The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.
Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by xspanakis, 2016-09-19 06:39:49

A4 LAYOUT ANTHROPOLOGIA

A4 LAYOUT ANTHROPOLOGIA

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ
ANTHROPOLOGICAL PATHWAYS

Ηλεκτρονική Σελιδοποίηση / Copyright «Mystis Editions»

© Α. Τσιντάρης & ΣΙΑ Ο.Ε.
Βι.Πε. Ηρακλείου, Οδός γ, T.K. 71601 Ηράκλειο Κρήτης
©Α.Tsintaris & Co.
Industrial Area, Iraklio, Crete, Greece, 71601
T. +30 2810 346451, F. +30 2810 221908
e-mail: [email protected] - www.mystis.gr

ISBN

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή
περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου με
οποιονδήποτε τρόπο, ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης
ή άλλο, σύμφωνα με τον Νόμο2121/1993 και τους κανόνες του Διεθνούς
Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια
του εκδότη και του συγγραφέα.

All rights reserved. No part of this publication may be reproduced,
stored in a retrieval system, or transmitted in any form or by any means,
electronic, mechanical, photocopying, recording or otherwise, without
prior permission of the authors.

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ
ANTHROPOLOGICAL PATHWAYS

Τημιτικό Αφιέρωμα στον Καθηγητή Ν.Ι.Ξηροτύρη

Festschrift for Professor N.I.Xirotiris

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕDITORS
Κ.Σιμιτοπούλου Κ.Simitopoulou

Κ.Ζαφείρης Κ.Ζafeiris
Θ.Θεοδώρου T.Theodorou
Κ.Παπαγεωργοπούλου Κ.Papageorgopoulou

ΚΟΜΟΤΗΝΗ 2014



Notes / Σημειώσεις

Εισαγωγικό σημείωμα

Ηπαρούσα έκδοση, αποτελεί προϊόν του σεβασμού και της αγάπης για
τον μέντορά μας, καθηγητή Νικόλαο Ι. Ξηροτύρη, έναν «Οδυσσέα» της
Ανθρωπολογίας, «ός μάλλα πολλά πλάχθη… πολλών δε ανθρώπων είδεν
άστεα και νόον έγνω…», τον οποίο είχαμε την τύχη να συναντήσουμε σε κρίσιμες
καμπές της ζωής μας.
Κάποιοι από μας είναι απολύτως πνευματικά του παιδιά και κάποιοι άλλοι, ηλικιακά
ωριμότεροι συνεργάτες του, καταλυτικά επηρεασμένοι από την θεώρησή του για
τον κόσμο και τις απαράβατες αρχές του.
Δεν πρόκειται για μια τυπική πανεπιστημιακή έκδοση, όπως από την πρώτη
στιγμή γίνεται αντιληπτό. Είναι πολύγλωσση, όπως ο κοσμοπολίτης εμπνευστής
της, διεπιστημονική και πολυδιάστατη, όπως οφείλει να είναι η Ανθρωπολογία.
Απηχεί, πολύ αδρά ωστόσο, το φάσμα των δραστηριοτήτων του Εργαστηρίου
Ανθρωπολογίας του Δ.Π.Θ., που ιδρύθηκε και άνθισε χάρη στο όνειρο του ιδρυτή
του και τη σκληρή ανιδιοτελή δουλειά του ιδίου και των συνεργατών του, που το
ενστερνίστηκαν. Διδάκτορες και πρώην ερασμιακοί φοιτητές του, διακεκριμμένοι
πανεπιστημιακοί αλλά πρωτίστως φίλοι με κοινό όραμα σφυρηλατημένο από
μακρόχρονες συνεργασίες των Ευρωπαϊκών δικτύων παραγωγής γνώσης, συνέβαλαν
στην παρούσα έκδοση.
Μετά από πολυετή επιτυχημένη επιστημονική πορεία στον Ευρωπαϊκό χώρο,
επέστρεψε στην Ελλάδα, εκλεγείς αρχικά ως Αναπληρωτής Καθηγητής στο
Πανεπιστήμιο Κρήτης και στη συνέχεια ως Καθηγητής στο Δημοκρίτειο
Πανεπιστήμιο Θράκης, ώριμος να μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις και την εμπειρία
του στη γενέτειρα πατρίδα.
Ο Ν. Ι. Ξηροτύρης εγκαταστάθηκε το 1991 στην Κομοτηνή, σε μια παγκοσμίως
άγνωστη «διανοητική έρημο» όσον αφορά την Ανθρωπολογία και με ιεραποστολική
αφοσίωση στα 20 χρόνια της παραμονής του κατάφερε να μας «δείξει το δάσος».
Μας εισήγαγε στην αέναη αναζήτηση της επιστημονικής γνώσης και της
απροκατάληπτης, συχνά άβολης, «αλήθειας», μας έφερε σε άμεση επαφή με
σημαντικές προσωπικότητες της Ανθρωπολογίας και, όπως εύστοχα παρατήρησε
ένας Καθηγητής από το Πανεπιστήμιο της Κοπενχάγης, «έβαλε την Κομοτηνή
στο χάρτη του κόσμου», καθώς πάνω από 40 διεθνούς εμβέλειας επιστημονικές
συναντήσεις διοργανώθηκαν επιτυχώς υπό την καθοδήγησή του, χάρη στις διεθνείς
του επαφές.
Τι μένει από όλα αυτά μετά την αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία,
στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα; Ένα άρτια εξοπλισμένο ερευνητικό
εργαστήριο, δυνάμει αξιοποιήσιμο από τους διαδόχους του, μια «σχολή» ολιστικής
ανθρωπολογικής σκέψης, που είναι ευθύνη μας να τη διατηρήσουμε ζωντανή, αλλά
κυρίως μια παρακαταθήκη/παραίνεση διαρκείας για ελεύθερο στοχασμό, σκληρή
εργασία και προσήλωση στις αρχές του επιστημονικού ήθους.
Ελπίζουμε, η έκδοση αυτή να αποτελέσει ορόσημο για τους νεότερους επιστήμονες
με «ονειροπόλες» ανησυχίες…

Χρόνια Πολλά Δάσκαλε
οι μαθητές σου, ευγνωμονούντες....

-7-



Notes / Σημειώσεις

…για τον φίλο μου…

Τον καθηγητή Νίκο Ξηροτύρη γνώρισα πριν από 45 περίπου χρόνια
και έκτοτε συνδέθηκα μαζί του με στενή φιλία παρ΄όλον ότι σε πολλά
διαφέραμε: μας ένωναν όμως κοινά ενδιαφέροντα. Ήταν και η θερμουργός
ζέση με την οποίαν ο Νίκος αγαπούσε την επιστήμη του, ο ενθουσιασμός του για
αυτήν που καταντούσε μονομανία του, που δεν σε άφηναν να μείνεις αμέτοχος.
Αυτή η ζέση που μέχρι και σήμερα δεν την άφησε να παγώσει, υποπτεύομαι ότι
μάλλον έχει αυξηθεί.
Στη γνωριμία μας έπαιξε σημαντικό ρόλο ένα τρίτο πρόσωπο, ο γιατρός
αιματολόγος Μικές Παϊδούσης, μέντορας τότε του Νίκου, τον οποίον συνάντησα
και πρωτογνώρισα στα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Είμαστε και
οι τρείς μας ενοχλημένοι από τα γραπτά του Άρη Πουλιανού για την καταγωγή
των Ελλήνων, που είχαν εμφανισθεί στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Ο
Πουλιανός προερχόμενος από την Σοβιετική ΄Ενωση με τις ψευδοεπιστημονικές
του απόψεις συνέλεγε τις επιδοκιμασίες τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς
αγνοώντας οτιδήποτε πρέσβευε τόσο η διεθνής επιστημονική κοινότητα όσο και
διεθνείς οργανώσεις, όπως η Ουνέσκο.
Ο Νίκος Ξηροτύρης απετέλεσε τον ενδιάμεσο κρίκο μεταξύ μιας μη επιστημονικής
ανθρωπολογίας και της νέας που δεν βασίζεται, κυρίως ή αποκλειστικά, σε
μορφολογικά χαρακτηριστικά αλλά μόνο σε γενετικές σημάνσεις ήδη γνωστές
από τις αρχές του περασμένου αιώνα και πάντως από τα μέσα του.
Συγχρόνως εφαρμόζοντας νέες σύγχρονες φυσικές μεθόδους πέτυχε με την
συνεργασία ξένων συνεργατών του την ακριβέστερη χρονολόγηση του κρανίου
των Πετραλώνων που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature, κρανίου που επιχει-
ρούσε ο Πουλιανός να οικειοποιηθεί.
Με τους συνεργάτες του είναι από τις λίγους που επεδόθησαν σε μελέτες
βασισμένες σε γενετικές σημάνσεις. Αυτοί οι μαθητές και ακολούθως συνεργάτες
του αναγνωρίζουν το σημαντικό ερευνητικό έργο που επιτελέσθηκε τα χρόνια
που διηύθυνε τα Εργαστήριο Ανθρωπολογίας, ως αναπληρωτής καθηγητής
Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης στο Ηράκλειο και ακολούθως ως
πρωτοβάθμιος καθηγητής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Θράκης στην
Κομοτηνή.
Μια πολύχρονη σταδιοδρομία που συνέχισε τις σπουδές του, την έρευνά του
και την διδασκαλία στην Ελλάδα και στην Γερμανία (Βιέννη, Φραγκφούρτη και
Μάιντς). Είμαι ευτυχής που από μακριά παρακολούθησα και συνετέλεσα στην
ευόδωση του έργου του αυτού.

Κώστας Κριμπάς

-9-



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
CONTENTS

Εισαγωγικό σημείωμα....................................................................................................................................7
…για τον φίλο μου….....................................................................................................................................9

1. ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ & ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΗ ΓΕΝΕΤΙΚΗ
ANTHROPOLOGY & POPULATION GENETICS...............................................................................15
Racism, anthropology, eugenics and ethnic identity / Some notes................................................................17
Population genetics, natural selection and inherited diseases in the greek population.................................27
Heterogenic influence of apolipoprotein E polymorphism on lipid profile in elderly and old Slovaks.......39
Polymorphisms of uridine glucuronosyltransferase gene and irinotecan toxicity: Low dose does not protect
from toxicity.................................................................................................................................................49
The genetic origin of Sardinians: a new picture...........................................................................................57
Autosomal genetic markers (STRs) in anthropological research. A case study in the Prefecture of Rodopi
(Thrace, Greece)...........................................................................................................................................69
A survey on the next generation sequencing technologies in genomic research..........................................91

2. ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ & ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ
ANTHROPOLOGY &ARCHEOLOGY................................................................................................103
Joseph Haydn - An anthropological phenomenon during lifetime and after death....................................105
Two family vaults from the 18th century in St. Catherine´s Church in Salzwedel - archaeological and
anthropological investigations of burial customs in the Altmark................................................................119
Prehistoric burials in Theopetra cave.........................................................................................................133
Ancient DNA and palaeogenetic research: a new era in physical anthropology........................................145

3. ΘΕΜΑΤΑ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
CONCEPTS IN HUMAN EVOLUTION................................................................................................155
Obesity from an evolutionary perspective..................................................................................................157
The principle of Fairness - a primatological-anthropological approac.......................................................167
The human impact on the ecosystem: past, present and future..................................................................185
The contribution of paleogenetics to the study of Neanderthals................................................................191

4. ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ
DEMOGRAPHICANTHROPOLOGY..................................................................................................201
An evolutionary and cross-cultural view on kin investment biases of grandparents, aunts and uncles in
Greece, Germany, the USA and other countries.........................................................................................203
Historical demography of the population of Lassan (Germany, Western Pomerania), 1725-1870............211
On the Bridges between demography and biological anthropology: What a census can tell us about the
composition of the modern greek population.............................................................................................215
On the marriages between relatives-by-affinity of three kins.The case of Aglaia Karatheodori and Costakis
Kalliadis according to the documents of Stavrakis Aristarchis archive (code Vatic.gr.2455.II)................247

5. ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ
CULTURALANTHROPOLOGY...........................................................................................................259
The Navajo Hogan, sacred spaces and sacred points.................................................................................261
The religious-spiritual term “wakan” of the Lakota Sioux.........................................................................269
Shamanism, Misanthropy, and Legally Unfathomable Crimes against Life..............................................285
Chocolate as a novel food in 19th and 20th century Greece......................................................................297
Contemporary psychiatry and the perspective of the Christian and Islamic religion concerning mental
health..........................................................................................................................................................305

6. ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ
ANTHROPOLOGY& POLITICALSCIENCES..................................................................................317
Cultural attributes and legal “no-man’s” land in Greece............................................................................319
Cyprus - financialization, geopolitics, crisis...............................................................................................333
Symphony - harmony: coexistence in Thrace.............................................................................................337
The contest of memory (communist and post-communist monuments in Bulgaria)..................................347

7. ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ & IΣΤΟΡΙΑ
ANTHROPOLOGY& HISTORY...........................................................................................................367
How did malaria reach the Mediterranean? An open question...................................................................369
A brief history of epilepsy and its research and therapy.............................................................................377

8. BIOΗΘΙΚΗ
BIOETHICS.............................................................................................................................................387
Bioethics to day..........................................................................................................................................389
Bioethics in legislation: an interdisciplinary field of the late 20th century.................................................393
Human genetic databases: challenges and ethics an anthropological approach.........................................405
Feelings, inteligence and culture in the animals’ world.............................................................................421

Ν.Ι. Ξηροτύρης: Ο ερευνητής, ο δάσκαλος, ο homo univesrsalis.........................................................437
N. I. Xirotiris: the researcher, the teacher, the homo univesrsalis.......................................................457





ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ
& ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΗ ΓΕΝΕΤΙΚΗ

ANTHROPOLOGY
& POPULATION GENETICS



Racism, Anthropology, Eugenics and EthRnaiccismId, eanntthirtoypo/loSgoym, eeugNenoictseasnd ethnic identity / Some notes

Ρατσισμός, ανθρωπολογία, ευγονική στην Ελλάδα και εθνική ταυτότητα.

Μερικές σημειώσεις

Racism, anthropology, eugenics and ethnic identity. Some Notes

Κώστας Β. Κριμπάς

Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Ακαδημαϊκός

Abstract

The emergence of anthropology in Greece as a distinct scientific field in the late nineteenth and
early twentieth centuries is due to the initiatives of Greek scientists, mainly doctors, who had
studied abroad. Their aim was to transfer the principal schools of thought prevailing at the time in
Europe to the newly founded Greek state. While influenced by the ideas of the countries of their
studies, they also shared the patriotic sentiments of the Greeks and expressed their beliefs in the
distinctive genetic purity of their countrymen and in the necessity to improve the Greek
population hygiene by means of eugenic practices. Viewed from the perspective our current
knowledge on human genetics, these views appear unfounded, odd and unscientific. However,
their work provided the foundation for the development of the field of anthropology, thanks to the
establishment of institutions such as the Greek Anthropological Association, the Anthropological
Museum of the Athens Medical School and university chairs in anthropology. The following
notes seek to outline the trajectories of the pioneers of Greek anthropology within the historical
and ideological context of their times.

Key words: Anthropology, Greece, first institutions, eugenics, ethnic identity

Περίληψη

Η ανάπτυξη της Ανθρωπολογίας ως διακριτού επιστημονικού κλάδου στην Ελλάδα από τα τέλη
του 19ου, αρχές του 20ου αιώνα, οφείλεται στην πρωτοβουλία Ελλήνων επιστημόνων (κυρίως
γιατρών) με σπουδές στο εξωτερικό, σε μια προσπάθεια να μεταλαμπαδεύσουν στο νεοσύστατο
Ελληνικό κράτος τις κύριες σχολές της Ευρωπαϊκής σκέψης της εποχής τους. Επηρεασμένοι αφ’
ενός από τις ιδέες των χωρών όπου σπούδασαν, αλλά και εμφρονούμενοι από πατριωτικά
αισθήματα, διετύπωσαν απόψεις περί της διακριτής γενετικής αυθεντικότητας των Ελλήνων, και
περί της αναγκαιότητας βελτίωσης της υγιεινής του Ελληνικού πληθυσμού μέσω ευγονικών
πρακτικών. Υπό το πρίσμα των σημερινών προηγμένων γνώσεών μας για τη γενετική του
Ανθρώπου, οι απόψεις τους φαντάζουν αβάσιμες, γραφικές έως αντιεπιστημονικές. Ωστόσο με τη
δράση τους έθεσαν τις βάσεις για την ανάπτυξη το κλάδου μέσω της ίδρυσης δομών όπως η
Ελληνική Ανθρωπολογική Εταιρεία, το Ανθρωπολογικό Μουσείο της Ιατρικής Σχολής Αθηνών
και οι πανεπιστημιακές έδρες Ανθρωπολογίας. Οι σημειώσεις που ακολουθούν διαγράφουν αδρά
την πορεία των πρωτοπόρων της Ελληνικής Ανθρωπολογίας μέσα στο ιστορικό και ιδεολογικό
πλαίσιο των καιρών τους.

Λέξεις κλειδιά: Ανθρωπολογία, Ελλάδα, πρώτες δομές, ευγονική, εθνκή ταυτότητα

Εισαγωγή

Μια συνεχής ενασχόληση για την απόδειξη της απευθείας καταγωγής από τους αρχαίους
προγόνους και την καθαρότητα του γένους ( της «φυλής» ) παρατηρείται στους Έλληνες

3 -17-

Costas Crimbas Costas Crimbas

επιστήμονες και διανοούμενους μετά την αμφισβήτησή της καταγωγής τους από τον J. Ph.
Fallmerayer τo 1830 και αργότερα, το 1853-55, από τον Arthur de Gobineau. Όντως, οι Έλληνες
είχαν επενδύσει σε αυτήν την καταγωγή, η οποία τους καθιστούσε συμπαθείς στους φιλέλληνες
Ευρωπαίους και στην οποίαν οφείλετο σε μεγάλο βαθμό η επιτυχής έκβαση της Επανάστασης
του 1821 και η ίδρυση του μικρού και αδύναμου Ελληνικού κράτους. Δεν είναι λοιπόν περίεργο
ότι επιστρατεύθηκαν διάφοροι επιστημονικοί κλάδοι για να στηρίξουν τη θέση της φυλετικής
συνέχειας, η ιστορία, η αρχαιολογία, η γλωσσολογία, η λαογραφία, ακόμα και η κλιματολογία.
Και δεν είναι τυχαίο ότι επιστρατεύθηκε και η Φυσική Ανθρωπολογία.

Η Φυσική Ανθρωπολογία στην Ελλάδα

Η Φυσική Ανθρωπολογία ασκούμενη από Έλληνες επιστήμονες άρχισε να αναπτύσσεται το
1884. Πιστοποιητικό γέννησής της είναι το άνω των 200 πυκνοτυπωμένων σελίδων γαλλικό
δοκίμιο «La Grèce», συγγραφή ενός πολυμαθούς νεαρού γιατρού, του Κλωνός Στεφάνου (1854-
1915). (Clon Stéphanos, 1884). Ο Κλών Στέφανος και ο αδελφός του Κυπάρισσος, διάσημος
Καθηγητής μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ήσαν μέλη μιας οικογένειας ταλαντούχων.
Το δοκίμιο του Κλωνός Στεφάνου (εικ.1) αποτελεί μια ενδελεχή παρουσίαση της γεωγραφίας, της
γεωλογίας, χλωρίδας και πανίδας της τότε Ελλάδος, αλλά κυρίως της δημογραφίας, της
ανθρωπολογίας και των ασθενειών στο μικρό κράτος, κυρίως δηλαδή μιας ιστορικής και
γεωγραφικής ιατρικής. Στα δεδομένα που παρουσιάζει περιλαμβάνονται και οι κρανιομετρήσεις
τις οποίες είχε δημοσιεύσει το 1882 και το 1883 ο Νικόλαος Χ. Αποστολίδης (Apostolidès, 1882),
ζωολόγος, μαθητής του Γάλλου καθηγητού Henri de Lacase-Duthiers, μετέπειτα καθηγητής της
Ζωολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Εικ. 1. Η γαλλική έκδοση του 1884 του Κλωνός Στεφάνου

Ο Κλων Στέφανος προσπαθεί να είναι αντικειμενικός και η συζήτηση των ιστορικών
παραδόσεων για την προέλευση των πληθυσμών στον ελληνικό χώρο (όπως αποτυπώνονται στην
αρχαιοελληνική γραμματεία) είναι συγκρατημένη, παρουσιάζεται και συζητείται ψύχραιμα. Το
ίδιο και οι κρανιομετρικές μετρήσεις, οι δικές του και του εκείνες του Αποστολίδου. Ο Στέφανος
επιχειρηματολογεί ότι οι σημερινοί ελληνικοί πληθυσμοί διαφέρουν των σλαβικών της Νοτίου
Βαλκανικής στα κρανιομετρικά δεδομένα. Μόνο που αυτά, σήμερα το γνωρίζομε, δεν αποτελούν
το κατάλληλο υλικό για να παρακολουθηθεί και να αποδειχθεί η κληρονομική συνέχεια σε
διαδοχικές γενεές. Είναι όντως ακόμη σκοτεινό το θέμα της κληρονομικότητος των λόγων των
διαφόρων μηκών του κρανίου, πολλώ δε μάλλον αγνοήθηκε η επίδραση του τρόπου με τον
οποίον το βρέφος τοποθετείται στην κούνια του και αγνοήθηκε επίσης και η επίδραση της
σκληρότητας της κούνιας στην τελική διαμόρφωση του κρανίου.

Με τον γυρισμό του στην Ελλάδα ο Κλών Στέφανος συνέβαλε στην ίδρυση του Ανθρωπολογικού
Μουσείου στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1886), στο οποίο και διορίσθηκε
διευθυντής. Το Μουσείο συγκέντρωσε πλήθος σκελετικού και άλλου υλικού και δημοσίευε
κατ΄έτος πεπραγμένα, που περιλαμβάνονται στους ετήσιους πρυτανικούς απολογισμούς μέχρι και
το 1914, το έτος προ του προώρου θανάτου του Κλωνός Στεφάνου. Από το 1913 είχαν γίνει
ενέργειες για την ίδρυση εκτάκτου αυτοτελούς καθηγητικής έδρας Ανθρωπολογίας προορισμένης

-18- 4

Racism, Anthropology, Eugenics and EthnRaiccisImd,eannttihtryop/oSloogmy, eeuNgeonitcessand ethnic identity / Some notes

γι’ αυτόν, αλλά ο θάνατός του την ανέκοψε. Η έδρα (Φυσικής) Ανθρωπολογίας τελικά ιδρύθηκε
στην Ιατρική Σχολή το 1925.

Διάδοχος του Στεφάνου, Διευθυντής του Μουσείου, διορίζεται το 1915 ο ιατρός χειρουργός
Ιωάννης Κούμαρης (1879-1970), ο οποίος και εξελέγη έκτακτος καθηγητής της νεοϊδρυθείσης
αυτοτελούς έδρας της Ανθρωπολογίας. Σε αυτήν εδίδαξε ως το 1949, έκτοτε συνταξιοδοτήθηκε
και παρέμεινε ως ομότιμος καθηγητής.(Εικ.2.) Με την αποχώρησή του η Ανθρωπολογία έπαυσε
να διδάσκεται. Το 1924 με πρωτοβουλία του Κούμαρη ιδρύθηκε η Ελληνική Ανθρωπολογική
Εταιρεία.

Εικ.2. Ιωάννης Κούμαρης (www.Hellenicworld.com) Εικ.3. Felix von Luschan, 1907.
(http://de.wikipedia.org/wiki/Felix_von_Luschan)

Ένθερμος δαρβινιστής, ήθελε να είναι σύγχρονος και ενήμερος, συγχρόνως έβλεπε θετικά και την
ευγονική στείρωση. Όμως δυο κύριες ιδέες κυριαρχούσαν στη σκέψη του σχετικά με την
Ανθρωπολογία και την ελληνική ταυτότητα, πρώτα η πίστη του στην ύπαρξη μιας ξεχωριστής
ελληνικής φυλής και μετά η πίστη του στην αυτόχθονη ανάπτυξή της από την γένεσή της φυλής
αυτής στην Αιγηίδα. Ήταν οπαδός της διαρκούς ισόρροπης και προς την ίδια κατεύθυνση
απανταχού της γης εξέλιξης των ανθρωπίνων πληθυσμών (την ονομάζει «ομοιόμορφο εξέλιξη»),
ένα είδος πολυγενισμού που σήμερα θεωρείται απαράδεκτο. Από την άλλη μεριά πρέπει να ήτο
ιδιαιτέρως επιτυχής στην κοινωνική προβολή των απόψεών του και την προβολή των θεσμών που
αποσκοπούσαν στην ανάπτυξη της Ανθρωπολογίας. Τούτο γίνεται φανερό από την παρουσία του
Αλεξάνδρου Παπαναστασίου, τότε πρωθυπουργού, μαζί με τον Ιωάννη Λυμπερόπουλο, υπουργό
Εθνικής Παιδείας, στην ιδρυτική συνεδρίαση της Ελληνικής Ανθρωπολογικής Εταιρείας. Η
συνεδρίαση αυτή έγινε στις αίθουσες της Εταιρείας Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του
Παπαναστασίου, ο οποίος προήδρευσε της συνεδρίας και απηύθυνε επαίνους στον Κούμαρη δια
την πρωτοβουλία του αναμνησθείς και των λόγων του διασήμου γερμανού ανθρωπολόγου von
Luschan που προέτρεπε στην ίδρυση Ανθρωπολογικής Εταιρείας στην Ελλάδα.

Εις αυτόν απάντησε ο Κούμαρης. Ακολούθως απήλθε ο Παπαναστασίου με τον Λυμπερόπουλο,
είχαν υποχρέωση να μεταβούν σε συνέδριο δημοδιδασκάλων, ενώ την προεδρίαν της ιδρυτικής
συνελεύσεως παρέδωσε ο πρωθυπουργός στον Φωκίωνα Νέγρη, άνδρα σεβάσμιο και
επιστήμονα-τεχνικό εκτιμώμενο, ο οποίος στη συνέχεια χρημάτισε και ο πρώτος πρόεδρος της
νεοϊδρυθείσης Ακαδημίας Αθηνών το 1926.

Μετά την έγκριση του Καταστατικού διενεργήθηκαν εκλογές για τα οκτώ αιρετά μέλη του
Διοικητικού Συμβουλίου που ήσαν γνωστοί καθηγητές Πανεπιστημίου (Γ.Σκλαβούνος,
Θ.Σκούφος, Κ.Κτενάς, Χ.Τούντας Γ.Χατζηδάκις, Κ.Άμαντος, Κ.Τριανταφυλλόπουλος) και του
ισοβίου Γενικού Γραμματέως Ι.Κούμαρη. Όπως έγινε φανερό η σύνθεση του Δ.Σ. έδειχνε ότι η
Εταιρεία αγκάλιαζε και κλάδους της πολιτισμικής ή κοινωνικής ανθρωπολογίας πέραν της

5 -19-

Costas Crimbas Costas Crimbas

φυσικής, η οποία όμως παρέμενε ο σκληρός πυρήνας της με τον μόνιμο Γενικό Γραμματέα.(
Ελληνική Ανθρωπολογική Εταιρεία 1924).

Ήδη από την πρώτη συνεδρία της Εταιρείας, το 1925 (Ελληνική Ανθρωπολογική Εταιρεία 1924,
Πρακτικά Συνεδριών του έτους 1925), μετά την παρουσίαση καρνιομετρήσεων από τον
Κούμαρη, που σκοπό είχαν να δείξουν την φυλετική συνέχεια των Ελλήνων, ένα μέλος, ο ιατρός
Ανδρέας Σιτόπουλος, παρετήρησε αυτό που ήταν ήδη γνωστό, ότι αλλοιώσεις στο κρανίο,
καθιστώντας το βραχυκέφαλο, επιφέρει η ύπτια θέση του βρέφους σε σκληρό λίκνο, στο οποίο οι
Ηπειρώτες συνηθίζουν να προσδένουν τα παιδιά τους. Επίσης ότι παραμορφώσεις στο κρανίο
επιφέρουν άλλοι λαοί όπως κάνουν οι Γιουρούκοι, που αποσκοπούν στην διαμόρφωση
δολιχοκεφάλου κρανίου. Ο Κούμαρης απαντά ότι αυτά είναι γνωστά αλλά δεν προβαίνει σε άλλα
σχόλια, πως δηλαδή διασώζεται η μέθοδος, την οποίαν εφαρμόζει, δηλαδή γιατί συνεχίζουν να
είναι χρήσιμα τα δεδομένα των κρανιομετρήσεων τα οποία χρησιμοποιεί και προκρίνει στην
ανάδειξη της φυλετικής συνέχειας και στον διαφορισμό της ιδιαιτερότητας μεταξύ φυλών.
Ακολούθως ο Σταύρος Τσουρουκτσόγλου (1896-1966) προβαίνει σε μακροτάτη ανακοίνωση περί
ευγονίας (που καλύπτει άνω των 25 σελίδων) και η οποία έγινε ευμενώς δεκτή από τον
προεδρεύοντα Γ.Σκλαβούνο. Αυτός ο τελευταίος καταφέρνει ακολούθως σε λίγες σελίδες να
συναθροίσει όλες τις δυνατές ανοησίες περί κληρονομικότητος, που αντιβαίνουν σε όσα εκείνη
την εποχή ήσαν γνωστά, ένα μνημείο ανοησιών. Σε άλλη συνεδρία ο Νέγρης προβαίνει σε
ανακοίνωση περί παγετώνων και καταβυθίσεως της Ατλαντίδος με τον χαμό 64 εκ. παλαιών
ανθρώπων! Γενικά πρόκειται για ανοήτους εντυπωσιασμούς ανυπάρκτων επιστημονικώς
θεμάτων. Το 1926 η ανακοίνωση του Κ. Άμαντου για τους Σλάβους και σλαβόφωνους στις
ελληνικές χώρες επαναφέρει την Ανθρωπολογική Εταιρεία στους κύριους στόχους της.

Μεταξύ των πολλών ανακοινώσεων, που στη συνέχεια παρουσιάζονται, αξιοσημείωτες είναι όσες
αφορούν την έρευνα των συχνοτήτων των ομάδων αίματος ΑΒΟ στους Έλληνες. Ο Κούμαρης
παρουσιάζει το 1927 πρώτος δικά του δεδομένα καθώς και του καθηγητού Κ.Σάββα, ακολουθεί
το 1928 ο Ιάκωβος Διαμαντόπουλος (Δρ. του Παν/μίου του Βερολίνου), και το 1930 ο ιατρός
Γεώργιος Η. Πάγκαλος (Πάγκαλος 1930). Μέχρι το 1949, χρονιά αποχωρήσεως του Κούμαρη
από την Γενική Γραμματεία της Εταιρείας άλλες τρεις παρόμοιες ανακοινώσεις έγιναν, του Π.
Σφετικόπουλου (1938), της Παπαμάρκου-Σκλέπα και το 1948-1949, του Γ. Αλιβιζάτου με την
Παπαμάρκου-Σκλέπα.

Όμως προκαλεί έκπληξη που δεν τονίζεται ότι για πρώτη φορά χρησιμοποιείται γενετικός δείκτης
μη επηρεαζόμενος από τις συνήθεις περιβαλλοντικές συνθήκες, άρα ικανός να ανιχνεύσει
βιολογική καταγωγή. Το μόνο ενδιαφέρον είναι να δειχθεί ότι οι Έλληνες διαφέρουν στις
συχνότητες των ομάδων αίματος από τους συνορεύοντες με αυτούς Σλάβους (Σέρβους,
Βουλγάρους) και τους Τούρκους. Από το 1952 με την μετάφραση στα γαλλικά του έργου του
Wiliam Boyd Génétique et Races humaines δεν υπήρχε πια δικαιολογία για τους σπουδασμένους
στην ηπειρωτική Ευρώπη να αγνοούν ότι αυτή η μέθοδος προσέφερε μια νέα και μη επιδεχομένη
αμφισβήτηση μεθοδολογία6 (Boyd, 1952). Η νέα φάση της Ανθρωπολογίας βασισμένη σε
γενετικές σημάνσεις (ομάδες αίματος, ηλεκτροφορητικά ανιχνευόμενα ένζυμα- τα αλλόζυμα-,
άλλες σημάνσεις στο DNA, όπως από επαναλαμβανόμενες μικρού μήκους αλληλουχίες)
αποτελούν μια φάση που δεν θα μας απασχολήσει εδώ και στην οποίαν πρωτοστάτησαν οι
Παϊδούσης & ο ομιλών (1980), ο Ν. Ξηροτύρης (γεν.1944) με την ομάδα του, ο
Κ.Τριανταφυλλίδης (γεν.1940) με την ομάδα του, ο Γ. Σταματογιαννόπουλος (γεν. 1934), και
πολλοί στο εξωτερικό, και η οποία καταλήγει στα κορυφαία επιτεύγματα τoυ Luigi Luca Cavalli-
Sforza και των δυο συνεργατών του, των Paolo Menozzi και Alberto Piazza. Αυτά, μαζί με τη
μαθηματική μέθοδο της coalescence επιτρέπουν και την γενετική χρονολόγηση ομάδων όταν
διαχωρίζονται από τον κοινό τους πρόγονο.

O Νικόλαος Ξηροτύρης σε δυο δημοσιεύσεις του (1979 και 1980) μελέτησε τα κρανία που
βρέθηκαν σε αρχαιολογικές ανασκαφές. Σε τέτοιες ανασκαφές όσο και σε παλαιοντολογικά
ευρήματα ο ερευνητής μόνο μετρήσεις οστών μπορεί να πραγματοποιήσει (αν δεν είναι αρκετά

-20- 6

Racism, Anthropology, Eugenics and EthRnaiccismId, eanntthirtoypo/loSgoym, eeugNenoictseasnd ethnic identity / Some notes

τυχερός ώστε να ανιχνεύσει σε καλή κατάσταση DNA σήμερα με τις νέες δυνατότητες που
εμφανίστηκαν). Μελέτησε σε κάθε κρανίο μεγάλο αριθμό μετρήσεων. Δεδομένου ότι πολλές
συσχετίζονται, πραγματοποίησε μια ανάλυση κύριων συνιστωσών της διακυμάνσεως. Τέλος,
χαρακτήρισε κάθε κρανίο με την τιμή μιας συνθετικής μεταβλητής, που απετέλει τον
βαρυκεντρικό άθροισμα των τριών πρώτων συνιστωσών (βαρυκεντρικό κατά τούτο, ότι ο
συντελεστής καθεμιάς αναλογούσε στο τμήμα της διακυμάνσεως που ερμηνεύει). Η τιμή του
αθροίσματος αυτών των συνιστωσών χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή δενδρογράμματος
δηλαδή μιας γραφικής αναπαράστασης ομαδοποιήσεως αυτών των κρανίων. Από τα
δενδρογράμματα φαίνεται η έλλειψη διαφοροποιήσεων μεταξύ κρανίων πρωτοελλαδικής,
μεσοελλαδικής και υστεροελλαδικής εποχής, διαφοροποίησης που ενδεχομένως να αναμενόταν
στην περίπτωση μαζικών μετακινήσεων πληθυσμών. Να μια έρευνα υψηλής ποιότητας που
παρέχει όμως μόνο ενδείξεις, τίποτα περισσότερο. (Xirotiris 1979, 1980)

Τα Πρακτικά της Εταιρείας εξακολούθησαν να δημοσιεύονται μέχρι την αποχώρηση του
Κούμαρη το 1949, οπότε η Εταιρεία περιπίπτει σε αδράνεια, αλλά η οποία δεν έπαυσε να
υφίσταται μέχρι σήμερα8. (Επ΄ευκαιρία της συμπληρώσεως το 2009 150 ετών από της
δημοσιεύσεως του βιβλίου του Δαρβίνου για την προέλευση των ειδών η Ελληνική
Ανθρωπολογική Εταιρεία απένειμε τον τίτλο του επιτίμου Προέδρου της στον Σεβασμιώτατον
μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, στον γράφοντα και στον ομότιμο καθηγητή Σπ.
Μαρκέτο).

Απόψεις περί φυλών

Από τις εμμονές του Κούμαρη είναι η εξύψωση της έννοιας της φυλής, η θέσπιση ξεχωριστής
Ελληνικής φυλής, χωρίς σαφή οριοθετικά κριτήρια, χωρίς σοβαρά τεκμήρια και επιχειρήματα,
πρόταση για την οποίαν κατεκρίθη από ξένους ανθρωπολόγους, και η αρνητική στάση του
μεταπολεμικά στα ψηφίσματα της Ουνέσκο περί ανυπαρξίας φυλών στο ανθρώπινο είδος. Ήταν
αρνητικός και απέναντι των γάμων μεταξύ ατόμων διαφορετικών φυλών, διότι κατ΄αυτόν η
υβριδοποίηση αλλοίωνε την καθαρότητα της φυλής! Είναι εμφανείς οι κακές γερμανικές
επιδράσεις σε αυτόν, οι ίδιες που εστήριξαν κατά την ναζιστική περίοδο την γενοκτονία των
Εβραίων.

Πρέπει να υπενθυμίσω ότι το 1919, αμέσως μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη Διάσκεψη
Ειρήνης στο Παρίσι οι Ιάπωνες εκπρόσωποι πρότειναν να προστεθεί στον Καταστατικό Χάρτη
της Κοινωνίας των Εθνών η αρχή της ισότητος των φυλών. Τούτο δεν έγινε δεκτό, οι Αμερικανοί
φοβήθηκαν τις επιπτώσεις που θα προκαλούσε το φυλετικό πρόβλημα τόσο στους ίδιους όσο και
αλλού.

Μετά όμως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και υπό το βάρος και την γενική κατακραυγή για την
γενοκτονία κυρίως των Εβραίων αλλά και άλλων λαών από τους Γερμανούς Ναζί η UNESCO
οργάνωσε σειρά συναντήσεων στις οποίες εγκρίθηκαν ψηφίσματα εναντίον των φυλετικών
διακρίσεων που έφταναν μέχρι την άρνηση της επιστημονικής βάσης για την ύπαρξη φυλών στο
ανθρώπινο είδος (Παρίσι 1950, 1951, Μόσχα 1964, Παρίσι 1967, 1968). Τις διακηρύξεις αυτές
υπέγραψαν οι σημαντικότεροι βιολόγοι, γενετιστές, εξελικτικοί και ανθρωπολόγοι εκείνης της
εποχής (Theodosius Dobzhansky, H.J.Muller, J.B.S.Haldane, J.Huxley, C.Waddington, Bernard
Rench, Curt Stern, Joseph Needham, C.Levy-Strauss, Ashley Montagu, A.E.Mourant, H.Valois,
Nigel Barnicot, Carleton Coon, F.M.Salzano) και έγινε γενικά αποδεκτή παρά τις παλινδρομήσεις
ορισμένων από αυτούς που την προσυπέγραψαν. Παρόμοια διακήρυξη, μετά από την εμφάνιση
της Κοινωνιοβιολογίας του E.O.Wilson τo 1975, ενεκρίθη στο Συμπόσιο των Αθηνών της
UNESCO το 1981, η οποία υπεγράφη και από Έλληνες επιστήμονες (Κ. Κριμπάς, Δ.
Τριχόπουλος, Α. Μπαγιόνας, Φ. Βεγλερής, Α. Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου). Η ιδέα πίσω από
αυτές τις διακηρύξεις ήταν ότι οι γεωγραφικά διαφοροποιούμενες φυλές οφείλουν τις διαφορές
τους σε λίγα γενετικά χαρακτηριστικά, του χρώματος του δέρματος, των οφθαλμών, των τριχών,
το λείο ή ούλο των τριχών, το ύψος κ.α., αλλά οι διαφορές μεταξύ άλλων γονιδίων δεν είναι
σημαντικές. Όντως ο R.Lewontin, μαθητής του Dobzhansky, μελετώντας πολλά γονίδια ομάδων
αίματος και άλλων βιοχημικών σημάνσεων, το 1972, απέδειξε ότι οι μεταξύ ατόμων διαφόρων

7 -21-

Costas Crimbas Costas Crimbas

φυλών διαφορές είναι ελάχιστα μεγαλύτερες συγκρινόμενες με τις διαφορές ατόμων εντός της
ίδιας φυλής (R.C.Lewonton, 1972). Οι διαφορές χρώματος είναι σχετικά πρόσφατα αποκτήματα
δια της φυσικής επιλογής που αποβλέπουν στην προστασία του δέρματος από τις υπεριώδεις
ακτίνες σε περιοχές γύρω από τον Ισημερινό, που σκουραίνουν το δέρμα και επιλογής για
ανοιχτόχρωμο δέρμα που επιτρέπει την πρόσληψη ηλιακής ακτινοβολίας για την παραγωγή της
βιταμίνης D σε βόρειες χώρες όπως εκείνες των σκανδιναβικών κρατών.

Περί της καταγωγής των Ελλήνων

Ο Κούμαρης και μετά τον πόλεμο υπεστήριζε ότι η ελληνική φυλή, όπως την ονόμαζε, είναι
αυτόχθων στο χώρο της Αιγηίδος ή μετά την καταπόντισή της στον περι-αιγαιακό χώρο.
(Κούμαρης, 1959). Βεβαίως δεν πρέπει κανείς να κατακρίνει εκ των υστέρων τους ερευνητές που
προηγήθησαν για αυτά που υπεστήριξαν χωρίς να γνωρίζουν όσα έγιναν κατόπιν γνωστά ή
απεδείχθησαν. Πρέπει όμως να ασκηθεί μια δριμεία κριτική για τις διατυπούμενες έωλες απόψεις
ή τις στερούμενες κάθε πραγματικού δεδομένου η σοβαρής ένδειξης για να υποστηριχθούν
εθνικιστικές ή άλλες ιδεολογικές απόψεις. Η φιλοπατρία δεν πρέπει να μας ωθεί σε
προκατασκευασμένες θεωρίες και η πατριδοκαπηλεία πρέπει να καταδικάζεται, το έθνος, κατά
τον εθνικό μας ποιητή, πρέπει να θεωρεί εθνικό ότι είναι αληθινό.

Σήμερα έχει τεκμηριωθεί η «out of Africa» και σχετικά πρόσφατη προέλευση των ανθρώπων
στην Ευρώπη και Ασία, πριν από 50 ως 100 χιλιάδες χρόνια από ένα ομοιογενή πληθυσμό. Όμως
το 1956 η Εταιρεία βραβεύει τον απόστρατο στρατηγό Ξέρξη Λίβα για το πόνημά του «Η Αιγηΐς
κοιτίς των Αρίων και του ελληνισμού» (Λίβας,1956). Βεβαίως το αυτόχθον και το καθαρόαιμον
είναι πρόχρημα γελοίον όπως και η άποψη ότι η εύρεση στο εθνικό χώρο κρανίου ανθρωπίνου
είδους διαφορετικού του Homo sapiens αποτελεί εγγραφή σε ένα libro d’oro και ότι συνιστά
τίτλο τιμής και αρχαιότητος της εθνικής καταγωγής. Αναφέρομαι βεβαίως στο κρανίο των
Πετραλώνων. Ακόμα και σήμερα οι αναφορές για την αρχαιότητα του ελληνικού έθνους και της
ελληνικής γλώσσας δίνουν και παίρνουν, προερχόμενες όχι κατ’ ανάγκη από περιθωριακές
ομάδες. Οι έγκριτες Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης τύπωσαν το ογκώδες βιβλίο (περίπου
550 σελίδες κείμενο και άλλες 50 βιβλιογραφία κλπ) του Θεόδωρο Γιαννόπουλου «Πόθεν και
πότε οι Έλληνες». Ο πολυμαθής αρχαιολόγος συγγραφεύς τείνει να αποδώσει παλαιότητα
παλαιολιθική στην ελληνική γλώσσα καταρρίπτοντας την ήδη αρκετά παλαιά χρονολογία, εκείνη
που την ανάγει στην χρονολογία έναρξης της γεωργίας στην νεολιθική εποχή, που είχε προτείνει
ο ελληνομαθής άγγλος αρχαιολόγος Λόρδος Colin Renfrew, στηριζόμενος στην εργασία των
Cavalli-Sforza, Menozzi και Piazza. Αυτοί οι τελευταίοι είχαν αποδώσει την επέκταση και
διάδοση της γεωργίας από την γόνιμη ημισέληνο σε μια σιωπηλή και βαθμιαία δημογραφική
πλημμυρίδα, την πρώτη μεγάλη και ήπια μετανάστευση στην Ευρωπαϊκή ήπειρο. Ο Renfrew
θεώρησε ότι μόνο αυτή η μεγάλη μετανάστευση μπορούσε να ταυτισθεί με την έλευση των
Ινδοευρωπαίων, πρόταση που προήλθε από την έλλειψη οιασδήποτε ένδειξης για την έλευση
μαζικού κύματος μεταναστών και η οποία αργότερα στηρίχθηκε και σε άλλες ισχυρές ενδείξεις
(Γιαννόπουλος, 2013), ήδη μνημόνευσα τα ευρήματα του Ξηροτύρη. Πρέπει να προστεθούν οι
έρευνες του R.R.Sokal, που επιβεβαιώνουν τις απόψεις του Colin Renfrew καθώς και η πολύ
σημαντική έρευνα των R.Gray & Q.Atkinson που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature, σύμφωνα
με την οποίαν η ελληνική γλώσσα έχει ζωή 7.000 περίπου ετών (όσα θα προέβλεπε και η
υπόθεση του Renfrew13 (Gray & Atkinson, 2003).

Αξίζει να σημειωθούν δυο άλλα γεγονότα που σφράγισαν την ιστορία της Εταιρείας. Το 1962
γίνεται μέλος της Εταιρείας και τιμάται από αυτήν με βραβείο της ο εκ Ρωσίας αφιχθείς
ανθρωπολόγος Άρης Πουλιανός (γεν.1924) για τα βιβλία του περί Καταγωγής των Κρητών και
των Ελλήνων εν γένει. Ο Πουλιανός μελετά κρανία και εξωτερικά φαινοτυπικά χαρακτηριστικά
και αποφαίνεται ότι οι σημερινοί Έλληνες είναι απόγονοι των αρχαίων χωρίς να έχουν υποστεί
αλλοίωση. Με είχε επισκεφθεί στο Εργαστήριό της Γενετικής, που διηύθυνα, και του είχα
επιστήσει την προσοχή ότι ο τρόπος σκέψης του ήταν τυπολογικός όταν η νεώτερη γενετική
πληθυσμών υιοθετούσε μια πληθυσμιακή σκέψη και κάθε πληθυσμός έχει μια ρέουσα γενετική
και μορφολογική ποικιλότητα. Είχε συμφωνήσει. Αλλά αμέσως τις επόμενες μέρες σε εφημερίδες
επανερχόταν στα παλαιά δικά του. Στη τοποθέτησή αυτή είχα λοιπόν αντιτεθεί με το άρθρο μου

-22- 8

Racism, Anthropology, Eugenics and EthRnacicismId, aennthtirtoypo/loSgoy,meuegeNnoictseasnd ethnic identity / Some notes

«Για μια μη τυπολογική ανθρωπολογία». Για αυτό το δοκίμιο είχα επικριθεί από εφημερίδα της
αριστεράς, δεδομένου ότι αυτή τη φορά τα φώτα έρχονταν από την Ρωσία (Κριμπάς 1986). Ο
Πουλιανός είχε επίσης προσπαθήσει να οικειοποιηθεί την ανακάλυψη κρανίου παλαιού είδους
του γένους Homo, πιθανότατα του Η.erectus, που είχε βρεθεί από έναν χωρικό σε σπήλαιο των
Πετραλώνων της Χαλκιδικής και είχε ακολούθως μελετηθεί από δύο καθηγητές του
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τον Αντώνη Κανέλλη και τον Α. Σάββα.

Το δεύτερο γεγονός είναι οι διαλέξεις τις οποίες έδωσε την δεκαετία του 1960 ο πολιτισμικός
ανθρωπολόγος Πρίγκηψ Πέτρος της Ελλάδος, γιος του Πρίγκηπος Γεωργίου (πρώην ηγεμόνος
της Κρητικής Πολιτείας) και της Μαρίας Βοναπάρτη. Ο Πέτρος, μαθητής του B. Malinowski,
μελέτησε την πολυανδρία σε χώρες της ινδικής χερσονήσου και πλησίον αυτής. Ακολουθώντας
το υπόδειγμα του πολυμαθούς επιστήμονος που ήταν ο εκ μητρός πάππος του, Ρολάνδος
Βοναπάρτης, έβλεπε με ενδιαφέρον τις προσπάθειες που έκαναν

Έλληνες υπουργοί παιδείας και καθηγητές για να εκλεγεί σε έδρα Ανθρωπολογίας στο
Πανεπιστήμιο Αθηνών. Σε τούτο αντέδρασε σφοδρά η τότε βασίλισσα Φρειδερίκη διαβλέποντας
την πιθανότητα σε κάποια στιγμή ο Πέτρος να επροτιμάτο από τον ελληνικό λαό για να
αντικαταστήσει τον ακαλλιέργητο υιό της. Ο Κούμαρης, ο συμφοιτητής του Πρίγκηπος Πέτρου
Γρ. Κασιμάτης, ο Γ. Πανταζής, τότε Καθηγητής Βιολογίας, αρέσκοντο στην και υιοθετούσαν την
ιδέα της συζεύξεως μιας υψηλής βασιλικής υψηλότητος με την καθηγητικήν έδρα, σύζευξη που
ουδέποτε έλαβε χώρα.

Περί Ευγονικής στην Ελλάδα

Η συζήτηση περί ευγονικής στειρώσεως για να αποφευχθεί η εμφάνιση ανεπιθύμητων
κληρονομικών χαρακτηριστικών δεν εντάσσεται πάντοτε στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο με την
προσπάθεια υπερασπίσεως της εθνικής ταυτότητος, όμως μερικές φορές υποφαίνεται να
αποσκοπεί στη διατήρηση της εθνικής καθαρότητας. Συχνά οι Έλληνες επιστήμονες θέλησαν να
δείξουν ότι είναι ενήμεροι και ακολουθούν όσα συζητούντο και εφαρμόζονται στην Ευρώπη και
τις ΗΠΑ. Άλλωστε η καταδίκη της μεθόδου από την Καθολική Εκκλησία και η αρνητική στάση
πολλών επιστημόνων και διανοουμένων εντός και εκτός Ελλάδος δεν άφηναν πολλά περιθώρια
για την εν Ελλάδι αποδοχή της. Ο σημαντικός υποστηρικτής της είναι ο Κωνσταντίνος
Μουτούσης (Πάτρα 1893-1964), ιατρός που σπούδασε στην Αθήνα και στη Βιέννη, το 1933
έκτακτος καθηγητής της Υγιεινής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το 1939 τακτικός καθηγητής της
ίδιας έδρας, το 1950 καθηγητής της μικροβιολογίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο και πρύτανής του το
1951-1952. Σε λόγο του λέγει ότι «…η νεωτέρα έρευνα περί της κληρονομικότητος, στηριζομένη
επί των εργασιών των Eugen Fischer, Erwin Baur, [Fritz] Lenz, και [Ernst] Rübin επετέλεσαν
αξιόλογον πρόοδον εξ ής …δύναται να υποστηριχθεί σήμερον… ότι..[κληρονομικαί] αλλοιώσεις
δεν εμφανίζονται συνεπεία εξωτερικών παραγόντων αλλά είναι εγγενείς» (Κλινική 1933, 25
Νοεμβρίου).

Βέβαια οι τρεις τουλάχιστον βιολόγοι (δηλαδή πλην του Baur) θεωρούνται σήμερα ανυπόληπτα
άτομα, κακοί επιστήμονες που απεργάσθηκαν την ναζιστική φυλετική υγιεινή. Στον εναρκτήριο
λόγο του ο Μουτούσης ισχυρίζεται και πάλι «ότι μπορούμε να προβούμε σε πρόγνωση για
ψυχώσεις και ψυχασθένεια και η ευγονική υγιεινή παρέχει τα μέσα δι’ ών είναι δυνατόν να
εκριζωθεί το έγκλημα, επιβάλλουσα υποχρεωτικήν αποστείρωσιν δι’ ης αποσοβείται η μεταφορά
των εγκληματικών προδιαθέσεων εις τους εκγόνους» (Δημόσια Υγιεινή 1931 σελ. 176). Ο
Θρασύβουλος Βλησίδης (1886-1964), και αυτός σπουδασμένος στη Βιέννη, που αργότερα
διετέλεσε και καθηγητής Γενικής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πρύτανής του (1954)
γράφοντας στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο της Βραδυνής το 1934 εξεθείαζε την εθνικιστική πολιτική
του Χίτλερ και την πειραματική βιολογία (Βλησίδου,1934).

Μια ενδελεχή αλλά πολύ συγκρατημένη θέση παρουσιάζει ο Μωυσής Μ. Μωυσείδης (1880-;)
Τούτου αγνοώ τα βιογραφικά στοιχεία εκτός των όσων αναφέρει στα δημοσιεύματά του, ότι είναι
ιατρός μαιευτήρ-γυναικολόγος, αντεπιστέλλον μέλος της μαιευτικής και γυναικολογικής
Εταιρείας των Παρισίων, επίσης του Institut International d’Αnthropologie των Παρισίων, της

9 -23-

Costas Crimbas Costas Crimbas

Αμερικανικής Ακαδημίας Πολιτικών Επιστημών της Φιλαδέλφειας. Από κατάλογο των
δημοσιεύσεών του προκύπτει ότι από το 1910 ως τουλάχιστον το 1922 έμενε στην
Κωνσταντινούπολη όπου διηύθυνε και το μηνιαίο ιατρικό περιοδικό Ιπποκράτης (1910-1914).
Αργότερα στην Αθήνα διευθύνει το περιοδικό Υγεία. Ο Μωυσείδης δημοσιεύει μεταξύ άλλων
πολλών ένα μακρύ δοκίμιο «Ο Μαλθουσιανισμός άλλοτε και νυν- Έλεγχος γεννήσεων και
αποστείρωσις». Πρόκειται για δοκίμιο 96 σελίδων το οποίον όμως ελάχιστα ασχολείται με την
ευγονική αλλά κυρίως με την τεχνική στης στειρώσεως προς περιορισμό των γεννήσεων που
θεωρεί απαραίτητον σύμφωνα με τις ιδέες του Μάλθους, τις οποίες ασπάζεται. (Μωυσείδης,
1932). Το 1934 όμως στο περιοδικό Έρευνα του Α. Κασιγόνη δημοσιεύει μελέτη του εκ 68
σελίδων με τίτλο «Ευγονική Αποστείρωση» (Μωυσείδης, 1934).

Ο Μωυσείδης είναι εξαιρετικά ενήμερος των συμβαινόντων, ο ίδιος αναφέρει ότι έχει λάβει από
τις ΗΠΑ δυο φορές ογκώδες έντυπο υλικό, όπως επίσης και από την Γαλλία και την Αγγλία.
Επιχειρεί μια πλήρη επισκόπηση του θέματος παρουσιάζοντας τις υπέρ της στειρώσεως γνώμες,
τις εναντίον αυτής, καθώς και τις γνώμες των εχόντων ενδιάμεση στάση. Επίσης παρουσιάζει τα
υπέρ και τα κατά της μεθόδου. Κάνει μια ευρεία ανασκόπηση του τι συμβαίνει ανά χώρα, στις
ΗΠΑ με τις διάφορες πολιτείες της, στον Καναδά, στην Ελβετία, στην Γερμανία, όπου παραθέτει
και όλες τις διατάξεις του Εκτελεστικού διατάγματος, στην Αγγλία, στην Γαλλία, στις
Σκανδιναβικές χώρες, στην Ουγγαρία, και στην Ελλάδα (από το οποίον μαθαίνομε για την
γενομένη εδώ συζήτηση) και καταλήγει λέγοντας ότι είναι πολύ πρόωρο να εφαρμοσθεί ένα
μέτρο που περιορίζει τόσο τα ανθρώπινα δικαιώματα και δεν φαίνεται σε πολλούς
αποτελεσματικό.

Για την Ελλάδα αναφέρει την αρνητική γνώμη που εξέφρασε η Εκκλησία της Ελλάδος, ένα
άρθρο του Σταύρου Τσουρουκτσόγλου, άρθρο του Κωστή Χαριτάκη για το προγαμιαίο
πιστοποιητικό, στο οποίο ο συντάκτης βλέπει κάποια εφαρμογή ειδικά για τους λεπρούς, του
Ελευθεριάδου, ο οποίος θεωρεί ότι οι γνώσεις μας δεν επαρκούν για την εφαρμογή του μέτρου,
τις γνωστές γνώμες του Μουτούση, τις απόψεις του Σιμ. Βλαβιανού, που χαρακτηρίζει το μέτρο
ανελεύθερο και απάνθρωπο, του Δρε-Κόλλια, που κηρύσσεται θερμός οπαδός του μέτρου και του
Κατωπόδη που τελικά το αποκλείει λόγω του μεγάλου αριθμού των ατόμων στα οποία τελικά θα
έπρεπε να εφαρμοσθεί, υπολογίζει ότι θα έπρεπε να στειρωθούν 14.000 άτομα, ήτοι ένας για κάθε
450 άτομα. Ο συγγραφεύς καταλήγει ότι παρ’ όλη την ευεργετική επίπτωση που θα μπορούσε να
έχει, τόσον οι σημερινές γνώσεις, όσον και η γενική αντιπάθεια θα απέκλειαν την αναγκαστική
επιβολή του, ενώ οικειοθελώς εις επιλεγμένας περιπτώσεις θα μπορούσε να εφαρμοσθεί.

Ο Σταύρος Τσουρουκτσόγλου, ιατρός, σπούδασε στη Βέρνη και στο Μόναχο, υπήρξε υφηγητής
της Υγιεινής και της βακτηριολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βέρνης. Έχομε σειρά άρθρων και
δοκιμίων του για την ευγονία, στα ελληνικά ήδη μνημονεύσαμε το 1925 την εκτενή ανάπτυξη του
θέματος στην Ανθρωπολογική Εταιρεία. Έγραψε επίσης το λήμμα «ευγονία» στη Μεγάλη
Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού (τόμος ΙΑ’: 708-709) . Μετά από τον ορισμό της ευγονίας
και ορισμένα ιστορικά γνωστά στοιχεία ασχολείται με το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίον δια
της ιατρικής έπαυσε η δράση της φυσικής επιλογής με αποτέλεσμα την υποβάθμιση της
ποιότητος του κληρονομικού υλικού. Ο Τσουρουκτσόγλου όμως παρατηρεί ότι οι φέροντες
παθολογικά χαρακτηριστικά έχουν και μειωμένη συμμετοχή στην παραγωγή των ατόμων της
επομένης γενιάς, άρα εν πολλοίς δεν συντελείται υποβάθμιση. Αυτό είναι σωστό και δείχνει ένα
επιστήμονα ικανό ο οποίος και τότε, την εποχή κατά την οποίαν η γενετική πληθυσμών ήταν
άγνωστη, μπορούσε να διαβλέψει την πορεία του πληθυσμού. Έχει επίσης εκφράσει μια σωστή
εκτίμηση για τα πειράματα του Kammerer. Αμφισβητεί τις απόψεις του Gobineau για την
παρουσία της ξανθής και δολιχοκεφάλου φυλής, η οποία είναι υπεύθυνος για τα επιτεύγματα των
αρχαίων Ελλήνων, φυλή η οποία ακολούθως κατ΄αυτόν εξηφανίσθη, παρατηρώντας ότι η
συχνότητα των ξανθών στην σημερινή Ελλάδα δεν διαφέρει αυτής σε άλλες προηγμένες
ευρωπαϊκές χώρες.

Ο Τσουρουκτσόγλου σημειώνει ότι το ευγονικό πρόγραμμα δεν σκοπεύει στην «εκμηδένιση»
[άραγε στην εκτέλεση;] των φερόντων τα ανεπιθύματα χαρακτηριστικά, αλλά στην κατά το
δυνατόν αποφυγή τεκνοποιίας από αυτά είτε με προγαμιαίες συμβουλές είτε με την άνευ

-24- 10

Racism, Anthropology, Eugenics and EthRnaiccismId, eanntthirtoypo/loSgoym, eeugNenoictseasnd ethnic identity / Some notes

ποινικοποιήσεως έκτρωση. Τον ενδιαφέρει επίσης η συνέχιση και ει δυνατόν ενίσχυση της
παραγωγής των εξαιρέτων ανθρώπων [των μεγαλοφυών] που βοηθούν στην προώθηση του
πολιτισμού και για αυτόν τον σκοπό προκρίνει την προώθηση των γάμων μεταξύ ατόμων της
ιδίας (ανωτέρας) κοινωνικής τάξεως και του ιδίου επαγγέλματος. Αντικρούει δε τας απόψεις του
Lombroso περί συναφείας επιληψίας και μεγαλοφυΐας.

Η Σταμάτη Τρουμπέτα στο βιβλίο της Physical Anthropology, Race and Eugenics in Greece
(1880s-1970s), σημειώνει ότι ο Τσουρουκτσόγλου ήταν επηρεασμένος από τον Alfred Ploetz
(1860-1940) στην ιδέα της «ζωτικής φυλής», πράγμα που δεν δείχνεται στα ελληνικά του κείμενα.
Βέβαια δεν είχα την ευκαιρία να συμβουλευθώ τα δημοσιεύματά του στα γερμανικά, ιδίως το Die
Biologischen Probleme der Rassenhygiene του 1925, ούτε το Περί ευγονίας. Πάντως ένας τέτοιος
επηρεασμός θα τον κατέτασσε στους ακραιφνείς εκπροσώπους της ναζιστικής σχολής.

Για τον Δημοσθένη Ελευθεριάδη (1885-1964) θέλω να προσθέσω ορισμένα βιογραφικά στοιχεία.
Είναι ιατρός που σπούδασε στην Ελλάδα και τη Γερμανία ειδικευθείς στην μικροβιολογία και
υγιεινή. Είχε και πολιτική σταδιοδρομία. Το 1923 εκλέγεται βουλευτής Ροδόπης με τους
Φιλελευθέρους και είναι υπουργός Κοινωνικής Προνοίας το 1936 στην Κυβέρνηση Δεμερτζή,
παραιτείται όμως αμέσως με την δικτατορία Ιωάννου Μεταξά. Το 1937 εκλέγεται καθηγητής
Κοινωνικής Βιολογίας στην Πάντειο Σχολή Πολιτικών Επιστημών, θέση από την οποίαν
αποχωρεί με το όριο ηλικίας το 1956. Έχει συγγράψει διάφορα βιβλία από τα οποία φαίνεται ότι
είναι περισσότερον εγγράμματος από τους περισσοτέρους που ανέφερα. Έχει θέση κατά των
αναγκαστικών ευγονικών μέτρων και έχει επιτεθεί κατά ακαδημαϊκών δασκάλων, ειδικά του
παιδιάτρου Κ.Χωρέμη τον οποίον εγκαλεί για ακαδημαϊκή αγυρτεία (Ελευθεριάδης, 1953). Είναι
όντως σωστό ότι ο Χωρέμης ολίγον κατανοούσε την σύγχρονη γενετική, όπως είχε επίσης
επισημάνει και ο διάσημος ιατρός Iωάννης Καμινόπετρος.

Το 1954 ο γυναικολόγος και δημοτικιστής καθηγητής Νικόλαος Λούρος (1898-1976) ιδρύει την
Ελληνική Εταιρεία Ευγονικής. Ενεργά μέλη της είναι ιατροί, παιδίατροι και γυναικολόγοι. Η
Εταιρεία εκτός από ενημερωτικές εκδηλώσεις για το ευρύ κοινό προπαγανδίζει το «προγαμιαίο
πιστοποιητικό». Προς αυτό από τις αρχές του 1960 αντετέθην με άρθρα και συνετεύξεις μου στην
εφημερίδα Eλευθερία (Κριμπάς, 1964). Τελικά το πιστοποιητικό δεν εφαρμόστηκε.

Επίλογος

Αυτές οι εν μέρει διάσπαρτες σημειώσεις αποσκοπούν να βοηθήσουν στη σύλληψη της
περιρρέουσας ατμόσφαιρας στον κύκλο των πανεπιστημιακών και διανοουμένων στην Ελλάδα
προ και κυρίως αμέσως μετά τον μεσοπόλεμο και επίσης στην εξέταση της επιστημονικής τους
αξίας τότε και σήμερα. Δείχνουν ένα μικρό φάσμα των αντιδράσεων στα σχετικά με τα
φαινόμενα του ρατσισμού. Βεβαίως δεν εξαντλούν το θέμα του ρατσισμού στην Ελλάδα αλλά το
θίγουν εφαπτόμενα αυτού του θέματος κυρίως με την ακτινογράφηση της ιδεολογίας των τότε
επιστημόνων.

Αναφορές

Apostolidès, N. 1882. Quelques measures sur le vivant prises en Gréce. Bulletin e la Societé
d’anthropologie de Paris: 662.

Aποστολίδης, N.X.1883. Συμβολαί εις την Ελληνικήν Ανθρωπολογίαν. Δελτίον της Ιστορικής και
Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος, τομ.Α: 365-367.

Βλησίδου, Θ.1934. Η εθνικιστική πολιτική του Χίτλερ και η πειραματική βιολογία. Το Λαϊκό Παμεπιστήμιο
της Βραδυνής, Μάιος-Ιούνιος 1934, έτος Β, τεύχος 3, σελ. 88-91.

Boyd, William 1952, Génétique et Races Humaines, Introduction a l’Anthropologie physique moderne
traduction par F.Bourliere & J.Sutter, Payot, Paris.

Clon Stéphanos, 1884. La Grèce au point de vue naturel, ethologique, anthropologique, démographique et
medical. Distionnaire Encyclopédique des Sciences Médicales, Masson, Paris: 362-570.

Γιαννόπουλος Θεόδωρος Γ., 2013. «Πόθεν και πότε οι Έλληνες;» Ο υπέυθυνες απαντήσεις της επιστήμης και
η παρούσα κατάσταση της έρευνας για την πρώτη αρχή του ελληνικού πολιτισμού. Πανεπιστημιακές

11 -25-

Costas Crimbas Costas Crimbas

Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο. Βλέπε και βιβλιοκρισία του από τον Χ.Ε.Μαραβέλια, 2013 «Από πότε
μπορούμε να μιλάμε για Έλληνες;» The Athens Review of books Ιούλιος-Αύγουστος 2013, έτος 4,
τχ. 42 σελ. 48-52.
Διαμαντόπουλος, Ιάκωβος σελ.69-81.
Ελευθεριάδου, Δ. 1953. Επιστήμη και αγυρτεία, Αθήναι, σελ. 32.
Ελληνική Ανθρωπολογική Εταιρεία 1924, Α. Ιδρυτική Γενική Συνέλευσις, Β. Καταστατικόν.
Π.Δ.Σακελλαρίου 1924, Αθήναι σελ. 31.
Ελληνική Ανθρωπολογική Εταιρεία 1924, Πρακτικά Συνεδριών του έτους 1925. Αθήναι, Ανθρωπολογικόν
Μουσείον Πανεπιστημίου Αθηνών, σελ.64.
Ελληνική Ανθρωπολογική Εταιρεία 1924, Πρακτικά έτους 1927. Ι.Κούμαρη: Η «ορολογική» διάκρισις των
ανθρωπίνων φυλών. Σελ.5-37.
Ελληνική Ανθρωπολογική Εταιρεία, 1924.Πρακτικά έτους 1928
Ελληνική Ανθρωπολογική Εταιρεία, 1924. Πρακτικά έτους 1930 Γεωργίου Η.Παγκάλου, Συμβολή εις την
κατανομήν ομάεων αίματος εν Ελλάδι, σελ. 13-17.
Gray, Russell & Atkinson, Quentin. 2003. Language-tree divergence times support the Anatolian theory of
Indo-European origin. Nature 426: 435-439.
Κριμπάς, Κ. 1964. Η γενετική ημπορεί να βελτιώσει και τον άνθρωπον (τα συμεράσματα της μαθηματικής
γενετικής δίδουν νέα μέσα δια την μελέτην του προβλήματος) Ελευθερία, 28 Ιουνίου 1964.
Κριμπάς, Κ. 1964. Θεωρείται ανέφικτος η προσπάθεια ευγονικής βελτιώσεως (είναι ανεπίτρεπτος η
κληρονομική καλυτέρευσις του ανθρώπου-τι είναι ο γονότυπος και ο φαινότυπος) Ελευθερία, 12
Ιουλίου 1964
Κριμπάς, Κ. 1965. Άκρως επικίνδυνος η ανάληψις ευγονικού ελέγχου (δεν στηρίζεται σε θετικά βάθρα-εξ
αφορμής μιας συζητήσεως δια προγαμιαία πιστοποιητικά) Ελευθερία, 28 Φεβρουαρίου 1965
Κριμπάς, Κ. 1965. Χρειάζεται η γενετική δια την μελέτην των θεμάτων του γάμου (Ανάγκη δια μια μη
τυπολογική βιολογία-Τα ηθικά προβλήματα και ο φόβος των ρατσιστικών αποκλίσεων) Ελευθερία, 21
Μαρτίου 1965.
Κριμπάς, Κ.1986. Για μια μη τυπολογική ανθρωπολογία στο Δαρβινικά σελ.176-193. Σε μια πρώτη μορφή
αλλά δυστυχώς με αλλοιώσεις μη αποδεκτές δημοσιεύθηκε το 1980. Με προέτρεψαν να το γράψω
οι J.L.Angel, Emily Vermeule και Σπύρος Ιακωβίδης.
Κούμαρης, Ι.Γ.1959. Το «αυτόχθον» της φυλής. Ανατύπωση εκ του Πανηγυρικού τόμου Γ.Ιωακείμογλου,
Αθήναι Τύποις Σχολή Μονοτυπίας, Γιατράκου 9, σελ.129-137.
Λίβας, Ξ.1956. Η Αιγηΐς κιτίς των Αρίων και του Ελληνισμού. Πολιτιστική περιήγησις και ακτινοβολία
Φυλετική ενότης Αμελητέα φυλετικώς η παρείσδυσις των Σλάβων και των Τούρκων. Αθήναι, τύποις
Χ.Συνοδινός, Λέκκα7. σελ.199.
Lewontιn R.C., 1972.The apportionment of human diversity. Evolutionary Biology 6: 381-398.
Μωυσείδης, Μ.Μ.1932. Ο Μαλθουσιανισμός άλλοτε και νυν-Έλεγχος γεννήσεων και αποστείρωσις- Μελέτη
Ιατρική, ευγονική και κοινωνική βραβευθείσα εις το Συμβουλίδειον αγώνισμα της Ιατρικής Εταιρείας
Αθηνών (28 Νοεμβρίου 1931), Εν Αθήναις τυπογραφικά καταστήματα αδελφών Γεράρδων, Νοταρά
15. Παράρτημα περιοδικού Υγεία. Σελίδες 96.
Μωυσείδης, Μ.Μ, 1934. Ευγονική Αποστείρωσις , Αρχαί – Μέθοδοι- Εφαρμογή. Έρευνα Σεπτ.-Οκτ.
Εκδοτικός Οίκος Α.Κασιγόνη, Αθήναι-Αλεξάνδρεια. σελ. 68.
Xirotiris, Ν.I. 1980. The Indo-European in Greece: An anthropological approach to the population of
bronze age in Greece. Journal of Indo-European Studies 8: 201-210.
Xirotiris,Ν.I.1979. Anthropologische und archaeologische Probleme der griechischen Bronzezeit Archives
Suisses d; Anthropologie générale, Γενεύη, 43: 69-78.

-26- 12

Population genetics, Natural selecPtioopnulaatniodn gInenheetircsi,tendatudriaslesealsecetsioinnanthd einhGerrieteedkdipseoapseuslainttihoengreek population

Γενετική πληθυσμών, Φυσική επιλογή και Κληρονομικές ασθένειες

στη γενετική δεξαμενή των Ελλήνων

Population genetics, Natural selection and Inherited diseases

in the Greek population

Αναστασία Κουβάτση και Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης

Τομέας Γενετικής, Ανάπτυξης και Μοριακής Βιολογίας, Τμήμα Βιολογίας ΑΠΘ

Abstract

Genetic and archaeological evidence support a common origin of all human in Africa, followed
by range expansions and dispersal out-of-Africa. The colonization of new geographical regions
led to exposure of human populations to different, changing environments, i.e. climate, nutritional
resources or pathogens. In this article, some examples of genes subject to strong pathogen
selection pressures are discussed. Especially the protective association between several genes and
malaria is examined concerning the Greek population.

Key words: Globin genes, G6PD, Duffy gene, Malaria, Greece)

Περίληψη

Τα γενετικά και αρχαιολογικά στοιχεία υποστηρίζουν κοινή καταγωγή όλων των ανθρώπων από
την Αφρική. Ο μετέπειτα αποικισμός νέων γεωγραφικών περιοχών από ανθρώπινους πληθυσμούς
είχε ως αποτέλεσμα την έκθεσή τους σε διαφορετικά μεταβαλλόμενα περιβάλλοντα, όπως το
κλίμα, τους διατροφικούς πόρους ή παθογόνους οργανισμούς. Σε αυτό το άρθρο συζητούνται
παραδείγματα γονιδίων που υπόκεινται σε ισχυρές πιέσεις φυσικής επιλογής. Ιδιαίτερα εξετάζεται
η συσχέτιση ανάμεσα σε πολυμορφισμούς ορισμένων γονιδίων και της ανθεκτικότητας των
φορέων τους σε προσβολή από ελονοσία στον Ελληνικό πληθυσμό.

Λέξεις-κλειδιά: Αιμοσφαιρινοπάθειες, G6PD, Γονίδιο Duffy, Ελονοσία, Ελλάδα

Εισαγωγή

Ο ανατομικά σύγχρονος άνθρωπος πρωτοεμφανίστηκε στην Αφρική πριν από 200.000 χρόνια και
στη συνέχεια εξαπλώθηκε αρχικά στην Αραβική χερσόνησο, και έπειτα στην Ασία και στην
Ευρώπη. Ο αποικισμός των νέων γεωγραφικών περιοχών οδήγησε στην έκθεση των ανθρώπινων
πληθυσμών σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Ειδικότερα οι μεταβαλλόμενες κλιματικές συνθήκες,
η ύπαρξη διαφορετικών διαθέσιμων διατροφικών πόρων, καθώς και η έκθεση σε παθογόνα,
ενήργησαν ως επιλεκτικές δυνάμεις στις οποίες οι ανθρώπινοι πληθυσμοί έπρεπε να
προσαρμοστούν προκειμένου να επιβιώσουν.

Κατά τη διάρκεια της δημογραφικής εξέλιξης του ανθρώπου δημιουργήθηκαν μεταλλάξεις σε
χιλιάδες γονίδια, πολλές από τις οποίες ήταν επιβλαβείς για την υγεία του. Αρκετές επιβλαβείς
μεταλλάξεις χάθηκαν στο πέρασμα των αιώνων. Παρόλα αυτά, καθένας μας είναι ετερόζυγος για
250 έως 300 αλληλόμορφα γνωστών γονιδίων που συνεπάγονται απώλεια λειτουργίας (Vasseur
and Quintana-Murci 2013).

Υπολογίζεται ότι 7.000.000 παιδιά γεννιούνται κάθε χρόνο με συγγενή διαταραχή ή γενετική
ασθένεια (Weatherall 2011). Τα 300.000 από αυτά υποφέρουν από σοβαρή κληρονομική
διαταραχή της σύνθεσης των αιμοσφαιρινών ή της ανεπάρκειας του ενζύμου της αφυδρογονάσης
της 6-φωσφορικής γλυκόζης (G6PD). Οι αιμοσφαιρινοπάθειες είναι από τις συχνότερες

13 -27-

Anastasia Kouvatsi & Constantinos TriaAnntaapshtyallsidiias Kouvatsi & Constantinos Triantaphyllidis

μονογονιδιακές ασθένειες παγκοσμίως, με το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού να είναι
καταγεγραμμένοι φορείς. Στον ελλαδικό χώρο αποτελούν το συχνότερο γενετικό νόσημα. Γιατί
λοιπόν αυτές οι κληρονομικές διαταραχές που έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία του
ανθρώπου αποτελούν τις πιο συχνές διαταραχές σε σχέση με άλλες ασθένειες, και η φυσική
επιλογή δεν «εξουδετερώνει» τα μεταλλαγμένα γονίδια εφόσον δεν προάγουν την επιβίωση και
την αναπαραγωγή;

Η ελονοσία ως παράγοντας φυσικής επιλογής

Η ελονοσία είναι μια από τις συχνότερες λοιμώδεις νόσους, που προκαλείται από είδη του γένους
Plasmodium. Μεταδίδεται στον άνθρωπο-ξενιστή μέσω δήγματος (τσιμπήματος) από μολυσμένα
θηλυκά ανωφελή κουνούπια. Είναι θεραπεύσιμη νόσος, αλλά μπορεί να προκαλέσει σοβαρές
επιπλοκές ή ακόμη και τον θάνατο αν η διάγνωση και η θεραπεία καθυστερήσουν.

Κυρίως 5 είδη του γένους Plasmodium έχουν αναγνωριστεί ότι προκαλούν ελονοσία στον
άνθρωπο (Plasmodium falciparum, P. vivax, P. ovale, P. malariae, P. knowlesi).

H πλειονότητα όμως των νοσήσεων και των θανάτων συνδέεται κυρίως με δύο είδη, τα P.
falciparum και P. vivax. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν υποτροπιάζοντα πυρετό, έντονα ρίγη,
κεφαλαλγία, μεγάλη κακουχία, διόγκωση του σπλήνα και αναιμία. Κάθε χρόνο μολύνονται από
ελονοσία τουλάχιστον 500 εκατομμύρια άτομα, με αποτέλεσμα 1.000.000 θανάτους, αν και ο
αριθμός των δηλούμενων περιστατικών μειώθηκε κατά 17% τα τελευταία χρόνια (Bright and
Winzer 2013). Το είδος P. falciparum είναι υπεύθυνο για την πρόκληση των περισσότερων
σοβαρών και συχνά θανατηφόρων λοιμώξεων, καθώς παρουσιάζει αντίσταση στα περισσότερα
ανθελονοσιακά φάρμακα και επιπλέον τα στελέχη του μολύνουν όλα τα ερυθροκύτταρα
ανεξάρτητα από την ηλικία τους, ενώ τα υπόλοιπα είδη πλασμωδίων μολύνουν μόνο τα νεαρά
ερυθροκύτταρα.

Η αρχική κοιτίδα εμφάνισης του είδους P. falciparum ήταν η Αφρική, όπου άτομα του είδους
ανέπτυξαν ανθρωποφιλική συμπεριφορά πριν από 300.000 χρόνια. ΄Εκτοτε, η εξέλιξη του είδους
έξω από την Αφρική ήταν παράλληλη με την εξάπλωση του ανθρώπου κατά την Παλαιολιθική
εποχή, δηλαδή πριν από 100.000 χρόνια. Ακολούθησε δεύτερη εξάπλωση του πλασμωδίου κατά
τη Νεολιθική εποχή μετά την ανάπτυξη και υιοθέτηση της γεωργοκτηνοτροφίας (Tishkoff et al.
2001).

Σήμερα, η ελονοσία είναι ενδημική σε περισσότερες από 100 χώρες, κυρίως της Υποσαχάριας
Αφρικής, της Ασίας, της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής.

Στην Ελλάδα, η ελονοσία ήταν διαδεδομένη παντού μέχρι και το 1960, με εξαίρεση τις ορεινές
περιοχές (Εικ. 1). Κατά τις δεκαετίες 1930-1940 γύρω στις 5.000-8.000 άτομα πέθαναν κάθε
χρόνο από τη νόσο στη χώρα μας. Η νόσος εκριζώθηκε το 1974, μετά από εντατικό και επίπονο
πρόγραμμα εξάλειψης, το οποίο εφαρμόστηκε την περίοδο 1946 έως 1960. ΄Εκτοτε
καταγράφονται ετησίως 60-90, κυρίως εισαγόμενα, σποραδικά περιστατικά που σχετίζονται με
ιστορικό ταξιδιού σε χώρες όπου ενδημεί η ελονοσία. Βέβαια, ορισμένα κρούσματα τα τελευταία
χρόνια χαρακτηρίστηκαν ως εγχώριας μετάδοσης (Βακάλης κ.ά. 2012).

Η ελονοσία είναι κύρια αιτία θανάτου παιδιών σε όλο τον κόσμο και ο ισχυρότερος γνωστός
παράγοντας φυσικής επιλογής στην ιστορία του ανθρώπου. Η γενετική αντίσταση στην ελονοσία
οφείλεται σε δύο διαφορετικούς μηχανισμούς: α) αλλαγές στα ανθρώπινα ερυθροκύτταρα που
παρεμποδίζουν την ικανότητα του πλασμωδίου της ελονοσίας να εισβάλει και να αναπαραχθεί
εντός αυτών, και β) τροποποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος που ενισχύει την ανοσία
έναντι της μόλυνσης. Ο πρώτος μηχανισμός παίζει σπουδαιότερο ρόλο στην πρώιμη παιδική
ηλικία, ενώ ο δεύτερος σε μεγαλύτερα παιδιά, καθώς και σε ενήλικες οι οποίοι ζουν σε περιοχές
όπου η ελονοσία είναι ενδημική.

Η ελονοσία λοιπόν είναι η επιλεκτική δύναμη πίσω από τις αιμοσφαιρινοπάθειες, την
ανεπάρκεια της 6-φωσφορικής γλυκόζης και άλλες ανωμαλίες των ερυθροκυττάρων.

-28- 14

Population genetics, Natural selecPtioopnulaatinodn gIennheteicrsi,tneadtudraisl esealescetisoninantdhienhGerriteeedkdipseoapseuslianttihoengreek population

Εικ. 1. Γεωγραφική κατανομή της ελονοσίας στην Ελλάδα πριν την εκρίζωσή της το 1974 (Stamatoyannopoulos et al. 1966).

Ελονοσία και δρεπανοκυτταρική αναιμία (αιμοσφαιρίνη s)

Η δρεπανοκυτταρική αναιμία αποτελεί αυτοσωματική υπολειπόμενη κληρονομούμενη διαταραχή
που χαρακτηρίζεται από χρόνια αναιμία, συχνές λοιμώξεις, αποφράξεις της μικροκυκλοφορίας
και χρόνιες επιπλοκές. Οφείλεται σε σημειακή μετάλλαξη αντικατάστασης αδενίνης από θυμίνη
στο κωδικόνιο 6 του γονίδιου της β-σφαιρίνης. Η μετάλλαξη αυτή οδηγεί στην αντικατάσταση
του γλουταμινικού οξέος από βαλίνη στη θέση 6 της β-πολυπεπτιδικής αλυσίδας. Η
αντικατάσταση προκαλεί τον σχηματισμό ανώμαλης δομικά σφαιρίνης. Σε συνθήκες υποξίας
αλλάζει η στερεοδιάταξη του μορίου της αιμοσφαιρίνης, οπότε πολλά μόρια συνενώνονται και
σχηματίζουν ραβδόμορφα πολυμερή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αλλοίωση του φυσιολογικού
ελλειψοειδούς σχήματος των ερυθρών αιμοσφαιρίων σε δρεπανοειδές σχήμα. Τα
δρεπανοκύτταρα εμποδίζουν την κυκλοφορία του αίματος στα τριχοειδή αγγεία με τελικό
αποτέλεσμα τη δημιουργία αγγειοαποφρακτικών κρίσεων, που υποβαθμίζουν την ποιότητα της
ζωής. Οι ετεροζυγώτες (HbβΑHbβS) παρουσιάζουν μερικώς δρεπανοκυττάρωση, παραμένουν
υγιείς, αν και μερικές φορές παρουσιάζουν ήπια αναιμικά συμπτώματα σε έντονη υποξία. Οι
ομοζυγώτες (HbβSHbβS) εκδηλώνουν ποικιλία συμπτωμάτων, τα οποία μπορεί να οδηγήσουν στο
θάνατο σε παιδική ή εφηβική ηλικία. Έτσι θα περίμενε κάποιος ότι η συγκεκριμένη μετάλλαξη θα
ήταν σπάνια σε πληθυσμούς του ανθρώπου. Όμως αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα.
Επιδημιολογικές μελέτες αποκάλυψαν υψηλή συχνότητα της μετάλλαξης HbβS στην Κεντρική
και Δυτική Αφρική, καθώς επίσης στην Αμερική (μεταξύ ατόμων που έχουν Αφρικάνικη
καταγωγή), στη Μέση Ανατολή, στην Ινδία και σε χώρες της Μεσογειακής Ευρώπης (Russo-
Mancuso et al. 1998).

Μελέτες έδειξαν ότι η παρουσία της δρεπανοκυτταρικής αιμοσφαιρίνης (HbS) συσχετίζεται με -29-
την επιλεκτική προστατευτική “ανοσία” έναντι σοβαρής μορφής ελονοσίας (Allison 1954).
Ειδικότερα, άτομα φυσιολογικά HbβΑHbβΑ δεν πάσχουν από αναιμία, αλλά προσβάλλονται και
πεθαίνουν από την ελονοσία με αυξημένη συχνότητα. Από την άλλη, άτομα HbβSHbβS είναι
ανθεκτικά στην ελονοσία, αλλά πεθαίνουν λόγω της ασθένειάς τους, συνήθως πριν φθάσουν σε
αναπαραγωγική ωριμότητα. Τέλος, οι ετεροζυγώτες HbβΑHbβS έχουν κάποιο πλεονέκτημα
επιβίωσης σε σχέση με τα φυσιολογικά άτομα που προσβάλλονται από ελονοσία, και αυτά που

15

Anastasia Kouvatsi & Constantinos TriaAnntaapshtyallsidiias Kouvatsi & Constantinos Triantaphyllidis

πάσχουν από τη δρεπανοκυτταρική αναιμία. Η φυσική επιλογή των ετεροζυγωτικών ατόμων
στους ανθρώπινους πληθυσμούς αποτελεί κλασικό παράδειγμα «ισορροπημένου πολυμορφισμού».
Προτάθηκαν τρεις διαφορετικοί μηχανισμοί για να εξηγήσουν την προστατευτική δράση του
αλληλομόρφου HbβS, και το πλεονέκτημα μεγαλύτερης επιβίωσης των ετεροζυγωτικών ατόμων
έναντι της ελονοσίας:
α) Η αιμοσφαιρίνη S επάγει την απελευθέρωση του ενζύμου της οξυγενάσης της αίμης στα
αιμοποιητικά κύτταρα. Το τοξικό μονοξείδιο του άνθρακα, ένα παραπροϊόν του καταβολισμού
της αίμης από το ένζυμο, παρεμποδίζει τη συσσώρευση ελεύθερης αίμης μετά τη μόλυνση των
ερυθροκυττάρων από το πλασμώδιο, και έτσι επιτυγχάνεται η προστασία από την ελονοσία
(Ferreira et al. 2011).
β) Τα χαμηλά επίπεδα μεταλλαγμένης αιμοσφαιρίνης που φέρουν οι ετεροζυγώτες είναι
ακατάλληλο περιβάλλον για την ανάπτυξη του πλασμωδίου. Εξαιτίας αυτού παρεμποδίζεται η
καταστροφή των ινιδίων της ακτίνης των ερυθρών αιμοσφαιρίων από το πλασμώδιο και η
αναδιοργάνωσή τους προς όφελός του (Cyrklaff et al. 2011). Σε άτομα που δεν είναι φορείς, το
πλασμώδιο «κλέβει» τα μόρια ακτίνης και τα χρησιμοποιεί για να κατασκευάσει γέφυρες, μέσω
των οποίων μεταφέρει τις δικές του πρωτεΐνες στην επιφάνεια των κυττάρων (Cyrklaff et al.
2011).
γ) H δρεπάνωση μολυσμένων ερυθροκυττάρων έχει ως αποτέλεσμα την εκλεκτική απομάκρυνσή
τους από τα μακροφάγα του σπλήνα, καθώς και των πλασμωδίων που περιέχουν, οπότε υπάρχει
μειωμένη πυκνότητα πλασμωδίων στο αίμα.
Στην Ελλάδα το 1%-1,5% του γενικού πληθυσμού είναι ετεροζυγώτες (Εικ. 2). Διαπιστώθηκε
ισχυρή θετική συσχέτιση της συχνότητας των φορέων HbβΑHbβS με τη γεωγραφική κατανομή της
ελονοσίας (Barnicot et al. 1963; Καττάμης 2009).

Εικ. 2. Κατανομή της συχνότητας ετεροζυγωτικών ατόμων δρεπανοκυτταρικής αναιμίας στην Ελλάδα (Σχίζας κ.α. 1977).

-30- 16

Population genetics, Natural selectPioopnulaatniodn Ignenheetircist,endatudriaslesaelseectsioinnatnhdeinGherrieteedkdpisoeapsueslaintitohengreek population

Προέλευση και εξάπλωση του αλληλόμορφου HbβS.

Η ανάλυση της περιοχής του γονίδιου β της σφαιρίνης ασθενών, με ένζυμα περιορισμού,
ανίχνευσε πέντε απλοτύπους. Τέσσερις από αυτούς τους απλοτύπους περιγράφηκαν για πρώτη
φορά σε πληθυσμούς της Αφρικής, π.χ. Bantou (Νότιο Κεντρική και Ανατολική Αφρική), Benin
(Κεντρική και Δυτική Αφρική), Σενεγάλη (Ατλαντική Δυτική Αφρική) και Καμερούν (Δυτική και
Κεντρική Αφρική), και ένας πέμπτος απλότυπος ο Αραβο-Ινδικός σε πληθυσμούς της Ινδίας, της
Σαουδικής Αραβίας, του Μπαχρέιν, του Κουβέιτ, του Ομάν και της Μεσογείου. Προτείνεται ότι η
ίδια μετάλλαξη που προκαλεί τη δρεπανοκυτταρική αναιμία (GAG > GTG), δημιουργήθηκε
ανεξάρτητα σε διαφορετικά χρωμοσωματικά υποστρώματα τουλάχιστον πέντε φορές, τέσσερις
από τις οποίες σε πληθυσμούς της Αφρικής (Kwiatkowski 2005). Από αυτές τις περιοχές
ξεκίνησε η διασπορά των απλοτύπων στον υπόλοιπο κόσμο. Ο απλότυπος Benin (Samarah 2009)
παρατηρήθηκε σε υψηλά ποσοστά στη Σικελία (100%), στην Ελλάδα (96,4%) (Boussiou et al.
1991), στην Τουρκία (91%), στην Αλγερία (100%), στην Παλαιστίνη (88,1%), στην Ιορδανία
(80%), στον Λίβανο (73%) και στη Δυτική Σαουδική Αραβία. Ο απλότυπος αυτός υποστηρίζεται
πως εξαπλώθηκε αρχικά από τη Δυτική Αφρική στη Μέση Ανατολή κατά την ύστερη
Παλαιολιθική εποχή, και αργότερα κατά τη Νεολιθική εποχή από τη Μέση Ανατολή στη
Μεσογειακή ζώνη. Παρόμοια εξήγηση δίδεται και για την ύπαρξη του απλότυπου Bantou – σε
χαμηλές συχνότητες – σε πληθυσμούς της Μέσης Ανατολής και της Μεσογείου. Βέβαια, τόσο
στον απλότυπο Benin, όσο και στον Bantou, διαπιστώθηκε πρόσθετη ετερογένεια σε δείγματα
από την Ελλάδα και την Ιταλία (Patrinos 2005). Αυτή η γενετική ετερογένεια μπορεί να είναι το
αποτέλεσμα νέας μετάλλαξης ή ανασυνδυασμού (Mahesh et al. 2011) κατά τη διάρκεια της
μετακίνησης των φορέων αυτών των απλοτύπων προς τη Μεσόγειο. Η παρατήρηση αυτή ενισχύει
την υπόθεση της κοινής προέλευσης των HbβS χρωμοσωμάτων στους πληθυσμούς της Ελλάδας
και της Ιταλίας και ίσως ανεξάρτητης από τους πληθυσμούς της Αφρικής.

Ελονοσία και αιμοσφαιρίνη C

Η αιμοσφαιρίνη C (HbC) προκύπτει από αντικατάσταση του γλουταμινικού οξέος από λυσίνη
στη 6η θέση της πολυπεπτιδικής αλυσίδας β της σφαιρίνης. Η αιμοσφαιρίνη C έχει βρεθεί σε
υψηλές συχνότητες σε αρκετούς πληθυσμούς της Δυτικής Αφρικής (Quinlan et al. 2013).
Ασθενείς ομόζυγοι για την αιμοσφαιρίνη αυτή εμφανίζουν σχετικά ήπια χρόνια αιμολυτική
αναιμία και η κλινική εικόνα τους είναι πολύ ηπιότερη από αυτήν της δρεπανοκυτταρικής
αναιμίας. Τα ετεροζυγωτικά άτομα παρουσιάζουν σημαντική μείωση στα επίπεδα της
αιμοσφαιρίνης. Τόσο η ομόζυγη, όσο και η ετερόζυγη παρουσία της αιμοσφαιρίνης C παρέχει
στα άτομα κάποιο βαθμό προστασίας από ήπια, όσο και από σοβαρή ελονοσία, αν και η
προστατευτική επίδραση είναι υψηλότερη στα ομοζυγωτικά άτομα (Afridi et al. 2012). Η
προστατευτική δράση της αιμοσφαιρίνης C ίσως οφείλεται στην αυξημένη ανοσολογική
απομάκρυνση των μολυσμένων ερυθροκυττάρων.

Στην Ελλάδα ανιχνεύτηκαν δύο άτομα με αιμοσφαιρίνη C (Barnicot et al. 1963; Fessas 1961;
Sharma et al. 1976).

Ελονοσία και αιμοσφαιρίνη Ε

Η αιμοσφαιρίνη Ε (HbΕ) είναι μια αιμοσφαιρίνη που προκύπτει από αντικατάσταση του
γλουταμινικού οξέος από λυσίνη στο 26ο κωδικόνιο του γονίδιου β της σφαιρίνης. Η
αιμοσφαιρίνη Ε είναι συχνή στη ΝΑ Ασία, π.χ. προσεγγίζει ποσοστά της τάξης του 55% στην
Ταϊλάνδη. Ο χρόνος δημιουργίας της μετάλλαξης μάλλον είναι πρόσφατος (5.000 χρόνια πριν),
αν και – λόγω της φυσικής επιλογής – υπήρξε ραγδαία αύξηση της συχνότητάς της (Kwiatkowski
2005). Τα ομοζυγωτικά άτομα δεν παρουσιάζουν αιμολυτικά συμπτώματα. Η ύπαρξη του
αλληλόμορφου HbΕ στη γενετική σύσταση ενός ατόμου έχει ως αποτέλεσμα τη μειωμένη
ικανότητα εισόδου πλασμωδίων (μεροζωιτών) στα ερυθροκύτταρα. Επιπρόσθετα, τα πλασμώδια
έχουν μειωμένη ικανότητα αύξησης μέσα στα ερυθροκύτταρα. Οπότε άτομα με HbΕ έχουν
κάποιο βαθμό προστασίας έναντι του πλασμωδίου.

17 -31-

Anastasia Kouvatsi & Constantinos TriAanntaapshtyallsidiais Kouvatsi & Constantinos Triantaphyllidis

Στην Ελλάδα η αιμοσφαιρίνη Ε ανιχνεύτηκε σε μία οικογένεια (Gouttas et al. 1960).
Ανιχνεύτηκαν επίσης δύο άτομα με παραλλαγή της HbE, την HbE-Saskatoon (Theodoridou et al.
2003 και βιβλιογραφία σε αυτήν).
Ελονοσία και β-θαλασσαιμία
Στη β-θαλασσαιμία (Μεσογειακή αναιμία), οι γονιδιακές μεταλλάξεις έχουν ως αποτέλεσμα τη
μειωμένη βιοσύνθεση ή ακόμη και τη μη βιοσύνθεση φυσιολογικών μορίων β-αλυσίδων
σφαιρίνης. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ασθένειας είναι η έντονη αναιμία. Η β-θαλασσαιμία
είναι συχνή παγκοσμίως με πολλές περιοχές, όπως στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Τουρκία, σε
πληθυσμούς της Μέσης Ανατολής, του Πακιστάν, της Ινδίας και της Νότιας Κίνας.
Περισσότερες από 200 μεταλλάξεις έχουν καταγραφεί στο γονίδιο β, αν και σε κάθε πληθυσμό
λίγες μόνο μεταλλάξεις είναι συχνές. Η ανίχνευση πολλών μεταλλάξεων δηλώνει ότι ο μεγάλος
αριθμός των φορέων της ασθένειας στις πληθυσμιακές ομάδες διάφορων περιοχών δεν οφείλεται
σε φαινόμενο του Ιδρυτή, ούτε σε κάποιο φαινόμενο ενδογαμίας. Μάλλον έδρασε η φυσική
επιλογή λόγω κάποιου πλεονεκτήματος που προσέφερε στα άτομα η ετεροζυγωτία σε
μεταλλάξεις που προκαλούν θαλασσαιμικά σύνδρομα (Haldane 1949). Οι γενετικές μελέτες
έδειξαν ότι οι φορείς της ασθένειας έχουν πλεονέκτημα επιβίωσης από την ελονοσία σε σχέση με
τους μη φορείς. Με απλά λόγια η ύπαρξη μεταλλαγμένου αλληλομόρφου στα ετερόζυγα άτομα
για το γονίδιο β προσφέρει κάποιας μορφής ανθεκτικότητα στην ελονοσία (Haldane 1949;
Barnicot et al. 1963), μια και η παγκόσμια χωρική κατανομή των θαλασσαιμικών συνδρόμων
συμπίπτει με περιοχές με ενδημική ελονοσία, π.χ. Αφρική, Ασία και Μεσογειακές περιοχές.
Υποστηρίζεται ότι τα β-θαλασσαιμικά ερυθροκύτταρα είναι πιο επιρρεπή στη φαγοκύτωση σε
σχέση με τα μολυσμένα φυσιολογικά ερυθροκύτταρα (Βακάλης κ.ά. 2012), οπότε προστατεύονται
από την προσβολή από ελονοσία.
Στην Ελλάδα το 8% του γενικού πληθυσμού είναι ετεροζυγώτες β-θαλασσαιμίας (Boussiou et al.
2008) και υπάρχει μεγάλη ετερογένεια στη γεωγραφική κατανομή των φορέων (Εικ. 3). Σε
ορισμένες π.χ. περιοχές το ποσοστό των φορέων πλησιάζει το 15-20% του γενικού πληθυσμού
(Tegos et al. 1987; Καττάμης 2009). Έχουν περιγραφεί τουλάχιστον 35 μεταλλάξεις στο γονίδιο
β, 11 από τις οποίες καλύπτουν το 98% των αλληλομόρφων που προκαλούν την ασθένεια
(Boussiou et al. 2008; Καττάμης 2009).

Εικ. 3. Κατανομή της συχνότητας ετεροζυγωτικών ατόμων β-θαλασσαιμίας στην Ελλάδα. (Οι αριθμοί σε κάθε νομό
υποδηλούν αναμενόμενες γεννήσεις ομοζυγωτικών ατόμων τη δεκαετία 1966-1975 (Καττάμης 2009).

-32- 18

Population genetics, Natural selecPtioopnulaatinodn gIennheteicrsi,tneadtudraisl esealescetisoninantdhienhGerriteeedkdipseoapseuslianttihoengreek population

Η υψηλή συχνότητά της ασθένειας βρίσκει την εξήγησή της στο γεγονός ότι στην Ελλάδα
υπήρχε σοβαρό πρόβλημα ελονοσίας (Barnicot et al. 1963). Υψηλή συχνότητα φορέων β-
θαλασσαιμίας διαπιστώθηκε σε ελονοσόπληκτες περιοχές της χώρας μας (Καττάμης 2009).

Προέλευση της β-θαλασσαιμίας.

Αρχαιολογικές, παλαιοντολογικές και ανθρωπολογικές μελέτες τεκμηρίωσαν ότι η β-θαλασσαιμία
έχει διαχρονική παρουσία στη Μεσογειακή ζώνη (Ελλάδα, Ιταλία). Υποστηρίζεται ότι οι
συχνότερες μεταλλάξεις δημιουργήθηκαν την ύστερη Παλαιολιθική εποχή (πριν από 14.000
χρόνια) ή κατά τη Νεολιθική εποχή, δηλαδή πριν από 10.000 χρόνια (Chini & Valeri 1949;
Béraud-Colomb et al. 1995; Hughey et al. 2012).

Ελονοσία και α-θαλασσαιμία

Η α-θαλασσαιμία χαρακτηρίζεται από ανεπαρκή ή πλήρη έλλειψη της βιοσύνθεσης των α-
αλυσίδων σφαιρίνης. Η κλινική ετερογένεια μάλιστα αυξάνεται και από το γεγονός ότι υπάρχουν
δύο γονίδια α (α1 και α2). Γενικά, άτομα με ομόζυγη θαλασσαιμία παρουσιάζουν σοβαρή
αναιμία η οποία μπορεί να φθάσει μέχρι τον θάνατο, και έτσι η φυσική επιλογή ενάντια στο
γονίδιο αυτό είναι ισχυρή. Είναι περισσότερο συχνή στην Αφρική, στη Μέση Ανατολή, στην
Ινδία, στη ΝΑ Ασία, στην Νότια Κίνα και πληθυσμούς της Μεσογείου.

΄Εχουν περιγραφεί παγκοσμίως περισσότερες από 100 διαφορετικές μεταλλάξεις, οι οποίες
προκαλούν α-θαλασσαιμία. Η α-θαλασσαιμία παρέχει προστασία έναντι της σοβαρής και
θανατηφόρας ελονοσίας, αλλά δεν προστατεύει από την ήπια νόσηση. Οι ισχυρότερες ενδείξεις
υποστήριξης αυτής της θεωρίας προέρχονται από επιδημιολογικές μελέτες στην Αφρική και στη
Μελανησία. Διαπιστώθηκε ότι ο κίνδυνος εκδήλωσης σοβαρής ελονοσίας ήταν μειωμένος κατά
60% σε παιδιά που ήταν ομοζυγωτικά (γενοτυπική σύσταση -α/-α) για την α θαλασσαιμία και σε
μικρότερο βαθμό στα ετεροζυγωτικά (-α/αα) παιδιά ενάντια στο Plasmodium falciparum.
Επιπρόσθετα, τεκμηριώθηκε ότι η συχνότητα της α+ θαλασσαιμίας ποικίλει ανάλογα με το
γεωγραφικό πλάτος. Ο μηχανισμός προστασίας δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως. Προτείνεται πως
η α-θαλασσαιμία βελτιώνει τις προ-φλεγμονώδεις αντιδράσεις προσκόλλησης των παρασίτων
στην επιφάνεια των κυττάρων (Krause et al. 2012).

Στην Ελλάδα το 7% του γενικού πληθυσμού είναι φορείς της α-θαλασσαιμίας. Το 6% των
περιπτώσεων αφορά το γονίδιο α2, ενώ το 1% το γονίδιο α1 (Δώριζα 2011).

Ελονοσία και ανεπάρκεια του ενζύμου G6PD

Η ανεπάρκεια του ενζύμου G6PD εκτιμάται ότι επηρεάζει περίπου 400 εκατομμύρια ανθρώπους
στον κόσμο. Είναι η πιο συχνή ενζυμοπάθεια σε απογόνους πληθυσμών από τη Μεσόγειο, τη ΝΔ
Ασία μέχρι την ΝΑ Ασία και την Αφρική. Λόγω του φυλοσύνδετου τρόπου κληρονόμησης της
διαταραχής, η ανεπάρκεια του ενζύμου εμφανίζεται σε μεγαλύτερο ποσοστό στα αγόρια (3,5%),
σε σχέση με τα κορίτσια (1,5%). Οι γυναίκες συνήθως αποτελούν υγιείς φορείς. Το υπεύθυνο
φυσιολογικό αλληλόμορφο είναι το G6PD-B. Μέχρι σήμερα έχουν περιγραφεί τουλάχιστον 185
μεταλλάξεις που είναι υπεύθυνες για την κωδικοποίηση παραλλαγών του ενζύμου και στις
περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για σημειακές μεταλλάξεις. Δύο παραλλαγές ανεπάρκειας, η
G6PG-Α(-) και η G6PG-Β(-), ανευρίσκονται σε υψηλές συχνότητες σε πληθυσμούς της Αφρικής
και της Μεσογείου, αντίστοιχα.

Το πιο γνωστό κλινικό πρόβλημα, το σχετιζόμενο με την ανεπάρκεια του ενζύμου, είναι ο
νεογνικός ίκτερος και η αιμολυτική αναιμία, συνήθως ύστερα από έκθεση σε μολύνσεις,
κατανάλωση τροφών (πχ κουκιά) ή χρήση φαρμάκων (πχ ασπιρίνη, πριμακίνη, σουλφοναμίδες).
Η αιμολυτική αναιμία έχει ως αποτέλεσμα ο οργανισμός να παρουσιάζει μειωμένη ικανότητα να
αντικαταστήσει τα καταστρεφόμενα αιμοσφαίρια. Αυτό οδηγεί στην ωχρότητα, στην εύκολη
κόπωση, στη διόγκωση της σπληνός, στον ίκτερο, κ.α. Οι οξείες αιμολυτικές κρίσεις μπορεί να
οδηγήσουν μέχρι και στο θάνατο.

Η υψηλή συχνότητα της ανεπάρκειας του ενζύμου G6PD σε πολλούς πληθυσμούς και στη χώρα -33-
μας οφείλεται στην προστατευτική της δράση ενάντια στην προσβολή από τα πλασμώδια Ρ.

19

Anastasia Kouvatsi & Constantinos TriAanntaapshtyallsidiais Kouvatsi & Constantinos Triantaphyllidis

falciparum και vivax (Stamatoyannopoulos et al. 1966). Πράγματι, διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός
των πλασμωδίων falciparum ήταν σημαντικά χαμηλότερος στα ερυθροκύτταρα παιδιών με
παραλλαγή G6PG-Α(-), από ότι σε άτομα που είχαν τη φυσιολογική μορφή του ενζύμου στα
ερυθροκύτταρά τους και επιπλέον τα παιδιά είχαν μειωμένο κίνδυνο (από 46% έως 58%) να
παρουσιάσουν σοβαρή ελονοσία. Φαίνεται ότι αυτή η διαδικασία προστασίας ενάντια στο
πλασμώδιο falciparum αναπτύχθηκε πριν από 11.500 χρόνια, δηλαδή κατά την έναρξη της
Νεολιθικής εποχής (Tishkoff et al. 2001; Kwiatkowski 2005). Νεώτερες έρευνες έδειξαν ότι και
το αλληλόμορφο G6PD-Mahidol (που είναι συχνό στη Ν. Αφρική και τη Ν. Ασία), το οποίο
μειώνει τη βιοσύνθεση του ενζύμου έως 32%, προσφέρει θετική προστασία στους φορείς του
έναντι μόλυνσης στο P. vivax τα τελευταία 1.500 χρόνια (Louicharoen et al. 2009). Παρόμοια,
παραλλαγές μεσογειακού τύπου (G6PD-Med) δημιουργήθηκαν πριν από 6.600 χρόνια περίπου
(Tishkoff et al. 2001). Αυτό σημαίνει ότι οι διάφορες μεταλλάξεις του γονιδίου G6PD
επηρεάζουν την προστασία των φορέων τους από πλασμώδια, και με αυτόν τον τρόπον
συντελούν στην επιβίωση των πληθυσμών σε αντίξοος περιβαλλοντικές συνθήκες.

Η φυσιολογική μορφή του ενζύμου G6PD είναι απαραίτητη για την επιβίωση των
ερυθροκυττάρων. Διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο στην προστασία των κυττάρων - και ιδιαίτερα
των ερυθρών αιμοσφαιρίων - από οξειδωτικό στρες (Louicharoen et al. 2009). Τα παράσιτα που
προκαλούν την ελονοσία εφόσον διεισδύσουν στα ερυθροκύτταρα πρέπει να διασπάσουν τα
μόρια της αιμοσφαιρίνης προκειμένου να δημιουργήσουν χώρο για την αύξησή τους, πέρα από
τυχόν τροφικές ανάγκες που καλύπτει η διάσπαση των αιμοσφαιρινών. Η διαδικασία αυτή
απελευθερώνει παρα-προϊόντα που δυνητικά είναι τοξικά, όπως π.χ. ο σίδηρος, που είναι πηγή
οξειδωτικού στρες. Το ένζυμο G6PD καταλύει το πρώτο βήμα στο οξειδωτικό μονοπάτι των
φωσφορικών πεντοζών, ώστε να παραχθεί NADPH, μετατρέποντας την 6-φωσφορική γλυκόζη σε
6-φωσφογλυκονο-λακτόνη. Ένα σημαντικό μόριο για την αντίσταση ενάντια στο οξειδωτικό
στρες είναι η παραγωγή του δότη ηλεκτρονίων, δηλαδή του NADPH από το NADP. Η παραγωγή
του NADPH είναι σημαντική γιατί εξαιτίας του η γλουταθειόνη διατηρείται στην ανοιγμένη της
μορφή (μορφή στην οποία πρέπει να βρίσκεται για να μην συμβαίνει αιμόλυση των
ερυθροκυττάρων) και έτσι εξουδετερώνονται ελεύθερες ρίζες οι οποίες σε διαφορετική
περίπτωση θα προκαλούσαν σημαντικές κυτταρικές βλάβες. Ως εκ τούτου η παρουσία του
ενζύμου συντελεί στην ομαλή λειτουργία των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Αντίθετα, η απουσία του
έχει ως αποτέλεσμα τη μειωμένη συγκέντρωση του P. vivax στα κύτταρα του ανθρώπου
(Louicharoen et al. 2009).

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, η συχνότητα της ανεπάρκειας του
ενζύμου υπολογίζεται περίπου στο 5% του πληθυσμού (Allison et al. 1963). Υπεύθυνη για την
ανεπάρκεια του ενζύμου σε ποσοστό περίπου των 77% των περιπτώσεων (Ntaios et al. 2008)
είναι η Μεσογειακού φαινοτύπου παραλλαγή του ενζύμου (G6PG-Med). Αυτή οφείλεται σε
αντικατάσταση της κυτοσίνης από θυμίνη στη νουκλεοτιδική θέση 563 με αποτέλεσμα την
κωδικοποίηση φαινυλαλανίνης στη θέση της σερίνης στο αμινοξύ 188 του ενζύμου. Εκτός από
αυτή την παραλλαγή, μάλλον άλλες δύο μεταλλάξεις οδηγούν στον ίδιο φαινότυπο
(Stamatoyannopoulos et al. 1971). Η μία από αυτές οφείλεται σε σιωπηρή μετάλλαξη στο
νουκλεοτίδιο 1911 και ανιχνεύτηκε σε πληθυσμούς της Μεσογειακής ζώνης και της Μέσης
Ανατολής, αλλά όχι σε πληθυσμούς της Ινδίας. Η παρατήρηση αυτή συνηγορεί στη θέση ότι
ανεξάρτητες μεταλλάξεις είναι υπεύθυνες για τον φαινότυπο G6PG-Med στη Μέση
Ανατολή/Ευρώπη και στην Ινδία.

Η ενζυμική δραστικότητα του προϊόντος της μετάλλαξης G6PG-Med είναι περίπου το 10% της
δραστικότητας της φυσιολογικής παραλλαγής G6PG-Β. Η συχνότητά της κυμαίνεται από 10-25%
σε πληθυσμούς της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής. Στη χώρα μας (Εικ. 4) υψηλότερη
συχνότητά της (6,3%) ανιχνεύτηκε σε νεογέννητα από τη Βόρεια Ελλάδα (Ntaios et al. 2008).
Είναι συχνότερη σε πληθυσμούς αρκετών πεδινών περιοχών (10%-30%), ενώ σε ορεινούς
πληθυσμούς είναι σημαντικά χαμηλότερη (Stamatoyannopoulos et al. 1966). Λόγω της υψηλής
συχνότητας της ανεπάρκειας στην Ελλάδα από το 1983 αποφασίστηκε να γίνεται μαζικός έλεγχος
των νεογέννητων για αυτήν την ενζυμική διαταραχή. Η συχνότητα της ανεπάρκειας του ενζύμου

-34- 20

Population genetics, Natural selecPtoiopunlaatinondgIennheteicrsi,tneadtudrailsseealescetisoninantdhienhGerriteedekdispeoaspeus lian ttihoengreek population

στις διάφορες περιοχές της χώρας μας συσχετίζεται θετικά με την κατανομή της ελονοσίας (Εικ.
1 και 4) στην Ελλάδα μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα (Stamatoyannopoulos et al. 1966, Καττάμης
2009).
Προέλευση.
Υποστηρίζεται μάλιστα ότι αν και η παραλλαγή Μεσογειακού τύπου (G6PD-Med) ίσως
δημιουργήθηκε ως αντίδραση στην εκδήλωση ελονοσίας λόγω μόλυνσης από τα πλασμώδια
malariae και vivax, η πιο σοβαρή μορφή ελονοσίας που προκαλείται από το πλασμώδιο
falciparum ίσως δεν ήταν συχνή στη Μεσογειακή ζώνη μέχρι πριν το 1000 π.Χ. Είναι πιθανόν ότι
η πρόσφατη και γρήγορη εξάπλωση της Μεσογειακής παραλλαγής να οφείλεται στον αποικισμό
και το εμπόριο των Ελλήνων από τη Μέση Ανατολή μέχρι το Γιβραλτάρ την περίοδο αυτήν
(Tishkoff et al. 2001). Επιπρόσθετα, η συγκεκριμένη παραλλαγή ενδέχεται να εξαπλώθηκε από
τους στρατιώτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τους διαδόχους του από τη Μεσόγειο μέχρι την
Ινδία, την Εγγύς Ανατολή και την Αίγυπτο γύρω στον 4ον και 3ον αιώνα π.Χ. (Tishkoff et al.
2001). Κατά συνέπεια, η μελέτη των πολυμορφισμών του γονιδίου G6PD παρέχει ένα
παράδειγμα πώς αλληλεπιδρούν το περιβάλλον, η κουλτούρα, τα γονίδια κατά τη διάρκεια των
αιώνων για να διαμορφωθεί η γενετική ποικιλότητα στο γονιδίωμα των σημερινών ανθρώπων.

Εικ. 4. Γεωγραφική κατανομή της συχνότητας της ανεπάρκειας G6PD στην Ελλάδα (Stamatoyannopoulos et al. 1966).

Ελονοσία και ομάδα αίματος Duffy
Το προϊόν του γονίδιου Fy, το αντιγόνο Duffy, εκφράζεται φυσιολογικά στην επιφάνεια των
ερυθροκυττάρων. Πρόκειται για μια διαμεμβρανική γλυκοπρωτεΐνη που είναι μέλος μιας
οικογένειας χημειοκινών-υποδοχέων. Παράλληλα η πρωτεΐνη είναι ο υποδοχέας στον οποίον
προσκολλάται τo είδος P. vivax για να διεισδύσει στα ερυθροκύτταρα. Ως εκ τούτου το αντιγόνο
Duffy διαδραματίζει ρόλο στη φλεγμονώδη αντίδραση των κυττάρων, καθώς και στην προσβολή
από πλασμώδιο (Pogo and Chaudhuri 2000). Όταν υπάρχει έλλειψη του αντιγόνου Duffy από τα
ερυθροκύτταρα, το πλασμώδιο δεν μπορεί να διεισδύσει και έτσι το άτομο προστατεύεται από
λοίμωξη με P. vivax.
Στο αυτοσωματικό γονίδιο Fy είναι γνωστά τρία αλληλόμορφα, τα Fyα , Fyb και FY*Ο και
τέσσερις φαινότυποι, οι FY (a+b-), FY (a-b+), FY (a+b+), FY (a-b-). Τα δύο πρώτα
αλληλόμορφα είναι συνυπερέχοντα μεταξύ τους. Διαφέρουν σε ένα νουκλεοτίδιο στο κωδικόνιο
42 του γονιδίου (G125A), με αποτέλεσμα την αλλαγή στις πρωτεΐνες (Fy*A και Fy*B) που
κωδικοποιούν, όπου γίνεται αντικατάσταση της γλυκίνης από ασπαρτικό οξύ. Το τρίτο
αλληλόμορφο, το FY*Ο, είναι υποτελές ως προς τα άλλα δύο και είναι γνωστό ως το αρνητικό
αλληλόμορφο. Το αλληλόμορφο αυτό προκύπτει από σημειακή μετάλλαξη (από θυμίνη σε

21 -35-

Anastasia Kouvatsi & Constantinos TriAanntaapshtyallsidiais Kouvatsi & Constantinos Triantaphyllidis

κυτοσίνη) στο νουκλεοτίδιο 33 του προαγωγέα του γονίδιου Fy. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η μη
βιοσύνθεση του αντιγόνου Duffy στα ερυθροκύτταρα.

Οι πρωτεΐνες (FY*A ή FY*B) που καθορίζονται από τα δύο πρώτα αλληλόμορφα ευθύνονται για
τη δυνατότητα εισόδου του πλασμωδίου, μια και δρουν ως υποδοχείς εισόδου των μεροζωιτών
του είδους P. vivax. Εξυπακούεται ότι σε άτομα ομόζυγα για το αλληλόμορφο FY*Ο που δεν
έχουν την ικανότητα βιοσύνθεσης της γλυκοπρωτεΐνης FY, το πλασμώδιο vivax δεν μπορεί να
διεισδύσει στα ερυθροκύτταρα. Άτομα αυτής της γενετικής σύστασης έχουν πλήρη
ανθεκτικότητα και προστασία από την ελονοσία που προκαλείται από το P. vivax.

Το παράσιτο P. vivax μολύνει ετησίως 75 εκατομμύρια ανθρώπους. Η μόλυνση παρουσιάζει
ευρεία κατανομή σε τροπικές χώρες, αλλά απουσιάζει ή είναι σπάνια σε πολλές περιοχές της
Υποσαχάριας Αφρικής. Παρόλα αυτά, η κατανομή των ατόμων με αρνητικό φαινότυπο για την
ομάδα Duffy δεν συσχετίζεται απόλυτα με τις περιοχές εμφάνισης μολύνσεων από το πλασμώδιο
vivax. Με άλλα λόγια, η γεωγραφική κατανομή των ατόμων με γενετική σύσταση Fya- Fyb- είναι
δυσεξήγητη. Η υψηλότερη συχνότητα διαπιστώθηκε στην Κεντρική και Δυτική Αφρική, περιοχές
όπου υπερβαίνει τη συχνότητα του 55%, και σε μερικούς πληθυσμούς προσεγγίζει ποσοστά της
τάξης και του 100% (Howes et al. 2010). O φαινότυπος αυτός σχεδόν απουσιάζει (~ 0,04%) από
τους Ευρωπαϊκούς πληθυσμούς, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας (Schliwa et al. 1983).

Σε περιοχές στις οποίες το αρνητικό αλληλόμορφο έχει υψηλή συχνότητα, η ελονοσία λόγω του
πλασμωδίου vivax απουσιάζει. Θεωρητικά θα περιμέναμε υψηλές συχνότητες του αλληλομόρφου
σε περιοχές που η ελονοσία λόγω του πλασμωδίου vivax είναι συχνή, με βάση την υπόθεση ότι
άτομα που φέρουν αρνητικά αλληλόμορφα Fya- και Fyb- ή και Fya- Fyb- θα επιλέγονταν και έτσι
θα αύξανε η συχνότητά τους. Αντίθετα, οι επιδημιολογικές μελέτες απέδειξαν αρνητική
συσχέτιση ανάμεσα στον επιπολαιασμό του πλασμωδίου και της συχνότητας του αρνητικού μόνο
φαινότυπου Duffy.

Ο Livingstone (1984) πρότεινε δύο πιθανά σενάρια για να εξηγήσει τις κατανομές του
πλασμωδίου και του αρνητικού φαινότυπου Duffy.

α) Μερικοί πληθυσμοί παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά του αρνητικού φαινότυπου από καθαρή
τύχη (λόγω γενετικής παρέκκλισης) ή λόγω καταγωγής του πληθυσμού και το πλασμώδιο vivax
δεν μπόρεσε να εξαπλωθεί σε αυτούς τους πληθυσμούς. ΄Ετσι οι μελέτες αποκαλύπτουν
πληθυσμούς με υψηλή συχνότητα αρνητικού αλληλομόρφου Duffy και καθόλου πλασμώδιο
vivax. Κάθε χρόνο καταγράφονται στην Αιτή περίπου 30.000 περιστατικά ελονοσίας που
οφείλονται σε μόλυνση από το P. falciparum. Από την άλλη σχεδόν δεν καταγράφονται
επεισόδια ελονοσίας σε προσβολή από το P. vivax (Weppelmann et al. 2013). Η απουσία
μολύνσεων με το πλασμώδιο vivax ίσως οφείλεται στο γενετικό υπόστρωμα των κατοίκων της
Αιτής. Πρόκειται για απογόνους πληθυσμών από τη Δυτική Αφρική (όπου η συχνότητα του
αρνητικού φαινοτύπου προσεγγίζει το 100%).

β) Αρχικά η συχνότητα του αρνητικού φαινότυπου Duffy αυξήθηκε λόγω της επιλεκτικής δράσης
του P. vivax. ‘Eπειτα οι πληθυσμοί του πλασμωδίου πέθαναν σε αυτούς τους πληθυσμούς, μια
και η τόσο υψηλή συχνότητα του αρνητικού αλληλομόρφου περιόρισε την είσοδό τους. Η
δεύτερη αυτή υπόθεση υποστηρίζεται πλέον από τη μοριακή ανάλυση του γονιδίου, καθώς και
των προϊόντων που καθορίζονται ή δεν καθορίζονται από τα διάφορα αλληλόμορφα του γονιδίου
(Tournamille et al. (1995).

Επιδημιολογική επιτήρηση της ελονοσίας

Πριν 40 χρόνια η ελονοσία σχεδόν εξαλείφθηκε από δεκάδες χώρες ανάμεσα στις οποίες ήταν και
η χώρα μας και οι θάνατοι από την ασθένεια μειώθηκαν σημαντικά παγκόσμια. Αυτό επιτεύχθηκε
χάρις στην αποξήρανση πολλών ελωδών περιοχών, καθώς και στη χρήση εντομοκτόνων, όπως το
DDT, στη χρήση ανθελονοσιακών φαρμάκων, όπως η κινίνη, η χλωροκίνη, η πριμακίνη και
πρόσφατα η αρτεμισίνη και τα παράγωγά της. Η κατάσταση αυτή όμως γρήγορα αναστράφηκε,

-36- 22

Population genetics, Natural selecPtoiopunlaatinondgIennheteicrsi,tneadtudrailsseealescetisoninantdhienhGerriteedekdispeoaspeus lian ttihoengreek population

ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα παράσιτα ανέπτυξαν
ανθεκτικότητα απέναντι τόσο στα εντομοκτόνα, όσο και στα διάφορα ανθελονοσιακά φάρμακα,
όπως είναι και η αρτεμισίνη (Bright and Winzeler 2013; Sudre et al. 2013).

Η αλληλούχιση του γονιδιώματος του ανθρώπου, του ανωφελούς κουνουπιού και του είδους P.
falciparum δημιούργησε νέες προοπτικές στην καταπολέμηση της ελονοσίας. Η επιστημονική
κοινότητα με τη χρήση της αλληλούχισης όλου του γονιδιώματος ανθεκτικών στελεχών του
πλασμωδίου ανακάλυψε μεταλλάξεις στο υπεύθυνο γονίδιο που καθορίζει την πρωτεΐνη Κ13, η
οποία προσδίδει ανθεκτικότητα στο P. falciparum (Ariey et al 2014; Bright and Winzeler 2013).
Η ανίχνευση αυτών των μεταλλάξεων αποτελεί χρήσιμο μοριακό δείκτη στην προσπάθεια
διαχωρισμού των ευαίσθητων από τα ανθεκτικά στελέχη. Με αυτόν τον τρόπο άρχισε πρόγραμμα
παρακολούθησης και ελέγχου (επιτήρησης) των ανθεκτικών στελεχών του πλασμωδίου στην
αρτεμισίνη στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ασίας, για τον περιορισμό της εξάπλωσης των
ανθεκτικών στελεχών του είδους P. falciparum σε όλον τον κόσμο. Παράλληλα εντείνεται η
χρήση γενετικών παρεμβάσεων με την παραγωγή και απελευθέρωση στειρωμένων αρσενικών
κουνουπιών για τον περιορισμό εξάπλωσης ή εξάλειψη της ελονοσίας. ‘Ομως η καταπολέμηση
της ελονοσίας εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να αποτελεί ένα δυσεπίλυτο παγκόσμιο πρόβλημα
υγείας.

Αναφορές

Afridi S, Atjinson A, Garnier S et al. 2012. Malaria resistance genes are associated with the levels of IgG
subclasses directed against Plasmodium falciparum blood-stage antigens in Burkina Faso. Malaria
Journal 11: 308-315.

Allison AC 1954. The distribution of the sickle-cell trait in East Africa and elsewhere, and its apparent
relationship to the incidence of subtertian malaria. Transactions of the Royal Society of Tropical
Medicine and Hygiene 48: 312-318.

Allison AC, Askonas BA, Barnicot NA et al. 1963. Deficiency of glucose-6-phosphate dehydrogenase in
Greek populations. Annals Human Genetics 26: 237-242.

Ariey F, Witkowski B, Amaratunga C et al. 2014. A molecular marker of artemisinin resistant Plasmodium
falciparum malaria. Science 505: 50-55.

Βακάλης Ν, Βασσάλου Ε, Διαμαντίδης Α 2012. Εγχειρίδιο τεκμηριωμένης ανασκόπησης της ελονοσίας,
ΕΣΠΑ 2007-2013, σελ. 145

Barnicot NA, Allison AC, Blumberg BS et al. 1963. Haemoglobin types in Greek population. Annals
Human Genetics 26: 229- 236.

Béraud-Colomb E, Roubin R, Martin J et al. 1995. Human β-globin gene polymorphisms characterized in
DNA extracted from ancient bones 12,000 years old. American Journal Human Genetics 57: 1267-
1274.

Boussiou M, Loukopoulos D, Christakis J et al. 1991. The origin of the sickle mutation in Greece; evidence
from βS globin gene cluster polymorphism. Hemoglobin 15: 459-467.

Boussiou M, Karabala P, Sinopoulou K et al. 2008. The molecular heterogeneity of β-thalassemia in
Greece. Blοod Cells Molecules & Diseases 40: 317-319.

Bright A and Winzer E 2013. Resistance mapping in malaria. Nature 498: 446-447.
Chini V and Valeri M 1949. Mediterranean hemopathic syndromes. Blood. The Journal of Hematology 9:

989-1013.
Cyrklaff M, Sanchez C, Killan et al. 2011. Hemoglobin S and C interfere with actin remodeling in

Plasmodium falciparum – infected erythrocytes. Science 334: 1283-1286.
Δώριζα Ζ 2011. Αιμοσφαιρινοπάθειες. www.mednet/eeeaa/pdf/2011-04-02bpdf.
Ferreira A, Marguti I, Bechmann I et al. 2011. Sickle hemoglobin confers tolerance to Plasmodium

infection. Cell 145: 398-409.
Fessas PH 1961. Haemoglobin C in a Greek family. Haemoglobin Colloquium, p. 60. Vienna-Stuttgart:

Thiene.
Gouttas A, Tsevrenis H, Rombos C et al. 1960. Hemoglobin E in Greece. Sang 31: 1-5.
Haldane JBS 1949. Disease and evolution. Ricerca Science Supplement 19: 3-10.
Howes R, Patil A, Piel FB et al. 2010. The global distribution of the Duffy blood group. Nature

Communication 2: 266-275.
Hughey J, Merijun D, Li Q et al. 2012. A search for β-thalassemia mutations in 4,000 year old ancient

DNAs of Minoan Cretans. Blood Cells Molecules & Diseases 48: 7-10.

23 -37-

Anastasia Kouvatsi & Constantinos TriAanntaapshtyalsliidaisKouvatsi & Constantinos Triantaphyllidis

Καττάμης Χ 2009. Διαχρονική μελέτη και αντιμετώπιση της μεσογειακής αναιμίας στην Ελλάδα. Ιστορία της
Ελληνικής Παιδιατρικής. Πρακτικά 4ης Ημερίδας, Αθήνα 2009, σελ. 65-89.

Krause M, Diakite S, Lopera-Mesa T et al. 2012. α-thalassemia impairs the cytoadherence of Plasmodium
falciparum-infected erythrocytes. PLOs one 7: e37214.

Kwiatkowski D 2005. How malaria has affected the human genome and what human genetics can teach us
about malaria. American Journal Human Genetics 77: 171-190.

Livingstone FB 1984. The Duffy blood groups, vivax malaria, and malaria selection in human populations:
a review. Human Biology 56: 413-425.

Louicharoen C, Patin E, Paul R et al. 2009. Positively selected G6PD-Mahidol mutation reduces
Plasmodium vivax density in Southern Asians. Science 326: 1546-1549.

Mahesh K, Aggarwal A, Bhasker M et al. 2011. Distribution pattern of HbS and β-globin haplotypes
among Koya Dora Tribe of Andhra Pradash. International Journal Human Genetics 11: 123-126.

Ntaios G, Chatzinikolaou A, Tomos C et al. 2008. Prevalence of glucose-6-phosphate dehydrogenase
deficiency in Northern Greece. Internal Medicine Journal 38: 204-206.

Patrinos G, Samperi P, Nigro L et al. 2005. Evidence for the molecular heterogeneity of sickle cell anemia
chromosomes bearing the βS/Benin haplotype. American Journal of Hematology 80: 79-80.

Pogo AO and Chaudhuri A 2000. The Duffy protein: a malarial and chemokine receptor. Seminars of
Hematology 37: 122-129.

Quinlan J, Idaghdour Y, Goulet J-P et al. 2013. Genomic architecture of sickle cell disease in West African
children. Frontiers in Genetics 5: article 26.

Russo-Mancuso G, Romeo A, Guardabasso V et al. 1998. Survey of sickle cell disease in Italy.
Haematologica 83: 875-881.

Samarah F 2009. Προέλευση του γονιδίου της αιμοσφαιρίνης S (HbS) στην Παλαιστίνη. Διδακτορική
διατριβή, Ιατρική Σχολή ΑΠΘ.

Schliwa R, Gilbert K, Walter H et al. 1983. Serological-genetic investigations on some populations of the
Northern Aegean Sea (Greece). Journal of Human Evolution 12: 769-773.

Sharma RS, Williams L, Baptist NG et al. 1976. Haemoglobin C and haemoglobin O Arab-thalassaemia in
families of Greek origin. Pathology 8: 89-93.

Sudre B, Rossi M, Van Bortel et al. 2013. Mapping environmental suitability for malaria transmission,
Greece. Centers for Disease Control and Prevention 19: 784-786.

Stamatoyannopoulos G, Panayiotopoulos A and Motulsky Α 1966. The distribution of glucose-6-phosphate
dehydrogenase deficiency in Greece. American Journal Human Genetics 18: 296-308.

Stamatoyannopoulos G, Voigtlander V, Kotsakis P et al. 1971. Genetic diversity of the “Mediterranean”
glycose-6-phosphate dehydrogenase deficiency phenotype. The Journal of Clinical Investigation 50:
1253-1261.

Σχίζας Ν, Τέγος Κ, Βουτσαδάκης Α κ.α. 1977. Συχνότητα και κατανομή β-ΜΑ και παθολογικών
αιμοσφαιρινών εις τον Ελληνικόν χώρον. ΄Ερευνα επί 15.500 νεοσυλλέκτων. Ιατρική Επιθεώρηση
Ενόπλων Δυνάμεων 11, Παρ. 1, σελ. 197.

Tegos C, Voutsadakis A, Paleologou N et al. 1987. The incidence and distribution of thalassemias in
Greece (a study of 64.814 recruits). Hellenic Army Forces Medical Review 21: 27-36.

Theodoridou S, Plata E, Loutradi A et al. 2003. The first case of a compound heterozygosity for Hb E-
Saskatoon and Hb S. Haematologica/The Haematology Journal 88 :e33.

Tishkoff S, Varkonyl R, Cahinhinan Ν et al. 2001. Haplotype diversity and linkage disequilibrium at
human G6PD: recent origin of alleles that confer resistance. Science 293: 455-462.

Tournamille C, Collin Y, Carton J et al. 1995. Disruption of a GATA motif in the Duffy gene promoter
abolishes erythroid gene expression in Duffy-negative individuals. Nature Genetics 10: 224-228.

Vasseur E and Quintana-Murci L 2013. The impact of natural selection on health and disease: uses of the
population genetics approach in humans. Evolutionary Approaches 6: 596-607.

Weatherall D 2011. The inherited disorders of haemoglobin: an increasingly neglected global health
burden. Indian Journal of Medical Research 134: 493-497.

Weppelmann T, Carter TE, Cheng Z et al. 2013. High frequency of the erythroid silent Duffy antigen
genotype and lack of Plasmodium vivax infections in Haiti. Malaria Journal 12: 30-34.

-38- 24

Heterogenic influence of apoliHpeotperroogeteniicninEflupenocleyomf oaproplihpiospmrotoeinn Elippoildymporrophfiislem ionn leipldideprrloyfilaenindelodledrlySalnodvoalkdsSlovaks

Heterogenic influence of apolipoprotein E polymorphism on lipid profile

in elderly and old Slovaks

Daniela Siváková1, Lenka Luptáková1, Marta Cvíčelová1, Zuzana Danková1, Pavel Blažíček2

1Department of Anthropology, Faculty of Natural Sciences, Comenius University, Bratislava, Slovakia, 2Department of Clinical
Laboratories, Alpha Medical, Bratislava, Slovakia

Abstract

The purpose of this study was to analyse apolipoprotein E (APOE) polymorphism in elderly and
old females and males from Slovakia, and to investigate the influence of genotypes on plasma
lipid and lipoproteins levels. The complete sample consisted of 268 individuals aged from 60 to
90 years recruited from different parts of Slovakia. The APOE genotypes were determined by
PCR-RFLP method. The female carriers of particular isoform E2, E3 and E4 differ significantly
in the levels of total cholesterol (TC, p=0.016), low density lipoprotein cholesterol (LDL-C,
p=0.024), apolipoprotein B (apoB, p=0.022) and apoB to apoA1 ratio (p=0.013). E2 carriers had
lower mean levels of all the above mentioned parameters than E3 and E4 genotype groups.
Stepwise regression analysis with controlling for age, body mass index and waist to hip ratio,
revealed strong influence of APOE genotype on TC, LDL-C and apoB levels in females. In males
the effect of the APOE alleles was not indicated.Our results showed that APOE genotype
contributes to an increasing plasma lipid levels and acts as a risk modulator for dyslipidaemia and
consequently as a predictor of cardiovascular complications only in elderly Slovak females.

Key words: APOE polymorphism, lipids, lipoproteins, elderly population, Slovakia

Introduction

Apolipoprotein E (apoE protein) is one of the key regulatory proteins in cholesterol and
phospholipid metabolism. It plays an important role in binding of lipoprotein particles to the low
density lipoprotein (LDL) receptor and the apoE/B receptor (Mahley 1988). The apolipoprotein E
gene (APOE gene) has three common alleles, APOE*2, APOE*3 and APOE*4 which code
corresponding three isoforms, E2, E3 and E4, respectively. The human APOE gene, located on
chromosome 19q13.2, comprises of 3.7 kb DNA including 4 exons and 3 introns, encodes a
polypeptide of 299 aminoacids. Single nucleotide polymorphism (SNP) in the APOE gene is
characterized by a single base substitution of two nucleotides (TC and CT), which cause the
amino acid substitution of cysteine (Cys) and arginine (Arg). The E3 is the most common of the
three protein isoforms, and is distinguished by Cys at position 112 and Arg at position 158 in the
receptor-binding region of the apoE. The E2 isoform has the Cys in both positions; conversely E4
isoform has the Arg (Weisgraber et al. 1982).

Numerous studies have shown that apoE isoforms are associated with interindividual variability in
plasma levels of lipids and lipoproteins. Population studies of APOE polymorphism showed wide
variation in relative frequencies and associations with lipid levels: The APOE*4 allele is
associated with elevations in total cholesterol (TC) and low density lipoprotein cholesterol (LDL-
C), while the APOE*2 allele is associated with decreased levels of TC and LDL-C (Davignon et
al. 1988, Larson et al. 2000, Hubáček et al. 2003, Siváková et al. 2006). Dallongeville et al.
(1992) had shown that subjects carrying the allele APOE*2 or the APOE*4 had also higher levels
of triglycerides (TG) in comparison with E*3/3 homozygotes. Letonja et al. (2004) found out that
Slovenian women with the E*2 allele had higher levels of TG than subjects with the E*3/3 and
E*3/4 genotypes. Sima et al. (2007) reported significantly higher levels of TG and lower levels of
high density lipoprotein cholesterol (HDL-C) in carriers of the APOE*4/3 genotype among the
Romanian obese patients with coronary heart disease (CHD). Higher TG levels in the E*2
individuals might lead to a reduced antiatherogenic potential related to lowering LDL-C.

25 -39-

Daniela SivákoDváa, LneineklaaLSupivtáákkovoáv,áM,aLrteanCkvaíčeLlouvpát,áZkuozavnáa,DManakorvtaá, CPavvíečleBlloažvíčáe,kZuzana Danková, Pavel Blažíček

The APOE polymorphism is recognized as one of the most important genetic determinants for
cardiovascular diseases (CVD), by influencing serum lipoprotein levels. Petrovič et al. (2000)
found that the Apo E polymorphism affected the total and LDL cholesterol levels, but they did not
revealed association between risk genotypes (E3/E4 and E4/E4) of ApoE and coronary artery
disease.

The APOE*4 allele increases the susceptibility to hyperlipidaemia, atherosclerosis, metabolic
syndrome, chronic diseases and stroke (Sima et al. 2007, Bennet et al. 2007, Tascilar et al. 2009
and Hamzi et al. 2011), and has been associated with old-age onset of Alzheimer disease
(Rosengerg 2000). The differing effects of the APOE genotypes on coronary risk might be
explained by influence on additional lipid-related phenotypes, for example by levels of apoE
protein (Larson et al. 2000), apoA1 or apoB (März et al. 2004), very low-density lipoprotein
(VLDL) (Bioletto et al. 1998) or by markers of inflammation (Chasman et al. 2006), immunity
(Colton et al. 2005), or oxidative stress (Brown 2002).

Song, Stampfer and Liu (2004) in their synthesis review indicated that differences in geographic
and ethnic background, sex, potential gene–environment interactions may have contributed to
inconsistencies in the effect of APOE polymorphism on coronary heart disease risk and lipid
profile. This was recently confirmed by Terra et al. (2011) who found similar ApoE
polymorphism frequencies in the Japanese-Brazilian groups, but differences in cardiovascular risk
factors in these populations. Therein authors concluded that observed differences could not be
explained by ApoE polymorphism but they could be related to conservation of Japanese lifestyle
habits, such as diet.

In the present study dealing with elderly Slovak population, the aim was to assess the impact of
APOE genotypes on plasma levels of TC, LDL-C, HDL-C, TG, apoA1, apoB, the apoB to apoA1
ratio, the ratio of total cholesterol to high-density lipoprotein cholesterol (TC-to-HDL-C), the
logarithm of the ratio of plasma [log(TG-to-HDL-C ratio)], obesity indices BMI and WHR, which
are considered as risk factors for cardiovascular diseases. No previous study has examined this
relationship in the Slovak elderly and old population.

Materials and Methods

• Subjects

The sample consisted of 268 individuals (116 males and 152 females ranging in age between 60
to 90 years) from different Slovak localities in the west and the middle part of Slovakia. A
majority of the same subjects were analyzed in our previous studies dealing with angiotensine-
converting enzyme (ACE) polymorphism (Siváková et al. 2008, 2009). All participants were
volunteers including both household-dwelling persons and those residing in retirement homes.
They were not bed-ridden either mentally impaired. They were able to walk independently and to
manage their daily activities by themselves. Althoug subjects were not recruited on the basis of
their health conditions, they were considered as being free from serious or chronic illnesses
(Alzheimer and Parkinson diseases and surgical intervention dealing with CVD) at the time of the
recruitment. They were interviewed in a medical examination, and investigated with respect to a
variety of aspects such as medical, anthropometrical and life-style contingencies (accompanied by
the same trained anthropologists). All participants gave written Informed Consent for
participation in the study.

• Anthropometric and health status variables

All anthropometrical parameters were measured by professional anthropologists and the same
instruments were used during this study. Anthropometric measures were taken using standard
anthropometric technique (Knussmann 1988). BMI was calculated as body weight divided by
height squared. The waist to hip ratio (WHR) was calculated as the circumference of the waist
divided by the circumference of the hips. Blood pressure (BP) was measured in the morning
during medical examination, in the sitting position using a mercury sphygmomanometer. Subjects

-40- 26

Heterogenic influence of apoliHpeotperroogeteniicninEflupenocleyomf oaproplihpiospmrotoeinn Elippoildymporrophfiislem ionn leipldideprrloyfilaenindelodledrlySalnodvoalkdsSlovaks

were considered as hypertensive if the hypertension was diagnosed or they had blood pressure BP
140 and/or 90 mm/Hg.

Venous blood was collected following overnight fasting. The plasma was separated and
biochemical analysis of TC, HDL-C, TG, apoA1 and apoB were carried out by routine laboratory
methods in the Department of Clinical Laboratories of the Bratislava Alpha Medical, a.s. LDL-C
levels were calculated using the Friedewald formula (Friedewald, Levy and Fredrickson 1972).
The atherogenic indices considered were the ratio of ApoB/ApoA1, TC/HDL-C and logarithm of
ratio TG/HDL-C. The first index was used due to the fact, that according to some studies
(Walldius and Junger 2004 and Pitsavos et al. 2007) the ApoB/ApoA1 ratio retains its predictive
power of cardiovascular events in patients receiving lipid-modifying therapy. In this study the
mean age of participants exceeded 70 years, thus one cannot exclude such a therapy.

• Genetic analysis

Genomic DNA was isolated from peripheral blood leukocytes by the standard phenol extraction
technique. PCR-RFLP was used to detect the presence of the APOE*2, APOE*3 and APOE*4
alleles according to method by Hixson and Vernier (1990). Six genotypes, i.e. three homozygotes
E*2/2, E*3/3, E*4/4 and three heterozygotes E*3/3, E*4/2, E*4/3, were divided into three
isoform groups. The E2 group included E*2/2, E*3/2 genotypes, the E3 group included E*3/3
genotype and the E4 group E*3/4, E*4/4 genotypes.

• Statistical analysis

All statistical comparisons of anthropometric, serum lipid concentrations and atherogenic indices
were tested using univariate analysis of covariance (ANCOVA), with age as the covariate. Mean
lipid levels and anthropometric values were compared among APOE genotype groups using
analysis of variance (ANOVA) or Kruskal-Wallis tests. The results were expressed as means +
SD. Differences of p < 0.05 were considered to indicate statistical significance. To analyze the
dependence of lipids and lipoproteins on APOE alleles, controlled for age, sex, BMI, WHR, the
stepwise linear regression analyses were performed. Only those variables that had values of p <
0.05 in the ANOVA and Kruskal-Wallis tests were included in the regression model as dependent
variables. Allele frequencies and genotype distribution were tested for the Hardy-Weinberg
equilibrium by chi-square test in contingency tables. All statistical computations were performed
with the SPSS 17.0 software program (SPSS Inc., Chicago, IL).

Results

Basic characteristics of the studied subjects by sex are given in Table 1. Statistically significant
differences between males and females were observed (even after controlling for age), in all
anthropometric parameters. The observed values of BMI index and hip circumference (HC)
achieved higher values in females while the values of waist circumference (WC) and central
obesity index (WHR) had higher values in males. Significant sexual differences were observed
also in some biochemical variables. Females had significantly higher values for TC, LDL-C,
HDL-C and the apoA1 than males. There were significantly more smokers among males than in
females.

The APOE allele and genotype frequencies are shown in Table 2. The genotype distribution and
allele frequencies in the whole sample fell within the Hardy-Weinberg equilibrium (χ2=0.012,
p0.05). The data followed the general patterns of the APOE genotype and allele frequencies
reported from different populations around the world. The most frequent allele in the sample was
the APOE*3 (86.94%), and the lowest frequency was recorded for the allele APOE*2 (4.29%).

27 -41-

Daniela SivákoDváa,nLieenlkaa LSuipvtáákkoovvá,áM, LaretanCkavíčLeluopvát,áZkuozavnáa, DManakrotvaá,CPvavíčeleBlolavžíáč,ekZuzana Danková, Pavel Blažíček
Table 1. The basic characteristic of elderly Slovak subjects by sex.

Variable Females Males Pa
Mean + SD Mean + SD
Age (years) 0.033
Weight (kg) n=152 n=116 < 0.001
Height (cm) 73.23 ± 6.94 71.35 ± 7.38 < 0.001
WC (cm) 71.06 ± 13.45 78.22 ± 14.00 < 0.001
HC (cm) 154.47 ± 7.09 167.58 ± 7.02 < 0.001
BMI (kg/m2) 96.51 ± 11.15 101.64 ± 11.35 < 0.001
WHR 109.87 ± 10.55 105.21± 8.85 < 0.001
TC (mmol/l) 29.71 ± 5.11 27.49 ± 4.17 < 0.001
LDL-C (mmol/l) 0.88 ± 0.06 0.96 ± 0.06 0.001
HDL-C (mmol/l) 5.89 ± 1.05 5.36 ± 5.36 0.004
TG (mmol/l) 3.81 ± 0.97 3.45 ± 1.11 0.226
TC/HDL-C 1.26 ± 0.38 1.15 ± 0.29 0.425
log(TG/HDL-C) 1.79 ± 0.90 1.67 ± 1.03 0.739
ApoA1 (g/l) 5.05 ± 1.65 4.94 ± 1.57 0.001
ApoB (g/l) 0.12 ± 0.30 0.11 ± 0.29 0.215
ApoB/ApoA1 1.53 ± 0.36 1.42 ± 0.23 0.506
1.10 ± 0.27 1.07 ± 0.31
Glucose (mmol/l) 0.74 ± 0.23 0.77 ± 0.22 0.327

sBP (mm/Hg) n=150 n=114 0.938
dBP (mm/Hg) 5.64 ± 1.50 6.07 ± 2.37 0.613

Hg/DM diagnosis n=141 n=106 0.475
Hypertension 143.59 ± 20.36 141.76 ± 19.39 0.636
84.72 ± 10.03 83.71 ± 11.26 < 0.001
Current smokers
n=152 n=116
25 (16.4%) 23 (19.8%)
98 (64.5%) 78 (67.2%)
21 (18.1%)
4 (2.6%)

WC, waist circumference; HC, hip circumference; TC, total cholesterol; LDL-C, low density lipoprotein cholesterol; HDL-C, high
density lipoprotein cholesterol; TG, triglycerides, BMI, body mass index; WHR, waist to hip ratio; apoA1, apoB, apolipoprotein A1,
B; sBP, systolic blood pressure; dBP, diastolic blood pressure; Hg, hyperglycaemia - glucose 7.00 mmol/l; DM, diabetes mellitus;
Hypertension, diagnosed or BP 140 and/or 90 mm/Hg; a adjusted for age.

The biochemical characteristics according to APOE polymorphisms in females and males are
summarized in Table 3. Significant differences were observed only among females with respect to
TC and LDL cholesterol (p=0.016, p=0.024), levels of ApoB and ApoB to ApoA1 ratio (p=0.022,
p=0.013), respectively. In both females and males, there were lower levels of the above
mentioned parameters in E2 carriers than in E4 and E3 carriers. We found no significant
differences in serum levels of TG, HDL-C and apoA1 in both genders. Because the age, sex,

-42- 28

Heterogenic influence of apolipHoetperroogteeniicninEflupeonclye mofoarppolhipiospmrotoeinn Elippoidlymporropfhiilsemionn elilpdideprrloyfilaenindeoldledrlySalondvaolkdsSlovaks

WHR and BMI are known to affect serum lipids, we investigated influence of the APOE alleles
on serum lipid concentrations when controlling for these factors.

Table 2. APOE genotype and allele frequencies by sex in elderly Slovaks.

Allele Males Females All
n = 116 n = 152 n = 268
APOE*2 0.0517 0.0362 0.0429
APOE*3 0.8664 0.8717 0.8694
APOE*4 0.0819 0.0921 0.0877
Genotype n% n% n%
00 00 00
E*2/2 12 10.3 10 6.6 22 8.2
E*3/2 88 75.9 115 75.7 203 75.7
E*3/3 00 1 0.7 1 0.4
E*4/2 13 11.2 25 16.4 38 14.2
E*4/3 3 2.6 1 0.7 4 1.5
E*4/4 χ2=0.072, χ2=0.001, χ2=0.012,
p 0.05 p 0.05 p 0.05

Table 3. Plasma lipid and lipoprotein levels, obesity indices and fat mass according to APOE genotype
groups in elderly females and males

Females Males

Genotype group E2 E3 E4 p E2 E3 E4 p

n=10 n=114 n=26 n=12 n=88 n=16

WHR 0.85 + 0.04 0.88 + 0.06 0.89 + 0.69 0.268 0.94 + 0.11 0.97 + 0.05 0.95 + 0.07 0.095

BMI 29.38 + 5.54 29.70 + 4.8 29.82 + 6.1 0.952 26.82 + 2.87 27.85 + 4.21 26.07 + 4.61 0.374

TC (mmol/l) 4.99 + 0.91 5.96 + 1.05 5.83 + 0.84 0.016 4.84 + 1.01 5.42 + 1.07 5.43 + 1.70 0.258

LDL-C (mmol/l) 3.02 + 0.8 3.86 + 0.97 3.83 + 0.77 0.024 2.97 + 0.9 3.30 + 1.04 3.39 + 1.52 0.254

HDL-C (mmol/l) 1.31 + 0.36 1.28 + 0.37 1.20 + 0.42 0.601 1.15 + 0.18 1.14 + 0.29 1.17 + 0.40 0.962

TG (mmol/l) 1.47 + 0.51 1.81 + 0.96 1.75 + 0.73 0.635 1.58 + 0.89 1.65 + 1.06 1.92 + 1.00 0.416

TC/HDL-C 4.15 + 1.48 5.01 + 1.55 5.41 + 1.86 0.154 4.37 + 1.36 5.00 + 1.5 5.03 + 2.09 0.367

log(TG/HDL-C) 0.04 + 0.27 0.12 + 0.29 0.14 + 0.33 0.637 0.08 + 0.29 0.11 + 0.29 0.18 + 0.30 0.575

ApoA1 (g/l) 1.46 + 0.26 1.57 + 0.38 1.42 + 0.24 0.114 1.42 + 0.21 1.41 + 0.22 1.48 + 0.31 0.520

ApoB (g/l) 0.88 + 0.24 1.09 + 0.26 1.15 + 0.28 0.022 0.90 + 0.19 1.09 + 0.30 1.08 + 0.37 0.137

ApoB/ApoA1 0.62 + 0.07 0.73 + 0.02 0.84 + 0.05 0.013 0.67 + 0.18 0.79 + 0.22 0.74 + 0.25 0.199

TC, total cholesterol; LDL-C, low density lipoprotein cholesterol; HDL-C, high density lipoprotein cholesterol; TG, triglycerides;
BMI, body mass index; WHR, waist to hip ratio; apoA1, B apolipoprotein A1,B; apolipoprotein E groups: E2 (E*2/2, E*2/3), E3
(E*3/3), E4 (E*4/4 ,E*4/3).

29 -43-

Daniela SivákoDváa,nLieenlkaa LSuipvtáákkoovvá,áM, LaretanCkavíčLeluopvát,áZkuozavnáa, DManakrotvaá,CPvavíčeleBlolavžíáč,ekZuzana Danková, Pavel Blažíček

Table 4 shows the results in the whole sample. In the stepwise regression model the APOE
genotypes were positively correlated with TC, LDL-C, apoB and apoB to apoA1 ratio (B=0.356,
B=0.329, B=0.099, B=0.053, respectively; p<0.05 in all mentioned parameters).

Table 4. The Stepwise linear regression analysis of selected confounder effects on lipid levels in the entire
sample of elderly Slovaks. Independent variables entered: age, sex, APOE group E2 vs E3 and E4, WHR,

BMI.

Dependent Independent B SE p 95% CI for B Collinearity
variable variable statistics
Tolerance

age -0.026 0.009 0.004 -0.044 -0.008 0.983

TC sex -0.565 0.130 0.000 -0.821 -0.309 0.979

APOE allele 0.356 0.116 0.002 0.129 0.584 0.994

R=0.351; R2=0.123; Adjusted R2=0.113; SE=1.035

sex -0.354 0.122 0.004 -0.593 -0.114 0.995

LDL-C APOE allele 0.329 0.109 0.003 0.114 0.544 0.995

R=0.259; R2=0.067; Adjusted R2=0.060; SE=0.977

age -0.006 0.002 0.007 -0.011 -0.002 1.000

ApoB APOE allele 0.099 0.030 0.001 0.040 0.159 1.000

R=0.257; R2=0.066; Adjusted R2=0.059; SE=0.273

APOE allele 0.053 0.024 0.030 0.005 0.101 0.998

ApoB/ApoA1 BMI 0.007 0.003 0.011 0.002 0.013 0.998

R=0.209; R2=0.044; Adjusted R2=0.036; SE=0.218

TC, total cholesterol; LDL-C, low density lipoprotein cholesterol; apoB – apolipoprotein B; WHR, waist to hip ratio; BMI, body mass
index; APOE, apolipoprotein E.

Table 5. The Stepwise linear regression analysis of selected confounder effects on lipid levels in elderly
Slovak females.

Dependent Independent B SE p 95% CI for B Collinearity
variable variable statistics
Tolerance
TC APOE allele 0.473 0.165 0.005 0.146 0.799 1.000
0.718
LDL-C R=0.229; R2=0.052; Adjusted R2=0.046;. SE=1.010 0.197 1.000

ApoB APOE allele 0.420 0.151 0.006 0.121 1.000

ApoB/ApoA1 R=0.222; R2=0.049; Adjusted R2=0.043; SE=0.924

APOE allele 0.112 0.043 0.010 0.028

R=0.211; R2=0.044; Adjusted R2=0.038; SE=0.261

No variable was selected.

Independent variables entered: age, APOE group E2 vs E3 and E4, WHR, BMI. TC, total cholesterol; LDL-C, low density lipoprotein
cholestero; apoB – apolipoprotein B; WHR, waist to hip ratio; BM, body mass index; APOE, apolipoprotein E.

-44- 30

Heterogenic influence of apolipHoetperroogteeniinc iEnflupeonlcyemofoarppolhipiospmrooteninlEippiodlymporropfhiilsemionnelilpdiderplryofialenidn eoldledrlSy laonvdaokldsSlovaks

Table 6 The Stepwise linear regression analysis of selected confounder effects on lipid levels in elderly
Slovak males.

Dependent Independent B SE p 95% CI for B Collinearity
variable variable statistics
Tolerance

TC Age -0.032 0.014 0.022 -0.060 -0.005 1.000

R=0.215; R2=0.046; Adjusted R2=0.038; SE=1.089

LDL-C No variable was selected.

ApoB Age -0.011 0.004 0.003 -0.019 -0.004 1.000

R=0.280; R2=0.078; Adjusted R2=0.070; SE=0.289

ApoB/ApoA1 BMI 0.012 0.005 0.013 0.003 0.022 1.000

R=0.232; R2=0.054; Adjusted R2=0.046; SE=0.213

Independent variables entered: age, APOE group E2 vs E3 and E4, WHR, BMI. TC, total cholestero; LDL-C, low density lipoprotein
cholesterol; apoB, apolipoprotein B; WHR, waist to hip ratio; BMI, body mass index; APOE, – apolipoprotein E

Discussion

This study demostrates that elderly females had on the one hand, significantly higher plasma
levels of TC and LDL-C than males, but on the other hand, significantly higher HDL-C levels
than males (1,26 mmol/l vs. 1,15 mmol/l). This finding is consistent with results of other authors
(Lerner and Kannel 1986, Gordon et al 1989, Davis et al. 1996), who ascertained that females
have in general higher HDL-C levels than males. This fact probably protected them against
cardiovascular disease despite their high serum levels of LDL-C.

The APOE genotype frequencies in our sample were similar to those reported for other Caucasian
populations (Xu et al. 1990, Boemi et al. 1993, Corbo and Scachi 1999, Nagy et al. 1999).
According to some authors (Larson et al. 2000, Sima et al. 2007, Bennet et al. 2007, Tascilar et al.
2009), the APOE*2 is considered to be the protective allele against cardiovascular diseases and
mortality and APOE*4 has the reverse effect. Based on this we have expected that in older age
cohort higher prevalence of the APOE*2 allele will be recorded. However, on the contrary, the
APOE*2 allele had lower frequency in elderly than in younger adult women from the study of
Sivakova et al. (2006). Mooijart et al. (2006) in their prospective analysis observed similar
mortality risks among carriers of the APOE*2 and APOE*4 allele. Therein authors revealed that
in old age, individuals with high plasma levels of apoE are at increased risk of cardiovascular
mortality, independent of their APOE genotype, lipid levels, and other cardiovascular risk factors.

The observed significant associations between the APOE genotypes and lipoproteins in this study
correspond with results in other European populations of different age cohorts. Morbois-Trabut et
al. (2006) observed lower TC, LDL-C and apoB levels in the French diabetic patients of the E2
group than in the E4 group (mean age, 59.6±12.9 years). According to Rastas et al. (2004) higher
LDL-C levels are associated with the E*3/*4 and E*4/*4 genotypes in the population aged 85+
years from Southern Finnland. Pablos-Méndez et al. (1997) confirmed the positive
interrelationship between APOE*2 and lower LDL-C levels and the ratio of TC to HDL-C in an
elderly, multiethnic population from Manhattan (NYC, USA). Larson et al. (2000) affirmed that
the APOE*2 allele worked antiatherogenic by influencing lower LDL-C levels in blood plasma,
equally as the higher HDL-C concentration, in a middle-aged and elderly population. Pablos-
Méndez et al. (1997) suggest that APOE genotype did not influence HDL-C levels in general. In
our study no significant independent effect was noted, too.

In a view of the above mentioned data, individuals with the APOE*2 allele had the lowest levels
of investigated plasma lipids, lipoproteins, values of obesity and atherogenic indices, though some
comparisons did not attain statistical significancy. Individuals belonged to the E3 and E4 groups

31 -45-

Daniela SivákoDváa, LneineklaaLSupivtáákkovoáv,áM,aLrteanCkvaíčeLlouvpát,áZkuozavnáa,DManakorvtaá, CPavvíečleBlloažvíčáe,kZuzana Danková, Pavel Blažíček

showed the highest levels of investigated plasma lipids and indices. This pointed to the fact that
the APOE*3 and APOE*4 alleles by elevating plasma lipids concentrations in their carriers
contribute to the risk of atherosclerosis and conversely, the APOE*2 allele present the protection
against such a risk. According to

Bennet et al. (2007), there are approximately linear relationships between the APOE genotypes
and both the LDL-C levels and coronary risk. The APOE*2 carriers in comparison with the
APOE*3/*3 individuals have about 20% reduced risk of coronary disease, whereas the APOE*4
carriers have only a slightly increased risk.

We have detected that the effect of interaction between the APOE variants and plasma lipids is
pronounced only in female subjects what is in agreement with findings reported by Song et al.
(2004). There-in authors proposed that the effects of the APOE genotypes may be particularly
strong in certain subgroups, such as females. Camboa et al. (2001) in a Mexican population
observed also this effect only in female carriers. Conversely, Sivakova et al. (2006) in the middle
aged Slovak population (45 – 49 years) observed the interactions of the APOE genotypes on lipid
profile only in the males. There the authors recorded decreased LDL-C concentrations only in
male E*2 carriers in comparison with the males from the E3 and/or E4 groups. Differences
between genders have also been found in the Czech population where the APOE*4 allele was
associated with higher TC and LDL-C levels only in males (Hubaček et al. 2001). On the other
hand, there is a study of Haddy et al. (2002), who reported that TC and TG concentrations were
significantly dependent on APOE genotypes in both genders.

The underlying mechanisms for the atherogenic effects of APOE polymorphisms have not been
clarified as yet however, several possibilities have been suggested. For instance the APOE*2
allele is thought to have less afinity for the receptor that governs the uptake of VLDL remnants,
individuals with the E*2 would be expected to have lower intracellular cholesterol in hepatocytes
and thus upregulated LDL receptors and lowered plasma concentration. Another possible
explanation is that hepatic receptors for LDL have increased availability because of the lack of
competition for binding by remnants of TG-rich lipoproteins (Jemaa et al. 2006).

Summing up, in the present study genetic variation at the APOE locus affects serum
concentrations of TC, LDL-C, apoB, and the ratio of apoB to apoA1 only in Slovak elderly
females. The APOE*2 allele may affects antiatherogenic by influencing lower lipid plasma levels.

Acknowledgements

We thank all elderly and old participants in this study and also our previous young colleagues for
their help concerning the data collection.

References
Akern s.r.l. 2000. Bioresearch: Bodygram ™, Quantitative and qualitative analysis of body composition.

Manual for the Bioelectrical Inpedance Analyzer.
Bennet AM, Di Angelantonio E, Ye Z, et al. 2007. Association of Apolipoprotein E Genotypes with Lipid

Levels and Coronary Risk. Journal of the American Medical Association 298 (11): 1300-1311.
Bioletto S, Fontana P, Darioli R et al. 1998. Apolipoprotein E polymorphism and the distribution profile of

very low density lipoproteins: an influence of the E4 allele on large (Sf 60) particles. Atherosclerosis
138(1): 207-215.
Boemi M, James RW, Romagnoli F et al. 1993. Gender differences in a type 2 (non-insulin-dependent)
diabetic population with respect to apolipoprotein E phenotype frequencies. Diabetologia 36: 229-
233.
Brown CM, Wright E, Colton CA et al. 2002. Apolipoprotein E isoform mediated regulation of nitric oxide
release. Free Radical Biology and Medicine 32(11): 1071-1075.
Chasman DI, Kozlowski P, Zee RY et al. 2006. Qualitative and quantitative effects of APOE genetic
variation on plasma Creactive protein, LDL-cholesterol, and apoE protein. Genes and Immunity
7(3): 211-219.
Colton CA, Brown CM, Vitek MP 2005. Sex steroids, APOE genotype and the innate immune system.
Neurobiological Aging 26(3): 363-372.

-46- 32

Heterogenic influence of apolipHoetperroogteeniinc iEnflupeonlcyemofoarppolhipiospmrooteninlEippiodlymporropfhiilsemionnelilpdiderplryofialenidn eoldledrlSy laonvdaokldsSlovaks

Corbo RM, Scacchi R 1999. Apolipoprotein E (APOE) allele distribution in the world. Is E*4 a
“thrifty”allele? Annals Human Genetics 63: 301-310.

Dallongeville J, Lussier-Cacan S, Davignon J 1992. Modulation of plasma triglyceride levels by apoE
phenotype: a meta-analysis. Journal Lipid Research 33(4): 447-454.

Davignon J, Gregg RE, Sing CF 1988. Apolipoprotein E polymorphism and atherosclerosis. Atherosclerosis
8: 1-21.

Davis CE, Williams DH, Oganov RG 1996. Sex Difference in High Density Lipoprotein Cholesterol in Six
Countries. American Journal of Epidemiology, 143(11): 1100-1106.

Gordon DJ, Probstfield JL, Garrison RJ et al. 1989. High-density lipoprotein cholesterol and cardiovascular
disease: four prospective American studies. Circulation, 79 (1): 8-15.

Hamzi K, Tazzite A. and Nadifi, S 2011. Large-scale meta-analysis of genetic studies in ischemic stroke:
Five genes involving 152,797 individuals. Indian Journal Human Genetics 17(3): 212-217.

Hatters DM, Peters-Libeu CA, Weisgraber KH 2006. Apolipoprotein E structure: insights into function.
Trends in Biochemical Sciences 31(8): 445-454.

Hixon JE, Vernier DT 1990: Restriction isotyping of human apolipoprotein E by gene amplification and
cleavage with HhaI. Journal of Lipid Research 31: 545-548.

Hubáček J, Piťha J, Adámková V et al. 2003. Apolipoprotein E and Apolipoprotein CI Polymorphisms in
the Czech Population: Almost Complete Linkage Disequilibrium of the Less Frequent Alleles of
Both Polymorphisms. Physiological Research 52: 195-200.

Hubáček J, Lanska V, Škodová Z 2008. Sex-specific interaction between APOE and APOA5 variants and
determination of plasma lipid levels. European Journal of Human Genetics 16(1): 135-138.

Knussmann R 1988. Somatometrie. In: R. Knussmann (Ed): Handbuch der Vergleichenden Biologie des
Menschen. Band I, Teil 1, Stuttgart: Fischer, pp. 232-285.

Larson IA, Ordovas JM, Deluca C 2000. Association of apolipoprotein (Apo) E genotype with plasma apo
E levels. Atherosclerosis, 148: 327-35.

Lerner DJ, Kannel WB 1986. Patterns of coronary heart disease morbidity and mortality in the sexes: a 26-
year follow-up of the Framingham population. American Heart Journal 111: 383-389.

Letonja M, Guzič-Salobir B, Peterlin Bet al. 2004. Apolipoprotein E gene polymorphism effects
triglycerides but not CAD risk in Caucasian women younger than 65 years. Annales de Génétique
47: 147–153.

Mahley RW 1988. Apolipoprotein E cholesterol transport protein with expanding role in cell biology.
Science 240: 622-1988.

März W, Scharnagl H, Hoffmann MM et al. 2004. The apolipoprotein E polymorphism is associated with
circulating C-reactive protein (the Ludwigshafen risk and cardiovascular health study). European
Heart Journal 25 (23): 2109-2119.

Morbois-Trabut LM, Chabrolle C, Garrigue MA et al. 2006. Apolipoprotein E genotype and plasma lipid
levels in Caucasian diabetic patients. Diabetes Metabolism 32: 270-275.

Nagy B, Karadi I, Fintor L et al. 1999. Apolipoprotein E gene polymorphism frequencies in a sample of
healthy Hungarians. Clinical Chemica Acta 282 (1-2): 147-150.

Pablos-Méndez A, Mayeux R, Ngai C et al. 1997. Association of apoE polymorphism with plasma lipid
levels in a multiethnic elderly population. Arteriosclerosis Thrombosis and Vascular Biology 17
(12): 3534-3541.

Petrovič D., Zorc M. and Peterlin B., 2000. Effect of Apolipoprotein E Polymorphism and Apolipoprotein
A-1 Gene Promoter Polymorphism on Lipid Parameters and Premature coronary Artery Disease.
Folia Biologica 46, 181-185.

Pitsavos C, Panagiotakos DB, Skouma J et al. 2008. Risk Stratification of Apolipoprotein B,
Apolipoprotein A1 and Apolipoprotein B/A1 Ratio on the Prevalence of the Metabolic syndrome:
the ATTICA Study. Angiology 59: 335-341.

Rastas S, Mattila K, Verkkoniemi A et al. 2004: Association of apolipoprotein E genotypes, blood pressure,
blood lipids and ECG abnormalities in a general population aged 85+. BMC Geriatrics 4:1.

Schubert CM, Rogers NL, Rembsberg KE et al. 2006. Lipids, lipoproteins, lifestyle, adiposity and fat-free
mass during middle age: the Fels Longitudinal Study. International Journal of Obesity 30 (2): 251-
260.

Sima A, Iordan A, Stancu C 2007. Apolipoprotein E polymorphism – a risk factor for metabolic syndrome.
Clinical Chemistry and Laboratory Medicine 45(9): 1149-53.

Siváková D, Zacharová M, Gašparovič J et al. 2006. Apolipoprotein E polymorphism in relation to plasma
lipid levels on other risk factors of atherosceloris in two ethnicgroups from Slovakia. Collegium
Antropologicum 30(2): 387-394.

33 -47-

Daniela SivákovDá,aLneniekalaLuSpitváákokvoáv, Má,aLrtaenCkvíačeLlouváp,tZáukzoanvaáD, Mankaorvtáa, PCavveílčBellaožvíčáek, Zuzana Danková, Pavel Blažíček
Song Y, Stampfer MJ, Liu S et al. 2004: Meta-analysis: apolipoprotein E genotypes and risk for coronary
heart disease. Annals of Internal Medicine 141(2): 137-147.
Tan CE, Tai ES, Tan CS et al. 2003. APOE polymorphism and lipid profile in three ethnic groups in the
Singapore population. Atherosclerosis 170: 253–260.
Tascilar N, Dursun A, Ankarali H et al. 2009. Relationship of apoE polymorphism with lipoprotein (a),
apoA, apoB and lipid levels in atherosclerotic infarct. Journal of the Neurological Sciences 277 (1-
2): 17-21.
Terra N, Moriguchi Y, Bittencourt L et al. 2011. Apolipoprotein E polymorphism in elderly Japanese-
Brazilian immigrants does not explain the reduced cardiovascular risk factor incidence. Genetics and
Molecular Research 10 (3): 1975-1985.
Walldius G and Junger I 2004. Apolipoprotein B and Apolipoprotein A-1: risk indicators of coronary heart
disease and targets of lipid-modifying therapy. Journal of Internal Medicine 255:188-205.
Weisgraber KH, Innerarity TL, Mahley RW 1982: Abnormal lipoprotein receptor-binding activity of the
human apo E apoprotein due to cystein-arginine interchange at a single site. Journal Biological
Chemie 257: 2518-21.
Weisgraber KH 1990. Apolipoprotein E distribution among human plasma lipoproteins: role of the
cysteinearginine interchange at residue 112. Journal of Lipid Research 31(8): 1503-1511.
Xu, CF, Boerwinkle E, Tikkanen MJ et al. 1990. Genetic variation at the apolipoprotein gene loci
contribute to response of plasma lipids to dietary change. Genetic Epidemiology 7(4): 261-275.

-48- 34

Polymorphisms PooflyUmroirdphinisemsGolfuucriudirnoengoluscyulrtornaonsysltfrearnasfseeragseegneeneaanndd iIrriniontoectaenctaonxicTitoy:xLicowityd:osLeodowesdnoost eprodtoecetsfronmottoxicity
protect from toxicity

Πολυμορφισμοί των γονιδίων των UDP-γλυκουρονοσυλτρανσφερασών και
τοξικότητα στην ιρινοτεκάνη: Οι χαμηλές δόσεις δεν προστατεύουν από την

τοξικότητα

Μαριάννα Τζιώτου1, Βασιλική Καλότυχου1, Άννα Ντόκου2, Ρεβέκκα Τζανετέα1, Ιάκωβος Αρμένης1,
Μαριάννα Βάρσου1, Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος1, Νικόλας Τσαβαρής2, Ιωάννης Ρόμπος1,3

1 Α΄ Παθολογική Κλινική, Τμήμα Ιατρικής, ΕΚΠΑ, «Λαϊκό» Νοσοκομείο, Αγ. Θωμά 17, 11527, Αθήνα, 2 Παθολογική Φυσιολογία,
Ογκολογικό τμήμα, Τμήμα Ιατρικής,ΕΚΠΑ, «Λαϊκό» Νοσοκομείο, Αγ. Θωμά 17, 11527, Αθήνα,3 Θεραπευτήριο «Μετροπόλιταν»
Εθνάρχου Μακαρίου 9 & Ελ. Βενιζέλου 1, 18547, Ν. Φάληρο, Αθήνα, Ελλάδα

Polymorphisms of Uridine Glucuronosyltransferase gene and Irinotecan
Toxicity: Low dose does not protect from toxicity

Marianna Tziotou1, Vassiliki Kalotychou1, Anna Ntokou2, Revekka Tzanetea1, Iakovos Armenis1, Marianna
Varsou1, Konstantinos Konstantopoulos1, Nicolas Tsavaris2, Yannis Rombos1,3

1 First Department of Internal Medicine, University of Athens, School of Medicine, “Laikon” Hospital, 17 Agiou Thoma str, 11527,
Athens,
2 Department of Pathophysiology, Oncology Unit, University of Athens, School of Medicine, “Laikon” Hospital, 17 Agiou Thoma str,
11527, Athens,3 “Metropolitan” Hospital Ethnarchou Makariou 9 & El. Venizelou 1, 18547, N. Faliro - Athens - Greece

Abstract
Irinotecan is an anticancer drug that is often used for the treatment of colorectal cancer. Its active
metabolite SN-38 is inactivated by glucuronidation to form the inactive SN-38G. Uridine
glucuronosyltransferase 1A1 (UGT1A1) is the responsible enzyme for the glucuronidation of SN-
38. Polymorphisms of the gene encoding UGT1A1 have been reported to reduce activity of the
enzyme. Consequently, polymorphisms of the UGT1A1 gene may result in insufficient
inactivation of SN-38 and elevated irinotecan toxicity. Moreover, SN-38G is deconjugated in the
gut by bacterial β-glucuronidases and reglucuronated by uridine glucuronosyltransferase 1A7
(UGT1A7). Polymorphisms of the UGT1A7 gene have also been linked to irinotecan toxicity. Our
racpurpose was to study the association between UGT1A1*28, UGT1A7*2 and UGT1A7*3
polymorphisms and irinotecan toxicity in Greek patients receiving low dose irinotecan treatment.
Forty-six patients suffering from colorectal cancer were included. They received irinotecan
80mg/m2, leucovorin 200mg/m2 and 5-FU 450mg/m2 on days 1, 8, 15, 22, 29, 36, every 8 weeks.
Patients were evaluated with physical examination and laboratory tests before each treatment.
Blood samples were collected, DNA was extracted and genotype was determined by means of
PCR, PAGE and sequencing. Statistical analysis followed. Heterozygous UGT1A1*1/*28 patients
experienced severe haematologic toxicity (p<0,00001). Homozygous UGT1A1*28/*28 patients
also experienced severe haematologic toxicity, although this was not statistically significant due
to the small number of the homozygous patients in our population (four UGT1A1*28/*28
patients). As far as it concerns non-haematologic toxicity, both UGT1A1*28/*28 and
UGT1A1*1/*28 patients experienced severe toxicity (p=0,02204 and p=0,0002 respectively).
UGT1A7*3 was also correlated with toxicity. In conclusion, UGT polymorphisms seem to be
correlated with irinotecan toxicity, even when the drug is administered in low doses. We propose
the genetic testing of all patients before irinotecan treatment. Further studies are needed in order
to determine the optimal dose for each genotype.

Key words: Irinotecan inactivation, colorectal cancer, UGT1A1 polymorphisms,

35 -49-

MMaarriiaaMnnnnaaaVTraizairosntoonuu,a,KVToanszssiitolaikntoitiKnuoa,sloVKtyaocnshssotiauln,iktAoinpnoKaualNoltsoo, ktNyoiucc,ohRloaesuvTe,skAakvanaTrnziasa,nYNeatentoan,iksIoaRkuoo,mvoRbsoeAsvremkeknais,Tzanetea, Iakovos Armenis, Marianna
Varsou, Konstantinos Konstantopoulos, Nicolas Tsavaris, Yannis Rombos

Περίληψη

Η ιρινοτεκάνη αποτελεί αντινεοπλασματικό φάρμακο χορηγούμενο στη θεραπεία του καρκίνου
παχέος εντέρου. Ο ενεργός μεταβολίτης της ιρινοτεκάνης, SN-38, αδρανοποιείται στο ήπαρ μέσω
σύζευξης με γλυκουρονικό οξύ, προς σχηματισμό του ανενεργού SN-38G. Τη σύζευξη καταλύει
η γλυκουρονοσυλτρανσφεράση UGT1A1. Ο SN-38 υφίσταται εκ νέου γλυκουρονιδίωση στο
έντερο με τη συμβολή της γλυκουρονοσυλτρανσφεράσης UGT1A7. Πολυμορφισμοί των
γονιδίων που κωδικοποιούν τις γλυκουρονοσυλτρανσφεράσες μπορούν να οδηγήσουν σε
ελαττωμένη παραγωγή και λειτουργικότητα των παραγόμενων ενζύμων, με αποτέλεσμα
μειωμένη αδρανοποίηση του SN-38, η οποία έχει συνδεθεί με αυξημένη τοξικότητα του
φαρμάκου. Στην παρούσα μελέτη διερευνήθηκε η σχέση ανάμεσα στους πολυμορφισμούς
UGT1A1*28, UGT1A7*2 και UGT1A7*3 και την τοξικότητα της ιρινοτεκάνης σε Έλληνες
ασθενείς που λαμβάνουν χαμηλή δόση του φαρμάκου. Μελετήθηκαν 46 ασθενείς με καρκίνο
παχέος εντέρου που λάμβαναν ιρινοτεκάνη 80mg/m2, λευκοβορίνη 200mg/m2 and 5-
φθοριοουρακίλη 450mg/m2 τις ημέρες 1, 8, 15, 22, 29, 36, κάθε 8 εβδομάδες. Οι ασθενείς
παρακολουθούνταν κλινικά και εργαστηριακά καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης και έγινε
καταγραφή του γονοτύπου στα γονίδια UGT1A1 και UGT1A7. Η στατιστική ανάλυση των
αποτελεσμάτων έδειξε ότι οι ετεροζυγώτες UGT1A1*1/*28 ασθενείς εμφάνισαν στατιστικά
σημαντική αιματολογική τοξικότητα σε σχέση με τους υπόλοιπους (p<0,00001). Οι ομοζυγώτες
UGT1A1*28/*28, καθώς και οι ετεροζυγώτες UGT1A1*1/*28 ασθενείς, εμφάνισαν ακόμα
στατιστικά σημαντική μη αιματολογική τοξικότητα (p=0,02204 και p=0,0002 αντίστοιχα). Ο
πολυμορφισμός UGT1A7*3 φάνηκε επίσης να συνδέεται με την εμφάνιση τοξικότητας.
Συμπερασματικά, οι πολυμορφισμοί των UGT φαίνεται να σχετίζονται με την εμφάνιση
τοξικότητας από ιρινοτεκάνη, ακόμα και όταν το φάρμακο χορηγείται σε χαμηλές δόσεις. Ο
γενετικός έλεγχος θα μπορούσε να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο, αν και απαιτούνται νέες
μελέτες για τον προσδιορισμό της ιδανικής δόσης για κάθε γονότυπο.

Λέξεις κλειδιά: αδρανοποίηση ιρινοτεκάνης καρκίνος παχέος εντέρου πολυμορφισμοί UGT1A1

Εισαγωγή

Οι γλυκουρονοσυλτρανσφεράσες (UGTs) είναι ένζυμα που καταλύουν τη σύζευξη με
γλυκουρονικό οξύ. Η γλυκουρονιδίωση αποτελεί διαδικασία αδρανοποίησης βλαβερών για τον
οργανισμό ουσιών, τόσο ενδοβιοτικών όπως η χολερυθρίνη, όσο και εξωβιοτικών, όπως
φάρμακα. Η υπεύθυνη γλυκουρονοσυλτρανσφεράση για τη σύζευξη της έμμεσης χολερυθρίνης
με γλυκουρονικό οξύ προς σχηματισμό άμεσης χολερυθρίνης, που είναι υδατοδιαλυτή και
απομακρύνεται με τη χολή, είναι η UGT1A1. Πολυμορφισμοί του γονιδίου που κωδικοποιεί τις
γλυκουρονοσυλτρανσφεράσες μπορεί να έχουν σαν αποτέλεσμα τη μειωμένη παραγωγή ή
λειτουργικότητα του ενζύμου, που οδηγεί σε μειωμένη γλυκουρονιδίωση. Συχνός πολυμορφισμός
στους Καυκάσιους είναι ο UGT1A1*28, που οφείλεται στην εισαγωγή ενός επιπλέον
δινουκλεοτιδίου θυμίνης- αδενίνης (ΤΑ) στο TATA box του υποκινητή του γονιδίου. Έτσι, αντί
έξι επαναλήψεις (ΤΑ)6, έχουμε επτά (ΤΑ)7. Αυτό έχει σαν συνέπεια τη μείωση της μεταγραφικής
δραστηριότητας κατά 70% περίπου [1]. Αυτός ο πολυμορφισμός είναι ο συχνότερος και
συνδέεται στους Καυκάσιους πληθυσμούς με την εκδήλωση του συνδρόμου Gilbert. Στο
σύνδρομο αυτό, διαπιστώνεται καλοήθης έμμεση υπερχολερυθριναιμία, λόγω μη επαρκούς
σύζευξης της έμμεσης χολερυθρίνης προς σχηματισμό άμεσης.

Η UGT1A1 έχει ρόλο και στο μεταβολισμό της ιρινοτεκάνης. Η ιρινοτεκάνη είναι ένα
αντινεοπλασματικό φάρμακο που χρησιμοποιείται κυρίως στη θεραπεία του μεταστατικού
καρκίνου του παχέος εντέρου. Αρχικά η ιρινοτεκάνη μετατρέπεται με τη βοήθεια
καρβοξυλεστερασών (CES) στον ενεργό της μεταβολίτη SN-38. Ο SN-38 στη συνέχεια
υφίσταται γλυκουρονιδίωση με τη συμμετοχή του ενζύμου UGT1A1 προς σχηματισμό του SN-
38G, που είναι ανενεργός. Ο SN-38G αποβάλλεται με τη χολή στο έντερο. Εκεί, οι β-

-50- 36


Click to View FlipBook Version