The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.
Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by , 2015-12-12 16:40:56

SOMA - SHMEIOSEIS

SOMA - SHMEIOSEIS

σημειΟμματα © Νανά Τσόγκα

εκτύπωση, βιβλιοδεσία Αλφάβητο, τηλ.: 210 6466086

Σύμφωνα με το Νόμο 2121/1993 και τους κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν
στην Ελλάδα, δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή
περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή ή απόδοση του περιεχομένου του βι-
βλίου με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή
άλλον, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του συγγραφέα.

Πρώτη έκδοση: Δεκέμβριος 2010
ISBN: 978-960-385-613-9

Εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ
Ανδρέα Μεταξά 28, Εξάρχεια
τηλ.: 210 3825485
[email protected]

DODONI Publications
28, Andrea Metaxa str., Exarxeia
2010 Printed in Greece

σημειΟμματα

Της ιδίας

Μεταφράσεις (από και προς αγγλικά, γερμανικά):
24 βιβλία αγγλόφωνων και γερμανόφωνων δημιουργών
(ποίηση, πεζογραφία, φιλοσοφία, κριτικά δοκίμια,
κοινωνικοπολιτικές μελέτες)

Ποίηση:
- Ακροβολισμοί, ιδία έκδοση 1977 (εξαντλημένο)
- ΜεταΠοίηση μετΑμφιέσεων, εκδ. Γαβριηλίδης 1997
- Το ανοίκειον κέλυφος, εκδ. Απόπειρα 2000
- Η είλη της ύλης, εκδ. Απόπειρα 2003

Πεζογραφία:
- Χαριστική αναΒολή, μυθιστόρημα, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2007

Περιοδικό:
- “Πανσέληνος” - Περιοδικό Όχημα ~ Ένα κυνικο-τρυφερο-

ιλιγγιώδες Βήμα πριν από το Xάος.
- Κείμενα και ποιήματά της δημοσιεύονται σε ανθολογίες,

ελληνικά και ξένα περιοδικά λογοτεχνίας.

Η Νανά Τσόγκα σπούδασε στην Aθήνα Aγγλική Γλώσσα
και Γερμανική Λογοτεχνία,
Κοινωνιολογία και Ψυχολογία στο Tübingen της Γερμανίας.
Φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Eθνικού Θεάτρου
με υποτροφία˙
έπαιξε σε πολλά θεατρικά έργα στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Διδάσκει Αγγλικά και Γερμανικά,
καθώς και σε θεατρικά σεμινάρια Υποκριτικής και Λόγου˙
κάνει εκπομπές στο ραδιόφωνο.

ΝΑΝΑ ΤΣΟΓΚΑ

σημειΟμματα

ποιήματα 2004 - 2010

ΔΩΔΩΝΗ ~ Αθήνα 2010



Περιεχόμενα

Το πλεονέκτημα των αγγέλων ........................................................... 9
Ιστορία παλιά ..................................................................................... 10
Η Λέξη ................................................................................................ 12
Καρεδάκι από χαριτωμένο φιλμ νουάρ .......................................... 13
Slip or whip ........................................................................................ 14
Καθρέφτης (και) θρύψαλα ............................................................... 16
Των ορατών η ερημία ........................................................................ 18
Απροειδοποίητα η Χάρις .................................................................. 19
Κοιτάζοντας αύριο ............................................................................ 20
Βατερλώ εν συγχύσει ........................................................................ 21
(Η συνταγή) της Ευτυχίας ............................................................... 22
Το κόκκινο απειροστό ....................................................................... 23
Καλοκαίρι Πραξιτέλης ...................................................................... 24
Ιφιγένεια ............................................................................................. 25
Sunburst/Snowblind .......................................................................... 26
Στα δώματα της ηδονής .................................................................... 27
Ως αστρικό ηδύποτο ......................................................................... 28
Φασκιές ............................................................................................... 29
One way φρίκη(κ) .............................................................................. 30
(Δια)μέρισμα ...................................................................................... 31
Την αρετή ή την κακία; ..................................................................... 32
Άλλο ένα απροσδόκητο ................................................................... 33
Παραμυθία .......................................................................................... 34
Αψιμαχίες φθινοπώρου ..................................................................... 35
Nοέμβριος ...ετών 37 ......................................................................... 36
Influenza ............................................................................................. 37
Σκηνικό: χωρ ισμός ............................................................................ 38
Κοντινό ............................................................................................... 40
Ημισφαιρίδια ...................................................................................... 41
Ελλειπτική τροχιά σε συ ύφεση ....................................................... 42
Κρυψώνα ............................................................................................ 43
Σκοπιά Ζωή ........................................................................................ 44
Υποδοχή .............................................................................................. 45
Στο μεταξύ .......................................................................................... 46
Έρως Πυρηνικός ................................................................................ 48
Πόλεμος Έρως .................................................................................... 50
Μετά; ................................................................................................... 51

7

Να μοιάζει κάπως έτσι το Είναι; ...................................................... 52
Ασπρόμαυρη (επειδή είχε ήλιο) μικρού μήκους ............................. 53
Κρεσέντο ............................................................................................ 54
Η ορμή των άστρων .......................................................................... 56
Το πεπρωμένο της χαράς .................................................................. 57
Ο ποιητής ............................................................................................ 58
Οι ληξιπρόθεσμες εμμονές ............................................................... 60
2010 νεογνό ....................................................................................... 61
Καλύτερα λίγα; . ................................................................................. 62
Το ποίημα ............................................................................................ 63
Λουλούδια του γκρεμού .................................................................... 64
Εύκολοι θάνατοι . ............................................................................... 66
Η αλληλουχία των Τεχνών ............................................................... 67
Καλύτερα ποτέ παρά καθόλου ........................................................ 68
Οι όψεις του νοήματος ..................................................................... 70
Με τον τρόπο του Κάλβου ............................................................... 71
Momentum ~ η διάσωση .................................................................. 72
Momentum ~ η παραπομπή ............................................................. 74
Momentum ~ η επικράτηση ............................................................. 76
Ξαναμαθαίνοντας τον χειμώνα ....................................................... 77
Σχεδόν επέστη .................................................................................... 78
Περνα(ς) με κόκκινο ......................................................................... 80
Το βουνό ............................................................................................. 81
Η ωριμότητα της σύμπτωσης .......................................................... 82
Ως παλίρροια ..................................................................................... 83
Stormy weather .................................................................................. 84
Και ...απελθέτω .................................................................................. 85
Hasta Siempre .................................................................................... 86
Και μαγεμένη και άρνηση ................................................................. 87
ΚαιροΦυλακτό ................................................................................... 88
Μουσική δωματίου ............................................................................ 90
Ο Χειμώνας ........................................................................................ 91
(Δια)στάσεις ....................................................................................... 92
Ξεκούραστος χρόνος ........................................................................ 93
Με τον τρόπο του δημοτικού* ......................................................... 94
Οι κορδέλες της Σκάρλετ ................................................................. 95

8

Το πλεονέκτημα των αγγέλων

Πεθύμησες μου λες να ξαναντυθείς
τα μάτια μου - γι’ αυτό σου γράφω.
Οι αποστάσεις δεν υπάρχουν, είναι μονάχα ορμή˙
σε στέλνει η επιτάχυνση στην καρδιά της ερήμου
εσύ ζητάς νερό κι αυτή σε εφοδιάζει με πλαστό
διαβατήριο πως τάχα πας εκεί για άσκηση
ανώφελη γυμναστική προβλέψεων
- εμείς απλώς υποδιαστολή του χάους.

Με βλέπω πάλι μες στη σκέψη σου
σαν μισοτελειωμένη ιχνογραφία
θυμάσαι μόνο πόλεμο κι όλο ξεχνάς πού άφησες τα χρώματά σου
- απ’ τον καθένα εσύ καλύτερα γνωρίζεις
το βαρετό και φλύαρο, μοναχικό σκοτάδι.

Σκάνε τζιτζίκια σαν πυροτεχνήματα
στην οργιαστική γιορτή του θέρους
βάζει τα δυνατά του να σε κάνει να πιστέψεις
πως τάχα διαρκεί για πάντα
- το Τίποτα και το Ποτέ εξόριστα πέρα απ’ τις ενοχές των βράχων
που ξεπλένουν θάλασσα μετά-νοια
- αυτή, δηλαδή, που όλο αλλάζει γνώμη -
όπως σ’ εκείνες τις ιλιγγιώδεις αποστάσεις
που διανύεις μόνος ανάμεσα
κρεβατοκάμαρα και τύψη τον χειμώνα
στα σύνορα με τον γελοίο υπαινιγμό περί ακίνητης αιωνιότητας.
Βλέπεις τώρα τα χέρια σου γεμάτα από χάδια αξόδευτα
να γίνονται μικρού παιδιού
που έπιασε αχινό για να μαντέψει άθελά του
την συννεφένια υφή του μέλλοντός του.

Μα ο καιρός φυσάει τη ζωή μας σαν να ’ναι χάρτινη
- ε, τα ποιήματα, της δίνουν κάποιο βάρος.

9

Ιστορία παλιά

Εδώ, λοιπόν, στην είσοδο του ποιήματος
τα ευκόλως εννοούμενα θέλουν
για μια φορά ν’ αποσκιρτήσουν
και να μην παραλειφθούν.
Σβήνω το ραδιόφωνο ν’ ακούω τη βροχή
που ρίχνει τα μικρά μαργαριτάρια της
πάνω στις διψασμένες τέντες
- η ζήλεια του χειμώνα: ο ουρανός
που ορφάνεψε από ήλιο.

Δεύτερη και προτελευταία στροφή
βγάζει στο πατρικό μου:
δεν θα μπω μέσα - προτιμώ
στης Φλόγας την αυλίτσα να καθήσω
να αποθαυμάζω ό,τι δεν καίγεται
όπως ο χρόνος κι η σιωπή
το λάδι στο καντήλι
σαν πρωτογνωρισμένες ομορφιές θεόρατες
- οράται, δηλαδή, ο Θεός και ανασταίνεται
ξεγελιέται κι Αυτός πως το ξερό πηγάδι
των ανθρώπων
μπορεί να αναβλύσει ύψος
όπως όταν διαβάζεις παραμύθι σε ενήλικο
- διάλειμμα ψηλά το κεφάλι! -
θυμάσαι πόσο απορείς όταν
σου κόβουν την ταχύτητα.

Πέφτει η βροχή και σβήνει
τη φωτιά της μέρας
ήσυχα σβήνει η μέρα αδιαμαρτύρητα
σιγά σιγά ρίχνει το φως της χαμηλό

10

πέφτει η μέρα και χτυπά κατάκαρδα
στον κήπο πέφτει γίνεται σκοτάδι
- μόλις πριν λίγο είχε κατέβει ο ουρανός
στα μάτια σου.
Όσοι και όσα λείπουν
είναι για να επιστρέψουν
τον κύκλο κλείνουνε συνήθως οι απουσίες
- μα αν πέτρα γίνει ο δρόμος μου
την πέτρα θα σκαλίσω
κι ας λέει δοξασία παλιά
ότι δίπλα στο σπίτι μου
γεννήθηκε η Ισμήνη.

11

Η Λέξη

Καμπάνα σε ήσυχο τοπίο
η ερημία της άνθισε καμπανούλα
αγρολούλουδη μορφή σχεδόν
άυλου ονείρου σκάβουν οι ρίζες
σκάβουνε ως τον ουράνιο πυθμένα
μαζικά διορίζονται Πελασγοί
στην βάπτιση του θαλασσόχορτου
πουλιά με ανθρώπινη φωνή κεντούνε
αστερίες - οι αιθέρες
λυγίζουν κλαίουσες ιτιές
από τις ευωδίες των άστρων
και μαρτυρούν στον ταπεινό τα ένοχα
μυστικά των αιώνων.

Κρεμιέται στη μυρτιά το ρολόι του Κόσμου
το σύμπαν με νότιες υποσχέσεις
ως το πρωί θα μεγαλώσει η σκάλα
του ουρανού παλίρροια ψυχή.

Πετάς χωρίς φτερά και φτάνεις
όστρακα μνήμες μπροστά στα πόδια σου
κλειστά
- μόνο μια λέξη ποίημα
έχεις στην τσέπη σαν κοφτερό
γυαλί μα που δεν βρίσκει φλέβα -
εις μάτην πάλι στον μελίρρυτο γκρεμό σου
κατρακυλάω
βοτσαλάκι με τις ρίζες μου.

Ό,τι χάνεται σού ανήκει για πάντα
κι εγώ ακολουθώ την τακτική των ονείρων˙
για να σου λείπω.

12

Καρεδάκι από χαριτωμένο φιλμ νουάρ

Ανοίγοντας πρωί παράθυρο
ρουφάει τα σκουπίδια τού ύπνου η ηλεκτρική Λύπη
- με στρόφιγγα στην απλωσιά της
βγάζει η κατεβασιά της σκάλας -
απέναντι άφωνη στο ιστίο η αγάπη˙

εσύ με το μολύβι για τα σήματα
στην κατασκήνωση της άνοιξης
και δίπλα στομωμένα τα όπλα της εκδίκησης
κάνει παύση ο ορυμαγδός
- ωραίο σκηνικό η νηνεμία αλλά η πολυτέλεια είναι
της στιγμής, όχι δική σου.

Ένδυμα μυστηρίου καλύπτει τα νάματα ως συνήθως
η ερημιά χωμένη στα φυλλώματα κρυφτό
Καβαφική ηδυπαθής αχλύ παρασέρνει τα λήμματα
νηπίως ξεγελασμένη ως τα τραύματα
νύχτα τυλίγομαι κι αστέρια άγρυπνα
στην μαρτυρία του παντεπόπτη Ανθού
που χύνει χρώματα αφειδώς εγκόλπια
και ξαφνικά δυο τρία ποιήματα κουρέλια
αισθήματα απαραίτητα για την ες Άδου Κάθοδο.

Θαμπώνει το γυαλί από τον ασπασμό
ή μήπως μαντήλι σού χαρίζει για το δάκρυ ο άφαντος;
Είναι που το όνειρο τρομάζει
- ρήμα παθητικό και αμετάβατο -
την αθωωμένη ασυλία του χώματος
στην κατά τ’ άλλα αμετάφραστη μελαγχολία των καιρών;

Βραδιάζει και ο έρωτας λοιπόν˙
με την πιο σίγουρη μέθοδο:
από φιλί σε φιλί.

13

Slip or whip

Έρχεται πότε πότε το σκοτάδι
όχι δεν μου ζητάει λογαριασμό - μου λέει
κατάμουτρα πως του χρωστάω -
επειδή χθες παράγγειλα μια Kirschentorte
σκοτεινή όσο τα σωθικά του;
το ‘μαύρο δάσος’ που συχνά τα πόδια μου ματώνει;
Τότε να πάω στη θάλασσα να βγάλω κάποια άκρη
τα κύματά της μετράνε, λένε, τις στιγμές
που ζήσαμε γελάσαμε φιλήσαμε με πάθος
μα αυτής, κουβέντα δεν της παίρνεις
μιλά σε όποιον δεν είν’ έτοιμος ν’ ακούσει
φίλιοι παίκτες δεν την συγκινούν καθόλου
σου λέει, όποιος χάνει ξαναπαίζει
κι έχει να κάνει με τον εαυτό του μόνο.

Με το που παρακάλαγες να είσαι εγώ - θυμάσαι;
εγώ έγραφα θεατρικά εσύ έπαιζες στο τσίρκο
αδρεναλίνη ακροβασία πάντα ζήλευα - ξεχνούσα
και πλοκή και δράση πάνω στα δέντρα
ή στα σύννεφα, αναλόγως
κι έτρεχα να κρυφτώ στην αγκαλιά
του πόθου σου σε λίγο θα ξεσπούσαν
οι επαναστάσεις για τα δίκαια
μυαλά στα κάγκελα φωτιές και αιματοχυσίες
προύχοντες, βασιλιάδες
η καρωτίδα κιόλας γκιλοτίνα
πεθαίνουνε θανάτους διαρκείας
που τους ευχαριστιούνται οι πλειοψηφίες των αιώνων
απέναντι στον τρομερό καθρέφτη δεν αντέχουν
όπως κι εγώ που κρέμομαι δυο μήνες απ’ το σύρμα
τον ένα για την τιμωρία της φώτισης
τον άλλο μήνα στη σκοτεινή πλευρά του μαθητεία
να συνηθίζω˙
ποιος σε κρατάει στη σελήνη; τα φώτα έσβησαν

14

η παράσταση αναβλήθηκε - είχε μονάχο
θεατή εμένα˙
στην φαύλη σπείρα-επανάληψη εφαπτόμενη
μικρό κοχύλι, ξέρω, θ’ αλλιώσει
της σφαίρας την πορεία
θα μ’ εγκαταλείψει
όπου να ’ναι το σκοτάδι
- πάω στη θάλασσα
εκεί και καταφθάνει η ζωή αυτοπροσώπως
μήπως και έπαψα να είμ’ ερωτευμένη ανησύχησε
ποια είμ’ εγώ, να της την πω τώρα με Μαγιακόφσκι;

Μπαλκόνια και παράθυρα άνοιξα
ν’ ακούγεται πιο δυνατά το τρένο
- φεύγεις ή έρχεσαι; μπερδεύομαι -
χτυπάει αδιάλειπτα κι αυτό
αίμα που χύνεται απ’ τις φλέβες του κόσμου
στιγμές παλμούς όλων των εποχών αιώνες˙
το καλοκαίρι ήρθε και στρογγυλοκάθησε
με αυτοπεποίθηση ξυπόλητη
σου πήρε και τη θέση
την πόρτα πήγαινα να κλείσω
- ημίφως, έστω: κεράκια χαρωπά
επιπλέοντα σε καθαρό νεράκι χωρίς
ίχνος αμφισβήτησης
με τα τραγούδια μας κι εκείνα πεινασμένα
και το κλειδί καλού-κακού
πίσω απ’ την πόρτα της φυγής μας

15

Καθρέφτης (και) θρύψαλα

- Έμαθα ανασταίνεις τριαντάφυλλα
κι ήρθα να δω από κοντά το θαύμα
είπε ο επισκέπτης και αμήχανα
ακούμπησε τα χέρια στο τραπέζι
- φάνηκε κραυγαλέα η απαίτηση
καθώς ο έβενος του ξύλου αντιστεκόταν.

Ο Γέροντας τον κοίταξε ευθεία στα μάτια
- θα πει, βαθιά και μέσα στην ψυχή του -
τι γύρευε ένας κοσμικός στο σπίτι του
με καλοζωισμένη ανασφάλεια
και θράσος αμετάκλητης ισχύος;
- Λοιπόν; θα μου επιδείξετε το απίστευτο τρικάκι;
- Πείρα-μα λέγεται˙ επειδή
φέρνει την πείρα του Θεού το μα της δυσπιστίας.

Ο άλλος χαμογέλασε με τρόπο ανυπόμονο
που ήθελε αποδείξεις:
- Άδικα λοιπόν έχασα το χρόνο μου μαζί σας...
- Ώσπου να φύγεις από δω, εγώ θ’ απουσιάζω.
Πέταξε το τριαντάφυλλο νεκρό μέσα στις στάχτες.
“Τρώμε τις απογοητεύσεις φρόνιμα
κι αντιγυρίζουμε με πνεύμα της δεκάρας.”

Τα ροδοπέταλα αιωρούνταν στο δωμάτιο αθέατα
φεύγοντας κιόλας στις ακτές τού Πρώτου Χρόνου
το βλέμμα τού Γέρου έπεσε μέσα στις στάχτες
σβησμένο τζάκι απότομα συννέφιασε
ξεχύθηκαν ποτάμια σκοτεινά δυσοίωνα
κυλώντας πτώματα τυμπανιαίας αλλοτρίωσης
καιροί απεγνωσμένοι και,
αχ το βάρος τού εαυτού ως τις γυμνές πατούσες˙
των άξιων τα μάτια αθώα στα θαύματα
με του Πρωτόκλητου το στίγμα μες στην πίστη.

16

Ο επισκέπτης ήταν ήδη στην εξώπορτα
όταν το ρόδο άρχισε να ζωντανεύει˙
την πλάτη τού αλαζόνα έσπρωχναν ζεστά
χρεώσεις απλουστεύσεων που έχασαν το βήμα
και τοκισμένες στο εγώ τους αυταπάτες.
“Κανείς που τον θυμάσαι δεν εχάθηκε˙
εσύ θα μείνεις μόνο ασυγχώρητος
που πέρασες και δεν σε ξόδεψε η αγάπη”
ψιθύρισε ο Γέροντας
κι έψαξε ουρανό να καλλιγράψει τα αιτούμενα.

17

Των ορατών η ερημία

Από μια πίκρα θάλασσα, από μιαν Ερινύα υποταγή
βαδίζω, λέει, κατάστηθα στον χρόνο
και στου παιδιού την περιφρόνηση για τους επιφανείς
ενήλικους.
Κοντά κοντά τ’ αγκάθια πυκνωμένα σαν στρατιώτες μάχιμοι
που έχουν ξεχάσει να πεθάνουν ή, πώς πέθαναν
και μόνο από τις αστραπές των όλμων
βλέπεις πού και πού θύματα ενθυμήματα
φορές κι ολόκληρες ζωές σε στοπ καρέ
λίγο πριν τιναχτούνε στον αέρα
και τα τραυματισμένα μέλη τους μέλι να στάζουν αντί για αίμα
από την δακρυσμένη νοσταλγία της ηλιόλουστης ζωής.

Στον μέσα χρόνο κάθε βράδυ συναντώ
τα αβίωτα λιβάδια με τις παπαρούνες τού Μονέ
χρώματα λυγμικά που μεταφράζουνε
νυχθημερόν αισθήματα
φυσιούνται ευωδιές και κόκκαλα στον κήπο μου
με τρόμο υποδέχομαι τα αμίλητα σκοτάδια τους
ό,τι και τους πω αυτά μοσχομυρίζουν
νότες, ψυχές και αδόκητα τετελεσμένα
φύλλα καρδιάς αστράφτουνε στα δέντρα
κι όλο μετατοπίζονται άκοπα καθώς
φυτεύω στα ακατοίκητα βελούδα μου
ψεύτικα αστέρια˙
οι φρέζιες που δεν χάρισαν στα συνομήλικα κορίτσια
επάγωσαν στην κάψουλα του χρόνου
μου γνέφουν ανάμεσα δάκρυα και γέλια
ούτε στιγμή να μη διστάσω να τις ενσαρκώσω
να συνεχίσω έστω πειραματικά
μονόχνωτα κλεισμένη σ’ εκείνα που δεν οίδα
να οσφραίνομαι ανάσταση στη μέση των λεωφόρων
και μουσικές ανήκουστες που τρέφουν γαλαξίες.

Αν μ’ έχασες, είναι που έχω αναλάβει την ευθύνη.

18

Απροειδοποίητα η Χάρις

Ω, πώς ανοίγει ο ουρανός χρυσή αψίδα λάμποντας
βροχή από αστέρια όλη νύχτα στο όνειρό σου
πάνω στο δέρμα τού ύπνου η σκόνη τους
ρεύματα ασημένια και γεννούν σημαίες
νωχελικού φωτός απρόσβλητη αρμονία
τριγμοί σεισμοί κι ο ήλιος στο σκοτάδι
καθώς σε πλησιάζει αργά το Άπειρο
ψυχές πυγολαμπίδες θερμών ανθήσεων
γυαλίζει Αγάπη σε προσωπική πινακοθήκη
σε ελάχιστα χιλιοστά η γνήσια τελειότητα
διαφανείς οι σημασίες σιωπηλές
λάμψεις τού Αγνώστου πουθενά πυξίδα
κουρέλια αβέβαιου οίκτου ξεχασμένα έρμαια
στους εξώστες τής υστεροφημίας
μακράν μηδαμινή η θλιβερή αναστήλωση
η δυστυχία τού χειμώνα σε απομόνωση
σε λάθος χρόνο οι παρατηρητές των εγκοσμίων
υποχωρεί η αυθάδεια μπρος στο μερίδιο της υπομονής
πέφτει το παρελθόν αθόρυβα
στο χώμα της σημερινής ψυχής σου
τοξότης Σκύθης έφιππος και άγουρη Αμαζόνα
μες στην ψυχρή νομενκλατούρα τού συμφέροντος
- ανάμεσα στα τωρινά ζιζάνια ξυπνάς
λουλούδι θαυμαστό: εσύ, παιδί

αθώο παιδί στα νέφη τυλιγμένο
- που από της μήτρας το ιδανικό νερό
στου θαύματος τις θάλασσες πέφτει
για να κρυφτεί - και να σε λούζει
το άρωμα απ’ τις δαντελωτές ακτές
της μυθικής Ανάφης
που άναψε ο Απόλλωνας στη μέση του πελάγου
για να σωθεί η Αργώ και οι ναύτες της
απ’ το ηφαίστειο του εδώ κόσμου.

19

Κοιτάζοντας αύριο

Όταν κοκκινίζουνε τα γαλανά απ’ το αυτονόητο
του απέραντου θόλου που συγγενεύει με την ταπεινότητα
γεννιέται το ηλιοβασίλεμα που σφάζει
- μόνο ο άεργος του πνεύματος αρέσκεται
στις δίκες προθέσεων.

Επίμονο όνειρο στον ξύπνιο επανέρχεται
με βλέπω με το ποτιστήρι στο χέρι
από τα απόνερα της άνυδρης πραγματικότητας
έχουν σαπίσει οι ρίζες μου
- συμβάλλω κι εγώ, θα πει, σ’ αυτήν την στασιμότητα
την ασφυκτική απουσία πρωινών ευφρόσυνων όρθρων -
είμαστε τόσο στην ξέρα πεταμένοι
που ακόμη κι ένα ξαφνικό κελάηδισμα
λίγων δευτερολέπτων μες στην καρδιά του ηφαιστείου
θα μπορούσε να σώσει την κατάσταση.

Αχ, πόσα ανταλλάγματα ζητάει μία μικρή παρέκκλιση
απ’ την οξύθυμη ταχυπορεία των κατιόντων
στο παραπέντε της ανατολής που είναι βαθύ σκοτάδι.

Πώς τρέμει η παπαρούνα, θυμάμαι
στην άκρη του γκρεμού
σαν να μη θέλει να ξεχάσει.

Τσουπ-τσουπ, μικρά όνειρα φυτρώνουν
στην παλάμη του νερού ώσπου να πεις ‘ζουμπούλι’
- και μία λέξη είναι ικανή
ν’ ανάψει το σκοτάδι.

20

Βατερλώ εν συγχύσει

Με διώχνουνε τα ποιήματα
προς άγνωστη κατεύθυνση συνήθως
να τανυθώ ως τα πέρατα - ακροβάτης απρόθυμος
σε τεντωμένο σχοινί η-ψυχούλα-του-το-ξέρει
τα μυστικά, βεγγαλικά προς τέρψιν των αγρίων -
για νέες ολοένα πολεμικές ανταποκρίσεις
άσκοπες εκστρατείες με τραυματίες αγγέλους κάθε μέρα
- ακόμα και την πτώση τους συνήθισε ο κόσμος -
όλο και πιο γυμνή για να μη φαίνομαι
προστρέχω και πορίζομαι τροχιές μετεωρίτη.

Θέλω να βάλω κόμα κομματιάζομαι
τελεία; ξίφος και φουρφουρίζει η ανυπόμονη καρδιά
πληρώνω συνεχώς υπεραστικά
μέσω κατολισθήσεων κι άλλων νεφελωμάτων
“Το αίμα”, τους λέω, “στέρεψε! Βρυκόλακες να ψάξετε
και τις απομιμήσεις!”
Φυτρώνει το κυκλάμινο στην άσφαλτο της λήθης;

Έχω καλή προαίρεση και υπήκοος προβάρω
τα βαφτιστικά παραλλαγή ν’ ανάψω
να ξεφυλλίσω Κυριακές στην πλάτη των ονείρων
κι εκείνων που με παίρνανε με ατέλεια στον Άδη˙
μα απ’ την αρχαία άνοιξη γεννώ πάλι χειμώνα.

Ακολουθεί συνήθως ο καταιγισμός
από e-mail, fax και sms μέχρι πρωίας
Ουέλινγκτον και Ναπολέων μαζί δεν με τρομάζουνε
όσο η επιμονή της διδαχής στην εξορία μου
“Εκεί θα μείνεις!” στέλνουν μήνυμα
“πρέπει να συνηθίσεις: καρφίτσωσε
πάλι τ’ αστέρια στο ταβάνι σου και, κοίταξε
η σταυροβελονιά ακάθεκτη αλλά μονάχα
στα κενά της μνήμης!”

21

(Η συνταγή) της Ευτυχίας

Ήρθε απροειδοποίητα να μου υπαγορεύσει
τη συνταγή - αλάνθαστη πανεύκολη
και πάντοτε πετυχημένη - μόνο που
είναι μακροσκελής κι έχει πολλές παγίδες
ανάμεσα στις γραμμές.
Ήρθε που λες, όπως το περίμενα
αλλά γυμνή με βρήκε˙ ούτε ένα
μολυβάκι-πανοπλία - πώς να γράψω;

Άσπαστη πέτρα σαν λέξη καρδιά
όπως τα πάθη πριν το τέλος
μεταμφιέζονται σε έμμονες ιδέες
επειδή κάποτε νόμιζες πως ο έρωτας
σου υπαγόρευε λευκές σελίδες.

Μπορεί ο Θεός να σ’ έφτιαξε από
πηλό και στάχτη
ίσα ίσα για να τρέχεις σαν νεράκι
αναζητώντας σε.

Κι εμένα, τόσα χρόνια, τι νομίζεις;
με αντιγράφουν τα ποιήματα
με δικά τους λόγια
- εγώ πίσω απ’ το τζάμι μόνο βλέπω
δριμείς χειμώνες να με αγνοούν
μου λένε από μακριά πως θα γυρίσουν
να με πάρουν και ετοιμάζω
τα κρυστάλινα χαρτιά μου.

Εσύ, κοίτα μη σπάσω και κοπείς.

22

Το κόκκινο απειροστό

Είπε και ελάλησε ο Δανιήλ ότι
έπρεπε να πάμε στους τάφους μέρα μεσημέρι.
Η αιθεροβάμων Αντιγόνη πολύ
- μακριά από τα γούστα της, εκ πείρας
αλλά και επειδή ήταν των συννέφων -
όχι μόνο δεν μας έκανε τη χάρη
να μας αφήσει ήσυχους αλλά
επέμενε να μας φυσά την αγωνία του γκρεμού.

Άκρη άκρη πήγαινε γυρεύοντας
τη συμφιλίωση του κρεόντειου τάφου
ατάκτως ερριμμένες ένθεν κακείθεν
εκατέρωθεν του μονοπατιού
ήδη σκοτάδια περιφρονημένες
η Ύπαρξη αριστερά κι η Αθανασία τ’ αψήλου
κόμη μακριά ιπτάμενη φυσούσε τα μεγάλα βήματά της
σπρωγμένη από βαθυγάλαζη αόρατη μουσική
πρωτάκουστη στ’ αυτιά του δειλινού
και στα δικά μας.

Εκείνη κοίταγε το χώμα
και δανεισμένο φως άστραφτε στον ορίζοντα
μονολογούσε άβυσσο
ψιθύριζε στα δέντρα
αγκάλιαζε πουλιά
ψηλόλιγνο λουλούδι κιόλας μαύρο
κι η φλόγα κάψιμο από μέσα.

Ουρά πομπή ο Σοφοκλής από μόνος του
μ’ ένα κεφάλι ήλιο όλο δικό του
καθάριζε τα λόγια από την ιστορία
χρόνια εικοσιτέσσερα πριν απ’ την τελευταία
ασφυξία.

23

Καλοκαίρι Πραξιτέλης

Χαρά αισθητήρας θυμαριού με πελαγίσια θέα
θεά της εκκωφαντικής σιωπής κατάστηθα Ιουλίου
φέγγει το πένθος διάπυρο σαν ακτινογραφία ηλίου
στου Άδη τη γαλήνη γράφει παράταιρες ωδές
την ίδια ώρα που τσαμπιά σταφύλια η ορμή
αρχαίου πάλλευκου καιρού - οι μαρμαρένιοι
πόροι ρουφάνε ακατάπαυστα το μόνο
φως και ξετυλίγουν Παναθήναια
τα σγουρά του μαλλιά ένα με τα σύννεφα

όσο ψηλά και να κοιτάξεις, θαύμα
- μόλις για λίγο, ξαφνικά
black out όλη η φύση
ο θησαυρός του πηγαδιού
πως είναι το σκοτάδι

όποιος κινήσει να το βρει
θα κοιμηθεί για πάντα
και για το φως που δάνεισε
θα πληρωθεί με χείλια.

Χαρακωμένη η νύχτα από τα άσπρα μας
χωρίς φεγγάρι καθώς σφύζει φως
ανάμεσα στα δυο μου χέρια όταν θυμάσαι
Μόνο η σελήνη είναι δικιά μου και μου φτάνεις, λες˙
σωπαίνω με φιλί την σκοτεινή πλευρά της.

24

Ιφιγένεια

Ποτέ δεν θα μάθουμε τι έγραφε ο Αγαμέμνων
στην παραλία της Αυλίδας - πριν από τη θυσία -
ακριβώς τη στιγμή που
σ’ έναν αρκετά σκυμμένο βράχο
πάει να σταθεί για λίγο
επιπόλαιος γλάρος
σαν ξάφνου αγγιγμένος από θάνατο
που θέλει κιόλας να ξεχάσει.

Αν όχι άλλο τίποτα
ο πόνος μένει άλιωτος
όταν θάβεις την μνήμη.

Σκύβει λοιπόν ο μεγαλοπρεπής
ο άτρωτος και γράφει...
Ν’ αφήνει έωλο χρησμό για να τον φάει το κύμα;
να σκάβει με άπελπι λεπίδα για μια άλλη Πυθία;
- ουκ(;) εν πολέμω θνήσκεις...

Έρχονται τώρα αλλιώς τα επάλληλα νερά
όχι ως νεύμα ακούραστα ερωτικό
της ποθητής του κλίνης
αλλά ως γοερός οιωνός με καθαρό
τον πυρετό
προτού θεραπευτεί απ’ την ασθένεια
της εξουσίας.

Σε απαρηγόρητο σκοτάδι περιμένει
τώρα η θάλασσα τον πλου
- απ’ την απέναντι ακτή
το ουρλιαχτό της Κασσάνδρας
σε molto cantabile - ακόμα - και
η ρομφαία στο χώμα.

25

Sunburst/Snowblind

Είναι φορές που στέκεσαι
στην πίσω αυλή της ζωής
μακριά από τα τροχοφόρα
τις ύαινες και τους παπαγάλους.
Και είσαι αυτάρκης.

Τότε σου φέρνει πρόθυμα
ο αέρας να διαλέξεις
από τις γεύσεις του παιδιού
φωνές κρυφές και χρώματα
ανάγλυφα ημικύκλια ορχήστρας
εξαντλημένους στην Αιωνιότητα χορούς
μυρωδιές αγάπης ειδώλια
του εαυτού εδώλια καταδικασμένα
και ξενητιές από ναυάγια
παλιές καταστροφές ή
την ευγένεια του Μυθριδάτη
στην θάλασσα του αμίαντου μαρτυρίου.

Μια και είχα τον καιρό, λοιπόν
ζωγράφισα νερό στην έρημό σου
κι έβαλα επιγραφή (εν)δέχεται.

Έρχονται τα κοράκια να ξεδιψάσουν
και τα ξεγελάς.

26

Στα δώματα της ηδονής

Το κάποτε άωρο χθες
κουκίδα τώρα στον ορίζοντα
σε λίγο άφαντη - υποκλίνεται η Κλυταιμήστρα
σ’ ένα ακόμη ηλιοβασίλεμα πριν ξημερώσει
ο αυριανός της θάνατος.

Πήγες να κρυφτείς και σ’ είδα
ξέφυγε μια ηλιαχτίδα

“Πέρσι πατίκωσα επτά φρέσκα ροδοπέταλα
πάνω στο τελευταίο σου γράμμα
τώρα η διεύθυνση έχει σβηστεί
στη θέση της στάζει μόνο αίμα
το αίμα της γέννας σου ή της θανής μου
το ίδιο κάνει - δεν με ακούς - έλα λοιπόν
πιο γρήγορα όσο μπορείς πιο γρήγορα.”

Λίγο αργότερα στον μαρμάρινο εξώστη
γύρισε το τακούνι της και η κόχη
του τζακιού άνοιξε το κρανίο της
- μάρτυς ο Αίγισθος
στο κεφαλόσκαλο γυμνός -
και πρόλαβε τον εν συγχύσει μητροκτόνο
που φορτωμένος ανθισμένες Ερινύες
δεν βρίσκει χώμα πια να γονατίσει.
Αυτός ο ίδιος έκτοτε αγνοείται
στην ιστορία πέρασε ως γεγονός
μονάχα η πρόθεσή του.

Ανθίζουν τα ανείπωτα και, δες
στις ταράτσες τού Μυστρά
ο Φάουστ χτυπάει υποστολή
χρώματα αλλάζουν τα σημεία των καιρών.

27

Ως αστρικό ηδύποτο

Όμορφα που ακούγονται
οι ευωδιές των άστρων!...
Σαν να σε δονούν ουράνιες μουσικές
μες στην κοιλιά της φάλαινας
σαν να πετάς ανάμεσα
σε ευεργετικά φυλλώματα-αφές
και αναπνέεις
πράσινο σμαραγδένιο
ή, σαν ν’ ανοίγεις μπαλκόνι σε ουρανοξύστη
και σε απόσταση αναπνοής
φυτρώνει φουντωτή και
τρισχαριτωμένη αζαλέα
- πρέπει να κλάψεις για να την ποτίσεις
με την σεσημασμένη αξιοπρέπεια του πόνου -

ενώ επτά βιολιά παίζουν
ανεξιχνίαστα
απ’ τα ακρογιάλια τα παράφορα
πέρα, ως τα δάση τα αιμόφυρτα
αι Γενεαί Πάσαι

στα θαλασσινά μεσάνυχτα όπου
φαίνεται η πείνα των αγγέλων
ως τρομερή Άρκτος
στα χρηματιστήρια των ε(κ)λείψεων
- κι εσύ, απλώς
στην ποίηση εξορισμένος.

Αποστηθίζω την απόσταση
ως την σιωπή:
ατέλειωτα χιλιόμετρα...

28

Φασκιές

Έρχεται με ταυτότητα περαστικού
κι είν’ εύκολο να προσπεράσει ως ξένος
την τιποτένια ευμάρεια
των φρουρών στα τείχη.
Η μάνα του τον ήθελε φαγώσιμο
όταν δεν τον πότιζε με τη στυγνή
αδιαφορία που αναίμακτα σκοτώνει˙
εκείνος καλεσμένος της ασέληνης νύχτας
οραματιζόταν με ασήχαστη φρίκη
τον άτεκνο φόνο
φουστάνια ανέμιζαν να κρύβουν
το μητρικό βυζί
της λησμονιάς που δεν ερχόταν.
Λίγο πριν το τέλος, πήγε -
κοτζάμ καθηγητής του πόνου και της περιπλάνησης
- κι αποτρελάθηκε στην αγκαλιά
του σιωπηλού Πυλάδη
- αφώτιστα αγρίμια οι στοχασμοί του -
μ’ ένα σπαθί στα δώματα της Ερινύας
γλώσσας.

29

One way φρίκη(κ)

Mε έχει λούσει επ’ εσχάτοις
η υποψία
πως δεν υπάρχει αρμονία στο σύμπαν
- θέλω να πεταχτώ ως εκεί για ν’ αποδείξω
πως η Αφροδίτη με τον Πλούτωνα
δεν ανταλλάσσουν ούτε καλημέρα˙
πως η διαφορά του ήλιου με τη μπάλα μου
η μέρα με τη νύχτα˙
πως δεν υφίσταται η στίλβη
- είναι πλάνη -
πρόκειται απλώς για αναφυλαξία των άστρων.
Να πάω λοιπόν για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα
- άντε να πάρω και τον Μάλερ για να κάνει ντόρο.

Ό,τι κοιτάς από κοντά, είναι στ’ αλήθεια
πιο τρομακτικό - δεν αμφιβάλλω
- μια πυρκαγιά στην τηλεόραση
δεν είναι το ίδιο με τον κορμό
που λαμπαδιάζει έγκατα συκώτια
καθώς δενδρορραγεί.

Τώρα διαπραγματεύομαι, αν γίνεται
το εισιτήριο να είναι μετ’ επιστροφής
- ξινά τα γέλια βγαίνουνε σαν περσινά
σταφύλια - ξέρω...
αλλά και λίαν δελεαστική η περιέργεια
πως ίσως εκεί έξω και να βρίσκεται
κάτι πιο φυσικό απ’ τους ανθρώπους.

30

(Δια)μέρισμα

Βλέπω μόνο σκασμένη γη και πρόσωπα φευγάτα
πάνε όλοι λένε στη γιορτή προς την οδό Λεόντων
εκεί που καταφίλησε ο Λάιος τη Μοίρα
γύρισε ανάποδα η Γη μαζί με το φεγγάρι
κι οι προξενήτρες του καημού, οι όλβιες Ερινύες
μεθούσαν και ξεσπάγανε σε γλέντια πηγαδίσια.

Πέρασα τρυφηλή ζωή με δόσεις μαραμένες
στους ώμους κουβαλήθηκα με τ’ άρματα σερνόμουν
μιλάει η Μοίρα αντ’ αυτού, που γέλαγε στην Τύχη
- την πάει μια με το καλό και μια με καροτσάκι
έχουνε δει τα μάτια της γκρεμούς αβύσσους
λουλούδια δάκρυα και φτέρες φτερωμένες.
Με του πηλού τη μυρωδιά δεμένη σταυρουδάκι
βγαίνει κατά καιρούς τσάρκα στα σημερινά
με την ευκολία που εμείς ξεφυλλίζουμε
την Ιστορία του Δημοτικού.

Έχω βαθιά μεσάνυχτα στις τσέπες
βαραίνοντας οι πέτρες της Βιρτζίνια Γουλφ
μου πέσανε στο δρόμο.
Θαυμάζω, δεν μπορώ να πω,
την γενναιοδωρία της Ίριδας
- λούζει τη Μοίρα μου με φωτοβολταϊκά τόξα
ενώ εγώ ακόμη κυνηγάω με τα προϊστορικά
το μυαλό μου -
αλλά αυτό που με απασχολεί κυρίως
είναι η ξηρασία: δεν γίνεται
να πας να πνιγείς
ούτε σε μια κουταλιά νερό.

31

Την αρετή ή την κακία;

Λειαίνοντας φθινόπωρο στρογγυλεύει
τις (α)γωνίες του ο καιρός
είναι ο προθάλαμος-αγκαλιά
ρούχο ζεστό για την ψυχή
τα λόγια της βροχής
μην περονιάζει βρεγμένη ως το κόκκαλο
της προσμονής
όπως το σώμα στις αντίξοες γεωμετρίες
του γκρεμού
μαθημένο καθώς είναι να σιτίζεται
στην μαύρη αυλή της μέρας.

Απ’ την άλλη, έχουν δίκιο οι χειμαζόμενοι:
Πόσο άχρηστη - ή μήπως όχι; -
η ασπίδα των λουλουδιών όταν
επελαύνει η αγριότητα της θύελλας.
Όπως συμβαίνει στη ζωή, τελικά.

Υπάρχουν βέβαια κι οι άλλοι
που φτιάχνουν κλάσματα δευτερολέπτων
πτήσεων
με αναλογίες Μιχαήλ Αγγέλου
ώστε λίγο να λοξοδρομήσει το βλέμμα
απ’ τα σκουπίδια της κατανάλωσής σου
ζυγιάζεις τον χαρταετό
κι έχουν φυτρώσει ήδη ζηλευτά φτερά
στους ώμους των ονείρων
- έτσι χωρίζει η Τέχνη με σπαθί
αγγέλου δανεικό
το παρόν από τον θάνατο...
ελλοχεύει όμως ο κίνδυνος
την ώρα που εκείνη σχεδόν σε αγγίζει
εσύ να καταγίνεσαι με τον πονόδοντο
των κολεοπτέρων.

32

Άλλο ένα απροσδόκητο

Κρίμα τους! Ήρθαν όλα μαζί
στον παφλασμό τού λυγερού μεσονυχτίου
ζητώντας μου να εξοφλήσω τις χρωστούμενες
(συν)μετοχές σε νόμισμα σελήνης.
Ήταν αφέγγαρη θυμάμαι η νύχτα κι αναγκάστηκα
να καβαλήσω τη μεσοτοιχία με το απέθαντο
και πριν προλάβει να σκιρτήσει
η καρδούλα τού Πετράρχη
με χάρη κηπουρού και χορεύτριας Ντεγκά συνάμα
να κλαδέψω όλα τ’ ανθάκια του ουρανού
και της ψευδαίσθησης από τον κήπο
του παππού μου και της αλεπούς.
Επειδή πάλι με κοιτούσε περιπαικτικά
εκείνο το κορίτσι με τα κοτσιδάκια, εγώ
(δεν έχουν πέραση οι μεταρρυθμίσεις, της ψιθύρισα
γιατί, έχουν οι ιδεολογίες;!
μου φώναξε κλαμμένη και συνέχισε:
πού είσαι χρόνε; μου ’λεγες πως θα γινόμουν έτσι;...)
εγώ; με αίμα στα μάγουλα για λάμψη και απόσταση,
φρενήρης γύρισα πίσω δηλαδή μπροστά
να ανταποκριθώ στα τέρατα
του μέλλοντος με περισσή φροντίδα.
Όμως βοριάς και ανάσα από τον ίδιο αέρα
δεν έχουν νόημα τα αισιόδοξα ποιήματα
τους είπα κι έκλεισα την πόρτα της απάτης.

Με νόμισμα αγκαλιάς ας πληρώνει
η ασπίδα μου
αποφάσισα - κι αν κλείσω μάτι απόψε
να μου τρυπήσεις τη μύτη.

33

Παραμυθία

Ασπαίρει αστέρι πάνω
απ’ τα πέλαγα χλωμό
γαλαζοδάκρυνο έτοιμο
να θητεύσει στα ανθρώπινα
ως άλλος πλανήτης του μικρού πρίγκηπα
Ένας/μία από κάθε είδος, προστάζει
να ’χει την ποικιλία της ζωής επάνω του
κι ας μη μάθει ποτέ πολλαπλασιασμό.

Καθόλου προσοδοφόρο!
απεφάνθη η Επιτροπή Εποικισμού
και έκλεισε το κενό
με έναν ακόμη δορυφόρο.

Έκτοτε η τύχη του ανέστιου
αγνοείται στις λεωφόρους
και τα παραπήγματα των μεγάλων
υποσχέσεων
αιωνόβια ψεύδη αυξάνουν
και πληθύνονται στα μικρούτσικα
μυαλά
- μην ακούτε τους επιμηθείς
πως τάχα για το σκότος
η Σκοτία ευθύνεται
- πιάνονται στα βραχέα και με ασύρματο όνειρο
οι φαεινές ιδέες των άστρων.

34

Αψιμαχίες φθινοπώρου

Τόσο λιγόπνοη η ζωή του σύννεφου
αν το καλοσκεφτείς
μόνο και μόνο για να γυρίζουν το κεφάλι
τα ηλιοτρόπια
και ν’ αποκτά νόημα βαρυσήμαντο
η χλόη
- με αστραπές που σου φωτίζουνε
τον φόβο
πέφτει ο καρπός στην τύχη του...
ο ίδιος ήλιος τον ξεραίνει.
Μεσιανικό, μεσαιωνικό κατά περίσταση
το σκότος και τα θέλγητρά του
- Σιγά τον πολυέλαιο!
όπως θα πει και ο Κολοκοτρώνης -
από την ίδια κλωστή κρεμόμαστε
μπέσα στο σύμπαν...
τον όρκο που δεν κρατάμε
πόθεν θα τον αντλήσουμε;

Σ’ έχω διαβάσει ως το πρωί
αργή του Κόσμου ανατολή
στον εφιάλτη
σαν λόξυγγα που ξαφνικά
μ’ εγκαταλείπει
και δρέπω το μυστήριο πιο γρήγορο απ’ το φως...
λες, θα ψηλώσει και το δέος
μόλις αστράψει
επί δικαίων και ακινήτων.

Αν κάτι θα πεθάνει είναι η αφή
- τα κομμένα λουλούδια στο βάζο
είναι η απόδειξη
και το εισιτήριο στο χώμα.

35

Nοέμβριος ...ετών 37

Σκέφτηκες ποτέ
τι πάταγο εκκωφαντικό κάνει
το αέρινο γιασεμί πέφτοντας
κατά τύχη πάνω σ’ ένα περαστικό μυρμήγκι;
Ούτως ή άλλως με θόρυβο
πρωτάκουστο η κάθε πτώση
- ώρες ώρες φαίνεται συνετός ο ουρανός
επειδή δεν υπάρχει.

Μα τώρα, πίσω στα μεγαλεπήβολα
όπως είμαστε συνηθισμένοι:
θέλω να πω, με το άλλοθι
πως ψάχνουμε τον ένοχο
εγκαταλείπουμε την ύπαρξη
στα αστυνομικά σοκάκια της ευτέλειας
και χάνουμε τις αλήθειες της στιγμής...
πολλές αλήθειες, γιατί η μόνη και σιωπηλή
(παρα)θερίζει μονίμως στο Είναι
όπου ως γνωστόν
απαγορεύεται η πρόσβαση - access denied.
Μαύρη ζωή έκαναν άλλοι Κλέφτες
εμείς το πολύ μια διαδήλωση.
Φαντάζεσαι, κάθε εκπνοή
να έβγαζε κι από ένα όνειρο;

Η (επ)ανάσταση είναι το εσωτερικό
αίθριο του ατόμου που δεν συναγελάζεται
με θεωρίες κουρέλες ή παράσημα
και έπαθλο μια νύχτα στα μπουζούκια
της διάσημης αγέραστης ηλίθιας
της ντε και καλά αισιοδοξίας
με τον χαζοβιόλη καθρέφτη κατακούτελα
ανάμεσα στα φρύδια.

36

Influenza

Aπόγευμα φθινόπωρο ο ιλιγγιώδης
κυματισμός του ακίνητου χρυσάνθεμου
σε λίγο βρέχει νύχτα
άλαλο αίνιγμα ο ορίζοντας.

Το πρωί η συννεφιά του
θα σηκωθεί να ντύσει
τα καθυστερημένα λεωφορεία
πού και πού
μια σκονισμένη ηλιαχτίδα κλέβει
παράθυρα και διαψεύδει
την ματαιότητα της Τέχνης.

Πάμε πάλι, ας αρθούμε
στην αορατοσύνη των αγγέλων
φτερούγισαν κρυφά οι υπήκοοι
μα πάντα όχι όλοι μαζί
- αλλιώς θα λεγόταν επανάσταση.

Κακά τα ψέματα, με την φρενήρη ταχύτητα
του νέου κόσμου δεν προλαβαίνεις
να μεταδώσεις την απελπισία.
Γι’ αυτό καταλήγουμε ως συγκινητικοί
μαραθωνοδρόμοι κατεδαφίζοντας
τον τρόμο του απρόσμενου
στην ανορθογραφία
της συλλαβής
- αλλιώς δεν θα βλέπαμε τηλεόραση.

Καλά που έκλεισες ψυγείο
για την αιωνιότητα.

37

Σκηνικό: χωρ ισμός

Είπανε να βρεθούν για τον Επίλογο
δεν γίνεται να βάλεις από μακριά τελεία
στα σεντόνια τσαλακωμένα και νωπά
από ιδρώτες έρωτες που δεν μπορούν να σβήσουν.
Ρούχα χειμώνες πάνω σε κορμιά αδειανά
- αχ, πώς μισούν απόσταση
σε χιλιοστού αναπνοή και μετανιώνουν

(Πετάνε ακόμα πεταλούδες! - είναι σίγουρη
Το χρώμα των ματιών της θα ξεχάσω
- τις υποθήκες του στο χώμα εκείνος.)

με νοτισμένο βλέμμα κοιτάζουνε μαζί
αλλού ο καθένας μόνος του
από αέρα σιωπηλό καμπύλη η κουρτίνα
- τέλος της επανάληψης κλείνει η παρένθεση -
λουλούδια μαραμένα έχουν γεμίσει το δωμάτιο
χωρίς παραγγελία αφρός καταργημένος της γιορτής
φυτρώσανε κιόλας στον κήπο ανελέητα
ζιζάνια τυρανικά του πόθου.

Τώρα για χάδι η ψυχή έχει μόνο τον καπνό
τα δαχτυλίδια του ως το ταβάνι-ουρανό.

Βλέπει τον ύπνο άχρωμο
πλάτος τριάντα εκατοστά να πιάνει στο κρεβάτι
όπως μένει στην άσφαλτο σχέδιο με κιμωλία
σε τόπους αυτοψίας
όταν σηκώνουν το νεκρό για να τον μεταφέρουν
στο νεκροτομείο των υποθέσεων
ενώ στον κήπο στήνουνε χορό
οι φωτισμένες απουσίες τη στιγμή
που δειλινό ηδυπαθές ρίχνει τα πέπλα
οι μουσικές φυλλορροούν των άστρων λυγμικές

38

και τα παρτέρια γίνονται νησιά
πρόθυμα στο φευγιό τους
εκείνη μαύρο τριαντάφυλλο θ’ αγγίξει για να βγει
αγκάθι-μνήμη αιμάτινο να πεθυμήσει ήλιο
κι όλα τα πέταλα έρωτα
με πάταγο στο πάτωμα θα πέσουν.
Πλησίστιο κατηφορίζοντας στην επικράτεια
της αθωότητας
μικρό πουλί τουφεκισμένο κάθε τόσο
πέφτοντας κόβει γιασεμιά
για τις πληγές του
πορτοκαλί αναπνοή για να ζηλέψει
ο ήλιος φρούτα του Σεζάν
και άλλα υποκατάστατα ονείρων.
Eίναι η ζωή που απαιτεί
συνέχεια να τρέφεται
με βουλιμία θέλει
όλο και κάτι παραπάνω
απ’ την πραγματικότητα.

39

Κοντινό

Κουμπί που έπεσα απ’ το πουκάμισό σου
το στήθος σου ανοιχτό στα ρεύματα
ανάμεσα καρδιά και τύψη
ώσπου ν’ ανθίσει τριαντάφυλλο το αίμα
έγινε ιστίο το φιλί το παίρνουν οι βοριάδες
και μένω να λικνίζομαι στην κούνια
του Ίσως
το χρώμα του ήλιου σαν πουλί
σφαγμένο στο στρώμα παπαρούνα
την βλέπω πάλι απ’ το παράθυρο - η ζωή
περνάει σαν ποίημα -
τα μάτια μου νησιά της Καραϊβικής
μα ο νους μου καπνός βαρύς
στην άκρη των χειλιών σου
φεύγει πετάει χάνεται
στης δύσης το νταμάρι
μα το πρωί απ’ την αρχή
βαρκάκι ακόμη
στην σοβαρή θάλασσα του ονείρου
στη βάρδια τού κανονικά
με αλμυρό χιτώνα
του πόθου ο λατόμος
aqua marina της στεριάς
που νοσταλγεί πελάγη.

Τα μαλλιά μου νεραντζιές της Μεσογείου
με ταξιδεύουν στα ανεμοδαρμένα ύψη
τα εφήμερα της έ(κ)λειψης
και γλείφουν τις πληγές των αστεριών.

40

Ημισφαιρίδια

Ορθοσταλιά κι άλλα σκαλιά με χίλια ως τα χείλια
πού σταματά η γη ν’ αρχίσει επιτέλους ο ουρανός;
αναρωτιέται κάθιδρο μυρμήγκι στο λοφάκι
καταμεσίς μεσημεριού Σάββατο Ιουλίου.

Γέλια σγουρά σαν φυλλωσιές ν’ αφουγκραστείς δροσούλα
φιλιά πεζούλια ασβεστωμένα στο λιοπύρι
χέρια φτερά για το νοτιά
φλέβες σκορπίζουνε λιβάδια χαμομήλι
ως πέρα αγρολούλουδα μ’ εφήμερο καμάρι
νιώθω ακόμα πιο μικρή στον οργασμό
της φύσης - ας βρω εγώ τη δική μου.

Βλέπω μακριά το γαλανό
και με μπερδεύει η θάλασσα
- μόνο από κοντά μαθαίνεις την αλμύρα -
θυμάμαι που σε σκότωνα σε ανέγγιχτα σεντόνια˙
κι εσύ, “Ουρανέ μου”, μη με ξαναπείς
Αυτός δεν ξέρει πως υπάρχει
μόνο πετάει αίματα απουσίες
αντίδωρα αρχαίων μαχών νύχτες
Σάββατα του Φλεβάρη
- ανάσες σήματα αναβοσβήνουνε ακόμα.

Σ’ αφήνω τώρα μ’ αυτή την σπαρακτική
μουσική που πάντα νόμιζες χαρούμενη
και δεν σε κοίταζα στα μάτια
μη με δεις να κλαίω˙
να ’ρθει κοντά φεγγάρι ατλάζι
με ώριμες κινήσεις να με κρύψει.

Ζάχαρη χύνεται η ζωή κι άντε να την μαζέψεις.

41

Ελλειπτική τροχιά σε συ ύφεση

Κι ενώ έχεις κινήσει ήδη
για τον αποχωρισμό
το σούρουπο που ξεμπερδεύεις
τα μαλλιά μου απ’ τ’ αστέρια
- βάρος που το ’χει η τρυφερότητα
όταν σωπαίνουν τα μαχέρια -
ένα αγρολούλουδο-καθρέφτης μού μαθαίνει
τι θα πει αρμονία˙
τότε σε χάνω χωρίς δάκρυ χθεσινό
κι απ’ την ψηλότερη έξαψη
του θέλω
κατηφορίζω με άνεση ως τη χαρά
του ζω.

Λυπημένα κοχύλια διώχνει η θάλασσα
εκεί που ετοιμαζόμουνα
να σου αποδείξω ότι απέχεις μόλις ένα
βότσαλο απ’ το παιδί που ήσουν.

Μια εξορία-εαυτός όπως
το σαλιγκάρι το σπιτάκι του.

Μετά, αλλού και άλλοτε μικραίνεις
κιόλας στην προοπτική του βάθους
το γέλιο πια μόνο του ήλιου, σπάνιο
- στο τέλος βλέπω στη ραφή
στην άκρη του χειμώνα
δυο κερασάκια όμορφα
σε βάρκα νουφαράκια.

42

Κρυψώνα

Σφαίρα η ζωή, μου έλεγες χθες πάλι
αθάνατος ο πόνος σου ανάμεσα στα φρύδια
- μόλις σε ξανακοίταξα έσπασε
η κορνίζα πάνω στο τραπέζι.

Λίγο πριν βρει τη θέση της αχτίδα γαλανή να σε τυλίξει
ο κύκλος αψεγάδιαστος σαν ίριδα ματιού σε διαστολή
θαλάσσια ποντισμένος
με ανοίγει σε παράθυρα συμμετρικά βυθού
και χωρίς ήχο σπάω σε κοράλια
- άγριο άτι ανεμπόδιστο ο καιρός
τρέμουνε τα νερά ως τα σωθικά μου
η αλμύρα σε πληθωρισμό και πάω
όλο πιο κάτω.

Το κλειδοκύμβαλο του Μότσαρτ αιωρείται
παίζοντας σαν παιδί στα δροσερά
πλακάκια του απογεύματος
σφάζονται τρυφερότητες κάτω
απ’ την ταραχή της πέτρας, καρδιά μου
μόλις ένα τρίξιμο μακριά μου
η σκιά του Ροζινάντε κυνηγάει καταδότες
ώσπου να στρώσει το ξημέρωμα σεντόνι στον ελαιώνα
στων παγωνιών τα μάτια γρήγορα νυχτώνει
- τόσο διάφανος εσύ
από την πίστη να πετάς και
αναστημένος απ’ την αβυσσαλέα όρεξη
για αμφιβολίες
κάθε φορά που μπαίνω
στη φωτογραφία σου.

Σκάρτο ένα τεταρτάκι θα κοιμήθηκα
και μου ’φτιαξες στον ουρανό μπαλκόνι.

43

Σκοπιά Ζωή

Ξενοκοιμάται το μεσημεράκι του στις παιδικές αλάνες
γδαρμένα γόνατα ξένοιαστες πλάνες
ξέρεις, ηρωισμοί της αθωότητας
- θυμούνται τα νεογέννητα τι λέει το νεράκι -
ίσως γι’ αυτό σφίγγει ο στρατιώτης
το φυλαχτό στη χούφτα του˙
δεν καταριέται τους πολέμους
ποτέ δεν γνώρισε την σφαίρα που τον γύρευε
όλη του τη ζωή
μα η υστερία των εμπόρων επιστρατεύει
νύχτες λιποτάκτες
λαμποκοπάνε οι πληγές στάζουν
χαμόγελα τυμπανιαία στις σκιές
και κάτι σκοτεινά αποφθέγματα
μην τύχει και εμφανιστεί ουράνιο τόξο.

Έχει φεγγάρι απόψε κι είδε για λίγο πιο μπροστά
το γέγονε του μέλλοντός του˙
δεν είναι λίγο ν’ αφουγκράζεσαι
ιδίως εν καιρώ ειρήνης
χαράκωμα-ερώτηση και ν’ αντηχεί “ελήφθη!”
άγρια κάστανα ξεφλουδίζει η τρυφερότητα
- τώρα μονάχος ανάμεσα στις Ολυμπίες
του Μανέ και της Ηλείας
ονειρεύεται ξαπλωμένες στα πεδία των μαχών
άδοξες νίκες παράσημα θανάτου.

Το άλλο μισό ταξίδι απέναντι ως να ταρακουνήσει εφιάλτη
και πρόβα λιμανιού να ξεπροβάλει
γιατί εδώ και επί τα αυτά επείγει
τ’ αγκάθια της ομορφιάς να εκδικηθούνε επιτέλους
ψυγεία πτώματα
στο λιβαδάκι να φυτρώσουν αχινοί
κι ένα κυκλάμινο να κλείσει
όλους τους Οίκους του Εμπορίου.

44

Υποδοχή

Ένα λουλούδι με στόχο το κόκκινο
μεγάλωσε με θράσος ηλίου
και μου χτυπάει επίμονα το τζάμι
με τα μούτρα όταν σκύβω πάνω στις (απο)γνώσεις μου
χρειάζομαι σκοτάδι για να διαγνώσω
τα φωτεινά λιβάδια του εφήμερου
τι επίδραση έχουν στην ανάπτυξη
των βαθυτάτων στεναγμών
των έωλων ερώτων
κι αν το φιλί βγάζει καρπό
όσο η μύγα ξύγκι.
Είναι τόσο ξεκάθαρο που φαίνεται ψεύτικο
- μέγας σεισμός τ’ αφήνει όλα άθικτα;
- μοιάζει η κουρτίνα με πανί ιστιοφόρου; ή
- άνοιξε η γη και με κατάπιε στο κρεβάτι μου
με ρίζες ουρανό και όραμα θνησιγενές
κάμπιας για πεταλούδα;

Τηλεφωνεί, μου στέλνει σημειώματα
δοκίμια “Η φρίκη να είσαι μόνος”
Σαγκάλ μεταμφιέστηκε για να με ξεγελάσει
κυκλοφορεί από τις χαραμάδες τα αρώματα
και μαγειρεύει άνοιξη στη μέση του χειμώνα (μου).

Επικαλούμαι στοιχειώδη δικαιώματα μα
το λουλούδι τώρα μου χτυπάει την πόρτα!
Νιώθω την άρνηση ως τον παραλογισμό
βγαίνω από τα ρούχα μου και
ανοίγω το παράθυρο - αν είναι
να ξυπνήσω από την παγωνιά του κόσμου.

Πολύ συχνά, οι αποδείξεις είναι
μπρος στα μάτια μας - όταν εμείς αδιάκοπα
αφηγούμαστε τον εαυτό μας.

45

Στο μεταξύ

Το μεγαλείο των δέντρων πνίγεται στα πελάγη
από τα υψηλά πρόστιμα του αυστηρού αέρα
κι όλοι με κέρματα φτηνά
ανάμεσα στα σφιγμένα δόντια
με λάθος ήχους μυρωδιές και χρώματα
αφήνοντας οι άνθρωποι και τα βουνά-χρησμούς
στην τύχη της βαρύτητας των πεπραγμένων
δίνουν λάθος όνομα στις μουσικές
που ξημερώνουνε μουγγές επιθυμίες˙

συρρικνωμένοι φοβισμένοι πηγαινοέρχονται
και δεν γνωρίζουν ούτε έρωτα
λες και δεν έχουν ακουστά για αγγέλους
και πληγές˙
την ώρα που επιστρέφει η άνοιξη
ανάμεσα σε πυρκαγιές και φώτα νοσταλγώντας την βροχή
μαύρο μανδύα θα φοράει για να κρύβονται
στους δρόμους τα αρώματα των αργυρών τραυμάτων
στιγμές που πάνε του χαμού στο σούρουπο της πλήξης
αθώα πόρνη απόδημη η ίδια η πόλη
με τα χίλια πρόσωπα και γύψο στα μαλλιά της˙

γι’ αυτό και για εκδίκηση
βαθιά στα μάτια των περαστικών πνιγμένες λέξεις
κι ο χρόνος λεπτό και εύθραυστο
δέρμα φιδιού
ρήματα που δεν έμαθαν το μυστικό
άστοργα ξεπαστρεύει
κι έχει για αύριο γραφτεί

ως τα θεμέλια των σπιτιών της θλίψης
η γενναιοδωρία στην έκσταση της χάριτος
- ξεφλούδισμα μανταρινιού στο διπλανό δωμάτιο -

46

ένα ανέμελο παιδί και ανυποψίαστο
- που τα μισά θα κάνει απ’ όσα πίστεψε
αφού στην άκρη του γκρεμού
κρύβει κι αυτό τα ανθάκια του -
έχει λοιπόν για αύριο γραφτεί
να σπάσει την πράσινη σιωπή της λίμνης
πετώντας ένα βότσαλο ενθύμιο θέρους
για να αναδυθεί ολοζώντανο το ψέμα
την ώρα που τα δέντρα ούτε φως ούτε σκιά
η ανάσα νοικιασμένη στην ιδεατή ανθοφορία
και στων ανθρώπων το λαιμό τσουκνίδες
με ρίζες κόκκινες, στο ίδιο χρώμα
με τη μεγάλη μπάλα που πέφτει από τον ουρανό
- ο ήχος μόνο βιαστικός και τα πουλιά
να συνεχίζουν απερίσπαστα
την χαρτοκοπτική των ήρεμων τοπίων
ενώ από την γέφυρα ευδιάκριτα
θα κυματίζουν στα παρμπριζ θολά επάλληλα
τα κύματα της μνήμης τα αδέσποτα.

47

Έρως Πυρηνικός

Το μέλλον είναι ένα μυστήριο θλιμμένο
όχι επειδή κοιτάει μπροστά, αλλά επειδή
μας βλέπει ήδη εκεί όπου θα πάμε.
Είναι σαν να μπαίνεις για πρώτη φορά
σ’ ένα δωμάτιο κι όταν ανάψεις το φως
αυτό που φοβόσουν έχει γίνει πραγματικότητα
στη δίνη της αέναης περιστροφής
- εδώ κάτω, τα γνωστά: μονίμως μπερδεμένη η αθανασία.

Ο Πλούτων λείπει έξω (πάνω) για δουλειές ο
περαματάρης
κι η Περσεφόνη όλη μέρα σκυφτή σφουγγαρίζει
τα απόβλητα που στάζει ασταμάτητα το ταβάνι.
Ανοίγει τα παράθυρα στο νου και βλέπει
σκηνές από το τελευταίο καλοκαίρι
με τη μάνα της - δεν ξέρει πως δεν θα την ξαναδεί.

- Εγώ είμαι για σένα!
φωνάζει εισβάλλοντας στο σπίτι ο Πλούτων
κι η τρομαγμένη σύζυγος βγάζει το όνειρο απ’ την πρίζα
μην λαμπαδιάσουν πάλι τα καλώδια
ξυπνά στην αγκαλιά του
κι από το καρδιοχτύπι του εκείνη ανατριχιάζει.
Της σπρώχνει οξύθυμα το κεφάλι προς τα πίσω
- Ρόδινοι στίχοι είναι πλεγμένοι στα μαλλιά σου
μιλούσες με τη μάνα σου; ή, με άλλους πλανήτες;
ξανά μανά τα ίδια! δεν σου το ’χω πει;!
Θες να κατέβει ο Ήφαιστος να ’χει κι εδώ το λόγο;
Η μόνη πιθανή ζωή είναι σ’ αυτό το βούρκο!
Βάλε μυαλό, γυναίκα μου, και μη μου ξεπορτίζεις!

48

- Πάει καιρός που δεν φίλησα τη μάνα μου
νοστάλγησα το χρώμα - το χώμα, έστω
κι ας θαφτώ. Να είναι όμως για πάντα!
Δεν θέλω εδώ να έρχομαι με μαύρο φως στα μάτια!
Τα δάκρυά του, μαύρα - και έκτοτε
η φρόνηση ωσάν σπαθί του Αρθούρου -
κάποτε ήταν αγιόκλημα και μέθη Ιουλίου.

49

Πόλεμος Έρως

Ανοίγει η γη στα δυο γόνιμο ρόδι
πέφτω στο βάθος του φλεγόμενου πυρήνα
φτερά καψαλισμένα ανωριμότητα
φθινόπωρα εικοσιένα στη σειρά
μ’ ένα μικρούλη έρωτα γυμνό
τσιτάκι από τ’ αστέρια δανεισμένο
όλοι με κοροϊδεύουνε με το χαμόγελό σου
η άνοιξη απούσα ταξιδεύει
μόνο σε σένα.

Με τάιζες σπόρους ροδιού, είδα στον ύπνο μου
το δρόμο για να βρίσκω, έλεγες
πίσω στο θαλερό σκοτάδι σου
αιώνια να επιστρέφω Περσεφόνη - ώσπου
και ας μην είμαι η ίδια, να μεταμορφωθώ
μόνο σε μένα.

Αστέρια πέφτουν στα μαλλιά
κι η έρημος σφαδάζει
στο όνομα της άωρης ομορφιάς μου
θα πνιγεί ο Άδης
προτού αλλάξει προσωπείο
και σε δω
πάλι στην πόρτα.

Αθώες φράσεις με ξηλώνουνε καρφιά
και βγαίνω από την άγνοια στο μπαλκόνι
χύνεται μέσα μου ποτάμι αλμυρό
σε λίγο ξημερώνει
σονάτα τού Σκαρλάτι θάλασσα ως πέρα
κι η μάνα μου ντυμένη Αλεξάνδρεια
χαρίζει όλα τα ρούχα στον αέρα.

50


Click to View FlipBook Version