ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑ
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΙΣ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΕΣ
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Υπάρχουν διάφορες εναλλακτικές στρατηγικές καινοτομίας. Κάθε μια από αυτές δίνει διαφορετική
διάσταση στη σχέση αποκέντρωσης-συγκέντρωσης της τεχνολογικής ικανότητας.
Αυτές οι στρατηγικές είναι:
• Δημιουργία παγκόσμιας τεχνολογίας από τη μητρική
• Δημιουργία τεχνολογίας από τις θυγατρικές για τις εγχώριες αγορές τους
• Δημιουργία τεχνολογίας από τη θυγατρική για εκμετάλλευση και σε παγκόσμιες αγορές
• Δικτύωση της καινοτομίας
Σύμφωνα με τους Bartlett και Ghosal «κάθε θυγατρική προσφέρει τους μοναδικούς της πόρους
στην ανάπτυξη μιας πραγματικής τεχνολογικής συνεργασίας για την καλύτερη εκμετάλλευση των
ευκαιριών που προσφέρει η παγκόσμια αγορά». Το πιθανό μειονέκτημα αυτής της στρατηγικής
είναι η ύπαρξη κόστους συντονισμού των θυγατρικών που συμμετέχουν στο δίκτυο.
Από τη στιγμή που η ΠΕ υιοθετεί μια αποκεντρωμένη στρατηγική Έρευνας και Ανάπτυξης (Ε & Α)
δημιουργείται η ανάγκη ενός τμήματος Ε & Α ή, πιο σωστά, ενός εργαστηρίου Ε & Α, που θα
υποστηρίζει τη θυγατρική.
Οι τύποι αποκεντρωμένων εργαστηρίων που αναφέρονται στη διεθνή βιβλιογραφία είναι:
• Εργαστήρια τεχνολογικής υποστήριξης
• Εργαστήρια τεχνολογικής ανάπτυξης
• Εργαστήριο βασικής έρευνας
Η όλη διαδικασία της Ε & Α είναι τόσο χρονοβόρα όσο και κοστοβόρα με αποτέλεσμα μόνο
επιχειρήσεις με αρκετά μεγάλους χρηματικούς πόρους να μπορούν να ανταπεξέλθουν στα υψηλά
κόστη της δημιουργίας νέας τεχνολογίας.
Παραμένει όμως γεγονός ότι το μεγαλύτερο ποσοστό Ε & Α γίνεται στις χώρες προέλευσης των ΠΕ,
που ανήκουν στην κατηγορία των αναπτυγμένων χωρών.
ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΗΣ
ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ – ΤΜΗΜΑ
ΜΑΡΚΕΤΙΝΓΚ, ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ
ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟΥ
Οι βασικές πλευρές του μάρκετινγκ που πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας για να
κατανοήσουμε τη διαδικασία του πολυεθνικού μάρκετινγκ είναι:
47
• Το προϊόν
• Τις τιμές
• Την προώθηση
• Το εμπορικό σήμα
• Τη διανομή
Οι λόγοι που κάνουν την τιμολόγηση των προϊόντων σε μια ΠΕ πιο δύσκολη διαδικασία από ότι σε
μια επιχείρηση χωρίς διεθνείς δραστηριότητες είναι οι παρακάτω:
• Ο κυβερνητικός παρεμβατισμός
• Η ποικιλία αγορών
• Η ποικιλία προϊόντων
• Οι διεθνείς συναλλαγματικές ισοτιμίες
• Οι στρατηγικές των ανταγωνιστών
Οι αποφάσεις που μία ΠΕ πρέπει να λάβει σχετικά με το σήμα της είναι;
• Εμπορικό σήμα ή καθόλου εμπορικό σήμα
• Παγκόσμιο εμπορικό σήμα ή τοπικό εμπορικό σήμα
• Ένα ή πολλαπλά εμπορικά σήματα
Οι επιλογές που έχει μία ΠΕ σε σχέση με τη διανομή των προϊόντων της είναι:
• Να χρησιμοποιήσει εσωτερικά κανάλια διανομής
• Να εμπιστευτεί ανεξάρτητες επιχειρήσεις
ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ
Μια κοινοπραξία ως ξεχωριστή επιχείρηση μπορεί να διοικηθεί με τους εξής τρόπους:
• Κοινή διοίκηση από τις μητρικές
• Μία μητρική αναλαμβάνει τη διοίκηση
• Με ανεξάρτητη ομάδα μάνατζερ που ίσως προέρχονται από την ίδια την κοινοπραξία
Οι βασικές παράμετροι που προσδιορίζουν το μέλλον και το είδος της στρατηγικής συμμαχίας είναι:
• Η επιλογή των συνεταίρων
• Η χρησιμοποιούμενη τεχνολογία στην παραγωγική διαδικασία
• Ο τρόπος διοίκησης μιας στρατηγικής συμμαχίας
Τα οφέλη των στρατηγικών συμμαχιών είναι:
• Εύκολη διείσδυση στις αγορές
• Επιμερισμός κινδύνου
• Αλληλοσυμπλήρωση γνώσεων και ικανοτήτων
• Συνέργεια και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα
Οι λόγοι αποτυχίας των στρατηγικών συμμαχιών είναι:
• Η ασυμβατότητα των συνεταίρων
• Η πρόσβαση στην πληροφόρηση
48
• Η διαφωνία στη διανομή των κερδών
• Η πιθανή απώλεια αυτονομίας
• Οι αλλαγές στο εξωτερικό περιβάλλον
Η ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΔΟΜΗ ΤΗΣ
ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ
Η ευελιξία και ο συντονισμός αντιπροσωπεύει την μεγαλύτερη πρόκληση για μία πολυεθνική
επιχείρηση.
Συνήθως οι πολυεθνικές επιχειρήσεις έχουν αναπτύξει αποτελεσματική τεχνογνωσία όσον αφορά
την συλλογή πληροφόρησης, την αξιολόγηση της επίδοσης των εργαζομένων και την κατανομή των
πόρων μέσα στην επιχείρηση. Από την άλλη, η ευελιξία και ταυτόχρονα ο συντονισμός των
εσωτερικών διεργασιών μίας επιχείρησης είναι μάλλον το δυσκολότερο έργο για τα διοικητικά
στελέχη μίας πολυεθνικής. Αυτό διότι αυξημένη ευελιξία συνεπάγεται δυσχερέστερο και ίσως
λιγότερο συντονισμό, ενώ ο αυξημένος συντονισμός συνεπάγεται μικρότερη ευελιξία. Το πρόβλημα
αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, δεδομένου του ότι έχουν αυξημένες
ανάγκες τόσο για ευελιξία (λόγω του ότι δραστηριοποιούνται στην παγκόσμια αγορά) και για
συντονισμό (λόγω μεγέθους).
Αντίθετα από την κουλτούρα της πολυεθνικής επιχείρησης, οι αξίες της, οι στόχοι της και η βασική
φιλοσοφία της πολυεθνικής επιχείρησης αποτελεί μέρος της εταιρικής της αποστολής.
Τόσο οι αξίες, όσο και οι στόχοι και η βασική φιλοσοφία της πολυεθνικής επιχείρησης
αντανακλώνται στην διατύπωση της εταιρικής αποστολής και αποτελούν μέρη της. Όμως, η εταιρική
κουλτούρα είναι μία ευρύτερη και πιο σύνθετη έννοια που περιλαμβάνει, εκτός από τις αξίες, τους
στόχους και τη βασική φιλοσοφία της επιχείρησης (τα οποία εξωτερικεύονται), και τρόπους
αντίληψης, σκέψης και αίσθησης των εργαζομένων σχετικά με τα προβλήματα της επιχείρησης.
Ένα ισχυρό εταιρικό σύμβολο, τυχόν ‘ήρωες’, π.χ. ο ιδρυτής της πολυεθνικές επιχείρησης και κοινές
εμπειρίες για την πραγματοποίηση κοινών σκοπών συνεισφέρουν στη δημιουργία μίας ισχυρής
εταιρικής κουλτούρας;
Πράγματι, στη δημιουργία μίας ισχυρής εταιρικής κουλτούρας συνεισφέρουν τόσο τα εταιρικά
σύμβολα, ήρωες (επιτυχημένοι μάνατζερ ή οι ιδρυτές της επιχείρησης), διάφοροι μύθοι για επιτυχίες
ή αποτυχίες του παρελθόντος και κοινές εμπειρίες για την πραγματοποίηση κοινών σκοπών.
Μία από τις συνέπειες της οργανωτικής δομής που στηρίζεται στο προϊόν είναι ότι τα ανώτερα
διοικητικά στελέχη αποκτούν εμπειρία και εξειδίκευση σε περισσότερους τομείς.
Η οργανωτική δομή ανά προϊόν επιτρέπει στα ανώτερα διοικητικά στελέχη να αποκτούν μεγαλύτερο
εύρος εμπειριών και ικανοτήτων (παραγωγή, μάρκετινγκ, προσωπικό, οικονομική διαχείριση). Από
την άλλη, η δομή αυτή συνεπάγεται μεγαλύτερο διοικητικό κόστος, διότι κατά κανόνα απαιτείται
μεγάλος αριθμός ειδικών στελεχών (π.χ. στην παραγωγή, στο μάρκετινγκ, κ.λπ.). Επίσης, η
εξυπηρέτηση ομάδων πελατών με ιδιαίτερες απαιτήσεις γίνεται καλύτερα από μία δομή με βάση τον
πελάτη και όχι με βάση το προϊόν. Από την άλλη, η οργανωτική δομή με βάση το προϊόν διευκολύνει
το παγκόσμιο μάρκετινγκ διότι κάθε μάνατζερ μπορεί να εφαρμόσει το δικό του πρόγραμμα
μάρκετινγκ.
Στην περίπτωση της οργανωτικής δομής που στηρίζεται στη γεωγραφική περιοχή δεν υπάρχει
πρόβλημα συντονισμού ανάμεσα στις διάφορες ομάδες προϊόντων.
49
Η οργανωτική δομή που αυξάνει το πρόβλημα συντονισμού ανάμεσα στις διάφορες ομάδες
προϊόντων είναι η δομή που στηρίζεται στο προϊόν, και όχι η δομή που στηρίζεται στη γεωγραφική
περιοχή.
Σε περίπτωση μίας πολυεθνικής επιχείρηση η οποία είναι δομημένη κατά προϊόν κάποιες
λειτουργίες μπορεί να επαναλαμβάνονται (π.χ. μάρκετινγκ, λογιστήριο, κ.ά.). Παράλληλα μπορεί να
υπάρχει πρόβλημα συντονισμού ανάμεσα στις διάφορες ομάδες προϊόντων και για το λόγο αυτό θα
πρέπει να αναπτυχθεί ειδική γνώση και κατανόηση του περιβάλλοντος για κάθε ομάδα προϊόντος.
Σε μία πολυεθνική που είναι δομημένη κατά προϊόν, διαφορετικά προϊόντα συνήθως παράγονται σε
διαφορετικά εργοστάσια-περιοχές. Συνεπώς, ο λιγότερο πιθανός παράγων που μπορεί να αυξήσει
το συνολικό κόστος της πολυεθνικής επιχείρησης που είναι δομημένη κατά προϊόν είναι ακριβώς η
παραγωγή του ίδιου προϊόντος σε διαφορετικά εργοστάσια- περιοχές.
Δεν υπάρχει τέλειος τύπος οργάνωσης.
Πράγματι, δεν υπάρχει τέλειος τύπος οργάνωσης για μία πολυεθνική επιχείρηση. Κάθε πολυεθνική
επιχείρηση επιλέγει τον τύπο εκείνο (ή συνδυασμό) που εξυπηρετεί τους στρατηγικούς της στόχους.
Η οργανωτική δομή που στηρίζεται στο τμήμα εξυπηρετεί πολυεθνικές που παράγουν μικρό σχετικά
αριθμό προϊόντων. Επίσης, η οργανωτική δομή που επιτρέπει στους μάνατζερ να αποκτούν
εμπειρία και εξειδίκευση σε κάθε πτυχή των προϊόντων που διαχειρίζονται είναι μάλλον η δομή ανά
προϊόν και όχι η δομή ανά περιοχή. Τέλος, το συνηθέστερο πρόβλημα της οργάνωσης τύπου
μήτρας είναι ότι οι υφιστάμενοι πρέπει να αναφέρονται σε περισσότερους του ενός προϊσταμένους
(π.χ. στον προϊστάμενο περιοχής και στον προϊστάμενο προϊόντος).
Για μία επιχείρηση υπολογίζει να επεκτείνει τις δραστηριότητές της στο εξωτερικό, ο τρόπος
επέκτασης που ενέχει τον μικρότερο κίνδυνο είναι οι εξαγωγές μέσω ανεξάρτητων φορέων της
αγοράς.
Η επιλογή που ενέχει τον μικρότερο κίνδυνο, και συνήθως αποτελεί το αρχικό βήμα των
επιχειρήσεων που θέλουν να επεκταθούν στο εξωτερικό, είναι οι έμμεσες εξαγωγές, δηλαδή
εξαγωγές μέσω εμπόρων, πρακτόρων ή εταιρειών διαχείρισης εξαγωγών.
ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΣ ΚΑΙ ΕΞΩΣΤΡΕΦΕΙΣ
ΑΜΕΣΕΣ ΞΕΝΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ: Η
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Πριν το 1968 οι εισερχόμενες ΑΞΕ στην Ελλάδα συγκεντρώνονται κυρίως στους κλάδους της
μεταλλουργίας, χημικών και πετρελαιοειδών, ενώ μεταξύ του 1968 και του 1980το 45% των
εισερχόμενων ΑΞΕ κατευθύνονται κυρίως προς την υφαντουργία, τα ηλεκτρικά είδη και τα τρόφιμα.
Επίσης, οι μετά το 1981 εισερχόμενες ΑΞΕ εστιάζονται κυρίως στην κάλυψη των αναγκών της
ελληνικής αγοράς.
Η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας και η βελτίωση των υποδομών της χώρας αναμένεται να
προσελκύσει περισσότερες εισερχόμενες ΑΞΕ.
50
Τόσο ο αναπτυξιακός νόμος 1892/90 όσο και η προέκτασή του 2601/98 καλύπτουν τις ξένες
επενδύσεις.
Η πλειονότητα των ελληνικών ΑΞΕ κατευθύνονται προς τις ανατολικές και βαλκανικές χώρες κατά
κύριο λόγο για αναζήτηση νέων αγορών, αναζήτηση φθηνού εργατικού δυναμικού, αναζήτηση
φθηνών πρώτων υλών και κατά δεύτερο για την αναζήτηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος.
Συνήθως η αναζήτηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος γίνεται σε πιο ανεπτυγμένες χώρες, για
πληθώρα λόγων (πιο απαιτητικοί καταναλωτές, εντονότερος ανταγωνισμός, γειτνίαση με ικανούς
παραγωγούς, κ.λπ.) που φαίνεται να μην καλύπτονται από λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, όπως οι
ανατολικές και βαλκανικές χώρες.
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ, ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ
ΚΑΙ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Σε μία Ελεύθερη Ζώνη Εμπορίου καταργούνται οι φραγμοί στο εμπόριο ανάμεσα στις
συνεργαζόμενες χώρες.
Τελωνειακή Ένωση σημαίνει ότι δεν υπάρχουν φραγμοί στο εμπόριο μεταξύ συνεργαζόμενων
χωρών και επιπλέον υπάρχει κοινή εξωτερική εμπορική πολιτική προς τρίτες χώρες.
Μία Οικονομική και Πολιτική Ένωση είναι μία Κοινή Αγορά στην οποία επίσης υιοθετούνται κοινές
οικονομικές πολιτικές (νομισματική, φορολογική, κοινωνική).
Μία Κοινή Αγορά είναι ό,τι και η Τελωνειακή Ένωση και επιπλέον επιτρέπεται η ελεύθερη μετακίνηση
εργασίας και κεφαλαίου. Η Τελωνειακή Ένωση συνεπάγεται ότι δεν υπάρχουν φραγμοί στο εμπόριο
και ότι υπάρχει κοινή εξωτερική εμπορική πολιτική προς τρίτες χώρες.
Η Ευρωπαϊκή Οικονομική Περιοχή απαρτίζεται από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις
χώρες της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρου Εμπορίου (ΕΖΕΕ).
Η Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου της Βόρειας Αμερικής είναι ένα παράδειγμα περιφερειακής
συνεργασίας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σχέσεις με περισσότερες από 130 χώρες.
Ο ΟΠΕΚ και η Πολυϊνική Συμφωνία δεν είναι παραδείγματα περιφερειακών συνεργασιών, αλλά
παραδείγματα ειδικών εμπορικών συμφωνιών. Αυτές συστήνονται συνήθως από χώρες ή
πολυεθνικές επιχειρήσεις με στόχο τον έλεγχο της παραγωγής, της τιμής και της διακίνησης
συγκεκριμένου προϊόντος που πωλείται διεθνώς. Από την άλλη, η Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου
της Βόρειας Αμερικής είναι ένα παράδειγμα περιφερειακής συνεργασίας μεταξύ των ΗΠΑ του
Καναδά και της χώρας του Μεξικό.
Οι ΑΞΕ των πολυεθνικών επιχειρήσεων μπορεί να πραγματοποιούν εξαγωγές (πρώτων υλών,
ενδιάμεσων ή τελικών προϊόντων ή και νέων προϊόντων). Υπάρχει όμως και η περίπτωση οι ΑΞΕ να
έχουν ως στόχο την κάλυψη μόνο της εσωτερικής αγοράς και όχι τις εξαγωγές. Συνεπώς, δεν
μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι οι πολυεθνικές επιχειρήσεις προσφέρουν την ευκαιρία στη
χώρα υποδοχής να αναπτύξει τις εξαγωγές της.
Όσο και αν φαίνεται παράδοξο, οι ΑΞΕ μειώνουν την δυνατότητα τεχνολογικής ανάπτυξης της
χώρας προέλευσης, κυρίως διότι με την διεξαγωγή της παραγωγής και πιθανώς Ε&Α στη χώρα
υποδοχής χάνεται πολύτιμη εμπειρία που αν είχε αποκτηθεί από εγχώριους εργαζόμενους θα
μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για περαιτέρω τεχνολογική και βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας
προέλευσης.
51
Τα παρακάτω είναι πιθανόν να ανήκουν σε μία εθνική πολιτική για εισερχόμενες ΑΞΕ:
Ο αποκλεισμός εισερχόμενων ΑΞΕ σε κάποιους εθνικά ευαίσθητους κλάδους
Ο περιορισμός στην εξαγωγή των κερδών.
Ο ορισμός ενός ελάχιστου ποσοστού εισαγωγών.
Αντίθετα, ο ορισμός μέγιστου ποσοστού εγχώριας παραγωγής στην τελική αξία του προϊόντος δεν
θα ήταν πιθανό να ανήκει σε μία εθνική πολιτική για εισερχόμενες ΑΞΕ.
Όσο περισσότερη προστιθέμενη αξία δημιουργείται στην χώρα υποδοχής, τόσο περισσότερο
αυξάνεται το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν. Έτσι, θα αναμέναμε ότι μία εθνική πολιτική για
εισερχόμενες ΑΞΕ θα έθετε ένα ελάχιστο όριο συμμετοχής της εγχώριας παραγωγής στην τελική
αξία του προϊόντος, παρά ένα μέγιστο ποσοστό.
Μία ΑΞΕ δεν ωφελεί πάντοτε τη χώρα προέλευσης. Αυτό συμβαίνει διότι μπορεί για παράδειγμα, να
χάνονται θέσεις εργασίας στη χώρα προέλευσης ή να μεταφέρεται ερευνητική δραστηριότητα στη
χώρα υποδοχής.
52
ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ /
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
1. Ποιοι είναι οι 4 βασικοί τύποι Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ);
2. Ποιοι είναι οι λόγοι που κάνουν την τιμολόγηση των προϊόντων σε μια ΠΕ πιο δύσκολη
διαδικασία από ότι σε μια επιχείρηση χωρίς διεθνείς δραστηριότητες;
3. Ποια είναι τα οφέλη των στρατηγικών συμμαχιών είναι;
4. Ποιοι είναι οι πιθανοί ρόλοι των θυγατρικών μιας ΠΕ;
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΑΣΚΗΣΕΩΝ
ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ / ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
1. Οι 4 βασικοί τύποι Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) είναι οι εξής:
• ΑΞΕ προς αναζήτηση πλουτοπαραγωγικών πόρων
• ΑΞΕ προς αναζήτηση αγορών
• ΑΞΕ προς αναζήτηση αποδοτικότητας
• ΑΞΕ προς αναζήτηση στρατηγικών πόρων ή ικανοτήτων
2. Οι λόγοι που κάνουν την τιμολόγηση των προϊόντων σε μια ΠΕ πιο δύσκολη διαδικασία από ότι
σε μια επιχείρηση χωρίς διεθνείς δραστηριότητες είναι οι παρακάτω:
• Ο κυβερνητικός παρεμβατισμός
• Η ποικιλία αγορών
• Η ποικιλία προϊόντων
• Οι διεθνείς συναλλαγματικές ισοτιμίες
• Οι στρατηγικές των ανταγωνιστών
3. Τα οφέλη των στρατηγικών συμμαχιών είναι:
• Εύκολη διείσδυση στις αγορές
• Επιμερισμός κινδύνου
• Αλληλοσυμπλήρωση γνώσεων και ικανοτήτων
• Συνέργεια και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα
4. Οι πιθανοί ρόλοι των θυγατρικών μιας ΠΕ είναι:
• Η θυγατρική-αντίγραφο
• Η θυγατρική προμηθευτής
• Η χειραφετημένη θυγατρική
53
54
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟ
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ
ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΠΡΟΣ
ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ
ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ1
1 Το παρόν αποτελεί μετάφραση του 1ου κεφαλαίου του βιβλίου European Business, Volume 3, Economics
for Managers του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.
55
56
ΣΤΟΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ 3
• Να εξοικειωθείτε με το Ευρωπαϊκό περιβάλλον μετά τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους.
• Εξοικειωθείτε με τις κινητήριες δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Ολοκλήρωσης
• Να περιγράφετε το ρόλο των διεθνών θεσμών που διαμορφώνουν τη διεθνή οικονομική
σκηνή.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η μεταπολεμική περίοδος χαρακτηρίστηκε από την έντονη επιθυμία όλων των Ευρωπαίων για την
ανασυγκρότηση της Ευρωπαϊκής ηπείρου από τις στάχτες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Κατά τη μεταπολεμική περίοδο, οι Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αναπτύχθηκαν μέσα σε ένα
πολυδιάστατο περιβάλλον, το οποίο χαρακτηριζόταν από πολιτικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς και
τεχνολογικούς παράγοντες. Αυτή η ποικιλομορφία παραγόντων επηρέασε το επιχειρησιακό
περιβάλλον και κατά συνέπεια, τη δημιουργία και την ανάπτυξη των Ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Η
πλέον προφανής επιρροή, μεταξύ άλλων, ήταν και εξακολουθεί να είναι η διαδικασία της
Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) δεν είναι, και ούτε υπήρξε ποτέ, ένας
στατικός οργανισμός. Η ιστορία της είναι γεμάτη αλλαγές και ανάπτυξη, εκτός από μια σύντομη
περίοδο, την επονομαζόμενη «Ευρωσκλήρυνση» κατά τη δεκαετία του 1980 καθώς θα δούμε στο
επόμενο κεφάλαιο. Η πίεση για τις πιο πρόσφατες αλλαγές, η οποία ασκήθηκε στα μέσα και στο
τέλος της δεκαετίας του 1990, πήγαζε από την πτώση της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας στα τέλη της
δεκαετίας του 1980. Το εύρος και η φύση του αντίκτυπου αυτής της πτώσης ήταν κατά πολύ μη
αναμενόμενα από τις κυβερνήσεις των κρατών της Ε.Ε.. Έφερε δε, την πιθανότητα αλλαγών χωρίς
προηγούμενο. Κατά συνέπεια, τόσο η πρακτική όσο και η θεωρία της πολιτικής και οικονομικής
ολοκλήρωσης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν αλλάξει με τον καιρό.
ΒΑΣΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
Το πεδίο του 3ου κεφαλαίου είναι η παρουσίαση του Ευρωπαϊκού Επιχειρησιακού Περιβάλλοντος
και των διεθνών θεσμών που το διαμορφώνουν. Επίσης, παρουσιάζουμε μια σύντομη ιστορική
αναδρομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΛΕΞΕΙΣ ΚΛΕΙΔΙΑ
• Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση
• Κράτη μέλη
• Διεθνείς οργανισμοί
57
58
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟ
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
Στην ενότητα αυτή ορίζουμε το Ευρωπαϊκό Επιχειρησιακό περιβάλλον και παρουσιάζουμε τους
παράγοντες που το επηρεάζουν, καθώς και το βαθμό σπουδαιότητάς τους αναφορικά με την
εφαρμογή των στρατηγικών επιχειρησιακών σχεδίων.
ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗΣ
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
Παραθέτοντας τον ορισμό της Ευρωπαϊκής επιχειρησιακής δραστηριότητας όπως αυτός δίδεται
από τον Harris (1999, σελ. 1), “Η Ευρωπαϊκή επιχειρηματική δραστηριότητα αποτελεί έναν γενικό
όρο, ο οποίος περιγράφει μια μεγάλη ποικιλία δραστηριοτήτων αγροτικών, βιομηχανικών και
παροχής υπηρεσιών τις οποίες αναλαμβάνει ένας μεγάλος αριθμός διαφορετικών επιχειρήσεων σε
όλη την Ευρώπη». Οι Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε μικρομεσαία
επιχείρηση (ΜΜΕ) με έως 250 υπαλλήλους ή μια μεγάλη (με περισσότερους από 250 υπαλλήλους),
η οποία δραστηριοποιείται εντός της Ευρωπαϊκής ηπείρου. Δεν είναι απαραίτητο να είναι
Ευρωπαίοι οι ιδιοκτήτες αυτής της επιχείρησης ώστε αυτή να θεωρείτε Ευρωπαϊκή. Στην Ε.Ε.
υπάρχουν περίπου 19 εκατομμύρια ΜΜΕ, οι οποίες αποτελούν το 99,8% όλων των επιχειρήσεων.
Είναι δε, ο μεγαλύτερος πάροχος εργασίας δίδοντας δουλειά σε πάνω από 70 εκατομμύρια
ανθρώπους, το οποίο αντιστοιχεί στα δύο τρίτα της απασχόλησης εντός της Ε.Ε., στο 55% του
κύκλου εργασιών και στο 65-85% της συνολικής προστιθέμενης αξίας2. Επίσης, οι ΜΜΕ
συμβάλλουν στην περιφερειακή ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και τη καινοτόμο δημιουργία. Από
την άλλη πλευρά, οι μεγάλες Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις είναι σαφώς απαραίτητες έτσι ώστε να
επιτευχθούν οι οικονομίες κλίμακας στην παραγωγή, στην έρευνα και στην εμπορία. Η αξία αυτών
των πλεονεκτημάτων έχει αυξηθεί καθώς οι βελτιωμένες επικοινωνίες, η απελευθέρωση των
κεφαλαίων και η αυξανόμενη παγκοσμιοποίηση ευνοούν τις πολυεθνικές επιχειρήσεις. Επίσης, οι
μεγάλες επιχειρήσεις, επενδύοντας στην έρευνα και ανάπτυξη (Ε&Α), μπορούν να καινοτομούν
άμεσα και έτσι να οδηγούν στην αύξηση της γενικής οικονομικής προόδου. Όταν αναφερόμαστε στο
Ευρωπαϊκό επιχειρησιακό περιβάλλον που πλαισιώνει τις Ευρωπαϊκές ΜΜΕ και τις μεγάλες
επιχειρήσεις, εννοούμε «τις συνθήκες μέσα στις οποίες η Ευρωπαϊκή επιχειρηματική δραστηριότητα
διεξάγεται3». Το Ευρωπαϊκό Επιχειρησιακό περιβάλλον επηρεάζεται από πολλούς
αλληλεπιδρώντες παράγοντες και δυνάμεις. Μπορούμε εν συντομία να τους διαχωρίσουμε σε
πολιτικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς, τεχνολογικούς και νομικούς.
ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ
Οι πολιτικές πεποιθήσεις των κυβερνήσεων είναι ζωτικές για τις επιχειρήσεις κατά την απόφασή
τους να εισέλθουν σε μια συγκεκριμένη αγορά ή όχι. Συνεπώς, οι πολιτικές πεποιθήσεις είναι
σημαντικές για την προώθηση ή την αποφυγή επενδύσεων. Για παράδειγμα, η εκλογή της κυρίας
Θάτσερ στον πρωθυπουργικό θώκο τη δεκαετία του 1980 δημιούργησε ένα κλίμα που ευνόησε μια
μεγάλη εισροή ξένων άμεσων επενδύσεων από Ιαπωνικές πολυεθνικές όπως η Nissan και η
Toyota. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική αστάθεια που προκαλείται για παράδειγμα από
εμφυλίους πολέμους αποθαρρύνει τις επιχειρήσεις από το να επενδύσουν σε μια πολιτικά ασταθή
2 Βλέπε π.χ. ΟΟΣΑ 2000, EUROSTAT, 199.
3 N. Harris (1999, σελ. 2).
59
χώρα, όπως έγινε στην πρώην Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια του εκεί εμφυλίου πολέμου. Οι
επιχειρήσεις τείνουν να αποφεύγουν την είσοδό τους σε εθνικές αγορές που χαρακτηρίζονται από
αβεβαιότητα ή πολιτική αστάθεια καθώς και οι δύο αυτές συνθήκες εμπεριέχουν υψηλό εμπορικό
κίνδυνο. Είναι αλήθεια ότι ένας επενδυτής που αναλαμβάνει ένα επενδυτικό σχέδιο, επωμίζεται ένα
κόστος, ιδίως στην έναρξη της επένδυσης, ενώ οι αποδόσεις του σχεδίου είναι μελλοντικές. Καθώς
κάθε επένδυση χρειάζεται χρόνο για να αποδώσει, η ύπαρξη πολιτικής αστάθειας εκθέτει το
επενδυτικό σχέδιο σε μη υπολογισμένους κινδύνους και αβεβαιότητα. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση
έχουμε βιώσει τις συνέπειες της αβεβαιότητας με αρκετές Ανατολικοευρωπαϊκές χώρες οι οποίες
έγιναν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνον όταν η πολιτική τους σταθερότητα ενδυναμώθηκε.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ
Ο πληθωρισμός και οι δείκτες της ανεργίας, οι ισοτιμίες και η νομισματική πολιτική, πρέπει να
ληφθούν υπ’ όψη από τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο Ευρωπαϊκό και παγκόσμιο
περιβάλλον. Όλα τα ανωτέρω επηρεάζουν τόσο τους παραγωγούς αγαθών και υπηρεσιών, όσο και
τους πιθανούς καταναλωτές αυτών των αγαθών και υπηρεσιών. Επιπρόσθετα, οι επενδυτές
εκτιμούν σε βάθος την οικονομική κατάσταση, ώστε να είναι βέβαιοι ότι η απόδοση των
επενδύσεων σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον θα είναι επαρκής. Για την Ευρώπη ήταν πολύ
σημαντικό να είναι ο πληθωρισμός και οι ισοτιμίες στο ίδιο επίπεδο σε κάθε κράτος-μέλος. Η
καθιέρωση του κοινού νομίσματος και η ύπαρξη κοινών οικονομικών πολιτικών μπορούσε να
εγγυηθεί ένα περιβάλλον σταθερότητας το οποίο ήταν απαραίτητα για την ομαλή λειτουργία των
σημερινών επιχειρήσεων. Παρ’ όλ’ αυτά, η επιβολή του Ευρώ ως το κοινό Ευρωπαϊκό νόμισμα4, η
άσκηση της νομισματικής πολιτική από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία καθορίζει τα
επιτόκια για όλη την Ε.Ε., καθώς και οι κοινές οικονομικές πολιτικές, θέτουν κανόνες και
περιορισμούς στις Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, οι οποίες πρέπει τώρα να ανταγωνιστούν σε
παγκόσμιες αγορές με το να είναι πιο ανταγωνιστικές σε μικροοικονομικό επίπεδο και κάνοντας
προσαρμογές σε μακροοικονομικό επίπεδο, όπως για παράδειγμα υποτίμηση ισοτιμιών και/ή
αλλαγή των ισοτιμιών. Αυτό δεν αποτελεί επιλογή για τη ζώνη του Ευρώ5.
Όντως, οι Ευρωπαίοι παραγωγοί πρέπει να προσαρμόσουν τις επιχειρήσεις τους εσωτερικά και
εξωτερικά έτσι ώστε να είναι ανταγωνιστικοί διεθνώς. Αυτή η προσαρμογή για παράδειγμα δεν
απαιτεί μόνο την εφαρμογή πιο ανεπτυγμένης τεχνολογίας και καλύτερης στρατηγικής μάρκετινγκ
διεθνώς, αλλά και μια εσωτερική προσαρμογή που απαιτεί ευέλικτες εθνικές Ευρωπαϊκές αγορές
εργασίας (π.χ.: αυξημένη κινητικότητα της εργασίας, επανεκπαίδευση και αύξηση της μερικής
απασχόλησης).
ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ
Ο πολιτισμός, οι αξίες, οι συμπεριφορές, τα ήθη, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και η γλώσσα είναι
κοινωνικά στοιχεία τα οποία μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα ή να δώσουν ώθηση στις
Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Όλα τα εθνικά κοινωνικά χαρακτηριστικά μπορούν να δημιουργήσουν
φραγμούς και εμπόδια για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε εθνικές αγορές εάν αυτά τα
4 Το Ευρώ είναι το νόμισμα δώδεκα χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης: του Βελγίου, της Γερμανίας, της
Ελλάδας, της Ισπανίας, της Γαλλίας, της Ιρλανδίας, της Ιταλίας, του Λουξεμβούργου, της Ολλανδίας, της
Αυστρίας, της Πορτογαλίας και της Φινλανδίας. Καθιερώθηκε την 1η Ιανουαρίου 1999 όταν ένδεκα χώρες
της Ευρωπαϊκής Ένωσης (η Ελλάδα εισήλθε στη ζώνη του Ευρώ τον Ιανουάριο του 2001 και έτσι έγινε η
δωδέκατη χώρα) καθιέρωσαν αμετάκλητα τις ισοτιμίες μεταξύ των νομισμάτων τους και του Ευρώ και
δημιούργησαν μια νομισματική ένωση με κοινό νόμισμα, δημιουργώντας έτσι το Ευρώ (βλέπε π.χ.
http://europa.eu.int/comm/economy_finance/euro/origins/origins_main_en.htm).
5 Η ζώνη του Ευρώ αναφέρεται και στις δώδεκα χώρες που συμμετέχουν στο Ευρώ. Αξίζει να σημειωθεί ότι
την 1η Ιανουαρίου 2002, περίπου 7,8 δισεκατομμύρια χαρτονομίσματα του Ευρώ και 40,4 δισεκατομμύρια
κέρματα του Ευρώ κυκλοφόρησαν από τις κεντρικές τράπεζες των δώδεκα συμμετεχόντων κρατών της
ζώνης τους ευρώ. Τα χαρτονομίσματα του Ευρώ διατέθηκαν από τα μηχανήματα αυτόματης συναλλαγής των
τραπεζών και τα καταστήματα άρχισαν να δίνουν στους πελάτες τους ρέστα σε Ευρώ.
60
ειδικά χαρακτηριστικά δεν εντοπιστούν και ληφθούν σοβαρά υπ’ όψη. Οι προτιμήσεις σε προϊόντα ή
υπηρεσίες είναι επίσης θέμα κοινωνικής νοοτροπίας. Κάποιες χώρες έχουν παρόμοιες κοινωνικές
νοοτροπίες και κάποιες είναι τελείως διαφορετικές. Όντως, είναι πιο εύκολο για τις ξένες
επιχειρήσεις να εισέλθουν σε εθνικές αγορές με τα ίδια ή παρόμοια κοινωνικά χαρακτηριστικά,
καθώς έτσι εξοικονομούν χρήματα και χρόνο για να προετοιμάσουν αυτή την εθνική αγορά και τους
καταναλωτές. Στην περίπτωση διαφορετικών κοινωνικών περιβαλλόντων, τα στελέχη της
επιχείρησης πρέπει να προσέξουν να μην προσβάλλουν ή να μην παραπλανήσουν τους
καταναλωτές σχετικά με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, διότι αυτό θα ζημίωνε την εικόνα της
επιχείρησής τους. Η γλώσσα, η θρησκεία και οι παραδόσεις πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπ’ όψη.
Μέχρι το 2000 υπήρχαν περίπου 13 επίσημες γλώσσες στην Ε.Ε. και περίπου 35 μειονοτικές
γλώσσες6. Είναι φανερό ότι τα πολύγλωσσα άτομα είναι πιο κατηρτισμένα και πιο απαραίτητα στις
Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Τα εθνικά χαρακτηριστικά στην Ε.Ε. πρέπει να εντοπίζονται και να
γίνονται σεβαστά, αλλά η Ευρωπαϊκή ταυτότητα για όλους πρέπει να προωθηθεί.
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ
Ολόκληρος ο κόσμος έχει βιώσει δραματικές τεχνολογικές αλλαγές κατά τις τρεις τελευταίες
δεκαετίες. Αυτές οι αλλαγές έδωσαν πρόσβαση στις πληροφορίες σε σχεδόν κάθε άνθρωπο
οπουδήποτε στον κόσμο. Στις μέρες μας, η επικοινωνία είναι απλά θέμα πατήματος ενός πλήκτρου
του υπολογιστή και το Διαδίκτυο είναι πιθανώς το μεγαλύτερο περιβάλλον φιλοξενίας για τις
επιχειρήσεις. Λαμβάνουμε υπ’ όψη μας το γεγονός ότι όλες οι επιχειρήσεις ακολουθούν την
τεχνολογική πρόοδο επενδύοντας μεγάλα ποσά στην απόκτηση προηγμένων τεχνολογιών για να
βελτιώσουν την παραγωγή, τη διοίκηση καθώς και την ποιότητα των προϊόντων και υπηρεσιών. Στο
Ευρωπαϊκό επιχειρησιακό περιβάλλον η πλειονότητα των επιχειρήσεων είναι σε υψηλό τεχνολογικό
επίπεδο ακολουθώντας καινοτόμες πρακτικές και τεχνικές για να παραμένουν ανταγωνιστικές.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ
Είναι φανερό ότι η ποικιλομορφία των χωρών, των ανθρώπων, των θρησκειών και των αξιών στην
Ε.Ε. αναπόφευκτα οδηγεί σε μια ποικιλομορφία νομικών συστημάτων που υιοθετούνται από κάθε
κράτος-μέλος. Το αποτέλεσμα αυτού είναι ότι το ίδιο θέμα μπορεί να προσεγγιστεί διαφορετικά σε
διαφορετικά κράτη-μέλη. Παρ’ όλ’ αυτά, βαθμιαία και μετά τη συνθήκη του Μάαστριχτ, τα κράτη-
μέλη κατέληξαν στη συμφωνία ότι η νομοθεσία της Ένωσης υπερέχει της νομοθεσίας του κράτους-
μέλους. Μέχρι τώρα, οι νόμοι της Ε.Ε. αποτελούν το πρωταρχικό πλαίσιο που εγγυάται την ομαλή
λειτουργία των κοινών πολιτικών όπως οι πολιτικές ανταγωνισμού και οι κοινωνικές και
περιβαλλοντολογικές πολιτικές. Μια κοινή προσαρμογή για όλες τις χώρες που εισέρχονται στην
Ε.Ε. είναι εκείνη που συχνά πρέπει να κάνουν στη νομοθεσία τους σχετικά με τη γραφειοκρατία
γύρω από την εγκαθίδρυση νέων επιχειρήσεων ή την παράταση λειτουργίας τους. Για παράδειγμα,
στην Ελλάδα μια μικρή επιχείρηση πρέπει να λάβει πάνω από πενήντα πιστοποιητικά από αρκετά
υπουργεία και δημόσιες υπηρεσίες για να λάβει άδεια λειτουργίας. Το εν λόγω πρόβλημα
υπερβολικής γραφειοκρατίας αποθαρρύνει τις επιχειρήσεις από το να κάνουν επενδύσεις.
Συνοψίζοντας, στην ενότητα παρούσα παρουσιάσαμε το Ευρωπαϊκό επιχειρησιακό περιβάλλον και
τις διαστάσεις του, δηλαδή την πολιτική, την οικονομική, την κοινωνική, την τεχνολογική και τη
νομική.
6 Βλέπε Harris (1999, σελ. 10).
61
ΧΑΡΑΣΣΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ
Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ
Η πτώση του τείχους του Βερολίνου το Νοέμβριο 1989 σηματοδότησε μια περίοδο δραματικών
αλλαγών για την Ε.Ε. Πραγματικά, η Ε.Ε. έπρεπε να τηρήσει τη δέσμευσή της (που είχε τεθεί από
τα αρχικά έξι κράτη-μέλη) ότι θα στήριζε την ενοποίηση της Γερμανίας εάν γινόταν ποτέ αυτό. Η
Γερμανική ενοποίηση ήταν ζωτικής σημασίας για την πορεία προς την Ευρωπαϊκή οικονομική και
νομισματική ένωση. Ανάγκασε την οικονομική πολιτική της Γερμανικής κυβέρνησης να επικεντρωθεί
στα εθνικά γεγονότα λόγω της μαζικής μετακίνησης πηγών απαραίτητων για τη στήριξη της
οικονομικής ανάπτυξης των νέων Ανατολικών κρατιδίων. Όμως σε πολιτικό επίπεδο η Γερμανία
απαλλάχτηκε από πολλούς περιορισμούς που της είχαν επιβληθεί από τη συνθήκη ειρήνης μετά το
τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Η διαδικασία ολοκλήρωσης εντός της Ε.Ε. εξελίσσεται
μέσα σε ένα περιβάλλον πίεσης για διεύρυνση. Η Ε.Ε. έχει κράτη-μέλη των οποίων τα συνολικά
σύνορα ξεκινούν από τον Αρκτικό κύκλο και φθάνουν στις Βόρειες ακτές της Μεσογείου. Μετά την
ενοποίηση της Γερμανίας και την εισδοχή της Αυστρίας, της Πολωνίας, της Σλοβακίας, της
Σλοβενίας και της Τσεχίας, η Ε.Ε. σήμερα περιλαμβάνει περιοχές της Κεντρικής και Ανατολικής
Ευρώπης. Ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης και της έλλειψης σαφήνειας σχετικά με
το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αποτέλεσμα του ότι η Ε.Ε. έπρεπε να προσαρμοστεί σε
ένα γεωπολιτικό περιβάλλον που αλλάζει ταχύτατα, πράγμα το οποίο οδήγησε στη Συνθήκη για την
Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) το 1993.
Η ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΙΡΕΜΕΝΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟ
ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950, οι Ευρωπαϊκές χώρες είχαν οριστικά χωριστεί σε δύο
ομάδες. Η μια ομάδα περιελάμβανε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Ηνωμένο
Βασίλειο, τη Γαλλία και την Ιταλία κάτω από την ομπρέλα του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ).
Το ΝΑΤΟ δημιουργήθηκε μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όταν οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και αρκετές
Ευρωπαϊκές χώρες ένωσαν τις δυνάμεις τους σε έναν οργανισμό που παρείχε ασφάλεια από τη
Σοβιετική Ένωση και τους συμμάχους της. Μια άλλη ομάδα δημιουργήθηκε από εκείνες τις
Ευρωπαϊκές χώρες που ακολούθησαν την πρώην Σοβιετική Ένωση, και οι οποίες ήταν η πρώην
Δημοκρατία της Γερμανίας, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Τσεχοσλοβακία
με τη μορφή της COMECON (Συμβούλιο Αμοιβαίας Οικονομικής Βοήθειας). Η κυριαρχία αυτών των
χωρών από τη Σοβιετική Ένωση οδήγησε σε αυστηρό στρατιωτικό έλεγχο για να διατηρηθεί η
σχέση μεταξύ των χωρών.
ΑΛΛΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η πτώση του τείχους του Βερολίνου και η ενοποίηση της Γερμανίας σε συνδυασμό με την πτώση
της Σοβιετικής αυτοκρατορίας και το τέλος της COMECON το 1991 δημιούργησαν νέα στοιχεία στο
Ευρωπαϊκό πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον. Η Γερμανία ως μέλος της Ε.Ε. ήταν πιο δυνατή
από ποτέ, ενώ οι υπόλοιπες χώρες που βρίσκονταν προηγούμενα υπό την επιρροή της Σοβιετικής
Ένωσης ξεκινούσαν τη διαδικασία ένταξής τους στην Ε.Ε.
62
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ
Η κλασσική άποψη για την οικονομική ολοκλήρωση βασίζεται στη διαφοροποίηση ενός αριθμού
διαφορετικών επιπέδων συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών. Η πιο χαλαρή μορφή είναι εκείνη
μεταξύ μιας ομάδας κρατών σε μια ζώνη ελεύθερων συναλλαγών. Οι δασμοί και οι ποσοστώσεις
απαλείφονται για τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των μελών της ζώνης, αλλά διατηρούνται στις
συναλλαγές με τρίτες χώρες. Σε μια τελωνειακή ένωση, οι φραγμοί στο εμπόριο εξαλείφονται και
επιβάλλεται ένας κοινός εξωτερικός δασμός στο εμπόριο με τρίτες χώρες. Η ύπαρξη μιας Κοινής
Αγοράς όχι μόνο προϋποθέτει το απρόσκοπτο εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών, αλλά και εγγυάται
την ελεύθερη κυκλοφορία των συντελεστών παραγωγής, για παράδειγμα της εργασίας και του
κεφαλαίου. Το επόμενο βήμα προς την οικονομική ολοκλήρωση είναι η οικονομική και νομισματική
ένωση των κρατών-μελών, η οποία προϋποθέτει την εναρμόνιση των εθνικών οικονομικών
πολιτικών. Στο τελευταίο στάδιο της πλήρους οικονομικής ολοκλήρωσης βρίσκεται η ολοκλήρωση
των οικονομικών πολιτικών των κρατών-μελών και η επιβολή κοινού νομίσματος.
Η οικονομική ολοκλήρωση σε όλα τα επίπεδα προϋποθέτει και μια σχετική πολιτική ολοκλήρωση. Η
διαδικασία της πολιτικής ολοκλήρωσης αποτελεί επομένως αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας
οικονομικής ολοκλήρωσης και παραμένει σήμερα ένα σημαντικό θέμα για τα κράτη-μέλη της Ε.Ε.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια ομάδα ανεξάρτητων κρατών-μελών, τα οποία έχουν αποδεχτεί μια
σημαντική παραχώρηση της εθνικής τους κυριαρχίας προκειμένου να επιτευχθεί η οικονομική
ολοκλήρωση. Είναι προς το συμφέρον των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης να
συνεργαστούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αποτελούν μια ομάδα μικρών και μεσαίων κρατών και ως
μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατάφεραν να διατηρήσουν τη θέση τους στο παγκόσμιο χάρτη. Τα
Ευρωπαϊκά κράτη-μέλη έχουν επωφεληθεί από την αυξανόμενη οικονομική ολοκλήρωση και ως
ομάδα βρίσκονται ανάμεσα στις πλουσιότερες χώρες του κόσμου.
ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ
Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η διεθνής κοινότητα καθιέρωσε διαφόρους διεθνείς
οργανισμούς έτσι ώστε να διευκολύνει τη διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης και συνεργασίας
μεταξύ των χωρών. Αυτοί οι οργανισμοί ήταν η GATT (Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου), το
Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), η Παγκόσμια Τράπεζα και ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής
Συνεργασίας και Ανάπτυξης). Η λειτουργία τους επηρεάζει τις Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις καθώς
αυτοί οι οργανισμοί διαμορφώνουν τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου και χρηματοδοτούν την
οικονομική ανάπτυξη διεθνώς και επομένως και στην Ευρώπη.
Η ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΔΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΟΥ
Η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (GATT), η οποία ονομάζεται πλέον Παγκόσμιος
Οργανισμός Εμπορίου, δημιουργήθηκε λίγο μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου με
σκοπό να προωθήσει τη διεθνή οικονομική συνεργασία στις ελεύθερες συναλλαγές, μαζί με τα
επονομαζόμενα Ιδρύματα «Bretton Woods», τα οποία είναι σήμερα γνωστά ως Παγκόσμια Τράπεζα
και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ο σκοπός της GATT ήταν η απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου
μειώνοντας τις κρατικές παρεμβάσεις και περιορισμούς σε αυτό. Γι’ αυτό το λόγο, η GATT διεξήγαγε
μια σειρά συνομιλιών μεταξύ χωρών για να διαπραγματευτεί πολυμερείς μειώσεις των φραγμών
στις ελεύθερες συναλλαγές. Το αποτέλεσμα αυτών των διαπραγματεύσεων ήταν να συμφωνήσουν
οι χώρες σε μια σειρά κανόνων και ρυθμίσεων σχετικά με την απασχόληση, τις συμφωνίες
προϊόντων και τις περιοριστικές εμπορικές πρακτικές. Το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου
διαπραγματεύσεων ήταν περίπου 45,000 δασμολογικές παραχωρήσεις, οι οποίες επηρέασαν 10
δισεκατομμύρια δολάρια – ή περίπου το ένα πέμπτο – του παγκόσμιου εμπορίου. Αυτές οι
δασμολογικές παραχωρήσεις, μαζί με τους κοινούς κανόνες και ρυθμίσεις, έγιναν γνωστές ως η
Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου. Τέθηκαν σε εφαρμογή τον Ιανουάριο του 1948. Η GATT
παρέμεινε το μόνο πολυμερές όργανο που ρύθμιζε το διεθνές εμπόριο από το 1948 έως την ίδρυση
του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (WTO) τον Απρίλιο του 1994. Ο WTO δεν είναι απλά η
63
προέκταση της GATT. Αντιθέτως, αντικαθιστά πλήρως τον προκάτοχό του και έχει πολύ
διαφορετικό χαρακτήρα. Μεταξύ των κυριοτέρων διαφορών είναι οι ακόλουθες:
• Η GATT ήταν μια σειρά κανόνων και ρυθμίσεων, μια συμφωνία χωρίς καμία θεσμική βάση.
Λειτουργούσε με τη μορφή μιας μικρής συναφούς γραμματείας που γεννήθηκε από την
προσπάθεια εγκαθίδρυσης ενός Παγκοσμίου Εμπορικού Οργανισμού. Από την άλλη
πλευρά, ο WTO είναι ένας μόνιμος θεσμός με τη δική του γραμματεία.
• Η GATT δε θεωρήθηκε ποτέ ότι εφαρμόζει πλήρως μόνιμες δεσμεύσεις. Οι δεσμεύσεις του
WTO είναι πλήρεις και μόνιμες.
• Οι κανόνες της GATT επιβλήθηκαν μόνο στα αγαθά, ενώ εκείνοι του ΠΟΕ ισχύουν και στις
υπηρεσίες.
• Το παλαιό σύστημα της GATT έπασχε από τη γραφειοκρατία κατά την παρουσίαση και
εφαρμογή των αποφάσεών της. Η εφαρμογή των αποφάσεων του WTO σχετικά με
διενέξεις διασφαλίζεται επίσης πιο εύκολα.
Στον Πίνακα 1 παρουσιάζεται μια σύντομη ιστορική αναδρομή της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και
Εμπορίου.
Πίνακας 1: Γύροι διαπραγματεύσεων της GATT και οι Στόχοι τους
Ονομασία γύρου Ημερομηνίες Σκοπός
συνομιλιών
1947 • Υιοθέτηση της GATT
Γενεύη 1949
Ανεσύ, Γαλλία 1951 • Μείωση δασμών
Τορκέυ, Αγγλία 1956 • Μείωση δασμών
Γενεύη 1960-62
Γενεύη (“Dillon”) 1962-67 • Μείωση δασμών
Γενεύη (“Kennedy”) 1973-79
Τόκυο • Μείωση δασμών
1986-94 • Μείωση δασμών
Ουρουγουάη • Κανόνες διαπραγματεύσεων της GATT
• Γενική μείωση των δασμών σε ένα
μέσο επίπεδο της τάξεως του 35% και
5-8% μεταξύ των ανεπτυγμένων
κρατών.
• Κωδικοί μη δασμολογικών φραγμών
• Δημόσιες συμβάσεις
• Επιδοτήσεις και αντισταθμιστικά μέτρα
• Αντιντάμπινγκ
• Πρότυπα
• Έκδοση αδειών εισαγωγής
• Διεύρυνση της GATT
• Περιορισμός γεωργικών επιδοτήσεων
• Συμπερίληψη συναλλαγών στον τομέα
των υπηρεσιών
• Ίδρυση του ΠΟΕ
64
ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), το οποίο εδρεύει στην Ουάσινγκτον, δημιουργήθηκε το 1945
για να βοηθήσει στην προώθηση της σταθερότητας της παγκόσμιας οικονομίας. Διοικείται και είναι
υπόλογο στις κυβερνήσεις των 184 χωρών που το απαρτίζουν και οι οποίες αντιπροσωπεύουν
έναν σχεδόν παγκόσμιο αριθμό μελών. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προώθησε ένα πλαίσιο
οικονομικής συνεργασίας για την αποφυγή στα μετέπειτα χρόνια οικονομικών κρίσεων όπως εκείνη
της μεγάλης οικονομικής ύφεσης τη δεκαετία του 1930. Ο κύριος σκοπός του ΔΝΤ είναι η
διασφάλιση και η διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας που σχετίζεται με το διεθνές
νομισματικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα, δηλαδή το σύστημα των διεθνών πληρωμών και των
συναλλαγματικών ισοτιμιών ανάμεσα στα εθνικά νομίσματα που διευκολύνει το εμπόριο μεταξύ
χωρών. Το ΔΝΤ παρέχει τα μέσα επίλυσης κρίσεων όταν αυτές προκύπτουν, και αναζητεί τρόπους
πρόβλεψης των κρίσεων. Είναι υπόλογο στις κυβερνήσεις των κρατών-μελών. Στα ανώτερα
κλιμάκια της οργανωτικής του δομής βρίσκεται το Συμβούλιο των Διοικητών, στο οποίο
εκπροσωπείται κάθε κράτος-μέλος του ΔΝΤ μ’ ένα Διοικητή. Όλοι οι διοικητές συναντώνται μια
φορά το χρόνο στις Τακτικές Συνόδους του ΔΝΤ με την Παγκόσμια Τράπεζα. 24 Διοικητές είναι
μέλη της Διεθνούς Νομισματικής και Χρηματοοικονομικής Επιτροπής (ΔΝΧΕ) και συναντώνται δύο
φορές το χρόνο. Οι πόροι του ΔΝΤ προέρχονται από τα κράτη-μέλη του, κυρίως μέσω της
καταβολής των ποσοστώσεών τους που γενικά αντικατοπτρίζουν το οικονομικό μέγεθος κάθε
χώρας, και το συνολικό ποσό των ποσοστώσεων καθορίζει τη δανειοδοτική ικανότητα του ΔΝΤ. Τη
δεκαετία του 1970, το ΔΝΤ εστίαζε κυρίως στα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και στον
καθορισμό σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, ιδίως μετά το 1973 με την εγκατάλειψη του
συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών. Τη δεκαετία του 1980 ο κύριος σκοπός των
παρεμβάσεών του ήταν η αντιμετώπιση του χρέους των τριτοκοσμικών χωρών, οι ανισοσκέλειες
των ισοζυγίων πληρωμών και οι μεταρρυθμίσεις στη διάρθρωση των οικονομικών παγκοσμίως. Τη
δεκαετία του 1990 το επίκεντρο για το ΔΝΤ ήταν οι οικονομίες υπό μετάβαση της Κεντρικής και
Ανατολικής Ευρώπης και η μετατροπή τους από οικονομίες κεντρικού σχεδιασμού σε οικονομίες
της αγοράς. Το ΔΝΤ επικρίθηκε τόσο για την αποτυχία του στην πρόβλεψη κρίσεων όσο και για τις
προδιαγραφές και τις κατευθυντήριες γραμμές των συμβουλών που παρέχονται στις χώρες.
Πραγματικά, το ΔΝΤ δε μπόρεσε να προβλέψει την Ασιατική κρίση του 1997-98, η οποία είχε
αρνητικές επιπτώσεις και στην Ε.Ε. Οι επικρίσεις σχετικά με τις πρακτικές του ΔΝΤ σχετίζονται με
το ότι δίνει πάντα τις ίδιες προδιαγραφές/κατευθυντήριες γραμμές σε όλες τις χώρες, οι οποίες
αποτελούνται από ένα συνδυασμό αποπληθωρισμού, υποτίμησης και περιοριστικής νομισματικής
και δημοσιονομικής πολιτικής, ανεξάρτητα από το εάν οι χώρες βρίσκονται στη Λατινική Αμερική,
στην Ασία ή στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Ο Μίλτον Φρίντμαν, βραβευμένος με το βραβείο
Νόμπελ στον τομέα της οικονομίας, έχει δηλώσει ότι το ΔΝΤ θα πρέπει να παυθεί καθώς έχει
ολοκληρώσει την αποστολή του.
Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ
Η Διεθνής Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΔΤΑΑ) , ευρύτερα γνωστή ως Παγκόσμια
Τράπεζα, είναι ένας διεθνής οργανισμός που δημιουργήθηκε για την καταπολέμηση της φτώχειας
μέσω της χρηματοδότησης της διεθνούς οικονομικής ανάπτυξης. Ιδρύθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 1945
σε συνέχεια της διεθνούς επικύρωσης της Συμφωνίας του Μπρέττον Γουντς κατά τη διάρκεια του
Συνεδρίου στις 1-22 Ιουλίου 1944. Η Παγκόσμια Τράπεζα συγκεντρώνει χρηματοοικονομικά
κεφάλαια άμεσα από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές και τα χρησιμοποιεί στη χρηματοδότηση
επιλεγμένων προγραμμάτων του δημοσίου τομέα σε πολλές χώρες παγκοσμίως. Δανείζει κεφάλαια
για σχετικά μακρές περιόδους και με χαμηλότερα επιτόκια από εκείνα που μια μικρή χώρα θα
επιτύγχανε στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Οι δραστηριότητες της Παγκόσμιας Τράπεζας επικεντρώνονται σήμερα στις αναπτυσσόμενες
χώρες (από το 2000 ο προτιμώμενος όρος είναι Λιγότερο Ανεπτυγμένες Χώρες (ΛΑΧ)), σε τομείς
όπως η παιδεία, η γεωργία και η βιομηχανία. Πιο συγκεκριμένα, η Παγκόσμια Τράπεζα χορηγεί
μακροπρόθεσμα δάνεια, επιχορηγήσεις και τεχνική υποστήριξη για να βοηθήσει τις
αναπτυσσόμενες χώρες στην εφαρμογή των στρατηγικών τους για τη μείωση της φτώχειας. Έτσι η
χρηματοδότηση της Παγκόσμιας Τράπεζας χρησιμοποιείται σε πολλούς διαφορετικούς τομείς, από
65
τη μεταρρύθμιση των τομέων της υγείας και της παιδείας έως τα περιβαλλοντολογικά προγράμματα
και τα έργα υποδομής, συμπεριλαμβανομένων των φραγμάτων, των δρόμων και των εθνικών
δρυμών. Η Παγκόσμια Τράπεζα χορηγεί δάνεια σε κυβερνήσεις και δημόσιες επιχειρήσεις πάντα με
την κρατική εγγύηση. Τα κεφάλαια για αυτά τα δάνεια προέρχονται από ένα συνδυασμό
αποπληρωμής προηγούμενων δανείων και έκδοσης ομολόγων στις παγκόσμιες κεφαλαιαγορές. Η
Παγκόσμια Τράπεζα είναι ένας από τους πιο αξιόπιστους δανειζόμενους στις διεθνείς αγορές, και
έτσι είναι σε θέση να δανείζεται με σχετικά χαμηλά επιτόκια. Δανείζει σε χώρες με επιτόκια που είναι
συνήθως αρκετά ελκυστικά για εκείνες, προσθέτοντας ένα μικρό περιθώριο (περίπου 1%) στο
κόστος δανεισμού της για την κάλυψη των διοικητικών εξόδων. Τα κεφάλαια της Παγκόσμιας
Τράπεζας προς μεμονωμένες χώρες είναι συχνά υπό τον όρο όχι μόνο οικονομικών αλλά και
πολιτικών μέτρων που θα πρέπει να ληφθούν στο εσωτερικό της χώρα, όπως η πάταξη της
διαφθοράς ή η ενίσχυση της δημοκρατίας. Εκτός από τη χρηματοδότηση, η Παγκόσμια Τράπεζα
παρέχει συμβουλές και βοήθεια προς τις αναπτυσσόμενες χώρες σε σχεδόν κάθε τομέα της
οικονομικής ανάπτυξης.
Η Παγκόσμια Τράπεζα ξεκίνησε τη λειτουργία της στις 25 Ιουνίου 1946. Ενέκρινε το πρώτο της
δάνειο στις 9 Μαΐου 1947 (250 εκατομμύρια δολάρια στη Γαλλία για τη μεταπολεμική της
ανασυγκρότηση, το οποίο σε πραγματικά μεγέθη αποτελεί το μεγαλύτερο δάνειο που έχει
χορηγηθεί από την Τράπεζα μέχρι σήμερα). Ιδρύθηκε με κύριο σκοπό να αποτελέσει μέσο
ανασυγκρότησης της Ευρώπης και της Ιαπωνίας μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με την
επιπρόσθετη εντολή να προάγει την οικονομική ανάπτυξη στις αναπτυσσόμενες χώρες της
Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής. Αρχικά η τράπεζα επικεντρωνόταν κυρίως σε
εκτεταμένα έργα υποδομής, για την κατασκευή αυτοκινητοδρόμων, αεροδρομίων και εργοστασίων
παραγωγής ενέργειας. Καθώς η Ιαπωνία και οι Ευρωπαϊκές χώρες-πελάτες της «απεφοίτησαν»
(επέτυχαν ένα ορισμένο επίπεδο κατά κεφαλή εισοδήματος), η ΔΤΑΑ επικεντρώθηκε αποκλειστικά
στις αναπτυσσόμενες χώρες. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, η ΔΤΑΑ έχει επίσης
χρηματοδοτήσει τις πρώην Σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και την πρώην Σοβιετική
Ένωση.
Τα τελευταία χρόνια ο Όμιλος της Παγκόσμιας Τράπεζας έχει επεκταθεί από τη στόχευση της
γενικής οικονομικής ανάπτυξης στη στόχευση ειδικά της μείωσης της φτώχειας. Έχει επίσης
επικεντρωθεί περισσότερο στη στήριξη των μικρών τοπικών επιχειρήσεων. Έχει ενστερνιστεί την
ιδέα ότι το καθαρό νερό, η παιδεία και η βιώσιμη ανάπτυξη είναι ουσιώδη για την οικονομική
ανάπτυξη και έχει αρχίσει να επενδύει μεγάλα ποσά σε τέτοια προγράμματα. Σε απάντηση των
εξωτερικών επικριτών, τα μέλη του Ομίλου της Παγκόσμιας Τράπεζας έχουν υιοθετήσει μια ευρεία
γκάμα περιβαλλοντολογικών πολιτικών και πολιτικών κοινωνικής διασφάλισης, οι οποίες είναι
σχεδιασμένες για να διασφαλίσουν το ότι τα προγράμματά τους δε θα βλάψουν άτομα ή ομάδες
στις χώρες-πελάτες τους. Παρά τις πολιτικές αυτές, τα προγράμματα της Παγκόσμιας Τράπεζας
επικρίνονται συχνά από μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) για το ότι προκαλούν
περιβαλλοντολογικά και κοινωνικά προβλήματα και για το ότι δεν επιτυγχάνουν το στόχο τους,
δηλαδή τη μείωση της φτώχειας. Τέλος, η Παγκόσμια Τράπεζα επικρίνεται για τη γραφειοκρατία της,
η οποία θέτει σε κίνδυνο την αποτελεσματική χρήση της χρηματοδότησής της.
Ο ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ
ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ (ΟΟΣΑ)
Η απαρχή του ΟΟΣΑ βρίσκεται στον Οργανισμό Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας (ΟΕΟΣ)
που ιδρύθηκε το 1948 για να διαχειριστεί και να κατανείμει τα κεφάλαια του Σχεδίου Μάρσαλ που
είχε ως σκοπό την ανασυγκρότηση της μεταπολεμικής Ευρώπης. Με την ένταξη των ΗΠΑ και του
Καναδά το 1961, ο ΟΕΟΣ μετετράπη στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης με
έδρα το Παρίσι. Ο ρόλος του ΟΟΣΑ είναι να προβαίνει σε οικονομικές προβλέψεις για τα μέλη του
και να παρέχει συμβουλές σε παγκόσμια θέματα όπως η ανεργία. Τα μέλη του ΟΟΣΑ είναι τα 15
μέλη της Ε.Ε., οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία. Ο συνολικός
αριθμός των μελών του είναι 24 και γι’ αυτό ο ΟΟΣΑ είναι επίσης γνωστός και ως η Ομάδα των 24
(G24).
66
ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ
ΈΝΩΣΗΣ
Η απαρχή της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται στην περίοδο μετά το τέλος του Δευτέρου
Παγκοσμίου Πολέμου. Δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της επιθυμίας για σταθερότητα στη Δυτική
Ευρώπη. Ανάλογη επιδίωξη σταθερότητας εκδηλώθηκε ταυτόχρονα στα κράτη της Κεντρικής και
Ανατολικής Ευρώπης, αλλά το αποτέλεσμα ήταν πολύ διαφορετικό από τις προσπάθειες στη Δυτική
Ευρώπη. Η Ε.Ε. δεν ήταν η πρώτη προσπάθεια οικονομικής συνένωσης, ούτε η μόνη κατά τη
διάρκεια των πρώτων 15 ετών μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Εντός της Ευρώπης, η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν μόνο μια ομάδα χωρών μικρού και μεσαίου
μεγέθους που προέκυψε κατά την αναζήτηση σταθερότητας στην Ευρώπη. Άλλες ομάδες
περιελάμβαναν τη Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ), μια συμμαχία χωρών με σκοπό την άμυνα.
Πολλές από τις χώρες της Ε.Ε. ανήκουν σε αυτή την οργάνωση και, μετά την ΣΕΕ (Συνθήκη για την
Ευρωπαϊκή Ένωση), θεωρείται το Ευρωπαϊκό αντίστοιχο του ΝΑΤΟ.
Το Βόρειο Συμβούλιο ήταν άλλη μια οργάνωση που ιδρύθηκε από τη συμφωνία των βουλών των
Σκανδιναβικών κρατών. Το μεγαλύτερο μέρος της συνεργασίας στο πλαίσιο αυτής της οργάνωσης
ήταν στους τομείς των πολιτικών κοινωνικής πρόνοιας. Μια άλλη ομάδα Ευρωπαϊκών κρατών
δημιούργησαν την Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ)που ιδρύθηκε το 1960 με
σκοπό τη διευκόλυνση του εμπορίου βιομηχανικών προϊόντων μεταξύ των μελών της.
Κάποιες από τις οργανώσεις αυτές βασίστηκαν στην πολιτική ολοκλήρωση. Όμως, η πιο
επιτυχημένη και σταθερή από αυτές βασίστηκε σε μορφές οικονομικής συνεργασίας.
Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η βαθύτερη πίεση για να συμφωνήσουν αυτές οι ανεξάρτητες χώρες
να συνεργαστούν ήταν η ανάγκη να επιφέρουν σταθερότητα στην Ευρώπη έτσι ώστε να ξεκινήσει η
διαδικασία ανασυγκρότησης μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Γι’ αυτό, αυτή η συνεργασία
μεταξύ Ευρωπαϊκών χωρών ήταν διαφορετική ανάλογα με το σε ποια ομάδα ανήκαν αυτές οι
χώρες.
Η ανάλυσή μας θα στραφεί στη συνέχεια στην περίπτωση στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και
Χάλυβα (ΕΚΑΧ) που υπήρξε ο πρόδρομος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και ιδρύθηκε
το 1952 με ένα ομολογουμένως φιλο-ομοσπονδιακό πλαίσιο. Ήταν «…ένα πρώτο βήμα στην
ομοσπονδία της Ευρώπης…» Οι θεσμοί που καθιερώθηκαν σχεδιάστηκαν για να θέσουν όρια στις
κυβερνήσεις όλων των συμμετεχόντων κρατών. Δεν ήταν στις προθέσεις ούτε του Ζαν Μοννέ ούτε
του Ρομπέρ Σουμάν όταν πρότειναν το σχέδιο για την ΕΚΑΧ να υπερισχύουν τα εθνικά συμφέροντα
των κρατών-μελών εκείνων της Κοινότητας. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα ήταν
επομένως μια ομάδα χωρών που είχαν συμφωνήσει να παραχωρήσουν την κυριαρχία τους σε ένα
σχετικά περιορισμένο τομέα οικονομικής δραστηριότητας (τη Δυτικογερμανική και Γαλλική
παραγωγή άνθρακα και χάλυβα). Δημιουργήθηκαν υπερεθνικοί θεσμοί για να διασφαλιστεί η
απρόσκοπτη λειτουργία της ΕΚΑΧ. Έτσι, ο κύριος στόχος της ΕΚΑΧ ήταν ωθήσουν σε στενή
συνεργασία τη Γερμανία και τη Γαλλία, έτσι ώστε τα οφέλη από αυτή τη συνεργασία να
αντισταθμίσουν κάθε άλλο κίνητρο.
Το θεσμικό πλαίσιο που θεσπίστηκε για να λειτουργήσει η ΕΚΑΧ αποτέλεσε τη βάση του θεσμικού
πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν η ΕΚΑΧ ενσωματώθηκε στις Συνθήκες της Ρώμης το 1957.
Δύο άλλες Κοινότητες δημιουργήθηκαν το 1958 από τις Συνθήκες που υπεγράφησαν στη Ρώμη: η
Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και η ΕΥΡΑΤΟΜ (Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας). Ο
σκοπός της ΕΥΡΑΤΟΜ ήταν να διευκολύνει την ειρηνική χρήση της ατομικής ενέργειας. Μέχρι το
1967 οι τρεις κοινότητες είχαν ενωθεί υπό κοινή διοίκηση και με τον κοινό τίτλο Ευρωπαϊκές
Κοινότητες που, πριν την ΣΕΕ (Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση) ήταν ευρύτερα γνωστή ως
Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΚ).
Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Ρώμης, η διαδικασία λήψης αποφάσεων για σοβαρά θέματα
βασιζόταν στην ομοφωνία. Για υποδεέστερα θέματα όμως οι αποφάσεις μπορούσαν να ληφθούν με
απλή πλειοψηφία στο Συμβούλιο των Υπουργών, το οποίο αντιπροσώπευε τα εθνικά συμφέροντα.
67
Παρ’ όλ’ αυτά, είχε προβλεφθεί ότι από το 1966 όλες οι αποφάσεις θα παίρνονταν με ειδική
πλειοψηφία. Αυτό θα σήμαινε σημαντική εκχώρηση κυριαρχίας από τα κράτη-μέλη στην υπερεθνική
οργάνωση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.
Η Γαλλική κυβέρνηση με αρχηγό τον Ντε Γκώλ προέβαλε αντίρρηση το 1965 στην αυξημένη χρήση
της απλής πλειοψηφίας, θεωρώντας την ως ένα βήμα προς τη δημιουργία μιας πιο ομοσπονδιακής
Ευρώπης και ως υπονόμευση του ρόλου των εθνικών κρατών της Ε.Ε. Οι μήνες που ακολούθησαν
το 1965 απετέλεσαν την περίοδο της «κενής έδρας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν δεν επετράπη
στους Γάλλους υπουργούς από την κυβέρνησή τους να συμμετέχουν στη διάσκεψη του Συμβουλίου
των Υπουργών. Έτσι, η διαδικασία λήψης αποφάσεων ανεκόπη. Έγινε μια συμφωνία στο
Λουξεμβούργο στις αρχές του 1966, γνωστή ως ο "Συμβιβασμός του Λουξεμβούργου". Εάν ένα
θέμα θεωρείτο ζωτικού εθνικού ενδιαφέροντος για ένα από τα μέλη της Ε.Ε., οι αποφάσεις θα
βασίζονταν στην ομοφωνία. Μετά το θάνατο του Ντε Γκώλ, οι Γάλλοι υιοθέτησαν μια διαφορετική
στάση, αλλά η χρήση της απλής πλειοψηφίας παρέμεινε μια σπάνια περίπτωση εντός της Ε.Ε.
μέχρι το 1987. Υπό τον Ντε Γκώλ, η Γαλλική κυβέρνηση είχε υπονομεύσει τη μεταβίβαση εξουσιών
από τα εθνικά κράτη στην υπερεθνική αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπενθυμίστηκαν στα κράτη-
μέλη της Ε.Ε. τα εθνικά συμφέροντα, τα οποία πιστευόταν ότι έπρεπε να διασφαλιστούν έτσι ώστε
να προστατευτεί η κυριαρχία ενός κράτους. Μόνο μετά την υπογραφή και εφαρμογή της Ενιαίας
Ευρωπαϊκής Πράξης το 1987 χρησιμοποιούταν περισσότερο το σύστημα της απλής πλειοψηφίας
στο Συμβούλιο των Υπουργών. Αυτό είχε σα στόχο την επίτευξη του νομοθετικού προγράμματος
που ήταν απαραίτητο για τη λειτουργία της Κοινής Αγοράς. Η χρήση της απλής πλειοψηφίας έχει
επεκταθεί σε αρκετούς τομείς μετά την ΣΕΕ το 1993.
Μια ακόμη Γαλλική πρωτοβουλία, η οποία καταδεικνύει τα διακυβερνητικά χαρακτηριστικά της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήταν η έναρξη των συνεδριάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το 1974.
Αυτή ήταν η απαρχή μιας σειράς τακτικών συνεδριάσεων των αρχηγών κρατών των μελών της Ε.Ε.
Έχει αναλάβει την κατάρτιση της πολιτικής ατζέντας και ρόλο καθοδηγητικό για τα κράτη-μέλη,
πράγμα το οποίο αντιβαίνει στην αρχική πρόθεση του θεσμικού πλαισίου της Ε.Ε. Στην Ενιαία
Ευρωπαϊκή Πράξη του 1987, η ανεπίσημη θέση του Συμβουλίου της Ευρώπης τροποποιήθηκε και
περιελήφθη στους θεσμούς της Ευρωπαϊκή Ένωσης. Μια σειρά σημαντικών γεγονότων στην
ιστορία της Ε.Ε. είναι επιτεύγματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Για παράδειγμα, οι προετοιμασίες
για τις Διακυβερνητικές Διασκέψεις (ΔΚΔ) στο Μάαστριχτ το 1991 και η αποδοχή της Δημοκρατίας
της Γερμανίας στους κόλπους της Ε.Ε. ήταν αποτέλεσμα των εργασιών του Ευρωπαϊκού
Συμβουλίου.
Το αρχικό κείμενο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση που ήρθε προς συζήτηση κατά την
προετοιμασία των Διακυβερνητικών Διασκέψεων του 1991, περιελάμβανε τη φράση: «Ένωση με
ομοσπονδιακό στόχο». Αυτή η φράση τροποποιήθηκε στην ΣΕΕ ως εξής: «…μιας διαρκώς
στενότερης ένωσης των λαών της Ευρώπης, στην οποία οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν
πιο ανοικτά και όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες». (ΣΕΕ, 1993, Άρθρο Α).
Συνοψίζοντας, στην παρούσα ενότητα κάναμε μια σύντομη παρουσίαση της διαδικασίας της
Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ως το δρόμο προς τη σταθερότητα στην Ευρωπαϊκή ήπειρο.
Παρουσιάσαμε επίσης το διεθνές περιβάλλον όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά το Δεύτερο
Παγκόσμιο Πόλεμο με την ίδρυση και λειτουργία διεθνών οργανισμών όπως η GATT, το ΔΝΤ, η
Παγκόσμια Τράπεζα και ο ΟΟΣΑ.
68
ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ /
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Δώστε μία περίληψη του Κεφαλαίου αναφέροντας τα κύρια συμπεράσματα.
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΑΣΚΗΣΕΩΝ
ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ / ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Περίληψη - Συμπεράσματα
Στο 3ο Κεφάλαιο είδαμε ότι μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες έπρεπε
να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον οικονομικής σταθερότητας
που θα προήγαγε την οικονομική ανάπτυξη και το βιοτικό επίπεδο των πολιτών τους. Εκείνο που
επέβαλε την ανάγκη μιας ολοκληρωμένης Ευρωπαϊκής αγοράς που θα στήριζε τα συμφέροντα των
Ευρωπαϊκών χωρών και των οικονομιών τους ήταν η ολοένα αυξανόμενη πολιτική και οικονομική
δύναμη των ΗΠΑ και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Η ζωτική ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο
Ευρωπαϊκό περιβάλλον.
69
70
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΥΡΩΠΗ
– Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ
ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ
ΕΝΩΣΗ
7
7 Το παρόν αποτελεί μετάφραση του 4ου κεφαλαίου του βιβλίου European Business, Volume 3, Economics
for Managers του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.
71
72
ΣΤΟΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ 4
Να περιγράφετε:
• Την εξέλιξη της Ε.Ε.
• Τα κυριότερα ζητήματα της Ε.Ε.
• Τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στη ενότητα που ακολουθεί παρουσιάζετε η εξέλιξη της Ε.Ε. μέσα από τις συνθήκες της. Στο τέλος
του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη το Μάιο του 1945, οι ΗΠΑ και η Σοβιετική
Ένωση είχαν πια αναδειχθεί στις δύο παγκόσμιες υπερδυνάμεις και ήταν φανερό στις επιμέρους
Ευρωπαϊκές χώρες ότι δε θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τους ρυθμούς τους. Γι’ αυτό το λόγο, οι
Δυτικοευρωπαϊκές χώρες επέλεξαν να ακολουθήσουν τις ΗΠΑ όσον αφορά την εξωτερική πολιτική
και πολιτική ασφαλείας. Ως εκ τούτου, ιδρύθηκε ο Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου
(ΝΑΤΟ) το 1949 από τις ΗΠΑ, τον Καναδά και αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες για να παρέχει εγγυήσεις
ασφαλείας στο Δυτικό κόσμο έναντι της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και των Ανατολικών και
Κεντρικών Ευρωπαίων συμμάχων της. Αυτή ήταν η απαρχή του επονομαζόμενου Ψυχρού
Πολέμου.
Κατά την ίδια περίοδο η οικονομική κατάσταση στην Ευρώπη χειροτέρευε. Η υποδομή ήταν σχεδόν
κατεστραμμένη, η υψηλή ανεργία και οι ελλείψεις σε τρόφιμα είχαν σαν αποτέλεσμα πολύ χαμηλό
βιοτικό επίπεδο για τους ανθρώπους. Δεν ήταν παρά μόνο τη δεκαετία του 1950 που οι Ευρωπαίοι
πολιτικοί, ιδίως της Γαλλίας και της Γερμανίας, άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι η Ευρώπη έπρεπε:
• Να ανταγωνιστεί την ολοένα αυξανόμενη οικονομική δύναμη της Αμερικής στις διεθνείς
αγορές.
• Να αντιμετωπίσουν την Αμερικανική παρέμβαση στα παγκόσμιες υποθέσεις, πράγμα το
οποίο προϋπόθετε ότι οι Ευρωπαϊκές χώρες θα ήταν σε θέση να μιλούν και να δρουν ως
ένα σύνολο.
Όλα αυτά μπορούσαν να προκύψουν μόνο από μια ενωμένη Ευρώπη με τη μορφή μιας
ανταγωνιστικής οργάνωσης με κοινά συμφέροντα.
ΒΑΣΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
Το πεδίο του 4ου κεφαλαίου είναι η παρουσίαση και ανάλυση των απαρχών της Ευρωπαϊκής
Ένωσης (Ε.Ε.), καθώς και του πώς αναπτύχθηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 όταν
ιδρύθηκε, μέχρι τη σημερινή της θέση ως μια από τις σημαντικότερες οργανώσεις παγκοσμίως. Σε
αυτό το κεφάλαιο επικεντρωνόμαστε στην εξέλιξη της Ε.Ε. εξετάζοντας τις συνθήκες και τα θεσμικά
της όργανα.
ΛΕΞΕΙΣ ΚΛΕΙΔΙΑ
• Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος
73
• ΝΑΤΟ
• Ψυχρός Πόλεμος
• Πληθωρισμός
• Ελεύθερη διακίνηση αγαθών, υπηρεσιών, εργασίας, κεφαλαίου
• Ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα
74
Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ
ΕΥΡΩΠΗ
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ
Οι εξελίξεις στη μεταπολεμική Ευρώπη κινήθηκαν σε δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη που αναφέρθηκε
παραπάνω ήταν η συνεργασία με την Ατλαντική υπερδύναμη για λόγους ασφαλείας μέσω του
ΝΑΤΟ και του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) το 1948 με σκοπό τη
λήψη της βοήθειας ανασυγκρότησης μέσω του περίφημου Σχεδίου Μάρσαλ. Η δεύτερη κατεύθυνση
ήταν η αναγκαιότητα για την Ευρώπη να κατανοήσει τη δυναμική του ίδιου της του περιβάλλοντος.
ΜΠΕΝΕΛΟΥΞ
Το 1947 το Βέλγιο, η Ολλανδία και το Λουξεμβούργου ίδρυσαν μια οικονομική ζώνη ελεύθερων
συναλλαγών, γνωστή ως η τελωνειακή ένωση του Μπενελούξ. Επιβλήθηκε δε ένας κοινός δασμός
για τις χώρες μη μέλη.
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Το Συμβούλιο της Ευρώπης που αποτελεί μέρος της Ευρωπαϊκή Ένωσης ιδρύθηκε το 1949 για να
προάγει τη δημοκρατία και την οικονομική και κοινωνική πρόοδο, καθώς και να υποστηρίζει τα
ανθρώπινα δικαιώματα. Σήμερα αποτελείται από 39 μέλη, συμπεριλαμβανομένης της πρώην Ε.Ε.
των 15. Πολύ πρόσφατα έγιναν μέλη η Ρωσία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη και η Λευκορωσία.
Η ΔΥΤΙΚΟΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ
Στο πλαίσιο του NATO, προέκυψε η ανάγκη εκπροσώπησης της Ευρώπης και το 1954
δημιουργήθηκε η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ), με σκοπό την ενίσχυση των σχέσεων ασφάλειας
μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και του Μπενελούξ, και έτσι έγινε ο Ευρωπαϊκός
κλάδος στις συνομιλίες του ΝΑΤΟ. Αυτές οι χώρες ένωσαν τις στρατιωτικές δυνάμεις τους με την
ελπίδα ότι η Γερμανία και η Ιταλία θα προσχωρούσαν επίσης. Η ΔΕΕ μπορεί να θεωρηθεί ο
ακρογωνιαίος λίθος των ενωμένων Ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων.
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΆΝΘΡΑΚΑ ΚΑΙ ΧΑΛΥΒΑ
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, η βιομηχανία άνθρακα και χάλυβα περνούσε βαθιά κρίση λόγω
υπερπαραγωγής, δημιουργώντας τον κίνδυνο σχηματισμού καρτέλ και καθορισμού τιμών. Οι
δυτικογερμανικές βιομηχανίες άνθρακα και χάλυβα τροφοδοτούσαν τις εγχώριους παραγωγούς
εξοπλισμών όπως η Krupps,και η Γαλλία αισθανόταν την ανάγκη να επηρεάσει αυτές τις
βιομηχανίες για την κοινή ευημερία και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Αυτό ήταν μέρος του
σχεδίου του Γάλλου Υπουργού Εξωτερικών, Ρομπέρ Σουμάν, και του Ζαν Μοννέ, ο οποίος ήταν
υπεύθυνος για την εξέλιξη της Γαλλικής βιομηχανίας. Όντως, ο σκοπός του σχεδίου ήταν η
ενθάρρυνση της Δυτικής Γερμανίας να εμπλακεί ενεργά στο Ψυχρό Πόλεμο, υπερασπίζοντας τη
75
Δυτική Ευρώπη έναντι της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Το σχέδιο εκπονήθηκε το 1950 και έγινε
γνωστό ως Σχέδιο Σούμαν
Το Σχέδιο Σούμαν ακολούθησε τη Συνθήκη των Παρισίων του 1951 και τη δημιουργία το 1952 της
Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ). Η Συνθήκη των Παρισίων υπεγράφη από το
Μπενελούξ, τη Δυτική Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία. Στην ΕΚΑΧ το Συμβούλιο των Υπουργών
αποτελούσε το μεσο των εθνικών κυβερνήσεων να ακούγονται.
Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ
Η Συνθήκη της Ρώμης αναφέρεται στη συνθήκη που ίδρυσε την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα
(ΕΟΚ). Υπεγράφη από τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και το
Λουξεμβούργο στις 25 Μαρτίου 1957 και τέθηκε σε εφαρμογή το 1958. Σήμερα ονομάζεται γενικά η
Συνθήκη ΕΚ. Το 1957, υπεγράφη επίσης η Συνθήκη της EURATOM για να προάγει τις πιθανές
πυρηνικές βιομηχανίες στα έξι κράτη-μέλη.
Τα κράτη-μέλη μοιράζονταν το όραμα μια κοινής αγοράς με έμφαση στην ανάπτυξη όλων των
βιομηχανιών και των αγροτικών ευκαιριών, καθώς και στην πολιτική ολοκλήρωση.
Η Συνθήκη της Ρώμης οδήγησε στη δημιουργία τελωνιακής ένωσης. Γι’ αυτό η ΕΟΚ έγινε γνωστή
ως Κοινή Αγορά. Όλα τα κράτη-μέλη συμφώνησαν σε μια 12χρονη μεταβατική περίοδο για ένα
πλήρη δασμό, και ταυτόχρονα καθιερώθηκε ένας κοινός δασμός για όλα τα προϊόντα από τρίτες
χώρες.
Το βασικό στοιχείο της κοινής αγοράς είναι αναμφίβολα η ελεύθερη διακίνηση των αγαθών, ενώ η
ελεύθερη κυκλοφορία των ατόμων, του κεφαλαίου και των υπηρεσιών εξακολουθούσε να υφίσταται
σημαντικούς περιορισμούς. Η άλλη σημαντική συμφωνία που περιελήφθη στη Συνθήκη της Ρώμης
ήταν η υιοθέτηση μιας Κοινής Γεωργικής Πολιτικής (ΚΓΠ). Ουσιαστικά η ΚΓΠ έδωσε το έναυσμα σε
μια ελεύθερη αγορά γεωργικών προϊόντων εντός της ΕΟΚ και καθιέρωσε προστατευτικές πολιτικές
που εγγυούνταν στους Ευρωπαίους αγρότες αρκετό εισόδημα, αποφεύγοντας τον ανταγωνισμό
από τα προϊόντα τρίτων χωρών μέσω της επιχορήγησης των γεωργικών τιμών.
Η Συνθήκη της Ρώμης καθιέρωσε επίσης την απαγόρευση μονοπωλίων, κάποιες κοινές πολιτικές
στις μεταφορές και την παραχώρηση κάποιων εμπορικών πλεονεκτημάτων στα αποικιακά εδάφη
των κρατών-μελών.
Συνοψίζοντας, ξεκίνησε μια διαδικασία κατά την οποία η προοδευτική οικονομική ολοκλήρωση
προετοίμασε το έδαφος για τον τελικό στόχο, την πολιτική ένωση, η οποία θεωρείται ως ο
μακροπρόθεσμος στόχος. Η Συνθήκη που εγκαθίδρυσε την ΕURATOM προσπάθησε να
δημιουργήσει τις συνθήκες ανάπτυξης μια ισχυρότερης πυρηνικής βιομηχανίας. Ήταν πολύ
λιγότερο σημαντική, και στην πραγματικότητα, όταν οι άνθρωποι μιλούσαν για τις Συνθήκες της
Ρώμης, αναφέρονταν λανθασμένα μόνο σε εκείνη που ίδρυσε την ΕΟΚ. Το Ηνωμένο Βασίλειο
εξακολουθούσε να θεωρεί ότι αποτελεί υπερδύναμη τη δεκαετία του 1950, προσπαθώντας να
συναγωνιστεί τις ΗΠΑ οικονομικά και στρατιωτικά και έτσι δεν έκανε αίτηση για ένταξη στην ΕΟΚ.
Αυτή η άποψη όμως άλλαξε δραστικά στις αρχές της δεκαετίας του 1960 καθώς το Ηνωμένο
Βασίλειο αντιλήφθηκε μια μείωση στην οικονομική και πολιτική του δύναμη, και έτσι έκανε αίτηση
για ένταξη στην ΕΟΚ.
Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗΣ
Η Συνθήκη Συγχώνευσης που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 8 Απριλίου 1965 και τέθηκε σε
εφαρμογή την 1 Ιουλίου 1967, είναι πολύ σημαντική διότι ήταν η πρώτη που ενοποιούσε τις
υπάρχουσες τρεις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, την
Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και την ΕΥΡΑΤΟΜ). Κυρίως η συνθήκη αυτή επέτρεπε στις τρεις
κοινότητες να έχουν κοινούς κυβερνητικούς θεσμούς. Η Συνθήκη Συγχώνευσες με την εφαρμογής
της εισήγαγε και καθιέρωσε τον όρο Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή ΕΚ από το 1967 και ύστερα.
76
«ΕΥΡΩΣΚΛΗΡΥΝΣΗ» ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1970 ΜΕΧΡΙ
ΤΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1980
Όλα τα κράτη-μέλη που υπέγραψαν τη Συνθήκη της Ρώμης ήταν υπέρ μιας γοργά αναπτυσσόμενης
ΕΟΚ σε μια ολοκληρωμένη βάση, πράγμα το οποίο όντως πραγματοποιήθηκε στα τέλη των
δεκαετιών του 1950 και 1960. Όμως, στα μέσα της δεκαετίας του 1970 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας
του 1980, τα οικονομικά προβλήματα λόγω των δύο σημαντικών πετρελαϊκών κρίσεων του 1973 και
του 1979, καθώς και τα υψηλά ποσοστά πληθωρισμού που επηρέαζαν όλες τις Ευρωπαϊκές
οικονομίες, εξανάγκασαν τα κράτη-μέλη να ασχοληθούν με τα εθνικά τους προβλήματα και να μην
κάνουν καμιά προσπάθεια για την υλοποίηση της ιδέας της ΕΟΚ. Από την άλλη πλευρά, οι
Ηνωμένες Πολιτείες ηγούνταν ακόμα του επονομαζόμενου Ψυχρού Πολέμου εναντίον της πρώην
ΕΣΣΔ και η Ευρώπη προσπαθούσε να αναδειχθεί μέσα σε ένα πολύ ασταθές πολιτικό περιβάλλον
μέχρι την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991. Παρ’ όλ’ αυτά, η ΕΟΚ ενέταξε νέα μέλη,
πράγμα πολύ σημαντικό. Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιρλανδία και η Δανία έγιναν μέλη το 1973, καθώς
η ΕΟΚ μετονομάστηκε σε Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΚ). Η Ελλάδα έγινε μέλος το 1981, η Ισπανία και
η Πορτογαλία το 1986.
Το 1979 ήταν η πρώτη χρονιά κατά την οποία εξελέγη το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά δεν είχε
σημαντική εξουσία ή επιρροή στη διαδικασία της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η ΕΝΙΑΙΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ 1987
Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη που τέθηκε σε εφαρμογή το 1987 βασίστηκε στην αναφορά του
Λόρδου Κόκφιλντ και παρουσίασε τον πρώτο άξονα εφαρμογής μιας πραγματικά ολοκληρωμένης
Ευρωπαϊκής Αγοράς ελεύθερης από εσωτερικούς φραγμούς, καθώς και από φυσικούς, τεχνικούς
και δημοσιονομικούς περιορισμούς στο εμπόριο. Έτσι η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη οδήγησε την ΕΚ
στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Αγορά.
Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΜΑΑΣΤΡΙΧΤ – Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ (ΣΕΕ)
Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ τα κράτη-μέλη ήλπιζαν να κάνουν ένα ακόμα βήμα προς την
Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση κατά την ενίσχυση της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Αγοράς, δημιουργώντας μια
κοινή Ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας και καθιερώνοντας το Κοινό
Ευρωπαϊκό Νόμισμα. Η Συνθήκη προσδιόρισε τους τρεις κεντρικούς άξονες της Ευρωπαϊκής
ολοκλήρωσης:
• Τη θεσμική δομή και τις υποχρεώσεις της υπάρχουσας Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
• Τη διακυβερνητική συνεργασία σε θέματα δικαιοσύνης και εσωτερικών υποθέσεων (εκτός
από τη συμφωνία για τις κοινές πολιτικές που απαιτούσε ομόφωνη έγκριση από όλα τα
κράτη-μέλη).
• Τη διακυβερνητική συνεργασία για τη διαμόρφωση μια κοινής Ευρωπαϊκής εξωτερικής
πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας (εκτός από τη συμφωνία για τις κοινές πολιτικές που
απαιτούσε ομόφωνη έγκριση από όλα τα κράτη-μέλη).
Η Συνθήκη του Μάαστριχτ προήγαγε την οικονομική και νομισματική ένωση, μια κοινή εξωτερική
πολιτική και πολιτική ασφαλείας, τη συνεργασία στις εσωτερικές υποθέσεις και στη δικαιοσύνη και,
το πιο σημαντικό, έθεσε το θέμα της ιθαγένεια της Ένωσης.
Στις 2 Νοεμβρίου 1993 η Συνθήκη του Μάαστριχτ τέθηκε σε ισχύ κατόπιν αρκετών πολύ δύσκολων
επικυρώσεων σε όλη την Ευρώπη, οι οποίες ήταν αποτέλεσμα μιας δύσκολης και σκοτεινής
οικονομικής και πολιτικής περιόδου (υψηλά ποσοστά πληθωρισμού, ο πόλεμος στην πρώην
Γιουγκοσλαβία). Παρά τις δυσκολίες που η Ε.Ε. έπρεπε να αντιμετωπίσει, υπεβλήθησαν στις
77
Βρυξέλες νέες αιτήσεις για ένταξη: η Αυστρία το 1989, η Μάλτα και η Κύπρος το 1991, η Φινλανδία,
η Νορβηγία και η Ελβετία το 1992. Η τελευταία απέσυρε την υποψηφιότητά της μερικούς μήνες μετά
κατόπιν δημοψηφίσματος. Οι διαπραγματεύσεις με την Αυστρία, τη Σουηδία, τη Φινλανδία και τη
Νορβηγία άρχισαν το 1993 και ήταν αρκετά εύκολες λόγω της μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης
αυτών των χωρών. Η επικύρωση των Συνθηκών επιτεύχθηκε το 1994.Ομως ο Νορβηγικός λαός
απέρριψε την ένταξη στην Ε.Ε. Η αρνητική ψήφος προς την Ευρωπαϊκή Ένωση υπερίσχυσε στο
δημοψήφισμα με 52.2% των ψήφων. Ήταν η δεύτερη φορά που η Νορβηγία αρνούταν να ενταχθεί
στην κοινότητα.
Την 1η Ιανουαρίου 1995, έλαβε χώρα η τέταρτη διεύρυνση της Ε.Ε. με την ένταξη της Αυστρίας, της
Φινλανδίας και της Σουηδίας. Έτσι γεννήθηκε η Ευρώπη των 15. Στις αρχές του 1996, στο
Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τορίνο ξεκίνησε μια Διακυβερνητική Διάσκεψη (ΔΚΔ)με σκοπό την
επεξεργασία μιας νέας συνθήκης που θα τροποποιούσε τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Οι βασικοί
στόχοι ήταν η ανάπτυξη της Ευρώπης των πολιτών, η ενδυνάμωση του ρόλου της Ε.Ε. στη διεθνή
πολιτική, η μεταρρύθμιση των θεσμών και η αντιμετώπιση μιας νέας διεύρυνσης που θα
συμπεριελάμβανε τις αιτούσες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Κατόπιν μιας μακράς
και επίπονης διαπραγμάτευσης, οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών ήρθαν σε συμφωνία στο
Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που έλαβε χώρα στο Άμστερνταμ στις 16-17 Ιουνίου 1997. Έτσι γεννήθηκε
η Συνθήκη του Άμστερνταμ.
Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΆΜΣΤΕΡΝΤΑΜ
Οι Υπουργοί Εξωτερικών των 15 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέγραψαν τη Συνθήκη
του Άμστερνταμ στις 2 Οκτωβρίου 1997, η οποία τέθηκε σε ισχύ από την 1η Μαΐου 1999. Παρ’ όλο
που η Συνθήκη είχε σκοπό την προώθηση ενός ολοκληρωμένου Ευρωπαϊκού τρόπου χάραξης
πολιτικής, δέχτηκε αντ’ αυτού αυστηρή κριτική.
Η Συνθήκη του Άμστερνταμ δεν κατάφερε να δώσει τη σωστή προοπτική για αρκετά κράτη-μέλη της
Ε.Ε. κατά την προσφυγή τους σε ορισμένους θεσμούς. Ως εκ τούτου, τα Ευρωπαϊκά θεσμικά
όργανα δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένα για την επερχόμενη Ευρωπαϊκή διεύρυνση
λαμβάνοντας υπ’ όψη τη συμμετοχή των Ανατολικών Ευρωπαϊκών χωρών σε αυτά. Με άλλα λόγια,
δεν έλυσε ένα από τα κυριότερα προβλήματα που εκκρεμούσαν στην Ένωση: την προσαρμογή των
θεσμών σε μια ολοένα διευρυμένη Κοινότητα. Παρά την ανάγκη για πολιτική ενοποίηση και
συνεργασία και την τακτική της λήψης αποφάσεων βάσει πλειοψηφίας, το δικαίωμα αρνησικυρίας,
γνωστό ως Συμβιβασμός του Λουξεμβούργου, διατηρήθηκε προς όφελος κάθε χώρας που ήθελε να
μπλοκάρει μια απόφαση λόγω εθνικών συμφερόντων. Η ιδέα μιας Ευρώπης πολλαπλών
ταχυτήτων περιορίστηκε.
Από την άλλη πλευρά, η Συνθήκη του Άμστερνταμ σήμανε την πρόοδο της πορείας προς την
Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ένωση δεσμεύτηκε να αποτελέσει μια κοινή περιοχή ελευθερίας, ασφάλειας
και δικαιοσύνης. Όλα τα θέματα που σχετίζονται με την ελεύθερη κυκλοφορία των ατόμων, τους
ελέγχους των εξωτερικών συνόρων, το άσυλο, τη μετανάστευση συμπεριλαμβανομένης και της
υπεράσπισης των δικαιωμάτων των πολιτών τρίτων χωρών, και τη δικαστική συνεργασία σε
αστικές υποθέσεις «κοινοτικοποιήθηκαν» από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, δηλαδή, εντάχθηκαν
στο νομικό πλαίσιο τον πρώτο κεντρικό άξονα. Προς αυτή την κατεύθυνση, η Συμφωνία του
Σένγκεν συμπεριελήφθη στη Συνθήκη για να διασφαλίσει πως όλοι οι ταξιδιώτες θα μπορούσαν να
μετακινούνται εντός της Ευρώπης χωρίς διαβατήριο. Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιρλανδία, και η Δανία
παρέμειναν εκτός με τη θέλησή τους και γι’ αυτό διατήρησαν το δικαίωμα διεξαγωγής ελέγχων των
ατόμων στα σύνορά τους. Η Δανία εισήλθε στη Συμφωνία του Σένγκεν το 1996. Καθώς η ελεύθερη
κυκλοφορία των ατόμων καταστεί αναγκαία τη δημιουργία πληροφορικών συστημάτων σε
Ευρωπαϊκή κλίμακα, ενισχύθηκαν και οι εγγυήσεις προστασίας των προσωπικών δεδομένων.
Στις 28 Ιουλίου 2000, τέσσερεις σημαντικές χώρες της Ε.Ε. – η Ισπανία, η Ιταλία, η Γερμανία και η
Γαλλία- συμφώνησαν στην άρση της υποχρεωτικότητας της άδειας παραμονής για τους
υπόλοιπους πολίτες της Ε.Ε.
78
Συνοψίζοντας, η παρούσα ενότητα παρουσιάζει το οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον στην
Ευρώπη μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και σκιαγραφεί τη διαδικασία της Ευρωπαϊκής
ενοποίησης προς αυτό που σήμερα ονομάζουμε Ε.Ε. μέσω των Ευρωπαϊκών Συνθηκών.
Καταδεικνύει ότι η Ε.Ε. είναι αποτέλεσμα συνεχών προσπαθειών δημιουργίας μιας κοινής
νοοτροπίας και προώθησης του κοινού συμφέροντος ανάμεσα στα κράτη-μέλη της.
ΤΑ ΚΥΡΙΟΤΕΡΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΤΗΝ
Ε.Ε.
Τα κύρια όργανα στην Ε.Ε. είναι το Συμβούλιο (Το Συμβούλιο των Υπουργών και το Ευρωπαϊκό
Συμβούλιο), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και το
Ελεγκτικό Συνέδριο, μαζί με αρκετούς άλλους θεσμούς όπως το Συμβούλιο Οικονομικών και
Δημοσιονομικών Θεμάτων (ECOFIN), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, η
Επιτροπή των Περιφερειών, Η Κεντρική Τράπεζα και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Αυτά τα
όργανα είναι υπεύθυνα για τη διαδικασία λήψης αποφάσεων εντός της Ε.Ε.
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ
Οι υπουργοί των κρατών-μελών αποτελούν το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο είναι
εκείνο που διαμορφώνει στην πραγματικότητα την πολιτική στην Ευρώπη. Τα μέλη του ποικίλουν
ανάλογα με το θέμα προς συζήτηση. Κάθε χώρα αντιπροσωπεύεται από τον υπουργό που είναι
υπεύθυνος για αυτό το θέμα (π.χ.: εξωτερικών, οικονομικών, κοινωνικών θεμάτων, μεταφορών,
γεωργίας). Ο ρόλος του Συμβουλίου των Υπουργών είναι:
• Να θέτει τις γενικές κατευθύνσεις της πολιτικής.
• Ν’ αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα των κρατών-μελών.
• Να υιοθετεί ή απορρίπτει αποφάσεις σχετικά με τη νομοθεσία.
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δε συμπεριλαμβανόταν στις ιδρυτικές Συνθήκες του 1958. Αποτέλεσε
μέρος του θεσμικού πλαισίου στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το 1987. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο
είναι το κύριο όργανο λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης με εξουσίες που υπερτερούν
εκείνων του Συμβουλίου των Υπουργών καθώς αποτελείται από τους αρχηγούς των κρατών-μελών
της Ε.Ε. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συνεδριάζει δύο φορές το χρόνο υπό την αιγίδα του Προέδρου
του Συμβουλίου και με τις διαδικασίες ψηφοφορίας να διέπονται από την προϋπόθεση των
ομόφωνων αποφάσεων. Η Προεδρία ανατίθεται για έξι μήνες σε κάθε κράτος-μέλος με αυστηρή
αλφαβητική εκ περιτροπής σειρά.
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι ένας πολιτικά ανεξάρτητος θεσμός που ιδρύθηκε τη δεκαετία του
1950 από τις ιδρυτικές συνθήκες της Ε.Ε., εκπροσωπεί δε και στηρίζει τα συμφέροντα ολόκληρης
της Ε.Ε. και όχι τα ατομικά συμφέροντα κάθε κράτους-μέλους. Ο θεσμός αυτός διαδραματίζει
κεντρικό και ζωτικό ρόλο εντός του θεσμικού συστήματος της Ε.Ε. καθώς:
• Εισηγείται, νομοθεσία, πολιτικές και σχέδια δράσης.
• Εφαρμόζει τις αποφάσεις του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
79
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Η Συνθήκη των Παρισίων το 1952 καθιέρωσε το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Βασικό
μέλημα του Δικαστηρίου είναι η διασφάλιση του ότι όλες οι αποφάσεις και η νομοθεσία του
περιβάλλοντος της Ε.Ε. συμβαδίζουν με τις συνθήκες της Ε.Ε. Επιπρόσθετα, καθήκον του είναι η
διασφάλιση του ότι η νομοθεσία της Ε.Ε. δεν ευνοεί κάποιο συγκεκριμένο κράτος-μέλος και ότι όλα
τα μέλη είναι ισότιμα έναντι των κανόνων και ρυθμίσεων της Ε.Ε. ανεξαρτήτως συνθηκών χωρίς
παρερμηνείες. Όλα τα κράτη-μέλη, οι θεσμοί της Ε.Ε., οι επιχειρήσεις και τα άτομα μπορούν να
απευθυνθούν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για να επιλύσουν όλα τα νομικά ζητήματά τους. Όλα τα
μέλη συμμετέχουν στο Δικαστήριο με έναν αντιπρόσωπο, αλλά προς χάριν αποτελεσματικότητας,
το Δικαστήριο μπορεί να συνεδριάσει ως «Τμήμα» με μια πλειοψηφία δικαστών (11) αντί να είναι
πάντα αναγκαίο να συνεδριάζει σε ολομέλεια με παρόντες όλους τους δικαστές. Για τη συνδρομή
του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στο να αντιμετωπίσει τις χιλιάδες υποθέσεις που έρχονται ενώπιόν
του και για την καλύτερη νομική προστασία των πολιτών, δημιουργήθηκε ένα «Πρωτοδικείο» το
1989 από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη. Αυτό το δικαστήριο ( που αποτελεί μέρος του Ευρωπαϊκού
Δικαστηρίου) είναι υπεύθυνο για την έκδοση αποφάσεων σε ορισμένα είδη υποθέσεων, ιδίως
αγωγές από άτομα και υποθέσεις που σχετίζονται με αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων. Οι
ετυμηγορίες του μπορούν να εφεσιβληθούν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο
και το Πρωτοδικείο έχουν το καθένα τον πρόεδρό του, ο οποίος επιλέγεται από τους παρέδρους του
για μια τριετή θητεία.
ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
Το Συνέδριο ιδρύθηκε το 1977. Έχει το συγκεκριμένο ρόλο του να ελέγχει τα οικονομικά ζητήματα
της Ε.Ε. και έχει δικαιοδοσία σε όλα τα θέματα εσόδων και εξόδων, καθώς και στον επονομαζόμενο
προϋπολογισμό της Ε.Ε. Όλα τα κράτη-μέλη ορίζουν ένα μέλος του οποίου εγγυώνται την
ελευθερία κινήσεων. Στις χώρες από τις οποίες προέρχονται, τα μέλη της Συνεδρίου έχουν όλοι
εργαστεί για κάποια αρχή ελέγχου ή έχουν ειδικά προσόντα για αυτό τον τομέα. Επιλέγονται για την
ικανότητά τους και την ανεξαρτησία τους και απασχολούνται πλήρως από το Συνέδριο υπό τον
Πρόεδρο του Συμβουλίου, ο οποίος εκλέγεται κάθε τρία χρόνια.
ΤΟ ECOFIN
Το Συμβούλιο Υπουργών Οικονομικών και Δημοσιονομικών Θεμάτων είναι υπεύθυνο για όλα τα
οικονομικά θέματα εντός της Ε.Ε.
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ιδρύθηκε από κοινού στις Συνθήκες της ΕΟΚ και
της EURATOM το 1958. Είναι μια συμβουλευτική επιτροπή που συνενώνει διαφορετικές
οικονομικές και κοινωνικές ομάδες συμφερόντων. Παρουσιάζει τις απόψεις τους και υπερασπίζεται
τα συμφέροντά τους σε συζητήσεις χάραξης πολιτικής ενώπιον της Επιτροπής, του Συμβουλίου και
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Έτσι η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποτελεί
βήμα δημόσιων συζητήσεων, έτσι ώστε τα διάφορα συμφέροντα να θέσουν τους προβληματισμούς
τους. Τα μέλη ορίζονται από τις κυβερνήσεις της Ε.Ε., αλλά εργάζονται με πλήρη πολιτική
ανεξαρτησία. Διορίζονται για μια περίοδο τεσσάρων χρόνων και μπορούν να επαναδιοριστούν. Η
Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έχει τρεις κύριους ρόλους:
• Να συμβουλεύει το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,
είτε κατόπιν αίτησής τους, είτε κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας της Επιτροπής.
• Να ενθαρρύνει την κοινωνία των πολιτών προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης εμπλοκής
τους στη χάραξη πολιτικής εντός της Ε.Ε.
• Να προάγει το ρόλο της κοινωνίας των πολιτών σε χώρες εκτός Ε.Ε. και να βοηθά στη
δημιουργία συμβουλευτικών δομών.
80
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ
Η Επιτροπή των Περιφερειών ιδρύθηκε το 1994 από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση
(Μάαστριχτ) και είναι ένα όργανο με 220 μέλη και ρόλο συμβουλευτικό, που είναι σε θέση να
σχολιάζει τις προτάσεις που υποβάλλονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και να διασφαλίζει το ότι η
περιφερειακή και τοπική ταυτότητα, καθώς και τα αντίστοιχα δικαιώματα, γίνονται σεβαστά. Η
συνδρομή της Επιτροπής πρέπει να αναζητείται σε θέματα που αφορούν στην πολιτική λήψης
αποφάσεων τοπικού και περιφερειακού χαρακτήρα, όπως περιφερειακή πολιτική, περιβάλλον,
παιδεία και μεταφορές. Τα μέλη της Επιτροπής είναι εκλεγμένοι δημοτικοί ή περιφερειακοί
άρχοντες, και αντιπροσωπεύουν όλη τη γκάμα δραστηριοτήτων των τοπικών και περιφερειακών
κυβερνήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μπορεί να είναι περιφερειάρχες, περιφερειακοί σύμβουλοι,
δημοτικοί σύμβουλοι, δήμαρχοι μεγάλων πόλεων, κ.λπ.
Οι κυβερνήσεις της Ε.Ε. προτείνουν τα μέλη της Επιτροπής, αλλά τα μέλη εργάζονται με απόλυτη
πολιτική ανεξαρτησία. Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τους διορίζει για τέσσερα χρόνια και
μπορούν να επαναδιοριστούν. Η Επιτροπή των Περιφερειών ορίζει έναν Πρόεδρο μεταξύ των
μελών της με διετή θητεία.
Η Επιτροπή και το Συμβούλιο πρέπει να συμβουλεύονται την Επιτροπή των Περιφερειών σε θέματα
άμεσης συνάφειας με τις τοπικές και περιφερειακές αρχές, αλλά μπορούν επίσης να την
συμβουλεύονται όποτε το επιθυμούν. Από την πλευρά της, η Επιτροπή των Περιφερειών μπορεί να
υιοθετήσει απόψεις με δική της πρωτοβουλία και να τις παρουσιάσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή,
στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ιδρύθηκε το 1998 από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή
Ένωση για να εισάγει και διαχειριστεί το νέο νόμισμα (Ευρώ), να διενεργεί πράξεις συναλλάγματος
και να διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμής. Η ΕΚΤ είναι επίσης υπεύθυνη
για τη σχεδίαση και εφαρμογή της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής της Ε.Ε.
H ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ
H Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕ) ιδρύθηκε το 1958 με τη Συνθήκη της Ρώμης. Εδρεύει
στο Λουξεμβούργο και το κύριος ρόλος της είναι η χρηματοδότηση χρηματοδοτούμενων
επενδυτικών μοντέλων, τα οποία η Ε.Ε. έχει ορίσει ως σημαντικά για την οικονομική ανάπτυξη.
Τα μοντέλα και τα προγράμματα που επιλέγονται από την ΕΤΕ είναι στις λιγότερο ευνοημένες
περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι κυρίως συνδεδεμένα με τη βελτίωση της υποδομής
αυτών των περιοχών. Είναι μη κερδοσκοπική και δεν έχει πόρους από καταθέσεις ή τρέχοντες
λογαριασμούς. Ούτε κάνει χρήση κεφαλαίων από τον προϋπολογισμό της Ε.Ε.. Αντ’ αυτού, η ΕΤΕ
χρηματοδοτείται μέσω δανεισμού από τις χρηματοπιστωτικές αγορές και από τους μετόχους της
τράπεζας, δηλαδή τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεισφέρουν από κοινού στα
κεφάλαιά της και η συνεισφορά κάθε χώρας αντικατοπτρίζει την οικονομική της βαρύτητα εντός της
Ένωσης. Αυτή η στήριξη από τα κράτη-μέλη δίνει στην ΕΤΕ την υψηλότερη πιστοληπτική ικανότητα
στις χρηματαγορές, όπου μπορεί ως εκ τούτου να συγκεντρώνει πολύ μεγάλα κεφάλαια με πολύ
ανταγωνιστικούς όρους. Αυτό με τη σειρά του επιτρέπει στην τράπεζα να επενδύει σε προγράμματα
δημόσιου ενδιαφέροντος, τα οποία σε άλλη περίπτωση δε θα τύγχαναν χρηματοδότησης, ή θα
έπρεπε να δανειστούν με υψηλά επιτόκια.
Τα προγράμματα στα οποία επενδύει η τράπεζα επιλέγονται προσεκτικά σύμφωνα με ακόλουθα
κριτήρια:
81
• Πρέπει να συνδράμουν την επίτευξη των στόχων της Ε.Ε., όπως για παράδειγμα να κάνουν
πιο ανταγωνιστικές τις Ευρωπαϊκές βιομηχανίες και μικρές επιχειρήσεις, να δημιουργήσουν
διευρωπαϊκά δίκτυα (μεταφορές, τηλεπικοινωνίες και ενέργεια), να δώσουν ώθηση στον
τομέα της πληροφορικής, να προστατεύσουν τα φυσικά και αστικά περιβάλλοντα, ή να
βελτιώσουν τις υπηρεσίες υγείας και παιδείας.
• Πρέπει κυρίως να επωφελούνται οι περιοχές σε μειονεκτική θέση.
• Πρέπει να συνδράμουν στην προσέλκυση άλλων πηγών χρηματοδότησης.
Αυτά τα κριτήρια ισχύουν για δραστηριότητες τόσο εντός όσο και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σχεδόν 90% των δραστηριοτήτων της ΕΤΕ λαμβάνουν χώρα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά
ένα σημαντικό μέρος της χρηματοδότησης πηγαίνει στα μελλοντικά κράτη-μέλη. Η ΕΤΕ στηρίζει
επίσης τη βιώσιμη ανάπτυξη στις χώρες της Μεσογείου, την Αφρική, τη Καραϊβική και τον Ειρηνικό,
καθώς και προγράμματα στη Λατινική Αμερική και την Ασία.
Τέλος, η ΕΤΕ είναι ο πλειοψηφών μέτοχος του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων. Αυτό το ταμείο
δημιουργήθηκε το 1994 για να χρηματοδοτεί επενδύσεις σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ).
Συνοψίζοντας, η παρούσα ενότητα αναλύει τη θεσμική δομή της Ε.Ε. και παρουσιάζει τα κυριότερα
θεσμικά όργανα, έτσι ώστε να αποσαφηνίσει την πολιτική λήψεως αποφάσεων και τα στοιχεία από
τα οποία εξαρτάται. Η πολιτική της λήψης αποφάσεων είναι το πιο σημαντικό θέμα στην Ε.Ε. και οι
Ευρωπαϊκοί θεσμοί εγγυώνται την ισότιμη μεταχείριση όλων των μελών της Ε.Ε.
ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΤΗΣ Ε.Ε. – ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ
ΕΥΚΑΙΡΙΑ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ – Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ
Η διεύρυνση είναι μία από τις πιο σημαντικές ευκαιρίες για την Ευρωπαϊκή Ένωση στις αρχές του
21ου αιώνα. Είναι ένα μοναδικό ιστορικό καθήκον για να προωθηθεί η ολοκλήρωση της ηπείρου με
ειρηνικά μέσα, επεκτείνοντας τη ζώνη σταθερότητας και ευημερίας σε νέα μέλη. Σε μόλις κάτι
περισσότερο από 30 χρόνια, η Ε.Ε. διευρύνθηκε από μια 6μελή οντότητα με πληθυσμό 185
εκατομμύρια σε μια 15μελή οντότητα με πληθυσμό 375 εκατομμύρια, πριν να γίνει μια 25μελης
οντότητα με 455 εκατομμύρια πολιτών την 1η Μαΐου 2004, και η διαδικασία δεν έχει ακόμη
ολοκληρωθεί. Στο μεταξύ, η διεύρυνση των μελών της «λέσχης» συμβαδίζει και με την
«εμβάθυνση» της ολοκλήρωσης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Ε.Ε. ξεκίνησε το πρόγραμμά
της για την Κοινή Αγορά και υιοθέτησε πολιτικές για το περιβάλλον, την οικονομική και κοινωνική
συνοχή, την έρευνα και την τεχνολογία και τα κοινωνικά θέματα. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ του
1992 έθεσε τα θεμέλια για την οικονομική και νομισματική ένωση που ακολουθήθηκε από την
εισαγωγή του κοινού Ευρωπαϊκού νομίσματος, του Ευρώ. Το Συμβούλιο της Κοπεγχάγης τον Ιούνιο
του 1993 έθεσε τα θεμέλια για την πέμπτη διαδικασία διεύρυνσης της Ε.Ε.. Το Συμβούλιο εξέδωσε
τα λεγόμενα «Κριτήρια της Κοπεγχάγης», σύμφωνα με τα οποία μια υποψήφια χώρα πρέπει να
πληροί τα εξής:
• Πολιτικά κριτήρια: «σταθερότητα των θεσμών που εγγυώνται τη δημοκρατία,
νομιμοφροσύνη, ανθρώπινα δικαιώματα και σεβασμός και προστασία των μειονοτήτων».
• Οικονομικά κριτήρια: «ύπαρξη λειτουργούσας οικονομίας αγοράς, καθώς και δυνατότητα
αντιμετώπισης ανταγωνιστικής πίεσης και δυνάμεων της αγοράς εντός της Ένωσης».
• Κριτήρια σχετικά με το κεκτημένο: «δυνατότητα ανάληψης υποχρεώσεων μέλους,
συμπεριλαμβανομένης της προσκόλλησης στους στόχους της πολιτικής, οικονομικής και
νομισματικής ένωσης».
82
Οι τρίτες χώρες θα ωφεληθούν πολύ από μια διευρυμένη Ένωση. Ένα ενιαίο σύνολο εμπορικών
κανόνων, ένας ενιαίος δασμός και ένα ενιαίο σύνολο διοικητικών διαδικασιών θα ισχύουν όχι μόνο
για τα υπάρχοντα κράτη-μέλη, αλλά για όλη την Κοινή Αγορά της διευρυμένης Ένωσης. Αυτό θα
απλοποιήσει τις συναλλαγές για τους φορείς τρίτων χωρών εντός της Ευρώπης και θα βελτιώσει τις
συνθήκες των επενδύσεων και του εμπορίου. Στον Πίνακα 1 συνοψίζουμε τις αιτήσεις/εντάξεις των
υπαρχόντων κρατών-μελών και συμπεριλαμβάνουμε τις χώρες που έπονται κατά την επόμενη
διεύρυνση.
Πίνακας 1: Ευρωπαϊκές Χώρες και οι Αιτήσεις τους για Ένταξη στην Ε.Ε.
Χώρα Αίτηση Ένταξη
Ιδρυτικά μέλη Αύγουστος 1961 1957
Βέλγιο Ιούλιος 1961 1957
Γαλλία Αύγουστος 1961 1957
Γερμανία 1957
Ιταλία Ιούνιος 1975 1957
Λουξεμβούργο 1957
Ολλανδία Μάρτιος 1977
Ιούλιος 1977 Ιανουάριος 1973
Πρώτη διεύρυνση Ιανουάριος 1973
Δανία Ιούλιος 1989 Ιανουάριος 1973
Ιρλανδία Μάρτιος 1992
Ηνωμένο Βασίλειο Ιούλιος 1991 Ιανουάριος 1981
Δεύτερη διεύρυνση Ιούλιος 1990 Ιανουάριος 1986
Ελλάδα Ιανουάριος 1996 Ιανουάριος 1986
Δεκέμβριος 1995 Ενοποίηση της Γερμανίας
Τρίτη διεύρυνση Μάρτιος 1994 Οκτώβριος 1990
Πορτογαλία Οκτώβριος 1995
Ισπανία Δεκέμβριος 1995 Ιανουάριος 1995
Ανατολική Γερμανία Ιούλιος 1990 Ιανουάριος 1995
Απρίλιος 1994 Ιανουάριος 1995
Τέταρτη διεύρυνση Ιούνιος 1995
Αυστρία Ιούνιος 1996 Μάιος 2004
Φινλανδία Μάιος 2004
Σουηδία Μάιος 2004
Μάιος 2004
Πέμπτη διεύρυνση Μάιος 2004
Κύπρος Μάιος 2004
Τσεχία Μάιος 2004
Εσθονία Μάιος 2004
Ουγγαρία Μάιος 2004
Λεττονία Μάιος 2004
Λιθουανία
Μάλτα
Πολωνία
Σλοβακία
Σλοβενία
Επόμενες διευρύνσεις
(προγραμματισμένες)
83
Βουλγαρία Δεκέμβριος 1995 1 Ιανουαρίου 2007
Ρουμανία Ιούνιος 1995 (προγραμματισμένη)
Κροατία 20 Φεβρουαρίου 2003
1 Ιανουαρίου 2007
Τουρκία 1963 (προγραμματισμένη)
1 Ιανουαρίου 2007
(προγραμματισμένη αλλά
λιγότερη βέβαιη)
?
Στην παρούσα ενότητα παρουσιάσαμε τα κριτήρια της Κοπεγχάγης για την ένταξη στην Ε.Ε. και
τονίσαμε ότι η Ευρωπαϊκή διεύρυνση είναι ένα μοναδικό ιστορικό καθήκον για να προωθηθεί η
ολοκλήρωση της ηπείρου με ειρηνικά μέσα, επεκτείνοντας τη ζώνη σταθερότητας και ευημερίας σε
νέα μέλη.
ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ /
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Δώστε μία περίληψη του Κεφαλαίου αναφέρωντας τα κύρια συμπεράσματα.
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΑΣΚΗΣΕΩΝ
ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ / ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Περίληψη - Συμπεράσματα
Στο 4ο Κεφάλαιο επεκτείναμε την ανάλυση του 3ου Κεφαλαίου σχετικά με το οικονομικό και πολιτικό
περιβάλλον στην Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας του 1940, όταν η Ευρώπη είχε μόλις εξέλθει από
το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η οικονομική κατάσταση στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες
ήταν πολύ άσχημη, καθώς είχαν να αντιμετωπίσουν υψηλά ποσοστά πληθωρισμού, μικρή υποδομή
και υψηλή ανεργία. Ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να ανταγωνιστούν τις αναδυόμενες
υπερδυνάμεις του κόσμου (τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ). Ήταν πλέον φανερό ότι ήταν ζωτικό για τις
Ευρωπαϊκές χώρες να ξεπεράσουν τον εθνικισμό τους και να δημιουργήσουν μια ολοκληρωμένη
Ευρωπαϊκή οργάνωση για το κοινό συμφέρον που προέκυψε μέσα από τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες,
οι οποίες περιγράφηκαν σε αυτό το κεφάλαιο.
Παρουσιάσαμε επίσης τα κυριότερα θεσμικά όργανα της Ε.Ε., τα οποία είναι υπεύθυνα για την
πολιτική λήψης αποφάσεων και για την ισότιμη μεταχείριση όλων των μελών της Ε.Ε.
Τέλος, στο 4ο Κεφάλαιο, παρουσιάστηκε η διεύρυνση της Ε.Ε. ιστορικά, καταδεικνύοντας ότι η
Ευρώπη έχει αναπτύξει τη σωστή νοοτροπία για να ενοποιήσει σε βάθος χρόνου την επιμέρους
δύναμη των κρατών-μελών, έτσι ώστε να δημιουργήσει μια ανταγωνιστική με τις εξωτερικές αγορές
και δυνάμεις οργάνωση, από την οποία θα επωφεληθούν όλα τα μέλη.
84
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
ΤΗΣ Ε.Ε.8
8 Το παρόν αποτελεί μετάφραση του 3ου κεφαλαίου του βιβλίου European Business, Volume 3, Economics
for Managers του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.
85
86
ΣΤΟΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ 5
Να περιγράφετε:
Τη φύση, το πεδίο και το σκοπό της πολιτικής ανταγωνισμού της Ε.Ε.
Τη νομοθεσία της Ε.Ε. σχετικά με τον ανταγωνισμό
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Όπως αναλύθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο, η καθιέρωση της κοινής Ευρωπαϊκής αγοράς και,
κατά συνέπεια, της ελεύθερης διακίνησης των αγαθών, των υπηρεσιών, της εργασίας και του
κεφαλαίου, οδήγησαν σε αυξημένο ανταγωνισμό μεταξύ των Ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Η έκθεση
Cecchini προέβλεψε σημαντικά οικονομικά οφέλη για τα κράτη-μέλη, καθώς οι Ευρωπαϊκές
επιχειρήσεις θα ήταν σε θέση να λειτουργούν μέσα σε ένα ολοκληρωμένο περιβάλλον με
μεγαλύτερες δυνατότητες για περαιτέρω ανάπτυξη. Παρ’ όλ’ αυτά, για να διασφαλιστεί ο θεμιτός
ανταγωνισμός και για να αποφευχθούν ανεπιθύμητες επιχειρησιακές πρακτικές, η Ένωση έπρεπε
να αναπτύξει μια αποτελεσματική πολιτική ανταγωνισμού.
ΒΑΣΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
Το πεδίο αυτού του κεφαλαίου είναι η ανάλυση της πολιτικής ανταγωνισμού της Ε.Ε. και η εξέταση
της σπουδαιότητάς της για την ολοκληρωμένη Ευρώπη.
ΛΕΞΕΙΣ ΚΛΕΙΔΙΑ
• Πολιτική ανταγωνισμού
• Ευρωπαϊκή νομοθεσία
• Δυνάμεις της αγοράς
87
88
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ Ε.Ε.;
Η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς στην Ε.Ε. έδωσε την προοπτική ενός πιο ανταγωνιστικού
περιβάλλοντος εντός της Ε.Ε. Η πολιτική ανταγωνισμού εντός της Ε.Ε. περιλαμβάνει τον έλεγχο και
την παρέμβαση σε αγορές για να διασφαλιστεί ότι υπάρχει ένα επαρκές επίπεδο ανταγωνισμού. Η
ευθύνη για την πολιτική ανταγωνισμού εντός της Ε.Ε. μοιράζεται στα κράτη-μέλη. Η πολιτική
ανταγωνισμού έχει αποκτήσει αυξανόμενη σπουδαιότητα καθώς οι επιχειρήσεις λειτουργούν σε
πανευρωπαϊκή βάση και δεν περιορίζονται σε ένα συγκεκριμένο κράτος-μέλος, έτσι ώστε να
μπορέσουν να αποκτήσουν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που θα τις οδηγήσει σε μεγαλύτερη
αποτελεσματικότητα και καινοτομία. Όπως είπε και ο Πήτερ Σάντερλαντ, ο οποίος ηγείτο της
πολιτικής ανταγωνισμού της ΕΚ μεταξύ 1985 και 1988, η πολιτική ανταγωνισμού στοχεύει στην
ανάπτυξη «την ισότιμη συμμετοχή, όπου το ατομικό ταλέντο, η προσπάθεια και το συγκριτικό
πλεονέκτημα οδηγούν στη νίκη και όχι ένα κεκλιμένο γήπεδο με κινούμενα τέρματα, έναν
προκατειλημμένο διαιτητή και αντιπάλους που ντοπάρονται» (Welford και Prescott, 1994, σελ. 83).
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ;
Στις αγορές, οι εταιρείες εμπορεύονται τα προϊόντα τους και τις υπηρεσίες τους, έτσι ώστε να έχουν
κέρδος και να αυξήσουν το μερίδιο αγοράς τους. Ο ανταγωνισμός μπορεί να υπάρξει όταν οι
επιχειρήσεις που λειτουργούν μέσα στην ίδια αγορά, είναι ελεύθερες να εκμεταλλευτούν τα
διαφορετικά τους κόστη παραγωγής, τις τιμές και την ποιότητα. Αυτό προϋποθέτει ότι οι εταιρείες
είναι ελεύθερες να διαφημίζουν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους χωρίς υπερβολική κρατική
παρέμβαση. Επιπρόσθετα, οι εταιρείες δεν πρέπει να εμπλέκονται σε δεσμευτικές ρήτρες (όταν οι
εταιρείες κάνουν ειδικές συμφωνίες με τους πελάτες ή τους διανομείς) και θα πρέπει να μπορούν να
εισέρχονται ή να εξέρχονται από την αγορά σχετικά εύκολα. Επίσης, δεν πρέπει να υπάρχουν
ειδικές συμφωνίες μεταξύ δύο ή περισσότερων εταιρειών στον ίδιο βιομηχανικό κλάδο.
Η ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
Η αγορά είναι ένας μηχανισμός που επιτρέπει στους ανθρώπους να συναλλάσσονται και συνήθως
διέπεται από τις δυνάμεις της ζήτησης και της προσφοράς. Ο αριθμός των εταιρειών που
λειτουργούν σε κάθε αγορά επηρεάζει το επίπεδο και το είδος του ανταγωνισμού στο συγκεκριμένο
βιομηχανικό κλάδο και έτσι πρέπει να γνωρίζουμε τη δομή της αγοράς για να μπορέσουμε να
κατανοήσουμε τους στόχους της πολιτικής ανταγωνισμού της Ε.Ε. Οι αγορές μπορούν να
προάγουν ή να παρεμποδίζουν την αποτελεσματικότητα, η οποία μπορεί να οριστεί ως τεχνική
αποτελεσματικότητα, αποδοτική κατανομή, ή δυναμική αποτελεσματικότητα.
Τεχνική αποτελεσματικότητα
Όταν οι εταιρείες αποφασίζουν να παράγουν ένα συγκεκριμένο προϊόν ή να προσφέρουν κάποια
υπηρεσία, αρχίζουν να ενδιαφέρονται για ένα αποτελεσματικό τρόπο παραγωγής τους. Η τεχνική
αποτελεσματικότητα, ο πιο κοινός όρος, αναφέρεται σε ένα επίπεδο παραγωγής που έχει το
μικρότερο δυνατό κόστος παραγωγής ανά μονάδα. Στην οικονομική θεωρία αυτό αποτελεί το
χαμηλότερο σημείο στην καμπύλη μέσου κόστους. Επίσης, μακροπρόθεσμα είναι δυνατό να
επιτύχουν οι εταιρείες οικονομίες κλίμακας ενσωματώνοντας ή αυξάνοντας την παραγωγή κλίμακας
και αυτό μπορεί να σημαίνει χαμηλότερο μέσο κόστος. Αυτό θεωρείται επίσης τεχνικά πιο
αποτελεσματικό.
89
Αποδοτική κατανομή
Τα οικονομικά ασχολούνται πρωτίστως με την ανεπάρκεια των πόρων και τους τρόπους με τους
οποίους αυτοί οι πόροι κατανέμονται στα διάφορα έργα. Η αποδοτική κατανομή αναφέρεται στη
διάθεση των πόρων σε εναλλακτικές παραγωγικές χρήσεις, με σκοπό τη μεγιστοποίηση της
συνολικής χρησιμότητας (ή ικανοποίησης) γενικά στην κοινωνία.
ΑΜΙΓΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ
Υπό συνθήκες αμιγούς ανταγωνισμού, υπάρχουν πολλές εταιρείες που παράγουν σχεδόν το ίδιο
προϊόν ή υπηρεσία στην αγορά. Έτσι, οι πελάτες είναι αδιάφοροι κατά την επιλογή των
προμηθευτών τους. Επίσης, οι εταιρείες έχουν την ίδια ικανότητα να εισέρχονται και να εξέρχονται
από ένα βιομηχανικό κλάδο και έχουν την ίδια πρόσβαση σε πλήρεις πληροφορίες.
Βραχυπρόθεσμα, μια εταιρεία μπορεί να επιτύχει αφύσικα μεγάλο κέρδος, και αυτό συμβαίνει όταν
μια εταιρεία έχει κέρδη μετά την αποπληρωμή όλων των μέσων παραγωγής, συμπεριλαμβανομένης
της επιχειρηματικότητας. Όμως, εάν υπάρχουν αφύσικα μεγάλα κέρδη βραχυπρόθεσμα και
δεδομένου ότι η πρόσβαση στην αγορά είναι εφικτή για άλλους παραγωγούς που ελκύονται από τα
βραχυπρόθεσμα αφύσικα μεγάλα κέρδη, δε θα υπάρξουν μακροπρόθεσμα αφύσικα μεγάλα κέρδη.
Στον αμιγή ανταγωνισμό, ο μεμονωμένος παραγωγός ή καταναλωτής δεν έχει τη δύναμη να
επηρεάσει τις τιμές στην αγορά. Αυτό έχει θετικό αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον οικονομικό ορισμό
της αποτελεσματικότητας κατά Παρέτο. Η ανάλυση αγορών αμιγούς ανταγωνισμού θέτει τις βάσεις
μια θεωρίας προσφοράς και ζήτησης. Ένα πραγματικό παράδειγμα αμιγούς ανταγωνισμού είναι ο
κλάδος της γεωργίας, όπου ένας μεγάλος αριθμός προμηθευτών, μια σχετικά ανελαστική ζήτηση
και σχεδόν όμοια προϊόντα αποτελούν ένα καλό παράδειγμα του μοντέλου του αμιγούς
ανταγωνισμού.
Γενικά, μια αγορά θεωρείται ότι είναι αμιγούς ανταγωνισμού εάν:
• Υπάρχει μεγάλος αριθμός παραγωγών και καταναλωτών.
• Κανένας από τους παραγωγούς ή τους καταναλωτές δεν μπορεί να επηρεάσει την τιμή από
μόνος του, δηλαδή λειτουργεί παθητικά ως προς τη διαμόρφωση των τιμών.
• Τα παραγόμενα αγαθά και οι υπηρεσίες είναι τέλεια υποκατάστατα, για παράδειγμα είναι
ομοιογενή.
• Όλοι οι πόροι (συμπεριλαμβανομένων και των πληροφοριών) είναι απόλυτα κινητοί.
• Το κόστος συναλλαγών είναι μηδενικό.
• Η τιμή καθορίζεται στο σημείο όπου εξισώνονται η προσφορά και η ζήτηση και προσεγγίζει
άμεσα την τιμή ισορροπίας.
ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ
Στα οικονομικά, το μονοπώλιο (από τις λέξεις «μόνος» και «πωλώ») ορίζεται ως μια κατάσταση
της αγοράς κατά την οποία υπάρχει μόνον ένας προμηθευτής ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας. Τα
μονοπώλια χαρακτηρίζονται από την έλλειψη οικονομικού ανταγωνισμού για τα αγαθά ή τις
υπηρεσίας που παρέχουν (και την έλλειψη βιώσιμων υποκατάστατων αγαθών), καθώς και από
ισχυρούς φραγμούς στην είσοδο πιθανών ανταγωνιστών σε αυτή την αγορά. Κάθε εταιρεία που έχει
πλήρες ή πολύ μεγάλο μερίδιο μιας συγκεκριμένης αγοράς θεωρείται ότι βρίσκεται σε μονοπωλιακή
κατάσταση.
ΟΛΙΓΟΠΩΛΙΟ
Το ολιγοπώλιο είναι μια μορφή αγοράς κατά την οποία μια αγορά κυριαρχείται από ένα μικρό
αριθμό πωλητών (τους ολιγοπωλιακούς φορείς). Η λέξη προέρχεται από τη λέξη «ολιγοπώλιον»,
90
δηλαδή λίγοι πωλητές. Επειδή ακριβώς υπάρχουν λίγοι συμμετέχοντες σε αυτό το είδος αγοράς,
κάθε ολιγοπωλιακός φορέας γνωρίζει καλά τις πράξεις των άλλων. Οι ολιγοπωλιακές αγορές
χαρακτηρίζονται από αλληλεπίδραση. Οι αποφάσεις που παίρνει μια εταιρεία επηρεάζουν και
επηρεάζονται από εκείνες των άλλων εταιρειών. Ο στρατηγικός σχεδιασμός των ολιγοπωλιακών
φορέων λαμβάνει πάντα υπ’ όψη την πιθανή αντίδραση των άλλων συμμετεχόντων στην αγορά. Ο
ολιγοπωλιακός ανταγωνισμός μπορεί να επιφέρει μια ευρεία γκάμα διαφορετικών αποτελεσμάτων.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εταιρείες μπορούν να συνωμοτήσουν ώστε να αυξήσουν τις τιμές και
να περιορίσουν την παραγωγή, ακριβώς όπως και στο μονοπώλιο. Όταν υπάρχει επίσημη
συμφωνία για μια τέτοια συνομωσία, αυτό ονομάζεται καρτέλ. Υπάρχουν νομικοί περιορισμοί στις
περισσότερες χώρες για τέτοιες συνομωσίες. Δε χρειάζεται να υπάρχει επίσημη συμφωνία για να
γίνει μια τέτοια συνομωσία (παρ’ όλο που για να είναι η πράξη αυτή παράνομη, πρέπει να υπάρξει
πραγματική επικοινωνία μεταξύ των εταιρειών). Για παράδειγμα, σε ορισμένους βιομηχανικούς
κλάδους, μπορεί να υπάρχει μια αναγνωρισμένη ηγετική επιχείρηση στην αγορά, η οποία
ανεπίσημα καθορίζει τις τιμές τις οποίες οι άλλοι παραγωγοί ακολουθούν, πράγμα το οποίο είναι
γνωστό ως ηγεσία τιμής.
ΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ
Αυτή είναι πιθανόν μια πιο ρεαλιστική περιγραφή πολλών αγορών, καθώς οι συνθήκες του αμιγούς
ανταγωνισμού σπάνια υφίστανται στην πραγματικότητα. Στην περίπτωση αυτή, διάφορες εταιρείες
ανταγωνίζονται με διαφοροποιημένα προϊόντα και μακροπρόθεσμα επιτυγχάνεται η τεχνική
αποτελεσματικότητα.
Δυναμική αποτελεσματικότητα
Γενικά, η πολιτική ανταγωνισμού προσπαθεί να προσεγγίσει τις συνθήκες του αμιγούς
ανταγωνισμού ή του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, καθώς αυτές οι δομές της αγοράς οδηγούν σε
καλύτερη τεχνική αποτελεσματικότητα. Ο καταναλωτής απολαμβάνει μεγαλύτερη ποικιλία και
χαμηλότερες τιμές, και η οικονομία επωφελείται από τη βελτιωμένη ανταγωνιστικότητα. Παρ’ όλ’
αυτά, μπορούν να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι μέσω ενός μονοπωλίου ή μιας ολιγοπωλιακής δομής
της αγοράς, εάν επιτευχθεί η «δυναμική αποτελεσματικότητα». Εάν η εταιρεία επιτύχει οικονομίες
κλίμακας ως αποτέλεσμα του μεγέθους της, και τεχνολογική πρόοδο που βελτιώνει το κόστος, ως
αποτέλεσμα προηγούμενων αφύσικα μεγάλων κερδών, τότε μπορεί να επιτύχει ακόμη χαμηλότερες
τιμές και αυξημένη παραγωγή απ’ ότι υπό συνθήκες αμιγούς ανταγωνισμού. Μερικές φορές μπορεί
να πρέπει να διασπαστεί μια μονοπωλιακή δομή αγοράς, προκειμένου να επιτευχθεί αποδοτική
κατανομή και τεχνική αποτελεσματικότητα, και σε άλλες περιπτώσεις είναι καλύτερα να
παραμείνουν οι εταιρείες ως έχουν.
Στην παρούσα ενότητα παρουσιάσαμε τους ορισμούς της πολιτικής ανταγωνιστικότητας και του
ανταγωνισμού, και παραθέσαμε μια σύντομη ανάλυση των οικονομικών μορφών πιθανών δομών
της αγοράς. Αυτό είναι απαραίτητο για να κατανοήσουμε πώς οι εταιρείες και οι οργανισμοί μπορεί
να δρουν για να εκμεταλλευτούν τη φυσική τους αποτελεσματικότητα, καθώς και τα πιθανά
αποτελέσματα του αθέμιτου ανταγωνισμού. Ο περιορισμός του ανταγωνισμού, ή ακόμα χειρότερα,
ο αθέμιτος ανταγωνισμός, θα αποτελούσε σοβαρή απειλή για τις ιδρυτικές συνθήκες της
Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα μπορούσε να υπονομεύσει την πολιτική κοινού συμφέροντος των
κρατών-μελών.
91
ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρειάστηκε να συμβιβάσει δύο φαινομενικά αντίθετους στόχους: από τη
μια πλευρά, να επιτρέψει στις εταιρείες την ανασυγκρότηση και τη συνένωση, προκειμένου να
ανταγωνιστούν πιο αποτελεσματικά τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Άπω Ανατολή, και από την
άλλη, να διασφαλίσουν ότι οι νεοσυσταθείσες εταιρείες δε χρησιμοποιούν πρακτικές που βλάπτουν
τον καταναλωτή ή παρεμποδίζουν ορισμένα από τα πλεονεκτήματα που ο ανταγωνισμός θα
έπρεπε να έχει. Οι κυριότεροι τρόποι με τους οποίους περιορίζεται ο ανταγωνισμός στην Ευρώπη
είναι μέσω περιοριστικών πρακτικών, κυριαρχίας στην αγορά, κρατικών ενισχύσεων και μέσω
περιορισμών στις δημόσιες συμβάσεις. Όλα αυτά τα θέματα διευθετούνται από τη νομοθεσία. Η
Σύμβαση της Ρώμης και η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη περιλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος της
νομοθεσίας σχετικά με τον ανταγωνισμό και τα κυριότερα χαρακτηριστικά αυτών των νόμων της
Ε.Ε. θα εξεταστούν με τη σειρά τους σε σχέση με τη νέα πολιτική συγχωνεύσεων που υιοθετήθηκε
το 1990.
Η ΕΝΙΑΙΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΑΞΗ
Η ΕΕΠ έχει και αυτή συνεισφέρει σε ένα περιβάλλον θεμιτού ανταγωνισμού για τις Ευρωπαϊκές
επιχειρήσεις, καθώς η απαλοιφή των δασμολογικών φραγμών σημαίνει ότι οι εταιρείες
ανταγωνίζονται σε πιο ισότιμη βάση. Οι φυσικοί, τεχνικοί και δασμολογικοί φραγμοί που έχουν
σχεδόν εξαφανιστεί στην ενιαία αγορά, βοήθησαν κάποιες εταιρείες να αποκτήσουν πλεονέκτημα.
Συνεπώς, το πρόγραμμα της ενιαίας αγοράς βοήθησε στην εξισορρόπηση των όρων του
παιχνιδιού.
ΆΡΘΡΟ 85 (81): ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ
Το άρθρο αυτό απαγορεύει δραστηριότητες που είναι ασύμβατες με τη λειτουργία της αγοράς,
επηρεάζουν τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ συγκεκριμένων μερών και έχουν αντίκτυπο στον
περιορισμό, την παρεμπόδιση ή την αλλοίωση του ανταγωνισμού. Το άρθρο δεν τίθεται σε ισχύ
παρά μόνο όταν οι δραστηριότητες έχουν αντίκτυπο ή πιθανό αντίκτυπο στο πρότυπο εμπορικών
συναλλαγών μεταξύ συγκεκριμένων μερών. Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο απαγορεύει συμφωνίες οι
οποίες:
1. Καθορίζουν τις τιμές ή τους όρους των εμπορικών συναλλαγών.
2. Ελέγχουν ή περιορίζουν την παραγωγή, τις αγορές, την τεχνική ανάπτυξη ή τις επενδύσεις.
3. Κατανέμουν τις αγορές ή τις πηγές εφοδιασμού.
4. Καθιστούν τη σύναψη συμβολαίων αντικείμενο αποδοχής από άλλα μέρη επιπρόσθετων
υποχρεώσεων, οι οποίες, σύμφωνα και ανάλογα με την εμπορικές τους συνήθειες, δεν συνάδουν
με το αντικείμενο τέτοιων συμβολαίων.
Υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορεί να επιτραπεί μια συμφωνία κατά το άρθρο,
εάν αυτό επιφέρει «οφέλη». Τα οφέλη υπάρχουν σε περιπτώσεις όπου μια συμφωνία θα κάνει το
βιομηχανικό κλάδο πιο αποτελεσματικό όσον αφορά την παραγωγή και τη διανομή και τέλος θα
αναδομήσει το βιομηχανικό κλάδο υπό κοινωνικά αποδεκτές συνθήκες. Οι αγοραστές πρέπει να
επωφελούνται από έναν πιο ανταγωνιστικό βιομηχανικό κλάδο.
92
ΆΡΘΡΟ 86 (82): ΔΕΣΠΟΖΟΥΣΕΣ ΘΕΣΕΙΣ
Αυτό το άρθρο αφορά στις δραστηριότητες εταιρειών που εκμεταλλεύονται την δεσπόζουσα θέση
τους στην αγορά. Η Συνθήκη της Ρώμης αναφέρει ότι:
«Είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά και απαγορεύεται, κατά το μέτρο που δύναται να
επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή
περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους εντός της εσωτερικής αγοράς ή
σημαντικού τμήματός της».
Η ύπαρξη μεγάλων εταιρειών που δεσπόζουν στις αγορές δεν είναι πάντα κατακριτέα. Αυτή η
υπεροχή μπορεί να είναι αποτέλεσμα της μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας μιας εταιρείας ως
καλύτερος παραγωγός ή καλύτερος πωλητής, παρέχοντας προϊόντα στους καταναλωτές με
περισσότερα ωφέλιμα χαρακτηριστικά. Το Άρθρο 86 απαγορεύει την κατάχρηση της δεσπόζουσας
θέσης, όταν αυτό επηρεάζει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών-μελών. Είναι γεγονός ότι
ο ακριβής ορισμός μιας δεσπόζουσας εταιρείας έχει αποδειχθεί δύσκολος. Οι δεσπόζουσες
εταιρείες δεν πρέπει να επιβάλλουν παράλογες τιμές ή όρους συναλλαγών στους εμπορικούς
συνεργάτες τους. Εάν χρησιμοποιούν την ισχύ τους στην αγορά για να αυξήσουν ή διατηρήσουν
την υπεροχή τους, μπορούν να αναχαιτιστούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι διώξεις
εξαρτώνται είτε από την έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είτε από καταγγελίες σχετικά με τις
δραστηριότητες των εταιρειών.
ΆΡΘΡΑ 90, 92, 93: ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ
Το Άρθρο 92 αναφέρει ότι "ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή
με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της
ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι
ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών
συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα συνθήκη ορίζει αλλιώς".
Πιο απλά, η κατάργηση των κρατικών ενισχύσεων βιομηχανικών κλάδων θα αποδειχθεί το κύριο
στοιχείο της Ενιαίας Αγοράς. Οι κρατικές ενισχύσεις είναι επιχορηγήσεις που δίδονται από την
κυβέρνηση στις εταιρείες και είναι σχεδιασμένες έτσι ώστε να επηρεάσουν τα αναμενόμενα
αποτελέσματα της αγοράς. Οι κρατικές ενισχύσεις μπορεί να περιλαμβάνουν τα ακόλουθα μέτρα:
• Άμεσα δάνεια σε μετρητά.
• Φορολογικές ελαφρύνσεις.
• Άμεσο χαρτοφυλάκιο επενδύσεων από την κυβέρνηση.
• Άδεια χρήσης γης ή εγκαταστάσεων με προτιμησιακούς συντελεστές.
• Αγορά μετοχών των εταιρειών.
Παρ’ όλ’ αυτά, μπορεί να υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι κρατικές ενισχύσεις είναι δικαιολογημένες,
όταν η αγορά δεν εμφανίζει θετικά αποτελέσματα. Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα όταν υπάρχει
ανάγκη συνδρομής ώστε να διασφαλιστούν θέσεις εργασίες και να σταματήσει η μείωση του
βιοτικού επιπέδου.
Η χορήγηση κρατικών ενισχύσεων μπορεί να προσδώσει ένα σημαντικό ανταγωνιστικό
πλεονέκτημα στους εγχώριους παραγωγούς και, ως εκ τούτου, πολλές θεωρούνται ως ασύμβατες
με την Ενιαία Αγορά. Σύμφωνα με το Άρθρο
92(1) της Συνθήκης της ΕΟΚ, οι κρατικές ενισχύσεις δεν επιτρέπονται εάν επηρεάζουν την Ε.Ε. καθ’
οιονδήποτε τρόπο. Όμως, το άρθρο 92(2) εξαιρεί ορισμένες κρατικές ενισχύσεις όπως εκείνες που
δίδονται για κοινωνικούς σκοπούς ή σε περίπτωση εθνικής καταστροφής. Κρατικές ενισχύσεις
μπορούν να δοθούν για διαφόρους λόγους για τη στήριξη της εθνικής βιομηχανίας και
περιλαμβάνει:
• Την παντελή αποτυχία της αγοράς που μπορεί να προκαλέσει δυσάρεστες δραστηριότητες.
93
• Τα δημόσια αγαθά και τους στρατηγικούς βιομηχανικούς κλάδους, όπως για παράδειγμα
τον αμυντικό κλάδο.
• Τη διατήρηση των ποσοστών ανεργίας.
• Την ενθάρρυνση των εξαγωγών.
• Την ανάπτυξη υπανάπτυκτων περιοχών.
• Την προώθηση προγραμμάτων Ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.
Τα κράτη-μέλη πρέπει να ενημερώνουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τυχόν ενισχύσεις που
δίδονται σε βιομηχανικούς κλάδους και αυτές οι ενισχύσεις πρέπει να συνάδουν με τα
προβλεπόμενα από τη Συνθήκη. Εάν δεν συνάδουν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να βγάλει μια
απόφαση σύμφωνα με την οποία το μέλος θα πρέπει είτε να τροποποιήσει είτε να εγκαταλείψει το
σχέδιο.
Η ΝΕΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΠΕΡΙ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ:
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΕΚ 4064/89
Η ολοκλήρωση της Ενιαίας Αγοράς μετέβαλε τη φύση του ανταγωνισμού εντός της Ε.Ε. Οι εταιρείες
αντιμετώπισαν πολλές περισσότερες προκλήσεις στις εγχώριες αγορές τους καθώς άρθηκαν οι
φραγμοί στις εμπορικές συναλλαγές.
Αυτή ήταν η μεγαλύτερη ευκαιρία της διευρυμένης αγοράς, έτσι ώστε οι εταιρείες να αυξήσουν το
μέγεθός τους και να προωθήσουν τα προγράμματα τους έρευνας και ανάπτυξης. Μια από τις πιο
γρήγορες μεθόδους για αύξηση του μεγέθους ήταν να επεκταθούν γεωγραφικά μέσω
συγχωνεύσεων με άλλες εταιρείες σε άλλες χώρες. Η πώληση των περιουσιακών τους στοιχείων
δημιούργησε και αυτή ευκαιρίες για άλλες εταιρείες να αποκτήσουν περαιτέρω
περιουσιακά στοιχεία. Η θέσπιση της νομοθεσίας περί συγκεντρώσεων το 1989 σε επίπεδο Ε.Ε.
προέβαλε το γεγονός ότι ο έλεγχος συγκεντρώσεων ήταν ένα σημαντικό θέμα για τα κράτη-μέλη.
Αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για την ολοκλήρωση της Ενιαίας Αγοράς και για την υπερπήδηση του
προβλήματος της έλλειψης ισχυρών εγγυήσεων για να αποφευχθούν πιθανά πανευρωπαϊκά
μονοπώλια. Χρειάστηκαν 17 χρόνια διαπραγματεύσεων για έναν κοινοτικό κανονισμό
συγκεντρώσεων και για να αποφασιστεί ποιες εξουσίες θα έπρεπε να έχει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Τα κύρια χαρακτηριστικά ήταν ότι οι συγκεντρώσεις θα έπρεπε να κοινοποιούνται στην Ευρωπαϊκή
Επιτροπή, εάν αυτές περιελάμβαναν:
• Κύκλο εργασιών πάνω από 5 δισεκατομμύρια ECU για δύο ή περισσότερες εταιρείες.
• Κύκλο εργασιών για κάθε εταιρεία πάνω από 250 εκατομμύρια ECU.
• Επιχειρηματική δραστηριοποίηση μικρότερη από 2/3 σε μια χώρα της Ε.Ε.
• Το 20% συμμετοχής σε άλλη εταιρεία μπορεί να δικαιολογήσει μια συγκέντρωση.
Επίσης, ο κοινοτικός κανονισμός συγκεντρώσεων προέβλεπε ότι:
• Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να ειδοποιηθεί σχετικά με την προσφορά εντός μιας
εβδομάδας.
• Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ένα μήνα για την προκαταρτική εξέταση.
• Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει τέσσερις μήνες για να ολοκληρώσει την έρευνα.
• Τα κράτη-μέλη μπορούν να ζητήσουν να ερευνηθούν μικρές συγκεντρώσεις σύμφωνα με το
κοινοτικό δίκαιο
Η νομοθεσία της Ε.Ε. περί συγκεντρώσεων τυγχάνει ευρείας αποδοχής από τον Ευρωπαϊκό
επιχειρηματικό κόσμο που προσπάθησε να συνάψει ανταγωνιστικές συμφωνίες παντού εντός του
περιβάλλοντος της Ενιαίας Αγοράς.
94
ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
Η υπόθεση των Δημόσιων Συμβάσεων προκύπτει όταν οι εθνικές κυβερνήσεις της Ε.Ε., ή κάποιοι
άλλοι μεμονωμένοι δημόσιοι φορείς, συνάπτουν συμβόλαια για δημόσια έργα μετά την προκήρυξη
διαγωνισμού, έτσι ώστε να δώσουν ώθηση στην οικονομία δημιουργώντας επιπλέον θέσεις
εργασίας σε συγκεκριμένους βιομηχανικούς κλάδους, οι οποίοι προωθούν την έρευνα και ανάπτυξη
(Ε&Α)και τις επενδύσεις στη συγκεκριμένη τοπική ή εθνική οικονομία.
Η διαδικασία για την ανάληψη του έργου εκ μέρους των εταιρειών είναι μέσω κλειστών προσφορών.
Στην παρούσα ενότητα παρουσιάσαμε τη νομοθεσία σχετικά με το Ευρωπαϊκό επιχειρησιακό
περιβάλλον, η οποία εγγυάται ότι ισχύει ο θεμιτός ανταγωνισμός στην Ενιαία Αγορά, έτσι ώστε οι
καταναλωτές να επωφελούνται από την κατανάλωση καλύτερων προϊόντων και οι εταιρείες από την
καλύτερη κατανομή των πόρων και την πρόοδο στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης.
ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ /
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Δώστε μία περίληψη του Κεφαλαίου αναφέροντας τα κύρια συμπεράσματα.
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΑΣΚΗΣΕΩΝ
ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ / ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Περίληψη – Συμπεράσματα
Η σημερινή πολιτική ανταγωνισμού λειτουργεί σωστά, αλλά πολλοί μπορούν να ισχυριστούν ότι όλα
τα κράτη-μέλη πρέπει να απολαμβάνουν τα οφέλη από αυτή. Το κύριο ζήτημα είναι να διατηρηθεί η
αποτελεσματικότητα της πολιτικής ανταγωνισμού, αλλά και να είναι ανοικτή σε αλλαγές και νέες
προτάσεις, έτσι ώστε να αναπτυχθεί ένα περιβάλλον μεγαλύτερης σιγουριάς, το οποίο θα τεθεί υπό
την αιγίδα σεβαστών αρχών.
95
96