Μετά;
Το ’στρωσαν οι ψυχές στο χαμομήλι
μικροί ήλιοι γυρίζουν τα κεφάλια τους
προς τον συνονόματο για να μυρίσει θέρος
άηχες λάμψεις συλλαβίζουν το αεράκι
- πόση δουλειά χρειάζεται για να
στεγνώσει ένα δάκρυ.
Οι ευωδιές του από δω
απέναντι οι ανεμώνες υπό
το πέλμα της ασχήμιας˙
παρά τα απειλητικά προγνωστικά
των ειδημόνων
καιρός φέρνει τα κύμβαλα
στιγμή την αρμονία
κι ακατανίκητη σιωπή τις μνήμες
του νηπίου
να μην τολμήσει να ξεχνά
να πάψει να ελπίζει
τον μίτο του πρωτόπλαστου
να ψάχνει στις κολάσεις.
Τρεις και σαράντα πρωινή
βάζω την θάλασσα στο κάδρο
τουλάχιστον τα Σάββατα ας είναι τω Κυρίω
Υψώματι - κι αν γίνεται καθημερινά
να αποσοβούνται οι κενοφανείς ειδήσεις
των Οκτώ, κυρίως.
51
Να μοιάζει κάπως έτσι το Είναι;
Βουΐζει η βροχή μέσα στο σπίτι
και ανασ(τ)αίνει σύμπαν
το ρέμα του ουρανού κατεβάζει τα μπαζωμένα
σώματα - στέλνει ο Θεός
την έγνοια του για μένα
μεταφρασμένη σε κλάματα
ακατάσχετα και δεν καταλαβαίνω
ο χρόνος μου σταμάτησε και γέννησε ομπρέλες
να προστατέψει ο θνητός το νου από τυχόν εκρήξεις
Μη ρίχνεις Θε μου άλλες αστραπές
με τύφλωσε η γνώση!
Τρεμάμενα φαναράκια οι σταγόνες
στα κλαδιά ψυχές
για να ψηλώσει η χάρη μας
στο βάθος που της πρέπει.
Απ’ τις γωνίες ξεπηδούν κορδέλες
γιορτινές του έρωτα οι κεραυνοί
αλλιώτικα μελτέμια
και πλέκουνε τις ρίζες μας
ως να φανεί λίγο νερό νεράκι
να ξεδιψάσει την αγάπη
στα χνάρια που χαράζει υπόγεια το δάκρυ˙
άφαντο μα ποτίζει και
νοστιμίζουνε βουνά και βλέμματα
θάλασσες κι αεράκι σαν
να γινόμαστε ανώτεροι από άνθρωποι
άγγελοι παίζουν μουσικές
στου δρόμου τα ανοιχτά τα λασπωμένα
κρυφά και ακατάληπτα για τη βιασύνη μας
τραγούδια ξεχασμένα
στο ένα του κόσμου το μικρό
και ίσως πιο νωρίς απ’ το Ωμέγα του.
52
Ασπρόμαυρη (επειδή είχε ήλιο) μικρού μήκους
Ο Άδωνις εσκόνταψε κι εφύτρωσε κοχύλι
που ήταν άδειο από καημό
και μόνο αντηχούσε
γλυκόπικρες νυχτερινές
συνομιλίες του πελάγους.
Οι γοργόνες είναι άγγελοι - κι εγώ
θέα μικρή και κρύβομαι
στην κόχη των φτερών τους.
Φανάρι η ζωή σου το ξημέρωμα
το σβήνει ο ήλιος κι εσύ ψάχνεσαι
- στα χνάρια απ’ τα διλήμματα
πιο νύχτα κι απ’ τη νύχτα -
ένα μικρό αερικό έχει
σκαλώσει στο όνειρο
απ’ την απόγνωση σε τσάκωσε
η σιωπή κι έχεις ξεσυνηθίσει.
Φαίνεται καθαρά το ρίγος των φύλλων
καθώς τα τυλίγει αραχνοΰφαντη
υδάτινη κουρτίνα κι εκείνα ονειρεύονται
λιγνές φωτοσκιάσεις - όμως
νυχτώνει γρήγορα στους χειμώνες
δεν κοιμάμαι πια γυμνή
πριν με πάρει ο ύπνος για να του αρέσω
ντύνομαι φύλλινα φιλιά
βάρκα στα υπόγεια νερά των πόθων
- ίσως σε συναντήσω.
53
Κρεσέντο
Ήρθε με λασπωμένες μπότες
μούσκεμα στον ιδρώτα της απόστασης˙
οι τρύπιες τσέπες ένδειξη πως τα όνειρα δραπέτευσαν
- το βραδινό καράβι είχε σαλπάρει
κι εκείνος έψαχνε ως την τελευταία στιγμή
τα ναύλα για τον ουρανό σ’ ένα λουλούδι.
Στο δρόμο έχασα πολλά, μα όχι την ψυχή μου
είπε κι ακούμπησε επάνω στο τραπέζι
λευκό και άφιλο χαρτί - μολύβι
η ματιά του ακονισμένο
από ιδιωτική βροχή ανομολόγητη - κι εγώ
έδαφος πρόσφορο για τα οικεία βέλη.
Πριν απ’ αυτόν, με καίει
το χαμόγελό του από αιθρία
αξέχαστη στη μέση του χειμώνα
- για ώρα ανάγκης, μου έλεγε
όταν με κοίταζε απ’ τα βάθη
ως την ψυχή μου - μαγνήτης
πελάγη απεγνωσμένα ανάμεσα,
τριαντάφυλλες ανάσες σε γέφυρα πυρφόρα
- ο στεναγμός μού ζωγραφίζει πεταλούδες
μες στα σωθικά -
δεν έχω δεύτερο πουκάμισο
εκτός απ’ την αφή μου να του δώσω.
Διασχίζουμε στο ραλοντί και εν ριπή
στιγμές φωσφορίζουσες
με δρασκελιές ανίατης νεότητας
ατέλειωτες εκ(σ)τάσεις
σε αέναη που λατρεύαμε την πτήση
- τέρψη και τύψη πώς ζυγιάζονται θανάσιμα
πάνω στα φτερά αρπακτικού
54
αμετανόητη προσδοκία
απειλούμενη
από την γνώση που διαθέτει υπομονή.
Προτού μ’ αγγίξει ένα αστέρι φεύγει
απ’ την παλάμη του πυροτεχνήματα
καθώς με τύλιγε
ο ουρανός κάτω απ’ την στέγη
μα με ανοιχτούς κρουνούς και βρέχουν
άυλο χρυσάφι.
Τώρα, εκεί. Και πάλι εδώ:
αργά και αστραπιαία ταυτόχρονα
γυμνό και το δωμάτιο
φέγγει ως το αύριο των δακρύων
ο έναστρος πόθος.
55
Η ορμή των άστρων
Μισό μισό τον ουρανό
μοιράζομαι με τους αγαπημένους
- αυτούς που ακόμα μου κρατούν το χέρι
κι άλλους που έναν αιώνα έχουν να φανούν.
Τους κοντινούς μας, δεν τους βλέπουμε συνήθως
- η μυωπία της απόστασης μάς έλκει.
Στους μακρινούς, ζωγραφιές τάζω
αρώματα - για να ’ρθουν -
και μια ζεστή αγκαλιά με λόγια που ποτέ δεν είπα.
Γι’ αυτό με βλέπεις πια συχνά
στα άνθη να μιλάω
ή από κορφή σ’ άλλη κορφή
τα δέντρα να χαϊδεύω.
Τη νύχτα βλέπω καθαρά ανάμεσα στ’ αστέρια:
βγαίνουν αυτοί που λείπουνε
σε σύννεφα πεζούλια
καπνίζουν και τσουγκρίζουνε, λένε αστεία, γελάνε
κρατούν ανάλαφρα τους κυκεώνες
με το νέκταρ της ψυχής εν αφθονία
ή πίνουν κοκτέιλ Γκουαντάναμο με Γάζα
για να ξορκίσουν
πίκρες μελαμψές στην άβυσσο -
ψυχές τους είναι οι στιγμές που όλο μας ξεφεύγουν.
Εμείς, περιχαρείς μέσα στο βάλτο μας
καταβροχθίζουμε εσαεί τον δευτερόλεπτο φόβο
που με τη σειρά του, καταπίνει αενάως
όλα τα αισθήματα φαινόμενα
και τις απατηλές αλήθειες.
Άλλος έχει τη δύναμη και άλλος την ανάγκη.
56
Το πεπρωμένο της χαράς
Πλέκουν τα άστρα πυρετωδώς
όνειρα αλτρουιστών για το σκοινί
της απόδρασης.
Τα ποιήματα με τυπώνουν στο βυθό
με σάρκινες πάλι λέξεις
γεμίζει πεταλάκια γιασεμιών η αμμουδιά
μέχρι να κινήσει η φιλντισένια ανεμόσκαλα
απ’ το φεγγάρι ως το κρεβάτι μου
- αιώνας, παρελθόν αμέτοχο
απ’ τα τεχνάσματα της επιβίωσης -
μια δρασκελιά σε χωρίζει, αν θες
στα μάτια να κοιτάξεις την
Μεγάλη Ταπεινοφροσύνη απέναντι.
Προς το παρόν όμως εκεχειρία
υδροχαρής ρίζα κυκλάμινο
με ανηφορίζει την χάνω
στο συνωστισμό αδημονώ
δακρύζει
Αν ήταν ο έρωτας εδώ; θα βοηθούσε;
- Θα λαχανιάζαμε μαζί, τίποτα παραπάνω
φοράει πάντα τα καλά του
κι από μέσα
σύννεφα σαρκα(στικά).
57
Ο ποιητής
Να μη μιλάς ποιητικά
του ’λεγε ο δάσκαλός του
εν ανάγκη να μη μιλάς καθόλου!
Διωγμένος κι απ’ τη γλώσσα ακόμα
καλά καλά ως το απέναντι βουνό δεν είχε πάει
ξυπόλητος από ταξίδια κι όμως
στου νου τις τσέπες όλο φως
θάλασσες και βουνά με αγρίμια, κι ο ίδιος
χώραγε στο ανοιγόκλειμα του βλέμματος.
Πότιζε μόνο δέντρα και κηπευτικά
δάκρυα των ονείρων κουβάδες
πηγαινόφερνε με την αυγή στα περιβόλια
κι ύστερα να κοιμηθεί έτρεχε πριν απ’ τον ήλιο
γιατί απ’ τον ύπνο έβγαζε
πάντα ουράνιες βλέψεις λύτρωνε
τον ιδρώτα του με δροσερό φασκόμηλο
και ακουμπούσε ραβασάκια γιατρειές
στου κάθε επιλήσμονα το απλωμένο χέρι
για να κεντήσει κι ο φτωχός
τ’ αστέρια που του πρέπουν.
Σε λίγο πάλι ακούραστα έκοβε
σαν λουλουδάκια νέρινα τα λάθη
των ανθρώπων - ουραγός
του Ωμέγα απαρατήρητος
πώς να τον κάνεις φύλλο;
Μόνο τα φτερά του έβγαζε
κι άφηνε στο κατώφλι
ν’ αναγνωρίζουν τα παιδιά πού
έχουν σύναξη αύριο όλες οι επιθυμίες.
Πώς βρέθηκα σ’ αυτή την αίθουσα αναμονής
αναρωτιόταν τώρα σε πλήρη
58
αστική υπνηλία παγιδευμένος
κι εκτός από τον παπαγάλο στο κλουβί
που τσίριζε ανόρεχτα τσιτάτα σεμνά
και ταπεινά από την πρόσφατη Ιστορία
δεν ακουγόταν παρά η φωνή διαταγή ριγέ
γραβατωμένου οικοδεσπότη
να νουθετεί την κόρη του:
Μακριά από ποιητές! Ψάξε καλύτερα
δυσεύρετο υδραυλικό ή ηλεκτρολόγο!
59
Οι ληξιπρόθεσμες εμμονές
Από το χάδι του νερού να γίνεσαι μετάξι
και στάχτη ο χρόνος μέλλον πλανόδιο
να ξεχνάς για μια στιγμή-διαμάντι
πόσες ψυχές δραπέτευσαν από τα σπίτια τους
τ’ άφησαν κάτω απ’ το χώμα
κι έφυγαν με την αόρατη σκευή αλλάζοντας
στο νου σου χρώμα
- ώρες ώρες ρινίσματα άστρων
η μνήμη-πρύμνη
συνταξιούχος ακροβάτης
που ξέπεσε σε παρελάσεις.
Στην άλλη όχθη ο θεριστής
ανάλαφρος και δίχως γένος
- μια σκέψη πορτολάνο αν μου ’δινες
ίσως και να προλάβαινα να κόψω
δρόμο για την θάλασσα κορμί -
αμυδρά στον ορίζοντα οι μπουνάτσες
όπου με το μαχαίρι του ήλιου το χρυσό
λεπτές ηδονικές φετούλες
κόβεις το ψαχνό της ζωής.
60
2010 νεογνό
Υάκινθο πουκάμισο φορώ
ανατριχιάζουν έρωτα πέταλα
στις κλειδώσεις της ευτυχίας
όμως σε ομοιοπαθητική
στάση μετέωρη
μη δω πώς πνίγεται ένα τριαντάφυλλο
στην ασφυξία των ανθρώπων ομίχλη
πυκνή τούς σκεπάζει ως πάνω απ’ τα κεφάλια
όρθιοι νεκροί
- τενεκεδάκια
σέρνονται απ’ τα πόδια τους
just burried αντί married
απίστευτη φασαρία κύμβαλα αλαλάζοντα
φρίττει το χώμα ως τα σύννεφα
“Ρηχός καιρός στην πλώρη σου
πολλές φωτιές θ’ ανάψουν”
ψιθύρισε ο Παράκελσος
κι έγινε στάχτη ο ίδιος.
Είδα και μαρτυρώ
το ρόδο αν και ορφανό
γλίτωσε τα βελούδα του
ως το επόμενο ποδοπάτημα
κι από μια χαραμάδα προβολέας
του ήλιου πέφτει κεραυνός
Δύο χιλιάδες μετά χρυσό και δέκα.
61
Καλύτερα λίγα;
Πέφτουνε άδεια όστρακα τα λόγια
σε αστραπής λαβωματιά και παίρνουνε
τη θέση σου - να μη φανεί
της απουσίας το κενό
του πόνου το ολόγραμμα κι η πίκρα
και κρύο σώμα ένα πιάνο χάσκει
στην ομίχλη των στίξεων
τήξεων αναβαλλόμενων στην τύρβη
όπως τα κόκκαλα ασπρόμαυρα βουβά
οι λύπες κι οι χαρές που σου ’χω δώσει
οικείος ρυθμός τον έχασα και ξέχασα
τον χτύπο χτύπημα
καπνός απ’ την ανάσα της ψυχής σου
μια σιγανή αναπνοή στον άφιλτρο αέρα
για μια στιγμή γνωρίζω μόνο ό,τι δεν έζησα
χειροκροτούν οι λάμψεις άηχη χαρά
κλείνω τα μάτια σε παλιό σεντούκι
για τις μέλλουσες εκπλήξεις τις απτόητες
και μακριά η χρυσή ακτή
ο θησαυρός των ήσυχων πραγμάτων
- πού να τρέχεις...
Εκεί που παίζουμε πολλές φορές στο όνειρό σου,
μου ψιθύρισες.
62
Το ποίημα
Τόσο παρήγορα ζεστό
σαν λυχναράκι σε έρημο
εξέχει όμως η ασχήμια τύραννος
ο πάνθηρας χαζεύει χορτασμένος
ουδέν ψοφίμι
- όλα αλληλοφαγώθηκαν
πριν καν να ξεψυχήσουν -
μα μια αντιλόπη ξένοιαστη
και πάμφωτη αγάπης
περνάει μπροστά σαν έκρηξη
εν φρίκη γνώσει ίπταται
ως μαγικό μαστίγιο
επί αθλιοτήτων
ζωή και αβροδίαιτη ένα!
μοναδική σπανιότητα, προκλητική εικόνα
σεσημασμένη των άγριων ανέμων
ποίημα τρυφερό
- στα χρόνια του σκληρού χαλκού
σε τι να χρησιμεύσει;
Τα όνειρα του Άμλετ απαρέμφατα
- στον ενικό μάς βλέπει μόνο
ο θάνατος.
Αφού κι εμείς, καμιά φορά
όταν τα κύματα περιφρονούν
λησμονημένες τραγωδίες
κρατάμε όλη την έρημο
μες στην μικρή παλάμη.
63
Λουλούδια του γκρεμού
Ήρθε στον ύπνο ο προπάππος μου ο Αισχύλος
καθόλου πια καλόγνωμος και επιεικής μαζί μου:
Τι θέλεις και ανοίγεσαι αετός σε ξένα πλάτη;
εσένα, ξεχασμένη μου, μόνο ο βυθός σού πρέπει.
Ως κίονας δωρικός που μεταλλάσσεται
μπροστά στα μάτια μου, τώρα ιωνικός
απ’ τις πτυχώσεις του χιτώνα αναδύεται
αίσιος Παπαδιαμάντης
για λίγο μόνο βούρκωσε, μου άπλωσε το χέρι:
- Πάω για τις Κουκουναριές, έρχεσαι για παρέα;
- Για το ταξίδι, Γέροντα, σιωπή να ανασάνω.
Φόρεσε το καπέλο του και γέλασε φευγάτα:
- Να, πάρε δω και μύρισε το γιασεμί του κόσμου
κι εδώ ένα παράθυρο με θάλασσα και άμμο
το χέρι σου στα χρώματα, μα ο νους σου στο τιμόνι!
Μύλος αψύς και θαλερός ανέμους κουμαντάρει
από κοντά ο στοχασμός καθόλου θορυβώδης
απλός συνάμα τρυφερός Λαβύρινθος ευώδης
ή και λουλούδι κόκκινο στην άκρη του κινδύνου
εκείνο που ακράτητα ποθούσα να μυρίσω
όταν η μάνα ήσυχα και περήφανη
χτένιζε τα μαλλιά μου
- το μαγικό φτερούγισμα
του ονείρου έξω απ’ τον ύπνο -
λίγος καημός - αταίριαστος
στην πράσινη αίγλη των Σποράδων -
γαλήνιο ανέμισμα στη μέση του πελάγους
και γιασεμί βελούδινο στου αθώου την παλάμη
όπως στις κορυφογραμμές των βουνών
64
οι ακοίμητες περισπωμένες
του εθελόκλειστου Πεντζίκη.
Φτωχή με βρήκε το πρωί ξαρμάτωτη στην ζούγκλα
πόθοι μετέωροι στα μπαλκόνια
από της νύχτας την αδίστακτη ευσπλαχνία
κρέμονται τα κουρέλια τους απ’ τις ταράτσες
της αυτοκτονίας
μανιωδώς το πλήθος τα ανεμίζει
πολύτιμο ύφασμα για σημαίες ευκαιρίας
όλα τα αναπόφευκτα λουλούδια των γκρεμών
στο πέταγμα της μέλισσας βόμβος
αεροπλάνων πάλι
πάνω από την Βαγδάτη.
65
Εύκολοι θάνατοι
Υπάρχουν άνθρωποι που κουβαλούν
κήπους ολόκληρους μες στα κεφάλια τους
- από ένα μονοπάτι αδιόρατο, στα μέτωπα
κατηφορίζουν σμήνη από λουλούδια
την θλίψη αναστατώνοντας των πόλεων
με τους ομήρους του αβέβαιου μέλλοντος.
Είχα ένα βότσαλο στο χέρι και με βάραινε
γιατί άφησε το ίχνος του στο κύμα
χωρίς ενθύμιση ή φόβο
- μ’ έκανε να σκεφτώ το στρείδι με τα πετρωμένα χείλη -
έκλεβε τώρα την θερμότητα της παλάμης μου
και είχε μάτια καθαρά ωσάν απόφαση
- ώσπου το πρώτο αστέρι στόλισε
του θόλου το σκηνικό με τις παστέλ βιολέτες.
Κανονικά, οι ποιητές, θα ’πρεπε να διαβάζουν
την σιωπή στα πρόσωπα των αγαλμάτων
δίπλα στο πάρκο όπου παίζουν τα παιδιά
και τα πουλιά τσιμπολογούν τα ψίχουλα
απ’ τα φιλιά των ερωτευμένων
ενώ οι σελίδες της Οδύσσειας λάμπουν
στο αδιάφορο βιβλίο του ορίζοντα.
Στριφογυρίζουν πάλλευκες σελίδες
άγραφα σπαράγματα σκοταδιού
καθώς τα σύννεφα μετασχηματίζουν πρόθυμα
την μνήμη του νερού την ώρα που με βλέμματα
γεμάτα ερωτηματικά αξιολύπητα
αδίστακτα σκοτώνουμε τους πεθαμένους.
Ο κύκλος κλείνει κάθε τόσο
και μας μεταμορφώνει σε παρθένο δάσος˙
σαν τη ζωή: φορές, κοχλάζει όπως το αίμα
όταν γίνεσαι η απόδειξη του ονείρου.
66
Η αλληλουχία των Τεχνών
(Για να μη φλουτάρει η φωτογραφία
μετατοπίσου μια ιδέα από την λογική
και ζουμάρισε στο μέσα χρώμα.)
Ψάχνω ζευγάρια των μηνών Ιούλιου και Αυγούστου
Καίσαρ και Strindberg αψιμαχούν σε σκοτεινά μεγέθη
αχός Ρουβίκων μαίνεται σε μοίρα στερημένη
από την άλλη, ο βόρειος
σε ζητιανιά λιακάδας
κι οι δυο μαζί σε κλασικές
- αξιολύπητοι - επιδόσεις.
Αν και αταίριαστο πολύ
σαν φούξια στον Στάλιν
κάνω πειράματα δειλά με την βιοχημεία:
Ιούλιος και Αύγουστος μου ιδρώνουνε την πλάτη
ενώ Μασνέ και Ρενουάρ, οι συνονόματοί τους
παίζουν βιολιά και χρώματα
στη μέση εδώ του κήπου˙
ο ουρανός σαν θάλασσα
πέφτει και με δροσίζει
απόδειξη τόσα νερά που μπήκαν μες στο σπίτι
και στην κορφή του λόφου μου
να, κιόλας κολυμπάω!
Τι σου ’λεγα; Έχει ο Θεός
ακόμη αξόδευτο γαλάζιο.
67
Καλύτερα ποτέ παρά καθόλου
Χθες το πρωί ψηλά κοιτούσα και μπερδεύτηκα
ανάμεσα στο θαύμα φως και το αίνιγμα όλη μέρα.
Μαμά μπαμπάς στους ουρανούς
οι έρωτες επίγειοι
παρούσα και η αδιαλλαξία του πόθου.
Ατέλειωτη αγκαλιά η φύση
σε παίρνει με το μέρος της αμαχητί
ν’ ανταποδίδεις τα χαμόγελά της, τα λουλούδια˙
βρίσκεσαι τότε φωτεινός ανάμεσα στα ποιήματα
με λίγη τύχη που μπορεί να γίνουν και δικά σου.
Ξεμυτίζει ημέρα σαν ζωηρό αγριόχορτο
αυθάδες όπως πρέπει για αρχή
και ξένοιαστο απ’ την πίκρα που δεν γνώρισε
ακόμη
ώσπου να ζαλιστεί σε νύχτα
απ’ τις αστραφτερές πενιές του ήλιου
μ’ ένα τσακισματάκι για το και
μιας και διψά για ταίρι
πολύ προτού ξαπλώσει ράθυμη
η όμορφη μεταμφίεση-βραδάκι.
Πικρή στεριά η ρίζα του
όποιου δεν γεύτηκε μελτέμι.
Απ’ το μπαλκόνι της ανατολής
νεύουν πολύχρωμες
απρόσκλητες εκπλήξεις-μαργαρίτες
η μυγδαλιά του δρόμου ολόλαμπρη
φρεγάτα σημαιοστόλιστη
απ’ τα συμμαχικά πυρά του ήλιου
ανίκητη απ’ τον βίαιο αέρα του μεσημεριού
- διστακτικά, μα όπου να ’ναι η άνοιξη
γεννάει πάλι καλοκαίρι.
68
Λιώνει χρυσάφι ακόμη το απόγευμα
σε πουέντ αριστοτεχνικές
ακροβατεί το φως καθυστερώντας
- για μια στιγμή το τζάμι συλλαμβάνει
την αθανασία του
- σε λίγο βγαίνουν τ’ άστρα με ποδήλατο
πάνω στα κυματάκια βόλτα αρχάρια
για μας μονάχα που δεν ξέρουμε από ποιήματα
και ξαφνιαζόμαστε απ’ τα όνειρα στον ξύπνιο.
Απέναντι κρεμάει ο Κάφκα στο παράθυρο
την καθημερινή του ιστορία:
Η ικανότητά μου να περιγράφω
την εσωτερική μου ζωή
έκανε όλα τα υπόλοιπα ασήμαντα.
Ούτε χαρμόσυνη σκιά συντρόφου ούτε
δροσιές απρόσμενες αγγίζουν το σκοτάδι του
να όμως πάλι που το τζάμι μου
ύστατη συλλαμβάνει αθανασία
για δεύτερη φορά μέσα στο ίδιο ηλιοβασίλεμα.
Προτού υπνοβατήσει αποθησαυρίζοντας
το σχεδόν άγνωστό μας Διηνεκές του
ένα τεράστιο παιδί που
χαμογελά μόνο στον ύπνο του
τότε που πιάνει φιλίες με τον Σείριο
για να ημερέψει τα δικά μας δίσεκτα.
Στο πάνω ράφι φρέσκοι εισβολείς οι φρέζιες
αβάσταχτα που σου στερεύουν την ανάσα
- σκεπάζει τώρα ψύχρα τα σιωπηλά δωμάτια
ξυπόλητοι όσο τριγυρίζουνε οι πόθοι
τα πεινασμένα σαρκοβόρα της αμέλειας.
69
Οι όψεις του νοήματος
Τυλίγω το ρήμα σε μετάξια και αρώματα
του λείπει το πλευρό-αντικείμενο
και θέλει ζέστη που δεν έχω για ν’ ανθίσει.
Εσύ ακουμπάς νυχτιάτικα στον φανοστάτη
κάνεις παρέα στην ομίχλη την καπνίζεις
και ανεβάζεις μάταιο θυμίαμα στην συννεφιά
συνωστισμός που επιχαίρει και πολυπληθής.
Κοίτα, αν πιάσετε φιλίες δεν την θέλω σπίτι˙
κουρτίνες υγρασία τυλίγουν τα δωμάτια
σκεπάζουνε το φως της ανεξόφλητης ζωής
και δεν μ’ αφήνουνε να αναπνεύσω.
Ξέρεις πως η αγάπη θέλει φωταψία
αλλιώς στερεύουνε ως και τα λόγια
ξενυχτισμένα αστέρια βρίσκουν καταφύγιο˙
άσε που ανοίγεις την όρεξη στην αυτοκρατορία
των δακρύων για νέες κατακτήσεις.
Εγώ ανοίγω πάλι τα παράθυρα αφού
ξημερώθηκα για πρωινή μελέτη:
διαβάζω τις καλές προθέσεις πάνω στο γαλανό
που στιγμιαία μού χαρίζεται καινούργιο
άγραφο και ευάλωτο.
Και απελπιστικά ευτυχία μονάχη.
Σε ανεστραμμένη θάλασσα βρίσκω τον εαυτό μου
όλο ανεβαίνω το ρεύμα κολυμπώντας μίλια-αιώνες
καθώς αναδύομαι ατόλη ανάμεσα σε άπειρες
μικρές εκρήξεις όνειρο
όπως ο ιδρώτας που σε λούζει δίπλα μου
ακατάσχετη ηδονή
σταγόνες αμετάφραστες κυλούν στα σεντόνια
μην πάρουμε φωτιά.
70
Με τον τρόπο του Κάλβου
Την ώρα που μένω στα μισά του δρόμου
γιατί δεν ξέρω πώς φτιάχνονται
απ’ την αγρύπνια οι χειροβομβίδες
και αν αυτό έχει σχέση
με τους είλωτες
ή με τον Κολοκοτρώνη
μου στρώνεις λεωφόρο ροδοπέταλα
χάνει χρόνο το όνειρο και θα το δει η μέρα
πάει λοιπόν στα βιαστικά
να βρει τις ρίζες του στην πίσω αυλή του ουρανού
εκεί που είναι κόκκινα τ’ αστέρια απ’ την αγρύπνια
όπως σιωπηλά κυλάνε τα νερά της μυστικής
ζωής που δεν αξιωθήκαμε.
Ανασκοπεί ο ουρανός την Αόρατη Δόξα
κι οι ευωδιές ξεχύνονται λαχανιάζοντας
σε σκάλα στριφογυριστή
για να σε φτάσουν.
Ο άνθρωπος είναι ικανός
ως και φτερά να βγάλει
για να την αχρηστέψει
γιατί ο Θεός είναι η μόνη
ειρωνεία που αντέχουμε.
71
Momentum ~ η διάσωση
Μπαίνοντας στο σπίτι βλέπω - σε ξένη κλίμακα -
έχει τεράστιο μεγαλώσει
- λιάζεται όμως γνώριμα χωρίς να ξεθωριάζει˙
ήχοι φωνές και νανουρίσματα σε καρεδάκια
χαρωπά κι ανάλαφρα πινακοθήκη βιολετί και φούξια
αλλά και ασπρόμαυρα πλακάκια στην κουζίνα.
Γυρίζει απότομα η μαμά να δει ποιος ήρθε ακάλεστος
ή κάποιο γράμμα απ’ το μέλλον
- ολοφώτεινη και με κοιτάζει γέλιο˙
έχω καιρό αμνημόνευτο να λούσω
τα μαλλιά μου σε τόσες ηλιαχτίδες.
Μου κάνει νόημα να πετάω
να μην πατήσω το που μόλις έστρωσε
στ’ αρχαία σανίδια φευγάτο σκηνικό από ινδικό μετάξι
στους δρόμους του Καΐρου˙
δυο δρασκελιές ολόκληρη η ζωή της
μύριες σκηνές φωτοχυσίας και λίγες
- αναπόδραστες - του ερέβους˙
τα πιο πολλά απ’ τα πρόσωπα δεν τα αναγνωρίζω
- οδεύουν κι άλλα θαύματα εκτός απ’ τα σωσμένα -
είναι φορές που στέκονται σε πλήρη ακινησία
και με διάθεση παιδιού κλονίζουν τους ανθρώπους.
Ταβάνια διάσπαρτα εσώτατα σύμπαντα
που αναζητούν ψυχής καθρέφτες
ως τη ζώνη του Ωρίωνα περίτρανα κιονόκρανα
αχναγγίζουν αχειροποίητες ζωγραφιές
και το διάστημα ανάμεσα στα δέντρα
ως άυλες μορφές Δομήνικου στα γαλανά του Βερονέζε˙
φρεσκοπλυμένα ασπρόρουχα σημαίες φύλλα λεβάντας
αρώματα απαράλλαχτα, συν η “Σανέλ” της μάνας
και χρώματα αδιάρρηκτα από Μονέ και πέρα
ως πέρα η ορατότητα γυμνή και αστραποβόλος˙
κάτω απ’ την στέγη μας που δείχνει κατευθείαν ουρανό
72
χαζεύουνε στην ετοιμόρροπη σκαλωσιά του αιώνα
πουλιά χρωματιστά - από εκείνα που δραπέτευσαν
κι έμειναν τα ποιήματα άδεια
ως χάθηκε η γενναιότητα απ’ τον κόσμο.
Ζαλίζομαι ώσπου να συνηθίσω
ή να πιαστώ από γνώριμη αρτηρία -
α! να ο Φειδίας, πνιγμένος ως συνήθως στη δουλειά
- Αγνώριστη η πόλη μου! θέλω να του φωνάξω -
με χαιρετά από άλλο ποίημα ξετυλίγοντας
διπλώματα ευρεσιτεχνίας ως την ανακτημένη
όραση του Ομήρου
του Αισχύλου οι στίχοι δέντρα πια θεόρατα
ο Βράχος, αν προσέξεις, έλιωσε - μου λέει με νοήματα -
εκεί που οργιώδεις αναβλύζουν˙
να κι η αναφορά της μέλισσας με υπογραφή Καβάφη
κι ο σκύλος που συνόδευσε την εξόδιο του Μότσαρτ
υπό βροχήν και κάτω από τις αστραπές του Λούντβιχ˙
άρθρα ανάγλυφα του Καστοριάδη
με λίγο αίμα απ’ του Πουλαντζά την πτήση˙
πιο δω, προσγειωμένος ο πατέρας μου
ζωή που ξεχειλίζει - και μια βροχή:
λουλούδια, φρούτα, ψάρια στον αέρα
όπως συμβαίνει πριν τελειώσει ο Μάης.
Και η άλλη που με γνώρισε - η τελευταία, θυμάμαι -
η Αριγνώ, κατέβηκε από την ράχη της Σφίγγας
έλυσε το φουλάρι της πάνω απ’ τις Πυραμίδες
και ήρθε και με ξύπνησε με χίλια μετρημένα ροδοπέταλα
- με γεύση κερασιού στην μνήμη
και έναν πόνο ελαφρύ στον δεξιό μου κρόταφο
- μάλλον νοτιοανατολικά της τύρβης.
Άνθρωποι! δεν θα δύσουμε!
φώναζε ο τελάλης σαν κατάρα.
73
Momentum ~ η παραπομπή
Λίγο πριν επιστρέψουν οι ρακένδυτες ανάγκες
ραγδαίως σαρκοβόρες όμως
παρατηρώ τον βαριεστημένο θόλο˙
ξαφνικά αποκαλύπτεται η ηλικία του
στην μεσημβρινή αχλύ του αρχαίου απογεύματος
- ακόμη αφανή τ’ αστέρια.
Χρειάζεται να μετατοπισθούν
αγάπες πολυσύλλαβες για να συλλάβεις
το αίνιγμα
- το νιώθεις από την αγριότητα
της βλάστησης που το καλύπτει.
Λύσεις αργόπλοες εμφανίζονται στον ορίζοντα
σε σχήμα βιολετί και ρόδες ρόδα
επάνω, στην αριστερή γωνία του πίνακα
ως να προφέρεις υπερσυντέλικο τετέλεσται
ξυπνά από το όνειρο η Κοιμωμένη του Πικάσο
απ’ την αφέλεια του κυκλάμινου
κερνά την αντοχή του
και παίρνουν
τα νοήματα σειρά
- αρχή για τον Αρχίλοχο στεφάνι
από την σύρραξη των Παρο-Ναξίων
ως τις σφαγές στο Μογκαντίσου˙
αμέσως μετά, Οδύσσεια ο δρόμος του ανθρώπου
στις στριμωγμένες ώρες οι θάλασσες
αόρατες μέχρι να καταφθάσει η γαλήνη.
Προς το παρόν, ανάβεις το Ανεκπλήρωτο
μήπως ντραπεί το επερχόμενο σκοτάδι.
Λιγοθυμούν τα αρώματα με την ησυχία τους
στο δικό σου βιβλίο η ανησυχία του έρωτα
74
δεν λέει να ξεθυμάνει στον παρακείμενο
καθώς τεμπέλες νότες στην ατμόσφαιρα
και τα πουλιά απουσιάζουν ως συνήθως
στα όνειρα.
Λίγο τα νέφη πολύ οι σκέψεις
νωρίς κιόλας βραδιάζει
- ανάμεσα μυρτιά και αγριοκέρασο
οι σφριγηλές ανάσες της μνήμης
ω, θέρος των σωμάτων -
να χαριζόταν λίγη ταραχή μακριά του
άγαλμα λευκό και με σβησμένα μάτια
να γινόταν ο έρωτας
ή χαλασμένο ρολόι
δίκιο να έχει
μόνο δυο φορές τη μέρα.
75
Momentum ~ η επικράτηση
Τα χρόνια που περάσανε σαν στιγμιαίο φύσημα
σαν αστραπή πιο άγουρη απ’ την λάμψη
πιάνουν χώρο πελώριο εκεί που δεν τα βλέπεις
- έχεις τη θέα τους στο πιάτο
μόνο από τους εξώστες της ψυχής
που ξέρει από πέταγμα σε αχανή πελάγη.
Ακόμα και παρά τη θέλησή σου
πάντα ένα Κάτι αόρατο, μυστήριο και βραδυφλεγές
θα σε ανυψώνει πιο πολύ κι από το χνούδι της λεύκας
θα σε γυρίζει πιο βαθιά στην ουσία τού μη όντος
ψηλά πάνω απ’ τη θέα της ομορφιάς μονάχα
του υλικού κόσμου - εκεί που γεννιέται
η ανεπιστρεπτί νοσταλγία.
Από θαλασσινό νερό κι από κεράσι χείλι
άλλο τίποτα δεν θα σου λείψει
ανάμεσα στην ταραχή των άστρων
και του Μαγκρίτ τα μούσμουλα φεγγάρια.
Πετάω από τώρα πετραδάκια
στη λίμνη του εφησυχασμού τους
για να συνηθίσω στα άσφαιρα και αχρεία(στα).
Χόρτα, κρασί, χαρτί, ροδάκινα, τυρί και σοκολάτες
βγαίνω πάλι για ψώνια στην επικράτεια
των ανιάτων
σήμερα όμως σ’ έναν ανεξήγητα ανυψωτικό
ρυθμό απειθαρχίας
με βηματάκια ωστόσο χαλαρά - κόντρα στο ρεύμα.
Η ορατότητα γυμνή τού “πώς περνά η ώρα”
πεθαίνει χωρίς αίμα ο θάνατος
στο άκουσμα και μόνον ενός φλοίσβου.
76
Ξαναμαθαίνοντας τον χειμώνα
Η ανυπόμονη Χαρά δεν ξέρει τι να το κάνει
το φεγγάρι γεμάτο που βγάζει ρίζες στο κρεβάτι της
ξάγρυπνη κάθεται στα φύλλα του
σαν να ονειρεύεται τεράστιους ωκεανούς
- αυτή από τον ουρανό χτυπάει
ακριβώς δίπλα στην καρδιά
κι ο άνεμος μόνο με στάχτες σκεπάζει τα ρολόγια
σπρώχνουν το άνυδρο μέλλον σε αποτρόπαιο ξημέρωμα
συνοδεύοντας αμετάκλητα την κηδεία των δέντρων
Διαλυθείτε ησύχως! - στον πληθυντικό
της πίκρας ως άλας διαλύομαι
ακρογωνιαίο απολίθωμα το ρήμα
στη σκιά του, πανδαιμόνιο λέξεων
και στρόβιλοι ανεκπλήρωτων
έκρυψα λίγο σέλινο να οσφραίνεται ο χειμώνας
πίσω από την αυλαία του λιγοθυμά
το τελευταίο χρώμα.
Στην ακροθαλασσιά εκεί που πριν νταμάρι χάος
έστησαν κιόλας τον χορό οι κίονες ανθοφορούντες Ιωνία
αραχνοΰφαντοι χιτώνες ανεμίζουν ως τον ορίζοντα
απέναντι, εκεί που βγαίνει ο ήλιος κάθε μέρα
με πείσμα ακούραστων αιώνων.
Με το σταγονόμετρο για να κοροϊδεύω τον χρόνο
ξεπληρώνω συνεπώς όσα με βιαστική
ανεμελιά χρεώθηκα.
Πρωί πρωί περίμεναν
δυο κόρες στο κατώφλι.
Πήλινες.
77
Σχεδόν επέστη
Μια απ’ αυτές τις μέρες θα σταματήσω
την αμνησιακή τρεχάλα
και θα γυρίσω προσεκτικά τις παλιές σελίδες
πριν απ’ την τελευταία ευκαιρία.
Μετά το μπάνιο, κάθησαν γύρω απ’ το τραπέζι:
ο ωραίος ξένος κοντινός, μα άγνωστη η φωνή του
γιατί τον κούρασε η γενναιότητα εις μάτην
φαντάροι που κρατούν τα όπλα σαν παιχνίδια
να μην πουλήσουνε φτηνά και την ψυχή τους
δυο τρεις ακόμη φυσιογνωμίες που ξεχάστηκαν
αλήτες σχεδόν άγιοι ξοδεύοντας μετά από περίσκεψη
τον χρόνο τους αλύπητα σε μία ρουφηξιά
- όπως τα φύλλα του καπνού ζαρώνουν οι αναμνήσεις -
ο μπαμπάς φρεσκοπλυμένη ανυπομονησία
κρυμμένο όμως το γέλιο του
να μη μας δώσει θάρρος
- μη μου στενοχωριέσαι, καριοφύλι μου
έχει για σένα όνειρα ο καιρός˙
και η μαμά-εννοώ, θα με θυμάσαι; -
με το εμπριμέ της φουστανάκι τελευταία
- έφυγε πρώτη -
εγώ, καλά: σαν να μην ήμουνα
όπως πάντα˙
η θάλασσα πόρτα ψηλή με σιδερένια πύλη
αν κάποιος μπόρεσε ποτέ να την αθανατίσει
μ’ εκείνη την φλογερή θλίψη που λέγεται επιθυμία
78
η υγρασία των σωμάτων αδιόρατη
χυμένη η μουσική πάνω κι απ’ τις αισθήσεις
γεμίζει τα κεφάλια μας και τρέμουν τα γόνατα
στο γήινο ίδρυμα που εγκαινιάζει τις ορμές
και τα ταξίδια που ζηλεύουν οι αναχωρητές
κι η αύρα που ερωτεύεται τις πέτρες
επειδή της αντιστέκονται
και απειλητική μονάχα η βρώση τού καιρού
αλλά εκ των υστέρων και εν αγνοία μας.
Όλοι αμίλητοι - μόνο ο άνεμος σείει
φλυαρώντας τα φυλλώματα
κουραστικά ακατάπαυστα
και τα τζιτζίκια ως την παραλία
και εξαντλητικά πιο πέρα
εκεί που η έλλειψη όλο μεγαλώνει
και η αλήθεια ντύνεται τις ομιλίες των πεθαμένων
- εμείς, τι άλλο να πούμε;
Την προσευχή μας για τον επιούσιο
και
Πως αγαπάς τα ποιήματα πιο πολύ κι από μένα,
μου χαμογέλασε το μέλλον αγγελάκι
χάιδεψε τις κοτσίδες μου με το απαλό χεράκι
σαν προφητεία σιωπηλή
- να το ρωτήσω ούτε που πρόλαβα, όπως πάντα -
και βγήκε από το κάδρο.
Αχ, αβάσταχτες! όλες οι ομορφιές μου μαζεμένες
στην ιδανική ακτή που ακόμα δεν αγάπησα
στοιχειωμένες από τους ψίθυρους του καλοκαιριού
και τις σκιές που φεύγουν απαλά
μαζί με τα μεσημεριάτικα όνειρα.
79
Περνα(ς) με κόκκινο
Το ένα του μάτι διέλαθε σε σκοτεινά λαγούμια
εκεί που οι μέρες βρίθουν μετανάστες πόθους
με τ’ άλλο ατένιζε το φως, κουρτίνα
αργοσάλευτη που εμπόδιζε τον χρόνο
- μόνο ως εδώ˙ γιατί μακριά
ακόμα και το βλέμμα
ζυγιάζεται επικίνδυνα στον άνεμο -
είναι η περιέργεια ένα τσούρμο μοιραίες
γυναίκες και λωποδύτες άπληστοι
όπως συμβαίνει δηλαδή και στην ζωή:
χάος κάτω απ’ τα πόδια σου
κι η θάλασσα ως τη μύτη.
Τη νύχτα είδα στον ύπνο μου τον Φαέθοντα να πετάει
- ερχόταν από άλλη ζωή
ως διηγούνταν το χαμόγελό του -
γεμάτος δώρα και τα φόρτωνε ασυγκράτητα
στην έκπληξη της φλεβικής μου μέρας.
Οι αγέρηδες είχαν ισιώσει τα μισά μαλλιά του
τ’ άλλα μισά σγουρά κατρακυλούσαν
στους δικούς μου ώμους κι όταν ξύπνησα
με είδα στον καθρέφτη του αύριο
γυμνή σ’ ένα λιβάδι ασφοδύλια
- στο βάθος η Ακρόπολη υπό τις οδηγίες του Φειδία
οι δούλοι κουβαλούσαν μάρμαρο
κι οι καλλιτέχνες έβαφαν αιώνες.
Από ένστικτο παραμέρισα την σύμπτωση
κρατούσα και το νου μπαλόνι από τον σπάγγο
- βιαζόταν να γυρίσει σπίτι του
αίφνης θυμήθηκε δουλειές που είχε παραμελήσει.
Τα νύχια μου βαμμένα με το αίμα της απόστασης.
80
Το βουνό
Είν’ οι σιωπές μας που μαράθηκαν;
ή σκόρπισαν τα λόγια μας
μαργαριτάρια και τα ψάχνω;
Ο κήπος θάλλει φουντωτά ασυναγώνιστος
ποτίσματα από αιθέρια έλαια
κουβαλά η μνήμη
την τρυφερότητα της είλης
σε μικρούτσικο μπουκάλι
τα ζιζάνια χωριστά που καμώνονται
οφέλη - και μια αποθέωση
ηδονής σε κρύσταλο σταγόνα.
Μάζεψα όλα τα ρούχα των εκρήξεων
να μείνουνε γυμνές οι αστραπιαίες
ξεχώρισα εποχές κεράσι και δαμάσκηνο
τις έκρυψα σε διαφανές νάιλον της ομίχλης
ό,τι κινδύνεψε από υγρασία στον καιρό του απατηλή
ακαριαία το τύλιξα στα σάβανα του φθινοπώρου
όπου ανήκει
κι εκείνο το πικρό σου γέλιο
στην εξώπορτα το κρέμασα μ(π)αγιάτικο στεφάνι
όσο θα λείπω.
Μόνο μια αιθρία μικρή παίρνω μαζί μου
- σχεδόν χωρίς αποσκευές, όπως καταλαβαίνεις.
Αφήνω τα παράθυρα ανοιχτά στο κύμα
για το επόμενο μη-με-λησμόνει ταξιδεύω
ινκόγκνιτο έχω μεταμφιεστεί
σε ό,τι πιο δυνατά ποθεί
μια ευχή που μόλις προβιβάστηκε
σε κρίμα.
81
Η ωριμότητα της σύμπτωσης
Ανθίζουν αστέρια στις κορυφές των δέντρων
σεντόνια κάτασπρα ανεμώεντα στις ταράτσες
κρυφτό με αγγέλους και διλήμματα από μικροί˙
σε αιμάτινα βελούδα τυλιγμένα θαύματα
και αναδιπλώνονται τα χρώματα σε μύθους
κοιτάζοντας αμήχανο ζωγράφο την ψυχή μου
- ανάμεσα πινέλα και χαρτιά
αυτή διαλέγει
ποτάμια αστερένια ελιξήρια
κρεμάμενη σκηνή του μέλλοντός της
μικρές λευκές σκιές στην άκρη του λυκόφωτος
απαλλαγμένες απ’ τα δάνεια του παρελθόντος.
Κάποτε απολάμβανα την Τέχνη και τα ευφυή αστεία
και ήταν πολύ δύσκολο να θυμηθώ
ανθρώπους που απέθαναν χωρίς τους
ή ζωές που έφυγαν δίχως να κλάψουν.
Ανοίγει ποίημα σαν πληγή
και το κοιτάζω μαθητής
ανατομείου χωρίς επιδέσμους
δίκαια ακίνητη η ομορφιά
σε σκαλισμένη πέτρα
ως λαχανιάζουνε τα θέλω μου
άστεγα πάλι και πολύ
στον κήπο του ονείρου.
Α, ναι - και, δίπλα, ο αρχαίος φόβος
απεγνωσμένος ναυαγός σε άνυδρη ξέρα˙
του κόπηκε η αναπνοή
και παίρνει τη δική μου.
82
Ως παλίρροια
Βαθιά κάτω από την λάμψη τού αργού νερού
τα αιώνια κύματα χάδι μητρικό
στοργικά για πάντα μέσα στην αγκαλιά του
τα μυστικά που θάλπονται βαθιά μας
κρυμμένα κάτω από την άχρονη παλίρροια
τόσο κοντά που βλέπεις μες στα μάτια τα όνειρά σου.
Ολόλαμπρα χορτασμένο πεθαίνει το φεγγάρι
τρεμοπαίζει αμυδρό φως στην θλίψη
η ανώφελη αντίσταση στην κατάκτηση του ήλιου˙
η νύχτα σηκώνει το βέλο στο αίτημα της μέρας
- στα μαύρα φτερά της ασήμι γυαλίζει
ανάμεσα στην σκιά και στην ψυχή τα χρεωμένα.
Χορδή σπασμένη η ανάμνηση του αδίστακτου θέρους
ολίγον κατ’ ολίγον αδυνατεί το φως
για την ρεαλιστική εκτίμηση των πραγμάτων˙
ιεροτελεστία στο βωμό της πτώσης
μες στα χιλιάδες ηλιοβασιλέματα πνιγμένα
τα φύλλα κατακόκκινα του φθινοπώρου
επαναληπτικά κι αμετανόητα
πέφτουνε με τα ρούχα στη φωτιά.
Στον απώτατο πόνο ο πρώην ευδαίμων θηριοδαμαστής
καθώς ο Χουάν Μιρό γυρίζει την πλάτη
στην πρωινή αθωότητα των παιδιών
που από συνήθεια και μόνο συνεχίζουν
να κλέβουν όνειρα για να μην συλληφθούν
απ’ την πραγματικότητα
αφού κι ο θάνατος τους ζωντανούς χρειάζεται
για να παρηγορεί την εμμονή του Ορφέα
μα και τον Άδη που υποφέρει από τη νοσταλγία μας.
83
Stormy weather
Ξεφυλλίζω τα τετράδια του ανέμου
στα φτερά των αγγέλων αναρριπίζουν
βεντάλιες οπωροφόρες
η βροχή είναι τα δάκρυά τους
στην ξηρασία του κόσμου
τα άλογα της άνοιξης καλπάζουν
στα έγκατα - προλαβαίνεις πανδαιμόνιο
μεθυστικής ταλάντωσης˙
ξενύχτηδες περιπτεράδες ταξιτζήδες
βυζαντινολογούν τον έρωτα εν κενώ
βαριάς έλλειψης
αγιάτρευτες κηδείες κουβαλώντας
στην πλάτη των διαμαρτυρημένων ημερών
γραμμάτια αποσπάσματα εξόριστης
αχθοφόρων ζωής και πλάνης
αιφνιδίως μετέωροι ανάμεσα
στην συμπόνια και το επόμενο δρομολόγιο.
Στην πρωινή αγορά τα πορτοκάλια αδιάφορα
υγρά και νικηφόρα.
84
Και ...απελθέτω
Καθώς λιγοθυμάει το ηλιοβασίλεμα
- μόνο ό,τι πουλιέται δεν είναι δικό μας -
έρχονται τώρα σκέψεις αλμυροβαφτισμένες
στην γαλήνη της πληρότητας
“όλα καλώς καμωμένα”, οι ακόμη ευέλπιδες
ξανοίχτηκα στην προσμονή-αγαπημένο μονοπάτι σου
κι ήθελα να σου πω αν ποτέ αναρωτήθηκες
πόσα χρωστάμε και στις ξένες συναντήσεις
και στις άγνωστες αγάπες
τις πρώτες αναγνωριστικές πυρετικές κινήσεις μας
το νέκταρ των αβέβαιων φιλιών του πάθους
μα και την είλη των σωμάτων μας
που εξιλεώνονται στον έρωτα
πόσα χρωστάμε
στους εν αγνοία τους ανώνυμους ποιητές
μάτια κι αγγίγματα που ανήκουνε σε άλλους
ξεχασμένους πια
ή πιο μακριά κι από τον κοντινό εαυτό μας
γι’ αυτό κι εμείς, καινούργιοι, τρυφεροί και ξένοι
στις θάλασσες που τρέφουν και τον πόνο και το γέλιο
κι όλα που καταπίνουν όσα εμείς ξεχνάμε
κι άλλα που δεν σου χάρισα
κι εκείνα που πετάξαμε άσκεφτα στη φωτιά
φυτρώσαν ανυπόμονα να δείξουν χαρακτήρα
σκορπώντας τα μαθήματα σ’ ερειπωμένα σκαλοπάτια.
Μην κατεβάζεις όλα τ’ άστρα στο μπαλκόνι μου
κι ένα μού φτάνει να χορτάσω την αγρύπνια.
85
Hasta Siempre
Μια νύχτα βελουδένια ανεξιχνίαστη
όλες οι απαντήσεις κρεμασμένες
αστράκια στην κούνια της μικρής σελήνης
κι ακόμα ούτε σταγόνα αίμα απ’ τα αινίγματα
που θέλουν τον δικό σου κόπο για να ξεψυχήσουν
όπως το λουλουδένιο βλέμμα τού Γκεβάρα
μες σε καπνούς κι αγρύπνια μονοσύλλαβη
κι έρωτες πυρετούς για την Ανάσταση.
Ειρήσθω το Ρηθέν εν παρόδω
του αφρισμένου θρίαμβου της Σάντα Κλάρα.
Πετούν από τα μάτια του χιλιάδες περιστέρια
τόσο που εγώ μπερδεύομαι
και κυνηγάω αστέρια
- εδώ καημός εκεί ουρανός
και η ζωή ακροβάτης.
Στα νοήματα σκοντάφτουμε, όχι στις λέξεις˙
όπως η θλίψη ξεκινάει απ’ το αίμα
- όχι απ’ το μυαλό, όπως φημολογείται...
Πάρε βαθιά αναπνοή και,
να σαστίζεις:
από κει ν’ αρχίζεις.
86
Και μαγεμένη και άρνηση
Χτυπάει πάλι άνοιξη στη φλέβα του Νοέμβρη
ο φτερωμένος ουρανός πουλάκια κυνηγάει
και ξεμυτίζει γαλανό το δακρυσμένο γέλιο˙
μαζεύει ο νους τα χρώματα
τα βάζει στο συρτάρι
κι ακούει τα τραγούδια του
αφού θα σκοτεινιάσει
για να κεντήσουν όνειρα
που θα φυσούν νοτιάδες
σε αγκαλιές να κλείνονται
τα μαγεμένα μάτια.
Στέλνω μια κάρτα Αλληλούια στην αιωνιότητα
μαζί μου να γελάσει
- είναι παράξενος καιρός, γι’ αυτό τον καλοπιάνω -
ανοίγω το παράθυρο να μπούνε φεγγαράκια
σαν διαλεχτός της άρνησης και ακριβός της πίστης
87
ΚαιροΦυλακτό
Στην είσοδο του ήλιου κολλητά στο παράθυρο
οι φρέζιες που ευνοήθηκαν αειθαλείς - στο βάζο˙
βάζω λέξεις ξερολιθιές όπου αδιαμαρτύρητα
συντρίβονται τα πεύκα απ’ το φως
- σκοτάδι, το πολύ ένα τζιτζίκι που τρεμοπαίζει
αβέβαιο μέλλον στην παλιά του φυσαρμόνικα.
Η θάλασσα (πάντα μέσα μου) και
έτοιμος ο πίνακας - υπογραφή:
εγώ, η άστεγος του ονείρου.
Έξω απ’ το τζάμι στο περβάζι άσπρη άμμος
λευκό και το στεφάνι της από το κυματάκι
της το χαρίζει αιώνες απαράλλαχτα καινούργιο
η θάλασσα-σμαράγδι
- κι έχει το χρώμα ακριβώς
από το δαχτυλίδι που μου άφησε η μάνα μου
πριν φύγει.
Σε άλλη φωτογραφία η Ελένη ξένοιαστη, λουλούδι
που παντρευόταν μοναχά στον ύπνο της
πολύ πριν με γεννήσει, δηλαδή - και πέσω
από το άλικο φιλί στο μαύρο κλάμα
λες και δεν είναι αρκετά πυκνογραμμένη η ιστορία
της απατηλής διάρκειας και των πικρών ανέμων
- χαμσίνι λέγονταν κι έφερναν άμμο έρημο
ως δυσλεξία κατευθείαν μες στο στόμα.
Σύννεφο πουπουλένιο θα κατέβει στην αιθρία μου
από γαλάζιο δάκρυ της κατάκαρδα να με χτυπήσει τώρα
στάλα σφαίρα
88
- αχ, μάνα, μόνο για να σε διαψεύδω ζω το σήμερα
που όλο μου ’λεγες
Δεν θέλω να στενοχωριέσαι! Θα δεις, θα με ξεχάσεις...
Προσωρινά, φουσκώνω μαξιλάρι υπαίθριο
για ρηχό ύπνο και να με ξυπνήσεις
μόλις πέσεις με το αστέρι σου
- καιρός μου πάλι να μετακομίσω.
89
Μουσική δωματίου
Η φυγή αυτοπροσώπως
πρώτο πλάνο στα σεντόνια
βαφτισμένη στο σκοτάδι η μέρα
αναδύεται χλωμή με την παλάμη
στο στόμα σταματημένη κραυγή
σε παίρνει το χεράκι της όμορφο
ροδαλό και άμαθο και πριν σηκώσει
ο ήλιος βιαστικός τα στόρια του
σου δείχνει χρώματα να θυμάσαι
κι αχνά σού ψιθυρίζει κολλητά στ’ αυτί
ποιος είσαι; και πού ήσουνα πριν απ’ το βράδυ;
Ν’ ανοίξουν διάπλατα παράθυρα
οι άπληστες ορέξεις - στο σταυροδρόμι
ξέρω ποιο δρόμο θα διαλέξεις -
χρωματιστή η νύχτα που υπόσχεται σκοτάδι
διασκεδάζει αστεράκια πάλι ετοιμοθάνατα
η λεπτουργός ιχνογραφία της αφής σου
αφήσου.. αφήσου... αφήσου....
οικόσιτο της ερημιάς το πρώτο πια φιλί σου
νότα διστακτική και σαν να λέει θυμήσου!
μην έρθεις πάλι ξαφνικά που δεν σε περιμένω
δεν θέλω να με πιάσεις να τινάζω
όνειρα πολυκαιρισμένα απ’ το μπαλκόνι
κοίτα, και πιο πολύ ν’ αργήσεις
θα σου ανοίξει η απουσία μου την πόρτα
έχω να ξεσηκώσω όλο το σπίτι
αλλάζει η εποχή - ούτε ένα ενθύμημα
μη μείνει στις ντουλάπες αδιόριστο.
90
Ο Χειμώνας
Πάω από δω πάω από κει
οι κεραυνοί μες στην αυλή
σκοτάδι όλο το σπίτι...
κομμάτια από υφάσματα
στον ουρανό τα γκριζογάλανα του Γκρέκο
ο δρόμος αφυδατωμένος καταπίνει
δεν λέει να μουσκέψει ακόμα...
έχω βάλει ένα σύννεφο στο μάτι
ώσπου να κατέβει στο ύψος μου
δοκιμασία και φυγή
ως οργασμός ηδονικά αναβαλλόμενος
ξεσπά η καταιγίδα
- αχ το νερό νεράκι έρχεται
ποτίζει ευεργεσία...
το είδα και ευτυχώς με αναγνώρισε
φθινόπωρο επιτέλους
σαν καλοκαίρι πολυαναμενόμενο
εκατομμύρια πλυμένα φυλλαράκια
ρίζες πρώην αξεδίψαστες απ’ το λιοπύρι
βουνά απαλές καμπύλες του Ντεγκά
- το φως μακριά από την εξουσία του.
Πες τώρα πως σε βλέπω
ανάμεσα σε μένα και τα γενναιόδωρα νερά
να χορεύεις στην ετοιμοθάνατη πτήση της ψιχάλας
- κήπος γινωμένος απλώνομαι
να γίνεις ό,τι πολύ σου λείπει
σου στέλνω ευχή -
θα πρέπει όμως να ’ρθεις και αύριο
με έτοιμες απαντήσεις στα διλήμματα
πώς είναι να είσαι άλλος και
πώς τα βγάζεις πέρα.
91
(Δια)στάσεις
Μπορώ λοιπόν ακόμα να ακροβατώ
σαν το κολύμπι είναι, φαίνεται
που απ’ την μήτρα δεν ξεχνιέται
σκεφτόμουνα στον ύπνο μου
λουσμένη καταιγίδα
εγώ η φιλημένη του ήλιου
μετά δυσκολίας
γεμάτη ήχους πολυσήμαντους
και τροπικά φυτά
στην έρημο της λείας ακτής
να με κοροϊδεύει ο Ωκεανός
που δεν κατάφερα να ξεφυλλίσω.
Στην παροξύτονη τροχιά μου χαίρω
ρήμα κουτσουρεμένο τώρα εκτοξεύομαι
- η ελαιογραφία του Γκόγια
φαίνεται φωτεινή από κοντά -
έχει και το σύμπαν τη χαρμολύπη του
είδες; μια λάμψη! - είδες!
Οίδα, Θεέ μου, ξύπνα με
γλίτωσέ με από τα Πλάτη
στο ύψος της η ψυχή, υπόσχομαι
εκεί που λάμπει ως και το σκοτάδι
κι ας είναι να περιφρονώ άγνωστους
γαλαξίες και τον πεθαμένο θάνατο
αλλάζω όλα τα πλούτη του Άπειρου
με ένα κλαδί ελιάς
με τις γυμνές πατούσες μου πάνω στην άμμο.
Και αφού αντίδοτο δεν έχει
αν είναι να πνιγώ, στα γιασεμιά!
92
Ξεκούραστος χρόνος
Τα βήματά μου αγνόησαν το πράσινο
και βιάζεται η λαχτάρα μου να χάσω
τον ορίζοντα απ’ τα μάτια
γιατί η ψυχή όπως πάντα ζηλεύει την ρευστότητα
στο ώριμο αίτημα της θάλασσας
όλο να σε κερδίζει και ποτέ να μη σου δίνεται.
Ώσπου να ρίξω αλλού το βλέμμα
κατακλυσμός η μελωδία που έχασαν οι λέξεις
έλξεις παλιές μα ολοζώντανες και φρέσκιες
χάρτινα υποσχετικά βαρκάκια των ανέμων
ανατριχίλα του βυθού στις παρειές του θέρους.
Μέσα στο σκληρό φως γκρεμίζονται
οι απελπισίες της έννομης τάξης
και όλες οι οικοσκευές του χειμώνα
οι αναμνήσεις πέφτουν στον ανεπίστρεπτο καταρράκτη
μετακομίζουν τα όνειρα μετά μουσικής στο πεζοδρόμιο
για ν’ απιστήσω μια φορά
στο θαύμα.
Και αν μοιράζομαι την ευωδιά του ουρανού με αστέρια
σπρώχνει αέρινο χέρι την αυγή στα τριαντάφυλλα
που θα ντυθούν πάλι την αρχή τού κόσμου
κι ας χάνω πάντα το ουράνιο τόξο
οι σιωπηλές εικόνες μόνες τραγουδούν.
Οι πιο καλοί μου φίλοι είναι οι αναλφάβητοι
ο πιο πιστός μου σύντροφος η τύψη.
Και η αμνησία, η λαμπρότερη έμπνευση.
93
Με τον τρόπο του δημοτικού*
Οσμίζομαι τη θάλασσα και ανασαίνω τύχη
μικρά κοχύλια στο γυαλό μού τραγουδάνε λήθη
γοργόνες καλοτάξιδες με παίρνουν απ’ το χέρι
κι εγώ ξεχνάω την πληγή ξεχνώ και το μαχαίρι.
Αφανίζεται ο θάνατος, τα μακρινά ζυγώνουν
αγάπη είν’ η πραμάτεια της: αυτά που μας ενώνουν.
Να αναπνέεις πεθυμιά και να κοιμάσαι ήλιο
λαμπρή σταγόνα ως ποταμός να λούζει τα όνειρά σου
πάντα σε αρχή μονοπατιού φρέσκα τα βήματά σου.
Κι αν το φεγγάρι δεν φανεί στα πράσινα κρυμμένο
φίλα ένα-ένα τα κλαδιά
εγώ θα περιμένω.
Δεν θέλω άλλα ποιήματα, ματάκια μου
πολύ νοστάλγησα τα μελωμένα
εκείνα που δεν λιώνουνε το νου μου, αλλά εμένα
κι ας έρχεται κάθε πρωί ο ήλιος να χαζέψει
σαν ηδονοβλεψίας τα κομματάκια μου.
Φωτιά να πάρει το μυαλό
και κάρβουνο οι λέξεις
να σε ποτίζω ουρανό
και να μη λες να φέξεις.
*τραγουδιού˙ κάποιος να βάλει μουσική
94
Οι κορδέλες της Σκάρλετ
Ήθελα να πάω στον καιρό της μάνας μου
όταν εγώ δεν υπήρχα.
Ήρθαν μαζί σαν συνεννοημένες
πριν από τα χαράματα
δυο φίλες - μεταξύ τους, όχι με μένα -
η Άγρια Νοσταλγία και η Τρυφερή Ομορφιά
και βάλθηκαν χωρίς να με ρωτήσουν
να εξοντώσουν, λέει, την Χαρμολύπη
που ήρεμα φτερούγιζε και μου ’κανε παρέα.
“Μα, βρε καλή μου, βρε γλυκειά, κακιά κι ονειρεμένη”
τίποτ’ αυτές, το δρόμο τους
με λύσσα και με δόρυ
κυμάτιζαν σπαθιά και δίχτυα στον αέρα
φορέματα αίματα και αστέρια στο ταβάνι.
Μετά από λίγο, ούτε ήχος στο δωμάτιο
ούτε δροσιά όπως πριν - κι εκείνες
ιδρωμένες να κρύψουνε τα όπλα τους
και να με πλησιάσουν:
“Εσένα σε αφήνουμε να σε σκοτώσει ο ήλιος!”
μου φώναξαν και τράβηξαν απότομα τα στόρια.
Αν τύχει κάτι έκτακτο
θα σε ενημερώσω.
http://onlysand3.blogspot.com
95
96