συμμετοχή και την συνέργεια σε αδικήματα λαθραίας μεταφορά μεταναστών.
Επίσης οφείλει να ανταποκρίνεται ταχέως σ’ ένα αίτημα συμβαλλόμενης Χώρας.
Ορίζει μία αρχή για να δέχεται και ν’ απαντά στα αιτήματα παροχής συνδρομής, ενώ λαμβάνει τα
κατάλληλα μέτρα που παρέχουν στους μετανάστες κατάλληλη προστασία κατά της βίας που μπορεί ν’
ασκηθεί εναντίον τους είτε από μεμονωμένα άτομα ή από ομάδες. Παράλληλα κάθε κράτος συμφωνεί να
διευκολύνει και αποδέχεται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την επιστροφή προσώπου, το οποίο είναι
υπήκοός του ή έχει το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο έδαφός του κατά την στιγμή της επιστροφής.
Η Σύμβαση έχει επικυρωθεί από την πλειοψηφία των χωρών μελών των Ηνωμένων Εθνών και στα
πλαίσια αυτής λειτουργούν συνεργασίες για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Σκοπός της παρούσας συνοπτικής μελέτης είναι η εξέταση χρονολογικά και κριτικά των διατάξεων που
καταρτίστηκαν από την Ελληνική έννομη τάξη από το 2000, οπότε η Ελληνική πολιτεία υπέγραψε τη
Σύμβαση του Παλέρμο έως το 2010 οπότε και εντάχθηκε στην εθνική έννομη τάξη, προκειμένου να
αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της παράνομης διακίνησης μεταναστών. Παράλληλα θα εξεταστεί η
κατάσταση στα θαλάσσια σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας την περίοδο 2006-2012, περίοδο όπου
παρατηρούνται μετακινήσεις μεταναστευτικών ροών από τα θαλάσσια σύνορα στα χερσαία σύνορα για
συγκεκριμένους λόγους οι οποίοι και θα εξεταστούν.
Χάρτης 2: Μεταναστευτικές ροές στην Ελλάδα
Πηγή: Πηγή: Γραφείο Αξιωματικών Συνδέσμων Ελλάδος Europol, 11/2013
Για την ανάπτυξη της παρούσας συνοπτικής μελέτης θα αξιοποιηθεί το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο,
ήτοι νόμοι, οι εισηγητικές εκθέσεις αυτών, πρακτικά της αρμόδιας Διαρκούς Επιτροπής Δημόσιας
Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης, οι Εκθέσεις επί των Νομοσχεδίων της Α΄ Διεύθυνσης
Επιστημονικών Μελετών του Ελληνικού Kοινοβουλίου καθώς και στατιστικά στοιχεία από την αρμόδια
διεύθυνση του Αρχηγείου Λιμενικού Σώματος. Τέλος η παρούσα συνοπτική μελέτη θα ολοκληρωθεί με
την παράθεση συμπερασμάτων που προέκυψαν από την ανάπτυξη της.
1. Προβλέψεις για την αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης στην Ελληνική έννομη τάξη
Ο Ν. 1975/1991 (Α΄ 184), υπήρξε το πρώτο νομοθέτημα που περιείχε διατάξεις για την είσοδο και
παραμονή των αλλοδαπών στην Ελλάδα. Ο νόμος αυτός δεν ανταποκρίθηκε στην πραγματικότητα που
κλήθηκε να ρυθμίσει, με αποτέλεσμα η πρακτική των οργάνων της Ελληνικής δημόσιας διοίκησης να
αποκλίνει από τις διατάξεις του. Ταυτόχρονα ενώ κατά το χρόνο σύνταξης του ήταν ορατές οι εξ
ανατολών κυρίως μεταναστευτικές πιέσεις στην Ε.Ε. δεν είχε προβλεφθεί από την Ελληνική Πολιτεία ότι
151
η Ελλάδα θα μετατρεπόταν πολύ σύντομα από παραδοσιακή Χώρα αποστολής μεταναστών σε Χώρα
υποδοχής αθρόων μεταναστευτικών ροών.
Η αδυναμία αποτελεσματικής φύλαξης των συνόρων, η ανελαστικότητα και το παρωχημένο των
νομοθετικών διατάξεων, οδήγησαν στη δημιουργία ενός διαρκώς αυξανόμενου πληθυσμού παρανόμως
διαμενόντων και εργαζομένων στην Ελλάδα. Παρά την συνεισφορά τους στην εθνική οικονομία, πολλά
από τα πρόσωπα αυτά παρέμεναν στο περιθώριο της Ελληνικής κοινωνίας σε συνθήκες κατώτερες που
υπαγόρευε η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, με αποτέλεσμα πολλές φορές να οδηγούνται σε συμπεριφορές
παραβατικές.
Το 1997 θεσμοθετήθηκε η πρωτοβουλία καθιέρωσης ενός συστήματος καταγραφής και ενσωμάτωσης του
πληθυσμού των παράνομων αλλοδαπών μέσω των Π.Δ. 358 και 359/1997 (Α΄ 240), με τα οποία
καθιερώθηκε ένας παράλληλος με τους προβλεπόμενους στο Ν. 1975/1991 τίτλος νόμιμης παραμονής και
εργασίας αλλοδαπού στην Ελλάδα, η γνωστή ως «πράσινη κάρτα». Προβλήματα όμως στην Ελληνική
δημόσια διοίκηση, στον συντονισμό των υπηρεσιών και στην ασάφεια σχετικά με τις ευχέρειες που
απέρρεαν από την κατοχή της, οδήγησε σε αποκλεισμό μεγάλου αριθμού αλλοδαπών από τη διαδικασία
χορήγησης.
Με το Ν. 2910/2001 (Α΄ 91), επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστούν τα κενά του Ν. 1975/1991. Ο νόμος όμως
αυτός απέτυχε. Ο αρχικός του στόχος για καταγραφή και νομιμοποίηση των αλλοδαπών μέσω της
χορήγησης προσωρινής άδειας δεν ολοκληρώθηκε, καθώς η όλη διαδικασία ήταν εξαιρετικά
γραφειοκρατική. Η πολύπλοκη και γραφειοκρατική δομή του νόμου, η έλλειψη σαφούς στόχου και κυρίως
η ελλειμματική αντιμετώπιση μεγάλου αριθμού ειδικών περιπτώσεων αλλοδαπών, δημιούργησε την
ανάγκη αλλεπάλληλων νομοθετικών παρεμβάσεων σε επίπεδο τροποποιήσεων και συμπληρώσεων, που
όμως δεν έφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα στην επίλυση των προβλημάτων εφαρμογής του.
1.1. Ν. 3386/2005 (Α΄ 212), « Είσοδος, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών
στην Ελληνική Επικράτειας».
Με το Ν. 3386/200516 καταβλήθηκε προσπάθεια να καλυφθούν κενά και παραλείψεις που εντοπίστηκαν
την προηγούμενη δεκαετία, αλλά παράλληλα να αναληφθεί μία στρατηγική πρωτοβουλία σχετικά με τη
διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, λαμβάνοντας υπόψη και τις εξελίξεις στην Ε.Ε. 17 και
αξιοποιώντας και την εμπειρία που είχε αποκτηθεί από την εφαρμογή του Ν. 2910/2001, θεσμοθετώντας
για πρώτη φορά διατάξεις για την ένταξη των μεταναστών στην Ελληνική κοινωνία.
Οι βασικοί άξονες του νόμου, για την καθιέρωση μίας σύγχρονης, μακροπρόθεσμης και κοινωνικά
δίκαιης μεταναστευτικής πολιτικής, ήταν και είναι οι ακόλουθοι:
Α.- Ο ορθολογικός προγραμματισμός της εισόδου των μεταναστών στην Ελληνική Επικράτεια, με βάση
συγκεκριμένες ιδιότητες και λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα και τις ανάγκες της οικονομικής και
κοινωνικής ζωής της Ελλάδας.
Β.- Η αποφυγή περιστασιακών και ανεξέλεγκτων αλλαγών του καθεστώτος, με το οποίο εγκαθίσταται
νομίμως ο αλλοδαπός στην Ελλάδα.
Γ.- Η διασφάλιση των όρων εργασίας των αλλοδαπών που έρχονται στην Ελλάδα, προκειμένου να
εργασθούν υπό συνθήκες που αρμόζουν σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου.
Δ.- Η εισαγωγή ενός σύγχρονου καθεστώτος κοινωνικής ένταξης των μεταναστών.
Ε.- Η θεσμοθέτηση των κατάλληλων εγγυήσεων για την αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων της
Ελληνικής έννομης τάξης, ώστε να αποφευχθούν τα φαινόμενα ανεξέλεγκτης εισόδου και εξόδου
αλλοδαπών στη Χώρα.
ΣΤ.-Η διασφάλιση, πρόσφορων συνθηκών για την ακώλυτη άσκηση των κάθε είδους δικαιωμάτων των
αλλοδαπών και κυρίως εκείνων που αφορούν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας τους, την
16 Για τον εν λόγω νόμο βλέπε σχετική Έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη «Παρατηρήσεις ΣτΠ προς τον Υπουργό Εσωτερικών
επί του υπό επεξεργασία σχεδίου νόμου περί εισόδου, διαμονής και κοινωνικής ένταξης υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική
Επικράτεια» διαθέσιμα στις ιστοσελίδες http://www.synigoros.gr/?i=foreigner.el.paremvaseis-stp.49885 και
http://www.synigoros.gr/resources/meta_paremv-02.pdf.
17 Τ. Κοροντζής, «Επιτήρηση θαλασσίων συνόρων - Νέες Ευρωπαϊκές πρακτικές». Περίληψη της προαναφερόμενης Ατομικής
Διατριβής που εκπονήθηκε στη Σχολή Εθνικής Άμυνας (Σ.ΕΘ.Α.) την Ακαδημαϊκή Περίοδο 2009-2010, αναρτήθηκε στο
δικτυακό τόπο της εν λόγω Σχολής http://www.setha.mil.gr/main.php?action=diatribes την 28/04/2010.
152
ελεύθερη συμμετοχή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Ελλάδας, υπό καθεστώς κοινωνικής
δικαιοσύνης και το σεβασμό των ιδιαιτεροτήτων τους, πρωτίστως δε αυτών που απορρέουν από την
καταγωγή τους.
Παράλληλα με τον συγκεκριμένο νόμο καταβλήθηκε προσπάθεια θέσπισης ενός συστήματος διαχείρισης
όσο το δυνατόν λιγότερο γραφειοκρατικό, λειτουργικό, επωφελές για την οικονομία της Ελλάδας, και
κύρια ασφαλές για τα δικαιώματα των οικονομικών μεταναστών στην Ελλάδα, εισάγοντας μία σειρά από
καινοτομίες σε σχέση με το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, οι σπουδαιότερες των οποίων είναι:
Α.- Δημιουργία Διυπουργικού Οργάνου για το συντονισμό της μεταναστευτικής πολιτικής.
Β.-Ενοποίηση της άδειας διαμονής και εργασίας σε μία πράξη, η οποία εκδίδεται από τον Γενικό
Γραμματέα της Περιφέρειας.
Γ.-Εξορθολογισμός του συστήματος μετακλήσεων αλλοδαπών για εργασία στην Ελλάδα, με την
ενδυνάμωση και ουσιαστική ενεργοποίηση των Περιφερειακών Επιτροπών Μετανάστευσης, που θα
καθορίζουν τις ανάγκες του εργατικού δυναμικού σε επίπεδο Περιφέρειας και αναλυτικά για κάθε νομό
της Ελλάδας, σε συνάρτηση με την προσφορά και ζήτηση της εργασίας ανά κατηγορίες ειδικοτήτων και
πάντοτε σε συνάρτηση με το υπάρχον αντίστοιχο ημεδαπό εργατικό δυναμικό.
Δ.- Εξορθολογισμός των χορηγούμενων τύπων αδειών διαμονής και μείωση των αντίστοιχων κατηγοριών.
Πλήρης οριοθέτηση των περιπτώσεων στις οποίες χορηγείται άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους
ώστε να αποφευχθεί η κατάχρηση.
Ε.- Πρόβλεψη βασικών αρχών για την απόκτηση του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος υπηκόου
τρίτης χώρας στην Ελλάδα και καθορισμός κριτηρίων για την χορήγηση του.
ΣΤ.- Πρόβλεψη βασικών αρχών για την κοινωνική ένταξη των αλλοδαπών στην Ελληνική κοινωνία, με τη
συνδρομή συγκεκριμένων κριτηρίων.
Ζ.- Καθιέρωση σαφών προϋποθέσεων για τη διευκόλυνση της οικογενειακής επανένωσης.
Η.- Διευκόλυνση της άσκησης ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας και πραγματοποίησης μεγάλων
επενδύσεων από πλευράς χορήγησης άδειας διαμονής.
Θ.- Εντατικοποίηση των ελέγχων προς την κατεύθυνση του περιορισμού της εισόδου και διαμονής
παράνομων αλλοδαπών στην Ελλάδα.
Ι.- Πλήρης και έγκαιρη εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με το ισχύον ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο και
τις τάσεις που αναπτύσσονται εντός της Ε.Ε..
Η ταχύτερη διαδικασία έκδοσης των σχετικών πράξεων και της έγκυρης πληροφόρησης κάθε
ενδιαφερομένου επρόκειτο να επιτευχθεί μέσω της τροποποίησης των οργανισμών των Περιφερειών, της
ηλεκτρονικής διασύνδεσης των εμπλεκόμενων φορέων, για τη οργανωτική αναδιάρθρωση των
περιφερειών και την οργάνωση υπηρεσιών υποδοχής και παροχής πληροφοριών αναφορικά με τις αιτήσεις
για τη χορήγηση αδειών διαμονής.
Ο νόμος αποτελείται από 20 κεφάλαια και 98 άρθρα.
Το κεφάλαιο Α΄ αφορά τους ορισμούς και το πεδίο εφαρμογής του νόμου.
Το κεφάλαιο Β΄ περιέχει ρυθμίσεις για τον αστυνομικό έλεγχο των μεθοριακών διαβάσεων.
Το κεφάλαιο Γ΄ προβλέπει τις γενικές προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών.
Το κεφάλαιο Δ΄ περιλαμβάνει τις οριζόντιες διατάξεις που αναφέρονται στις γενικές προϋποθέσεις
χορήγησης αδειών διαμονής.
Το κεφάλαιο Ε΄ αναφέρεται σε όλους τους τύπους της άδειας διαμονής για εργασία.
Το κεφάλαιο ΣΤ΄ αναφέρεται στις άδειες διαμονής για άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας
και επενδυτικούς σκοπούς.
Το κεφάλαιο Ζ΄ αφορά στη χορήγηση και ανανέωση όλων των τύπων αδειών διαμονής που χορηγούνται
για ειδικούς λόγους.
Το κεφάλαιο Η΄ αναφέρεται στις άδειες διαμονής για εξαιρετικούς λόγους.
Το κεφάλαιο Θ΄ περιλαμβάνει δέσμη ρυθμίσεων σχετικά με τη χορήγηση και ανανέωση αδειών διαμονής
σε θύματα εμπορίας ανθρώπων.
Τα κεφάλαια Ι΄ και ΙΑ΄ αφορούν στις άδειες διαμονής για οικογενειακή επανένωση καθώς και το δικαίωμα
διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών που είναι μέλη οικογένειας Έλληνα ή πολίτη της Ε.Ε..
Με το κεφάλαιο ΙΒ΄ εισήχθησαν για πρώτη φορά στην Ελληνική νομοθεσία διατάξεις για την κοινωνική
ένταξη των υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική κοινωνία.
153
Με το κεφάλαιο ΙΓ΄ εισήχθη για πρώτη φορά πλέγμα ρυθμίσεων που αφορά τις διαδικασίες απόκτησης της
ιδιότητας του επί μακρόν διαμένοντος.
Το κεφάλαιο ΙΔ΄ αναφέρεται στην ολιγοήμερη διαμονή.
Το κεφάλαιο ΙΕ΄ περιγράφονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των υπηκόων τρίτων χωρών.
Το κεφάλαιο ΙΣΤ΄ αφορά σε ειδικούς περιορισμούς, την ανάκληση της άδειας διαμονής και τις απελάσεις.
Το κεφάλαιο ΙΖ΄ αναφέρεται σε γενικές υποχρεώσεις και τις αντίστοιχες κυρώσεις σε περίπτωση
παράβασης αυτών.
Το κεφάλαιο ΙΗ΄ αφορά λειτουργικά θέματα.
Τα κεφάλαια ΙΘ΄ και Κ΄ αφορούν στις μεταβατικές και τελικές διατάξεις.
1.2. Ν. 3772/2009 (Α΄ 112), « Μεταρρυθμίσεις στην οργάνωση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας,
στη θεραπευτική μεταχείριση χρηστών ναρκωτικών ουσιών και άλλες διατάξεις».
Με το άρθρο 48 του Ν. 3772/2009 επήλθαν τροποποιήσεις – συμπληρώσεις στα άρθρο 76, 87, 88 του Ν.
3386/2005 καθιστώντας τις ποινές για όσους διευκολύνουν την είσοδο στο Ελληνικό έδαφος ή την έξοδο
από αυτό υπηκόου τρίτης χώρας χωρίς να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται πιο αυστηρότερες.
Επίσης έγιναν αυστηρότερες οι κυρώσεις σε πλοιάρχους ή κυβερνήτες πλοίου ή πλωτών μέσων ή
αεροπλάνου και σε οδηγούς κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην
Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή στους οποίους
έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα
σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της Χώρας ή
στο έδαφος Κ-Μ της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς
κατάλυμα για απόκρυψη.
Επίσης στο ίδιο άρθρο προβλέφθηκε ότι περιουσία που αποτελεί προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητας
του παρόντος άρθρου, καθώς και των παραγράφων 5, 6 και 8 του άρθρου 87 του Ν. 3386/2005 ή που
αποκτήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από προϊόν τέτοιας εγκληματικής δραστηριότητας ή περιουσία που
χρησιμοποιήθηκε, εν όλω ή εν μέρει, για την ως άνω εγκληματική δραστηριότητα κατάσχεται και, εφόσον
δεν συντρέχει περίπτωση αποδόσεώς της στον ιδιοκτήτη, κατά τα άρθρα 310 παράγραφος 2, «Απόφανση
ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κ.τ.λ.» και 373 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ.) «Έξοδα.
Τύχη των πραγμάτων που κατασχέθηκαν», δημεύεται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση. Η
δήμευση επιβάλλεται ακόμη και αν η περιουσία ανήκει σε τρίτο, εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει της
εγκληματικής δραστηριότητας κατά το χρόνο κτήσεως της περιουσίας. Σε περίπτωση που η περιουσία ή το
προϊόν κατά το προηγούμενο εδάφιο υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ και δεν είναι δυνατόν
να κατασχεθεί, κατάσχονται και δημεύονται υπό τους όρους του προηγούμενου εδαφίου περιουσιακά
στοιχεία ίσης αξίας προς εκείνη της προαναφερθείσας περιουσίας ή του προϊόντος.
Τέλος σημαντική πρόβλεψη συνιστά και η πρόβλεψη ότι οι διατάξεις του συγκεκριμένου άρθρου και των
παραγράφων 5, 6 και 8 του άρθρου 87 εφαρμόζονται και όταν οι προβλεπόμενες σε αυτά αξιόποινες
πράξεις τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό ή αλλοδαπό ακόμη και αν αυτές δεν είναι αξιόποινες
κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκαν.
2.Προβλέψεις στη Σύμβαση των Η.Ε. για τη αντιμετώπιση του Διεθνούς Οργανωμένου Εγκλήματος
Ν. 3875/2010 (Α΄ 158), «Η Σύμβαση των Η.Ε. για τη αντιμετώπιση του Διεθνούς Οργανωμένου
Εγκλήματος και η ενσωμάτωση της στην Ελληνική έννομη τάξη».
Σκοπός της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διασυνοριακού Οργανωμένου Εγκλήματος όπως
αναφέρεται και στο άρθρο 1 είναι η προαγωγή της συνεργασίας για την πιο αποτελεσματική πρόληψη και
καταπολέμηση του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος και ειδικότερα σε ότι αφορά την παρούσα μελέτη
η αντιμετώπιση της λαθραίας διακίνησης μεταναστών.
Στην Ελληνική έννομη τάξη έχει ποινικοποιηθεί η συμμετοχή σε οργανωμένη εγκληματική ομάδα με τον
Ν. 2928/2001 (Α΄ 141), έχοντας λάβει υπόψη του κατά την κατάρτιση του τις επιταγές της Σύμβασης του
Παλέρμο.
Η Σύμβαση έχει περιχαρακώσει το πεδίο εφαρμογής της στο Διεθνικό Οργανωμένο Έγκλημα, σε κάθε
περίπτωση ωστόσο σύμφωνα με τα άρθρα 3 παράγραφος 1 εδ. α΄ και 34 παράγραφος 2 τα αδικήματα που
θεσπίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 5, 6, 8 και 23 της Σύμβασης (συμμετοχή σε οργανωμένη εγκληματική
ομάδα, νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος, διαφθορά και παρακώλυση της δικαιοσύνης), πρέπει να
154
θεσπιστούν στο εσωτερικό δίκαιο κάθε κράτους μέρους ανεξάρτητα από τη διασυνοριακή φύση τους ή την
εμπλοκή οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, με εξαίρεση το άρθρο 5 (συμμετοχή σε οργανωμένη
εγκληματική ομάδα) στο μέτρο που αυτό απαιτεί την εμπλοκή οργανωμένης εγκληματικής ομάδας.
Με τον τρόπο αυτό η Σύμβαση του Παλέρμο αποτελεί μια ολοκληρωμένη νομική βάση για την προαγωγή
της συνεργασίας των κρατών μερών για την πρόληψη και καταπολέμηση του διεθνικού οργανωμένου
εγκλήματος.
Σκοπός του Πρωτοκόλλου που φέρει τίτλο «Πρωτόκολλο κατά της Λαθραίας Διακίνησης μεταναστών από
τη Γη, τη Θάλασσα και τον Αέρα που συμπληρώνει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του
Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος», είναι η πρόληψη και καταπολέμηση της λαθραίας διακίνησης
μεταναστών όταν εμπλέκεται οργανωμένη εγκληματική ομάδα και η προαγωγή της συνεργασίας μεταξύ
των κρατών μερών για την εκπλήρωση αυτών των σκοπών, ενώ προστατεύονται και τα δικαιώματα των
λαθραία μεταφερόμενων μεταναστών. Πιο συγκεκριμένα:
Στο άρθρο 1ορίζεται ότι το Πρωτόκολλο συμπληρώνει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του
διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος και ερμηνεύεται μαζί με τη Σύμβαση, οι διατάξεις της οποίας
εφαρμόζονται mutatis mutandis στο Πρωτόκολλο, αν δεν προβλέπεται διαφορετικά σ' αυτό.
Στο άρθρο 2 ορίζεται ως σκοπός του Πρωτοκόλλου η πρόληψη και καταπολέμηση της λαθραίας
διακίνησης μεταναστών και η προαγωγή της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μερών για την εκπλήρωση
αυτών των σκοπών, όπως και η προστασία των δικαιωμάτων των λαθραία μεταφερόμενων μεταναστών.
Για τους σκοπούς του Πρωτοκόλλου προσδιορίζεται στο άρθρο 3 το περιεχόμενο επιμέρους όρων, όπως η
"λαθραία διακίνηση μεταναστών", που ταυτίζεται με την επίτευξη της παράνομης εισόδου ενός προσώπου
σε ένα κράτος μέρος του οποίου το πρόσωπο αυτό δεν είναι υπήκοος ή μόνιμος κάτοικος, εφόσον υπάρχει
σκοπός οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους, η "παράνομη είσοδος", το "ψευδές ταξιδιωτικό έγγραφο ή
δελτίο ταυτότητας" και το "πλοίο".
Σχετικά με την έννοια «πλοίο», θα πρέπει να αναφερθεί ότι το άρθρο 1 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού
Δικαίου (Κ.Ι.Ν.Δ.) [Ν. 3816/1958 (Α΄ 32] και το άρθρο 3 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου
(Κ.Δ.Ν.Δ.) [Ν.Δ. 187/1973 (Α΄ 2761)] οριοθετούν τη έννοια. Το άρθρο 88 του Ν. 3386/2005 (Α΄ 212),
αναφέρεται στους πλοιάρχους ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και στους οδηγούς κάθε
είδους μεταφορικού μέσου. Το Πρωτόκολλο περιλαμβάνει στην έννοια του πλοίου και τα υδροπλάνα. Η
ελληνική νομοθεσία απαιτεί για την έννοια του πλοίου προορισμό και όχι μόνο ικανότητα κίνησης στη
θάλασσα, γι’ αυτό και τα υδροπλάνα δεν θεωρούνται πλοία, αφού ναι μεν έχουν την ικανότητα να πλέουν
στη θάλασσα κατά την αποθαλάσσωση και την προσθαλάσσωση, είναι όμως προορισμένα να κινούνται
στον αέρα. Γι’ αυτά η κίνηση στη θάλασσα είναι επιβοηθητική μόνο για την πτήση18. Για το σκοπό του
Πρωτοκόλλου και σύμφωνα με το άρθρο 4 αυτού (πεδίο εφαρμογής) στις περιπτώσεις λαθραίας
διακίνησης μεταναστών, εφόσον τα εγκλήματα είναι διασυνοριακά από τη φύση τους και εμπλέκεται
οργανωμένη εγκληματική ομάδα, στην έννοια του πλοίου υπάγονται και τα υδροπλάνα.
Στο άρθρο 4 ορίζεται το πεδίο εφαρμογής του Πρωτοκόλλου, το οποίο εφαρμόζεται, εκτός αν ορίζεται
διαφορετικά σε αυτό, για την πρόληψη, διερεύνηση και δίωξη των αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα
με το άρθρο 6 αυτού, εφόσον τα εν λόγω αδικήματα είναι διεθνικά.
Στο άρθρο 5 διευκρινίζεται ότι οι μετανάστες δεν υπόκεινται σε ποινική δίωξη, δυνάμει του
Πρωτοκόλλου, για μόνο το γεγονός ότι αποτέλεσαν αντικείμενο των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο
6.
Στο άρθρο 6 προσδιορίζεται η υποχρέωση κάθε κράτους Μέρους να υιοθετήσει τα αναγκαία νομοθετικά
και άλλα μέτρα για να θεσπισθούν ως ποινικά αδικήματα, όταν τελούνται με πρόθεση και για να
αποκτηθεί άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος, η λαθραία διακίνηση μεταναστών, η
κατάρτιση, προμήθεια, παροχή ή κατοχή ψευδούς ταξιδιωτικού εγγράφου ή δελτίου ταυτότητας όταν
διαπράττονται με σκοπό τη διευκόλυνση της λαθραίας διακίνησης μεταναστών, και η διευκόλυνση
προσώπου που δεν είναι υπήκοος ή μόνιμος κάτοικος να παραμείνει στο ενδιαφερόμενο κράτος χωρίς να
συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για νόμιμη παραμονή στο κράτος. Ως ποινικά αδικήματα
ζητείται επίσης να αντιμετωπισθούν η απόπειρα των πιο πάνω εγκλημάτων και η συμμετοχή σε αυτά,
όπως και η οργάνωση και καθοδήγηση για τη διάπραξή τους. Στο ίδιο άρθρο διευκρινίζεται ότι θα πρέπει
να αντιμετωπιστούν ως επιβαρυντικές περιστάσεις των αδικημάτων συμπεριφορές που:
18 Α. Κιάντου - Παμπούκη, «Ναυτικό δίκαιο», Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 1989, σελ. 25.
155
α) θέτουν σε κίνδυνο ή μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή ή την ασφάλεια των μεταναστών ή
β) συνεπάγονται απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση των μεταναστών, στην οποία περιλαμβάνεται και
αυτή που έχει σκοπό την εκμετάλλευσή τους.
Στο ελληνικό ποινικό δίκαιο όλες αυτές οι συμπεριφορές είναι ήδη ποινικά αδικήματα και
αντιμετωπίζονται με αυστηρές κυρώσεις. Ειδικότερα, η λαθραία διακίνηση μεταναστών όπως αυτή
προβλέπεται στο Πρωτόκολλο (άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α΄ ρυθμίζεται στην ελληνική νομοθεσία από το
κεφάλαιο ΙΖ «Γενικές Υποχρεώσεις – Κυρώσεις» του Ν. 3386/2005.
Οι παράνομες συμπεριφορές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εδ. β΄ (i και ii) καλύπτονται από τα
άρθρα 216 του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ.) (πλαστογραφία), 220 Π.Κ. (υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης), 242
Π.Κ. (ψευδής βεβαίωση, νόθευση κ.λπ.), σε συνδυασμό με το άρθρο 187 παρ.1 Π.Κ..
Επίσης, εάν το ψευδές ταξιδιωτικό έγγραφο ή ταυτότητα εκδόθηκε με δωροδοκία ή εξαναγκασμό,
εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Π.Κ., όπως τα άρθρα 235, 236 Π.Κ. και 333, 385, 372, 374 Π.Κ..
Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 216 παρ.1 Π.Κ. (πλαστογραφία) τιμωρεί την κατάρτιση πλαστού και τη
νόθευση του εγγράφου.
Με το β΄ εδάφιο της παραγράφου 1 η χρήση του εγγράφου από το ίδιο άτομο θεωρείται επιβαρυντική
περίπτωση. Με την παράγραφο 2 τιμωρείται και όποιος εν γνώσει του κάνει χρήση πλαστού ή νοθευμένου
εγγράφου.
Επιπλέον, με το εδάφιο β΄ της παραγράφου 3, με αυξημένη ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει
πλαστογραφίες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν
τα 15.000 ευρώ. Με το άρθρο 242 Π.Κ. τιμωρείται ο υπαίτιος εάν είναι δημόσιος υπάλληλος και αρμόδιος
για την έκδοση του πιστοποιητικού και σε αυτό βεβαιώνει ψευδή γεγονότα.
Επίσης, τιμωρείται βαρύτερα εάν επιδιώκει τη διάπραξη των παραπάνω εγκλημάτων σε βαθμό
κακουργήματος (216, 242) και συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε εγκληματική οργάνωση, σύμφωνα με
τις προϋποθέσεις του άρθρου 187 Π.Κ. Επιπλέον, στην ελληνική νομοθεσία και ειδικότερα στα άρθρα 87
παρ. 7 και 87 παρ. 8 του Ν. 3386/2005 τιμωρείται όποιος παράνομα κατέχει ή χρησιμοποιεί γνήσιο
διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο άλλου προσώπου, επίσης όποιος παρακρατεί διαβατήριο ή άλλο
ταξιδιωτικό έγγραφο άλλου προσώπου ή αρνείται να παραδώσει τούτο στην αρμόδια υπηρεσία, καθώς και
όποιος κατέχει ή χρησιμοποιεί πλαστό διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 87 παρ. 7).
Τιμωρείται, επίσης, ο υπεύθυνος γραφείου ταξιδιών ή μετανάστευσης ή οποιοσδήποτε άλλος υποβάλλει
για λογαριασμό τρίτου στην αρμόδια αρχή δικαιολογητικά έκδοσης ταξιδιωτικού εγγράφου με στοιχεία
που δεν ανταποκρίνονται στην ταυτότητα του προσώπου αυτού, καθώς και εκείνος για λογαριασμό του
οποίου υποβάλλονται τα δικαιολογητικά.
Σχετικά με την ποινικοποίηση των συμπεριφορών που προβλέπονται στο άρθρο 6 παρ. 1 εδ. γ΄, η ελληνική
νομοθεσία τιμωρεί επίσης τις άδικες αυτές πράξεις. Πιο συγκεκριμένα, η παροχή διευκόλυνσης
παραμονής σε άτομο που έχει εισέλθει παράνομα στη χώρα αντιμετωπίζεται με τα άρθρα 84-87 του Ν.
3386/2005, στα οποία:
α) καθορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι δημόσιες υπηρεσίες, τα Ν.Π.Δ.Δ., οι Ο.Τ.Α. και οι
υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα υποχρεούνται να μην παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε υπηκόους
τρίτης χώρας, καθώς και οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης,
β) προβλέπονται οι υποχρεώσεις των συμβολαιογράφων κατά την κατάρτιση συμβολαιογραφικών
πράξεων όταν συμβαλλόμενοι ή συμμετέχοντες καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε αυτές είναι υπήκοοι τρίτων
χωρών και οι σχετικές κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης,
γ) προβλέπονται οι υποχρεώσεις των εργοδοτών που απασχολούν υπηκόους τρίτων χωρών και οι σχετικές
κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης και
δ) προβλέπονται οι υποχρεώσεις υπαλλήλων και λοιπών ιδιωτών και οι σχετικές κυρώσεις σε περίπτωση
παράβασης, ενώ υπάρχει ρητή πρόβλεψη ποινής φυλάκισης τουλάχιστον 1 μηνός και χρηματικής ποινής
τουλάχιστον 5.000 ευρώ για όποιον διευκολύνει την παράνομη διαμονή υπηκόου τρίτης χώρας (άρθρο 87
παρ. 6) ή ποινής φυλάκισης τουλάχιστον 2 ετών, αν ο δράστης ενήργησε από κερδοσκοπία.
Σχετικά με την ποινικοποίηση των συμπεριφορών που προβλέπονται στο άρθρο 6 παρ. 2 εδ. α΄
(απόπειρα), η ελληνική νομοθεσία τιμωρεί τις άδικες αυτές πράξεις με τις γενικές διατάξεις του Π.Κ. περί
απόπειρας και ειδικότερα το άρθρο 42 Π.Κ. Σχετικά με την ποινικοποίηση των συμπεριφορών που
προβλέπονται στο άρθρο 6 παρ. 2 εδ. β΄ (συμμετοχή), η ελληνική νομοθεσία τιμωρεί τις άδικες αυτές
πράξεις με τις γενικές διατάξεις του Π.Κ. περί συμμετοχής και ειδικότερα τα άρθρα 45, 46, 47 Π.Κ.
156
Σχετικά με την ποινικοποίηση των συμπεριφορών που προβλέπονται στο άρθρο 6 παρ. 2 εδ. γ΄ (οργάνωση
ή καθοδήγηση), το Πρωτόκολλο, όπως αναφέρεται και στο άρθρο 4 αυτού, εφαρμόζεται όταν εμπλέκεται
οργανωμένη εγκληματική ομάδα. Πέρα από τις γενικές διατάξεις του Π.Κ. περί συμμετοχής, οι έννοιες της
οργάνωσης και διεύθυνσης (directing - κατά το αγγλικό κείμενο), τιμωρούνται σύμφωνα με όσα
προβλέπονται στο παρόν νομοσχέδιο από το άρθρο 187 Π.Κ., όταν αφορούν στη διάπραξη
κακουργημάτων.
Με το άρθρο 87 παρ. 5 του Ν. 3386/2005καλύπτεται το άρθρο 6 παρ. 2γ του Πρωτοκόλλου για τα σχετικά
κακουργήματα.
Σχετικά με την ποινικοποίηση των συμπεριφορών που προβλέπονται στο άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α΄ του
Πρωτοκόλλου για τις επιβαρυντικές περιστάσεις των αδικημάτων που προβλέπονται στις παραγράφους 1
και 2 του άρθρου 6 του Πρωτοκόλλου και ειδικότερα τις περιστάσεις εκείνες που θέτουν σε κίνδυνο ή
μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή ή την ασφάλεια των μεταναστών, ισχύει η πρόβλεψη του άρθρου 88
παρ. 1 εδ. γ΄ και δ΄ Ν. 3386/2005 που αφορούν στις περιπτώσεις που προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο ή
επήλθε θάνατος κατά τη μεταφορά μεταναστών. Ισχύουν επίσης και οι σχετικές διατάξεις του ειδικού
μέρους του Π.Κ. όπως π.χ. το άρθρο 306 (έκθεση).
Σχετικά με την ποινικοποίηση των συμπεριφορών που προβλέπονται στο άρθρο 6 παρ. 3 εδ. β΄ για τις
επιβαρυντικές περιστάσεις των αδικημάτων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 6
του Πρωτοκόλλου και ειδικότερα τις περιστάσεις εκείνες που συνεπάγονται απάνθρωπη ή ταπεινωτική
μεταχείριση των μεταναστών, στην οποία περιλαμβάνεται και αυτή που έχει σκοπό την εκμετάλλευσή
τους, ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 323Α παρ. 1 Π.Κ. («εμπορία ανθρώπων», η βαριά σωματική βλάβη
του παθόντος αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση σύμφωνα με την παράγραφο 4 εδ. δ΄, το άρθρο 351 παρ. 4
εδ. γ΄ Π.Κ. («σωματεμπορία», όπου ισχύει επιβαρυντική περίπτωση εάν η πράξη συνδέεται με την
παράνομη είσοδο, παραμονή ή έξοδο του παθόντος από τη χώρα, σε περίπτωση θανάτου επιβάλλεται
ισόβια κάθειρξη κατά την παράγραφο 5 του παραπάνω άρθρου).
Με βάση τα παραπάνω δεν είναι αναγκαία η πρόβλεψη νέων ποινικών κυρώσεων για την αντιμετώπιση
των συμπεριφορών που περιγράφονται στο άρθρο 6 του Πρωτοκόλλου.
Τα άρθρα 7, 8 και 9 του Πρωτοκόλλου αφορούν στη συνεργασία και στη λήψη μέτρων κατά της λαθραίας
διακίνησης μεταναστών από τη θάλασσα. Στο άρθρο 8 καθορίζονται τα μέτρα κατά της λαθραίας
διακίνησης μεταναστών από τη θάλασσα και ειδικότερα η έγκριση ελέγχου πλοίων με ελληνική σημαία,
όταν υπάρχουν υποψίες ότι μεταφέρει λαθρομετανάστες και η δυνατότητα ελέγχου από τις ελληνικές
αρχές πλοίων ύποπτων για μεταφορά λαθρομεταναστών.
Σχετικά με όσα ορίζονται στο άρθρο 8 παράγραφος 6 του Πρωτοκόλλου: «Ορισμός αρχής ή αρχών
αρμόδιων να δέχονται και να ανταποκρίνονται σε αιτήσεις συνδρομής, επιβεβαίωσης νηολογίου ή του
δικαιώματος ενός πλοίου να υψώνει τη σημαία του, καθώς και για την παροχή άδειας προς λήψη των
κατάλληλων μέτρων και γνωστοποίηση του ορισμού αυτού μέσω του Γ.Γ. του Ο.Η.Ε. σε όλα τα Κράτη
Μέρη εντός μηνός», στην πράξη επιλαμβάνονται οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Ναυτιλίας και
Αιγαίου και ειδικότερα οι αρμόδιες Διευθύνσεις του Λιμενικού Σώματος, όπως η Διεύθυνση Προστασίας
Θαλασσίων Συνόρων.
Επίσης με τον Κανονισμό (ΕΚ) 2007/2004 του Συμβουλίου (26-10-2004, ΕΕ L 349/25-11-2004) έχει
συσταθεί ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για τη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα εξωτερικά
σύνορα (FRONTEX)19. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για τη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα
εξωτερικά σύνορα (FRONTEX) συντονίζει την επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ των κρατών - μελών
στον τομέα της διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων, επικουρεί τα κράτη - μέλη σε περιπτώσεις που
απαιτείται αυξημένη τεχνική και επιχειρησιακή συνδρομή στα εξωτερικά σύνορα και ενισχύει την
ασφάλεια των συνόρων εξασφαλίζοντας το συντονισμό των ενεργειών των κρατών – μελών κατά την
εφαρμογή των κοινοτικών μέτρων που αφορούν τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων. Παράλληλα στην
19 Τ. Korontzis, «The European policies for illegal immigration via EUROPOL and FRONTEX in Hellas». Εισήγηση που
πραγματοποιήθηκε στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Comparing and contrasting “Europeanization”: concepts and
experiences» την 14-16 Μαίου 2012 και διοργανώθηκε από το Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΙΟΣ) [Institute of
International Economic Relations (IIER/IDOS)] αναρτήθηκε στο δικτυακό τόπο
http://www.idec.gr/iier/new/Europeanization%20Papers%20PDF/KORONTZIS%20MAY%202012.pdf.
157
αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης συμβάλει και η Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία
(Europol)20. Η Ελλάδα έχει κοινά εξωτερικά σύνορα, χερσαία και θαλάσσια με την Ε.Ε..
Στο άρθρο 9 του Πρωτοκόλλου καθορίζονται οι ρήτρες προστασίας σε περίπτωση που οι αρμόδιες
ελληνικές αρχές λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 8 του Πρωτοκόλλου αυτού.
Το άρθρο 10 αναφέρεται στη συνεργασία των κρατών μερών για την ανταλλαγή πληροφοριών σε θέματα
μετανάστευσης. Αρμόδια αρχή για την συλλογή και ανάλυση των πληροφοριών που προβλέπονται στο
άρθρο 10 του Πρωτοκόλλου είναι το Τμήμα Ανάλυσης Εγκληματικότητας της Διεύθυνσης Δημόσιας
Ασφάλειας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας (Α.Ε.Α.), το οποίο είναι αρμόδιο για την εκπόνηση
της έκθεσης για την κατάσταση του οργανωμένου εγκλήματος στην Ελλάδα. Στην παραπάνω αρχή
(Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας) και με βάση όσα αναφέρονται στο άρθρο 13 του Πρωτοκόλλου
ανατίθεται και ο έλεγχος της εγκυρότητας των ταξιδιωτικών εγγράφων.
Τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 11 παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 του Πρωτοκόλλου καλύπτονται επαρκώς
από τη νομοθεσία και ειδικότερα τον Ν. 3386/2005 και δη το άρθρο 88, το οποίο αφορά στις υποχρεώσεις
των μεταφορέων. Σχετικά με τη λήψη μέτρων που προβλέπονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 11 του
Πρωτοκόλλου, το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3386/2005 συμπληρώνεται με το εδάφιο στο οποίο προβλέπει την
άρνηση εισόδου ή την ανάκληση της θεώρησης εισόδου σε πρόσωπο που εμπλέκεται με οιονδήποτε τρόπο
σε παράνομη διακίνηση μεταναστών από οργανωμένα κυκλώματα, σύμφωνα με το άρθρο 6 του
Πρωτοκόλλου (μέρος του εν λόγω άρθρου έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 48 του Ν. 3772/2009).
Στο άρθρο 76 παρ. 1 εδ. α΄ του Ν. 3386/2005 προβλέπεται ήδη η διοικητική απέλαση αλλοδαπού που έχει
καταδικαστεί τελεσίδικα, ανεξαρτήτως ποινής, για εγκλήματα που αφορούν μεταξύ άλλων προώθηση
μεταναστών, διευκόλυνση μεταφοράς ή προώθησης ή εξασφάλισης καταλύματος και στο εδάφιο β΄ και αν
«έχει παραβιάσει τις διατάξεις του νόμου αυτού».
Στα άρθρα 12-13 προβλέπεται η υποχρέωση των κρατών μερών να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την
ασφάλεια, τον έλεγχο και την εγκυρότητα των ταξιδιωτικών εγγράφων και των ταυτοτήτων, για τα οποία
ισχύουν όσα αναφέρθηκαν και στο προηγούμενο Πρωτόκολλο.
Σχετικά με το άρθρο 14 του Πρωτοκόλλου, η Ελλάδα έχει αναλάβει πρωτοβουλίες για την εκπαίδευση των
στελεχών των αρμόδιων υπηρεσιών δίωξης της λαθρομετανάστευσης, κυρίως των στελεχών του
Υπουργείου Δημοσίας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (ΕΛ.ΑΣ.) και Ναυτιλίας και Αιγαίου (Λιμενικό
Σώμα –Λ.Σ.) για θέματα παράνομης μετανάστευσης με εκπαιδεύσεις στο Πολυεθνικό Κέντρο
Εκπαιδεύσεων Επιχειρήσεων της Ειρήνης (Π.Κ.Ε.Ε.Υ.Ε.) στο Κιλκίς, με την διοργάνωση σεμιναρίων –
εκπαιδεύσεων στην Ελλάδα μέσω της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας (CEPOL) για μεταφορά εμπειρίας και
τεχνογνωσίας.
Σχετικά με όσα προβλέπονται στο άρθρο 15 του Πρωτοκόλλου, στο άρθρο 66 του Ν. 3386/2005 και
γενικότερα στο κεφάλαιο ΙΒ’ που αφορά στην κοινωνική ένταξη των μεταναστών, στο ολοκληρωμένο
πρόγραμμα δράσης, στα υποπρογράμματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 66 και
αφορούν στην ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, προβλέπεται η ενημέρωση της κοινής γνώμης και για
τους κινδύνους από την παράνομη μετανάστευση από οργανωμένες εγκληματικές ομάδες.
Επίσης στο άρθρο 2 του Π.Δ. 188/2002 (Α΄ 175), «Σύσταση Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής»,
που αφορά στους σκοπούς του Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής, στο εδ. γ΄, αναφέρεται ως
σκοπός και «ο σχεδιασμός και υλοποίηση επικοινωνιακής πολιτικής για την ευαισθητοποίηση της
κοινωνίας των πολιτών σε θέματα μετανάστευσης».
Το άρθρο 16 προβλέπει υποχρέωση των κρατών μερών για την υιοθέτηση μέτρων προστασίας των ατόμων
που είναι θύματα λαθραίας διακίνησης μεταναστών, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 6 του
Πρωτοκόλλου.
Η Ελλάδα, με το Ν. 3386/2005 αξιοποιώντας την προηγούμενη νομοθετική εμπειρία και πρακτική και
θεσμοθετώντας για πρώτη φορά ρυθμίσεις για την κοινωνική ένταξη των μεταναστών στην ελληνική
κοινωνία, έχει θεσπίσει ένα σύστημα διαχείρισης της μεταναστευτικής πολιτικής, το οποίο όμως φαίνεται
ότι μπορεί πάντως να συμπληρωθεί, επεκτείνοντας την εφαρμογή των προστατευτικών διατάξεων που
20 Τ. Κοροντζής, «Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία: EUROPOL», Εθνικές Επάλξεις, τχ 97, Ιούλιος –Αύγουστος –
Σεπτέμβριος 2011, σ.σ. 50-51.
158
ισχύουν για τα θύματα εμπορίας και στα πρόσωπα που κατέστησαν αντικείμενο παράνομης διακίνησης
μεταναστών. Για το σκοπό αυτό επαναπροσδιορίζεται ο τίτλος του πιο πάνω νόμου, η νομική έννοια του
όρου «θύμα εμπορίας ανθρώπων», (άρθρο 1ι), και «θύμα παράνομης διακίνησης μεταναστών» (άρθρο 1κ)
και θεσπίζονται πολύ σημαντικά μέτρα για τη παραμονή και τη νόμιμη εργασία στη χώρα προσώπων που
έχουν χαρακτηρισθεί με βάση τις πιο πάνω έννοιες.
Συγκεκριμένα, αναβαθμίζεται η ήδη προβλεπόμενη χορήγηση και ανανέωση αδειών παραμονής σε
αλλοδαπούς, υπηκόους τρίτων χωρών, που εισήλθαν παράνομα στη χώρα σύμφωνα και με τις προβλέψεις
του άρθρου 14 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Δράση κατά της Διακίνησης και
Εμπορίας Ανθρώπων, εάν υπήρξαν θύματα εμπορίας ή παράνομης διακίνησης μεταναστών (άρθρα 46 - 52
Ν. 3386/2005), εφόσον η διαμονή τους κρίνεται απαραίτητη είτε εξαιτίας της προσωπικής τους
κατάστασης είτε για σκοπούς συνεργασίας με τις αρμόδιες διωκτικές αρχές (άρθρα 46-52 Ν. 3386/2005),
παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης άδειας διαμονής περιορισμένης ισχύος, λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα
για τους ασυνόδευτους ανηλίκους, χορηγείται προθεσμία περίσκεψης τριών μηνών – με δυνατότητα
παράτασης για τους ανηλίκους στη διάρκεια της οποίας δεν εκδίδονται και δεν εκτελούνται αποφάσεις
απέλασης και παρέχεται προστασία και αρωγή, ενώ τέλος υπάρχει ήδη και η γενική δυνατότητα
χορήγησης και ανανέωσης άδειας παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους κατά το άρθρο 44 παρ. 1 εδ. βγ΄
και 4 Ν. 3386/2005).
Σχετικά με τα άρθρα 17 και 18 του Πρωτοκόλλου, η Ελλάδα και οι αρμόδιες υπηρεσίες της έχουν συνάψει
πλήθος συμφωνιών για την αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης. Η Ελλάδα δεν αποτελεί τόπο
προέλευσης, αλλά τόπο προορισμού ή διέλευσης μεταναστών, γι’ αυτό και έχει υπογράψει σχετικές
συμβάσεις και συνεργάζεται με διάφορες χώρες, κυρίως γειτονικές, σε θέματα επανεισδοχής και
επαναπροώθησης21.
Τα θέματα επιστροφής των μεταναστών ρυθμίζονται από ειδικές συμβάσεις, με την επιφύλαξη των
σχετικών ρυθμίσεων για τους πρόσφυγες και τη χορήγηση πολιτικού ασύλου. Εν προκειμένω ισχύουν, με
την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν την προστασία και αρωγή των θυμάτων, οι διατάξεις για την
απέλαση αλλοδαπών που παραβίασαν τις διατάξεις του νόμου (άρθρα 76 επ. Ν. 3386/2005) και εισήλθαν
παράνομα στην Ελλάδα.
Με τα άρθρα 19-25 επίσημες γλώσσες, τις προϋποθέσεις καταγγελίας και τη διατύπωση επιφυλάξεων.
Σχετικά με τη διατύπωση επιφύλαξης που προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφος 3 του Πρωτοκόλλου
(επίλυση διαφορών), η διατύπωση επιφύλαξης ως προς την επίλυση των διαφορών που αφορούν στην
ερμηνεία ή στην εφαρμογή του Πρωτοκόλλου με διαπραγματεύσεις και σε περίπτωση μη επίλυσης, την
υποβολή αίτησης για διαιτησία και περαιτέρω σε περίπτωση αδυναμίας για την οργάνωση της διαιτησίας
την παραπομπή της διαφοράς σε διεθνές δικαστήριο, δεν αποτελούν γνωστή διαδικασία στην ελληνική
έννομη τάξη. Η ελληνική πολιτεία κάνει χρήση της παραγράφου 3 του άρθρου 20 και δηλώνει ότι δεν
δεσμεύεται από την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού.
3.Η κατάσταση στα θαλάσσια σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας την περίοδο 2006-2012
Το φαινόμενο της παράνομης μετανάστευσης που αποτελεί πρόβλημα για τα περισσότερα Κ-Μ της Ε.Ε.,
παρατηρείται έντονα και στη χώρα μας, δεδομένης της γεωγραφικής της θέσης, της ιδιομορφίας των
συνόρων της και της εγγύτητας της με την Τουρκία22 καθιστώντας την κομβικό σημείο για την παράνομη
διακίνηση μεταναστών. Κατά συνέπεια είναι επιβεβλημένη ανάγκη η αποτελεσματική επιτήρηση των
θαλασσίων συνόρων.
Τον πλέον σημαντικό ρόλο για την φύλαξη των ελληνικών αλλά ταυτόχρονα και ευρωπαϊκών θαλασσίων
συνόρων διαδραματίζει το Λ.Σ.23, ο κατεξοχήν αρμόδιος θεσμικά φορέας αστυνόμευσης του θαλάσσιου
χώρου στον ελληνικό χώρο. Το Λ.Σ καλείται με τα στελέχη του, τον εξοπλισμό και τα μέσα που διαθέτει να
υλοποιήσει τόσο τις εθνικές όσο και τις ευρωπαϊκές πολιτικές που έχουν αναπτυχθεί αλλά και
21 Ν. 2926/2001 (Α΄ 139), Ν. 3030/2002 (Α΄ 163), Ν. 3540/2007 (Α΄ 46), Ν. 3543/2007 (Α΄ 60)
22 Για την μεθοδολογία (Modus Operandi) βλ. Τ. Korontzis, «The contribution of EUROPOL and FRONTEX in combating the
phenomenon of illegal immigration in Hellas». Review of European Studies, Vol. 4, issue 1, March. 2012, p.p. 188-202,
(doi:10.5539/res.v4n1p188) (in Hellenic).
23 Τ. Korontzis, «The role of the Hellenic Coast Guard in the Hellenic internal security and in combating the phenomenon of
organized crime», International Review of Social Sciences and Humanities, Vol. 3, issue 1, April 2012, p.p. 210-227.
159
αναπτύσσονται. Το έργο όμως που καλείται να υλοποιήσει είναι δύσκολο, λόγω των χαρακτηριστικών της
ελληνική γεωπολιτικής πραγματικότητας24.
Χάρτης 3: Ευρωπαϊκή Επιχείρηση «Ποσειδών – Θαλάσσια Σύνορα»
Πηγή: Αρχηγείο Λιμενικού Σώματος/ Διεύθυνση Προστασίας Θαλασσίων Συνόρων, 01/2013
24 Τ. Korontzis, «The contribution of EUROPOL and FRONTEX in combating the phenomenon of illegal immigration in
Hellas». ο.π.
160
Χάρτης 4: Ροές Μεταναστών
Πηγή: Αρχηγείο Λιμενικού Σώματος/ Διεύθυνση Προστασίας Θαλασσίων Συνόρων, 01/2013
Λόγω της στρατηγικής θέσης της Ελλάδας, οι αστυνομικές αρχές και δη το Λ.Σ. και η ΕΛ.ΑΣ.
αντιμετωπίζουν σε καθημερινή βάση δεκάδες περιστατικά διακίνησης παράνομων μεταναστών, κυρίως
από τα νότια και ανατολικά θαλάσσια σύνορα της. Πολλά από τα περιστατικά αυτά εξελίσσονται σε
επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης καθώς οι περισσότεροι εκ των παράνομων μεταναστών κατόπιν και
συμβουλών που παρέχουν οι διακινητές όταν αντιληφθούν Πλωτά Περιπολικά Σκάφη του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.,
βουλιάζουν συνήθως τις φουσκωτές λέμβους που τους μεταφέρουν, ή πέφτουν στη θάλασσα από άλλα
σκάφη προκειμένου να αντιμετωπιστούν ως άτομα που χρειάζονται διάσωση. Κατά συνέπεια από ένα
σημείο και πέρα οι επιχειρήσεις χαρακτηρίζονται όχι ως αποτροπής αλλά ως έρευνας και διάσωσης.
Κατά το χρονικό διάστημα 2010 έως τον Ιούλιο του 2012 παρατηρήθηκε μετατόπιση ροών προς τα
χερσαία Ελληνοτουρκικά σύνορα. Η μετατόπιση αυτών των ροών οφείλεται:
Α.- Στη συστηματική επιτήρηση των θαλασσίων συνόρων στο πλαίσιο της επιχείρησης «Ποσειδών».
Β.- Στην αυστηροποίηση των ποινών που επιβάλλονται στους διακινητές παράνομων μεταναστών
σύμφωνα με το άρθρο 48 του Ν. 3772/2009.
Γ.- Στον ορισμό του λιμένα Δικελίου στην Τουρκία ως λιμένα επανεισδοχής.
Δ.- Στη φιλελεύθερη πολιτική που ακολούθησε η Τουρκία (Visa) και την επέκταση των Τουρκικών
αερογραμμών στην Αφρική.
Ε.- Στην προσβασιμότητα των χερσαίων συνόρων σε σχέση με τα θαλάσσια σύνορα.
Από τον Αύγουστο του 2012 έως σήμερα παρατηρείται μετατόπιση των μεταναστευτικών ροών από τα
χερσαία Ελληνοτουρκικά σύνορα στα θαλάσσια. Αυτό οφείλεται στους εξής λόγους:
Α.- Στην ενίσχυση των μέτρων επιτήρησης στα χερσαία Ελληνοτουρκικά σύνορα με τη συνδρομή
δυνάμεων που έχει διαθέσει η FRONTEX αλλά και την κατασκευή του φράχτη25.
Β.- Στον αποτρεπτικό ρόλο που διαδραματίζει η λειτουργία κέντρων υποδοχής μεταναστών στην
παραμεθόριο.
Γ.- Η επιδείνωση της κατάστασης που παρατηρείται στη Συρία.
Δ.- Η συνεχής εισροή αλλοδαπών στην Τουρκία.
Ε.- Η αδυναμία παραμονής των αλλοδαπών για μεγάλο χρονικό διάστημα στα νησιά του Ανατολικού
αιγαίου.
ΣΤ- Η μη εφαρμογή του πρωτοκόλλου με την Τουρκία για την επανεισδοχή μεταναστών.
Οι συνέπειες των ανωτέρω είναι:
25 Τ. Korontzis, «The European policies for illegal immigration via EUROPOL and FRONTEX in Hellas», ο.π.
161
Α.- Μεγάλη συγκέντρωση αριθμού μεταναστών στα παράλια της Τουρκίας.
Β.- Η επαναδραστηριοποίηση των δικτύων για προώθηση μεταναστών στα νησιά που βρίσκονται
πλησιέστερα στην Τουρκική ακτογραμμή, ήτοι Σύμη, Φαρμακονήσι, Αγαθονήσι, Σάμο και Λέσβο.
Γ.- Κλιμάκωση περιστατικών εισόδου, η πλειοψηφία των οποίων μετατρέπεται σε περιστατικά έρευνας
και διάσωσης.
Τα μέτρα αντιμετώπισης που λαμβάνονται από το Λ.Σ. για να αντιμετωπιστούν οι κλιμακούμενες ροές στα
νησιά του Ανατολικού Αιγαίου είναι:
Α.- Εντατικοποίηση επιτήρησης – περιπολιών θαλάσσιων περιοχών και ακτογραμμής.
Β.- Ενίσχυση των Λιμενικών Αρχών στην παραμεθόριο με σκάφη και με ελικόπτερα.
Γ.- Εντατικοποίηση της συνεργασίας με την ΕΛ..ΑΣ. για ταυτοποίηση – αφενημέρωση των αλλοδαπών.
Δ.- Αποστολή αιτήματος για συνδρομή από την FRONTEX.
Ε.-Παράταση της επιχείρησης «Ποσειδών- Θαλάσσια σύνορα» από την FRONTEX και ενίσχυση με
επιπρόσθετα επιχειρησιακά μέσα και εμπειρογνώμονες των Κ-Μ της Ε.Ε..
ΣΤ.- Ενέργειες προς την Τουρκική Ακτοφυλακή για να αποτραπεί η παράνομη είσοδος από την Τουρκία
μεταναστών.
Ζ.- Σύσταση συντονιστικής ομάδας διακλαδικής συνεργασίας Λ.Σ., ΕΛ.ΑΣ., Γ.Ε.ΕΘ.Α, Ε.Σ., Π.Ν.,
Ε.Υ.Π..
Οι εκτιμήσεις για την εξέλιξη του εν λόγω φαινομένου είναι οι ακόλουθες:
Α.- Παράταση αστάθειας σε χώρες της Μέσης Ανατολής, Πακιστάν, Ιράκ, Αφγανιστάν και Βόρειο
Αφρική.
Β.- Διατήρηση υψηλών μεταναστευτικών πιέσεων στα ανατολικά θαλάσσια και χερσαία σύνορα της
Χώρας.
Γ.- Αύξηση περιστατικών παράνομης εξόδου από ακτές της Δυτικής Ελλάδας και της Πελοποννήσου.
Χάρτης 5: Συλλήψεις αλλοδαπών
Πηγή: Αρχηγείο Λιμενικού Σώματος/ Διεύθυνση Προστασίας Θαλασσίων Συνόρων, 01/2013
162
Χάρτης 6: Συλλήψεις διακινητών
Πηγή: Αρχηγείο Λιμενικού Σώματος/ Διεύθυνση Προστασίας Θαλασσίων Συνόρων, 01/2013
Χάρτης 7: Μετατόπιση ροών
Πηγή: Αρχηγείο Λιμενικού Σώματος/ Διεύθυνση Προστασίας Θαλασσίων Συνόρων, 01/2013
163
Χάρτης 8: Εθνικότητες εισερχομένων
Πηγή: Αρχηγείο Λιμενικού Σώματος/ Διεύθυνση Προστασίας Θαλασσίων Συνόρων, 01/2013
Συμπεράσματα
Το οργανωμένο έγκλημα και δη η διάσταση της παράνομης μετανάστευσης, απασχόλησε και απασχολεί
ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα, αφού αποτελεί μία από τις σοβαρότερες απειλές που έχουν να
αντιμετωπίσουν τα σύγχρονα κράτη, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε διεθνές επίπεδο ως μέλη της
διεθνούς κοινότητας.
Από την ανάλυση προέκυψε ότι τα περισσότερα από τα ζητήματα που είχε θέτει η Σύμβαση για την
λαθραία διακίνηση μεταναστών, έχουν καλυφθεί από τα ελληνικά νομικά κείμενα.
Αναμφίβολα η διεθνής αστυνομική συνεργασία αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα αντιμετώπισης
της παράνομης μετανάστευσης η οποία αποτελεί μία από τις πλέον σοβαρές μορφές εγκληματικής
δραστηριότητας, εμπορευόμενη τις ελπίδες των ανθρώπων για ένα καλύτερο μέλλον. Για την
αντιμετώπιση της έχουν εκπονηθεί διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες των κρατών, νέες μέθοδοι έρευνας
και διεθνούς αστυνομικής συνεργασίας.
Η τελευταία είχε προβεί στη λήψη όλων των αναγκαίων νομικών μέτρων για την αντιμετώπιση της
παράνομης μετανάστευσης, ενώ παράλληλα η συμμετοχή των Διωκτικών της Αρχών με στελέχη τους σε
διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς αρμόδιους για την καταπολέμηση της δείχνει τη βούληση της να
την αντιμετωπίσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό.
Η Ελλάδα θα πρέπει μέσω της κατάλληλης εξωτερικής πολιτικής, να επιδιώξει την αντιμετώπιση του
γενικότερου προβλήματος της παράνομης μετανάστευσης είτε σε διμερές-διακρατικό επίπεδο, είτε κυρίως
σε επίπεδο διεθνών οργανισμών (Ο.Η.Ε., Ε.Ε., Ο.Α.Σ.Ε.). Είναι ευνόητο ότι μεγάλη σημασία για την
αντιμετώπιση του συγκεκριμένου φαινομένου διαδραματίζει η άσκηση πιέσεων στην Τουρκία μέσω
κυρίως της Ε.Ε. ώστε να εφαρμοστεί η συμφωνία που έχει υπογραφεί μεταξύ της Ελλάδας και της
Τουρκίας για την επανεισδοχή των παράνομων μεταναστών που εισέρχονται στην Ε.Ε. μέσω της Ελλάδας.
Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο η Ελλάδα θα πρέπει να συνεχίσει, όπως και πράττει να μετέχει ενεργά στους
ευρωπαϊκούς οργανισμούς και πρωτοβουλίες (Frontex, Europol κ.λπ.) ούτως ώστε να αξιοποιήσει κατά
τον καλύτερο τρόπο τις δυνατότητες που της παρέχονται για αποτελεσματικότερη φύλαξη και επιτήρηση
των θαλάσσιων συνόρων της με την βοήθεια και των Ευρωπαίων εταίρων της, είτε με την απορρόφηση
κοινοτικών πόρων, είτε επιδιώκοντας να καταστήσει τα Κ-Μ της Ε.Ε. κοινωνούς και συνδιαχειριστές του
προβλήματος που αντιμετωπίζει στα ανατολικά θαλάσσια σύνορα με την παράνομη διακίνηση
μεταναστών, κάτι το οποίο επιτυγχάνεται με την παρουσία συνοριοφυλάκων από άλλα Κ-Μ στην Ελλάδα
μέσω της FRONTEX, τα οποία γίνονται κοινωνοί της κατάστασης που επικρατεί κυρίως στα
Ελληνοτουρκικά σύνορα, μεταφέροντας τις εμπειρίες στη Χώρα τους. Επιπρόσθετα η παρουσία τους
164
κατοχυρώνει τα Ελληνικά σύνορα ως σύνορα της Ε.Ε., με ευνόητες συνέπειες έναντι των σχέσεων μας με
την Τουρκία.
Παράλληλα θα πρέπει να συνεχιστεί η προσπάθεια θωράκισης των θαλάσσιων συνόρων της σε εθνικό
επίπεδο, στο πλαίσιο μιας σφαιρικότερης αντιμετώπισης του φαινομένου αυτού όσο και της πάταξης του
λαθρεμπορίου και των λοιπών έκνομων ενεργειών και δραστηριοτήτων σε στενή συνεργασία με Ε.Δ. και
ΕΛ.ΑΣ.. Η φύλαξη των θαλασσίων συνόρων αφορά πέρα από την παράνομη διακίνηση των μεταναστών,
θαλάσσια τρομοκρατία, προστασία κρίσιμων υποδομών, όπλα μαζικής καταστροφής, οργανωμένο
έγκλημα κ.λπ.. δηλαδή παράνομες δραστηριότητες που επηρεάζουν την εθνική ασφάλεια.
Ο αποτελεσματικός έλεγχος των θαλασσίων συνόρων είναι μια πρόκληση και απαιτεί μια πολυεπίπεδη
προσπάθεια τόσο σε Ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε εθνικό επίπεδο καθώς οι δύο πολιτικές πρέπει να
δρουν συμπληρωματικά.
Τα Κ-Μ δεν μπορούν από μόνα τους να δώσουν λύσεις σε αυτό το παγκόσμιο φαινόμενο. Χρειάζονται
διεθνείς πρωτοβουλίες οι οποίες σε κάθε περίπτωση θα λαμβάνουν υπόψη τους τα νομικά κείμενα για
προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η σχεδίαση αποτελεσματικών μεταναστευτικών πολιτικών σε βάθος χρόνου σε συνδυασμό με την ασφαλή
φύλαξη – επιτήρηση των συνόρων ενδεχομένως θα βοηθήσει στον περιορισμό του αριθμού των παρανόμως
εισερχομένων μεταναστών στην Ε.Ε. αλλά καθώς το φαινόμενο οφείλεται σε κοινωνικοοικονομικά αίτια, τα
οποία η Ε.Ε. θα πρέπει πρωτίστως να τα αντιμετωπίσει στον τόπο που δημιουργούνται. Οικονομική
ενίσχυση, δημιουργία υποδομών, παροχή τεχνογνωσίας, σύναψη συμβάσεων οικονομικού χαρακτήρα κ.λπ.,
ή αλλιώς η ενεργής οικονομική εξωτερική πολιτική της Ε.Ε. ενδεχόμενα να αποφέρει περισσότερα
αποτελέσματα σε αντίθεση με την ένταση των μέτρων επιτήρησης και φύλαξης των θαλασσίων συνόρων
που σε τελικά ανάλυση αποτελούν αστυνομικά μέτρα.
Προτεινόμενες δράσεις για επιτυχή αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης:
Α.- Διατήρηση επιτήρησης και επιχειρησιακής ετοιμότητας σε υψηλό επίπεδο.
Β.-Αποτελεσματική προστασία νοτιοανατολικών συνόρων της Ε.Ε. από κοινού και σε συνεργασία με τα
υπόλοιπα Κ-Μ της Ε.Ε. και τους αρμόδιους Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς.
Γ.-Λειτουργία κέντρων υποδοχής και διαμονής σε νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.
Δ.- εφαρμογή πρωτοκόλλου επανεισδοχής με την Τουρκία.
Ε.-Περαιτέρω ενίσχυση διακλαδικής συνεργασίας ιδιαίτερα ως προς τον εντοπισμό μικρών σκαφών και
την εξάρθρωση οργανωμένων εγκληματικών δικτύων διακίνησης αλλοδαπών.
ΣΤ.-Υλοποίηση Εθνικού Συντονιστικού Κέντρου προκειμένου να συντονίζεται η συνεργασία των
αρμοδίων εθνικών αρχών επιτήρησης εξωτερικών συνόρων και της αναβάθμισης της επιχειρησιακής
συνεργασίας με τα υπόλοιπα Κ-Μ της Ε.Ε. και τον FRONTEX.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η αναφερόμενη στις παραπομπές
165
STUDY ON THE BRAIN DRAIN OF GRASS-ROOTS CIVIL SERVANTS IN CHINA
YIN LIANG, Hebei University of Economics and Business
MIAORAN LI, Hebei University of Economics and Business
Abstract: Civil servants are the implementers of the national will. Their overall quality level is directly
related to the administrative efficiency and effect of the grass-roots government. Nowadays, the brain drain
phenomenon of grass-roots civil servants in China has become increasingly serious. The loss of talent not
only produces a large number of human resources cost, but also has a huge impact to the stability of the
grass-roots civil servants in China. Therefore, it is an important task to attract, develop and use excellent
talents, and establish a talents work mechanism full of vigor and vitality in the building of grass-roots civil
servants. Characteristics of brain drain, reasons and solutions toward the loss of civil servants at the grass-
roots level are also discussed.
Key words: grass-roots; civil servants; brain drain; characteristics; reasons; solutions
我国基层公务员人才流失问题研究
梁尹 李万县
摘要:公务员队伍是国家意志的具体实施者,他们整体素质的高低直接关系到基层政府行政效率的
高低和行政效果的好坏。目前,我国基层公务员人才流失现象日趋严重,人才的流失除了产生大
量的人力资源费用,还对我国基层组织公务员的稳定性造成了巨大的影响。因此,吸引、培养、用
好优秀人才,建立充满生机和活力的人才工作机制是我国基层公务员队伍建设的一项重要任务。本
文通过阐述基层公务员人才流失的特点,分析人才流失的原因,探讨了针对基层公务员人才流失
的对策。
关键词:基层;公务员;人才流失;特点;原因;对策
1.引言
基层公务员,是指我国县、镇、乡科局级单位政府部门属于非领导地位的公务员。基层政府的
工作效率和工作效果与基层公务员的整体素质息息相关。随着我国市场经济的发展,基层公务员
队伍建设存在着许多阻碍因素。基层公务员人才的流失给政府带来了很大的损失,虽然目前我国
对基层公务员素质的提高与人才的保留采取了一定的措施,但仍有待改善。
2.基层公务员人才流失的特点
随着市场经济体制的不断完善,我国基层公务员队伍中相继出现的人才流失现象,呈现出了
一定的特点。
2.1 人才流失年轻化
从马斯洛需求理论来分析,当今社会形势下,年轻的人才大多不仅倾向于薪酬福利的保障,
更多的还是追求自我价值的实现。但是,有志青年经过层层选拔考入基层行政组织,现实中枯燥
重复的工作,并没有与他们的理想对接,因此许多青年感到自我价值难以实现,并想要追求更有
意义的工作,于是年轻公务员的辞职成了一种普遍的现象。
2.2 人才流失男性多
基层公务员人才流失的绝大部分是男性。因为男性作为家庭经济的顶梁柱,生活压力比女性
高出很多,男性找工作较女性更容易,如果基层公务员的薪酬福利及晋升长期不能达到自我的期
望,男性更易产生跳槽念头,通过另谋职位来实现自我,充分发挥自己的价值。另外,在基层公
务员中,男女比例明显失衡,这也是促使男性青年人才流失的因素之一。
2.3 业务骨干流失多
基层公务员人才流失比较多的还有业务骨干人群。作为基层组织的业务骨干,他们都对组织
环境及工作内容相当熟悉,再经过基层工作的锻炼,更提高了自己的工作水平和业务能力,于是
167
他们更容易凭借自己的高业务水平和能力寻找机会脱离基层环境,如去更高的行政组织或去更好
的企业。有的基层组织还会给基层公务员提供外出脱产学习的机会,然而当他们学成之后,会产
生在基层组织继续工作的抵触心理。因此造成业务骨干的流失,这不仅不利于基层公务员队伍的
稳定性,还对基层组织的正常工作产生了影响。
2.4 高学历人才流失多
基层公务员人才流失的另外一个特点就是高学历的人才流失较多。一个公务员的学历高了,
对自我的需求与要求就会相应的提高。低学历的基层公务员追求的是稳定的工作,而高学历的人
才更追求自我价值的实现和自我发展,更注重的是职业成就感。高学历的人才到基层参加工作,
会产生大材小用的想法,更会接受不了基层的艰苦环境,如此会导致高学历的公务员人才大量流
失。这样便会拉低基层公务员队伍的整体文化素质,不利于基层组织的长远发展。
3.基层公务员人才流失的原因
我国基层公务员人才的流失会直接影响基层公务员队伍的综合素质。对基层公务员人才流失
的原因进行分析是缓解人才流失现象过程中的一项重要工作。
3.1 多种因素使基层公务员失去对工作的认同感与归属感
在我国政府部门的工作的基层公务员,被公认是具有稳定的收入和工作的人员,是很多人所
梦寐以求的职位。然而十八大召开以来,各种规章制度的建立、整顿风气工作的落实以及违法乱
纪的整顿等,使公务员的职位变得不再稳定,更使得报考公务员职位的人员越来越少。另外,各
种上级行政部门文件的下放、精神的贯彻落实等,加大了基层公务员的工作压力,更使基层公务
员对工作失去了积极性。有限的人员,无限增大的工作量,多种因素促使基层公务员失去了对工
作的认同感与归属感。
3.2 薪资福利不合理
基层公务员人才流失的重要原因就是薪资福利发放的不合理。一方面由于我国的公务员实行
的是职级工资制,即以职务和级别为主。基本工资都一样,奖金、津贴、补贴等大部分都不是可
以随工作的具体内容而进行调整的。而处于低级别的基层公务员,职务和级别都低,因此工资不
高,待遇也差强人意,公务员为追求更高的薪酬待遇会选择跳槽等从而造成人才的流失。另一方
面有些工作管理人员与专业技术人员的分类管理不清晰,使得有些专业技术人员不能拿到与自己
能力相匹配的薪资待遇,自己的专业技术能力难以施展,因而不易留住专业技术人员。
3.3 不科学的考核、晋升机制使基层人员丧失工作积极性
我国基层公务员的考核晋升机制存在着许多不足之处。一是考核的机制不健全,考核过程的
不公平,考核的内容和标准不具体,考核方法的不灵活以及考核的结果与激励机制结合不到位,
使得考核机制缺乏科学性。二是基层公务员的晋升制度匮乏,晋升的依据不明确,方法和程序缺
乏系统性,晋升有时会依赖上级的主观判断,有失公平。因此基层公务员工作丧失了积极性,造
成了人才的流失。
3.4 基层人才的个性发展被限制
我国基层行政组织的工作单调、环境艰苦、工作内容比较杂,在这样的工作条件下,基层公
务员只能按部就班的工作,不能发挥自己的长处,如此便限制了基层人才的个性发展。此外,基
层工作中复杂的人际关系,使得上级与下级、同级之间缺乏真实的了解,给基层人员造成了压力
,不仅影响了行政组织的工作质量,人才的流失也成了不可避免的现象。
3.5 基层公务员培训机制不完善
基层公务员的培训是大力开发人力资源,提高基层人员整体素质,确保政府工作顺利进行的
重要途径。而我国基层公务员的培训机制面临很多问题:公务员培训制度的不健全,对培训的认
识不足,培训机构达不到培训的要求,培训的内容、方针、方式不完善,在培训中不能够将培训
效果与激励机制相结合,达不到应有的培训效果等。此外,我国对基层人才培训的实施还存在着
资金投入不到位的情况,培训的设施及教学设备不先进等,不能保证公务员进行全面的培训而常
常流于形式。
168
4.基层公务员人才流失的对策探讨
根据基层公务员人才流失的特点及原因的分析,需要从多方面来探讨能够留住基层人才的对
策。
4.1 健全基层公务员的薪资福利体系
我国基层公务员人才流失的相继增多最主要的原因之一,就是薪资福利体系的不健全,现今
的薪酬制度与福利待遇并不能够满足基层公务员的需求,对基层人才的激励作用甚微,激励效果
不明显。因此,首先,政府应该建立一套完善的薪资福利发放体系,适当提高偏远贫困地区基层
公务员的基本工资,保障基层人才对生活的基本需求。并有力地发展地方经济,减少地区之间的
贫富差距。其次,可以为基层公务员提供必要的福利,在杜绝奢侈浪费的原则上,为公务员发放
生活所需的福利、津贴和补贴。再次,根据基层人才所掌握的技能、专业水平及对工作贡献的大
小,将福利奖金等与绩效水平相结合,绩效好的奖金福利就高,绩效差的奖金福利相应就低,这
样不仅能够体现政府的公平性,还能有效激励公务员工作的积极性,从而广纳人才,留住现有人
才。
4.2 完善基层公务员的考核、晋升、奖励机制
在基层公务员的考核方面,政府应该从上级、下级、同级等多方面进行考核,明确分工,分
清职责,遵循公平公正的原则,建立一套完善的绩效考核指标体系。
公务员的晋升应秉承公平、公开、竞争、择优的原则,要任人唯贤,杜绝任人唯亲,不仅要
注重基层公务员的品德修养、学识水平和工作经验等,还要重视工作的实际业绩、工作能力以及
做出的实际贡献。完善基层公务员的晋升机制,提高竞争意识,充分发挥个人的优势与才能,健
全监督保障机制,确保公务员的公平合理晋升。
奖励对提高公务员的工作积极性及工作效率具有重要的作用,它保障基层人才对工作反馈的
需求,调动了公务员的主动性与创新能力。奖励要进行物质奖励与精神奖励相结合的方式,物质
奖励能满足公务员的物质需求,而精神奖励是留住人才的一剂良药,它是对公务员工作能力和结
果的肯定,会给公务员以组织归属感,从而减少人才的流失。
4.3 坚持以人为本,营造和谐的工作氛围
以人为本,就是把人作为社会主体,充分肯定人在社会中的地位和作用,把人作为思考的出
发点和落脚点,实现组织目标和个人职业生涯规划的高度统一,实现人的全面发展。政府要坚持
“以人为本”的公务员管理制度,充分发挥基层公务员的个人优势,重视他们的个人发展,满足
他们的需求,实现他们的自我价值。并营造良好和谐的工作环境,为公务员创造和谐的上下级与
同级之间的人际关系,减少人际方面的压力,使基层人才能专心将全部精力放在工作上,全身心
的投入工作。
4.4 健全基层公务员的培训制度
要健全基层公务员培训制度,需要改善政府培养人才的观念,对不同的基层人才进行有针对
性的培训,准确快速地提高公务员的技术知识水平和业务能力。政府还要增加培训人才的经费支
持,强化基层人才培训的软硬件条件。此外,对参加培训的基层人员进行相应的考评,以检验其
培训效果,杜绝形式化的培训,对培训成果显著的人员进行一定的奖励激励,如与绩效与晋升相
联系,激发基层人员的学习欲望,这样不仅能保证培训的效果,还能够降低人才流失的比例。
4.5 提高基层公务员的敬业精神
现实中,基层公务员在工作中的服务态度与组织要求相差甚远,这是由于工作人员缺乏责任
心与敬业精神。因此提高基层人员的敬业精神对于保证政府在公众中的良好形象有着重要作用。
要提高敬业精神,就需要政府进行思想政治教育活动,提高基层人员的职业道德与个人品德修养
,增强基层公务员的服务意识与责任意识,并接受群众与社会的监督,为其树立先进工作者榜样
,激发他们为工作做出贡献的精神,培养其对组织的忠诚度,从根本上减少人才流失现象的发生
。
5.结语
169
我国基层公务员人才的流失是一个十分复杂的社会现象,不仅受公共部门机制的影响,也符
合了市场经济发展的客观规律。基层公务员人才流失的特点是多方面的,分析人才流失的原因,
探索人才流失的有效途径和方法是一个长期的动态的过程。在缓解人才流失问题的过程中要不断
的联系实际进行改进,不断地进行分层次的深入研究,更有针对性地分析和解决问题,并提出相
应的对策建议。
系统、合理地对基层公务员人才流失问题进行管理,有利于提高基层公务员的积极性和创新能力
,同时有效降低人才流失率,提升基层公职人员队伍的整体素质和形象,提高基层公务员的工作
效率和质量,进而提高政府公信力。
参考文献
[1]黄兴,浅谈基层公务员人才流失问题,中外企业家,2015(5).
[2]王少雄,基层公务员流失之痛,人力资源,2008(5).
[3]刘卫军,基层公务员非正常流失的原因与对策研究,柳州职业技术学院学报,2015(4).
[4]余健,“公务员流失”与“公务员报考热”矛盾现象分析,求实,2009(2).
[5]安迎春,张甲甲,甘肃省基层乡镇公务员队伍人才流失问题研究,才智,2012(32).
[6]张玉,公务员制度下我国政府人才流失的问题与思考,学理论,2012(22).
[7]赵晨,蒋浩,我国公务员队伍人才流失现状及对策研究[J].甘肃行政学院学报,2005,(01).
[8]王峰,基层公务员流失原因分析与对策研究[D].北京:中国政法大学,2007.
[9]李松媛,浅析人力资源的流动[J].中国高新技术企业,2008(17).
170
STUDY ON JOB BURNOUT PROBLEM OF PRIMARY CIVIL SERVANT DURING THE
TRANSITIONAL PERIOD-AN EXAMPLE OF HEBEI PROVINCE, CHINA
MINGXING AN, Hebei University of Economics and Business
XUGUANG SHEN, Hebei University of Economics and Business
ABSTRACT:In the period of social transformation, the occupational groups are facing unprecedented
work stress in the current increasing competitive society and job burnout become a common phenomenon,
especially the primary civil servants working in the front line of public affairs and suffer a higher pressure
of working environment. This not only harms their health, but also affect job burnout problem in order to
effectively guarantee the healthy development of civil servants at the grass-roots level. Basing past
literature on job burnout, we chose three dimensions as emotional exhaustion, depersonalization, and low
achievement Orientation to analyze the burnout or grass-roots civil servants and finally the reasons,
situations and countermeasures were discussed from the three aspects of personal factors, organizational
factors and social factors
Key words: grass-roots civil servants job burnout problems countermeasures
我国转型期基层公务员职业倦怠问题研究
—以河北省为例
安明星 李万县
摘要:社会转型时期,面对日益激烈的社会竞争,职业群体的工作压力达到了前所未有的程度,职
业倦怠日益发展成为一种普遍存在的社会现象。基层公务员作为我国公共事务的管理者,然而他们
却面临着高压力的工作环境,为此心力憔悴,这样既不利于个人健康,又影响组织效率。因此,为了
有效保障基层公务员的健康发展,推动基层公共管理事业的健康发展,加强对这一群体产生职业倦
怠问题的研究尤为重要。本论文以对国内外职业倦怠相关研究进行梳理为基础,选取河北省基层
政府机关的公务员为代表,从职业倦怠情绪变化、人性化剔除与低成就感三个维度进行分析,最后
探究基层公务员产生职业倦怠的状况及其成因。最后本论文从个人因素、组织因素以及社会因素
三个方面剖析基层公务员职业倦怠的原因,并据此给出合理的对策建议。
关键词:基层公务员 职业倦怠 对策建议
1 前言
1.1 研究背景
我国正处于社会转型期,经济结构发生重大变化,社会利益纠纷、社会矛盾冲突日益激烈,
公共危机事件屡屡频发,增加了我国基层公务员的公共管理和服务的难度,加大了我国政府的社
会压力;同时由于基层公务员是公共权力的直接行使者和社会公共事务的直接承担者,社会公众
必然增加对他们的职业期望,再加上自身职业心理素质和组织环境的制约,基层公务员极易产生
职业倦怠,所以对此问题进行研究非常必要。
基层公务员不仅是国家各项重大路线、方针、政策的直接贯彻执行者,而且是与人民群众联系
的桥梁和纽带,他们的身心健康不但使政府效能受到直接影响,也影响国家的发展和改革的成败。
因此,面对我国职业倦怠问题的严峻形势,面对我国基层公务员产生职业倦怠带来的不利影响,
剖析基层公务员产生职业倦怠的影响因素及解决路径,并据此提出合理可行的对策建议,显得十
分紧迫,这同时也是学术界和政府不可回避且亟待解决的现实问题。
1.2 研究意义
(1)理论意义。回顾过去,我国主要从教育、医疗等社会服务行业的从业者这几方面对职业倦
怠进行研究。2006 年以后对公务员职业倦怠问题的研究开始逐渐增多,本文通过借鉴学习相关学
171
者的基本理念,了解基层公务员产生职业倦怠的具体实情,以便全方位了解基层公务员产生职业倦
相关理论,然后分别从个人、组织、社会这三个方面剖析基层公务员产生职业倦怠的深层次原因
,最后通过发放问卷、实际调查访问加强对这一问题的探究,因此具有较强的理论意义。
(2)实践意义。目前我国正处于深刻的社会转型时期,我国的基层公务员,既是社会经济活动
的直接管理者,又是公共产品和公共服务的直接提供者。政府政策是否有效实现都会受到基层公
务员职业倦怠的影响。通过分析基层公务员职业倦怠形成机理,调查研究基层公务员产生职业倦
怠的实际情况,把理论研究与实际状况紧密结合在一起,以期最终能够为更好地解决基层公务员
职业倦怠提供可靠的借鉴。从这点来看,本文对这一问题的研究具有较强的实践意义。
1.3 国内外文献综述
1.3.1 国外研究综述
a.关于职业倦怠的基本涵义
1974 年学术界对职业倦怠这一概念的界定主要有两种路径:静态界定和动态界定。静态界定
的职业倦怠重在结果。如学者 Pines 和 Aronson 将职业倦怠定义为“个体长期过度的对其自身的情
绪进行索取,进而产生的一种身心疲惫、情绪倦怠的状态。”26 动态界定的职业倦怠,如 Cheriss(
1980)指出职业倦怠是指个体对其职业态度和以及工作方式以消极的形式发展与改变的的活动27。
b.关于职业倦怠的研究视角
从不同的研究视角看,对职业倦怠会有不同的见解。(1)临床方向研究。Freuden Berger 认为
对于从事服务行业的职员来说,面对服务群体永无止境的需求,他们会感到耗尽心力,最终导致
倦怠的出现。Hans(1997)指出,公务员冠心病发病率之所以增高是由于他们对工作的低控制性28
。(2) 社会心理方向研究。Maslach 和 Pines 认为职业倦怠就是人们在进行长期人际交往时过度应用
情绪而做出的应激反应,他们认为职业倦怠从社会心理学的角度来说有三个特征:倦怠情绪变化、人
性化剔除与低成就感,其中职业倦怠的核心是情绪衰竭。(3)组织方向研究。Cherniss 指出工作
者经常变动角色、职员与主管部门机构的矛盾是导致其心理压力的主要来源。Janet 和 Cary 认为公
务员的压力主要来源于低薪酬、差环境、缺乏工作和组织方面的控制29。
1.3.2 国内研究综述
我国职业倦怠相对于国外来说虽起步较晚,但发展十分迅速。
a.对专业人员的研究
陈华(2002)认为中学老师的压力来源于较大的工作量、较复杂的人际交往环境30;徐富明(
2007)认为,能够有效预测职业倦怠的各个维度其中教师的工作压力31。田洁红通过研究相关地区
人力资源经理的职业倦怠现实情况,认为人力资源经理的职业倦怠与工作满意度和工作绩效呈负相
关关系。32
b.对公务员倦怠的研究
朱燕(2007)通过研究昆明市的公务员实际情况发现:工作效率、自我效能感与倦怠现象呈
相关关系。以某区的公务员为例,李景平等(2012)调查了工作压力与职业倦怠的关系,研究表
明职业倦怠是负态度的发展,是工作负性压力长期积累的产物。
1.3.3 研究现状评述
26Pines & Aronson.A model of burnout and life satisfaction among nurses[J].Journal of Advanced Nursing,2000, 32(2):( 454-
464).
27Cherniess C.Staff burnout:Job stress in the human service[M]. Beverly Hills,1980:((199-201).
28Hans B,Marmot M G,Harry H,et al.Low job control and risk of coronary heart disease in Whitehall ll (Prospectivecohort
)study[J].BMJ,1997:(314-317).
29Janet B,Cary C.Job Satisfaction,mental health,and occupational stress [J]. Human Relations,1995,48(3):(327-341).
30陈华.中学教师的生活事件及工作压力调查[J].中国心理卫生杂志,2002,16 (8):(527-530).
31刘华,曹荣.国内工作倦怠研究述评[N].郑州航空工业管理学院学报:社会科学版,2007(4):(204-206).
32田洁红,孔寅平,陈毅文.人力资源经理 T.作倦总现状及相关 W 素研究[J].管埋评论,2011, 6 (23): (94-98).
172
纵观国内外职业倦怠研究概况,不难发现, 国内对公务员职业倦怠的研究起步较晚,其研究的广
度和深度都是比较欠缺的。虽然从研究方法来说,国内对公务员职业倦怠的研究,既有理论层面
的分析研究,也有实际调查的实证研究。但总体来看实证方法研究占主流;因此,本文通过以借鉴
国内外职业倦怠研究优秀成果为基础,综合运用多种方法对基层公务员这一细分群体的职业倦怠情
况进行深入研究,期望在以往研究的基础上有所创新,并为预防和缓解基层公务员职业倦怠问题提出
合理可行的对策建议。
2 概念界定与理论基础
2.1 概念界定
2.1.1 基层公务员
大多数学者对基层公务员的界定有以下两个共同点,一是在政府机关中从事最基层的工作;
二是在地方政府最低级别的工作地点工作。本文界定的基层公务员有四种类型,一是在街道办事
的基层公务员,二是在乡镇府办事的基层公务员,三是在执法部门办事的基层公务员,四是接触
人民大众的各级机关公务员。
2.1.2 基层公务员职业惓怠
在职业倦怠研究领域,关于职业倦怠的定义 Maslach 和 Jackson 认同度最高,应用最广泛,本文所
界定的基层公务员职业倦怠也以借鉴该定义为前提。基层公务员职业倦怠就是指基层公务员在基
层工作中表现的倦怠情绪变化、人性化剔除与低成就感三者的综合。
2.2 理论基础
2.2.1 双因素理论
弗雷德里克·赫茨伯格,是当时美国著名的心理学家、行为科学家。他提出的双因素理论也可
称为激励保健理论。 在一次企业调查中赫茨伯格发现,保健因素和激励因素是激发人的动机的两
个因素。激励因素重在让人从不满意或没有满意到最终的满意,而保健因素则重于将原来的不满
意变为没有不满意。对于提高人的积极性而言二者都发挥了作用,只是在影响程度上有所不同。
赫茨伯格认为只有激励因素才可以促使员工发挥更高的工作绩效,因此他强调领导者对保健因素
应当持慎重态度。
2.2.2 资源保存理论
最早对资源保存理论进行了系统定义的人是 Hobfon,资源保存理论认为,倦怠产生于花费大
量的资源来完成工作,而只获得很少回报。该理论认为,每一种倦怠的出现都有其特定原因,我
们必须找出其正确的原因通过改正后方能最终缓解职业倦怠。当人们在工作中付出的多而回报很
少时,就会有职业倦怠感。据此我们知道资源对个体的影响是通过减少稀有资源的流失这一途径
实现的,因此缓和倦怠问题需提升对资源的获取。
3 基层公务员职业倦怠原因分析
对于基层公务员群体来说,多种因素影响着职业倦怠的形成过程,在职业倦怠的形成过程中这些
因素还可能发生复杂的交互作用,因此应该从多个角度出发分析基层公务员倦怠的成因,并综合考
虑可能存在的各种影响因素。
3.1 基层公务员职业倦怠的个体因素
对职业倦怠的产生具有重要影响作用的为个体因素,很多时候就是由个体的某些因素引起职业
倦怠的形成。
(1)自我人性特质与基层公务员职业倦怠。基层公务员在相对艰苦的工作条件下需要处理的
事务纷繁复杂,针对这些特征,一般来说身体素质较好、心理素质较强的基层公务员不容易产生职业
倦怠,而身体素质较差、心理素质较弱的基层公务员则容易产生职业倦怠。
(2)低自我效能感与基层公务员职业倦怠。著名的美国心理学家班杜拉认为自我效能感指个
体很自信的利用已有的知识去完成一项工作行为时表现出的一种的自信33。。宏观基层公务员的工作
33Duane Brown. Career choice and development [M].San Francisco,2002:527.
173
特征,我们知道基层公务员不易产生职业倦怠是因为具备了高自我效能感,基层公务员易产生职
业倦怠是因为具有低自我效能感。
(3)自我期望与基层公务员职业倦怠。大多数民众认为做官就代表着拥有无尽的财力和无尚的
权力。但是基层公务员在我国,由于我国政府的特定的机制,决定了大部分基层科员只能一直停
留在基层的岗位上,得到晋升机会的公务员只是相当少的人才,这样会使起初的基层公务员们由
信心满满,胸怀大志到最后的丧失信心、玩世不恭,倦怠现象也油然而生,甚至会形成心理疾病
。
3.2 基层公务员职业倦怠的组织因素
(1)制度层面仍需完善。从升迁渠道来看,一些公务员进入机关后,由于没有升迁的职位,
致使在科员岗位上一干就是几十年,晋升机会渺茫。同时由于我国基层公务员不够透明的奖励制
度,表面文章做的好,而实际奖罚不明,导致基层公务员产生职业倦怠。
(2)工作方式和内容有待改进。公务员的参与范围受到工作的专业化和程序化的限制,公务
员对工作的控制力下降。缺乏控制的工作方式以及重复单一的工作内容极易产生倦怠。
(3)缺乏必要的组织支持。组织内部工作人员容易产生倦怠是由于组织支持不充分导致的。
3.3 基层公务员职业倦怠的社会因素
从社会方面来说,我国正处于深刻的社会转型期,此时职业倦怠对基层公务员的社会影响集
中表现在以下三个方面,(1)过高期望于基层公务员,导致心理压力大;(2)社会缺乏对基层
公务员有力的支持;(3)社会偏见压力逐渐加大。
4 有效缓解基层公务员职业倦怠对策建议
目前我国对公务员群体职业倦怠问题的重视程度与研究力度都明显滞后,很多基层公务员产生
职业倦怠症状后表现出不知所措、任其发展或评主观经验进行自行调试的情况。因此,应对职业倦
怠问题多角度全方面探讨,并提出有效的对策建议,帮助他们摆脱心理误区、走出心理困境,使他们
增强对本职工作的热情度和自信心。
4.1 个体层面的干预
(1) 树立正确的价值观。由于基层公务员的工作大多直接面对人民群众,并为大众提供公共服
务,应坚持全心全意为人民服务的宗旨,从人民群众的实际出发,创造和谐的工作环境;同时应
对工作负责,认真学习专业知识,注重培养自身的创造性,加强对自我的肯定。
(2)客观认识自己。调查表明,个体对自身的期望与职业倦怠呈正相关关系,个体对自我期
望值较高出现职业倦怠现象的概率也偏高。所以基层公务员要在一个客观合理的范围内对自我进
行客观评价。
(3)科学的心理调节。长时间处于压力和紧张之下,而个体无法进行适当的调节是引发基层
公务员产生职业倦怠现象的主要原因,此时基层公务员自身需要进行及时的心理调适。应培养基
层公务员积极健康的心态,在面对压力时做出正确的心理调试。
4.2 组织层面的干预
(1)明确岗位职责,扩展工作内涵。基层政府机关应当制定出详细的工作说明书和岗位责任书
,加大对各个岗位的工作分析,明确基层公务员的任务和职责, 另外,为了让更多的基层公务员体
会到工作的乐趣,避免职业倦怠, 通过工作丰富化、扩大化等手段对工作进行再设计,减少由于长期
简单重复工作而造成的心理压力,以使工作具有挑战性和刺激性,充满活力。
(2)加强基层公务员体制机制建设。首先,构建多阶梯晋升机制。其次,完善激励机制。最
后,建立人际协调机制。
(3)改善基层公务员流动机制。组织为了满足基层公务员到不同工作岗位体验不同工作内容
的愿望,以此实行工作轮换制,以保证工作环境和内容丰富多彩,有效降低职业倦怠现象产生的
概率。
4.3 社会层面的干预
174
(1)给予基层公务员合理期望。在社会中直接面对人民大众的基层公务员,是人民的公仆,然
而人民群众对他们的过高期望使他们背负了沉重的心理包袱。所以社会大众应当为公务员,尤其
是基层公务员营造一种理解、尊重、宽容、包容的社会氛围,建立对基层公务员的合理期望,使
他们在巨大的工作压力下得到心理上的慰藉。
(2)加大对基层公务员的社会支持。加强对基层公务员的关注程度和帮扶力度是全社会应该
一起努力的目标,为了使他们能够及时化解心理矛盾,必要时釆用有针对性的社会救助措施至关重
要。基层公务员的工作应得到人民大众的支持。学术需加强对基层公务员心理健康问题的研究与
探讨,同时我国政府机关要积极开展基层公务员情绪疏导工作,以期能够有效缓解我国基层公务
员职业倦怠的心理现象。
结论
基于转型时期社会群体面临职业压力而产生的职业倦怠问题,本论文阐述了国家基层公务员
体系内出现这一现象的原因及对策建议。基层公务员对职业产生倦怠并不是一蹴而就的,而是由
于长期工作在较为压抑的工作环境中,在这种状态下而产生的一种消极倦态情绪,职业倦怠,使
基层公务员对自身丧失信心,自我效能感下降,缺乏对组织的尊重感,对上级交代的任务懈怠、
不负责任,对人民大众来说,更是抱着应付的态度,为公众服务无法真心实意。然而,基层公务
员从个人、政府组织以及社会大众三方面来说,要多方面多角度考虑产生工作倦怠问题的负面影
响,从而提出相应的解决措施,以保证基层公务员以其认真热情的态度来完成他们应该完成的任
务。因此,对于研究基层公务员职业倦怠问题并未停止,在今后的生活当中希望能够找到更加行
之有效的解决方法来缓解倦怠问题的蔓延。通过本文论述,旨在加强重视基层公务员工作倦怠问
题,同时找到应对策略。
参考文献
[1]陈华.中学教师的生活事件及工作压力调查[J].中国心理卫生杂志,2002,16 (8):(527-530).
[2]刘华,曹荣.国内工作倦怠研究述评[N].郑州航空工业管理学院学报:社会科学版,2007(4):(204-206).
[3]田洁红,孔寅平,陈毅文.人力资源经理 T.作倦总现状及相关 W 素研究[J].管埋评论,2011,6(23):(94-
98).
[4]宋闽萍,汗默.职、Ik 健康心理学[M].南京:东鹵大学出版社,2010.
[5]江珊珊,焦永纪层公务作川力 W 职业倦怠研究[J].市场周刊,2010,(2).
[6]文启,张鹏,基层公务员职业倦怠的成因及对策研究[J],云南行政学院学报,2013(3).
[7]繆国书,许慧慧,公务员职业倦怠现象探析——基于双因素理论的视角[J],中国行政管理,2012(5).
[8]陈丽君,王钰,浅析公务员职业倦怠[J],人力资源管理,2012(9).
[9]徐全忠.政府组织行为学[M].北京:对外经济贸易大学出版社,2010.
[10]ElloyD.F,Terpening W,Kohls J.A causal model of burnout among self- managedwork team
members[J].The Journal of Psychology,2001,(3).
175
THE PROVISIONS AGAINST CORRUPTION AND OF TRANSNATIONAL ORGANIZED CRIME IN
THE UN CONVENTION AGAINST TRANSNATIONAL ORGANIZED CRIME AND IN THE
HELLENIC LEGAL ORDER
TRYFON KORONTZIS
Abstract:
Addressing the phenomenon of organized crime employs modern societies with an intensity proportional
to that which is being found to address issues such as terrorism, corruption and drugs trafficking. This
phenomenon today because of economy globalization and of increasing transnational flows in economic
and social fields has become more international. The proliferation of international contacts due to the
overcoming of technology distances has played a key role in the expansion of organized crime
internationally, developing profitable activities.
In internationalization have contributed and the changes that have taken place in the political and economic
field in the Eastern European region, coupled with the economic crisis that dominates the world in recent
years. Result of economic, social and political developments is the expatiation of the criminal
phenomenon, the demands of its addressing internationally to be increased with consequent greater
penetration of international law in national jurisdictions.
ΟΙ ΠΡΟΝΟΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ
ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΩΝ Η.Ε. ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ
Τρύφων Χαρ. Κοροντζής
Περίληψη
Η αντιμετώπιση του φαινομένου του οργανωμένου εγκλήματος απασχολεί τις σύγχρονες κοινωνίες με
ένταση ανάλογη αυτής που συναντάται για την αντιμετώπιση φαινομένων όπως η τρομοκρατία, η
διαφθορά και η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Το εν λόγω φαινόμενο σήμερα λόγω της
παγκοσμιοποίησης της οικονομίας και την αύξηση των διακρατικών ροών σε τομείς οικονομικούς και
κοινωνικούς έχει προσλάβει διεθνείς διαστάσεις. Ο πολλαπλασιασμός των διεθνών επαφών λόγω της
υπερνίκησης των αποστάσεων που οφείλεται στην τεχνολογία, έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην
επέκταση του οργανωμένου εγκλήματος στο διεθνή χώρο, αναπτύσσοντας κερδοφόρες δραστηριότητες.
Στην διεθνοποίηση του έχουν συντελέσει και οι αλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί σε πολιτικό και
οικονομικό πεδίο στο χώρο της Ανατολικής Ευρώπης, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση που
κυριαρχεί παγκοσμίως τα τελευταία χρόνια. Αποτέλεσμα των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών
εξελίξεων, είναι η εξάπλωση του εγκληματικού φαινομένου, οι απαιτήσεις για την αντιμετώπιση του
διεθνώς να μεγαλώνουν, με επακόλουθο την μεγαλύτερη διείσδυση του διεθνούς δικαίου στις εθνικές
έννομες τάξεις.
Λέξεις - Κλειδιά: Σύμβαση Η.Ε., Διεθνές Οργανωμένο ΄Εγκλημα, Ε.Ε., οργανωμένο έγκλημα, διαφθορά,
διεθνές δίκαιο, ελληνική έννομη τάξη, δυνάμεις εφαρμογής του νόμου, εγκληματικότητα
Εισαγωγή
Η δραστηριοποίηση ομάδων οργανωμένου εγκλήματος (Κοροντζής, T. 2012 ΄΄β΄΄) τόσο στην Ελλάδα όσο
και διεθνώς τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί. Συνακόλουθα έχουν μεταβληθεί και τα ποιοτικά
χαρακτηριστικά της εγκληματικότητας. Η παραδοσιακή εικόνα του δράστη του κοινού ποινικού δικαίου
έχει αντικατασταθεί από τον οργανωμένο δράστη, τον εγκληματία – επιχειρηματία, ενώ το έγκλημα
παράλληλα από ατομική συμπεριφορά έχει εξελιχθεί σε επιχειρηματική δραστηριότητα, σε κερδοφόρα
επιχείρηση με οργανωμένη υποδομή, με περισσότερα πρόσωπα να δραστηριοποιούνται σε αυτήν, τα οποία
έχουν διακριτούς ρόλους και καθήκοντα.
Οι εγκληματικές οργανώσεις χρησιμοποιούν συνεχώς νέες τεχνολογικές μεθόδους για την ανάπτυξη των
δραστηριοτήτων τους. Οι εγκληματικές αυτές οργανώσεις δεν περιορίζουν τη δράση τους στα εθνικά
σύνορα, αλλά υπερβαίνουν αυτά και λειτουργούν ως υπερεθνικές επιχειρήσεις (transnational)
177
(Μαραγκοπούλου – Γιωτοπούλου Α. 2008). Το οργανωμένο έγκλημα εκτός των θυμάτων που προκαλεί,
υπονομεύει την κοινωνική συμβίωση, διαβρώνει τους θεσμούς και δημιουργεί στους πολίτες αμφιβολίες
σε ότι αφορά την ισχύ και επιβολή της έννομης τάξης.
Η αντιμετώπιση του λόγω των αναφερομένων χαρακτηριστικών, απασχολούσε και απασχολεί τη διεθνή
κοινότητα η οποία αναζητεί τρόπους επιτυχούς αντιμετώπισης του, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ
των κρατών και προωθώντας συμβάσεις διμερούς η πολυμερούς χαρακτήρα. Μία από τις καλύτερες
στιγμές της διεθνούς κοινότητας στον τομέα αυτόν ήταν η υπογραφή από περισσότερα από 120 κράτη,
υπό την αιγίδα του ΟΗΕ στο Παλέρμο της Ιταλίας τον Δεκέμβριο του 2000, της Σύμβασης κατά του
Οργανωμένου Υπερεθνικού Εγκλήματος.
Η Ελλάδα την εν λόγω Σύμβαση την ενσωμάτωσε στην εθνική έννομη τάξη με το Ν. 3875/2010 (Α΄ 158),
«Κύρωση και εφαρμογή της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου
Εγκλήματος και των τριών Πρωτοκόλλων αυτής και συναφείς διατάξεις». Μέχρι την ενσωμάτωση της
στην εθνική έννομη τάξη με το Ν. 2928/2001 (Α΄ 141), «Τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα
και των Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες
πράξεις εγκληματικών οργανώσεων», η Ελλάδα ενέταξε στην εσωτερική της νομοθεσία μέτρα που
προβλέπονταν σε αυτήν. Στη σύνταξη του εν λόγω νόμου λήφθηκαν υπόψη επίσης σχέδια κοινής δράσης
της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος. Οι ρυθμίσεις του
επεκτάθηκαν σε κάθε είδους οργανωμένη εγκληματικότητα, ενώ παράλληλα προβλέφθηκαν και αυξημένες
δικαστικές εγγυήσεις, σε περιπτώσεις που διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να παρασχεθεί
αποτελεσματικότερη προστασία στους πολίτες παρά μόνο μέσα από τον περιορισμό των ατομικών τους
ελευθεριών.
Σκοπός της παρούσας συνοπτικής μελέτης είναι η εξέταση χρονολογικά και κριτικά των διατάξεων που
καταρτίστηκαν από την Ελληνική έννομη τάξη από το 2000, οπότε η Ελληνική πολιτεία υπέγραψε τη
Σύμβαση του Παλέρμο έως το 2010και εντάχθηκε στην εθνική έννομη τάξη, προκειμένου να
αντιμετωπιστεί το φαινόμενο του οργανωμένου εγκλήματος και ειδικότερα το φαινόμενο της διαφθοράς
(Γκντάμπι - Καϊάφα Μ. 2008). Παράλληλα θα αναπτυχθούν συνοπτικά ρόλοι και αρμοδιότητες διεθνών
και ευρωπαϊκών οργανισμών, που έχουν ιδρυθεί και αποσκοπούν στην πληρέστερη αντιμετώπιση του εν
λόγω φαινομένου, καθώς και οι προβλέψεις της εν λόγω Σύμβασης για συνεργασία των Διωκτικών Αρχών
προς αντιμετώπιση της και οι πρωτοβουλίες που έχουν αναπτυχθεί από την Ελλάδα στον τομέα αυτό.
Επίσης θα παρουσιαστούν οι παρατηρήσεις της Ομάδας Κρατών κατά της διαφθοράς (GRECO), που
σχετίζονται με την Ελλάδα και που καταδεικνύουν την ανεπάρκεια των ήδη ληφθέντων μέτρων από την
Ελληνική Πολιτεία στο συγκεκριμένο τομέα, καθώς και την έλλειψη βούλησης για την προώθηση των
υπόλοιπων απαραίτητων θεσμικών μέτρων για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της. Η εν λόγω αναφορά
για την διαφθορά στην παρούσα μελέτη κρίνεται επιβεβλημένη καθώς είναι γνωστό πως αυτή επηρεάζεται
– συνδέεται με το οργανωμένο έγκλημα. Για την ανάπτυξη της παρούσας συνοπτικής μελέτης θα
αξιοποιηθεί το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, ήτοι νόμοι, οι εισηγητικές εκθέσεις αυτών, πρακτικά της
αρμόδιας Διαρκούς Επιτροπής Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης καθώς και η
Έκθεση επί του Νομοσχεδίου της Α΄ Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών του Ελληνικού Kοινοβουλίου.
Τέλος η παρούσα συνοπτική μελέτη θα ολοκληρωθεί με την παράθεση συμπερασμάτων που προέκυψαν
από την ανάπτυξη της.
1. Νομικό πλαίσιο
1.1. Ν. 2829/2001(Α΄ 141), «Τροποποίηση διατάξεων του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα και του
Ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες πράξεις».
Όπως ήδη αναφέρθηκε με τον εν λόγω νόμο, η Ελληνική Πολιτεία ένταξε στην εσωτερική νομοθεσία
μέτρα που προβλέπονταν στη Σύμβαση του Παλέρμο που είχε υπογράψει τον Δεκέμβριο του 2000. Οι
ρυθμίσεις του επεκτάθηκαν σε κάθε είδους οργανωμένη εγκληματικότητα, ενώ παράλληλα προβλέφθηκαν
και αυξημένες δικαστικές εγγυήσεις, σε περιπτώσεις που διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να παρασχεθεί
αποτελεσματικότερη προστασία στους πολίτες, παρά μόνο μέσα από τον περιορισμό των ατομικών τους
ελευθεριών.
Με την εξαίρεση πάντως της ρητής μνείας της εξέτασης του DNA, όλοι οι τεθέντες περιορισμοί
δικαιωμάτων προβλέπονταν ήδη στο ισχύον δίκαιο, αφ΄ ενός σε διατάξεις ειδικών ποινικών νόμων για την
αντιμετώπιση εγκλημάτων, όπως παραβάσεις της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά, όπλα, πυρομαχικά,
178
εμπορία αρχαιοτήτων, διαφθορά στο εσωτερικό της ΕΛ.ΑΣ., και αφετέρου σε διατάξεις της νομοθεσίας
για την άρση του απόρρητου προς διακρίβωση πολλών κατηγοριών κακουργημάτων και της νομοθεσίας
για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Ειδικότερα:
Με το άρθρο 1 με τίτλο «Εγκληματική οργάνωση» αντικαταστάθηκε το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα,
με το οποίο προβλέπεται ως βασικό έγκλημα η συγκρότηση και συμμετοχή σε οργάνωση με σκοπό τη
συστηματική διάπραξη κακουργημάτων. Επίσης περιγράφεται η έννοια της εγκληματικής οργάνωσης
όπου «δεν αρκεί απλή ένωση προσώπων για τη διάπραξη αξιοποίνων πράξεων, αλλά αντίθετα απαιτείται
΄΄δομημένη΄΄ και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση), που πρέπει να
προβαίνουν με σκοπό στη διάπραξη επιλεγμένων κακουργημάτων».
Επίσης στο ίδιο άρθρο αντιμετωπίζεται η λεγόμενη «νομιμοποίηση προϊόντων ή εσόδων» που
προέρχονται από το οργανωμένο έγκλημα.
Στο άρθρο 4 προβλέπεται ότι τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα υπάγονται στα
Εφετεία Κακουργημάτων, αποκλείοντας πλήρως και ορθά τα μεικτά ορκωτά δικαστήρια, με το επιχείρημα
ότι τα μέλη των εφετείων διακρίνονται για την εμπειρία τους και τη νομική τους κατάρτιση. Με το τρόπο
αυτό εκδηλώνεται δυσπιστία στους ενόρκους.
Με το άρθρο 5 προστέθηκε το άρθρο 200Α στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με το οποίο εισήχθη ρητά
η εξέταση DNA ως ένα είδος πραγματογνωμοσύνης. Η ρύθμιση στηρίχτηκε κατά βάση στη γνωμοδότηση
αριθ. 1 της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων την οποία είχε αιτηθεί το υπουργείο Δικαιοσύνης.
Η νέα αυτή εξέταση είναι υποχρεωτική όπως και η πραγματογνωμοσύνη που ορίζεται στο άρθρο 183 του
Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Στο ίδιο άρθρο ορίζεται πότε θα πραγματοποιείται η συγκεκριμένη εξέταση
καθώς επίσης και ποια είναι η διαδικασία καταστροφής του δείγματος.
Με το άρθρο 6 προστέθηκε στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας το άρθρο 253Α, κατά το οποίο η έρευνα
για τις αξιόποινες πράξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα μπορεί να συμπεριλάβει
και την ανακριτική διείσδυση, τις ελεγχόμενες μεταφορές, την άρση του απορρήτου των επιστολών και
των τηλεπικοινωνιών, την καταγραφή με συσκευές ήχου ή εικόνας ή με άλλα ειδικά τεχνικά μέσα την
επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τον έλεγχο της κίνησης λογαριασμών (Κοροντζής, T.
2012΄΄γ΄, Κοροντζής, T. 2012΄΄δ΄΄, Κοροντζής, T. 2012΄΄ε΄΄) σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, δηλαδή
ανακριτικές πράξεις όπως προβλέπονται σε ειδικά νομοθετήματα (αντίστοιχα το άρθρο 20 της Σύμβασης
του Παλέρμο).
Η διενέργεια των ανωτέρω ανακριτικών πράξεων δεν επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση, αλλά μόνο εφόσον
υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι έχουν τελεστεί αξιόποινες πράξεις και μόνο αν κρίνεται ότι η εξάρθρωση
της εγκληματικής οργάνωσης θα είναι με άλλο τρόπο αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερής. Επίσης
δικαιολογημένα απαιτείται ειδικό αιτιολογημένο βούλευμα του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου ύστερα
από πρόταση του εισαγγελέα, και μόνο σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις είναι δυνατό να διατάξει τη
διεξαγωγή της έρευνας και ο εισαγγελέας και ο ανακριτής.
Εδώ από την διατύπωση του άρθρου 6, προβάλει η σύγκρουση μεταξύ της δράσης των οργάνων του
κράτους για την ανεύρεση και τιμωρία των δραστών των τελούμενων εγκλημάτων και της αξίωσης των
ατόμων όπως κατά την άσκηση της δραστηριότητας αυτής, να προστατεύεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια
τους (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος).
Με το άρθρο 7 ρυθμίζεται ο τρόπος περάτωσης της κύριας ανάκρισης για τα κακουργήματα του άρθρου
187 και των συναφών με αυτά πράξεων.
Με το άρθρο 8 ρυθμίζεται η ποινική ευθύνη νομικών προσώπων που εμπλέκονται σε επιχειρήσεις
οργανωμένου εγκλήματος, που συνήθως πρόκειται για οικονομικό οργανωμένο έγκλημα όπως ξέπλυμα
βρώμικου χρήματος κ.λπ., ενώ το άρθρο 9 αναφέρεται στη προστασία των μαρτύρων που εξετάζονται
κατά τη ποινική διαδικασία για εγκλήματα που τελούνται από εγκληματικές οργανώσεις (Ελληνικό
Κοινοβούλιο, 2012).
1.2 Ν. 3875/2010 (Α΄ 158), «Η Σύμβαση των Η.Ε. για τη αντιμετώπιση του Διεθνούς Οργανωμένου
Εγκλήματος και η ενσωμάτωση της στην Ελληνική έννομη τάξη».
Αντικείμενο του εν λόγω νόμου είναι η βελτίωση του θεσμικού πλαισίου που διέπει την πρόληψη και
καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, και των σχετικών με αυτόν αδικημάτων σε εκπλήρωση
διεθνών υποχρεώσεων της Ελλάδας, από την κύρωση των συμβατικών κειμένων της λεγόμενης Σύμβασης
179
του Παλέρμο και των συμπληρωματικών αυτής Πρωτοκόλλων κατά της εμπορίας ανθρώπων, λαθραίας
διακίνησης μεταναστών και της παράνομης διακίνησης όπλων.
Όπως αναφέρεται και στο άρθρο 1 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διασυνοριακού
Οργανωμένου Εγκλήματος, αντικείμενο της Σύμβασης είναι η προαγωγή της συνεργασίας για την πιο
αποτελεσματική πρόληψη και καταπολέμηση του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος. Όπως θα δειχθεί
κατωτέρω η ελληνική έννομη τάξη έχει καλύψει τα περισσότερα από τα ζητήματα που θέτει η Σύμβαση.
Ειδικότερα, έχει ποινικοποιηθεί η συμμετοχή σε οργανωμένη εγκληματική ομάδα σύμφωνα με το Ν.
2928/2001, ο οποίος όπως αναπτύχθηκε προηγούμενα είχε λάβει υπόψη του διατάξεις της Σύμβασης του
Παλέρμο σε ότι αφορά στη νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος, τη διαφθορά και την παρακώλυση της
δικαιοσύνης (άρθρα 5, 6, 8 και 23 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 3 «πεδίο εφαρμογής»).
Η Σύμβαση έχει περιχαρακώσει το πεδίο εφαρμογής της στο Διεθνικό Οργανωμένο Έγκλημα, σε κάθε
περίπτωση ωστόσο σύμφωνα με τα άρθρα 3 παράγραφος 1 εδ. α΄ και 34 παράγραφος 2 τα αδικήματα που
θεσπίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 5, 6, 8 και 23 της Σύμβασης (συμμετοχή σε οργανωμένη εγκληματική
ομάδα, νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος, διαφθορά και παρακώλυση της δικαιοσύνης) πρέπει να
θεσπιστούν στο εσωτερικό δίκαιο κάθε κράτους μέρους ανεξάρτητα από τη διασυνοριακή φύση τους ή την
εμπλοκή οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, με εξαίρεση το άρθρο 5 (συμμετοχή σε οργανωμένη
εγκληματική ομάδα) στο μέτρο που αυτό απαιτεί την εμπλοκή οργανωμένης εγκληματικής ομάδας.
Με τον τρόπο αυτό η Σύμβαση του Παλέρμο αποτελεί μια ολοκληρωμένη νομική βάση για την προαγωγή
της συνεργασίας των κρατών μερών σε ότι αφορά την πρόληψη και καταπολέμηση του διεθνικού
οργανωμένου εγκλήματος.
[Στο άρθρο 2 της Σύμβασης, στην έννοια της οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, ο πορισμός άμεσου ή
έμμεσου οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας αυτής, όπως
επαναλαμβάνεται και στο άρθρο 5 παράγραφος 1 (α) i. Στην ελληνική έννομη τάξη αντίστοιχα η επιδίωξη
οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους συνιστά επιβαρυντική περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 187 παρ. 4
εδ. Α του Ν. 2928/2001). Ο Έλληνας νομοθέτης κατά τη σύνταξη του ν. 2928/2001 έλαβε υπόψη του και
το αναφέρει ρητά, τα όσα σχετικά προβλέπει η Σύμβαση του Παλέρμο για την ποινικοποίηση της
συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και όπως αναφέρει ειδικά:«Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις
επεκτάθηκαν σε κάθε είδους οργανωμένη εγκληματικότητα, εγκληματικότητα δηλαδή προερχόμενη από
εγκληματικές οργανώσεις, με όποιο όνομα και αν είναι αυτές γνωστές και ανεξάρτητα από τους ποικίλους
στόχους που μπορεί να προωθούν. Κοινωνική απαξία έχουν οι εγκληματικές πράξεις τους, όχι κατ΄
ανάγκη οι στόχοι».
Επίσης, το άρθρο 2 (α) της Σύμβασης αναφέρεται σε ομάδα που ενεργεί με κοινό σκοπό τέλεσης ενός ή
περισσότερων σοβαρών εγκλημάτων, δηλαδή ο σκοπός της τέλεσης θα πρέπει να αποδίδεται στη δράση
των προσώπων που απαρτίζουν την οργάνωση και όχι μόνο στο πρόσωπο που εντάσσεται ως μέλος της
(βλ. και το άρθρο 5 παράγραφος 1 (α) (ii) της Σύμβασης που αναφέρεται στη γνώση του δράστη ως προς
τους σκοπούς και την εγκληματική δράση της οργάνωσης) (Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε. 2001)
Στο δεύτερο εδάφιο συναντάται η έννοια «σοβαρό έγκλημα» με την οποία, όπως αναφέρεται στη Σύμβαση
(άρθρο 2), νοείται συμπεριφορά η οποία συνιστά αδίκημα που τιμωρείται με το ανώτατο όριο της
στερητικής της ελευθερίας ποινής που δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τέσσερα έτη ή με αυστηρότερη
ποινή. Η έννοια αυτή είναι ξένη στην ελληνική έννομη τάξη η οποία προϋποθέτει τη διάπραξη
κακουργημάτων για την τιμωρία κάποιου ως μέλους εγκληματικής οργάνωσης. Τα κακουργήματα ωστόσο
με ελάχιστο όριο ποινής ανώτερο των τεσσάρων ετών που προβλέπει η Σύμβαση, δηλαδή με αυστηρότερη
ποινή, εντάσσονται σαφώς στην έννοια των «σοβαρών εγκλημάτων» της σύμβασης, εγκλημάτων δηλαδή
που ενέχουν μιαν υψηλή απαξία.
Τα άρθρα 8 και 9 της Σύμβασης αναφέρονται στην υποχρέωση ποινικοποίησης της διαφθοράς και στη
λήψη των κατάλληλων μέτρων για την αντιμετώπισή της. Η Ελληνική Πολιτεία έχει προβεί στην
κατάρτιση νομοθετικών, διοικητικών και άλλων μέτρων για την αντιμετώπιση της διαφθοράς.
Συγκεκριμένα, η ποινική αντιμετώπιση της διαφθοράς στην ελληνική έννομη τάξη ρυθμίζεται από τα
άρθρα 235,236 και 237 του Ποινικού Κώδικα που προβλέπουν το αξιόποινο της ενεργητικής και
παθητικής δωροδοκίας ημεδαπών δημοσίων υπαλλήλων, δικαστών και διαιτητών.
Στις περιπτώσεις εφαρμογής των εν λόγω άρθρων σύμφωνα με το άρθρο 238 του Π.Κ. δημεύονται τα
δώρα ή η αξία τους. Επιπρόσθετα σύμφωνα με το άρθρο 159 Π.Κ. τιμωρείται, επίσης η ενεργητική και
παθητική δωροδοκία βουλευτών, νομαρχιακών, δημοτικών ή κοινοτικών συμβούλων. Ακόμη στο άρθρο
180
187 παράγραφος 2 Π.Κ. ορίζεται ότι: «Όποιος με απειλή ή χρήση βίας κατά δικαστικών λειτουργών,
ανακριτικών ή δικαστικών υπαλλήλων, μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διερμηνέων ή με δωροδοκία
των ίδιων προσώπων επιχειρεί να ματαιώσει την αποκάλυψη ή δίωξη και τιμωρία των πράξεων της
προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους».
Η Ελληνική νομοθεσία σε ότι αφορά το άρθρο 8 παράγραφος 2 της Συμβάσεως σχετικά με τη διαφθορά
αλλοδαπών δημόσιων υπαλλήλων ή υπαλλήλων διεθνών οργανισμών προβλέπει τα εξής:
Με το Ν. 2656/1998 (Α΄ 265) η Ελλάδα έχει κυρώσει τη «Σύμβαση για την καταπολέμηση της
δωροδοκίας αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών» του Ο.Ο.Σ.Α.. Στο άρθρο δεύτερο του νόμου προβλέπεται
το αξιόποινο της ενεργητικής δωροδοκίας αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών κατά την άσκηση διεθνών
επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Με το Ν. 2802/2000 (Α΄ 47) η Ελλάδα έχει κυρώσει τη «Σύμβαση περί καταπολεμήσεως της δωροδοκίας
στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής
Ένωσης». Στα άρθρα τρίτο και τέταρτο του νόμου εξομοιώνονται οι ανωτέρω υπάλληλοι με τους
εγχώριους υπαλλήλους και λειτουργούς για τα αδικήματα της παθητικής και ενεργητικής δωροδοκίας.
Με το Ν. 2803/2000 (Α΄ 48) η Ελλάδα έχει κυρώσει τη «Σύμβαση σχετικά με την προστασία των
οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» και τα συναφή με αυτήν Πρωτόκολλα. Στο
άρθρο τρίτο του νόμου τυποποιείται και πάλι το αδίκημα της ενεργητικής και παθητικής δωροδοκίας
υπαλλήλων των ΕΚ ή άλλου κράτους - μέλους, όταν ζημιώνονται τα οικονομικά συμφέροντα της
Κοινότητας.
Με το Ν. 3560/2007 (Α΄ 103) η Ελλάδα έχει κυρώσει την «Σύμβαση ποινικού δικαίου για τη διαφθορά»
και το πρόσθετο σε αυτήν Πρωτόκολλο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Στα άρθρα τρίτο και τέταρτο του
νόμου προβλέπεται η εξομοίωση όλων των υπαλλήλων, λειτουργών και βουλευτών των συμβαλλόμενων
κρατών και των διεθνών οργανισμών στους οποίους η Ελλάδα είναι μέλος με τους εγχώριους υπαλλήλους,
λειτουργούς και βουλευτές για την εφαρμογή των διατάξεων όπου τυποποιούνται τα αδικήματα της
ενεργητικής και παθητικής δωροδοκίας. Εξάλλου στο άρθρο πέμπτο εισάγεται το αξιόποινο των πράξεων
διαφθοράς στον ιδιωτικό τομέα και στο άρθρο έκτο το αδίκημα της προσφοράς για άσκηση επιρροής σε
ιδιωτικούς ή ξένους υπαλλήλους.
Με το Ν. 3666/2008 (Α΄ 105) η Ελλάδα έχει κυρώσει τη Σύμβαση του Ο.Η.Ε. κατά της διαφθοράς. Στα
άρθρα τέταρτο και πέμπτο του νόμου προβλέπεται η εξομοίωση όλων των υπαλλήλων, λειτουργών και
βουλευτών των συμβαλλόμενων κρατών και των διεθνών οργανισμών, στους οποίους η Ελλάδα είναι
μέλος, με τους εγχώριους υπαλλήλους, λειτουργούς και βουλευτές, για την εφαρμογή των διατάξεων όπου
τυποποιούνται οι πράξεις των αδικημάτων της ενεργητικής και παθητικής δωροδοκίας
Η θέσπιση ποινικών αδικημάτων «άλλων μορφών διαφθοράς» πλην των όσων προβλέπει η παράγραφος 1
του άρθρου 8 της Σύμβασης καλύπτεται από τα παραπάνω, καθώς και από τα άρθρα 11-12 του Ν.
5227/1931 (Α΄ 292) «Περί Μεσαζόντων», σύμφωνα με τα οποία τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος,
μεταξύ άλλων, και η άσκηση επιρροής προκειμένου να συναφθεί με συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο
οποιαδήποτε σύμβαση με το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α..
Σχετικά με όσα προβλέπονται στο άρθρο 8 παρ. 3 της Σύμβασης αναφορικά με τη συμμετοχή, η ελληνική
νομοθεσία τιμωρεί τις άδικες αυτές πράξεις με τις γενικές διατάξεις του Π.Κ. περί συμμετοχής και
ειδικότερα τα άρθρα 45, 46, 47 Π.Κ..
Σχετικά, τέλος, με όσα αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 4 της Σύμβασης, η έννοια του υπαλλήλου
προβλέπεται στο άρθρο 13 εδ. α΄ του Γενικού Μέρους του Π.Κ., σύμφωνα με το οποίο «υπάλληλος είναι
εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής
ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου».
Επίσης, στο άρθρο 263Α Π.Κ. και αναφορικά με τα εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία (εν προκειμένω
την παθητική και ενεργητική δωροδοκία υπαλλήλου), στην έννοια του υπαλλήλου εμπίπτουν και άλλες
κατηγορίες προσώπων. Όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα, η Ελλάδα διαθέτει ένα επαρκές
νομοθετικό οπλοστάσιο για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων εγκληματικών
Πράξεων στην ελληνική έννομη τάξη, πλην των όσων αναφέρθηκαν προηγουμένως, υπάρχει και πλήθος
άλλων νομοθετικών κειμένων που διασφαλίζουν την πρόληψη και αποτελεσματική καταστολή της
διαφθοράς. Ειδικότερα, ισχύουν οι εξής διατάξεις:
Ν. 2605/1998 (Α΄ 88) «Κύρωση της Σύμβασης για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας
(Σύμβαση EUROPOL) δυνάμει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση», παράρτημα
181
άρθρου 2 όπου εντάσσει στις μορφές της βαριάς εγκληματικότητας και τη δωροδοκία και Ν. 3294/2004
(Α΄ 243) και Ν. 3002/2002 (Α΄ 74) «Κύρωση του Πρωτοκόλλου που καταρτίστηκε βάσει του άρθρου 43
παράγραφος 1 της Σύμβασης για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας για την τροποποίηση
του άρθρου 2 και του Παραρτήματος της εν λόγω σύμβασης» (Κοροντζής, T. 2012΄΄δ΄΄).
Ν. 2713/1999 (Α΄ 89) «Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Αστυνομίας, Αλλοδαποί κ.λπ.» άρθρο 1, όπως
τροποποιήθηκε με το Ν. 3103/2003 (Α΄ 23). Στο άρθρο 1 «σύσταση και αποστολή», προβλέπεται ότι η
υπηρεσία επιλαμβάνεται και των περιπτώσεων των άρθρων 235 και 236 Π.Κ. (ενεργητική και παθητική
δωροδοκία).
Ν. 2925/2001 (Α΄ 138) «Οικονομική Συνεργασία Ευξείνου Πόντου: Καταπολέμηση του εγκλήματος». Στο
άρθρο 1 αναφέρεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θα συνεργάζονται για την πρόληψη, καταστολή,
διερεύνηση, αποκάλυψη εγκλημάτων και τη διεξαγωγή των σχετικών ανακρίσεων, όπου μεταξύ των
διαφόρων εγκληματικών δράσεων αναφέρεται και αυτή της διαφθοράς.
Ν. 2935/2001 (Α΄ 162) «Προσωπικό Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις», άρθρα 49 έως 54 με τον
οποίο συστήθηκε γραφείο εσωτερικών υποθέσεων Υ.Ε.Ν. που επιλαμβάνεται και υποθέσεων διαφθοράς
του προσωπικού του Λιμενικού Σώματος όλων των βαθμών, των πολιτικών υπαλλήλων του Υ.Ε.Ν. και
των εποπτευόμενων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
Ν. 2957/2001 (Α΄ 260) «Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για θέματα Αστικού
Δικαίου περί Διαφθοράς». Αποτελεί νομοθετικό μέτρο για την τιμωρία της διαφθοράς στο πλαίσιο που
θέτει η σχετική πρωτοβουλία. Στο άρθρο 5 προβλέπεται ευθύνη του κράτους, βάσει της οποίας επιτρέπεται
στα πρόσωπα που έχουν υποστεί ζημία εξαιτίας πράξης διαφθοράς δημοσίων λειτουργών κατά την
άσκηση των καθηκόντων τους να αξιώσουν αποζημίωση από το κράτος ή τις αρμόδιες αρχές.
Ν. 3023/2002 (Α΄ 146) «Χρηματοδότηση κομμάτων – βουλευτών: Έσοδα, δαπάνες, έλεγχος», με το άρθρο
21 του οποίου θεσμοθετείται Επιτροπή Ελέγχου [Σχετικές υπουργικές αποφάσεις: (α) 5587/1996
«Επιτροπή Ελέγχου των οικονομικών των Κομμάτων, βουλευτών» (Η απόφαση διατηρήθηκε σε ισχύ με
το άρθρο 157 της 1737/1997 Απ. Ολ. Βουλής ΦΕΚ 51 Α΄), (β) 1429/2003 «Οργάνωση και λειτουργία της
Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 21 του ν. 3023/2002]. Η Επιτροπή του άρθρου 21 προβαίνει στον έλεγχο
των οικονομικών των κομμάτων και των υποψήφιων βουλευτών και μπορεί να αναθέτει λογιστική ή
οικονομική πραγματογνωμοσύνη ή άλλες ελεγκτικές πράξεις σε ορκωτούς λογιστές. Στο εδάφιο 5 του
άρθρου 21 προβλέπεται η τιμωρία με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών εκείνου που παρεμποδίζει
με οποιονδήποτε τρόπο το ελεγκτικό έργο και ιδίως αρνείται την παροχή στοιχείων στην Επιτροπή.
Ν. 3074/2002 (Α΄ 296) «Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης. Αναβάθμιση του Σώματος
Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης και του Συντονιστικού Οργάνου Επιθεώρησης και Ελέγχου
και άλλες διατάξεις»: Με το άρθρο 6 «ίδρυση – συγκρότηση», προβλέπεται ότι στις αρμοδιότητες του
Σώματος Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης είναι, μεταξύ άλλων και η διενέργεια
επιθεωρήσεων, έκτακτων ελέγχων και ερευνών για την επισήμανση αδιαφανών διαδικασιών.
Ν. 3090/2002 (Α΄ 329) «Σύσταση Σώματος Επιθεώρησης και Ελέγχου των Καταστημάτων Κράτησης».
Στο άρθρο 2 εδ. β΄ στην αποστολή του Σώματος Επιθεώρησης προβλέπεται και η διερεύνηση και
διακρίβωση των εγκλημάτων που διώκονται αυτεπαγγέλτως και διαπράττονται στους χώρους κράτησης.
Εν προκειμένω μπορεί να υπαχθεί και η περίπτωση της διαφθοράς.
Ν. 3213/2003 «Δήλωση και έλεγχος περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημοσίων λειτουργών και
υπαλλήλων, ιδιοκτητών μέσων μαζικής ενημέρωσης και άλλων κατηγοριών προσώπων», όπως πρόσφατα
τροποποιήθηκε.
Ν. 3320/2005 (Α΄ 309) «Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων
του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους Ο.Τ.Α.», με το άρθρο 12 παρ. 1, 2 και 3 εδ. γ΄ του οποίου
προβλέπεται η ενημέρωση από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές για τις δικαστικές αποφάσεις και τα
βουλεύματα που εκδίδονται σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας και για τις ποινικές διώξεις που ασκούνται με
κάθε μορφή συμμετοχής κατά υπαλλήλου, λειτουργού ή οργάνου των φορέων της παρ. 2α του άρθρου 1
Ν. 3074/2002 (Α΄ 296) για εγκλήματα περί την υπηρεσία, περί τα υπομνήματα, κατά της ιδιοκτησίας και
κατά περιουσιακών δικαιωμάτων που στρέφονται κατά του δημοσίου και των άνω φορέων. Επίσης ο
Γενικός Επιθεωρητής έχει δικαίωμα να ζητήσει από το δημόσιο να παρίσταται ως πολιτική αγωγή και να
ασκεί όλα τα σχετικά δικαιώματα. Επίσης, ο Γενικός Επιθεωρητής, μετά από έγκριση του Υπουργού
Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης μπορεί να συνεργάζεται με τις αρμόδιες υπηρεσίες
της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Διεθνών Οργανισμών, όπως του Ο.Ο.Σ.Α., του Συμβουλίου της
182
Ευρώπης, των Ηνωμένων Εθνών και άλλων, με σκοπό τη μεταφορά τεχνογνωσίας και τη συμμετοχή σε
δράσεις και προγράμματα ελέγχου της κακοδιοίκησης και περιορισμού της διαφθοράς.
Ν. 3345/2005 (Α΄ 138) «Οικονομικά θέματα Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων και ρύθμιση διοικητικών
θεμάτων», με το άρθρο 14 παρ. 3 και 4 του οποίου προβλέπεται η δυνατότητα άρσης του τραπεζικού,
χρηματιστηριακού και φορολογικού απορρήτου στο πλαίσιο των ελέγχων που διενεργούνται από τον
Γενικό Επιθεωρητή, ή κατόπιν εντολής του από το Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης
και από τα ιδιαίτερα σώματα και υπηρεσίες επιθεώρησης και ελέγχου. Η άρση του απορρήτου είναι
δυνατή και στο πλαίσιο του ελέγχου από τον Γενικό Επιθεωρητή των ετήσιων δηλώσεων οικονομικής
κατάστασης των μελών των ιδιαίτερων σωμάτων επιθεώρησης και ελέγχου.
Ν. 3528/2007 (Α΄ 26) «Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων
και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.», άρθρα 8, 28 και 107. Ειδικότερα στο άρθρο 8 παρ. α΄ η καταδίκη προσώπου
σε δωροδοκία αποτελεί κώλυμα για το διορισμό του ως υπαλλήλου, στο άρθρο 28 ελέγχεται διαρκώς η
περιουσιακή κατάσταση του υπαλλήλου, της συζύγου και των τέκνων τους και κάθε ουσιώδης
μεταγενέστερη μεταβολή. Εφόσον προκύψουν σοβαρές ενδείξεις ότι η περιουσία του υπαλλήλου
αποκτήθηκε κατά τρόπο που συνιστά ποινικό αδίκημα ο αρμόδιος υπουργός προβαίνει στις απαραίτητες
ενέργειες για την ποινική ή πειθαρχική δίωξη. Στο άρθρο 107 εδ. ιζ΄ προβλέπεται ως πειθαρχικό
παράπτωμα και η αποδοχή οποιασδήποτε υλικής εύνοιας ή ανταλλάγματος που προέρχεται από πρόσωπο
του οποίου τις υποθέσεις χειρίζεται ή πρόκειται να χειριστεί κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του
καθηκόντων ο υπάλληλος.
Απόφαση 2682/1987/7-106 Κώδικας Κανονισμού Εργασιών Βουλής, άρθρο 43Α «Ειδικές Μόνιμες
Επιτροπές», στην παράγραφο 1β προβλέπεται η σύσταση «Μόνιμης Επιτροπής θεσμών και διαφάνειας»
αντικείμενο της οποίας είναι ο κοινοβουλευτικός έλεγχος των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και
η έρευνα και αξιολόγηση κάθε στοιχείου χρήσιμου για τη μελέτη και επεξεργασία προτάσεων που
συμβάλλουν στη διαφάνεια της πολιτικής και γενικότερα δημόσιας ζωής και άρθρο 138Α «Έλεγχος επί
των ανεξάρτητων αρχών» το οποίο αφορά στην υποβολή των ετήσιων εκθέσεων της κάθε ανεξάρτητης
αρχής.
Η διασφάλιση της αποτελεσματικής δράσης των αρχών στην πρόληψη, εντοπισμό και τιμωρία της
διαφθοράς των δημοσίων λειτουργών, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 9 παράγραφος 2 της Σύμβασης,
καλύπτεται από τις νομοθετικές πρωτοβουλίες που έχουν εκτεθεί παραπάνω, όπως αυτές αναλύονται.
Ενδεικτικά αναφέρεται, ότι στις υπηρεσίες εσωτερικών υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας και του
Υ.Ε.Ν. [Ν. 2713/1999 (Α΄ 89) και Ν. 2935/2001(Α΄ 162)] η αποτελεσματικότητα της δράσης τους
ενισχύεται και από τα αυξημένα προσόντα και τις πολλές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιλογή
του προσωπικού.
Επίσης και στις δύο περιπτώσεις προβλέπεται προστασία των μαρτύρων και των πληροφοριοδοτών, άρση
του απορρήτου, δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, καταγραφή των σχετικών πράξεων με συσκευές ήχου
και εικόνας και χρήση τους ως αποδεικτικών στοιχείων ενώπιον δικαστηρίου, ανακριτικής ή άλλης αρχής.
Τέλος, στο άρθρο 54 Ν. 2935/2001 το προσωπικό του Λιμενικού Σώματος και το πολιτικό προσωπικό του
Υ.Ε.Ν. και των εποπτευόμενων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι σύζυγοι και τα ανήλικα τέκνα
υποχρεούνται να υποβάλουν στον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση της περιουσιακής τους
κατάστασης [Σχετικά τυγχάνουν το άρθρο 32 του Π.Δ. 67/2011 (Α΄ 149) και άρθρο 21 του Ν. 4058/2012
(Α΄ 63)]. Η υπηρεσία εσωτερικών υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας υπάγεται απ’ ευθείας στον
Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας (άρθρο 1), τόσο λόγω της σημασίας του έργου της, όσο και για την
αποφυγή παρεμβάσεων για συγκάλυψη περιπτώσεων που ενδεχομένως να αφορούν και ανώτερα στελέχη.
Η παροχή επαρκούς ανεξαρτησίας στις αρχές αυτές πηγάζει από το ίδιο το Σύνταγμα και ειδικότερα από
τα άρθρα:8 με το οποίο προβλέπεται η συνταγματική κατοχύρωση της δικαστικής προστασίας.55, 56, 57
όπου αναφέρονται τα κωλύματα και ασυμβίβαστα των βουλευτών.87 «Δικαστικοί λειτουργοί και
υπάλληλοι», όπου κατοχυρώνεται συνταγματικά η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των
δικαστών.101Α «Ανεξάρτητες διοικητικές αρχές» όπου κατοχυρώνεται συνταγματικά η προσωπική και
λειτουργική ανεξαρτησία των μελών των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών.
Σχετικά με το άρθρο 10 της Σύμβασης, που αφορά στην ευθύνη των νομικών προσώπων για τα αδικήματα
που προβλέπονται στη Σύμβαση, το άρθρο 51 του Ν. 3691/2008 προβλέπει οικονομικές και διοικητικές
κυρώσεις για τα νομικά πρόσωπα προς όφελος των οποίων τελούνται τέτοιας βαρύτητας αδικήματα. Η εν
183
λόγω διάταξη έχει, ωστόσο, ανάγκη αναμόρφωσης, προκειμένου να αποκλεισθούν οι αλληλεπικαλύψεις
με άλλες διατάξεις και η σύγχυση αρμοδιοτήτων ως προς τα όργανα επιβολής των κυρώσεων.
Ειδικά καθόσον αφορά στα αδικήματα διαφθοράς, προβλέψεις σχετικά με την ευθύνη των νομικών
προσώπων που εμπλέκονται σε αυτά, υπάρχουν στο άρθρο πέμπτο του Ν. 2656/2008 (Α΄ 265) [όπως
τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 3090/2002 (Α΄ 329)], με τον οποίο κυρώθηκε η Σύμβαση του
Ο.Ο.Σ.Α. για την καταπολέμηση της διαφθοράς αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών στις διεθνείς
επιχειρηματικές συναλλαγές, στο άρθρο όγδοο του Ν. 2803/2000 (Α΄ 48), με τον οποίο κυρώθηκε η
Σύμβαση για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των
συναφών με αυτήν Πρωτοκόλλων, και στα άρθρα δέκατο του Ν. 3560/2007 και όγδοο του Ν. 3666/2008
(Α΄ 105) . Αντίστοιχη ειδική ρύθμιση δεν υπάρχει για τα νομικά πρόσωπα που, σύμφωνα με όσα ορίζει η
Σύμβαση, συμμετέχουν σε σοβαρά εγκλήματα στα οποία εμπλέκεται εγκληματική οργάνωση και για το
λόγο αυτό θα πρέπει να διαμορφωθεί σχετική διάταξη που θα επεκτείνει την ισχύ του άρθρου 41 Ν.
3251/2004 (Α΄ 127) – το οποίο αφορά την ευθύνη νομικών προσώπων για την εμπλοκή τους σε
τρομοκρατικές πράξεις – και στα εγκλήματα τα οποία τελούνται από εγκληματικές οργανώσεις.
Σχετικά με το άρθρο 11 της Σύμβασης που αφορά στην επιβολή κυρώσεων για τα αδικήματα στα οποία
αναφέρεται η Σύμβαση, η ελληνική έννομη τάξη αντιμετωπίζει επαρκώς τα αδικήματα αυτά. Σε ό,τι
αφορά την παρουσία του κατηγορουμένου που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 3 της Σύμβασης,
κατά κανόνα στην ελληνική έννομη τάξη η εκδίκαση των κακουργημάτων (σοβαρά εγκλήματα) στα οποία
αναφέρεται η Σύμβαση γίνεται είτε παρουσία του ίδιου του κατηγορουμένου, είτε δια συνηγόρου τον
οποίο αυτός έχει ορίσει για το σκοπό αυτό (άρθρο 340 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ.). Η εκδίκαση των παραπάνω
πράξεων διεξάγεται ερήμην του κατηγορουμένου μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις αποκλειστικά
προσδιοριζόμενες στον Κ.Π.Δ. και ειδικότερα στα άρθρα 432 και 435 Κ.Π.Δ.. Στις ρυθμίσεις, εξάλλου,
που αφορούν την προσωρινή ή υφ’ όρο απόλυση (άρθρο 11 παρ. 4), συνυπολογίζεται πάντα η βαρύτητα
των εγκλημάτων που έχουν τη μορφή κακουργημάτων, όπως εν προκειμένω, και επομένως παρέλκει η
θέσπιση νέων διατάξεων. Σχετικά με την παράγραφο 5 του άρθρου 11, η οποία αφορά στη θέσπιση
μακράς περιόδου παραγραφής για τα αδικήματα της Σύμβασης, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι κατά το
ισχύον δίκαιο προβλέπεται πράγματι μακρύς χρόνος παραγραφής για όλα τα κακουργήματα, ενώ όταν ο
φερόμενος ως δράστης φυγοδικεί, υπάρχει πρόβλεψη για αναστολή του χρόνου παραγραφής, σύμφωνα και
με όσα ορίζονται στο άρθρο 432 παράγραφος 2 Κ.Π.Δ.. Παράλληλα, σύμφωνα με το άρθρο 113 Π.Κ.
προβλέπεται αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρόνο με διάταξη νόμου δε μπορεί να αρχίσει
ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη, αλλά και για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διαρκεί η κύρια
διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Παρέλκει, λοιπόν, οποιαδήποτε νέα
ρύθμιση και για τα θέματα αυτά.
Σχετικά με τα μέτρα για την κατάσχεση και τη δήμευση που προβλέπονται στο άρθρο 12 της Σύμβασης, η
δήμευση και η κατάσχεση προϊόντων εγκλήματος, περιουσίας, εξοπλισμού ή άλλων μέσων που
χρησιμοποιούνται ή προορίζονται να χρησιμοποιηθούν και για τα εγκλήματα που αφορά η σύμβαση,
προβλέπεται στο άρθρο 76 του Ποινικού Κώδικα. Στο άρθρο 76 Π.Κ. στα προϊόντα εγκλήματος ανήκουν
και το τίμημά τους και όσα αντικείμενα αποκτήθηκαν με αυτά. Στα άρθρα 260 έως 269 του Κώδικα
Ποινικής Δικονομίας ρυθμίζονται θέματα κατάσχεσης.
Σχετικά με τη διεθνή συνεργασία για τη δήμευση που προβλέπεται στο άρθρο 13 της Σύμβασης και τη
συνεργασία για τη διάθεση προϊόντων εγκλήματος που προβλέπεται στο άρθρο 14, η ίδια η σύμβαση αφού
κυρωθεί, σε συνδυασμό με τις νομοθετικές διατάξεις για τη δικαστική συνδρομή (άρθρα 436 επ. Κ.Π.Δ.)
και τις σχετικές διμερείς ή πολυμερείς συμβάσεις, αποτελούν τη νομική βάση για τη συνεργασία αυτή.
Σχετικά με το άρθρο 14 παράγραφος 1 πέραν των όσων αναφέρονται παραπάνω για τη δήμευση, η
αποδοχή και διάθεση των προϊόντων εγκλήματος ρυθμίζεται στο άρθρο 394 Π.Κ.. Έτσι με την κύρωση της
Σύμβασης και την υπάρχουσα εσωτερική νομοθεσία που τυποποιεί τα συγκεκριμένα εγκλήματα υφίσταται
ένα ολοκληρωμένο νομοθετικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση των εγκλημάτων αυτών και τη διεθνή
συνεργασία.
Σχετικά με τη θεμελίωση δικαιοδοσίας για τα αδικήματα των άρθρων 5, 6, 8 και 23 της Σύμβασης έχουν
εφαρμογή οι γενικές διατάξεις των άρθρων 5 - 8 Π.Κ.. Ήδη άλλωστε, σε ότι αφορά τα εγκλήματα που
σχετίζονται με εγκληματική οργάνωση η δικαιοδοσία αυτή έχει διευρυνθεί με το άρθρο 187 παρ. 5 Π.Κ.,
ενώ σε ότι αφορά πράξεις διαφθοράς, με τα άρθρα έκτο του Ν. 2802/2000, ένατο του Ν. 3560/2007 και
δέκατο του Ν. 3666/2008. Με τις διατάξεις αυτές καλύπτονται πλήρως οι απαιτήσεις της Σύμβασης.
184
Το άρθρο 18 της Σύμβασης αφορά στην αμοιβαία δικαστική συνδρομή και με την κύρωσή του μπορεί να
λειτουργήσει συμπληρωματικά και για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η Σύμβαση, με τα σχετικά άρθρα
του Κ.Π.Δ. (457 επ.) και κυρίως τις διμερείς και πολυμερείς συμβάσεις δικαστικής συνδρομής που έχει
υπογράψει η Ελλάδα, όπως η Σύμβαση αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων [Ν.Δ.
4218/1961 (Α΄ 171)] και οι σχετικές συμβάσεις της Ε.Ε. για την έκδοση και τη δικαστική συνδρομή (Ν.
2718/1999, 2787/2000, 2655/1999, 2772/1999).
Στην παράγραφο 6 του άρθρου 18 προβλέπεται ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού της Σύμβασης δεν
επηρεάζουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από οποιαδήποτε άλλη συνθήκη, διμερή ή πολυμερή, η οποία
διέπει ή θα διέπει εν όλω ή εν μέρει την αμοιβαία δικαστική συνδρομή. Τα κράτη μπορούν, εάν
δεσμεύονται από συνθήκες αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής, να συμφωνήσουν στην εφαρμογή του
άρθρου 18 παράγραφος 9 έως 29 της Σύμβασης (παράγραφος 7).
Το άρθρο 19 αφορά στις κοινές έρευνες παροτρύνοντας τα κράτη μέρη να ενισχύσουν τη συνεργασία τους
σε αυτό τον τομέα διασφαλίζοντας τον απόλυτο σεβασμό της κυριαρχίας του κράτους μέρους στο έδαφος
του οποίου διεξάγεται η έρευνα. Οι επιχειρησιακές ενέργειες κοινών ομάδων με τη συμμετοχή
αντιπροσώπων της Europol προς υποστήριξη αυτών, προβλέπεται και στο άρθρο 88 παρ. 2β της Συνθήκης
της Λισαβόνας (Korontzis, T. 2012 ΄΄α΄΄).
Το άρθρο 20 της Σύμβασης αναφέρεται στις ειδικές ανακριτικές τεχνικές. Ειδικές ανακριτικές τεχνικές,
μεταξύ αυτών και οι ελεγχόμενες παραδόσεις, προβλέπονται στο άρθρο 253Α του Κώδικα Ποινικής
Δικονομίας το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 6 του ν. 2928/2001.
Σχετικά με την προστασία μαρτύρων που αναφέρεται στο άρθρο 24 της Σύμβασης, υπάρχει σχετική
πρόβλεψη στο άρθρο 9 Ν. 2928/2001, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 10 του αυτού νόμου μέτρα προστασίας
λαμβάνονται για τον εισαγγελέα, τον ανακριτή και τους δικαστές της υπόθεσης, καθώς και για τους
κρατουμένους που προβαίνουν σε σημαντικές αποκαλύψεις ως προς τη δράση της εγκληματικής
οργάνωσης, ως αναφέρονται στο νόμο. Σχετικές είναι και οι διατάξεις του ν. 2713/1999 (άρθρο 5 παρ.5).
Επίσης, εφόσον υπογραφούν σχετικές διμερείς ή πολυμερείς συμβάσεις, η ελληνική πολιτεία μπορεί να
αποστέλλει μάρτυρες για διαβίωση σε τρίτες χώρες. Αντίστοιχα, η ελληνική πολιτεία μπορεί να δέχεται
από τρίτες χώρες, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας και με σκοπό την προστασία τους, μάρτυρες οι οποίοι
θα κατοικούν και θα εργάζονται στο έδαφός της, με δαπάνες της χώρας αποστολής τους.
Έτσι, λοιπόν, στο άρθρο 9 παράγραφος 2 του Ν. 2928/2001 θα πρέπει να προστεθεί και η περίπτωση
αποστολής μαρτύρων σε χώρες του εξωτερικού Οι ρυθμίσεις του άρθρου 9 Ν. 2928/2001 έχουν ήδη
επεκταθεί στις πράξεις διαφθοράς (άρθρα δωδέκατο του Ν. 3560/2007 και έβδομο του Ν. 3666/2008), ενώ
και για τους υπαλλήλους που αποκαλύπτουν πράξεις νομιμοποίησης παράνομων εσόδων, υπάρχει σχετική
ρύθμιση στο άρθρο 30 Ν. 3691/2008.
Σχετικά με το άρθρο 26 της Σύμβασης για τη λήψη μέτρων βελτίωσης της συνεργασίας των διωκτικών
αρχών, στο άρθρο 187Β του Ποινικού Κώδικα ως ισχύει, προβλέπονται μέτρα επιείκειας για όσους
συνεργάζονται με τις αρχές για την πρόληψη διάπραξης εγκλημάτων ή συμβάλλουν ουσιωδώς στην
εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης. Αντίστοιχα μέτρα έχουν προσφάτως υιοθετηθεί και για τις
περιπτώσεις εγκλημάτων διαφθοράς (βλ. σχέδιο νόμου «Τροποποίηση του Ν. 3213/2003, διατάξεων του
Ποινικού Κώδικα που αφορούν εγκλήματα σχετικά με την Υπηρεσία και άλλες διατάξεις»). Νέες
ρυθμίσεις δε φαίνονται επομένως αναγκαίες.
Στο άρθρο 31, η Σύμβαση ενθαρρύνει τα κράτη μέρη να λάβουν πρωτοβουλίες για την πρόληψη του
διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος, δίνοντας τις βασικές κατευθύνσεις. Η Ελλάδα έχει να δείξει
σημαντικές σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες, ιδιαίτερα για τις περιπτώσεις της πρόληψης της
διαφθοράς – έχοντας υιοθετήσει τόσο τη Σύμβαση Ποινικού Δικαίου για τη διαφθορά (Ν. 3560/2007), όσο
και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς (Ν. 3666/2008) – και της νομιμοποίησης
εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (άρθρα 6-40 Ν. 3691/2008), ενώ συμμετέχει και στις σχετικές
πρωτοβουλίες των οργάνων της Ε.Ε..
Τα άρθρα 32-41 αναφέρονται σε θέματα εφαρμογής της Σύμβασης. Σχετικά με το άρθρο 35 (επίλυση
διαφορών), θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι η διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 2 δεν αποτελεί
γνωστή διαδικασία στην ελληνική έννομη τάξη και για το λόγο αυτό η Ελληνική Πολιτεία κάνει χρήση
της παραγράφου 3 του άρθρου 35 και δηλώνει ότι δεν δεσμεύεται από την παράγραφο 2 του άρθρου
αυτού].
185
Από την παραπάνω εξέταση των άρθρων της Σύμβασης προκύπτει ότι το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο για
την αντιμετώπιση της οργανωμένης εγκληματικής δράσης και συναφών αυτής δράσεων (νομιμοποίηση
εσόδων, διαφθορά, συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, παρακώλυση δικαιοσύνης, συνεργασία), όπως
τροποποιήθηκε κατ’ επανάληψη τα τελευταία χρόνια προκειμένου να ενσωματωθούν Διεθνείς Συμβάσεις,
Οδηγίες ή Αποφάσεις Πλαίσια, είναι κατά βάση επαρκές και οι τροποποιήσεις που απαιτούνται είναι
περιορισμένες.
Με την κύρωση, εξάλλου, της Σύμβασης βάσει του άρθρου 28 του Σ. με επιφυλάξεις και τις σχετικές
τροποποιήσεις της ελληνικής νομοθεσίας επιτυγχάνεται η αποτελεσματική αντιμετώπιση του Διεθνικού
Οργανωμένου Εγκλήματος με τις υψηλές απαιτήσεις που θέτει η Σύμβαση, χωρίς να υπάρχουν
θεμελιώδεις αλλαγές και συγκρούσεις με ένα λειτουργικό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, όπως το
ελληνικό» (Ελληνικό Κοινοβούλιο, 2010).
2. GRECO. Ομάδα Κρατών κατά της διαφθοράς.
Όπως ζητήθηκε στο πρόγραμμα της Στοκχόλμης (ΕΕ C 115 της 4.5.2010, σ. 1.), η Επιτροπή υπέβαλε στο
Συμβούλιο έκθεση [(COM (2011) 307 τελικό] σχετικά με τις πρακτικές λεπτομέρειες για την ένταξη της
Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ομάδα κρατών του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της διαφθοράς (GRECO).
Η GRECO είναι σήμερα ο πληρέστερος μηχανισμός παρακολούθησης για την καταπολέμηση της
διαφθοράς σε ευρωπαϊκή κλίμακα, στον οποίο συμμετέχουν όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε.. Η GRECO έχει
διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην καθιέρωση ορισμένων ελάχιστων ευρωπαϊκών προτύπων για τη
δημιουργία ενός νομικού και θεσμικού πλαισίου με σκοπό την καταπολέμηση της διαφθοράς.
Εντούτοις, η διαφθορά εξακολουθεί να δημιουργεί σοβαρά προβλήματα σε ορισμένα κράτη μέλη και δεν
έχουν επιτευχθεί ικανοποιητικά αποτελέσματα σε ολόκληρη την Ε.Ε.. Τούτο ενισχύει την πεποίθηση της
Επιτροπής ότι οι πολιτικές δεσμεύσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς εξακολουθούν να
παρουσιάζουν διαφορές εντός της Ε.Ε..
Η ανακοίνωση σχετικά με την πολιτική της Ε.Ε. για την καταπολέμηση της διαφθοράς [COM (2011) 308]
συνιστά τη συμμετοχή της Ε.Ε. στην GRECO, καθώς και τη δημιουργία ενός μηχανισμού υποβολής
εκθέσεων για την καταπολέμηση της διαφθοράς στην Ε.Ε.. Τούτο θα παράσχει τη δυνατότητα να τονωθεί
η πολιτική βούληση στα κράτη μέλη και να καταστεί αποτελεσματικότερο το υφιστάμενο νομικό και
θεσμικό πλαίσιο.
Η GRECO δημιουργήθηκε το 1999 από το Συμβούλιο της Ευρώπης με σκοπό τη «βελτίωση της
ικανότητας των μελών της να καταπολεμήσουν τη διαφθορά, μεριμνώντας για την υλοποίηση των
δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει στον τομέα αυτό, μέσω μιας δυναμικής διαδικασίας αμοιβαίας
αξιολόγησης και άσκησης πίεσης από ομότιμους» [Ψήφισμα (9) 5 της Επιτροπής]. Σήμερα αριθμεί 49
μέλη (48 ευρωπαϊκά κράτη και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής).
Οι εργασίες της διέπονται από το καταστατικό της [Προσάρτημα στο ψήφισμα (99)5 της Επιτροπής] και
τον εσωτερικό κανονισμό της [ο οποίος εγκρίθηκε από την GRECO στις 4-6/10/1999]. Κάθε μέλος της
ορίζει δύο αντιπροσώπους κατ’ ανώτατο όριο, οι οποίοι συμμετέχουν στις συνόδους ολομέλειας και έχουν
δικαίωμα ψήφου. Τα μέλη παρέχουν επίσης στη GRECO κατάλογο των διαθέσιμων εμπειρογνωμόνων για
τις αξιολογήσεις.
Οι αξιολογήσεις των μελών της GRECO χωρίζονται σε φάσεις και πραγματοποιούνται βάσει των
προτύπων που έχουν καθοριστεί στις 20 «κατευθυντήριες αρχές» για την καταπολέμηση της δωροδοκίας
[Ψήφισμα (97) 24 της Επιτροπής υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης], στη σύμβαση αστικού δικαίου
περί δωροδοκίας (εγκρίθηκε την 4/11/1999 και τέθηκε σε εφαρμογή τη 1/7/2002) και στη σύμβαση
ποινικού δικαίου περί δωροδοκίας (Note 19) και το πρόσθετο πρωτόκολλό της (εγκρίθηκε την 15/5/2003
και τέθηκε σε ισχύ την 1/2/2005).
Ο πρώτος γύρος διαπραγματεύσεων της GRECO πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο 2000-2002 και
κάλυπτε την ανεξαρτησία, την εξειδίκευση και τα μέσα των εθνικών φορέων που συμμετείχαν στην
πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς, καθώς και τις ασυλίες των δημόσιων υπαλλήλων.
Ο δεύτερος γύρος αξιολόγησης, που πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο 2003-2006, επικεντρώθηκε
στην κατάσχεση και τη δήμευση των προϊόντων διαφθοράς, στην πρόληψη και τον εντοπισμό
περιπτώσεων διαφθοράς στη δημόσια διοίκηση, καθώς και στην πρόληψη και την καταπολέμηση της
διαφθοράς στον ιδιωτικό τομέα.
186
Ο τρίτος γύρος αξιολόγησης, που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2007, βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Καλύπτει
την ποινικοποίηση των αδικημάτων, σύμφωνα με τη σύμβαση ποινικού δικαίου περί δωροδοκίας και τη
χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων.
Οι εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσονται κατόπιν συζήτησης με το αξιολογούμενο κράτος και στη συνέχεια
συζητούνται και εγκρίνονται σε συνεδρίαση ολομέλειας. Είναι κατά κανόνα εμπιστευτικές, αλλά ενδέχεται
να δημοσιευτούν με σύμφωνη γνώμη του αξιολογούμενου κράτους. Κάθε έκθεση περιλαμβάνει συστάσεις
με τις οποίες η εν λόγω χώρα θα πρέπει να συμμορφώνεται εντός ορισμένης χρονικής περιόδου (π.χ. 18
μηνών). Για τον έλεγχο της συνέχειας που δίδεται στις συστάσεις εφαρμόζεται μια διαδικασία
συμμόρφωσης, η οποία περατώνεται με τη δημοσίευση εκθέσεων συμμόρφωσης και των ενδεχομένων
προσαρτημάτων.
2.1Τρίτος Γύρος Αξιολόγησης. Έκθεση Συμμόρφωσης για την Ελλάδα «Ποινικοποιήσεις (ETS
173 και 191, GPC 2)»
1.-Η Έκθεση Συμμόρφωσης (GRECO, Ομάδα Κρατών κατά της Διαφθοράς, ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ
ΕΥΡΩΠΗΣ, Στρασβούργο, 22 Ιουνίου 2012) αξιολογεί τα μέτρα που έχουν ληφθεί από τις Ελληνικές
αρχές για την υλοποίηση των 27 συστάσεων που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της Έκθεσης του Τρίτου Γύρου
Αξιολόγησης για την Ελλάδα (βλέπε κατωτέρω παράγραφο 2), η οποία κάλυψε δύο χωριστούς θεματικούς
τομείς, και συγκεκριμένα:
τη Θεματική Ενότητα Ι - Ποινικοποιήσεις: Άρθρα 1α και 1 β, 2-12, 15-17, 19 παρ. 1 της Συνθήκης
Ποινικού Δικαίου για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς (ETS 173), Άρθρα 1-6 του Πρόσθετου
Πρωτοκόλλου της (ETS 191) και Κατευθυντήρια Αρχή 2 (ποινικοποίηση της διαφθοράς) και
τη Θεματική Ενότητα ΙΙ - Διαφάνεια της χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων: Άρθρα 8, 11,
12, 13β, 14 και 16 της Σύστασης Rec (2003) 4, σε σχέση με τους Κοινούς Κανόνες για την
Καταπολέμηση της Διαφθοράς ως προς τη Χρηματοδότηση των Πολιτικών Κομμάτων και των
Εκλογικών Εκστρατειών, και - γενικότερα - Κατευθυντήρια Αρχή 15 (χρηματοδότηση των
πολιτικών κομμάτων και των προεκλογικών εκστρατειών).
2.-Η Έκθεση του Τρίτου Γύρου Αξιολόγησης εγκρίθηκε κατά την 47η Σύνοδο της Ολομέλειας της
GRECO (7-11 Ιουνίου 2010) και δημοσιοποιήθηκε στις 7 Ιουλίου 2010, κατόπιν εξουσιοδότησης από την
Ελλάδα [Greco Eval ΙΙΙ Rep (2009) 9E, Θεματική Ενότητα I (ποινικοποιήσεις) και Θεματική Ενότητα II
(Διαφάνεια της χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων)].
3.- Η Έκθεση Συμμόρφωσης αξιολογεί την υλοποίηση κάθε επιμέρους σύστασης που περιέχεται στην
Έκθεση Αξιολόγησης και καθιερώνει μια συνολική αξιολόγηση του βαθμού συμμόρφωσης των μελών με
τις συστάσεις αυτές. Η υλοποίηση οποιασδήποτε εκκρεμούσας σύστασης (μερικώς υλοποιηθείσας ή μη
υλοποιηθείσας) θα αξιολογηθεί με βάση μια περαιτέρω Έκθεση Προόδου, η οποία πρέπει να υποβληθεί
από τις αρχές 18 μήνες μετά την έγκριση της προαναφερόμενης Έκθεσης Συμμόρφωσης.
ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ
Σύσταση i.
Η GRECO πρότεινε την ενοποίηση όλων των σχετικών διατάξεων για τη δωροδοκία και την προσφορά
για άσκηση επιρροής, κατά προτίμηση εντός του Ποινικού Κώδικα (η σύσταση i έχει υλοποιηθεί εν μέρει).
Σύσταση ii.
Η GRECO πρότεινε να διασφαλιστεί ότι τα αδικήματα της ενεργητικής και παθητικής δωροδοκίας στο
δημόσιο τομέα θα καλύπτουν όλες τις πράξεις / παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων ενός
δημοσίου υπαλλήλου, είτε αυτές εμπίπτουν στο πεδίο των αρμοδιοτήτων του δημοσίου υπαλλήλου είτε όχι
(η σύσταση ii δεν έχει υλοποιηθεί).
Σύσταση iii.
Η GRECO πρότεινε να ληφθούν κατάλληλα μέτρα, όπως εγκύκλιοι ή εκπαίδευση, προκειμένου να
καταστεί σαφές ή να υπενθυμιστεί στους ενδιαφερόμενους ότι οι αδικήματα της ενεργητικής και
παθητικής δωροδοκίας είναι αυτόνομα και δεν απαιτούν, απαραίτητα, μια συμφωνία μεταξύ των μερών ( η
σύσταση iii δεν έχει υλοποιηθεί).
187
Σύσταση iv.
Η GRECO πρότεινε να ποινικοποιηθεί ευρύτερα η δωροδοκία ημεδαπών, αλλοδαπών και διεθνών
δικαστών, διαιτητών και ενόρκων, σύμφωνα με τα Άρθρα 2, 3, 5, 11 της Συνθήκης Ποινικού Δικαίου
(ETS 173), καθώς και τα Άρθρα 2 έως 6 του Πρόσθετου Πρωτόκολλου της (ETS 191), ιδίως όσον αφορά
στους μεσάζοντες, τους τρίτους δικαιούχους και το αντικείμενο των ενεργειών / παραλείψεων του λήπτη
του δώρου (η σύσταση iv έχει υλοποιηθεί εν μέρει).
Σύσταση v.
Η GRECO πρότεινε να ποινικοποιηθεί ευρύτερα η δωροδοκία ημεδαπών, αλλοδαπών και διεθνών μελών
δημοσίων συνελεύσεων, σύμφωνα με τα Άρθρα 4, 6 και 10 της Συνθήκης Ποινικού Δικαίου (ETS 173),
ιδίως όσον αφορά στην «παροχή» και τη «λήψη» αθέμιτων ωφελημάτων, στους μεσάζοντες, τους τρίτους
δικαιούχους και το εύρος των πράξεων / παραλείψεων του δωρολήπτη (η σύσταση v έχει υλοποιηθεί εν
μέρει).
Σύσταση vi.
Η GRECO πρότεινε να διενεργηθεί ορθή αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των διατάξεων που
αφορούν στη δωροδοκία και την προσφορά για άσκηση επιρροής (η σύσταση vi δεν έχει υλοποιηθεί).
Σύσταση vii.
Η GRECO πρότεινε να διασφαλιστεί ότι η δωροδοκία αλλοδαπών δημοσίων υπαλλήλων, δικαστών, μελών
δημοσίων συνελεύσεων, διαιτητών και ενόρκων θα ποινικοποιηθεί, όσον αφορά στους δωρολήπτες από
οποιοδήποτε τρίτο Κράτος, σύμφωνα με τα Άρθρα 5 και 6 της Συνθήκης Ποινικού Δικαίου (ETS 173) και
τα Άρθρα 4 και 6 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της (ETS 191) ( η σύσταση vii έχει υλοποιηθεί εν μέρει).
Σύσταση viii.
Η GRECO πρότεινε να ποινικοποιηθεί η προσφορά για άσκηση επιρροής με ενοποιημένο τρόπο,
διασφαλίζοντας ότι πληρούνται όλες οι απαιτήσεις του Άρθρου 12 της Συνθήκης Ποινικού Δικαίου για
την Καταπολέμηση της Διαφθοράς (ETS 173), ιδίως όσον αφορά στα στοιχεία της ανάρμοστης επιρροής,
της ενεργητικής πλευράς της προσφοράς για άσκηση επιρροής, της ζήτησης αθέμιτων ωφελημάτων,
άυλων ωφελημάτων, τους διαμεσολαβητές και τους τρίτους δικαιούχους (η σύσταση viii έχει υλοποιηθεί
εν μέρει).
Σύσταση ix.
Η GRECO πρότεινε (i) να παραμείνει υπό εξέταση η εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με τον ειδικό
υπερασπιστικό ισχυρισμό της ειλικρινούς μεταμέλειας, προκειμένου να διαπιστωθεί η ενδεχόμενη χρήση
και κατάχρηση αυτού του ισχυρισμού, κατά την έρευνα και τη δίωξη της διαφθοράς και, ενδεχομένως, να
ληφθούν κατάλληλα μέτρα, (ii) να καταργηθούν οι διατάξεις σχετικά με την αυτόματη επιστροφή των
δώρων στο δωροδοκούντα (η σύσταση ix έχει υλοποιηθεί ικανοποιητικά).
Σύσταση x.
Η GRECO πρότεινε να καταργηθεί η ειδική παραγραφή για τη δίωξη των μελών της κυβέρνησης και των
πρώην μελών της κυβέρνησης (η σύσταση x δεν έχει υλοποιηθεί).
Σύσταση xi.
Η GRECO πρότεινε να τροποποιηθεί η ισχύουσα νομοθεσία ώστε να αποκλείει ρητά την εφαρμογή του
Άρθρου 30 (2) του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σχετικά με την αναβολή ή την αναστολή της δίωξης
«πολιτικών πράξεων» και «αδικημάτων μέσω των οποίων μπορούν να διαταραχθούν οι διεθνείς σχέσεις
του Κράτους», για όλα τα αδικήματα δωροδοκίας ημεδαπών και αλλοδαπών (η σύσταση xi δεν έχει
υλοποιηθεί).
Συστάσεις i-xvi.
188
Η GRECO πρότεινε να επεκταθεί η περίοδος οικονομικών αναφορών η οποία ισχύει για τις προεκλογικές
εκστρατείες, έτσι ώστε η οικονομική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής να
καταγράφεται με ακρίβεια και πληρότητα (σύσταση i),
(i) να καταργηθεί η δυνατότητα χρήσης ανώνυμων κουπονιών για δωρεές σε πολιτικά κόμματα,
συνασπισμούς και υποψηφίους και
(ii) να θεσπιστεί απαίτηση όλες οι δωρεές, οι οποίες υπερβαίνουν ένα ορισμένο όριο, προς πολιτικά
κόμματα και συνασπισμούς και, ενδεχομένως, υποψηφίους στις εκλογές, να πραγματοποιούνται μέσω
τραπεζικού εμβάσματος (σύσταση ii),
-να ληφθούν κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα δάνεια που χορηγούνται σε πολιτικά
κόμματα, συνασπισμούς και υποψηφίους δεν θα χρησιμοποιούνται για την παράκαμψη των κανονισμών
πολιτικής χρηματοδότησης, ιδίως διαπιστώνοντας αν τα δάνεια εξοφλούνται σύμφωνα με τους όρους με
τους οποίους χορηγήθηκαν (σύσταση iii),
-να διασφαλιστεί ότι όλα τα αγαθά και οι υπηρεσίες που παρέχονται σε είδος προς πολιτικά κόμματα,
συνασπισμούς, μέλη του ελληνικού και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και προς υποψηφίους σε εκλογές
(πλην της εθελοντικής εργασίας από μη-επαγγελματίες) θα προσδιορίζονται σωστά και θα καταγράφονται
πλήρως, στην αγοραία αξία τους, τόσο ως όσον αφορά στις λειτουργικές δραστηριότητες των κομμάτων
και συνασπισμών, όσο και όσον αφορά στις προεκλογικές εκστρατείες (σύσταση iv),
-να απεικονίζεται σωστά στους κομματικούς λογαριασμούς η αξία των υπηρεσιών που παρέχονται από
δημόσιους υπαλλήλους οι οποίοι αποσπώνται για την παροχή συνδρομής προς μέλη του ελληνικού ή του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να βεβαιώνεται ότι οι πληροφορίες αυτές είναι άμεσα διαθέσιμες στο
κοινό (σύσταση v),
-να αυξηθεί η διαφάνεια των λογαριασμών και των δραστηριοτήτων των οντοτήτων που σχετίζονται,
άμεσα ή έμμεσα, με πολιτικά κόμματα, ή είναι, με άλλο τρόπο, υπό τον έλεγχό τους (σύσταση vi),
-να θεσπιστούν απαιτήσεις για την έγκαιρη δημοσίευση των ιδιωτικών δωρεών προς πολιτικά κόμματα,
συνασπισμούς και υποψηφίους, πάνω από ένα ορισμένο όριο (σύσταση vii),
-να αυξηθεί σημαντικά η διαφάνεια της χρηματοδότησης των προεκλογικών εκστρατειών, ιδίως (i)
καθιστώντας εμφανή την οικονομική υποστήριξη από πολιτικά κόμματα και συνασπισμούς προς
υποψηφίους σε δημοτικές και περιφερειακές εκλογές και (ii) θεσπίζοντας απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων
και δημοσίευσης για όλους τους υποψηφίους των εκλογών ή τους καταλόγους των υποψηφίων, σε όλα τα
επίπεδα (σύσταση viii),
-να διευκολυνθεί η εύκολη πρόσβαση του κοινού σε δημοσιευμένες πληροφορίες σχετικά με τη
χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων και των προεκλογικών εκστρατειών (σύσταση ix),
-να διασφαλιστεί ο ανεξάρτητος έλεγχος όσον αφορά στα πολιτικά κόμματα που υποχρεούνται να τηρούν
βιβλία και λογαριασμούς (σύσταση x),
-να ενισχυθεί σημαντικά η ανεξαρτησία της Επιτροπής Ελέγχου έναντι των πολιτικών κομμάτων και
συνασπισμών (σύσταση xi),
-να διασφαλιστεί μια ουσιαστικότερη και συνεχής παρακολούθηση των οικονομικών εγγράφων των
πολιτικών κομμάτων, συνασπισμών και υποψηφίων (σύσταση xii),
-(i) να διασφαλιστεί η δημοσίευση και η εύκολη πρόσβαση του κοινού στις εκθέσεις της Επιτροπής
Ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων και των προσαρτημάτων που περιέχουν τις εκθέσεις των ορκωτών
ελεγκτών, και (ii) να θεσπιστεί η δυνατότητα, για τα μέλη της Επιτροπής Ελέγχου, να εκφράζουν και να
δημοσιεύουν διιστάμενες ή μειοψηφικές απόψεις σχετικά με την έκθεση της Επιτροπής (σύσταση xiii),
-να διασφαλιστεί ότι οι φάκελοι θα μπορούν να ανοίγουν εκ νέου, όταν έρχονται στο φως νέες
πληροφορίες και να τροποποιηθούν οι κανόνες σχετικά με την τήρηση των οικονομικών εγγράφων από
κόμματα, συνασπισμούς, υποψήφιους, καθώς και από την ίδια την Επιτροπή Ελέγχου, κατά περίπτωση
(σύσταση xiv),
-να διασφαλιστεί ότι η πολιτική χρηματοδότηση σε υπο-εθνικό επίπεδο θα αποτελεί αντικείμενο ελέγχου
από ανεξάρτητο και αποτελεσματικό μηχανισμό ελέγχου, κατά προτίμηση υπό την επίβλεψη της
Επιτροπής Ελέγχου (σύσταση xv),
-(i) να θεσπιστεί απαίτηση, έναντι της Επιτροπής Ελέγχου και των ελεγκτών, να αναφέρουν εικαζόμενες
παραβιάσεις των κανόνων σχετικά με την πολιτική χρηματοδότηση προς τις αρχές επιβολής του νόμου και
(ii) να διασφαλιστεί ότι ο μηχανισμός, με τον οποίο επιβάλλονται κυρώσεις για παραβιάσεις των κανόνων
189
πολιτικής χρηματοδότησης, λειτουργεί αποτελεσματικά στην πράξη (σύσταση xvi) (οι συστάσεις i-xvi δεν
έχουν υλοποιηθεί).
Η GRECO κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα έχει εφαρμόσει ικανοποιητικά ή αντιμετωπίσει με
ικανοποιητικό τρόπο μόνο μία από τις είκοσι επτά συστάσεις που περιέχονται στην Έκθεση του Τρίτου
Γύρου Αξιολόγησης. Όσον αφορά στη Θεματική Ενότητα Ι - Ποινικοποιήσεις, η σύσταση ix έχει
υλοποιηθεί ικανοποιητικά, οι συστάσεις i, iv, v, vii και viii έχουν υλοποιηθεί εν μέρει και οι συστάσεις ii,
iii, vi, x και xi δεν έχουν υλοποιηθεί. Όσον αφορά στο Θεματική Ενότητα II - Διαφάνεια της
Χρηματοδότησης των Πολιτικών Κομμάτων, καμία από τις συστάσεις (i-xvi) δεν έχει υλοποιηθεί.
Ακόμη και αν αυτή η σχεδόν παντελής έλλειψη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων μπορεί να είναι
κατανοητή, δεδομένης της δύσκολης κατάστασης στην Ελλάδα και του γεγονότος ότι η προηγούμενη
κυβέρνηση είχε περιορισμένη μόνο εντολή, είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι δεν έχει καταγραφεί καμία
πρόοδος, ούτε όσον αφορά στις λίγες προτάσεις που δεν απαιτούν, κατ' ανάγκη, αλλαγή του νόμου. Η
GRECO προτρέπει τις αρχές να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή
σε κάθε μία από τις συστάσεις και στην τρέχουσα έκθεση, προκειμένου να βελτιωθεί, στο μέτρο του
δυνατού στην παρούσα κατάσταση, το επίπεδο συμμόρφωσής τους.
Σημειώνεται ότι παρόλο το νομοθετικό πλαίσιο που έχει καταρτιστεί από την Ελλάδα σύμφωνα με όσα
έχουν αναφερθεί παραπάνω είναι όπως φαίνεται επαρκές, σε καμιά άλλη χώρα της Ευρώπης το φαινόμενο
της διαφθοράς δεν είναι τόσο διαδεδομένο όσο στην Ελλάδα. Αυτό κατέδειξε έρευνα για το 2012 της
οργάνωσης Διεθνής Διαφάνεια (Transparency International) που δημοσιοποιήθηκε στο Βερολίνο τον
Δεκέμβριο του 2012.
Πρόκειται για τον δείκτη αντίληψης της διαφθοράς που βασίζεται σε άτομα που διαμορφώνουν την κοινή
γνώμη. Με καλύτερη βαθμολογία το 100 η Ελλάδα παίρνει μόλις 36 βαθμούς, καταλαμβάνει την πρωτιά
στη διαφθορά στη γηραιά ήπειρο, την 94η θέση παγκοσμίως (80η το 2011) ανάμεσα σε 174 χώρες,
μοιράζεται δηλαδή την ίδια θέση με χώρες όπως η Κολομβία ή το Τζιμπουτί (Καλλίρη Φ., 2012), (Διεθνής
Διαφάνεια Ελλάς, 2012). Συνακόλουθα προκύπτει το συμπέρασμα ότι το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο για
την αντιμετώπιση της διαφθοράς δεν εφαρμόζεται, ή εφαρμόζεται αναποτελεσματικά ή επιλεκτικά.
3.Οι σημαντικότεροι διεθνείς και ευρωπαϊκοί οργανισμοί για την αντιμετώπιση του Διεθνούς
Οργανωμένου Εγκλήματος
3.1Interpol
Το Καταστατικό του Οργανισμού εγκρίθηκε κατά την 25η σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης (Ιούνιος 1956,
Βιέννη) και τέθηκε σε ισχύ στις 13 Ιουνίου 1956 [Ν. 3640/1956 (Α΄− 303)]. Το Καταστατικό περιγράφει
τους στόχους της Ιντερπόλ, ήτοι τον τρόπο αποτελεσματικής διεθνούς αστυνομικής συνεργασίας.
Οι στόχοι του Οργανισμού που περιγράφονται στο άρθρο 2 και είναι η εξασφάλιση της ευρύτερης δυνατής
συνεργασίας μεταξύ όλων των αστυνομικών αρχών και δεύτερον η ανάπτυξη θεσμών για την
αντιμετώπιση της εγκληματικότητας.
Το άρθρο 2 ορίζει περαιτέρω ότι η διεθνής αστυνομική συνεργασία πρόκειται να διεξαχθεί στο πλαίσιο
της «πνεύμα της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», θέτοντας έτσι τα θεμέλια
για την υποχρέωση του Οργανισμού να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες των ατόμων
κατά τη διάρκεια των ενεργειών του.
Το εν λόγω άρθρο συμπληρώνεται από το άρθρο 3 του Συντάγματος, το οποίο μερικές φορές αναφέρεται
ως "η ρήτρα ουδετερότητας". Το υπόψη άρθρο αναφέρει ότι, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ευρύτερη
δυνατή συνεργασία μεταξύ των αστυνομικών αρχών των κρατών μελών της απαγορεύεται αυστηρά
οποιαδήποτε παρέμβαση ή δραστηριότητα πολιτικού, στρατιωτικού, θρησκευτικού ή φυλετικού
χαρακτήρα.
Κάθε δράση που αναλαμβάνει ο Οργανισμός θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το Καταστατικό του το οποίο
ορίζει τη νομική βάση για τη διεθνή αστυνομική συνεργασία που ανέλαβε η INTERPOL. Το Σύνταγμα
δίνει μια νομική προσωπικότητα στον Οργανισμό, παραχωρώντας του το δικαίωμα να εισέλθουν σε
συνεργασία με άλλους οργανισμούς ή να αποφασίσει για το δικό του προϋπολογισμό, και έτσι καθιστά
δυνατή τη διευκόλυνση της συνεργασίας, χωρίς εξωτερική παρέμβαση(Interpol, 2012).
190
3.2Europol
Η Ευρωπόλ ιδρύθηκε με την ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 6ης Απριλίου 2009 για την ίδρυση
Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ) [(2009/371/ΔΕΥ), L 121/37].
Σκοπός της Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 3 της εν λόγω Απόφασης είναι: «είναι η υποστήριξη και η
ενίσχυση της δράσης των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και της αμοιβαίας συνεργασίας τους για την
πρόληψη και την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, της τρομοκρατίας και άλλων μορφών
σοβαρού εγκλήματος που επηρεάζουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη».
Στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 4 εμπίπτουν:
1. ……….. το οργανωμένο έγκλημα, η τρομοκρατία και άλλες μορφές σοβαρού εγκλήματος όπως
απαριθμούνται στο παράρτημα, οι οποίες επηρεάζουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη κατά τρόπο που
απαιτεί κοινή προσέγγιση από τα κράτη μέλη, λαμβανομένων υπόψη του εύρους, της σημασίας και των
συνεπειών των αξιόποινων πράξεων.
2. Κατόπιν συστάσεως του διοικητικού συμβουλίου, το Συμβούλιο καθορίζει τις προτεραιότητές του για
την Ευρωπόλ, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη στρατηγικές αναλύσεις και αξιολογήσεις απειλών που εκπονεί η
Ευρωπόλ.
3. Στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ εμπίπτουν επίσης οι συναφείς αξιόποινες πράξεις. Ως συναφείς
αξιόποινες πράξεις νοούνται οι εξής:
α) αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό την απόκτηση των μέσων για την τέλεση πράξεων που
εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ·
β) αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό τη διευκόλυνση ή την τέλεση πράξεων που εμπίπτουν
στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ·
γ) αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό την εξασφάλιση της ατιμωρησίας για πράξεις που
εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ.
Στα καθήκοντα της Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 5 της εν λόγω Απόφασης περιλαμβάνονται:
α) η συλλογή, αποθήκευση, επεξεργασία, ανάλυση και ανταλλαγή πληροφοριών και στοιχείων·
β) η άμεση ενημέρωση των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, μέσω της εθνικής μονάδας που
αναφέρεται στο άρθρο 8 για πληροφορίες που τις αφορούν και για τη συνάφεια που ενδεχομένως
διαπιστώνεται μεταξύ αξιόποινων πράξεων·
γ) η διευκόλυνση ερευνών που διεξάγονται στα κράτη μέλη, ιδίως, με τη διαβίβαση όλων των συναφών
πληροφοριών στις εθνικές μονάδες·
δ) η υποβολή αιτήματος στις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών για την έναρξη, διεξαγωγή ή τον
συντονισμό ερευνών, και η πρόταση σύστασης κοινών ομάδων έρευνας σε συγκεκριμένες υποθέσεις·
ε) η παροχή στοιχείων και αναλυτικής υποστήριξης στα κράτη μέλη σε σχέση με μείζονος σημασίας
διεθνή συμβάντα·
στ) η εκπόνηση αξιολόγησης απειλών, στρατηγικών αναλύσεων και γενικών εκθέσεων για την πρόοδο των
εργασιών σχετικά με την εκπλήρωση του στόχου της, περιλαμβανομένης της αξιολόγησης απειλών όσον
αφορά το οργανωμένο έγκλημα
Η Ευρωπόλ επιφορτίζεται με τα εξής πρόσθετα καθήκοντα:
α) την ανάπτυξη ειδικών γνώσεων για τις διαδικασίες έρευνας των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών
και την παροχή συμβουλών σε σχέση με διεξαγόμενες έρευνες·
β) την παροχή στρατηγικής σημασίας στοιχείων, προκειμένου να διευκολύνει και να προάγει την
αποτελεσματική και αποδοτική χρήση των πόρων που είναι διαθέσιμοι σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο
Ένωσης για επιχειρησιακές δραστηριότητες και για την υποστήριξη των δραστηριοτήτων αυτών.
Επιπλέον, στο πλαίσιο του στόχου της βάσει του άρθρου 3, η Ευρωπόλ δύναται, ανάλογα με το δυναμικό
προσωπικού και τις δημοσιονομικές της δυνατότητες, καθώς και εντός των ορίων που θέτει το διοικητικό
συμβούλιο, να επικουρεί τα κράτη μέλη μέσω υποστήριξης, παροχής συμβουλών και διεξαγωγής ερευνών
στους ακόλουθους τομείς:
α) την εκπαίδευση των μελών των αρμόδιων αρχών τους, οσάκις ενδείκνυται σε συνεργασία με την
Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία·
β) την οργάνωση και τον εξοπλισμό των εν λόγω αρχών, μέσω της διευκόλυνσης της παροχής τεχνικής
υποστήριξης μεταξύ των κρατών μελών·
γ) τις μεθόδους πρόληψης της εγκληματικότητας·
191
δ) τις τεχνικές και εγκληματολογικές μεθόδους και τη σχετική ανάλυση, καθώς και διαδικασίες
διεξαγωγής ερευνών.
......................................................................................................................................................................
5. Η Ευρωπόλ ενεργεί επίσης ως Κεντρική Υπηρεσία για την καταπολέμηση της παραχάραξης και
κιβδηλείας του ευρώ σύμφωνα με την απόφαση 2005/511/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2005,
σχετικά με την προστασία του ευρώ από την παραχάραξη και κιβδηλεία μέσω του ορισμού της Ευρωπόλ
ως κεντρικής υπηρεσίας για την καταπολέμηση της παραχάραξης και κιβδηλείας του ευρώ (ΕΕ L 185 της
16.7.2005, σ. 35). Η Ευρωπόλ μπορεί επίσης να ενθαρρύνει τον συντονισμό των μέτρων που εφαρμόζουν
οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών για την καταπολέμηση της παραχάραξης και κιβδηλείας του ευρώ ή
στα πλαίσια κοινών ομάδων έρευνας, ενδεχομένως σε συνεννόηση με φορείς της Ένωσης ή τρίτων χωρών.
Κατόπιν αιτήματος, η Ευρωπόλ μπορεί να στηρίξει οικονομικά έρευνες κατά της παραχάραξης του ευρώ
(Κοροντζής, T., 2012 ΄΄α΄΄).
3.3Eurojust
Η Eurojust ιδρύθηκε με την ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 28ης Φεβρουαρίου 2002 σχετικά με
τη σύσταση της Eurojust προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση των σοβαρών μορφών εγκλήματος
[2002/187/ΔΕΥ), L 63/27].
Οι στόχοι της Eurojust σύμφωνα με το άρθρο 3 της εν λόγω Απόφασης είναι:
1. Στο πλαίσιο ερευνών και διώξεων εγκληματικών πράξεων, που αναφέρονται στο άρθρο 4 στον τομέα
του σοβαρού εγκλήματος, ιδίως του οργανωμένου, οι οποίες αφορούν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, η
Eurojust έχει ως στόχους:
α) να προωθεί και να βελτιώνει τον συντονισμό μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών, όσον
αφορά τις έρευνες και τις διώξεις εντός των κρατών μελών, λαμβάνοντας υπόψη κάθε αίτηση
προερχόμενη από αρμόδια αρχή κράτους μέλους και κάθε πληροφορία παρεχόμενη από αρμόδιο όργανο
δυνάμει διατάξεων που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο των συνθηκών,
β) να βελτιώνει τη συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών, διευκολύνοντας ιδίως την
υλοποίηση της διεθνούς δικαστικής συνδρομής και την εκτέλεση αιτήσεων έκδοσης,
γ) να υποστηρίζει, κατ’ άλλους τρόπους, τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ώστε να ενισχύεται η
αποτελεσματικότητα των ερευνών και των διώξεών τους.
2. Σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση και κατόπιν αιτήσεως μιας
αρμόδιας αρχής κράτους μέλους, η Eurojust μπορεί επίσης να παρέχει την υποστήριξή της σε έρευνες ή
διώξεις που αφορούν μόνο το συγκεκριμένο κράτος μέλος και ένα τρίτο κράτος, εφόσον έχει συναφθεί με
το εν λόγω κράτος συμφωνία συνεργασίας δυνάμει του άρθρου 27παράγραφος 3, ή εφόσον, σε ειδική
περίπτωση, υπάρχει ουσιώδες συμφέρον που επιβάλλει την παροχή της υποστήριξης αυτής.
3. Σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση και κατόπιν αιτήσεως είτε μιας
αρμόδιας αρχής κράτους μέλους είτε της Επιτροπής, η Eurojust μπορεί επίσης να παρέχει την υποστήριξή
της σε έρευνες ή διώξεις που αφορούν μόνο το συγκεκριμένο κράτος μέλος και την Κοινότητα.
Οι αρμοδιότητες της Eurojust σύμφωνα με το άρθρο 4 είναι:
1. Το πεδίο γενικής αρμοδιότητας της Eurojust καλύπτει:
α) τις μορφές εγκληματικότητας και τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες η Ευρωπόλ έχει, ανά πάσα
στιγμή, αρμοδιότητα δράσης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 της Σύμβασης Ευρωπόλ της 26ης Ιουλίου 1995·
β) τις ακόλουθες μορφές εγκληματικότητας:
— τα εγκλήματα στον τομέα της πληροφορικής,
— την απάτη και τη δωροδοκία, καθώς και οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα εις βάρος των οικονομικών
συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,
— το ξέπλυμα των προϊόντων του εγκλήματος,
— τα εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος,
— τη συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση κατά την έννοια της κοινής δράσης 98/733/ΔΕΥ του
Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με το αξιόποινο της συμμετοχής σε εγκληματική
οργάνωση, στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 351 της 29.12.1998, σ. 1.)·
γ) άλλες αξιόποινες πράξεις οι οποίες τελέσθηκαν σε συνάρτηση με τις μορφές εγκληματικότητας και τις
αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).
192
2. Για άλλες μορφές αξιόποινων πράξεων, πέραν αυτών που μνημονεύονται στην παράγραφο 1, η Eurojust
δύναται συμπληρωματικά, σύμφωνα με τους στόχους της, και κατόπιν αιτήσεως αρμόδιας αρχής κράτους
μέλους, να συμπράττει σε έρευνες ή διώξεις.
Τα καθήκοντα της Eurojust σύμφωνα με το άρθρο 5 είναι:
1. Για την επίτευξη των στόχων της, η Eurojust εκτελεί τα καθήκοντά της:
α) μέσω ενός ή περισσοτέρων από τα οικεία εθνικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 6, ή β) ως συλλογικό
όργανο, σύμφωνα με το άρθρο 7, όταν:
i) το ζητούν ένα ή περισσότερα εκ των οικείων εθνικών μελών, τα οποία αφορά μία υπόθεση που
χειρίζεται η Eurojust, ή
ii) η υπόθεση συνεπάγεται τη διενέργεια ερευνών ή διώξεων που έχουν επιπτώσεις στο επίπεδο της
Ένωσης ή που μπορεί να αφορούν και άλλα κράτη μέλη εκτός των άμεσα ενεχομένων, ή
iii) τίθεται ένα γενικό ζήτημα που αφορά την επίτευξη των στόχων της, ή
iv) προβλέπεται από άλλες διατάξεις της παρούσας απόφασης.
2. Η Eurojust, όταν εκτελεί τα καθήκοντά της, δηλώνει εάν ενεργεί μέσω ενός ή περισσοτέρων εθνικών
μελών κατά την έννοια του άρθρου 6 ή ως συλλογικό όργανο κατά την έννοια του άρθρου 7.
Επίσης η Eurojust μπορεί να αιτηθεί τη σύσταση κοινής ομάδας έρευνας όπως επίσης μέλη της να
συμμετάσχουν σε αυτή (Korontzis, T. 2012 ΄΄α’’).
3.4 Ειδική Ομάδα Αρχηγών Ευρωπαϊκών Αστυνομιών- European Police Chiefs Task Force
(EPCTF)
Η ίδρυση της Ομάδας Αρχηγών Αστυνομιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης γνωστή και ως «Police Chiefs Task
Forse» ήταν απόρροια του Συμβουλίου του Τάμπερε που πραγματοποιήθηκε την 15-16/10/1999,
προκειμένου να συμπληρωθούν κενά και να ενισχυθεί η συνολική δομή και λειτουργικότητα των
μηχανισμών της εσωτερικής ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Ειδικότερα στην παράγραφο 44 των συμπερασμάτων του εν λόγω Συμβουλίου προβλεπόταν: «Το
Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ζητεί τη σύσταση επιχειρησιακής ομάδας εργασίας των Ευρωπαίων Αρχηγών
Αστυνομίας με σκοπό αφενός την ανταλλαγή, σε συνεργασία με την Ευρωπόλ, εμπειριών,
κατευθυντήριων γραμμών και πληροφοριών για τις τρέχουσες τάσεις του διασυνοριακού εγκλήματος και
αφετέρου τη συμβολή στην κατάστρωση σχεδίων δράσης» και αποβλέπει κυρίως στη βελτίωση της
επιχειρησιακής συνεργασίας, στην καταπολέμηση του διασυνοριακού εγκλήματος, μεταξύ των
αστυνομιών των κρατών μελών μέσα από την κοινή εμπειρία και τις οδηγίες των αρχηγών τους και σε
άμεση συνεργασία με την Europol.
Η νέα αυτή δομή στο χώρο της εσωτερικής ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι άτυπη, δηλαδή έχει
ενταχθεί στην υφιστάμενη συνολική δομή του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αποτέλεσμα οι
αποφάσεις της να μην είναι δεσμευτικές για τα Κ-Μ, αλλά παραμένει στην απόλυτη διακριτική τους
ευχέρεια η εφαρμογή των ληφθέντων αποφάσεων βάσει της εθνικής τους νομοθεσίας.
Σημειώνεται όμως πως οι ομόφωνες αποφάσεις της σε ζητήματα επιχειρησιακής φύσεως, προσδίδουν
ιδιαίτερη δυναμική και ώθηση στο έργο των Ευρωπαϊκών διωκτικών Αρχών για την αντιμετώπιση του
οργανωμένου εγκλήματος. Αλλά οι διαφορετικές νομοθεσίες και αστυνομικές πρακτικές των Κ-Μ,
δημιουργούν δυσκολίες στη λήψη ομοφώνων αποφάσεων όσο και στην υλοποίηση κοινών μέτρων και
δράσεων (Bunyan, T. 2006) .
3.5 Κέντρο Επιβολής του Νόμου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη - Southeast European Law
Enforcement Center (SELEC)
Ο σκοπός του SELEC, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ των Αρμόδιων Αρχών, είναι η παροχή
στήριξης προς τα Κράτη − Μέλη και η βελτίωση του συντονισμού για την πρόληψη και την
καταπολέμηση του εγκλήματος, συμπεριλαμβανόμενου και του σοβαρού και του οργανωμένου
εγκλήματος, στις περιπτώσεις που η εγκληματικότητα συνεπάγεται ή φαίνεται να εμπεριέχει ένα στοιχείο
διασυνοριακής δραστηριότητας.
Η νέα Σύμβαση που κυρώθηκε με το Ν. 4054/2012 (Α΄ 45) προβλέπει τα εξής καθήκοντα για το SELEC
σύμφωνα με το άρθρο 3:
(α) να υποστηρίζει τις έρευνες και τις δραστηριότητες πρόληψης του εγκλήματος στα Κράτη –Μέλη και
σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση,
193
(β) να διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών και στοιχείων για την εγκληματικότητα και τα αιτήματα
για επιχειρησιακή συνδρομή,
(γ) να ενημερώνει και να πληροφορεί τα Εθνικά Κομβικά Σημεία των Κρατών − Μελών για διασυνδέσεις
μεταξύ υπόπτων, εγκληματιών ή εγκλημάτων που σχετίζονται με την εντολή του SELEC,
(δ) να συλλέγει, αντιπαραβάλλει, αναλύει, επεξεργάζεται και διαδίδει πληροφορίες και στοιχεία για την
εγκληματικότητα,
(ε) να παρέχει στρατηγική ανάλυση και να παράγει εκτιμήσεις για απειλές που σχετίζονται με το σκοπό
του SELEC,
(στ) να δημιουργήσει, λειτουργεί και συντηρεί ένα μηχανογραφημένο σύστημα πληροφοριών,
(ζ) να ενεργεί ως θεματοφύλακας της ορθής πρακτικής σε μεθόδους και τεχνικές επιβολής του νόμου και
να τις προάγει, μέσω πολυεθνικής εκπαίδευσης και συνεδρίων, προς όφελος των Κρατών−Μελών,
(η) να αναλαμβάνει άλλα καθήκοντα που συνάδουν με το στόχο της παρούσας Σύμβασης, μετά από
απόφαση του Συμβουλίου.
Το SELEC φιλοδοξεί να συνεχίσει να είναι ο θεματοφύλακας των ορθών πρακτικών στην επιβολή του
νόμου και την παροχή ενημέρωσης μέσω πολυεθνικών συναντήσεων και συνεδρίων με τη συμμετοχή των
εκπροσώπων των κρατών μελών, καθώς και των εταίρων του.
Την 7η Οκτωβρίου του 2011 το Κέντρο SECI έγινε SELEC, ενώ οι λειτουργικές και στρατηγικές
δυνατότητες διατηρήθηκαν και μεταφέρθηκαν στο νέο SELEC.
Το SELEC κληρονόμησε τις επιχειρησιακές δραστηριότητες, κοινές έρευνες, συναντήσεις, εργαστήρια και
στρατηγική ανάλυση που καλύπτει τα πιο ευαίσθητα διασυνοριακά ποινικά πεδία στην περιοχή της
Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η εντατική ανταλλαγή πληροφοριών
μέσω των αξιωματικών-συνδέσμων και των διαύλων επικοινωνίας του Κέντρου υποστήριξε με επιτυχία
τις προσπάθειες των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών.
Από επιχειρησιακή άποψη, το SELEC διατηρεί την ευελιξία και την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα,
με παράλληλη ενίσχυση της ικανότητας ανάλυσης με ένα ευρύτερο σύστημα πληροφοριών και ένα
επαρκές επίπεδο προστασίας των προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Η νέα
σύμβαση που αντικατέστησε το SECI δεν ορίζει μια διεθνή νομική προσωπικότητα στο Κέντρο και επίσης
καθορίζει και διατηρεί συνεργασία με άλλους σημαντικούς διεθνείς οργανισμούς επιβολής του νόμου.
Κ-Μ του SELEC είναι η Αλβανία, η Βοσνία – Ερζεγοβίνη, η Βουλγαρία, η Κροατία, η πΓΔΜ, η Ελλάδα,
η Ουγγαρία, η Μολδαβία, η Σερβία, η Σλοβενία και η Τουρκία.
3.6 Ευρωπαϊκή Υπηρεσία για την Καταπολέμηση της Απάτης- European Anti-fraud Office (OLAF)
Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία για την Καταπολέμηση της Απάτης ιδρύθηκε με τη Απόφαση της Επιτροπής της
28ης Απριλίου 1999 (OLAF), (κοινοποιηθείσα με τον αριθμό SEC(1999) 802, (1999/352/EC, ECSC,
Euratom).
Τα καθήκοντα της εν λόγω Υπηρεσίας σύμφωνα με το άρθρο 2 είναι τα ακόλουθα:
1. Η Υπηρεσία ασκεί τις αρμοδιότητες της Επιτροπής σε θέματα εξωτερικών διοικητικών ερευνών
προκειμένου να ενισχύσει την καταπολέμηση της απάτης, της δωροδοκίας και οποιασδήποτε άλλης
παράνομης δραστηριότητας που είναι επιζήμια για τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων καθώς και
την καταπολέμηση της απάτης που αφορά κάθε άλλο περιστατικό ή δραστηριότητα φορέων που
συνιστούν παράβαση των κοινοτικών διατάξεων
Η Υπηρεσία είναι επιφορτισμένη με τη διεξαγωγή εσωτερικών διοικητικών ερευνών που αποσκοπούν:
α)στην καταπολέμηση της απάτης, της δωροδοκίας και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας που είναι
επιζήμια για τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων, η οποία μπορεί να επισύρει πειθαρχική και,
ενδεχομένως ποινική δίωξη ή παράλειψη των αναλόγων υποχρεώσεων των μελών των θεσμικών οργάνων
και οργάνων, των διευθυντικών στελεχών των οργανισμών ή των μελών του προσωπικού των θεσμικών
οργάνων, οργάνων και οργανισμών που δεν υπόκειται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης που
εφαρμόζεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
β) στον εντοπισμό των σοβαρών περιπτώσεων που συνδέονται με την άσκηση επαγγελματικών
δραστηριοτήτων που συνιστούν ενδεχομένως παράλειψη των υποχρεώσεων των υπαλλήλων και του
λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων, η οποία
2. Η Υπηρεσία είναι επιφορτισμένη να παράσχει τη συνδρομή της Επιτροπής στη συνεργασία με τα κράτη
μέλη στον τομέα της καταπολέμησης της απάτης.
194
3. Η Υπηρεσία αναλαμβάνει δραστηριότητες σχεδιασμού στον τομέα της καταπολέμησης της απάτης
όπως αναφέρονται στην παράγραφο 1.
4. Η Υπηρεσία αναλαμβάνει την προετοιμασία των νομοθετικών και κανονιστικών πρωτοβουλιών της
Επιτροπής για την επίτευξη των στόχων της καταπολέμησης της απάτης όπως αναφέρονται στην
παράγραφο 1.
5.Η Υπηρεσία αναλαμβάνει κάθε άλλη επιχειρησιακή δραστηριότητα της Επιτροπής σε θέματα
καταπολέμησης της απάτης, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 1 και συγκεκριμένα:
Α) την ανάπτυξη των αναγκαίων υποδομών,
Β)τη συλλογή και εκμετάλλευση των πληροφοριών,
Γ)την παροχή τεχνικής συνδρομής της, ιδίως σε θέματα κατάρτισης, στα λοιπά θεσμικά ή άλλα όργανα και
οργανισμούς και στις αρμόδιες εθνικές αρχές.
6.Η Υπηρεσία έχει άμεση επαφή με τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές.
7. Η Υπηρεσία εκπροσωπεί την Επιτροπή, σε επίπεδο υπηρεσιών, στα σχετικά for a, για τους τομείς που
αναφέρθησαν στο παρόν άρθρο. [Βλ. ακόμη Καν. 1073/1999 (25/5/1999), 1074/1999 (25/5/1999),
2988/1995 (18/12/1995), 2185/1996 (11/11/1996)].
3.7 Ευρωπαϊκός Οργανισμός για τη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα εξωτερικά
σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRONTEX)
Στόχος της κοινοτικής πολιτικής για τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ είναι η ολοκληρωμένη διαχείρισή τους,
ώστε να εξασφαλίζεται ομοιόμορφος και υψηλού επιπέδου έλεγχος και επιτήρηση, τα οποία αποτελούν
αναγκαία συνέπεια της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και θεμελιώδη
συστατικά χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Για το σκοπό αυτό, προβλέπεται η θέσπιση
κοινών κανόνων για τις προδιαγραφές και τις διαδικασίες ελέγχου των εξωτερικών συνόρων.
Λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία της κοινής ομάδας για τα εξωτερικά σύνορα, που λειτουργεί στο
πλαίσιο του Συμβουλίου, συστήθηκε ειδικός φορέας με την κατάλληλη τεχνογνωσία, ο οποίος
επιφορτίστηκε με τη βελτίωση του συντονισμού της επιχειρησιακής συνεργασίας μεταξύ των κρατών
μελών στον τομέα της διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων, υπό τη μορφή ευρωπαϊκού οργανισμού για
τη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής
Ένωσης (εφεξής «οργανισμός») [ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης
Οκτωβρίου 2004].
Για την εκπλήρωση της αποστολής του, και κατά το βαθμό που απαιτείται για την εκπλήρωση των
καθηκόντων του, ο οργανισμός μπορεί να συνεργάζεται με την Ευρωπόλ, τις αρμόδιες αρχές τρίτων
χωρών και διεθνείς οργανισμούς που είναι αρμόδιοι για θέματα που διέπει ο παρών κανονισμός, στο
πλαίσιο συμφωνιών συνεργασίας που συνάπτονται με τους οργανισμούς αυτούς, σύμφωνα με τις σχετικές
διατάξεις της συνθήκης. Ο οργανισμός θα πρέπει να διευκολύνει την επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ
κρατών μελών και τρίτων χωρών στο πλαίσιο της πολιτικής εξωτερικών σχέσεων της Ευρωπαϊκής
Ένωσης.
Ο Οργανισμός εδρεύει στη Βαρσοβία (Πολωνία) [Απόφαση Συμβουλίου 2005/358 (26/4/2005)], and the
main duties which are operational as opposed to the supported nature of the tasks of Europol, consist
([Καν. 2007/2004 (26/10/2004)].
1. Ο οργανισμός ασκεί τα ακόλουθα καθήκοντα:
α) συντονίζει την επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της διαχείρισης των
εξωτερικών συνόρων·
β) επικουρεί τα κράτη μέλη στην εκπαίδευση των εθνικών συνοριακών φυλάκων, μεταξύ άλλων με την
καθιέρωση κοινών προδιαγραφών εκπαίδευσης·
γ) πραγματοποιεί αναλύσεις κινδύνου·
δ) παρακολουθεί τις εξελίξεις των ερευνών σχετικά με τον έλεγχο και την επιτήρηση των εξωτερικών
συνόρων·
ε) επικουρεί τα κράτη μέλη σε περιπτώσεις που απαιτείται αυξημένη τεχνική και επιχειρησιακή συνδρομή
στα εξωτερικά σύνορα·
στ) παρέχει στα κράτη μέλη την αναγκαία στήριξη για την οργάνωση κοινών επιχειρήσεων
επαναπατρισμού
195
•Αποστολή ομάδων ταχείας επέμβασης στα Κ-Μ [Rapid Border Intervention Team (RABIT)] σε σχέση με
τον Καν. 863/2007.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι από την αρχή μέχρι σήμερα ο οργανισμός έχει αναλάβει μια σειρά από
σημαντικές δράσεις και πρωτοβουλίες όπως:
• Η πραγματοποίηση κοινών ευρωπαϊκών δραστηριοτήτων στα θαλάσσια σύνορα.
• Δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δικτύου περιπολιών.
• Η δημιουργία ενός κεντρικού μητρώου του διαθέσιμου εξοπλισμού.
• Ανάπτυξη της ομάδας ταχείας επέμβασης στα σύνορα.
• Εκπαίδευση των συνοριοφυλάκων - διατήρηση κοινών προδιαγραφών εκπαίδευσης.
Η EUROPOL και ο FRONTEX έχουν υπογράψει συμφωνία για να ενδυναμώσουν τη συνεργασία μεταξύ
τους ιδιαίτερα μέσω της ανταλλαγής στρατηγικών και τεχνικών πληροφοριών, η οποία όμως δεν επιτρέπει
την μεταφορά δεδομένων για την αναγνώριση ατόμων.
4. Συνεργασία υπηρεσιών έρευνας και καταστολής σύμφωνα τη Σύμβαση των ΗΕ κατά του
Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Ελληνικές Διωκτικές Αρχές
Στο άρθρο 27 της Σύμβασης αναφέρονται οι τομείς στους οποίους πρέπει να ληφθούν αποτελεσματικά
μέτρα για την ενίσχυση της συνεργασίας των υπηρεσιών έρευνας και καταστολής. Ειδικότερα η
παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου αναφέρεται στη συνεργασία των αρμόδιων εθνικών υπηρεσιών για την
ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της έρευνας και της καταστολής των αδικημάτων, τα οποία
αντιμετωπίζονται από τη Σύμβαση.
Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα συνεργάζεται με άλλα κράτη – μέλη στο πλαίσιο διακρατικών συμφωνιών,
μέσω της Interpol και με τα κράτη - μέλη της Europol (Korontzis, T. 2012΄΄ζ΄΄, Korontzis, T. 2012΄΄κ΄΄,
Korontzis, T. 2010) Με βάση διακρατικές συμφωνίες, αλλά και στο πλαίσιο της αστυνομικής συνεργασίας
μέσω της Interpol και Europol, καθώς και της πρωτοβουλίας για τη συνεργασία στη Νοτιοανατολική
Ευρώπη (SECI-SELEC), μέσω της Διεύθυνσης Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας του Υπουργείου
Δημοσίας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ανταλλάσει προσωπικό και αποσπά αξιωματικούς
συνδέσμους, ανταλλάσσει και αναλύει τις σχετικές πληροφορίες για τα μέσα και τις μεθόδους των
εγκληματικών οργανώσεων. Η υπηρεσία που συγκεντρώνει και αναλύει τις σχετικές πληροφορίες είναι το
Τμήμα Ανάλυσης Εγκληματικότητας της Διεύθυνσης Δημόσιας Ασφάλειας του Αρχηγείου Ελληνικής
Αστυνομίας.
Σχετικά με την παράγραφο 2 του άρθρου 27 η Ελλάδα έχει συνάψει πληθώρα διμερών και πολυμερών
συμφωνιών για συνεργασία των υπηρεσιών έρευνας και καταστολής και σε κάθε περίπτωση η Σύμβαση με
την κύρωσή της θα αποτελέσει το πλαίσιο για την ενίσχυση της συνεργασίας των υπηρεσιών έρευνας και
καταστολής των κρατών - μελών.
Σχετικά με την παράγραφο 3 του άρθρου 27, στις αρχές του 2004 συστάθηκαν στην Αθήνα και τη
Θεσσαλονίκη τμήματα δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος, η δραστηριότητα των οποίων έχει συμβάλλει
σημαντικά στην αποτελεσματική εξάρθρωση εγκληματικών οργανώσεων. Σε κάθε περίπτωση τη σχετική
έρευνα βοηθά η Δ/νση Εγκληματολογικών Ερευνών και ειδικότερα το εργαστήριο γραφολογίας στο οποίο
υπάγεται ο Τομέας Εξέτασης Ψηφιακών Δεδομένων. Αξιόλογη είναι επίσης, και η δράση της Europol με
τις σχετικές πρωτοβουλίες της, στην οποία συμμετέχει και η Ελλάδα, η οποία έχει υπογράψει και τη
Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την καταπολέμηση του εγκλήματος στον Κυβερνοχώρο.
Η εθνική νομοθεσία ανταποκρίνεται πλήρως και στις απαιτήσεις του άρθρου 27 της Σύμβασης.
Οι απαιτήσεις του άρθρου 28 παράγραφος 1 της Σύμβασης καλύπτονται από τις ετήσιες εκθέσεις για το
οργανωμένο έγκλημα στην Ελλάδα (Korontzis, T. 2012 ΄΄η΄΄) οι οποίες εκπονούνταν μέχρι το 2005 από το
Τμήμα Ανάλυσης Εγκληματικότητας της Διεύθυνσης Δημόσιας Ασφάλειας του Αρχηγείου της Ελληνικής
Αστυνομίας. Για την εξασφάλιση της συνέχειας της προσπάθειας αυτής, είναι σημαντικό να τεθεί ειδική
πρόβλεψη και να ορισθεί ότι στο δυναμικό της αρμόδιας υπηρεσίας, ειδικά για τη σύνταξη της ετήσιας
έκθεσης, θα συμμετέχουν και δύο επιστήμονες, μέλη του διδακτικού προσωπικού πανεπιστημιακών
ιδρυμάτων, καθώς και ο αρμόδιος για τη δίωξη του οργανωμένου εγκλήματος εισαγγελέας (Korontzis, T.
2012΄΄ι΄΄).
Οι απαιτήσεις του άρθρου 28 παράγραφος 2 της Σύμβασης καλύπτονται τόσο, μέσω της Interpol όσο,
κυρίως μέσω της Europol. Η κατάταξη των εγκληματικών συμπεριφορών στην κατηγορία του
οργανωμένου εγκλήματος, γίνεται για όλες τις χώρες της Ε.Ε. με βάση τα έντεκα κριτήρια που
196
περιγράφονται στο έγγραφο του Συμβουλίου της Ε.Ε. (ENFOPOL 35, REV. 2 (6204/2/97), σε συνδυασμό,
για την Ελλάδα, με τα κριτήρια που απαιτεί η ελληνική νομοθεσία (άρθρο 187 παρ. 1 Π.Κ.). Η
ακολουθούμενη μεθοδολογία είναι κοινή στα κράτη - μέλη της Ε.Ε. βάσει των κριτηρίων του Συμβουλίου
της Ε.Ε., των κατευθύνσεων της μονάδας ανάλυσης της Europol και των συναντήσεων του προσωπικού
του Τμήματος Ανάλυσης της Διεύθυνσης Δημόσιας Ασφάλειας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας
με την Ομάδα για την Έκθεση του οργανωμένου εγκλήματος, πρώην Δίκτυο Επαφής και Υποστήριξης για
το Οργανωμένο Έγκλημα (CSN).
Συμπεράσματα
Το οργανωμένο έγκλημα απασχόλησε και απασχολεί ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα, αφού αποτελεί τη
σοβαρότερη απειλή που έχουν να αντιμετωπίσουν τα σύγχρονα κράτη, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και ως
μέλη της διεθνούς κοινότητας.
Η απελευθέρωση των αγορών, η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων, υπηρεσιών, προσώπων και
εμπορευμάτων, αλλά και οι ηλεκτρονικές τραπεζικές υπηρεσίες αποτελούν πρόσφορο έδαφος για την
τέλεση οργανωμένων αξιόποινων πράξεων.
Από την ανάλυση προέκυψε ότι τα περισσότερα από τα ζητήματα που θέτει η Σύμβαση έχουν καλυφθεί
από ελληνικά νομικά κείμενα. Ειδικότερα έχει ποινικοποιηθεί η συμμετοχή σε οργανωμένη εγκληματική
ομάδα, η νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος, η διαφθορά (η οποία και θα αναλυθεί κατωτέρω) και η
παρακώλυση της δικαιοσύνης στο πλαίσιο του οργανωμένου εγκλήματος. Ο νόμος αρκείται σε
περιορισμένες παρεμβάσεις στο άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα περί εγκληματικών οργανώσεων όπου
πλέον απαιτείται σκοπός της οργάνωσης για τη διάπραξη κακουργημάτων, καθίστανται αξιόποινες η
παροχή πληροφοριών ή υλικών μέσων με σκοπό να διευκολυνθεί ή να υποβοηθηθεί η εγκληματική
οργάνωση καθώς και η διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης καθώς στις διατάξεις του άρθρου 187Α
του Ποινικού Κώδικα περί τρομοκρατικών οργανώσεων.
Επιπρόσθετα με την κύρωση της Σύμβασης, ενισχύθηκε το πλαίσιο των διαδικασιών έκδοσης και
αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής στο πεδίο του οργανωμένου εγκλήματος, ενώ με το άρθρο 10 του νόμου
εισήχθηκε ειδική ρύθμιση για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων σε νομικά πρόσωπα που εμπλέκονται
στη δραστηριότητα εγκληματικών οργανώσεων, με την ταυτόχρονη αναμόρφωση των άρθρων 41 του Ν.
3251/2004 και 51 του Ν. 3691/2008.
Σε ότι αφορά την κύρωση των Πρωτοκόλλων που συμπληρώνουν τη Σύμβαση, σε ότι αφορά το
Πρωτόκολλο για την Παράνομη Διακίνηση Όπλων η Ελληνική νομοθεσία κρίνεται επαρκής, ενώ ως προς
τα άλλα δύο πρωτόκολλα η ισχύουσα νομοθεσία καλύπτει τα περισσότερα ζητήματα πρόληψης και
καταπολέμησης της διακίνησης προσώπων και προστασίας και αρωγής των θυμάτων αυτής. Οι
σημαντικότερες αλλαγές αφορούν:
Α. Στην τροποποίηση του άρθρου 323 Α του Ποινικού Κώδικα περί εμπορίας ανθρώπων,
Β.- στην επέκταση των ρυθμίσεων του Ν. 3386/2005 σε όλους τους αλλοδαπούς θύματα εμπορίας
ανθρώπων
Γ.- στη διασφάλιση της παροχής προστασίας ανεξάρτητα της συνεργασίας ή μη των θυμάτων με τις
αρμόδιες αρχές
Δ.-στην επέκταση της εφαρμογής των προστατευτικών διατάξεων της Ελληνικής νομοθεσίας για τα
θύματα εμπορίας και στα πρόσωπα που χαρακτηρίζονται ως θύματα παράνομης διακίνησης μεταναστών
και
Ε.- στη θέσπιση μέτρων προστασίας μαρτύρων επί αξιόποινων πράξεων εμπορίας ανθρώπων και
παράνομης διακίνησης μεταναστών.
Αναμφίβολα η διεθνής αστυνομική συνεργασία αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα αντιμετώπισης
του οργανωμένου εγκλήματος. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού έχουν εκπονηθεί διμερείς και
πολυμερείς συμφωνίες των κρατών, νέες μέθοδοι έρευνας και διεθνούς αστυνομικής συνεργασίας.
Η αντιμετώπιση του αποτελεί προτεραιότητα όλων των κρατών καθώς η δημοκρατία, οι ατομικές και
κοινωνικές ελευθερίες βρίσκονται σε συνεχή αντιπαράθεση με το οργανωμένο έγκλημα, το οποίο απειλεί
τη συνοχή των κοινωνιών. Οι δραστηριότητες των οργανωμένων εγκληματικών δικτύων αποσκοπούν σε
συνεχώς μεγαλύτερα κέρδη, με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται σε όλα τα μέρη του κόσμου. Αναπόφευκτα
χρειάζονται διεθνείς συνεργασίες και νομικά κείμενα που να βοηθούν στη δίωξη του. Αυτό το σκοπό
197
εκπληρώνει και η Διεθνής Σύμβαση των Η.Ε. για τη αντιμετώπιση του Διεθνούς Οργανωμένου
Εγκλήματος την οποία έχουν υπογράψει δεκάδες κράτη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
Η τελευταία είχε προβεί στη λήψη όλων των αναγκαίων νομικών μέτρων για την αντιμετώπιση του
οργανωμένου εγκλήματος, ενώ παράλληλα η συμμετοχή των Διωκτικών της Αρχών με στελέχη τους σε
διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς αρμόδιους για την καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου
εγκλήματος, δείχνει τη βούληση της να το αντιμετωπίσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Στην κατεύθυνση
αυτή επιβάλλεται η ενεργότερη συμμετοχή της στη σύσταση των Κοινών Ομάδων Έρευνας και στην
υλοποίηση των συστάσεων της Ομάδας GRECO για την αντιμετώπιση της διαφθοράς και του
οργανωμένου εγκλήματος.
Βιβλιογραφία
Bunyan, T., 2006, ΄΄Statewatch analysis,The EU’s Police Chief Task Force (PCTF) and Police Chiefs
Committee,΄΄ διαθέσιμο στην ιστοσελίδα http://www.statewatch.org/news/2006/mar/pctf.pdf και
http://www.euractiv.com/security/eu-police-chief-task-force-police-chiefs-committee/article-153333.
Γκντάμπι - Καϊάφα Μ, 2008, ΄΄Ποινική καταστολή της διαφθοράς στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα:
Το νομοθετικό πλαίσιο της Ε.Ε. στην ευρύτερη διεθνή σκηνή και το εθνικό μας δίκαιο΄΄, Η σύγχρονη
εγκληματικότητα, η αντιμετώπιση της και η Επιστήμη της Εγκληματολογίας, Επιμέλεια Αναστασία Ευθ.
Χαλικά, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, σ.σ. 1097- 1143.
Διεθνής Διαφάνεια Ελλάς 2012, Έρευνες, εκθέσεις, διαθέσιμες στην ιστοσελίδα
http://www.transparency.gr/Content.aspx?page=1.
GRECO, Ομάδα Κρατών κατά της Διαφθοράς, ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ, Στρασβούργο, 22
Ιουνίου 2012, Δημόσιας χρήσης, Greco-RC ΙΙΙ (2012) 10E, Τρίτος Γύρος Αξιολόγησης, Έκθεση
Συμμόρφωσης για την Ελλάδα, «Ποινικοποιήσεις (ETS 173 και 191, GPC 2)», «Διαφάνεια της
Χρηματοδότησης των Πολιτικών Κομμάτων». Εγκρίθηκε από τη GRECO κατά την 56η Σύνοδο της
Ολομέλειας (Στρασβούργο, 20 - 22 Ιουνίου 2012)
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, Βρυξέλλες, 6.6.2011COM (2011) 307 τελικό.
Ελληνικό Κοινοβούλιο 2012, Για τις τοποθετήσεις των πολιτικών κομμάτων επί του συγκεκριμένου
σχεδίου νόμου βλ. Βουλή των Ελλήνων, Περίοδος Ι΄ Σύνοδος Α΄, Διαρκής Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης,
Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα
http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/7b24652e-78eb-4807-9d68-e9a5d4576eff/t-poin1_2.pdf.
Ελληνικό Κοινοβούλιο 2010, Για τις εισηγητικές εκθέσεις του Ν.3875/2010 (Α΄ 158), πρακτικά της
αρμόδιας Διαρκούς Επιτροπής Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης και η Έκθεση επί
του Νομοσχεδίου της Α΄ Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών του Ελληνικού Kοινοβουλίου βλ.
http://www.hellenicparliament.gr/Nomothetiko-Ergo/Anazitisi-Nomothetikou-Ergou?law_id=a1f4748a-
c40f-4527-8e66-a8ba8fbada35
Interpol 2012, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα
http://www.interpol.com/Public/icpo/corefunctions/secureCom.asp.
Καλλίρη, Φ., 2012, ΄΄Η διαφορά διογκώνεται στην Ελλάδα΄΄, Εφημερίδα Καθημερινή, 06-12-2012.
Korontzis, T., 2012, ΄΄α΄΄,΄΄European Union criminal policy and Joint Investigation Teams. The case of
Hellas΄΄, International Journal of Asian Social Science, Vol. 2, issue 12, December 2012, p.p. 2237-2250.
Κοροντζής, Τ., 2012,΄΄β΄΄, ΄΄Η έννοια του οργανωμένου εγκλήματος στην εθνική και διεθνή έννομη
τάξη΄΄, Λιμενική Ρότα, τεύχος 10, Ιούλιος – Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2012, σ.σ. 27-29.
Κοροντζής, Τ., 2012,΄΄γ΄΄, ΄΄Η δίωξη του οικονομικού εγκλήματος στην Ελλάδα΄΄, Λιμενικά Χρονικά,
τεύχος, Ιούλιος – Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2012, σ.σ. 5-6.
Korontzis, T., (2012)΄΄δ΄΄, ΄΄Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία: EUROPOL΄΄, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος
97, Ιούλιος – Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2012 σ.σ. 50-51.
Korontzis, T., 2012,΄΄ε΄΄, Δικαστική αστυνομία΄΄, Εθνικές Επάλξεις, τεύχος 96, Απρίλιος- Μάϊος – Ιούνιος
2012, σ.σ. 52-54.
Korontzis, T., 2012,΄΄ζ΄΄, ΄΄The European policies for illegal immigration via EUROPOL and FRONTEX
in Hellas΄΄, Εισήγηση που πραγματοποιήθηκε στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Comparing
and contrasting “Europeanization”: concepts and experiences» την 14-16 Μαίου 2012 και διοργανώθηκε
από το Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΙΟΣ) [Institute of International Economic Relations
198
(IIER/IDOS)] αναρτήθηκε στο δικτυακό τόπο
http://www.idec.gr/iier/new/Europeanization%20Papers%20PDF/KORONTZIS%20MAY%202012.pdf.
Korontzis, T., 2012,΄΄η΄΄,.΄΄The role of the Hellenic Coast Guard in the Hellenic internal security and in
combating the phenomenon of organized crime΄΄, International Review of Social Sciences and
Humanities, Vol. 3, issue 1, April 2012, p.p. 210-227.
Korontzis, T., 2012,΄΄θ΄΄, ΄΄The prosecution of economic crime in Hellas΄΄, International Journal of
Humanities and Social Science, Vol. 2, No. 5, March 2012, p.p. 221-227.
Κοροντζής, Τ., 2012,΄΄ι΄΄, ΄΄Η συγκρότηση δικαστικής αστυνομίας ως διοικητική μεταρρύθμιση.
Αξιολογική προσέγγιση΄΄, Διοικητική Ενημέρωση (τριμηνιαία επιθεώρηση διοικητικής επιστήμης), τ.57,
Ιανουάριος – Φεβρουάριος - Μάρτιος 2012,σ.σ.76-93.
Korontzis, T., 2012, ΄΄κ΄΄, ΄΄The contribution of EUROPOL and FRONTEX in combating the phenomenon
of illegal immigration in Hellas΄΄, Review of European Studies, Vol. 4, issue 1, March. 2012, p.p. 188-202,
(doi:10.5539/res.v4n1p188).
Κοροντζής, Τ., 2010,΄΄ Επιτήρηση θαλασσίων συνόρων - Νέες Ευρωπαϊκές πρακτικές΄΄, Περίληψη της
προαναφερόμενης Ατομικής Διατριβής που εκπονήθηκε στη Σχολή Εθνικής Άμυνας (Σ.ΕΘ.Α.) την
Ακαδημαϊκή Περίοδο 2009-2010, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα
http://www.setha.mil.gr/main.php?action=diatribes .
Μαραγκοπούλου – Γιωτοπούλου Α, 2008, ΄΄Η διεθνοποίηση του εγκληματικού φαινομένου και του
ελέγχου του΄΄, Η σύγχρονη εγκληματικότητα, η αντιμετώπιση της και η Επιστήμη της Εγκληματολογίας,
Επιμέλεια Αναστασία Ευθ. Χαλικά, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, σ.σ. 1791-1805.
Προσάρτημα στο ψήφισμα (99) 5 της επιτροπής υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη
σύσταση της «ομάδας κρατών κατά της διαφθοράς – GRECO»
Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε. 2001,΄΄Ο ν. 2928/2001 για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες
πράξεις εγκληματικών οργανώσεων, Ποιν. Δικ. 7/2001΄΄, σ. 695.
Ψήφισμα (99) 5 της επιτροπής υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη σύσταση της
«ομάδας κρατών κατά της διαφθοράς – GRECO».
199