εκφωνήματος που έχει προηγηθεί. Στο απόσπασμα (10)
74 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
η ομιλήτρια <Α> καταφέρνει να συμπυκνώσει και να συνδέσει μια σειρά εκφωνημάτων
που έχουν προηγηθεί.
(9) <ΑΙ> είναι σπαστικό ξέρεις ο άλλος να σε έχει στην αναμονή δέκα λεπτά πέντε λεπτά::
τώρα:: σε λίγο:: ξέρω γω αυτά πες [ θ’ αργήσω μια ώρα (.) μπορείς; (.) δεν μπορείς ξέρω γω;
<Α> έτσι είναι έτσι είναι
<ΑΙ> δεν είναι μόνο αυτό (.) το θέμα είναι ότι με τον τρόπο αυτό δεν δείχνεις σεβασμό […]
[FY03-0008]
(10) <A> ε τι να κάνουμε καταλαβαίνεις (.) δουλειές πέρα δόθε
<Κ> τώρα τελείωσες τα αγγλικά;
<Α> τώρα άστα να πάνε
<Κ> τρεις ώρες;
<Α> ναι
<Κ> χαρά στο κουράγιο σου
<Α> ποπό (.) δεν είναι μόνο αυτό είναι και η σχολή Κατερίνα ποπό μιλάμε
[FY04-0054]
Παρόμοια συμπεριφορά εκδηλώνει και το σύμπλεγμα δεν είναι ότι. Το σύμπλεγμα
δεν είναι ότι δημιουργεί σύνθετα σχήματα (δεν είναι ότι+πρόταση, είναι ότι… / δεν είναι ότι +
πρόταση, απλά…) που δηλώνουν την άρση μια θέσης και υιοθέτηση μιας άλλης και
λειτουργούν ως ευρύτερες ακολουθίες (11-13). Στο (11) ο ομιλητής χρησιμοποιεί την
ακολουθία (δεν είναι ότι είμαι… είναι…) συμπληρώνοντας λεξικά στοιχεία που έχουν
αναφερθεί από τον προηγούμενο ομιλητή (βιολόγος). Το ίδιο ισχύει και για το εκφώνημα
(13) στο οποίο η ακολουθία φαίνεται ότι επεμβαίνει διορθωτικά, καθώς ο ομιλητής
ανασκευάζει την άποψη του προηγούμενου ομιλητή. Στο απόσπασμα (12) ο ομιλητής δεν
χρησιμοποιεί στοιχεία από προηγούμενο εκφώνημα, αλλά τα επινοεί ο ίδιος, με σκοπό να
οδηγηθεί στο συμπέρασμα που θέλει (είναι οι κίνδυνοι που παραμονεύουν):
(11) <Γ> τι να πεις εσύ; Βιολόγος είσαι
<Α> ρε Γιάννα δεν είναι ότι είμαι βιολόγος είναι η αλήθεια
[XY04-0060]
(12) <Σ> δεν είναι ότι το παιδί σου είναι κακό είναι οι κίνδυνοι που παραμονεύουν
[XD03-0005]
(13) <A> […] στην Αθήνα σε διευκολύνει σε θέματα (_) σε μας για διασκέδαση:: που δε
βγαίνει ο κόσμος ότι σ’ αυτά:: ότι
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 75
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
<Β> δεν είναι ότι δε βγαίνει ο κόσμος απλά δεν έχει πολλά μέρη να πάει
[XY04-0015]
Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να αναφερθούμε στο ρόλο του επιτονισμού και
συγκεκριμένα του ερωτηματικού επιτονισμού. Αν και στην παρούσα ενότητα μελετάμε τις
λεξικογραμματικές δομές, τα δεδομένα έδειξαν ότι ο επιτονισμός επηρεάζει σημαντικά τον
τρόπο δόμησης των συμπλεγμάτων αλλά και το ρόλο που έχουν στη συνομιλία.
Παρατηρώντας τα εκφωνήματα (14-19) διαφαίνεται ότι ο ερωτηματικός επιτονισμός στα
συμπλέγματα άρνησης επηρεάζει τον τρόπο σχηματισμού τους. Στα αποσπάσματα (14-17)
αντιλαμβανόμαστε ότι οι ομιλητές παράλληλα με τον ερωτηματικό επιτονισμό
τοποθετούν το συμπλήρωμα ή προσάρτημα του ρήματος πριν από το αρνητικό μόριο. Στα
αποσπάσματα όμως (18-19) δεν ισχύει το ίδιο.
Μελετώντας το περιβάλλον εκφώνησης υποθέτουμε ότι στην πρώτη περίπτωση
(14-17) οι ομιλητές αποζητούν την επιβεβαίωση των συνομιλητών στο ερώτημά τους. Σε
αυτή την περίπτωση φαίνεται ότι επιδιώκουν τη διατύπωση μιας αναμενόμενης
(preferred) απάντησης από τους συνομιλητές τους. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται και από
τις καταφατικές απαντήσεις των συνομιλητών. Στα αποσπάσματα (18-19) οι ερωτήσεις δεν
λειτουργούν τόσο περιοριστικά. Οι ομιλητές θέτουν ερωτήματα χωρίς να
προκαταλαμβάνουν την απάντηση των συνομιλητών τους. Ειδικά στο εκφώνημα (19) ο
ομιλητής <Ε> συμπληρώνει την έκφραση δεν ξέρω ενισχύοντας την παραπάνω υπόθεση.
(14) <Ε> […] ειδικά την ξαδέρφη μου τη Βαγγελιώ θέλω να ντυθώ ξέρεις κάπως πιο κυριλέ
<Μ> μικρή δεν είναι;
<Ε> ναι είναι ένα χρόνο μεγαλύτερη
[FD04-0013]
(15) <X> ντάξει (_) κοίτα πώς το φέρνει;
<Δ> κάτσε μωρέ
<Χ> σα να ναι σαλάτα
[…]
<Δ> μίλα μίλα μίλα ωραίο δεν είναι;
[FY04-0011]
(16) <M> […] η Καπέλα Σιξτίνα δεν είναι εκκλησάκι;
<Σ> (.) όχι είναι::
<Χ> ποιο αυτό εκκλησάκι δεν είναι;
<Μ> ναι τελοσπάντων [ εκκλησάκι
[FY04-0045]
76 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
(17) <A> ε είναι αυτό που λέγαμε άλλη φορά ότι άμα δεν διαψευσθείς ποτέ μένεις πιστός σε
κάτι
<Γ> βέβαια
<Α> έτσι δεν είναι; Γιατί αυτό ούτε διαψεύδεται ούτε επιβεβαιώνεται
[XD04-0003]
(18) <Ν2> ένας καθηγητής ((γέλιο)) που είχαμε στο Λύκειο ((γέλιο))
<Ν1> [ δεν είναι παντρεμένος αυτός;
<Ε> [αυτόν δεν ήθελες;
<Ν2> παντρεμένος ζωντοχήρος
[FD04-0046]
(19) <N2> ((γέλιο)) μ:: την κάναμε από κούπες
<Ε> δεν είναι καλός; Δεν ξέρω
<Ν2> ούτε εγώ
[FD04-0046]
Συνοψίζοντας, η μελέτη των συμπλεγμάτων άρνησης που περιέχουν τη σύναψη δεν
είναι φανέρωσε τη δυναμική που αυτά διαθέτουν στο συνομιλιακό λόγο. Οι
λεξικογραμματικές επιλογές και ο τρόπος με τον οποίο οργανώνονται σε μικροεπίπεδο
(εντός του συμπλέγματος) και μακροεπίπεδο (στο πλαίσιο του εκφωνήματος) συνδέεται
άμεσα με τις επικοινωνιακές ανάγκες της συνομιλίας. Τα συμπλέγματα αυτά επιτρέπουν
στον ομιλητή να δηλώνει τη στάση του σε μια κατάσταση πραγμάτων, να επιτείνει ή να
μετριάζει τη σημασία των εκφωνημάτων του, να επεμβαίνει διορθωτικά ή
αυτοδιορθωτικά σε μια συνεισφορά, να αξιοποιεί την αναφορική λειτουργία των
συμπλεγμάτων διευκολύνοντας τη διεπίδραση με τους συνομιλητές του, να παράγει
σύντομα, σαφή και συναφή εκφωνήματα.
Η σύναψη του αρνητικού μορίου με το ρήμα ξέρω βρίσκεται στη δεύτερη θέση του
καταλόγου συχνοτήτων με 404 εμφανίσεις. Οι προτιμήσεις που εκδηλώνει δεν αποκλίνουν
σημαντικά από αυτές της σύναψης δεν είναι. Συνήθως συνοδεύεται από ερωτηματικές ή
προσωπικές αντωνυμίες (δεν ξέρω τι, εγώ δεν ξέρω), τροπικά, χρονικά και κυρίως
ερωτηματικά επιρρήματα (δεν ξέρω ακριβώς, δεν ξέρω τώρα, δεν ξέρω πού/ πώς),
αντιθετικούς και αιτιολογικούς συνδέσμους (δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω αλλά), ερωτηματικά
μόρια (δεν ξέρω αν) και παραγλωσσικά στοιχεία (ε δεν ξέρω).
Η σύναψη δεν ξέρω εμφανίζει μεγαλύτερη αυτονομία από την προηγούμενη
σύναψη. Μπορεί δηλαδή να χρησιμοποιηθεί ως αυτοτελές εκφώνημα σχηματίζοντας μια
μονάδα συνεισφοράς (20-22). Στα αποσπάσματα (20-21) λειτουργεί ως απάντηση στο
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 77
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
ερώτημα του προηγούμενου ομιλητή. Στο εκφώνημα (22) η λειτουργία του μοιάζει
περισσότερο σύνθετη. Υπάρχει ένας ομιλητής <Κ> ο οποίος παράγει εκτεταμένα
εκφωνήματα με αφηγηματικό χαρακτήρα. Οι συνεισφορές της συνομιλήτριας <Α> είναι
σύντομες χωρίς να προσθέτουν κάποια επιπλέον πληροφορία στη συνομιλία.
Συγκεκριμένα με το εκφώνημα δεν ξέρω προωθεί τη συνομιλιακή πράξη και επιτρέπει στο
συνομιλητή τη συνέχιση της αφήγησής του. Η ομιλήτρια <Α> παίρνει το λόγο, επειδή ο
συνομιλητής έχει απευθυνθεί σε αυτήν (Αγγελική::). Επιπλέον χρησιμοποιεί τη σύναψη δεν
ξέρω, διότι στο προηγούμενο εκφώνημα έχει διατυπωθεί η έκφραση και ξέρεις λένε.
Συμπαραίνουμε επομένως ότι η σύναψη δεν ξέρω λειτουργεί συμβατικά αλλά
διεπιδραστικά σε συνομιλίες έχουν αφηγηματικό χαρακτήρα.
(20) <Β> δηλαδή είναι σαν να είναι καμένο το μαλλί
<Λ> ναι και μένα
<Β> γιατί όμως;
<Λ> δεν ξέρω
[FD04-0007]
(21) <Π> πάμε στη Λέτα Κορρέ;
<Ε> ε:: ((γέλια))
<Π> ε; το ίδιο κάνει
<Α> πού πού τραγουδάει;
<Π> δεν ξέρω
[XY04-0001]
(22) <Α> [ε όντως
<Κ> ποιος να το φάει; Αγγελική:: τι ήταν το φέρει εκεί; Είχε φέρει ένα περίεργο γλυκό δεν
το είχα ξαναδεί που ήταν πράσινο λέει αμύγδαλο λέγεται γλυκό του κουταλιού το πράσινο
της αμυγδαλιάς λέει το κάνουνε σοβαρά
<Α> μπορεί
<Κ> λοιπόν (.) δεν άντεξα μπήκα στον πειρασμό θα δηλαδή αν δε και ξέρεις λένε ότι είναι
πολύ χωνευτικό δεν το είχα ξανακούσει εγώ
<Α > δεν ξέρω
[FY04-0054]
H συστηματική συνεμφάνιση ερωτηματικών επιρρημάτων, αντωνυμιών και μορίων
(23-27) που λειτουργούν ως δείκτες υπόταξης και εισάγουν πλάγιες ερωτηματικές
προτάσεις, αναδεικνύει το ρόλο του πλαγίου λόγου και γενικότερα τη σημασία της
υπόταξης στο συνομιλιακό λόγο (βλ. Αυγερινού, στον παρόντα τόμο). Οι πλάγιες
78 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
ερωτήσεις με ρήματα εισαγωγής σε περιβάλλον άρνησης αποκτούν ιδιαίτερες λειτουργίες
στη συνομιλία.
(23) <Σ> ναι εντάξει ρε λοιπόν (.) το είχα στο:: όταν είχαμε πάει τζάμπο (.) καθόμουνα
ασχολούμουν με κάτι τέτοια (.) και με είχε βγάλει ο Γιώργος φωτογραφίες (.) είναι πολύ
ωραίες (.) λες και είμαι τρίχρονο ((γέλια)) @@@
<Δ> αυτό λέγεται παλιπαιδισμός δεν ξέρω αν το ξέρεις
<Σ> το ξέρω
[FY03-0006]
(24) <B> χτες άκουσα ότι θα επανενωθούν οι πόιζον (.) δεν ξέρω αν τους ξέρετε του
Σκορτζέζε πάλι πάλι είχαν επανενωθεί
[FY04-0053]
(25) <Π> [ΙΔΕΑΤΗ Πολιτεία του Πλάτωνα
<Α> είναι πολύπλοκο με την έννοια ότι (.) δεν- δεν- δεν είναι μυθιστόρημα δεν τα περνάς
έτσι αυτά πρέπει να ΣΚΕφτεσαι κάτι σου λέει (.) είναι κουραστικό αλλά:: εντάξει (.)
κερδίζεις πολλά απ’ αυτό (.) αυτό είναι το μόνο σίγουρο ότι κερδίζεις (_) μιλάει για πολλά
πράγματα δεν ξέρω αν το έχετε διαβάσει;
<ΠΑ> ε:: δεν το έχω διαβάσει
[MY04-0029]
Στα αποσπάσματα (23-24) χρησιμοποιούνται τα συμπλέγματα δεν ξέρω αν το ξέρεις,
δεν ξέρω αν τους ξέρετε. Ενδιαφέρον παρουσιάζει τόσο η επανάληψη του ίδιου ρήματος όσο
και η παρουσία του δείκτη αναφοράς. Στη συνομιλία έχει παρατηρηθεί η τάση των
συμπλεγμάτων άρνησης να χρησιμοποιούν και να επαναλαμβάνουν το ίδιο λεξιλόγιο,
πιθανότατα για λόγους ευκολίας και ταχύτητας. Επιπλέον, η συστηματική παρουσία
δεικτών αναφοράς οδηγεί στη διαπίστωση ότι τα συμπλέγματα, ανεξάρτητα από κάθε
άλλη λειτουργία τους, αποτελούν μηχανισμούς συνοχής.
Στο εκφώνημα (23) ο ομιλητής <Δ> χρησιμοποιεί το σύμπλεγμα ως στοιχείο
περάτωσης του λόγου (το ίδιο ισχύει και για το εκφώνημα 25) επιλέγοντας παράλληλα
τον ομιλητή που θα λάβει το λόγο. Παράλληλα γίνεται φανερό ότι το σύμπλεγμα
εκφωνείται με ειρωνική, σχολιαστική και χιουμοριστική διάθεση ακριβώς επειδή ο
προηγούμενος ομιλητής έχει αφήσει το περιθώριο αυτό (λες και είμαι τρίχρονο). Γίνεται
φανερό ότι τα συμπλέγματα άρνησης που περιέχουν υποτακτικές δομές υπηρετούν τη
βασική αρχή της συνομιλία που είναι η διεπίδραση.
Στη μελέτη των συμπλεγμάτων δεν είναι και, και δεν είναι είχαμε αναφερθεί στον
τρόπο δόμησης των λεξικών στοιχείων. Παρόμοια συμπεριφορά εκδηλώνεται και με τα
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 79
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
συμπλέγματα δεν ξέρω αλλά, αλλά δεν ξέρω (26-28). Η θέση του συνδέσμου προσδιορίζεται
πιθανότατα βάσει των επικοινωνιακών επιδιώξεων των ομιλητών. Επιπρόσθετα σε όλα τα
αποσπάσματα ο σύνδεσμος αλλά δεν μοιάζει να προβάλλει κάποιου είδους αντιθετική
σχέση. Στα εκφωνήματα (26-27) το σύμπλεγμα συνιστά δείκτη μετάβασης σε μια νέα
πληροφορία. Στο απόσπασμα (28) ο ομιλητής <Ε> χρησιμοποιώντας την έκφραση αλλά δεν
ξέρω να παίζω και φαίνεται να συμφωνεί με τον ομιλητή (μα δεν ξέρω τι είναι το
χρηματιστήριο) <Α>, ενώ παράλληλα η εμφατική δόμηση του συμπλέγματος εκφράσει
δικαιολόγηση.
(26) <Χ> γιατί η Σάμος δεν έχει ωραίες παραλίες;
<ΑΝ> δεν ξέρω αλλά φαντάζομαι θα ναι ο ένας πάνω στον άλλο [@@@
[FY04-0049]
(27) <A> εμένα η αδερφή μου είχε πάει σε ένα διαιτολόγο της:: […] και μετά της έδινε να
τρώει πάντα ένα φρούτο
<Μ> δεν ξέρω αλλά έχω ακούσει:: είχα ακούσει δυο τρεις τώρα δε θυμάμαι ακριβώς να σου
πω όχι όμως άσχετους ξέρω ‘γώ κάτι διαιτολόγους και κάτι τέτοια ξέρω ‘γώ (.) λέγαν ότι::
[FY04-0059]
(28) <A> έλα μου ντε (.) μα εγώ δεν ξέρω τι είναι το χρηματιστήριο
<Β> @@@
<Ε> εγώ ξέρω περίπου τι είναι αλλά δεν ξέρω να παίξω και χρηματιστήριο στη μονόπολη
[FY04-0056]
Αρκετά συχνά, η σύναψη δεν ξέρω ακολουθεί παραγλωσσικά στοιχεία που
χρησιμοποιούνται ως δείκτες λήψης λόγου (29-31). Τα παραγλωσσικά στοιχεία φαίνεται
να αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε περιβάλλον άρνησης. Στο απόσπασμα (29) ο ομιλητής
<Ε> επειδή πιθανότατα αιφνιδιάζεται (φαίνεται από τη χρήση του α) από τη σύντομη
συμβολή του προηγούμενου ομιλητή, λαμβάνει το λόγο εκφράζοντας άγνοια. Στο
εκφώνημα (30) αναιρούνται οι κατάλληλες συνθήκες εναλλαγής (misprojection). Παρόλα
αυτά το σύμπλεγμα ε δεν ξέρω πότε εξομαλύνει την παραβίαση αυτή. Ο ομιλητής <Μ> στο
πλαίσιο της συνεργατικής συμπλήρωσης λαμβάνει το λόγο με τη χρήση του ε, ενώ με το
υπόλοιπο σύμπλεγμα δεν ξέρω πότε απαντά στο ερώτημα του <Β>. Στο (31) ενισχύεται η
άποψη ότι τα στοιχεία ενός συμπλέγματος μπορεί να επιτελούν διαφορετικές λειτουργίες.
Με το στοιχείο α::, ο ομιλητής <Δ> δηλώνει ότι έχει κατανοήσει το προς συζήτηση ζήτημα,
ενώ με το δεν ξέρω εκφράζει αδυναμία να πληροφορήσει το συνομιλητή του.
80 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
(29) <Ε> δηλαδή το μήνυμα αφού είδε το δικό σου πιστεύεις ότι έστειλε το δικό του;
<Β> ναι (_)
<Ε> α δεν ξέρω
[FD04-0007]
(30) <Β> δε θα στο κλείσουν αύ[ριο;
<Μ> [ε δεν ξέρω πότε θα μου το κλείσουνε
[FD04-0039]
(31) <Δ> για το σήμα; δεν ξέρω η μαμά το πήρε
<Σ> πληρώσαμε νομίζω […] και ενενήντα κάτι:: για το παλιό;
<Δ> για ποιο;
<Ε> […] το παλιό (.) της μαμάς
<Δ> α:: δεν ξέρω
[FY03-0006]
Ολοκληρώνοντας την εξέταση των συμπλεγμάτων άρνησης που περιέχουν το ρήμα
ξέρω, πρέπει να αναφέρουμε μια από τις σημαντικές παρατηρήσεις μας που σχετίζεται με
την προηγούμενη. Οι επαναλαμβανόμενες εκφορές άρνησης που περιέχουν το ρήμα ξέρω
λειτουργούν και ως εναρκτήρια στοιχεία στο συνομιλιακό λόγο (32-34). Στο (32) ο
ομιλητής <Ε> θέτει ένα ερώτημα το οποίο ο ομιλητής <Ν2> αποφεύγει να απαντήσει
χρησιμοποιώντας το σύμπλεγμα δεν ξέρω, ενώ στη συνέχεια προσθέτει μια μη
αναμενόμενη πληροφορία που αλλάζει το θέμα συζήτησης. Όμοια και στο (33) ο <ΑΙ>
αποφεύγει να συμφωνήσει με τον <Ι> προβάλλοντας την προσωπική του εκτίμηση. Με το
(34) προβάλλουμε τη συχνή χρήση του εναρκτικού στοιχείου δεν ξέρω, όταν ο ομιλητής
λαμβάνει το λόγο πριν από την περάτωση του εκφωνήματος του προηγούμενου. Στη
συγκεκριμένη περίπτωση ο ομιλητής <Σ> δεν έχει ολοκληρώσει τη συνεισφορά του , όταν ο
<Δ> τον διακόπτει. Ο <Σ> παρεμβαίνει και συνεχίζει από το σημείο που ο λόγος του είχε
διακοπεί.
(32) <Ε> ή στην ηλικία σας;
<Ν2> δεν ξέρω είχα μάθει για την κόρη του ότι:: […] ήτανε:: μια πολύ βρομερή με τρίχες στις
μασχάλες
[FD04-0046]
(33) <Ι> ναι γιατί δεν είχαμε πει ναι; τι σου ‘χα πει (.)
<ΑΙ> δεν ξέρω εγώ πάντως έκανα τόσες ετοιμασίες έτσι;
[FY03-0001]
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 81
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
(34) <Σ> […] το βλέπει ο αδερφός μου κάθε Πέμπτη (.) ένα μισάωρο κρατάει μόνο [σα@@@
είναι (.)
<Δ> [ναι
<Σ> [δεν ξέρω γέλαγ’ εκεί πέρα (.) […]
[FY03-0004]
Συνοψίζοντας, τα συμπλέγματα που περιέχουν τη σύναψη δεν ξέρω επιτελούν
πολλαπλές λειτουργίες: χρησιμοποιούνται ως ελάχιστες συνεισφορές ειδικά σε
περιπτώσεις που κάποιος ομιλητής εκφωνεί εκτενή εκφωνήματα με αφηγηματικό
χαρακτήρα. Λειτουργούν ως στοιχεία περάτωσης του λόγου, εναρκτήρια στοιχεία, δείκτες
μετάβασης σε μια νέα πληροφορία κ.α.
5. Σημασιολογικές παρατηρήσεις στις ρηματικές δομές άρνησης
Η συζήτηση σχετικά με τις εμφανίσεις του μορίου δεν στο προφορικό λόγο θα εστιαστεί στο
συσχετισμό των λεξικογραμματικών δομών που πλαισιώνουν το δεν με τους
πραγματολογικούς σκοπούς που μπορεί να εξυπηρετούν. Ως αφετηρία θα θέσουμε την
εξέταση της συστηματικής συμπαρουσίας του ρήματος, που συνιστά τον πυρήνα της
πληροφορίας (βλ. Κλαίρης & Μπαμπινιώτης 2004). Θεωρητικά το ρήμα εγκιβωτίζει ένα
μεγάλο μέρος από τη γνώση του κόσμου και εκφράζει μια σύντομη και σχετικά σταθερή
(ως προς το περιεχόμενο) δήλωση για το τι ισχύει στην πραγματικότητα. Η άρνηση
εκφράζει μια αντίφαση με την πραγματικότητα και συγκεκριμένα το αρνητικό μόριο δεν
φαίνεται να συμβάλλει στην αντίληψη μιας νέας πραγματικότητας, όπως την υιοθετεί το
ομιλούν υποκείμενο σε μια δεδομένη κατάσταση πραγμάτων. Αυτή η πραγματικότητα δεν
κινείται στο δίπολο αλήθεια – ψεύδος, αλλά σε ένα συνεχές βάσει του οποίου επιχειρείται
η προσέγγιση των προσδοκιών των ομιλητών.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα πορίσματα της έρευνας, αξίζει να σχολιαστούν οι
συγκεκριμένες επιλογές ρημάτων όπως είμαι, ξέρω, έχω και μπορώ. Η ιδιαιτερότητά τους
έγκειται στην ευρεία σημασιολογική τους διάσταση, καθώς σχετίζονται με την υπαρξιακή
αναζήτηση και τοποθέτηση του εαυτού μας στον κόσμο. Τα ρήματα είμαι και έχω
αποτελούν τα βασικά ρήματα που σχετίζονται με την εμπειρία και την αντίληψη της
πραγματικότητας. Για παράδειγμα, τα εκφωνήματα δεν είναι σωστό και δεν έχεις δίκιο
αποτελούν τυπικά συμπλέγματα που συχνά εμφανίζονται στον λόγο. Η παραπλήσια
σημασία τους επιτρέπει τη χρήση της μίας ή της άλλης έκφρασης στο ίδιο κειμενικό
περιβάλλον. Αν επιχειρήσουμε να εμβαθύνουμε, θα διαπιστώσουμε ότι τα συμπληρώματα
σωστό και δίκιο ανακαλούν ένα σχήμα αντιθέτων (σωστό-λάθος, δίκαιο-άδικο).
Ταυτόχρονα, η απρόσωπη διάσταση του είναι προβάλλει τη γενικώς αποδεκτή εκτίμηση
82 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
για το τι θεωρείται σωστό, ενώ στο ρήμα έχεις μπορεί να αποτυπωθεί η ατομική, άρα και
υποκειμενική, θεώρηση του δικαίου. Η ύπαρξη του αρνητικού μορίου δηλώνει την
παραβίαση αυτής της συνθήκης που αφορά το σωστό και το δίκαιο. Σε πραγματολογικό
επίπεδο θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι το απρόσωπο είναι δεν θίγει το αρνητικό
πρόσωπο του συνομιλητή και άρα συνάδει με τις αρχές της γλωσσικής ευγένειας (Brown &
Levinson 1987) σε μεγαλύτερο βαθμό από το έχεις.
Το ρήμα ξέρω κινείται στον άξονα γνώση-άγνοια. Στα δεδομένα φαίνεται επιπλέον
να λαμβάνει κυρίως τη σημασιολογική χροιά της αβεβαιότητας όπως π.χ. στο (35):
(35) <Τ> με την εκδρομή τι θα κάνεις;
<Μ> δεν ξέρω έλεγα να πάω
[FYO4-0054]
Στο (35) το λεξικό σύμπλεγμα δεν ξέρω χαρακτηρίζεται και από επιτονική ενότητα. Η
άγνοια που προβάλλεται από την έκφραση δεν ξέρω μετριάζεται στη συνέχεια του
εκφωνήματος, καθώς προβάλλεται ένα πιθανό σενάριο ως απάντηση στο ερώτημα.
Μια επιπλέον λειτουργία του συμπλέγματος δεν ξέρω σχετίζεται με την παροχή
χρόνου στον ομιλητή για παραμονή στο ίδιο θέμα. Αν συνυπολογίσουμε τις παύσεις που
ακολουθούν μετά τη χρήση του συμπλέγματος αλλά και την επανάληψη δεν ξέρω δεν ξέρω,
μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι ομιλητές κερδίζουν χρόνο προκειμένου να συνθέσουν τα
επιχειρήματά τους σε παραδείγματα όπως το (36).
(36) <Α> ε:: εγώ πιστεύω ε:: ότι απογοητεύονται μωρέ […] και ψάχνουν καταφύγιο σε
ψέματα ε;
<Β> δεν ξέρω δεν ξέρω εγώ πιστεύω ότι είναι των γονιών και του σχολείου[…]
[XD04-0003]
Αντίθετα, η παρουσία του υποκειμένου στο πρώτο πρόσωπο της προσωπικής
αντωνυμίας στα (37) και (38), του οποίου η παρουσία στη νέα ελληνική θεωρείται
προαιρετική ή και περιττή, μπορεί να υποδηλώνει την απεμπλοκή του υποκειμένου από
την προβαλλόμενη κατάσταση πραγμάτων.
(37) εγώ δεν ξέρω η Ευρυκλιώ τα κανόνισε
[FD04-0006]
(38) η Μαρία μας είπε εγώ δεν ξέρω
[XD04-0038]
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 83
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Εδώ, οι ομιλητές φαίνεται ότι προσπαθούν να εξισορροπήσουν το σημασιολογικό φορτίο
του συμπλέγματος δεν ξέρω με τη βοήθεια της σύνταξης και του επιτονισμού, προκειμένου
να προστατεύσουν τον εαυτό τους από μια ενδεχόμενη αρνητική έκθεση.
Το ρήμα ξέρω αποτελεί συνηθισμένη επιλογή για το σχηματισμό μιας πλάγιας
ερώτησης, όπως φαίνεται στα δεδομένα. Η προτίμηση μιας πλάγιας ερώτησης με
εισαγωγικό ρήμα με άρνηση αντί μιας ευθείας ερώτησης συνδέεται μάλλον με την
προθετικότητα των ομιλητών όπως φαίνεται στο (39).
(39) <Μ> άλλο λέω δεν ξέρω αν ο Τσάβες θα οδηγούσε σε αυτό
[XY04-0036]
Η απάντηση στην ευθεία ερώτηση (ολικής άγνοιας) θα ήταν ναι ή όχι. Δεν ισχύει το
ίδιο και με την πλάγια ερώτηση στο (39), καθώς η εισαγωγική έκφραση θέτει σε
αμφισβήτηση κάθε μια από τις δύο ενδεχόμενες απαντήσεις προκειμένου να δώσει έμφαση
στην αιτιολόγησή της (40)
(40) <Α> γιατί ρε παιδί μου δεν ξέρω κι ακριβώς δηλαδή από τα πολύ λίγα που έχω υπόψη
μου (.) έχει πολύ έντονες διαπλοκές με τα πετρέλαια της περιοχής
<Π> ναι
[XY04-0036]
Η καταφατική απάντηση του συνομιλητή που ακολουθεί δεν αναφέρεται στην ερώτηση
αλλά στα όσα υποστήριξε προηγουμένως ο συνομιλητής. Καταλήγουμε συνεπώς στο
συμπέρασμα ότι εδώ η άρνηση συνιστά μια επιλογή που εκπηγάζει από τις συνομιλιακές
και επιχειρηματολογικές στρατηγικές. Το σύμπλεγμα δεν ξέρω κι ακριβώς λειτουργεί
διεπιδραστικά καθώς δικαιολογεί τη συμβολή του ομιλητή και προωθεί τη συμπλήρωση
από το συνομιλητή. Σε επιχειρηματολογικό επίπεδο, η αρνητική εκφορά προκαταλαμβάνει
τον συνομιλητή, προκειμένου να αποδεχτεί την αιτιολόγηση του ομιλητή ως μια
επιτρεπτή άποψη.
Η περίπτωση του τροπικού ρήματος μπορώ αναδεικνύει το ζήτημα της τροπικότητας
και της σχέσης της με την άρνηση. Το μόριο δεν στο σύμπλεγμα συμβάλλει στην
τροπικότητα ως δείκτης άρνησης, προσδίδοντας διαφοροποιητική πληροφοριακή αξία σε
προτασιακό επίπεδο. Η τροπικότητα προβάλλει τις υποκειμενικές εκτιμήσεις του ομιλητή
σχετικά με το περιεχόμενο του κατηγορήματος (βλ. Σετάτος 1988, Πολίτης 2000, Βελούδης
2010). Τα τροπικά ρήματα δεν αποτελούν το βασικό κατηγόρημα της πρότασης αλλά
84 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
λειτουργούν ως σημασιολογικοί τροποποιητές των συμπληρωμάτων τους, οργανώνοντας
φρασεολογικές ενότητες. Σύμφωνα με τα παραπάνω, κοινός παράγοντας μεταξύ τροπικών
ρημάτων και γλωσσικής άρνησης μπορεί να θεωρηθεί η ρητή ή υπονοούμενη δήλωση της
υποκειμενικότητας.
Ο σημασιολογικός χρωματισμός της τροπικότητας όπως φαίνεται από τα προφορικά
δεδομένα εξαρτάται από το στενό αλλά και το ευρύτερο κειμενικό περιβάλλον. Στο (41) ο
ομιλητής προσπαθεί να αποφύγει την αποκάλυψη μιας παρελθοντικής προσωπικής
συζήτησης που είχε με τη Βερόνικα.
(41) <ΑΙ> είχαμε μια συζήτηση
<Ι> περί ποιανού θέματος;
<ΑΙ> ε τώρα δε μπορώ να σου πω
<Ι> σόκιν σόκιν;
<ΑΙ> δε μπορώ να σου πω τώρα
[FY03-0001]
Στο παραπάνω παράδειγμα, η σημασία της δυνατότητας προεκτείνεται, καθώς ο ομιλητής
φαίνεται να υπονοεί ότι δεν του επιτρέπεται να αποκαλύψει το περιεχόμενο της
συζήτησης. Η χρήση του επιρρήματος τώρα (αξιοσημείωτη είναι και η μετακίνησή του)
προσθέτει άλλη μια πληροφορία, ότι η αδυναμία αυτή είναι προσωρινή ίσως γιατί
παρευρίσκονται και άλλοι στον ίδιο χώρο. Στην ίδια κατεύθυνση μας οδηγεί και η
απάντηση του συνομιλητή (σόκιν σόκιν;) αφού μοιάζει να κατανοεί την ιδιαιτερότητα της
αδυναμίας του. Το δεν ως ενισχυτής στην τροποποίηση της σημασίας βρίσκεται σε
εξάρτηση από τη ρηματική δομή. Η πιθανή απουσία του τροπικού ρήματος (δε σου λέω) ή η
υποκατάσταση του δεν με το μην (μπορώ να μην σου πω;) σε μορφή ερώτησης, θα άλλαζε
εντελώς το νόημα. Στην πρώτη περίπτωση η απουσία του τροπικού ρήματος θα
υποδήλωνε την οριστική απόρριψη της επιθυμίας του συνομιλητή, ενώ στη δεύτερη
περίπτωση θα αλλοίωνε τον υφολογικό χαρακτήρα της πρότασης, καθώς ο ομιλητής θα
ακουγόταν περισσότερο αυστηρός απ’ ό,τι θα επέτρεπε μια φιλική συνομιλία.
Με αφετηρία το τροπικό ρήμα μπορώ και παρατηρώντας τα δεδομένα συνολικά,
μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι ομιλητές χρησιμοποιούν λεξιλογικούς συνδυασμούς
άρνησης με έντονο το στοιχείο της τροπικότητας. Αυτό φανερώνει η χρήση των ρημάτων
έχω και είναι σε εκφωνήματα όπως δεν έχω να γράψω κάτι (δεν πρέπει) και δεν είναι δυνατό,
καθώς και η παρουσία του πιθανολογικού θα σε εκφράσεις όπως δε θα είχα κανέναν
ενδοιασμό, δε θα στο έλεγα. Τα δεδομένα αποκαλύπτουν την τάση των ομιλητών να
επιλέγουν δομές με ασαφή και υποκειμενικό (τροπικό) χαρακτήρα, προσδίδοντας τον
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 85
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
αναγκαίο βαθμό αληθοφάνειας μέσω του δεν. Ο δείκτης άρνησης φαίνεται ότι τελικά
λειτουργεί περισσότερο ως εξισορροπιστής, καθώς διαθέτει την απαραίτητη ευελιξία που
του επιτρέπει να εναρμονίζεται με τη διαδικασία τροποποίησης της σημασίας.
Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι η συνεμφάνιση ισχυρών στοιχείων μέσα στα συμπλέγματα
(δείκτης άρνησης, ρήμα) δεν λειτουργεί περιοριστικά. Η δυναμική που χαρακτηρίζει αυτά
τα στοιχεία προωθεί τη δημιουργική χρήση της γλώσσας.
6. Ιδιαίτερες λειτουργίες της άρνησης
Θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε καλύτερα τη λειτουργικότητα της άρνησης, αν
προσπαθούσαμε να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί ο δείκτης άρνησης προτιμά να
σχηματίζει πλαισιωμένες δομές, δηλαδή δομές λεξικών συμπλεγμάτων. Σύμφωνα με τις
προηγούμενες διαπιστώσεις, μπορούμε να συνδέσουμε την τάση αυτή με τη σημασιολογική
ευρύτητα των ρημάτων που το συνοδεύουν. Το δεν ως το ισχυρότερο στοιχείο της άρνησης
λειτουργεί μέσα στα συμπλέγματα περιοριστικά, ώστε το σημασιολογικό αποτέλεσμα του
συμπλέγματος να παρουσιάζει όσο το δυνατόν λιγότερες ασάφειες και κατά συνέπεια
μεγαλύτερη αληθοφάνεια. Ο υποκειμενικός χαρακτήρας ορισμένων συμπλεγμάτων
άρνησης δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για τη σύνθεση εμφατικών δομών άρνησης, οι
οποίες θα ενισχύσουν την αποδεκτότητα των ισχυρισμών των ομιλητών. Τα γλωσσικά
στοιχεία που συμμετέχουν σε αυτές τις δομές ποικίλλουν (αντωνυμίες, επίθετα,
επιρρήματα, ονόματα), όπως και ο ρόλος τους.
Στα δεδομένα παρατηρείται συχνή χρήση των αόριστων αντωνυμιών κανείς (δεν
έχει καμία δουλειά/ σχέση, δεν έχει κανένα), τίποτα (δεν ξέρω τίποτα, δεν είναι τίποτα, δεν έχει
τίποτα), κάτι (δεν ξέρω κάτι, δεν είναι κάτι από σένα) και άλλος (δεν έχει άλλο). Στο
παράδειγμα (42) η αόριστη αντωνυμία κανένας τοποθετείται εκτός και εντός του πεδίου
της άρνησης.
(42) <Λ> εγώ πιστεύω ότι στάνταρ πιστεύουν ότι υπάρχει κάτι το οποίο είναι ανώτερο είτε
αυτό το ονομάζουνε τύχη είτε αυτό το ονομάζουνε::: μοίρα οτιδήποτε (.) όπως κι αν το
ονομάζει κανείς εγώ πιστεύω ότι (.) θεοί για να μη φτάσω στην υπερβολή και πω ότι δεν
είναι κανένας.
[FY04-0055]
Είναι φανερό ότι οι αντωνυμίες κανείς και κανένας στο (42) δεν έχουν την ίδια
πραγματολογική σκοπιμότητα. Στην πρόταση όπως κι αν το ονομάζει κανείς η αντωνυμία
κανείς παρουσιάζεται με τη σημασία του οποιοσδήποτε, ενώ στην έκφραση δεν είναι κανένας
η αντωνυμία κανένας αποκτά εμφατικά αρνητική σημασία ως απόρροια της γειτνίασης με
86 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
το δείκτη άρνησης. Επιπλέον η οντότητα για την οποία γίνεται λόγος (θεοί) δεν συμφωνεί
συντακτικά με την έκφραση, κάτι που μπορεί να επιβεβαιώσει ότι η φράση δεν είναι
κανένας συνιστά σύμπλεγμα. Ο πυρήνας του νοήματος που επιδιώκει ο ομιλητής να
μεταφέρει συμπυκνώνεται σε αυτή τη μικρή φράση.
Η συσσώρευση αρνήσεων, επιπλέον, μπορεί να θεωρηθεί ως μια ακόμα στρατηγική
απόδοσης έμφασης στην άρνηση όπως στο (43) και εξάλειψης της υποκειμενικότητας του
περιεχομένου των επιχειρημάτων.
(43) δηλαδή εγώ θα γούσταρα να πάω σε ένα τέτοιο σχολείο που δεν είναι ούτε πρότυπο,
ούτε πειραματικό, ούτε τίποτα
[FY03-0008]
Εδώ με τη χρήση του ούτε επιχειρείται η προσέγγιση του επιδιωκόμενου μηνύματος μέσω
της εξαίρεσης μιας σειράς επιλογών. Ο πυρήνας του περιεχομένου δεν αφορά τα
εξαιρούμενα στοιχεία, αλλά αυτό που μένει από αυτή τη διαδικασία αποκλεισμού. Η
εξαγόμενη πληροφορία δεν προκύπτει πάντα ως λογικό αποτέλεσμα, γεγονός που μας
οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η άρνηση συνιστά εδώ μέθοδο πειθούς.
Η χρήση πλεοναστικών στοιχείων όπως το εγώ και το αυτό στα συμπλέγματα
άρνησης μπορεί να θεωρηθεί ως μηχανισμός έμφασης (44-46). Επιπλέον οι συνεχείς
επαναλήψεις στοιχείων ή και ολόκληρων συμπλεγμάτων κινούνται στην ίδια κατεύθυνση.
(44) <Λ> […] προσπαθούσε να πιάσει τις κουβέντες μου να τις αντιστρέψει (.) δηλαδή δεν
μπορώ να το πιστέψω αυτό ότι (.) τελικώς ξέρεις έναν άνθρωπο χρόνια και φτάνει σ’ αυτό
το σημείο (.) δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό(_)
<Κ> ε δεν ξέ[ρεις
<Λ> δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό
[FD04-0006]
(45) <Ν> όχι ρε τα ψάρια ήταν να πάμε να τα πάμε Μαραθώνα
<Σ> (_) α ναι;
<Ν> ναι
<Σ> δεν το ήξερα εγώ αυτό
[MY04-0016]
(46) <Α> αν είναι δυνατόν αν είναι αν είναι σ- δεν το είχα ξανακούσει αυτό δεν το είχα
ξανακούσει αυτό
[FD04-0006]
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 87
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Μερικές από τις εμφανίσεις στον κατάλογο συχνοτήτων ήταν τα δεν είναι μόνο ότι,
δεν είναι τόσο (το). Παρατηρώντας προσεκτικότερα το περιβάλλον που εμφανίζονται,
φάνηκε πως πρόκειται για επαναλαμβανόμενες προτασιακές δομές (δεν είναι μόνο ότι…
είναι και, δεν είναι τόσο το + ονοματική φράση …το θέμα είναι/όσο…) Η λειτουργία αυτών
των διευρυμένων συμπλεγμάτων δημιουργεί την αίσθηση κλιμάκωσης από τη γνωστή στη
νέα πληροφορία στοχεύοντας στην προβολή της νέας.
Στο εκφώνημα (47) παρακολουθούμε τη σταδιακή οικοδόμηση της συνεισφοράς. Ο
ομιλητής θέτει ένα ερώτημα το οποίο απαντά μέσω της συμπλεγματικής δομής. Το πρώτο
σκέλος του συμπλέγματος (δεν είναι μόνο ότι κάνουμε εμείς τη δουλειά) προετοιμάζει το
έδαφος για την εισαγωγή της νέας και σημαντικής πληροφορίας (είναι ότι αισθανόμαστε και
ριγμένες) στην οποία ο συνομιλητής θα πρέπει να εστιάσει.
(47) <Β> […] γιατί ξέρεις ποιο είναι το θέμα; δεν είναι μόνο ότι κάνουμε εμείς τη δουλειά
που ήταν να κάνουνε είναι ότι αισθανόμαστε και ριγμένες ότι τι; εμείς είμαστε χαζές […]
[FY04-0055]
Τέλος, η πρόταξη του πρώτου προσώπου της προσωπικής αντωνυμίας πριν από το
δείκτη άρνησης προκαλεί εύλογα ερωτήματα, καθώς η συντακτική πληροφορία του
υποκειμένου ενυπάρχει στην κατάληξη του ρήματος (48). Η χρήση του, όπως φαίνεται στα
δεδομένα, δεν στοχεύει τόσο στην ανάδειξη του υποκειμένου. Ο ομιλητής <Γ> μπορεί να
χρησιμοποιεί την προσωπική αντωνυμία εγώ για αρκετούς λόγους. Σε κάθε περίπτωση η
πλεοναστική χρήση της προσωπικής αντωνυμίας σχετίζεται με τις επικοινωνιακές
προθέσεις των ομιλητών (βλ. και Γκούμα σε αυτόν τον τόμο).
(48) <Δ> πες μου κι εσύ τώρα (.) για να καταλάβω κι εγώ εξήγησέ μου
<Γ> κοίταξε εγώ δεν το θεωρώ απίθανο (.) δε μπορείς να καταλάβεις πώς σκέφτεται το
μυαλό ενός κολλημένου ανθρώπου
[FD04-0006]
7. Συμπεράσματα
Η μελέτη του αρνητικού μορίου δεν στηριζόμενη σε ένα εκτεταμένο σώμα προφορικών
συνομιλιών φανέρωσε γνωστές και άγνωστες πτυχές του γλωσσικού φαινομένου της
άρνησης στα ελληνικά. Σε αρχικό στάδιο η αναζήτηση συμπλεγμάτων που περιέχουν τον
δείκτη άρνησης εξυπηρετούσε μεθοδολογικούς σκοπούς. Η σταδιακή μελέτη των
αποτελεσμάτων φανέρωσε την τάση του μορίου να λειτουργεί συμπλεγματικά. Η υψηλή
συχνότητα εμφάνισης συμπλεγμάτων όπως και η μεγάλη ποικιλία τύπων υπήρξε η πρώτη
88 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
σημαντική ένδειξη. Εξετάζοντας τα συμπλέγματα στο περιβάλλον εμφάνισής τους
επαληθεύσαμε την αρχική μας υπόθεση. Η άρνηση στον προφορικό λόγο πραγματώνεται
μέσα από επαναλαμβανόμενες δομές κλιμακούμενου εύρους.
Εστιάζοντας στην εσωτερική δομή των συμπλεγμάτων παρατηρήσαμε ότι τα ισχυρά
στοιχεία που το απαρτίζουν δηλαδή το μόριο και το ρήμα λειτουργούν ενιαία, αποτελούν
δηλαδή ένα δομικό και νοηματικό πυρήνα γύρω από τον οποίο έλκονται διαδοχικά άλλα
λεξικογραμματικά στοιχεία (επιρρήματα, επίθετα, αντωνυμίες, σύνδεσμοι, μόρια,
προτάσεις). Η παραπάνω παρατήρηση πρόβαλε έναν ακόμα προβληματισμό σχετικά με
τους παράγοντες που καθορίζουν τον τρόπο δόμησης αυτών των συμπλεγμάτων. Για το
σκοπό αυτό κρίναμε απαραίτητη τη μελέτη των συμπλεγμάτων σε ένα ευρύτερο πλαίσιο
που θα μας επέτρεπε να μελετήσουμε τη συμπεριφορά των συμπλεγμάτων μέσα στα
εκφωνήματα. Το εγχείρημα αυτό αποκάλυψε ότι τα συμπλέγματα άρνησης έχουν
διευρυμένο ρόλο και συνιστούν στοιχεία οικοδόμησης του συνομιλιακού λόγου. Κατά
συνέπεια, ο τρόπος που δομούνται τα συμπλέγματα άρνησης συνδέεται πρωτίστως με τα
επικοινωνιακά και δομικά χαρακτηριστικά του προφορικού λόγου και συγκεκριμένα του
συνομιλιακού λόγου. Στη συνέχεια θα πρέπει να επιλεχθούν και να αξιοποιηθούν
κατάλληλα τα στοιχεία που μπορούν να εξυπηρετήσουν αυτό το σκοπό.
Συγκεκριμένα, εξακριβώθηκε ότι στις συνομιλίες κυριαρχούν συμπλέγματα
αναφοράς, στάσης και κειμενικής οργάνωσης. Οι λειτουργίες αυτών των εκφορών
συνδέονται άρρηκτα με τα τυπικά χαρακτηριστικά της καθημερινής προφορικής
συνομιλίας. Τα συμπλέγματα αναφοράς αποτελούν οργανωτικά στοιχεία που συνδέουν και
συμπυκνώνουν τα διαδοχικά εκφωνήματα διευκολύνοντας την ομαλή εξέλιξη της
συνομιλίας. Τα συμπλέγματα στάσης συνδέονται με τις διαφορετικές αντιλήψεις και
απόψεις των ατόμων που συμμετέχουν, ενώ τα συμπλέγματα κειμενικής οργάνωσης
(κυρίως στην έναρξη ή λήξη του εκφωνήματος) διευκολύνουν την ευρύτερη οργάνωση
της συνομιλίας.
Στην ίδια κατεύθυνση οδηγεί και η συστηματική προτίμηση λεξικών στοιχείων που
εμφανίζονται συχνά στον προφορικό λόγο (όχι μόνο σε περιβάλλον άρνησης) όπως τα και,
το, είναι, ξέρω. Τα συμπλέγματα άρνησης που εμφανίζονται στα προφορικά δεδομένα
επιλέγουν να απαρτίζονται από στοιχεία τα οποία χρησιμοποιούνται ευρέως στα
προφορικά κείμενα. Η προτίμηση αυτή αποδεικνύει ότι η άρνηση διαθέτει όλους εκείνους
τους μηχανισμούς που της επιτρέπουν να ανταποκρίνεται ευέλικτα σε διαφορετικά είδη
λόγου. Το ίδιο ισχύει και σε συντακτικό επίπεδο. Ο τρόπος που συντάσσονται τα
εκφωνήματα στοχεύει στη δημιουργία απλών δομών που μπορούν να ανασχηματίζονται
για την εκπλήρωση διαφορετικών επικοινωνιακών αναγκών.
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 89
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Η μελέτη των δεδομένων αποκάλυψε ότι τα συμπλέγματα άρνησης έχουν
λειτουργικό ρόλο στη διαδικασία οικοδόμησης της συνομιλίας. Φάνηκε ότι συμπλέγματα
άρνησης λειτουργούν κυρίως ως εναρκτήρια στοιχεία δηλαδή ως δείκτες λήψης του
λόγου. Σε αρκετές περιπτώσεις που ο ομιλητής λαμβάνει το λόγο πριν από την
ολοκλήρωση της προηγούμενης συνεισφοράς, χρησιμοποιεί συμπλέγματα άρνησης για να
συμπληρώσει συνεργατικά το εκφώνημα του συνομιλητή του. Αρκετά συχνά οι εκφορές
άρνησης δρουν διορθωτικά ή αυτοδιορθωτικά στις συνεισφορές. Επιπλέον αξιοσημείωτη
θεωρείται η χρήση τους σε επίπεδο διαλογικών ζευγών. Οι ομιλητές συνηθίζουν να
επαναχρησιμοποιούν τα συμπλέγματα άρνησης, με σκοπό να απαντήσουν σε κάποιο
ερώτημα, να ανατροφοδοτήσουν τη συζήτηση με την εισαγωγή μιας νέας πληροφορίας ή
να επανορθώσουν μια συνεισφορά. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι σε περιπτώσεις που
υπάρχουν αφηγηματικά κομμάτια μέσα στη συνομιλία ή εκτενή εκφωνήματα, τα
συμπλέγματα άρνησης λειτουργούν ως ελάχιστες μονάδες συνεισφοράς υποβοηθώντας
την εξέλιξη της συνομιλίας.
Η μελέτη της χρήσης των λεξικών συμπλεγμάτων άρνησης στον προφορικό λόγο
υποδεικνύει την πολλαπλή λειτουργικότητά τους. Ωστόσο, η έρευνά μας έδειξε ότι υπάρχει
ισχυρή τάση του αρνητικού μορίου δεν να οργανώνει και να οργανώνεται σε
κλιμακούμενου εύρους λεξιλογικά συμπλέγματα. Η εξέταση των λεξικών συμπλεγμάτων
στα οποία εμφανίζεται το αρνητικό μόριο δεν υποδηλώνει ένα πλήθος λειτουργιών. Οι
παγιωμένες εκφράσεις με άρνηση καταδεικνύουν το βαθμό εξοικείωσης των ομιλητών με
πραγματολογικές διαδικασίες πειθούς και επιχειρηματολογίας, αν και είναι σαφές ότι
χρειάζεται περισσότερη έρευνα για να προσδιοριστεί με ακρίβεια ο ρόλος κάθε λεξικού
συμπλέγματος. Στο πλαίσιο αυτό σημαντική είναι και η σύγκριση των δεδομένων από τον
ελληνικό προφορικό λόγο με τα ευρήματα της έρευνας για άλλες γλώσσες όπως τα
αγγλικά (βλ. Biber et al. 1999) και η αξιοποίησή τους για διδακτικούς σκοπούς (βλ.
O’Keeffe et al. 2007). Τα σώματα κειμένων προφορικού λόγου αποτελούν σημαντικά
εργαλεία για τη μελέτη εκφωνημάτων ενταγμένων σε συγκεκριμένα επικοινωνιακά
περιβάλλοντα και επομένως την επαρκέστερη εξέταση γλωσσικών φαινομένων όπως αυτό
της άρνησης.
90 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
Βιβλιογραφία
Anthony, L. Antconc (Version 3.2.4) [Computer Software] Tokyo, Japan, Waseda University. Διαθέσιμο στην
ιστοσελίδα http:// antlab.sci.waseda.ac.jp/.
Biber, D., Johansson, S., Leech, G., Conrad, S. & Finegan, E. 1999. Longman Grammar of Spoken and Written
English. London: Longman.
Brown, P. & Levinson, S. 1987. Politeness: Some Universals in Language Usage. Cambridge: Cambridge
University Press.
Evert, S. & Krenn, B. 2003. Computational approaches to collocations. Introductory course at the European
Summer School on Logic, Language, and Information (ESSLLI 2003), Vienna.
O’Keeffe, A., McCarthy, M. & Carter, R. 2007. From Corpus to Classroom: Language Use and Language Teaching.
Cambridge: Cambridge University Press.
Pearce, D. 2001. Synonymy in collocation extraction. Proceedings of the NAACL 2001 Workshop on WordNet and
Other Lexical Resources: Applications, Extensions and Customizations. CMU.
Sinclair, J. 1991. Corpus, Concordance, Collocation. Oxford: Oxford University Press.
Smadja, F. 1993. Retrieving collocations from text: xtract. Computational Linguistics 19 (1), 143-177
Βελούδης, Γ. 2005. Η άρνηση. Αθήνα: Πατάκης.
Βελούδης, Γ. 2010. Από τη σημασιολογία της ελληνικής γλώσσας: Όψεις της «επιστημικής τροπικότητας».
Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).
Θώμου, Π. 2006. Λεξιλογικές συνάψεις (lexical collocations) στη νέα ελληνική ως ξένη γλώσσα.
Διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Κρήτης.
Κανάκης, Κ. 2007. Εισαγωγή στην πραγματολογία: Γνωστικές και κοινωνικές όψεις της γλωσσικής χρήσης.
Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.
Κλαίρης, Χ. & Μπαμπινιώτης, Γ. 2004. Γραμματική της Νέας Ελληνικής, δομολειτουργική-επικοινωνιακή.
Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Πολίτης, Π. 2000. Η επιστημική τροπικότητα στο πλαίσιο της συνομιλίας: Η περίπτωση των δοξαστικών
ρημάτων. Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Σετάτος, Μ. 1988. Παρατηρήσεις σχετικά με τα όχι, μη, δε στο σύστημα αρνήσεων της κοινής
νεοελληνικής. Ελληνικά 43 (2), 381-389.
Φέρλας, Α.-Έ. 2011. Ο προκατασκευασμένος λόγος στα Ελληνικά και Αγγλικά. Μια μελέτη βασισμένη σε
σώματα κειμένων με προεκτάσεις στη διδασκαλία της γλώσσας. Διδακτορική διατριβή, Εθνικό και
Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 91
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
92 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 93
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Η θέση και η λειτουργία του εντάξει ως δείκτη λόγου σε προφορικά δεδομένα
Αρχοντούλα Μεντή
1. Εισαγωγή
Η μελέτη του απροσχεδίαστου και αυθόρμητου προφορικού λόγου μπορεί να μας
αποκαλύψει, μέσα από τις λεξικογραμματικές επιλογές των ομιλητών και τη μεταξύ τους
αλληλεπίδραση, τη δυναμική της γλώσσας στη χρήση της, καθώς και τις τάσεις αλλαγής ή
εξέλιξης που αυτή παρουσιάζει. Η συγκέντρωση ενός ικανού αριθμού προφορικών
δεδομένων, συστηματικά οργανωμένων, προσφέρει τη δυνατότητα ανάλυσης ποικίλων
λεξικογραμματικών στοιχείων του προφορικού λόγου και κατ’ επέκταση την ευκαιρία να
κατανοήσουμε καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η γλώσσα.
Από την προκαταρκτική έρευνα και περιγραφή του λεξιλογίου του ελληνικού
προφορικού λόγου (βλ. Γούτσος, σε αυτόν τον τόμο), ανάμεσα στα ευρήματα που
παρουσιάζουν ενδιαφέρον ξεχωρίζει η εμφάνιση του επιρρήματος εντάξει. Το εντάξει
βρίσκεται στη θέση 44 στον πίνακα με τις συχνότερες λέξεις των δεδομένων που
μελετώνται από το είδος της αυθόρμητης συνομιλίας, αποτελώντας το τέταρτο πιο συχνό
επίρρημα (μετά τα τώρα, πολύ, καλά), ενώ παράλληλα καταλαμβάνει την τέταρτη θέση στις
λέξεις-κλειδιά1 του προφορικού λόγου, δηλαδή στις λέξεις που εμφανίζονται με
στατιστικά μεγαλύτερη συχνότητα στα κείμενα αυτά, σε σύγκριση με το σύνολο των
γραπτών κειμένων (βλ. Γούτσος σε αυτόν τον τόμο, πίνακες 3 και 4α). Η διερεύνηση της
χρήσης αυτού του συχνού γλωσσικού στοιχείου κρίνεται άκρως ενδιαφέρουσα, καθώς
λεξικογραφικά το εντάξει περιγράφεται ως επίρρημα, το οποίο σε ορισμένα επικοινωνιακά
περιβάλλοντα παρουσιάζει λειτουργίες κειμενικής οργάνωσης. Πώς όμως χρησιμοποιείται
στην πραγματικότητα από τους φυσικούς ομιλητές καθημερινά; Πώς λειτουργεί στον
προφορικό λόγο και κατά πόσο χρησιμοποιείται ως δείκτης λόγου;
Οι δείκτες λόγου, ή αλλιώς κειμενικοί δείκτες (discourse markers), έχουν
αποτελέσει αντικείμενο έρευνας πολλών κλάδων της γλωσσολογίας τις τελευταίες
δεκαετίες. Τόσο ο ορισμός τους, όσο και ο καθορισμός της λειτουργίας τους μέσα από την
κατηγοριοποίησή τους έχουν απασχολήσει πολλούς μελετητές, προσφέροντας ένα ακόμα
πεδίο επιστημονικής αντιπαράθεσης, γεγονός που φαίνεται και από τους ποικίλους
βιβλιογραφικούς όρους που έχουν προταθεί.2 Για να συνοψίσουμε μια εκτεταμένη
βιβλιογραφία, πρόκειται για λεξικούς τύπους ή εκφράσεις που προέρχονται κυρίως από τις
1 Για την έννοια των λέξεων-κλειδιών, βλ. Bondi & Scott (2010) και Φραγκάκη (2012) για τα Ελληνικά.
2 Στα ελληνικά π.χ. μόρια, δείκτες λόγου, συνδετικά λόγου, τελεστές λόγου, πραγματολογικά συνδετικά, πραγματολογικές
εκφράσεις, πραγματολογικοί δείκτες, πραγματολογικοί τελεστές, σημασιολογικοί σύνδεσμοι, προτασιακά συνδετικά κ.ά.
94 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
συντακτικές κατηγορίες των συνδέσμων, των επιρρημάτων και των προθετικών φράσεων
και υποδηλώνουν σχέσεις ερμηνείας μεταξύ των τμημάτων του λόγου (Fraser 1999: 931).
Συντακτικά, κατέχουν περιφερειακό ρόλο, βρίσκονται απομονωμένοι από την υπόλοιπη
πρόταση, συνήθως σε αρχικές θέσεις και συχνά μπορούν να παραλείπονται χωρίς
επιπτώσεις. Σημασιολογικά, διατηρούν μεν μια πρωτοτυπική σημασία, ωστόσο, σύμφωνα
με τον Levinson (1983: 87-88), ο οποίος αναφέρεται σε εκφράσεις που συμμετέχουν στην
κειμενική δείξη (discourse deixis), δεν έχουν αληθειακή σημασία, δεν προσθέτουν τίποτα
στο λογικό περιεχόμενο του κειμένου, αλλά δείχνουν τη σχέση μεταξύ του εκφωνήματος
που τις περιέχει και του προηγούμενου εκφωνήματος.
Πρώτοι οι Halliday & Hasan (1976: 226, 241) υποστήριξαν πως οι δείκτες συντελούν
στη συνοχή του κειμένου, πραγματώνοντας μία από τις συνοχικές σχέσεις, τη
συνδετικότητα. Οι ίδιοι διέκριναν τις σχέσεις συνδετικότητας σε εξωτερικές, που
σχετίζονται με την αναπαράσταση του περιεχομένου και σε εσωτερικές, που σχετίζονται με
την επικοινωνιακή διαδικασία. Στο πλαίσιο της Θεωρίας της Συνάφειας, τα συνδετικά
λόγου (discourse connectives) αντιμετωπίζονται ως σημασιολογικοί περιορισμοί της
συνάφειας. Δεν διαθέτουν αναπαραστατική σημασία αλλά μόνο διαδικαστική, καθώς
αποτελούν ενδείξεις που υποβοηθούν τις διαδικασίες πρόσληψης και ερμηνείας των
εκφωνημάτων στα οποία εμφανίζονται και υποδεικνύουν συνδέσεις με τα συμφραζόμενα,
θέτοντας με αυτό τον τρόπο περιορισμούς στη συνάφεια, αφού η ερμηνεία προκύπτει από
ένα σύνολο υποθέσεων για το πώς συνδέονται μεταξύ τους τα εκφωνήματα (Fraser 1999:
937, Blakemore 2002: 157-167). Τέλος, σύμφωνα με το πρότυπο της Schiffrin (1987, 1994),
αποτελούν πολυλειτουργικά στοιχεία, υποδηλώνοντας σχέσεις λογικής πληροφορίας,
διαδοχικότητας και προθετικότητας μεταξύ των ενοτήτων του λόγου (βλ.
Γεωργακοπούλου & Γούτσος 1999: 129).
Η θέση και η λειτουργία των κειμενικών δεικτών έχουν μελετηθεί ιδιαίτερα στον
προφορικό λόγο, στον οποίο οι συχνότητες εμφάνισής τους είναι υψηλές και οι χρήσεις
τους ποικίλλουν ανάλογα με τις επικοινωνιακές περιστάσεις, κάτι που κάνει ακόμα πιο
δύσκολο τον καθορισμό της σημασίας τους. Στον προφορικό λόγο θεωρούνται εμβόλιμα
στοιχεία (inserts), που εμφανίζονται συνήθως στην αρχή του λόγου ενός ομιλητή και
συνδυάζουν δύο λειτουργίες: σηματοδοτούν τη μετάβαση στην εξελισσόμενη πορεία της
συνομιλίας και τη διαδραστική σχέση ανάμεσα σε ομιλητή, ακροατή και μήνυμα. Λέξεις
και φράσεις που είναι κειμενικοί δείκτες συχνά είναι αμφίσημες, αφού συνδυάζουν την
κειμενική τους λειτουργία με μια επιρρηματική. Ως εμβόλιμα στοιχεία, αποτελούν απλούς
μορφολογικά τύπους, που έχουν την τάση να επισυνάπτονται προσωδιακά σε μεγαλύτερες
δομές, ενώ είναι πιθανόν να εμφανίζονται και μόνοι τους στο λόγο. Η χρήση τους
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 95
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
καθορίζεται κυρίως από την πραγματολογική τους λειτουργία, ενώ συχνά εμφανίζονται
τροποποιημένοι φωνολογικά (Biber et al. 1999: 1082, 1086-1088).
Στόχος της παρούσας έρευνας είναι η μελέτη της χρήσης του εντάξει, καθώς και η
διερεύνηση των λειτουργιών που επιτελεί μέσα από την εξέταση αυθεντικών προφορικών
δεδομένων. Το εντάξει, που προέρχεται από την αρχαία προθετική φράση ἐν τάξει (= με
τακτικό τρόπο), κατατάσσεται στα βεβαιωτικά επιρρήματα (Λεξικό Τριανταφυλλίδη 1998),
πέρα όμως από επιρρηματική λειτουργία, παρουσιάζει και πραγματολογική σε διάφορα
επικοινωνιακά περιβάλλοντα, άλλοτε συντελώντας στην οργάνωση του λόγου και άλλοτε
αποκαλύπτοντας την πρόθεση του ομιλητή. Η συχνότητα εμφάνισής του στον προφορικό
λόγο είναι υψηλότερη από ό,τι στο γραπτό3, ενώ συχνά εντοπίζεται και φωνολογικά
συρρικνωμένο ως ‘ντάξει.
Σε αντίθεση με τα Ελληνικά, σε άλλες γλώσσες έχουν εκπονηθεί αρκετές μελέτες με
αντικείμενο τη συμπεριφορά κειμενικών δεικτών αντίστοιχης σημασίας (λ.χ. Condon
2001, Hoey 2004, Maschler 2005, Gaines 2011)4, οι οποίες και αποτέλεσαν ερέθισμα για την
εν λόγω έρευνα. Ένα συμπληρωματικό ερώτημα της μελέτης είναι κατά πόσο το εύρος
των σημασιών του εντάξει, όπως προκύπτει από τη χρήση του στον προφορικό λόγο,
αποδίδεται στα λεξικά της Ελληνικής και, επομένως, πώς τα δεδομένα των σωμάτων
κειμένων μπορούν να συμβάλλουν στη λεξικογραφική πρακτική. Στην επόμενη ενότητα
παρουσιάζονται η μεθοδολογία και τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν, ενώ στη συνέχεια
αναλύονται λεπτομερώς τα ευρήματα της έρευνας, καθώς και τα συμπεράσματα που
προκύπτουν από αυτά για την περιγραφή της γλώσσας και τη λεξικογραφική πρακτική.
2. Μεθοδολογία και δεδομένα
Τα δεδομένα της έρευνας προήλθαν από το Σώμα Ελληνικών Κειμένων (ΣΕΚ), από όπου
αντλήθηκε ένα υπο-σώμα προφορικής συνομιλίας με 31 αυθόρμητες συνομιλίες,
συνολικής διάρκειας 7,5 περίπου ωρών (90.530 συνολικά λέξεων) των τριών ατόμων και
πάνω. Οι ομιλητές καλύπτουν ένα μεγάλο εύρος ηλικίας και συνδέονταν μεταξύ τους με
οικογενειακούς ή φιλικούς δεσμούς. Οι συνομιλίες αυτές αντιπροσωπεύουν ένα πολύ
σημαντικό είδος του προφορικού λόγου, εκείνο της αυθόρμητης συνομιλίας μεταξύ
οικείων. Η ποσοτική προσέγγιση και η ποιοτική ανάλυση έγινε με τη βοήθεια του
υπολογιστικού εργαλείου AntConc, μέσω του οποίου δημιουργήθηκαν οι συμφραστικοί
3 Μια απλή και μόνο αναζήτηση στο ΣΕΚ (Γούτσος 2003, Goutsos 2010), αναδεικνύει αυτή την ασυμμετρία: στο σύνολο
368 εμφανίσεων του εντάξει, 202 εντοπίζονται στον προφορικό λόγο, ενώ μόλις 166 στο γραπτό.
4 Οι Hoey (2004) και Maschler (2005) επεξεργάστηκαν απλές καθημερινές συνομιλίες, η Condon (2001)
αλληλεπιδράσεις σχεδιασμένου δρομολογίου (itinerary planning interactions) και ο Gaines (2011) προφορικά
δεδομένα από αστυνομικές ανακρίσεις.
96 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
πίνακες εμφάνισης του επιρρηματικού εντάξει. Συγκεκριμένα, αφού ελέγχθηκαν οι
απομαγνητοφωνήσεις, με τη βοήθεια των ηχητικών αρχείων των συνομιλιών,
αναζητήθηκαν σε αυτές οι εμφανίσεις του εντάξει, οι οποίες παρουσιάστηκαν μέσω του
AntConc με συμφραστικούς πίνακες συχνότητας. Στη συνέχεια, μελετήθηκε ποσοτικά η
θέση του επιρρηματικού σε κάθε εκφώνημα που εντοπίστηκε, η λειτουργία που επιτελεί
κάθε φορά, καθώς και ο συνδυασμός θέσης και λειτουργίας του.
Στην προσπάθεια διάκρισης των θέσεων εμφάνισης του επιρρηματικού,
συναντήθηκαν δυσκολίες που αφορούσαν κυρίως στην ελλειπτικότητα του λόγου, τις
παύσεις, τις επικαλύψεις, καθώς και την παρουσία εμβόλιμων στοιχείων (επιφωνημάτων
και γεμισμάτων), χαρακτηριστικά που εμφανίζονται κατά την προφορική συνομιλία.5 Για
το λόγο αυτό, ακολουθήθηκαν συντακτικά κριτήρια6 στον προσδιορισμό των θέσεων,
σύμφωνα με τα οποία δεν αποτελεί αφετηρία το εκφώνημα, αλλά η πρόταση ή η περίοδος
του λόγου, ενώ ο ορισμός των θέσεων γίνεται με βάση τα συντακτικά συστατικά της
πρότασης. Συγκεκριμένα, η πρώτη θέση ισοδυναμεί με τη θέση του πρώτου συστατικού της
πρότασης, η δεύτερη θέση με τη θέση του δεύτερου συστατικού της πρότασης κ.ο.κ, ενώ ως
τελική ορίζεται η τελευταία θέση της πρότασης / περιόδου. Στο σημείο αυτό πρέπει να
επισημανθεί πως σε αντίθεση με τα επιφωνήματα και τα λοιπά παραγεμίσματα (fillers),
που δεν θεωρούνται συστατικά, τα μόρια, λόγω της σημαντικής πραγματολογικής
συμβολής τους στην προφορική συνομιλία, υπολογίζονται ως συστατικά. Αξίζει επίσης να
σημειωθεί πως στην παρούσα έρευνα δεν αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης ο
συρρικνωμένος φωνολογικά τύπος του επιρρήματος.
3. Συχνότητα και θέση του εντάξει
Κατά τη μελέτη των προφορικών δεδομένων, παρατηρήθηκε πως στην αυθόρμητη
συνομιλία ποικίλλουν τόσο η θέση όσο και η λειτουργία του εντάξει. Συνολικά, το εντάξει
εντοπίζεται 239 φορές στο σώμα κειμένων και η κατανομή των συχνοτήτων και των
ποσοστών εμφάνισής του ανά θέση, σύμφωνα με τα κριτήρια που αναλύθηκαν παραπάνω,
παρατίθεται στον ακόλουθο πίνακα.
5 Βλ. Zimmerman & West (1975) και Τottie (2011).
6 Αντίστοιχα κριτήρια ακολουθεί ο Γούτσος (2009) κατά τη μελέτη κειμενικών δεικτών της Ελληνικής, όπως και ο
Altenberg (2006) για την ταξινόμηση συνδετικών στοιχείων της Αγγλικής και της Σουηδικής, ορίζοντας όμως με
διαφορετικό τρόπο τις θέσεις.
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 97
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Πίνακας 1: Κατανομή συχνοτήτων του επιρρηματικού εντάξει ανάλογα με τη θέση εμφάνισης
Εμφανίσεις Ποσοστό %
1η θέση 111 46,44
2η θέση 36 15,06
3η θέση 19 7,95
Τελική θέση 46 19,25
Αυτόνομο εκφώνημα 11 4,60
Δίλεκτα 16 6,70
Σύνολο 239 100
Όπως φαίνεται στον Πίνακα 1, το εντάξει εντοπίζεται κυρίως σε αρχικές θέσεις
εκφωνημάτων σε ποσοστό που πλησιάζει το μισό των εμφανίσεών του. Δεύτερη σε σειρά
συχνότητας είναι η εμφάνισή του σε τελικές θέσεις προτάσεων, ενώ συχνά πλαισιώνεται
από άλλα εμβόλιμα στοιχεία (επιφωνήματα, παραγεμίσματα, κειμενικούς δείκτες) με
αποτέλεσμα να τοποθετείται και στη δεύτερη ή σπανιότερα στην τρίτη θέση του
εκφωνήματος. Τέλος, σε μικρό ποσοστό εμφανίζεται και μόνο του ως αυτόνομο εκφώνημα
ή σε εκφωνήματα που απαρτίζονται μόνο από δύο λέξεις, όπου συνοδεύεται από μόρια
βεβαιωτικά, αρνητικά και συνδέσμους (π.χ. ναι εντάξει, όχι εντάξει, αλλά εντάξει). Η έμφαση
στις περιφερειακές θέσεις του εκφωνήματος υποδηλώνει τις κυρίαρχες λειτουργίες του
επιρρήματος ως κειμενικού δείκτη και σε αυτές τις λειτουργίες θα στραφούμε στην
επόμενη ενότητα.
4. Λειτουργίες του εντάξει
Οι κειμενικοί δείκτες, εκτός από το να σηματοδοτούν τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται
τα εκφωνήματα μεταξύ τους, είναι εξαιρετικά χρήσιμοι οδηγοί για τη διασαφήνιση των
επικοινωνιακών προθέσεων του ομιλητή (Fraser 1990: 387, 390). Το εντάξει παρουσιάζει,
σε συνδυασμό με τη θέση που καταλαμβάνει στο εκφώνημα, λειτουργίες προθετικές
(attitudinal), που αποκαλύπτουν τη στάση του ομιλητή απέναντι στο συνομιλητή του ή το
ίδιο το μήνυμα, αλλά και κειμενικές που συντελούν στην οργάνωση της ομιλίας (speech
management). Δεν λείπουν βέβαια και οι περιπτώσεις όπου παρατηρείται και συνδυασμός
των ανωτέρω λειτουργιών. Στη συνέχεια αναλύονται λεπτομερώς και με παραδείγματα οι
διαφορετικές χρήσεις του επιρρηματικού που παρατηρούνται στα δεδομένα.
98 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
4.1. Προθετικές λειτουργίες
Στις προθετικές λειτουργίες εντάσσονται οι χρήσεις του εντάξει, που δηλώνουν τη στάση
του ομιλητή, μέσα από τη συμφωνία, τη διαφωνία, την έμφαση, την αξιολόγηση, το
μετριασμό και τη βεβαιωτική τροπικότητα.
4.1.1. Συμφωνία (ως δεύτερο μέλος ζεύγους γειτνίασης)
Με τον όρο ζεύγος γειτνίασης (adjacency pair) ή διαλογικό ζεύγος καλούνται δύο
εκφωνήματα που παράγονται διαδοχικά από διαφορετικούς ομιλητές και συνδέονται
αποκλειστικά μεταξύ τους, αποτελώντας ζεύγος γλωσσικών πράξεων. Το πρώτο μέλος του
ζεύγους, που εισάγει αυτή τη λεκτική ανταλλαγή, συνήθως αποτελεί ερώτηση, αίτημα,
πρόσκληση, ανακοίνωση κ.λπ., ενώ το δεύτερο μέλος, ως ανταπόκριση στη συνεισφορά
(turn) του προηγούμενου ομιλητή, εκφράζει απάντηση, αποδοχή, απόρριψη, συμφωνία,
διαφωνία, αναγνώριση κ.ά. Ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί η δυνατότητα πρόβλεψης του
αναμενόμενου ή προτιμώμενου δεύτερου μέλους, μετά την εισαγωγή του πρώτου. Τα
ζεύγη γειτνίασης, που συνθέτουν συγκεκριμένους, καθορισμένους τύπους διαλογικών
ζευγών, χρησιμοποιούνται συχνά στον προφορικό λόγο, μιας και αποτελούν τις βασικές
δομικές μονάδες της συνομιλίας (Γεωργακοπούλου & Γούτσος 1999: 92-93, Schegloff 2007:
13-21).7
Στα παραδείγματα ζευγών γειτνίασης το εντάξει λειτουργεί ως δείκτης συμφωνίας,
εκφράζοντας αποδοχή, κατάφαση και συναίνεση, όπως φαίνεται στα (1)-(3).
(1) <Τ> θα βάλουμε ΟΛΟΙ για τη βενζίνη
<Α> ναι
<Τ> και θα πάρει μία το αμάξι
<Α> ωραία εντάξει
[FY04-0078]
(2) <Α> πολύ αργά το βράδυ είναι η:: πτήση
<Μ> ωραία εντάξει
[FD04-0071]
(3) <Ν> ρε Χάρη μετά μπορείς να μου φέρεις κάτι σιντί; ή άσε πάω να τα πάρω εγώ
<Χ> εντάξει
[XY04-0088]
7 Για τον ρόλο των ζευγών γειτνίασης στην εναλλαγή των ομιλητών και τη συνολική δομή οργάνωσης της
συνομιλίας βλ. Sacks (1992: 521-569) και Sacks, Schegloff & Jefferson (1974: 716-720). Για τους τύπους και τα
προτιμώμενα δεύτερα μέλη βλ. Levinson (1983: 332-337) και Hutchby & Wooffitt (1998: 43-47).
Ο προφορικός λόγος στα Ελληνικά 99
________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
Στο παράδειγμα (1), το οποίο αποτελεί απόσπασμα συζήτησης ανάμεσα σε φίλες που
σχεδιάζουν τις διακοπές τους, η Τ προτείνει να χρησιμοποιήσουν ένα αυτοκίνητο για τις
μετακινήσεις της παρέας και η Α συμφωνεί μαζί της, ενώ στο (2), όπου μια ανάλογη παρέα
κοριτσιών συζητάει για τις επικείμενες διακοπές, η Α προτείνει στις φίλες της να
επιλέξουν βραδινή πτήση για το ταξίδι τους και η Μ συμφωνεί με την πρόταση αυτή. Στο
(3), απόσπασμα συνομιλίας μεταξύ αδερφών, ο Ν, ενώ αρχικά εκφράζει ένα αίτημα στον Χ,
ζητώντας του να φέρει τα σιντί από το δωμάτιο, στη συνέχεια ανακοινώνει πως θα το
εκπληρώσει ο ίδιος, προκαλώντας τη συμφωνία και αποδοχή του Χ.
Όπως φαίνεται, σε αυτή τη χρήση το εντάξει εμφανίζεται σε τελική θέση, μετά από
άλλα εμβόλιμα στοιχεία (ωραία, ναι), συνήθως σε δίλεκτα εκφωνήματα, ενώ μπορεί να
στέκεται και μόνο του στο λόγο. Με τη χρήση του αυτή αποτελεί δεύτερο μέλος στο ζεύγος
γειτνίασης ισχυρισμός/πρόταση-συμφωνία (assertion/assessment-agreement), στο οποίο το
εκφώνημα του πρώτου ομιλητή αποτελεί έναν ισχυρισμό ή μια εκτίμηση και το εκφώνημα
του δεύτερου ομιλητή δηλώνει τη συμφωνία του με την πρόταση που άκουσε. Η συμφωνία
αποτελεί προτιμώμενο δεύτερο μέλος για το συγκεκριμένο ζεύγος γειτνίασης (Schegloff
2007: 59, Hutchby & Wooffitt 1998: 43, Liddicoat 2007: 118).8 Η έκφραση ολικής ή μερικής
συμφωνίας, συγκατάθεσης και κατανόησης ως απάντηση στο προηγούμενο εκφώνημα έχει
διαπιστωθεί και διαγλωσσικά σαν βασική σημασία (core meaning) για δείκτες αντίστοιχης
σημασίας, όπως το ok στα αγγλικά (Condon 2001: 510, Hoey 2004, Gaines 2011: 3312).
4.1.2. Διαφωνία (ως δεύτερο μέλος ζεύγους γειτνίασης)
Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι το εντάξει μπορεί να επιτελεί και την ακριβώς αντίθετη
λειτουργία στην τοποθέτησή του ως δεύτερο μέλος ζεύγους γειτνίασης, όπως φαίνεται στα
παρακάτω παραδείγματα:
(4) <Ε> τα Χριστούγεννα όλοι ψάχνουν να βρούνε τι δώρο θα κάνουν ο ένας στον άλλον
και ΚΑΘΟΛΟΥ δε σκέφτονται το ποιους ανθρώπους έχουνε δίπλα τους και αν είναι τυχεροί
γι’ αυτό
<Σ> ε εντάξει όχι μόνο τα Χριστούγεννα (.) πάντα
[XD04-0085]
(5) <Π> μα νομίζω ότι στην πρακτική άμα:: είσαι από δω ας πούμε παραδείγματος χάριν απ’
την Αθήνα και την κάνεις στην Αθήνα (.) παίρνεις τα μισά
8 Το συγκεκριμένο ζεύγος γειτνίασης εντοπίζεται στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας, ως ακολουθία επιχειρήματος
(assertoric sequence) από τον Coulter (1990: 185-186), ενώ ο Hutchby (1996: 22-23) το αντιπαραβάλλει με την
ακολουθία δράσης-αντίθεσης (action-opposition sequence), που προτείνει.
100 Διονύσης Γούτσος (επιμ.)
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________ ___________________________________________________________________________________________________
<Μ> εντάξει στο Δημήτρη:: δε δίναν τα μισά δίναν πεντακόσια πενήντα κόμμα και κάθε
ταξίδι πενήντα γιατ’ είναι τοπογράφος
[FY04-0069]
(6) <Μ> εμένα μου φαίνεται λίγο δύσκολο να σου πω παρόλο που θέλω πολύ να το
παρακολουθήσουμε (_) γιατί όντως πραγματικά θα ’ναι:: ενδιαφέρον αλλά @ μου φαίνεται
ότι είναι δύσκολο
<Ε> εντάξει να σου πω κάτι (.) λέγαμε όμως από καιρό ότι θέλουμε να πάμε
[XY04-0073]
(7) <Α> πάντως τα Χριστούγεννα είναι μια γιορτή που τη χαίρονται όλοι μικροί μεγάλοι (.)
βλέπεις και τους μεγάλους ανθρώπους σε ηλικία:: το:: ευχαριστιούνται
<Ε> ε:: εντάξει (.) πιο πολύ επειδή βλέπουν τα παιδιά τους να χαίρονται
[XD04-0085]
Στα (4) και (5) το εντάξει εισάγει τη διαφωνία του ομιλητή απέναντι στο προηγούμενο
εκφώνημα, ενώ στα (6) και (7) εισάγει έμμεσα τη διαφωνία μέσω της αμφισβήτησης και
της διαφορετικής άποψης του ομιλητή ως προς τα λεγόμενα του συνομιλητή του.
Συγκεκριμένα, στο (4), όπου δύο αδέρφια συνομιλούν, η Ε εκφράζει την άποψή της για την
υλιστική συμπεριφορά των ανθρώπων και την αδιαφορία τους απέναντι στους
συνανθρώπους τους την περίοδο των Χριστουγέννων, έχοντας ως αποτέλεσμα τη
διαφωνία του Σ, που υποστηρίζει πως η συμπεριφορά αυτή εντοπίζεται όλη τη διάρκεια
του χρόνου και όχι μόνο τα Χριστούγεννα. Στο (5) η Π εκφράζει τη γνώμη της σχετικά με
τη χρηματική αμοιβή σπουδαστών που κάνουν την πρακτική τους και η φίλη της Ε
διαφωνεί αναφέροντας ως παράδειγμα την περίπτωση ενός κοινού τους φίλου. Στο (6) η Μ
διατυπώνει την αμφιβολία της για την ενδεχόμενη παρακολούθηση του σεμιναρίου εκ
μέρους τους, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια και την έμμεση διαφωνία της Ε, η οποία της
υπενθυμίζει πως είχαν συμφωνήσει να παρευρεθούν. Τέλος στο (7), απόσπασμα από την
ίδια συνομιλία με το (4), η μητέρα Α υποστηρίζει πως τα Χριστούγεννα είναι μια γιορτή
που χαίρονται και οι μεγάλοι σε ηλικία άνθρωποι, ενώ η κόρη της Ε διαφωνεί έμμεσα,
έχοντας διαφορετική άποψη, αφού πιστεύει πως η χαρά των μεγάλων πηγάζει από εκείνη
των παιδιών τους.
Σε όλες τις περιπτώσεις, το εντάξει τοποθετείται σε αρχική θέση και μάλιστα πρώτη,
ενίοτε πλαισιωμένο από επιφώνημα και αποτελεί το δεύτερο μέλος του ζεύγους
γειτνίασης ισχυρισμός/πρόταση-διαφωνία (assertion/assessment-disagreement). Πρόκειται
για το ίδιο διαλογικό ζεύγος που αναλύθηκε προηγουμένως, με τη διαφορά ότι το δεύτερο
μέλος εκφράζει αυτή τη φορά, τη διαφωνία και όχι τη συμφωνία του ομιλητή απέναντι