έτσι το λέμε εμείς
οι
Σαρακατσάνοι
λέξεις της καθομιλομένης
στην
Σαρακατσάνικη λαλιά
2019
1
2
Α α = δηλώνει συναισθήματα ανάλογα με το νόημα του λόγου, τον τόνο και το χρωματισμό της φωνής ή τις
κινήσεις του σώματος και τους μορφασμούς του προσώπου (χαρά, ευχαρίστηση, θαυμασμό, πόθο ή ευχή που δεν
1. έγινε, κοροϊδία, αγανάκτηση π.χ. α; = τι ; , ααα; =τι είπατε;, ααααα.. = σωστά ή κατάλαβα, στερητικό
πρόθημα, δηλώνει το αντίθετο από αυτό που εκφράζει η αρχική λέξη: αβέβιους, άκακους, ανάφαγους,
2. ανέξουδους, ανήλκους, ανήμπουρους, ανήξηρους, ανήψητος, ανηπρόκουπους, άηχους, άοπλους, άυπνους.
3. άβακας = αβάκιο = μικρός άβακας, η πλάκα στην οποία έγραφαν οι μικροί μαθητές, [αρχ. ἀβάκιον]
4. αβάρετος = αλάρουτους
αβαρής = άβαρους = που δεν έχει καθόλου ή πολύ βάρος , δεν έχει βάρη οικονομικά, με οικονομική άνεση.
5. αρχ.( ἀβαρής)
αβασανιστος = αβασάνιστους -η -ου, αβασάνγους = που δε βασανίστηκε, δεν ταλαιπωρήθηκε σωματικά ή
6. ψυχικά. (Αντίθετο, βασανισμένος),που δεν τον έλεγξαν, δεν τον εξέτασαν εξαντλητικά και επίμονα· ανεξέταστος
αβασίλευτος = αβασίλευτους -η -ου = . που δεν έδυσε ακόμα, που βρίσκεται λίγο πριν από τη δύση του , (μτφ.
7. για τα μάτια) που δεν έκλεισαν, που δεν έχει βασιλιά
αβάφτιστος = αβάφτ'στους -η- ου = που δε βαφτίστηκε ακόμα, που δεν έχει βαφτιστεί
8. χριστιανός(αλόθρησκος) = άπιστος, αντίχριστος
9. αβγατίζω = αβγαταίνου, αβγατίζου = αυξάνω σε αριθμό, όγκο, πλήθος
αβγό (ειδικό) = φόλους = αβγό στη φωλιά της κότας για να την προκαλεί να γεννήσει, αυτός που κάθετε
10. συνέχεια μέσα (τι φλάς φόλους;)
αβλαβής = άβλαβους -η -ου = που δεν προξενεί βλάβη, κακό, άκακος, που δεν έχει πάθει βλάβη = είναι
11. άβλαφτος.
12. αβλαστήμητος = αβλαστήμ'τους -η -ου = που δεν τον βλαστήμησε κανείς
13. αβλόγητος = αβλόητος -η -ου = που δεν τον ευλόγησαν
14. άβουλα = άβουλα < μεσαιωνική ελληνική ἄβουλα (άθελα, χωρίς τη θέληση κάποιου)
15. αγαλιάζω = αγαλιάζου, αναγαλλιάζου = ευφραίνομαι, αισθάνομαι αγαλλίαση, μεγάλη ψυχική ευφορία
16. αγάμητος = αβάτευτους -η -ου = δεν γονιμοποιήθηκε από το αρσενικό του
αγάμητος, -η , -ο = αμπήδ'χτους -η -ου = δεν τον έχουν πηδήξει ή δεν μπορούν να τον πηδήξουν, για
17. γυναίκα σημαίνει αγάμητη
αγαμία γαμπρού = αμπόδ’μα = αδυναμία του γαμπρού να ολοκληρώσει τη
18. σεξουαλική επαφή με τη νύφη
19. αγάπη = ιαγάπη
20. αγαπημένος σύντροφος = συντρόφι
21. αγαπητικός = διντρουλάκι
22. αγγείο, είδος πιάτου = λιγγέρι = χάλκινο αγγείο ρηχό και πλατύ
23. αγγούρι = κρασταμπούτσα, κρασταμπέτσι, κρασταμπούτσι, καστραβέτσι
24. αγγούρι = κιρλυγγίτσι, κιρλικίτσ
25. αγελάδα = γελάδι, γιλάδα = βόδι
αγέννητος = αγίνουτους
3
26. άγευστος, -η, -ο = άνουστους -η -ου = δεν εχει γεύση, ανούσιος , κάτι που δεν έχει χάρη, γοητεία, που δεν
είναι νόστιμο στους τρόπους
27. αγιοκέρι = αϊουκέρι = αγιοκέρι (του επιτάφιου)
28. άγιος = άϊους
29. αγκαθιού είδος = τριβόλι
30. αγκαθωτά χαμόκλαδα = τσαλιά, παλιούρια
31. αγκαθωτό ζιζάνιο = τριβόλι = μτφ. το ζωηρό, άτακτο παιδί
32. αγκώνας = αναγκώνας
33. αγναντεύου = αγνάντιμα = η ενέργεια του αγναντεύου
34. αγναντεύω (τροπος παρατήρησης) = ξαγναντίζου = βρίσκομαι σε θέση που βλέπω και με βλέπουν
35. αγναντεύω από μακριά = ξαγναντεύου = διακρίνομαι από μακριά, διακρίνεται η μορφή μου
36. αγνάντι (τόπος) = ξαγνάντιου = θέση από την οποία μπορώ να έχω καλή θέα.
37. αγονιμοποίητα = αμαρκάλ’γα πρόβατα που δε πήγαν με κριάρι,
38. αγόρι = πιδί
39. άγρια ζώα = αγρίμια
40. αγριαπιδιά = γκορτσιά, γκουρτσιά = άγρια απιδιά
41. αγριαχλάδι = γκόρτσο = ο καρπός της γκορτσιάς
42. αγρίμι = ζλάπ-ζλάπι = συνήθως οι λύκοι, γενικά ο ατίθασος άνθρωπος
43. αγριοάχλαδο = αγγόρτσο, γγόρτσο = μικρό άγριο αχλάδι
44. αγριόγιδο = αγριουγίδι = Το αγριόγιδο είναι ο απόλυτος κυρίαρχος των γκρεμών, είναι ένα δυναμικό και
περήφανο ζώο. Το χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι τα όρθια κέρατα που
γέρνουν προς τα πίσω, στο πρόσωπό του κυριαρχεί το λευκό, ενώ το σώμα του
είναι δυνατό, με χρώμα που ποικίλει ανάλογα με την εποχή. Είναι, δηλαδή,
ανοιχτόχρωμο καφέ κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι με κοντό τρίχωμα, το οποίο
κατά τη χειμερινή περίοδο γίνεται μακρύ και παίρνει χρώμα σκούρο καφέ – σχεδόν
μαύρο. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη του είναι ο γκρεμός, όπου βρίσκει
προστασία από τους θηρευτές. Ορθοπλαγιές, βραχώδεις πλαγιές, απότομα δάση,
σάρες, λούκια και υποαλπικά λιβάδια αποτελούν τον ιδανικό βιότοπο για το αγριόγιδο. Τον χειμώνα, τα
αγριόγιδα προτιμούν τις απότομες, νότιες πλαγιές, όπου το χιόνι λιώνει γρηγορότερα. Όταν μπει η άνοιξη,
αρχίζουν να ανεβαίνουν σε ψηλότερα σημεία και για να αποφύγουν τη μεγάλη ζέστη το καλοκαίρι,
αποτραβιούνται στις δροσερές περιοχές του βιότοπου. Θυμίζει τους Σαρακατσάνους η ζωή του
45. αγριοκαστανιά = αγριουκαστανιά . Η αγριοκαστανιά, ιπποκαστανιά ή
ιπποκαστανέα (επιστημονική ονομασία: Aesculus hippocastanum, Αίσκουλος
το ιπποκάστανο) O φλοιός της, ο οποίος περιέχει μια κουμαρίνη, την
αισκουλίνη και βιταμίνη P, διαθέτει φλεβοτονωτικές ιδιότητες. Η βιταμίνη P
δυναμώνει τα τριχοειδή αγγεία, βοηθά στην κυκλοφορία του αίματος,
καταπραΰνει τους πόνους των αιμορροϊδικών κρίσεων, αντιμετωπίζει τις
εκχυμώσεις και τους κιρσούς και, γενικότερα, συμβάλλει στην ανακούφιση
των συμπτωμάτων, που σχετίζονται με τη φλεβική ανεπάρκεια (οιδήματα,
βαρειές γάμπες). Παλαιότερα, δινόταν και στα άλογα, όταν πάθαιναν κολικό και γι' αυτό έχει πάρει το όνομα
4
hippocastanum (ίππος + κάστανο). Ακόμα, χρησιμοποιείται στη βυρσοδεψία. Ο καρπός της αγριοκαστανιάς
περιέχει -μεταξύ άλλων- τανίνη, αισκουλίνη, φραξίνη και άμυλο. Το βότανο του αγριοκαστάνου
χρησιμοποιείται, ως ρόφημα, ως λοσιόν, ή ως στυπτικό, για την τόνωση του κυκλοφορικού συστήματος, ενώ
βοηθά στη φλεβίτιδα, τις αιμορροΐδες, τους κιρσούς και τα κνημικά έλκη.
46. αγριοκοίταγμα = αγριουτήραμα = κοίταγμα άγριο
47. αγριοκοιτάω = αγριουτηράου = κοιτώ αγριεμένα
48. αγριοκρίθαρο = αγριουκρίθαρου, αγριόχορτο, όρδεο το μύουρο Αγριοκρίθαρο ή Αγριοστάχυ ή τριχοστάχυ -
Hordeum murinum Αγροστώδες ζιζάνιο, φυτρώνει συνήθως
σε χέρσα εδάφη και
σε πολυσύχναστα μέρη και κατά μήκος των δρόμων. Τα άνθη
του είναι μικρά στάχυα με ωραίες αλύγιστες τρίχες και
μοιάζουν με το καλλιεργούμενο κριθάρι. Από τους πιο
γνωστούς λαθρεπιβάτες. Αποτέλεσε για χρόνια παιχνίδι των
παιδιών της υπαίθρου που παίζοντας, πετούσαν τα άνθη του,
το ένα στα ρούχα του άλλου, όπου συνήθως "κολλούσαν". Όμως οι σπόροι των αγριοκρίθαρων δεν είναι τόσο
αθώοι. Δημιουργούν ένα σοβαρό πρόβλημα για τα σκυλιά και τις γάτες επειδή τα μικρά μυτερά στάχυα μπορούν
να διαπεράσουν τα αυτιά και τις κόγχες των ματιών. Εάν μια ολόκληρη ακίδα αγριοκρίθαρου χωθεί μέσα στη
μύτη σας είναι δύσκολο να την αφαιρέσετε. Η ακίδα ωθείται βαθύτερα προς τα επάνω μέσα στη ρινική
κοιλότητα και έπειτα σπάει σε κομμάτια όταν προσπαθείτε να την τραβήξετε έξω.
49. αγριολάχανα = καυκαλήθρις
50. αγριομέλισσα (είδος) = σιρσέγκι = άνθρωπος που δεν ησυχάζει καθόλου,
εργατικός, είδος αγριομέλισσας
51. άγριος = άγριους = (για καρπούς) άγουρος, ανώριμος.
52. αγριότητα = αγριάδα = το φυτό άγρωστη η έρπουσα αλλά και αγριότητα.
53. αγριότητα = αγριουσύνη, = αγριάδα ύφους
54. αγριότοπος = αγρίδι = τόπος που δε βγάζει καλό χορτάρι, τόπος δεν εχει χορτάρι
55. αγριοτριαντάφυλλα(είδος) = μαλιαρόκωλα = είδος ροδιού άγριου τριαντάφυλλου που είχε χνουδωτό το πίσω
μέρος (κώλος)
56. αγριοτριανταφυλλιά = μαλλιαρουκουλιά
57. αγριοφράουλες = χάπσις = μικρές
58. αγριόχορτο (είδος) = ήρα = φυτρώνει στα χωράφια και εμποδίζει την ανάπτυξη
του σιταριού
59. αγροφύλακας = ντραγάτ’ς, δραγάτς, δραγάτης = αμπελοφύλακας.
60. άγρυπνα = αλέστα = όρθιος μας παρατηρεί (φλάΐ αλέστα )
61. αγρυπνία = νυχτέρι = μάζωξη και παρέα για κουβέντα και ξενύχτι
62. αγρυπνώ μαζί με άλλους = νυχτιρεύου = ή εργάζομαι τη νύχτα
63. αγώγι = αγώι = το μεροκάματο και η μεταφορά των αγαθών από τον αγωγιάτη
64. αγωνία = αγουνία, άγχος
65. αγωνίζομαι = πασκίζου, αγουνιόμι, προσπαθώ, ταλαιπωρούμαι.
66. αδειάζω = αδειάζου = αδειάζω κάτι, έχω ευκαιρία.
5
67. άδειο = ζούφιο = ψεύτικο,
68. αδελφοποίηση δύο ή περισσότερων ατόμων = μπρατιμηλίκι = Η επισημοποίηση γινόταν σε μια “μαγική”
τελετή, με θρησκευτικό χαρακτήρα και με συμβολικές πράξεις, όπως ανάμειξη αίματος, ανταλλαγή όπλων,
περίζωση με την Αγία Ζώνη κ.ά. Μέχρι το 1920, στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη, στο βουνό Ρίλα
(Βουλγαρία), οι Σαρακατσαναίοι πιανόταν σταυραδέλφια, κάθε χρόνο στις 29 Αυγούστου, την ημέρα που
γιόρταζε η Μονή
69. αδελφοποιτή = μότριμα
70. αδελφοποιτή =-σταυραδιρφή
71. αδελφοποιτός = σταυράδιφους
72. αδελφοποιτός = σταυραδερφός, μπράτμους = Η «σταυραδερφοσύνη», ή
αδελφοποίηση είναι θεσμός του λαϊκού εθιμικού δικαίου. Η δημιουργία
αδελφικού δεσμού στους Σαρακατσάνους ήταν δυνατό έθιμο, που οι ρίζες
του χάνονται στα βάθη των αιώνων. Το έθιμο αυτό αναπτύχθηκε ιδιαίτερα
στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Ο δεσμός γινόταν μεταξύ ατόμων, που δεν είχαν συγγένεια αίματος, αλλά είχαν
ίδια θρησκεία και διέπονταν από ισόβια υποχρέωση αλληλοβοήθειας, αλληλεγγύης και αυταπάρνησης. Ο τρόπος
που γινόταν κάποιος σταυραδερφός ήταν βασικά να χαραχτεί η φλέβα στο εσωτερικό του βραχίονα και των δυο,
που έχουν συμφωνήσει να αδελφοποιηθούν, και τέλος έπιναν λίγο αίμα ο ένας από τον άλλο.
73. αδελφός = μπάτης = ο μεγαλύτερος αδερφός.
74. αδέξιος = αλάνταβος, αλάνταβους
75. αδερφές = αδιρφάδις
76. αδερφομαχαιριά = αδιρφουμαχιριά = μαχαιριά από αδερφό, κακό που προέρχεται από τον αδερφό μου.
77. αδερφός ( ετεροθαλής) = μιλαδέρφι
78. αδέσποτο ζώο που τρέχει από δω κι από κει = ντουμουσιάρ’κου, ντουμουζιάρκο = ανυπάκουο στις εντολές του
τσομπάνου
79. αδήλωτος = αδήλουτους-ου = δεν έχει δηλωθεί
80. αδιάθετος = ανήμπουρους = άρρωστος, αδύναμος, αυτός που έχει ανάγκη από βοήθεια
81. άδικα = χαράμι
82. αδράχτι = δρούγα = η αρχαία άτρακτος.
83. αδυναμία = χαμάρα = εξάντληση, αδιαθεσία
84. αδύναμος = λισβός = λεπτός, λειψός
85. αδυνατίζω = κατχεύου, κατχιαίνου, σώνουμι, ρέβου, αχαμναίνου = χάνω βάρος
86. αδυνάτισες = έριψις
87. αδύνατο = λιάτερου
88. αδύνατο και με μεγάλη κοιλιά ζώο = μπακανιάρ’κου
89. αδύνατος = ξιραγκιανός, ζαΐφκους
90. αδύνατος = άσαρκους αχαμνός = χωρίς μυς, λιπόσαρκος,.
91. αδύνατος άνθρωπος = τσακνιάρης = σαν τσάκνο
92. αδύνατούτσικος. = αχαμνούτσ’κους, -ούλα, -ούτσ’κου =
93. αερολογώ = βαταλαλού, βαταλαλώ = λέω ανοησίες. κουβέντες χωρίς ουσία,
94. αετού ( είδος ) = καρτάλι
6
95. αζύγιστος = αζύϊαου
96. αηδία = ασκασιά
97. αηδιάζω = ασκιαίνουμι
98. αηδίες = αναγούλις = παραξενιές, κουταμάρες
99. αηδόνια = μπιρμπίλια
100. αηδονοκελαϊδουσα = αηδουνολαλούσα = πέρδικα που λαλεί σαν αηδόνι.
101. αθόρυβα = σταμούτα, σιγαλά
102. αθόρυβος,-η,-ο = σιγαλός, -ή, -ό
103. αθώος = αθώους, -α, -ου = αθώος χωρίς πονηριά, καθυστερημένος, χαζούλης
104. αιθάλη = .κάπνα,γάνα
105. αίμα (σε τσίμπημα φιδιού) = δρουπίκι = δηλητηριασμένο αίμα στο σημείο που έχει δεχτεί τσίμπημα από φίδι
το ζώο
106. αιμοβόρος = μουβόρκους
107. άιντε = ντε = εμπρός.
108. άιντε = αϊντι = άντε , εκφράζει γενικά παρακίνηση ή αγανάκτηση ανάλογα με τα συμφραζόμενα και το
χρωματισμό της φωνής, πήγαινε, έκπληξη ή δυσπιστία, αποδοκιμασία ή ασυμφωνία, συγκατάθεση
109. άιντε = άιστι, αϊντέστε = εμπρός
110. αϊντε-αϊντε = χ΄αΐντι , χ'αΐντι = φράση που δηλώνει κοροϊδία
111. αίσθημα χορτάσματος = χουρτασίλα
112. αίσια = δέξια = επιτυχώς.
113. αιφνίδια βροχή = τ’φάνι = άγρια και δυνατή βροχή που συνοδεύεται από άνεμο, ξαφνική καταιγίδα.
114. ακαθαρσία = μαγαρ’σιά = περιττώματα ανθρώπου, (μτφ.) βρωμιά, ανήθικη πράξη
115. άκακος = άβλαβους -η -ου
116. ακαλλιέργητο = χέρσο
117. ακατέργαστα = ανάργαστα = δέρματα που δεν έχουν υποστεί επεξεργασία.
118. ακατούρητος = ακατούργους = αυτός που δεν έχει κατουρήσει.
119. ακίδα = αγκίδα, μύτη από αιχμηρό ξύλο ή λεπτό αιχμηρό κομμάτι από ξύλο που τρυπάει το σώμα μου.
120. ακολουθώ κάποιον καταπόδας = τουν παίρου στου κουντά
121. άκομψος = άχαρους
122. ακόνι = ακόνι = εργαλείο για τρόχισμα.
123. ακόνια = ακουνιές = πλάκες σταχτόμαυρες, για να τροχίζουμε τα μαχαίρια
124. άκοπα = άκουπα = δεν κόπηκαν, αλλά και χωρίς διακοπή
125. άκου = άκσει, ακούρμα, ακουρμάσ = δώσε προσοχή
126. ακούραστος = αλάρουτους, αβάρητους, αβάργους = δε βαριέται αυτός, δραστήριος,
ασταμάτητος, που δεν τον χτύπησαν
127. ακούραστος =αβάριτους, δραστήριος, ασταμάτητος
128. ακούρευτος = άκουρους
129. άκουσα = άξα
130. ακουστός = ξαϊκουσμένους, -η, -ου,
7
131. ακούω με προσοχή = ακουρμαίνομαι, ακουρμαίνουμι, ακουρμάζουμι =
στήνω αφτί να ακούσω
132. ακριβοπληρώνω = βαρυπληρώνου
133. ακροθαλασσιά = γιαλός, ακρουπέλαου, ακρουπιλαϊά ακροθάλασσα,
ακρουθαλασσιά = γιαλός, παραλία, γιαλό, γιρογιάλι, γιαλούσα, γιαλέ,
γκιαλό, ζαλός, περιγιάλι, περγιάλι, παραγιάλι, παράγιαλος, ακρογιάλι,
ακρογιαλιά, ακρογιάλ, ακρουγιαλιά, ακροπελαγιά, ακρουπιλαγιά, ακρουπέλαγους, σίγιαλο
134. ακρωτηριασμένος,-η, -ο = κουλουβός, -ή, -ό, ζώο που έχει κοντή ουρά, - οι
Μακεδόνες Σαρακατσάνοι γιατί φοράνε κοντή φουστανέλα
135. ακτινοβολεί ο ήλιος = λάμπει ου ήλιους
136. ακυρώνω = καίου = μηδενίζω την προσπάθεια
137. αλάδοτος = αλάδιαγους, αλάδουτους = αυτός που είναι χωρίς λάδι, αβάφτιστος
, αντίχριστος.
138. άλαλα = μούτα = χωρίς λαλιά
139. άλαλος (μένω ) = μουτεύου = χάνω την ομιλία μου.
140. αλαταριά = χώρος με επίπεδες πέτρες όπου τοποθετούσαν το αλάτι για
να τρώνε τα ζώα
141. αλατίζω = αλατίζου = ρίχνω αλάτι στην αλαταριά
142. αλατοσάκουλα = αλατουσάκ’λου = σακούλι για το αλάτι.
143. αλαφροΐσκιωτος = αλαφρουίσκιουτους = ματιάζεται εύκολα, αυτός που «βλέπει» φαντάσματα
144. αλαφρύς άνθρωπος = φουντούλας = άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερο περιχόμενο που θέλει να φαίνεται.
145. άλειμμα = άλλ’μμα , υλικό για επάλειψη
146. αλείφω = αλείφου, αλείβω = βάζω αλοιφή
147. αλεπού = αλπού = μτφ. είναι πονηρός η πονηρή και πανούργα γυναίκα.
148. αλεστικά = ξάιτα = που παίρνει ο μυλωνάς σε στάρι η αλεύρι
149. αλεύρι για συμπλήρωμα = προυσάλευρου
150. αλευρόσκονη = πασπάλι η πασπάλη = σκόνη, ιδίως από αλεύρι [<αρχ. πασπάλη]
151. αλευρώνω = αλιβρώνου = ρίχνω αλεύρι.
152. αλευρώνω το προζύμι = ανιβατίζου = ρίχνω το προζύμι στο αλεύρι για να φτιάξω το ψωμί (ύψωμα)
153. αλίμονο = αλιά , αλί δυστυχία!
154. αλκάννα = βαφόρρ’ζα = το φυτό αλκάννα η κοκκινοβαφής, ανχούσα. Με τη ρίζα του έβαφαν τα μάλλινα. Ο
αρχαίος βοτανολόγος Θεόφραστος και αργότερα ο Διοσκουρίδης, αλλά και ο
Ιπποκράτης περιγράφουν τις ιδιότητες του φυτού και προτείνουν συνταγές για τη
χρήση του. Είναι κατάλληλη για τη θεραπεία ελκών στο διαβητικό πόδι, στην
επούλωση όλων τραυμάτων, εγκαυμάτων, ελκών κάθε είδους, αιμορροϊδοπάθειας
και άλλων δερματικών παθήσεων όπως η ακμή , καθώς αποτελεί μία φυτική ουσία
που βοηθά στην αποκατάσταση του δέρματος χωρίς τις παρενέργειες των χημικών
ουσιών.
155. αλλά = αδέ = ενώ, μα
156. άλλαγμα = .άλλαμα
8
157. αλλάζω = ξαλλάζου = φοράω τα παλιά και βγάζω. τα καλά ρούχα
158. αλλαξιά = αλαξιά, καθαρή ενδυμασία που φοράω, όταν αλλάζω ρούχα.
159. αλληθωρίζω = γκαλιουρίζου
160. αλλήθωρος = κιόρς , κιόρης, κιορ, κιόρος, γκαλιούρς , γκάλιουρας = αλιθόρος, αλίθουρος, αλόθορος,
αλιγκιόζης, αλιφέγγης
161. άλλης εποχή ς= αλλουτισνός, παλιότερα, πολύ παλιός, παλιάς εποχής.
162. αλλοίμονο μου = λέλι μ’ = και η έκφραση "ουϊ λέλιμ = αλλοίμονο μου "
163. αλλοιώθηκε και έχει δυσάρεστη οσμή το φαγητό = τάγκιασι του φαΐ
164. αλλοιώνεται = τσιαλντίζει = αλλάζει μορφή από την καθιερωμένη, μεταλλάσετε
165. αλμυρό = λύσσα = μανία, ασθένεια στα σκυλιά
166. άλογα (άρρωστα από αδενίτιδα) = σακαϊάρκα = τα άλογα που
πάσχουν από αδενίτιδα
167. άλογα = άτια
168. άλογα που ανήκουν στη λακνιά = λακνιάρ’κα
169. αλογάκι μικρό = πλάρα
170. αλόγιαστος = αλόιστους, -η, -ου = αυτός που δε βάζει σκέψεις, αυτός που δεν βασανίζει το
μυαλό του
171. αλογίσια = αλουγίσια, αυτή που προέρχεται από το άλογο.
172. άλογο = μπινέκι = άλογο ίππευσης (του τσέλιγκα συνήθως) μπινέκικο, μπινέκι, μπινέκ = άλογο καβαλαρίας
απ το Τούρκικο binek αργότερα το αυτοκίνητο ι.χ
173. άλογο (άρρωστο) = τικνιφέζ’κου = άλογο ή μουλάρι που έχει χάσει τις δυνάμεις του
174. άλογο (χρώμα) = κούλ’κου άλουγου = σταχτί άλογο
175. άλογο (χρώμα) = κούλα = θηλυκό άλογο με καφέ χρώμα
176. άλογο (χρωματικά) = ψαρής = άσπρο άλογο με σταχτή , μαύρες βούλες
177. άλογο νεογέννητο = π’λάρι, πλαράκι
178. αλογο του Θεού = άλουγου τ’ Θιού = πολύ μικρό ζωάκι πράσινο, σαν αδύνατη ακρίδα με μακρύτερο σώμα
179. αλογοκοπριά = καβαλίνα
180. αλογομούλαρα της στάνης = βαλμαριό
181. αλόγου περπάτημα = ριβάνι = ρυθμικό και ανάλαφρο βάδισμα του αλόγου
182. αλόγων αγέλη = λακνιά
183. αλόγων αρρώστια = σακαΐ (αδενίτιδα)
184. αλόη = αλουή.πικρό υγρό που βγαίνει από το φυτό αλόη, πικρό.
185. αλόθρησκος = αβάφτ'στους -η- ου
186. αλοιφή = αλφή
187. αλοιφή (είδος) = κιραλ’φή, η = πρακτικό γιατροσόφι (αλοιφή με κερί
και λάδι)
188. αλυσίβα = αλσίβα = στάχτη και νερό για το πλύσιμο Η αλισίβα είναι ένα αλκαλικό διάλυμα που
παρασκευάζεται με το βράσιμο του νερού μαζί με στάχτη από καμένα ξύλα. Συνιστάται δε να χρησιμοποιείται
βρόχινο νερό. Στα παλαιότερα χρόνια τη χρησιμοποιούσαν για τη λεύκανση των ρούχων, αλλά και αντί για
σαπούνι και για το λούσιμο (ειδικά για λιπαρά μαλλιά). Η αλισίβα έχει καθαριστικές ιδιότητες λόγω του
9
ανθρακικού καλίου που προσλαμβάνει από τη στάχτη, το οποίο έχει την ικανότητα να διαλύει τα έλαια και τα
λίπη γενικά. Την έφτιαχναν σε καζάνι όπου έβραζαν τα υλικά και μετά τοποθετούσαν τα ρούχα για πλύσιμο.
189. αλυσίδα = καδένα
190. αλυσίδες = κουστέκια. Χρυσές ή μπρούτζινες που κρεμάνε στα στήθια τους άντρες και γυναίκες
191. αλώνι που μαζεύονται νεράιδες= νηραϊδάλουνου
192. αλωνίζω = αλωνίζου, τριγυρίζω σαν να αλωνίζω, περιφέρομαι, κινούμαι συνέχεια σε ένα συγκεκριμένο μέρος,
κακομεταχειρίζομαι, προκαλώ ζημία
193. αλώνισα = αλώνσα
194. αλωνιστής = αλουνστής, αλουνάρ’ς = αυτός που αλωνίζει.
195. αμαγγάνιστα = αγιένουτα, αγέννωτα = τα ρούχα που έγιναν από υφάσματα που δεν πήγαν στο μαγγάνι για
χτύπημα , έμειναν όπως βγήκαν απ τον αργαλειό, υφαντά υφάσματα που δεν τα πηγαίνω στα μαντάνια για
επεξεργασία.
196. αμάζευτος = αμάζουτους. άζαπους, -η, -ου, απείθαρχος, αυτός που είναι έξω από κανόνες, δεν συμμαζεύεται
197. αμάνικες ζακέτες που έχουν πιέτες πίσω = μπόλκις
198. αμάνικο πουκάμισο στη γυναικεία φορεσιά = φούστια
199. αμάραθος = αμάραθους , αμάρανθος, η αμάραθος έχει όνομα ελληνικής καταγωγής που του δόθηκε εξαιτίας
της καταπληκτικής αντοχής του Ο αμάρανθος είναι ένα ψευδοδημητριακό, πλούσιο σε λυσίνη, αμινοξύ το οποίο
ενισχύει την ποιότητα πρωτεΐνης. Πλούσιο σε μαγνήσιο, σίδηρο, ασβέστιο, αλλά και χωρίς γλουτένη
200. αμαρτάνω = μαρτεύουμι, αμαρτεύουμι, μαρτάνου, κουλάζουμι
201. αμάσητος = αματσιάλ’γους
202. άμεσα = αμέσους , πολύ γρήγορα, την ίδια στιγμή
203. αμίλητος = γκούβρας = άκριτος.
204. αμμουδιά = αμμούδα = αμμότοπος
205. άμοιρη, δυστυχισμένη γυναίκα(μτφ.) = κρούνα
206. αμούστακος = αμάλλιαγους, νέος, χωρίς πείρα.
207. άμυαλος = ανέγνουμους = ανόητος,
208. αμύγδαλα = μύγδαλα
209. αμύγδαλα άγουρα = τσίγαλα
210. αμυχή = ξιγάλ’σμα
211. αμφιβάλλω = αντιάζου = δεν είμαι σίγουρος
212. αναβαίνω ψηλά = σκαλώνου = αναρριχώμαι ανεβαίνοντας ψηλά, σταματάω μπροστά σε ένα εμπόδιο
213. αναβρύζει άφθονο μέσα από πληγή = μπουρμπούλιαξι του αίμα
214. ανάβω = ανάφτου, ανάβου, -ομαι = βάζω φωτιά σε υλικά που καίγονται εύκολα και συνήθως δίνουν ζωηρή
φλόγα και θερμοκρασία, παίρνω φωτιά, βάζω φωτιά σε ένα υλικό, για να δώσει φως, αλλοιώνεται η σύσταση
(άναψε το τυρί), αισθάνομαι υπερβολική ζέστη
215. ανάγλυφα σχέδια (ειδικά) = κλίκια = ανάγλυφα σχέδια από ζυμάρι που φκιάχνουν οι
γυναίκες πάνω στις κουλούρες.
216. αναγούλα = αναδουσιά = άσχημη μυρωδιά
217. αναγούλες = ξερατά, ξιρατά, ξιρατιά
218. αναγουλιάζω = αναγλιάζω, αναγλιατσιάζου
10
219. αναζητώ = χαλεύω
220. ανάθεμα = ανάθιμα = ως κατάρα, για να εκφράσουμε την έντονη αγανάκτησή μας
για κάτι που μας έχει συμβεί ή για κάποιον που είναι ο αίτιος της δυστυχίας μας,
ανάθεμα κι αν δεν πονώ και αν δεν αναστενάζω, σωρός από πέτρες που σχηματιζόταν
στο σημείο όπου κάθε περαστικός έριχνε μια πέτρα, αναθεματίζοντας
221. ανακατεύω = αλαμανάω,γουργουλεύω = κάνω φασαρία
222. ανακατεύω τα κάρβουνα = συμπάω = ανακατεύω τα κάρβουνα και μαζεύεται η στάχτη της φωτιάς. (σίμπα τη
φωτιά, σίμπα το φαϊ), (μτφ.) παροτρύνω, βοηθάω, ενθαρρύνω
223. ανακατεύω χωρίς όρεξη = μαλλιαγκράω, μαλλιαγρίζου = ανακατεύω κάτι άτσαλα.
224. ανακατοσιά = κουρκουβέτσι
225. ανακατοσιάρης = ανακατωσιάρς -α -ουκο = που ανακατώνεται σε ξένες υποθέσεις και βάζει διαβολές,
ανακατωσιάρης
226. ανακατωμένα = ανάκατα
227. ανακατώνω = σγαρλάου, σγαρλεύου, ζγαρλίζου = ψάχνω, σκαλίζω ( ζγαρλίζει του φαΐ )
228. ανακατώνω τα πρόβατα και κάνω φασαρία = σαλαΐζου, σαλαϊαζου
229. αναλαμβάνω = αναλαβαίνου = ανακτώ τις δυνάμεις μου μετά από κάποια αρρώστια.
230. ανάλατος = ανάλατους = άχαρος, δεν έχει νοστιμιά επάνω του, χωρίς αλάτι, άνοστα, ανοησίες, χαζά
231. ανάλαφρος = ανάλαφρους -η -ου = πολύ ελαφρός αέρας, που είναι μόλις αισθητός και ευχάριστος, για κάτι ή
για καποιον που δίχνει ότι δεν έχει καθόλου βάρος, αέρινος
232. ανάλλαγος = ανάλλαγους, άλλαγους = αυτός που δεν άλλαξε φορεσιά
233. αναλλαξιά = αναλλαϊά = μη αλλαγή ρούχων.
234. αναμετρούμαι = παραβγαίνου = ανταγωνίζομαι
235. άνανδρος = άναντρους
236. αναπάντεχος = αναπάντ'χους -η -ου = κάτι που δεν περίμενε, δεν υπολόγιζε ή δε φανταζόταν κανείς ότι θα
συμβεί, απροσδόκητο, για κάποιον που έρχεται και εμφανίζεται ξαφνικά
237. αναπαύονται ενώ κάθονται μεσημέρι στον ίσκιο
τα πρόβατα = σταλίζουν τα πρότα
238. ανάπαυση = ανάπαψη
239. ανάπαυση = αναπαμός = ξεκούραση,
[anapamós]: (λαϊκότρ., λογοτ.) ξεκούραση,
ανάπαυση ή ψυχική ηρεμία
240. αναπηρία = σακατ’λίκι
241. ανάπηρος = σακάτ’ς, κλός
242. αναποδιά = στραβουμάρα, ζάντζα, ζαβουσύνη
= δυστροπία, ιδιοτροπία, ελάττωμα,
243. αναποδιάζω = στραβώνου = δεν λειτουργώ όπως πρέπει, δεν λειτουργώ ορθά
244. αναποδιές = στραβουμάρις
245. ανάποδο = ουρσούζκου = γρουσούζικο
246. αναποδογυρίζω = απστουμάου = γυρίζω απίστομα,
247. αναποδογυρίζω = απστουμίζου, γυρίζω απίστομα,
11
248. αναποδογύρισα = ανάσκ'λωσα
249. αναποδογύρισε = απστόμσει
250. αναποδογύρισμα = απστόμ’σμα= γύρισμα κωλοτούμπα
251. ανάποδος = ουρσούζκους = γρουσούζης
252. αναπτήρας = τσακμάκι, τσιακμάκι = είδος αναπτήρα (οινοπνεύματος ή
πετρελαίου) με φιτίλι και τσακμακόπετρα, αναπτήρας· μτφ. ο εύστροφος, έξυπνος
και δραστήριος άνθρωπος
253. ανάργυρος ο δυσώδης = βρουμουκλάρι = το φαρμακευτικό φυτό ανάργυρος ο δυσώδης, θάμνος που αναδίνει
μια άσχημη μυρωδιά. Το χρησιμοποιούσαν για να επουλώνουν τις πληγές από τσίμπημα σκορπιού
254. αναριγώ = θιρμαίνομι, θιρμαίνουμι
255. ανάρμεχτος = ανάρμιγους
256. αναρριχόμενο φυτό (είδος) = κληματσίδα = αναρριχόμενο φυτό που μοιάζει με αγιόκλημα, τα κλαδιά από
αναρριχόμενα φυτά
257. ανάσκελα = ανάσκ'λα, τα ανάσκλα = ύπτια, με τη ράχη προς τα κάτω
258. ανασκελώνω = ανασκ’λώνου = ρίχνω κάποιον ανάσκελα,-ουμι πέφτω
ανάσκελα
259. ανασκουμπώνομαι = ανασκουμπώνουμι = σηκώνω τα μανίκια για να
δουλέψω
260. αναστατώνω = ανασκ'λώνω = γυρνάω τα πάνω κάτω
261. αναστενάζω = χουλoϊώμι, στινάζου
262. αναστενάζω συνεχώς = χολοϊέμι, χουλο
263. αναταραχή = ανταρτουσύνη = πόλεμος, ανταρτοπόλεμος
264. ανατρέφω = ανασταίνου -ομαι =
265. ανατριχιάζω = αναδριμώνου = ανασκιρτώ αγριεύω, βγάζω
εξανθήματα, «Αναδρίμουσι η γλώσσα μ»
266. ανατρίχιασμα = ανατριχιάδα
267. ανατριχιασμένος = γατσουμαλλιασμένους = αυτός που
ανατρίχιασε από το κρύο.
268. ανατριχίλα = λαβούρα = διέγερση που συνοδεύεται από φόβο ή ταραχή (λαβούρα σι πιάνει, άμα
νυχτουπιρπατάς στα λόγγα)
269. ανατροφή = ανάθρεμμα, τράνεμα
270. αναφέρω = αναβάλλου , αναφέρου = θυμάμαι κάποιον, μνημονεύω, ονομάζω.
271. αναφέρω κάτι = μουλουγάου
272. αναχώρηση για τα βουνά ή τα χειμαδιά = φεύγα
273. ανδρικά = αντρίκια = τρόπος με τον οποίο καβαλικεύει ο άντρας
274. ανέγγιχτο = αμάλαγο = απείραχτο,
275. ανέθρεψες = ανάθρεψες, ανάθριψις
276. άνεμος Β.Δ = αρβανίτ’ς = βορειοδυτικός
277. ανεμοσούρι = ανεμοσίουρι = δυνατός αερας με βοή, δυνατός απότομος αέρας
278. ανεπαρκής = λιγουστός
12
279. ανεψιά = ανψιά
280. ανεψιός = ανψιός, αδιρφουπαίδι, ανψιόκας, (χαϊδευτικά).
281. ανήθικη = βαδέκλα = γυναίκα πρόστυχη,.
282. ανήλιαστος = ανήλιαγους = αυτός που δεν έχει κάτσει κάτω απ τον ήλιο, σκιερός, αυτός που δεν τον βλέπει ο
ήλιος
283. ανήλιο = ανήλιου = το μέρος που δεν το βλέπει ο ήλιος, ζερβό
284. ανήλιος = ζιρβός, (ή ζιρβύς), ζέρβια, ζιρβό (ζιρβύ)
285. ανήμερα Χριστουγέννων = Χριστόημιρα = χρονιάρες
μέρες των Χριστουγέννων
286. ανηφόρα = ανήφουρου
287. άνθη = άνθια
288. ανθίζουν τα κλαδιά = λουλουδιάζουν τα κλαριά
289. ανθίζω = ανθίζου, ανθού = ανθισμένος βγάζω άνθη, ανθοφορώ, γεμίζω λουλούδια, βρίσκομαι σε ηλικία
ανάπτυξης, ακμάζω
290. άνθος (κεφάλι) ασφάκας = ασφακουκιέφαλου = το άνθος από την ασφάκα δεν μπορεί να το
προσπελάσει η μέλισσα με ειδικούς τρόπους παίρνουν το νέκταρ της και παράγουν μεγάλης αξίας
μέλι.
291. άνθος από το σπερδούκλι(β,λ.) = σπιρδουκουκάλι
292. ανθρακιά = θράκα = τα αναμμένα κάρβουνα που καίνε,. Από την ομηρική λέξη
«ανθρακιή» = σωρός από κάρβουνα αναμμένα
293. ανθρωπάκι = κακαντρούλ’ς = ασήμαντος άντρας
294. ανθρωπάκι πειραχτήρι = ζουντόβουλου
295. ανθρωπάκος = απόσουσμα = πολύ κοντός και αδύνατος άνθρωπος
296. άνθρωποι (αστείοι) = ξινύστια = άνθρωποι που με τη συμπεριφορά τους προκαλούν για τους εαυτούς τους
φαιδρές συζητήσεις και σε κάνουν να ξενυστάζεις
297. άνθρωπος με σαρκώδη χείλια = ζαχείλας
298. άνθρωπος που αντιδρά περίεργα = τσινιάρ’ς =, αδικαιολόγητα, ευέξαπτος
299. ανθρώπου χαρακτηρισμός = χαρδαλούμπας = εκείνος που άπληστα καταβροχθίζει τα πάντα.
300. ανίδεος = ανήξιρους = δεν ξέρει τίποτα, απληροφόρητος
301. ανοησία = αναγνουμιά = αμυαλοσύνη
302. ανοησία στην δράση κάποιου = απουκουτιά = παλαβομάρα, αποκοτιά
303. άνοιγμα της ρόκας = αφτί ρόκας
304. ανοίγω τα πόδια = χαβδώνω μπροστά στην φωτιά (χάβδα) να ζεσταθώ από την μέση και κάτω
εσωτερικά
305. άνοιξε ο καιρός = απόλ’σι ου κιρός = καλυτέρευσε
306. ανοιχτός τόπος = ανοιχτωσιά
307. ανόρεχτος = ανόρεχτους -η -ου = που δεν έχει όρεξη, διάθεση για φαγητό, που γίνεται χωρίς όρεξη, διάθεση,
προθυμία ή που δείχνει έλλειψη καλής διάθεσης
308. ανοσταίνω = ανουσταίνου = γίνομαι άνοστος, άγευστος , κάνω κάποιον ή κάτι να φαίνεται άνοστος, άχαρος
309. αντάμωμα = μάζουξη, σμίξη = συγκέντρωση,
13
310. αντάμωση = σμίξη = ποταμών συμβολή
311. ανταπάντηση = αντιλουιά = απόκριση
312. ανταπόδοση χάρης = αντίχαρη
313. αντάρα σε καιρό ξηρασίας = ξηραντάρα
314. αντάρτες = ανταρτιά = πλήθος ανταρτών, μια εποχή με αντάρτικο
315. αντάρτης, αντάρτισσα = αντάρτ'ς , αντάρτ'σσα, κομιτατζής = πολεμιστής που δεν ανήκει σε τακτικό
στρατό και πολεμά για μια ιδέα εθνική, πολιτική κτλ, κομιτατζήδες , ατίθασος, ταραξίας, απείθαρχος
316. αντάρτικο = ανταρτοσύνη η οργάνωση των ανταρτών
317. άντε = άντες, άντις
318. αντέχω την νηστεία = βαστάου = κρατώ, νηστεύω.
319. αντέχω = αντέχου, νταϊαντάου
320. αντήλιο = αντήλιου = ό,τι βάζει κανείς στο μέτωπο πάνω από τα μάτια του για να τα προστατεύσει από τη
λάμψη του ήλιου, ιδίως όταν προσπαθεί να δει καλύτερα σε μακρινή απόσταση, χωρίς ήλιο
321. αντιγράφω κάτι = ξουμπλιάζω, ξουμπλιάζου = βγάζω σχέδιο από κάποιο κέντημα, κουτσομπολεύω, διακοσμώ
322. αντιδρώ απότομα = τσινάου = τινάζομαι απότομα, το άλογο όταν αντιδρά απότομα και σηκώνεται στα δυο του
πόδια
323. αντίδωρο = αντίδουρου = μικρό κομμάτι από πρόσφορο, το οποίο ο παπάς μοιράζει
στο εκκλησίασμα μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, δώρο που δίνει κάποιος ως
ανταπόδοση για το δώρο που του έχουν δώσει
324. αντίθετος = ινάντιους
325. αντικείμενα τυροκόμισης = κόθρια = κυκλικά μεταλλικά αντικείμενα για το κεφαλοτύρι.
326. αντικείμενο άχρηστο = λέντζερο
327. αντικοινωνικός = άσμιγους, άκριτους = ακοινώνητος.
328. αντικριστά = καρσι-καρσι
329. αντικριστός = καρσινός
330. αντίλαλος = αχός = βουητό
331. αντιλαλώ = αντιλαλού = αντηχώ, ήχος που ακούγεται δυνατά ή σε μεγάλη έκταση, χώρος που είναι γεμάτος
από δυνατούς και συνεχόμενους ήχους
332. αντιλέγω = αντιλουϊόμι = ανταπαντώ
333. αντιμισθία τσομπάνου .= χάκι, ρόγα
334. αντίπαλος = ινάντιους
335. αντίχριστος = αντίχριστους
336. αντοχή = τακάτι
337. αντράδερφος = αντράδιρφους, κουνιάδος,
338. άντρας ανήθικος = σαλταμπήδας
339. αντρειωμένος = αντριάς
340. αντρειώνομαι = αντρειώνουμι = γίνομαι γενναίος.
341. αντροσόϊ = αντρουγινιά = το σόι του άντρα
342. άνυδρος τόπος = άνυδρους τόπους, ξηρότουπους = τόπος στον οποίο δε βρέχει, που έχει ξηρασία
14
343. ανύπαντρος = μπεκιάρης, μπικιάρς =, ανίμπαντρος, ανίπαντρους, άπαντρος, άπαντρους, εργένης απ' το
Τούρκικο bekâr
344. ανυπόληπτη = πάντια (με το δείξια) = ανήθικη
345. ανυπόληπτο = ξιίσκιουτου
346. ανυπόμονος = ανηβάσταγους, αβάσταγους -η -ου = τίποτα δεν τον κρατάει, ασυγκράτητος
347. ανυπότακτος = ζαβατιάρ’κους = ατίθασος
348. ανώριμο = αγέννωτο, αγιένουτου, αγίνουτο = δεν είναι ακόμα έτοιμο , δεν είναι ώριμο, στον καιρό του δεν
ωρίμασε , δεν είναι στον καιρό του, άγουρο
349. ανώριμοι = αγρίδια = ανώριμοι καρποί.
350. ανώριμος = άγουρους, άγριος = δεν ωρίμασε (επί ανθρώπων ανώριμος)
351. άξαφνος = άξαφνους
352. άξεστος = χουντρουκουπάνι
353. αξία, αξιά, άξια, αξά, αξίγια, εξιά, εξά, ξια, ξα, αξιάδα, αξιότη, αξιότητα, αξιότα, αξιουμάδα, αξιομάρα,
αξιουμάρα, αξιοσίνη, αξιουσίν, αξοσίνη, αξουσίν = κιγμέτι, κιμέτι, κιγμέτ
354. αξίζει = πρέπει = ταιριάζει, αρμόζει
355. αξιοζήλευτος, = ζηλιμένους
356. αξιοθαύμαστος = καμαρουμένους = καμαρωτός, χαριτωμένος,
357. άξιος = άξιους -α -ου = έχει τα απαραίτητα προσόντα ή τις ικανότητες για κάτι, είναι ικανός, κατάλληλος,
επιδέξιος, αξίζει για αυτό που κάνει
358. αξιώνω = αξιώνου = κάνω κάποιον άξιον
359. αξύριστος = αξούργους
360. άοπλος (χωρίς άρματα) = ξαρμάτουτους, -η, -ου
361. αόρατο, υπερφυσικό και συνήθως κακοποιό ον = στοιχειό
362. απαγάγω κοπέλα = σβαρνάου κουπέλα = (μτφ.) κλέβω
363. απαίσια πράγματα = ξερατά, ξιρατά, ξιρατιά
364. απαλά = σιγαλά
365. απαλός = αγανός = μαλακός, αραιός, ανάριος.
366. απάνεμο = απόγουνου = απάνεμο μέρος, προστατεύεται από τον άνεμο και γενικά την κακοκαιρία, μέρος που
δεν το πιάνει ο άνεμος
367. απάνεμο μέρος = απαγκιρό
368. απαντώ = κρένω, αντικρίνουμι, απαντάου απαντώ για κάποιον άλλον
369. απαξιώνω = ξισκιώνου = ασχημίζω
370. απαρνιέται τον έρωτα = αρνητής = αυτός που απαρνιέται την πίστη
371. απατημένος σύζυγος = ζημιουμένους
372. άπαχος = αχαμνός
373. απέβαλε = απόρξει
374. απελπίζομαι = θυρουκόβουμι
375. απέναντι = αντίκρια, απουπέρα, καρσί (καρσί στον ήλιο = απέναντι στον ήλιο)
376. απέναντι (ακριβώς) = κατάντικρυ
377. απέναντι (ο) = αντικρινός -ή -ό = βρίσκεται απέναντι από κάτι ή κάποιον άλλο
15
378. απέναντι μέρος = αγνάντι, αγνάντια
379. απέναντι πλευρά = αντίπερα = στο απέναντι μέρος
380. απένταρος = γαζέτα δεν έχει = είναι απένταρος. Η γαζέτα υπήρξε νόμισμα της Επτανήσου Πολιτείας, που
κόπηκε το 1801, κατά την περίοδο της Ρωσσικής και Οθωμανικής κατοχής (Ρωσσοτουρκική Συμμαχία)
381. απεριόριστος = άσουτους = δεν τελειώνει, άφθονος, απέραντος
382. απεριποίητα μαλλιά = ξέπλιγα μαλλιά = αχτένιστα,
383. απεριποίητος = απειρουλόητος = δεν περιποιέται τον εαυτό του, δεν προσέχει την εμφάνιση του
384. απέτυχα = χαντακώθκα = παταγώδης αποτυχία
385. απήγανος = απήγανους = θάμνος που χρησιμοποιείται για εξορκισμούς. είναι ισχυρό
τοξικό φυτό γνωστό για τις ισχυρές του καθαρτικές ιδιότητες. Ο απήγανος λέγεται ότι
απομακρύνει τις γάτες, τους σκύλους, τις μάγισσες και τα κακά πνεύματα. Η παράδοση
λέει ότι ο Οδυσσέας έδωσε απήγανο στους συντρόφους του για να τους κρατήσει
ανεπηρέαστους από τα μάγια της Κίρκης. Λέγεται ότι βοηθά στην επίτευξη του στόχου
μας. Ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι έτρωγε απήγανο για να βελτιώσει την όραση και την
δημιουργικότητά του. Το βότανο αυτό συμβολίζει την θλίψη, την μετάνοια, την μεταμέλεια την οδύνη. Το φύλλο
του απήγανου ήταν το μοντέλο για το σχέδιο των σπαθιών στην τράπουλα. Σε λογοτεχνικά κείμενα το βότανο
αυτό έχει ονομαστεί βότανο της μη αβρότητας. Απήγανο έδινε η Οφηλία στον Άμλετ. Υπάρχουν αναφορές στην
Αγία Γραφή για το βότανο αυτό. Χρησιμοποιήθηκε ως αντίδοτο για τα δαγκώματα φιδιών και άλλων
δηλητηριάσεων. Ήταν το περίφημο αντίδοτο του δηλητηρίου του Μιθριδάτη. Οι αναφορές του Αθηναίου λένε,
ότι ο τύραννος του Πόντου Κλέαρχος διασκέδαζε με τους ευγενείς και τους αξιωματούχους του στα ανάκτορά
του δίνοντάς τους δηλητήριο που έφτιαχνε ο ίδιος. Εκείνοι όμως ως αντίδοτο έπαιρναν τον απήγανο
386. απηύδησα = βαρκέστ΄σα
387. άπηχτος = άπηχτους = δεν έχει πήξει αυτός
388. άπιστος = αντίχριστους ,αβάφτ'στους -η- ου = (μτφ.) καταραμένος, δύστροπος
389. απλησίαστος = αζύγουτους
390. απλοκέρα = απλουκιέρα = γίδα που έχει τα κέρατά της απλωμένα.
391. απλώνομαι = τιντώνουμι
392. απλώνω το χέρι να πάρω κάτι = ξαμώνω
393. από άλλου = αλλούθι = από άλλο μέρος, από άλλο πρόσωπο ή από άλλη πηγή
394. από αυτό το μέρος = απαύτου
395. από αυτού = απαύτου
396. από αυτού = απ΄ αυτού = από αυτό το σημείο.
397. από γεννησιμιού = γιντάτους, = γεννημένος έτσι όπως είναι. από τη γέννα του.
398. από εδώ = απουδώθι = από ετούτη τη μεριά, από τη μεριά που βρίσκομαι.
399. από εδώ και μετά = απέδου
400. από εκεί = απουκείθι = από εκείνη τη μεριά.
401. από εκείνο = απουκειό
402. από ελεφαντόδοντο = φιλντισιένιους = αυτός που γίνεται από
403. από κάτω = απκάτ
404. από μέλι = μελένια
16
405. από πάνω = αουπάν
406. από πίσω = απουκουντά = στη συνέχεια, από την πίσω μεριά, αυτά που ακολούθησαν.
407. από πού; = πούθι, απούθι
408. από την πίσω μεριά = απουκείθι
409. από τώρα = απ’ τα τώρα
410. απόβαλε = απόρξι
411. αποβάλλω = απουρρίχνου
412. αποβλακωμένος = ξηκούτ΄ς
413. αποβολή εμβρύου = απουβουλή , τα αίτια είναι πάρα πολλά, συνήθως
χλαμυδίωση, μελιταίος, τοξοπλάσμωση
414. απόβραδο = απόβραδου = αργά το βράδυ
415. απόβραδου θαμπάδα = σύθαμπου
416. αποβραδύς = απουβραδίς = από το προηγούμενο βράδυ
417. απόβροχο = απόβρουχου = μετά από βροχή
418. απογαλακτίζω = απουκόβου απαγορεύω, εμποδίζω
419. απόγευμα = απόγιουμα
420. αποδέχομαι = καταδέχουμι
421. απόδοση = αϊάρι = απόδοση γάλακτος σε τυρί
422. απόθεμα = σιρμαϊα = κομπόδεμα
423. αποθέτω = απθώνου = βάζω κάτι καταγής. -ουμι κάθομαι κάτω.
424. αποθήκευσης (τρόπος) = πουστιάζου = βάζω σε σειρά αντικείμενα, συνήθως το ένα πάνω στο άλλο για
αποθήκευση
425. αποκαλύπτω = ξιφανιρώνου =–ουμι παρουσιάζομαι
426. αποκαλύπτω τον πισινό μου και τον επιδεικνύω = τουρλώνου
427. απόκαμα = μ' απουγίνκι
428. αποκάμνω = απουκάμνου = έχω καταπονηθεί, έχω απαυδήσει.
429. αποκεί = απουκεί, απέκει, απέκεια = από εκεί,από το άλλο μέρος, από εκείνο το σημείο
430. απόκεντρα = παράμιρα
431. αποκεφαλισμένος = κουτσουκιφαλιασμένους, κουτσουκιέφαλους = τον αποκεφάλισαν, του έκοψαν το
κεφάλι.
432. αποκόμματα των νυχιών = απουνύχια
433. αποκοπή = ξικουπή = ορισμός σταθερής τιμής , η
434. αποκοτιά = απουκουτιά = παράτολμη ενέργεια.
435. απολαμβάνω, = χάζι = χαίρομαι, με διασκεδάζει, ευχαρίστηση, γούστο.
436. απολογούμαι = απουλουιόμι = δίνω απολογία.
437. απομακρύνομαι = ξικόβου αλαργεύου
438. απομακρύνω = απουδιώχνου, ξιτουπίζου = διώχνω από τον τόπο του κάποιον ή κάτι διώχνω μακριά
439. απόμερα = ανάμερα , παράμιρα Από την πρόθεση «ανά» και την ομηρική λέξη «μέρος» = μέρος, τμήμα
440. απόμερος = ανάμιρους = ερημικός, απομονωμένος.
441. απονήρευτος = άψηφους, αθώους = δεν δίνει σημασία
17
442. άπονος = άπουνους = αυτός που δεν είναι πονετικός.
443. αποπερατώνω = μπιτίζου απ το bitirmek
444. απορυθμίστηκε = ξεσκανταλίσκει
445. απορώ = θαμάζου = εκπλήσσομαι
446. απόσκια = ζιρβά = ανήλια μέρη,
447. αποσταμάρα = απουσταμάρα = μεγάλη κούραση.
448. αποτελειώνω = απουσώνου
449. απότομο εμπόδιο υψωμένο = νόχτους, νόχτη = όχθη, πεζουλάκι γύρω από την καλύβα
που την προστατεύει από τα νερά της βροχής
450. απότομος = αλάνταβος, αλάνταβους
451. απου = α' συνθετικό δίνει την έννοια τελειώματος ενέργειας που εκφράζει το β' συνθετικό: απουβράζου, απου-
ζ’μώνου, απουπλένου, απουφκιάνου, απουχαρτώνου, απούπι κτλ.
452. απουλ’το = υφαντό χωρίς σχέδια, ελεύθερο
453. αποχαιρετισμός = ξενίτεμα
454. αποχτώ περιουσία = καζαντίζου
455. αποχωρητήριο = απόπατους
456. αποχωρίζομαι = ξικόβου
457. άπραγος = άπραγους
458. άπρεπα = άπριπα = δεν πρέπουν.
459. Απρίλιος = Απρίλ'ς
460. απροσδόκητος = άξαφνους
461. απρόσεκτος = αλάνταβος, αλάνταβους , απρόσιχτους
462. αραιά- αραιά (κατά διαστήματα) = ανάρια = αραιά-αραιά σε διάρκεια
463. αραιοπλεγμένο = αριουπλιμένου
464. αραιός = ανάριος -α -ο = επίρρημα κατά αραιά διαστήματα ιδίως χρονικά,κάπου κάπου
465. αραιώνω = αριεύου
466. Αρβανιτόβλαχοι = Γκαραγκούν’δις = Αρβανιτόβλαχοι της Ηπείρου , Βλαχόφωνοι Έλληνες, Οι
Αρβανιτόβλαχοι, λόγω της συνύπαρξης στην Βόρεια Ήπειρο με τους Αρβανίτες, γνώριζαν τρεις γλώσσες,
δηλαδή εκτός από την Ελληνική και την Βλάχικη, την Αρβανίτικη. Για τον λόγο αυτό υπάρχει συνδυασμός των
λέξεων Αρβανίτης + Βλάχος. Ο όρος Αρβανιτόβλαχοι είναι σχετικά νέος και μάλιστα πολλοί από τους
παλιότερους Αρβανιτόβλαχους δεν ήξεραν τον όρο αυτό. Αντιθέτως χρησιμοποιούσαν το όνομα Φαρσεριώτες ή
Φρασεριώτες Βλάχοι για να αυτοπροσδιοριστούν.
467. αργά = σιγαλά, απ'αγάλια, αγάλια , σιγά.
468. αργαλειός = ξύλινη χειροκατασκευή με την οποία ύφαιναν ρούχα, ο
παραδοσιακός ξύλινος αργαλειός των Σαρακατσάνων, μηχανή σε
εργοστάσιο ύφανσης
469. αργαλειός Σαρακατσάνων = αργαλειός τ’ς γούρνα = αυθεντικός
Σαρακατσάνικος αργαλειός.
470. αργαλειού (εξάρτημα) = καλαμίδια = εξαρτήματα του αργαλειού όπου
τύλιγαν το διασίδι
18
471. αργαλειού (εξάρτημα) = καρέλι
472. αργαλειού (εξάρτημα) = αμασκάλες = εξάρτημα του αργαλειού (ξύλα γυριστά στα οποία στηρίζονται τα αντιά)
473. αργαλειού (εργασία) = καλαμίζου = περιτυλίγοντας το νήμα φτιάχνω μασούρια
474. αργαλειού (μέρος) = δόντια = κάθετα καλαμάκια που έχουν τα χτένια στον αργαλειό
475. αργαλειού (του) = αργαλίσια = αυτά που υφαίνονται στον αργαλειό.
476. αργαλειού εξάρτημα = ξ’λόχτινου = μέσα στο οποίο μπαίνει το χτένι.
477. αργαλειού εξάρτημα = αντίστρα = ράβδος με την οποία στρίβω το πίσω αντί, αλλά κρατάω και το
διασίδι τεντωμένο
478. αργαλειού εξάρτημα = ιδιάστρα, διάστρα = εξάρτημα στο οποίο ιδιάζω το στημόνι, κομμάτι ξύλου
εφοδιασμένο με μια κοντή λαβή και τρυπημένο με πολλές τρύπες σε δυο σειρές
479. αργαλειού εξάρτημα = μ’ταρόξ’λου = ξύλο που φέρει τα μ’τάρια
480. αργαλειού εξάρτημα = μασκάλη, πάνω του στηρίζονται τα αντιά.
481. αργαλειού εξάρτημα = πατήθρες = τα "πεντάλ" του
482. αργαλειού εξάρτημα = σαϊτόξ'λου
483. αργαλειού εξάρτημα = σύρτ’ς = με το οποίο η υφάντρα ξεσέρνει το διασίδι.
484. αργαλειού εξάρτημα = χτένι = εξάρτημα του αργαλειού μέσα από το οποίο περνάει το
διασίδι.
485. αργαλειού εξάρτημα = τ’λίχτρα = μέρος που τυλίγουμε το στημόνι γύρω από το αντί και
είναι έτοιμο για τον αργαλειό
486. αργαλειου εξάρτημα = αντί = εξάρτημα του αργαλειού (μακρύ και στρόγγυλο ξύλο πάνω στο οποίο τυλίγεται το
στημόνι και το υφασμένο διασίδι).
487. αργαλειού εξάρτημα = σαΐτα = εξάρτημα του αργαλειού με το οποίο περνάμε το υφάδι,
488. αργαλειού εξαρτήματα = παλ’κάρια = τα ραβδιά για να στερεώνουν
489. αργαλειού εξαρτήματα = μτάρια = εξαρτήματα στον αργαλειό από όπου περνάει το νήμα αυτά μετακινούνε τα
στημόνια
490. αργαλειού εργαλείο = μπρουσταντί, (του) = το μπροστινό αντί, αυτό στο οποίο μαζεύεται το υφασμένο
διασίδι.
491. αργαλειού εργαλείο = πιραστάρι = ένα από τα αντιά του αργαλειού
492. αργαλειού εργαλείο = ξυλόχταινο = χτένι του
αργαλειού που ύφαιναν βελέντζες κλπ
493. αργαλειού εργαλείο = μασέλοις = δύο εγκοπές πάνω
,κάτω, στο ξυλόχτενο και μέσα τους μπαίνει το χτένι,
494. αργαλειού εργαλείο = χέρι = η ξύλινη μανιβέλα με την
οποία στρίβαν το μπροστινό αντί. στον αργαλειό
495. αργαλειού νήμα = διασίδι, δγιασίδι = οι κλωστές του
αργαλειού που υφαίνονται
496. αργαλειού νήμα = σαϊτόγνιμα = νήμα που έχει η σαΐτα
σε καρούλι (σαϊτόξυλο)
497. αργαλειού νήματα = στφάδι, στμόνι
498. αργό βήμα. = γαλιάτι
19
499. αργοξυπνάω = αργουξυπνάου = ξυπνάω κάποιον σιγά σιγά, αργά-αργά
500. αργοπλέκω = αργουπλέκου = πλέκω αργά.
501. αργοπορημένος = όψμος = ο καθυστερημένος, μετά τον καιρό του
502. αργός = αγαλιανός
503. αργοστόλιστος = αργουστόλ’ς, = αυτός που στολίζεται αργά, επειδή προσέχει την εμφάνισή του, αυτός που
είναι αργός στη δουλειά του και δεν αποδίδει πολύ.
504. αρέσω = αρέου
505. άρθρωση = κλείδουση = σύνδεση μελών του σώματος.
506. αριθμητική (μάθηματα) = ρικάμια = τα μαθήματα αριθμητικής (πράξεις κ.τ.λ )
507. αριστερά = ζερβά
508. αριστερά (η). = ζέρβια
509. αριστερό = ζερβί
510. αριστεροδεξιά = ζιρβόδιξια = πότε αριστερά, πότε δεξιά.
511. αριστερός = ζιρβός, (ή ζιρβύς), ζέρβια, ζιρβό (ζιρβύ)
512. αριστερόχειρας = ζερβοχέρσ
513. αρκετά = μπαϊά
514. αρκετό = κάμπουσου, μπόλ'κου
515. αρκετός = μπόλκους = φτάνει τόσος
516. αρκούδες = αρκούδια
517. αρκουδίζω = μπουσλάω, μπουσουλάω = αρκουδιάζω, από το bušuledzŭ βλαχ.
518. αρμαθιά = αρμάθα = πλήθος ομοίων πραγμάτων περασμένα σε σχοινί η σύρμα π.χ. νια αρμαθιά πιδιά =
πολλά παιδιά.
519. αρμαθιάζω = αρμαθιάζου = περνώ σε κλωστή κάτι και κάνω αρμάθα, φτιάχνω αρμαθιά, -ουμι μπαίνω στη
σειρά ο ένας πίσω από τον άλλο ή δίπλα από τον άλλο
520. άρματα = τσιαπράζια =χανάκες ,
521. αρματώνω = σιδιρώνου, βάζω κουδούνια στο κοπάδι, βαζώ άρματα σε κάποιον
522. άρμεγμα = αρμιγμα, αρμιή, άρμιμα, Το άρμεγμα με το χέρι ήταν για αιώνες ο μοναδικός τρόπος λήψης του
γάλατος. Γίνεται με εφαρμογή πίεσης στη θηλή του μαστού και τράβηγμά του προς τα κάτω, με το γάλα να
συγκεντρώνεται σε κάποιο δοχείο (καρδάρα ή καρδάρι).
523. άρμεγμα (τρόπος) = τσαρκαλ’στά = τρόπος που αρμέγουμε το γάλα δε βγαίνει σε συνεχή ροή αλλά
διακεκομμένα
524. αρμέγουν = αρμέν
525. αρμέγω τα πρόβατα την περίοδο που έχουν λίγο γάλα = στραγγίζου τα πρότα
526. αρμέγω. = αρμέου
527. αρμεχτές = αρμιχτάδις = αυτοί που αρμέγουν τα ζώα
528. αρμύρα, αλυσίβα, καλιά, σαλαμούρα = αρμύρα, αρμυρίκια = Χορταρικό που τρώγεται
συνήθως βραστό, παίρνει το όνομά της από τη θάλασσα, κοντά στην οποία φυτρώνει .Η
αρμύρα, λόγω της μεγάλης περιεκτικότητας σε ανθρακικό νάτριο (Na2CO3) χρησιμοποιήθηκε επί αιώνες για την
παρασκευή καυστικής σόδας - ποτάσσας -αλυσίβας - καλίου. Εξ άλλου τοπικές ονομασίες της αρμύρας το
υπενθυμίζουν: αλυσίβα, καλιά, σαλαμούρα, υγρό μέσα στο οποίο συντηρείται το τυρί.
20
529. αρμυρό πολύ = σκάρφη γίν’κι = έγινε πολύ αρμυρό
530. αρνί (ιδιαίτερο) = δυγόνι = αρνί που γεννιέται προς το τέλος του γέννου
531. αρνί που σφάζουμε τη Λαμπρή = λαμπριάτ’κου αρνί
532. αρνί, βυζανιάρικο = σουγκάρι = μικρότερο παιδί μιας οικογένειας
533. αρνιά (είδος) = πρώιμα αρνιά = αυτά που γεννιούνται στην αρχή του γέννου.
534. αρνιά πρώιμα = κατσιαρμάδις
535. αρνούμαι, πεισματικά = γκουρώνου
536. αρνοχρονιά = αρναδουχρουνιά = χρονιά που οι προβατίνες γεννούν πολλά
θηλυκά αρνιά και λίγα αρσενικά.
537. αρπάζομαι = πιάνουμι
538. αρπάζομαι από κάπου την τελευταία στιγμή = αρπακουλλιώμι
539. αρπάζω = ζαπώνω = παίρνω κάτι ξένο, κάνω κάτι δικό μου (συνήθως αρπάζοντας το από κάποιον)
540. αρπάζω = αδράχνου, αρπάχνου = αρπάζω κάποιον με τη βία.
541. αρπάζω περιουσία = διαγουμίζου, διαουμίζω
542. άρπαξε το ψωμί = άρπαξι του ψουμί = ήταν δυνατή η φωτιά και σκούραινε η επιφάνειά του
543. αρπαχτικά = όρνια
544. αρραβώνες = σύβαση, συβάσματα
545. αρραβωνιάζω = συβάζου = -ουμι αρραβωνιάζομαι
546. αρραβώνιασμα = σύμβασμα
547. αρραβωνιαστικιά = συβαστικιά
548. αρραβωνίσια = αρριβουνίσια = των αρραβώνων
549. αρραβώνων μαντήλια = συβουμάντ’λα = μαντίλια των αρραβώνων με δαχτυλίδια και βασιλικό, ή τα
δαχτυλίδια, ρύζι, ένα λόιδο από κόκκινη τλούπα και καμιά φορά και λίρα
550. αρραβώνων συγγενείς = συβαστάδις = συγγενείς του γαμπρού που πάνε να αρραβωνιάσουν
551. αρρωσταίνει = αβδιλλιάζιτι = αρρωσταίνει ένα ζώο από τη βδέλλα, (παθαίνει διστομίαση). Οι δυστομιάσεις
είναι παρασίτωματα
552. αρρωσταίνω = ανημπουρεύου, αρρουστού , αρρωστώ = αδιαθετώ
553. αρρωσταίνω (φάση) = πιτρώνει η αρρώστια = με περίλαβε η αρρώστια (μτφ.) με καταβάλλει, με ταλαιπωρεί
για πολύ καιρό
554. αρρώστησα από κήλη = κατιβάζου αβγό = έβγαλα κήλη,
555. αρρώστια = ανημπόρια, αρρουστιά
556. αρρώστια (είδος) = αβγουλίθι = των προβάτων (όγκος σε σχήμα αβγού).
557. αρρώστια (είδος) = αγαλαξιά των προβάτων (κόβεται το γάλα και πρήζεται το μαστάρι)
558. αρρώστια (πόνος σε κάποια άρθρωση ,κυρίως άκρων). = ζουρλαμάς
559. αρρώστια (προβατίνας, κατσίκας) = κάηκι η πρατίνα = δεν αρμέχτηκε έγκαιρα και θα πάθει μαστίτιδα
560. αρρώστια (ειδική) = αχαμνό = αρρώστια (άνθρακας)
561. αρρώστια ζώου (είδος) = μαστίτιδες = κακή λειτουργία αρμεκτικού συστήματος (γαγγραινώδης, οξεία,
χρόνια)
562. αρρώστια ζώων = παρμάρα = αρρώστια στα πρόβατα, λοιμώδης αγαλαξία .Πολύ μεταδοτική νόσος
Συμπτώματα: πυρετός, αρθρίτιδα, οφθαλμίτιδα, μαστίτιδα-αγαλαξία, πνευμονία, αποβολή και σηψαιμία-θάνατος
21
563. αρρώστια στα ζώα = δραγκουμάρα = πιάνονται τα πόδια
564. αρρώστια στα ζώα = μασταράς
565. αρρώστια στα πρόβατα από το χορτάρι = στρουμπάρα
566. αρρώστια συνήθως ελαφριά = συρμή = επιδημία
567. αρρώστια των προβάτων = βουρδούλα (υδροκεφαλία)
568. αρρώστια των προβάτων = αβγουλίθι = (όγκος σε σχήμα αβγού).
569. αρρωστιάρης = ζαραλής, τικνιφέζ’ς, μαραζιάρ’ς = ή αυτός που πάσχει από χρόνιο νόσημα
570. αρρωστιάρης χρωματικά = κίτιρνους,
571. άρρωστο πρόβατο = κουπανιάρ’κου = που φουσκώνει και ξεφουσκώνει η κοιλιά του.
572. άρρωστος = κουπανιάρ’ς
573. αρσενικό = σιρκό
574. αρσενικό αρνί. χρονιάρικο = ζγούρι
575. αρσενικός = σιρκός
576. άρτυμα = άρτμα = φαγητό που αρταίνει, το να τρώμε φαγητό που αρταίνει
577. αρχίδια = γκβάρια
578. αρχίζω = αρχ’νάου, αρχεύου
579. αρχίζω άρμεγμα γιατί κατέβασαν γάλα τα ζώα (γαλάρεψαν) = γαλαρεύου = αρχίζω να αρμέγω μια προβατίνα ή
μια γίδα
580. άρχισε ο γάμος = = πιάνουμι
581. αρχοντάθρωπος = κιμπάρης, κιμπάρτς, κιμπάρς =
αρκοντάθροπος, αρχουντάθρουπους
582. άρχοντας = μπέης, μπέις, = προύχοντας απ το Τούρκικο bey
583. άρχοντας νέος = αρχουντουνιός = πλουσιόπαιδο.
584. αρχοντιά = κιμπαρλίκι = αρχοντία, αρχουντιά, αρχοδιά, αρκοντιά, αρκόντια, αρκογκιά, αρκοντζιά, αρχοιντά,
585. αρχοντοπούλα = αρχουντουϊπούλα = πλουσιοκόριτσο.
586. αρωσταίνω από γκλαμπάτζα = αβδιλλιάζουμι = αρρωσταίνει ένα ζώο από τη βδέλλα, (παθαίνει διστομίαση). Οι
δυστομιάσεις είναι παρασίτωματα αβδέλλιασμα, το αβδελλιάζω = 1. η εμφάνιση βδελλών (ιδιαίτ. στα
στάσιμα νερά)2. η απομύζηση, το ρούφηγμα τού αίματος από βδέλλες 3. η ασθένεια διστομίαση 4. σύνδεση
τεμαχίων ξύλου ή μετάλλου με σιδερένια ελάσματα.
587. αρώστια (προβάτων) = γκούσια = βρογχοκήλη των προβάτων
588. άρωστος από δυσεντερία = κουλλιατζιάρς = αυτός που πάσχει από κολλιάτζα (δυσεντερία)
589. ασαμάρωτα = ασαμάρουτα = είναι χωρίς σαμάρι.
590. ασβός = μπρουσούκι, μπουρσούκι = άζος, ασβέλι, άσβιος, άσβος, ασβούνι, άσβους, βούρσα, γιάσβους, εσβός,
έσβους, έσγους, ιάσβους, οσβός, πορσούξ από το porsuk τουρ.
591. ασήκωτος = αβάσταχτους -η -ου = δεν μπορεί να τον βαστάξει, να τον σηκώσει κάποιος, βαρύς, , δεν μπορεί
να τον συγκρατήσει κάποιος, ορμητικός, ασυγκράτητος
592. ασήμαντο ανθρωπάκι = γατουξιέρασμα = (μτφ.). αδύνατος και κοντός άνθρωπος γατσιασμένους,
κατσιασμένος = κακομοίρικο.
593. ασημένιος = αργυρός
594. ασθένεια = αστένια
22
595. ασθένεια ζώων = λιστερίωση = σχετίζεται με βόσκηση στα πουρνάρια. Συμπτώματα: Νευρικά, αποβολές,
θάνατοι από σηψαιμία, σιαλόρροια (ΜΕΤΑΔΙΔΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ)
596. ασθένεια = αβδέλλιασμα = των προβάτων γκλαμπάτζα, γλαπάτσα, χλαπάτσα, αβδέλιασμα, βιδέλιασμα,
εβδέλιασμαν, εβδέλαγμαν, κοδέλιασμα, διστομίαση
597. ασθένεια νυχιών = κμάνι = ασθένεια που πληγιάζουν τα ζώα ανάμεσα στα νύχια
598. ασθένεια προβάτων = κουπανάει η πρατίνα = είναι άρρωστη, χτυπάει δυνατά η κοιλιά της προβατίνας
599. ασθένεια προβάτων = μπούζα, βούζα = ασθένεια των προβάτων από το buzë-a αλβ.
600. ασθένεια στα ζώα = νηρουγκάμπατσα
601. ασθένεια στα ζώα = κουλιάντζα , στρουμπάρα = ασθένεια στα ζώα (δυσεντερία) Ασθένεια αιγοπροβάτων:
Εντεροτοξιναιμία (Στρουμπάρα) Αίτιο: Το CIostridium perfrigens, μικρόβιο που πολλαπλασιάζεται έντονα στο
έντερο και παράγει τοξίνες. Προσβάλλει όλες τις ηλικίες Το μεγαλύτερο πρόβλημα παρουσιάζεται στα
νεογέννητα τις 2 πρώτες βδομάδες της ζωής τους.Αρρωσταίνουν το 5-90% των νεογέννητων αμνοεριφίων.
602. ασθένεια των αλόγων = αλουγόψουρα
603. ασθένεια των ζώων παρασιτική βρογχίτιδα = βρουντότριχα
604. ασθένεια των προβάτων = κλαπάτσα = βλέπεδιστομίαση, γκλαπάτσα, αβδέλιασμα, γλαπάτσα, χλαπάτσα,
βιδέλιασμα
605. άσθμα = στένουση = δυσφορία στο στήθος,
606. ασιγούρευτος = ασιγούριφτους = ανήσυχος.
607. ασκέπαστο = ασκέπαγου = το καλύβι ή μαντρί που είναι ανοιχτό από μπροστά.
608. ασκητές =. ασκητήδις
609. ασκί (ειδικό) = τυρουλόι, τυρολόγος = ξύλινο δοχείο που έβαζε ο τσομπάνος το τυρί
610. ασκί (ειδικό) = φλάσι, φτσέλα = ασκί στο οποίο βάνουν νερό οι τσοπαναραίοι ή ξύλινο μικρό δοχείο για νερό η
κρασί.
611. ασκί (είδος) = ταργαζίκα = φθαρμένο ασκί στο οποί βάζουμε ταμπάκο, αλεύρι ή ψωμί
612. ασκί (είδος) = γκιζουτόμαρου = ασκί στο οποίο βάνω τη γκίζα
613. ασόβαρο = ξιίσκιουτου
614. ασόβαρος = αΐσκιωτος, ξεΐσκιωτος = δεν εμπνέει σοβαρότητα. χωρίς χαρίσματα, καθόλου συμπαθής.
615. ασπάλαθος = ασπάλαθους = θάμνος με χοντρά αγκάθια.
616. άσπαρτο μέρος ανάμεσα σε σπαρμένα = μισαριά, μεσαριά
617. άσπρα = φλώρα
618. άσπρα = τούρκικα νομίσματα.
619. ασπρίζω τα ρούχα = λιφκιαίνου = πλένοντας καλά τα ρούχα τα κάνω λευκά
620. άσπρισα = φλώρσα
621. ασπρόμαυρα = παρδαλά = ανακατωμένα πολλά χρώματα
622. ασπρόμαυρη = γραβανή
623. ασπρόμαυρος, γκριζόμαυρος = γραβανός = έχει πολλά χρώματα ανακατωμένα (άσπρο και μαύρο αλλά και γκρι
ή και καφέ).
624. άσπρος = φλώρους, άσπρους, ασπριδιρός = άσπρος στην εμφάνιση, στο πρόσωπο.
625. ασπρόχωμα = ασπρόχουμα = χώμα που το χρώμα του είναι προς το άσπρο.
23
626. ασταύρωτος = ασταύρουτους = αυτός που μιλάει πολύ και χωρίς να σταματάει, αυτός που δε διασταυρώνεται,
που δε συναντιέται με άλλον
627. αστειεύομαι = χαρδακίζου = χαίρομαι πολύ, ανοίγει η ψυχή μου,
628. αστέρι = αστρί
629. αστράγαλος = κότσι
630. αστράγγιστο τυρί = αστράγκ’στου τυρί, αστράγκιγου = δεν του έχει αφαιρεθεί το τυρόγαλο.
631. αστραπιαία περνάει από μπροστά σου = σβηντζούρι
632. αστράφτει = αστραπουβουλάει, στραποβολάει = πέφτουν κεραυνοί.
633. αστυνομικοί = κουμπουράδις = αυτοί που κρατούν πιστόλια
634. ασυγκράτητος = αβάσταγους -η -ου = τίποτα δεν τον κρατάει, ανυπόμονος ακράτητος = αβάσταγους -η -ου
= ανυπόμονος, ασυγκράτητος,
635. ασυγκράτητος = = αβάσταχτους -η -ου
636. ασυμάζευτος = αζάποτος = δεν μαζεύεται, δεν γίνεται καλά
637. ασύχαστος = αλάρουτους
638. ασφάκα = ασφάκα = ο θάμνος φλομίς η θαμνώδης . Η ασφάκα είναι είναι ξυλώδες φυτό –
θάμνος της οικογένειας των Χειλανθών της τάξης των Σωληνανθών. Φυτρώνει κυρίως σε
βραχώδη ή πετρώδη εδάφη και φτάνει έως ενάμιση μέτρο μέγιστο ύψος. Ευδοκιμεί κυρίως
στη νοτιοδυτική Ελλάδα και σε κάποια νησιά. Τις περιοχές με ασφάκα στην Ήπειρο τις
ονομάζουν Βελαούρες. Το φυτό ήταν γνωστό στους αρχαίους Έλληνες ως «ελελίφασκος»
και είχε φαρμακευτικές ιδιότητες, καθώς εκκρίνει μία αντιοξειδωτική ουσία η οποία
καταπολεμά την κυτταρική γήρανση!
639. ασφαλίζω = κλειδουμανταλώνου = κλειδώνω και μανταλώνω
640. ασφαλίζω κάτι = σιγουρεύου
641. άσχετη = ανίδια = γυναίκα που δεν έχει ιδέα από πολλά πράγματα, ανίδεη
642. άσχετος = σιαπέρας
643. άσχημη γυναίκα = ξόγανου
644. ασχήμια = αφ’σκιά
645. άσχημο = αφύσκο =, κακό αχαΐρευτος ανεπρόκοπος
646. άσχημος = άσουγους, άδειξιους = δεν έχει παρουσιαστικό
647. ασχολούμαι με κάτι = μπιχιρίζουμι
648. αταίριαστος = παράταιρος
649. άτακτη γυναίκα = συγκαθιάρα, συγκαθόκουλη = ζημιάρα, ανήσυχη
650. άτακτο σώμα στρατού = ασκιέρι
651. άτεκνος = άκληρους
652. ατημέλητος = απειρουλόητους = απεριποίητος,
653. άτιμη ράτσα = διαουλουσπαρμένους = ανάποδος σαν παιδί διαόλου
654. ατιμία = λουβιά = βρόμα, μαγαρισιά.
655. ατμός = αχνός
656. άτομα = νουμάτοι, νουματαίοι
657. άτσαλος = αναμπέξαλλους, αλάνταβος, αλάνταβους = απρόσεκτος, παράξενος, στραβόξυλο
24
658. άτυχα = άτχα
659. ατυχία = αναπουδιά = εμπόδιο,
660. αυγό (ειδικό) = φώλους, φώλι = αβγό ή ομοίωμα αβγού που τοποθετείται στη φωλιά της κότας για να την κάνει
να γεννά,
661. αυλάκι = αυλάκι γύρω από το κονάκι ή από την τέντα (τσιατούρα) για προστασία από τα νερά της βροχής.
662. αυξάνω = αβγατίζου, βγατάω, αβγαταίνω = μεγαλώνω, εκβαίνω> εκβατός >εγβατός >εγβατίζω> εβγατίζω>
αβγατίζω , αυξάνω σε αριθμό, όγκο, πλήθος
663. αύξηση = αβγάτου
664. αϋπνία = αγρυπνιά = αϋπνία τη νύχτα, ξαγρύπνημα
665. αύριο = ταχιά
666. αυτά = αυτίνα
667. αυτά που αρμέγονται = γαλάρια = τα ζωντανά που έχουν γάλα, πρόβατα ή γίδια που αρμέγονται και δίνουν
γάλα.
668. αυτή = αυτήνη
669. αυτή εκεί = αυτίνα = αυτή,
670. αυτή που έχει τσίμπλες στα μάτια της = τσιμπλουμάτα =, κακορίζικη, χαμένη
671. αυτή φοράει γαλάζια ρούχα = γαλαζουφουρημένη
672. αυτήν τη στιγμή = τώραϊα, ια τώρα
673. αυτοί = αυτοίν
674. αυτοκινητόδρομος = τζιαντές
675. αυτός = αφτούνος, αφτίνους
676. αυτός βόσκει τα γαλάρια, = γαλαριάρ’ς = ο καλύτερος από τους τσοπαναραίους
677. αυτός εκεί = αυτίνους = αυτός,
678. αυτός που βόσκει τα αρνιά = αρνάρ’ς
679. αυτός που βόσκει τα τσαγκάδια = τσαγκαδάρ’ς
680. αυτός που δε σαλεύει από τη γωνιά της φωτιάς = σταχταράκος, σταχτιάρ’ς = τεμπελάκος
681. αυτός που δεν βγαίνει και κάθετε μέσα σαν φώλος περιπαικτικά = φώλους, φώλι
682. αυτός που είναι από φλουρί = φλουρένιους
683. αυτός που έχει κοντή ουρά = κουτσουνόρ’κους
684. αυτός που έχει τα δόντια πεταγμένα προς τα έξω = μπουρουδόντ’ς
685. αυτός που κάνει του κεφαλιού του = σιόπ’ς
686. αυτός που τον καταράστηκαν σε μικρή ηλικία = μικρουκαταραμένους
687. αυτός που φοράει κάπα με χρώμα σχεδόν λευκό = φλωρουκάπ’ς
688. αυτοσυγκράτηση = κρατ’μάρα = συστολή στη συμπεριφορά, ταπεινότητα
689. αυτοσυντηρούμαι = τηριέμαι, τηριώμι
690. αυτούς = αυνούς
691. αϋφαντα = ανύφαντα = αυτά που δεν τα έχω υφάνει.
692. αφ’ ότου = αφόντας = από μια στιγμή και μετα
693. αφαγιά = αναφαγιά = λίγη ή τροφή, δεν φτάνει η τροφή
694. αφαιρούμαι = χάσκου = ξεχνιέμαι
25
695. αφαιρώ το τυρόγαλο από το τυρί = .στραγγίζου του τυρί
696. αφαιρώ τον όρχι από αρσενικό ζώο = μουνοχίζω
697. άφαντος = άφανους = άφαντο. Ομηρική λέξη «άφαντος». Ιλιάς Υ, 303
698. αφέντης = κύρης = κύριος
699. αφερούμαι = αφηρούμι = χάνω τα λογικά μου
700. αφήγημα = μολόημα
701. αφήνω = απουλάου, αμουλάου , αφήνου , απαρατάου
702. αφήνω κάτι κάπου κάτω = απθώνω
703. αφήνω κάτι καταγής= ακουμπάου
704. αφήνω τον εαυτό μου και ορμάω = απουλιώμι
705. αφηρημένος = αφηρημένους = αυτός που έχει χάσει τα λογικά του.
706. άφθονη ροή = ζαρζάνα
707. αφθώδης πυρετός = σιάπη
708. άφοβος = θαρριμένους = έχων θάρρος, γενναίος
709. αφού = κιό =, (κιό δεν έχω φράγκο)
710. αφράτος = αφράτους = αυτός που έχει τη λευκότητα και την απαλότητα του αφρού.
711. αφύσικη = αφύσκια = ασχήμια, πανάσχημη
712. αφύσικος = αφύσ’κους = ασχημάνθρωπος, άσχημος
713. άφωνα = σταμούτα
714. άφωνος = μούτος = δεν μιλάει (μούτεψε ντιπ) μουγκός, άλαλος.
715. αχαμνός = τσιλιγκρός, -ή, -ό = αδύνατος,.
716. άχαρος = μπλαντζαρός, ξίσκιουτους = χοντροκομμένος άνθρωπος, χωρίς ίσκιο, χωρίς σοβαρότητα
717. αχερώνας = αχούρ(ι) = στάβλος, βρώμικο και ακατάστατο μέρος
718. αχλάδι = αμπίδι
719. αχλαδιά = αμπιδιά
720. αχνίζω = αχνίζου = βγάζω αχνό
721. αχνίζω διαρκώς = αχνουβουλάου
722. αχόρταγος = αρρούπουτους = παμφάγος.
723. αχρηστεύω = ξικάνου
724. αχρόνιστος = αχρόνιαγους
725. αχτύπητο = αβάριτου = γάλα που δεν έχει χτυπηθεί για αποβουτύρωση
726. αχτύπητο ρούχο = αμαντάν’γου = δεν πήγε στο μαντάνι, αγιένουτο.
727. άχυρα (ειδικά) = σάλλουμα = ή κλαδιά με τα οποία σκεπάζουμε τον ξύλινο σκελετό από το κονάκι ή από το
μαντρί
728. άχυρα = τσάκνα
729. άχυρο = τσάχαλο, ψάχαλο = σκουπιδάκι
730. άχυρο = σάλμα = άχυρο για τροφή και για σκέπασμα η στρώσιμο στη στάνη
731. άχυρο από βρίζα = βριζάλα
732. άψητο ψωμί = ζέλι είνι του ψουμί = δεν ψήθηκε καλά το ψωμί δε στράγγισε καλά.
26
Β
733. βάζω = βάνου
734. βάζω κόντρα = νταϊαντάου
735. βάζω περισσότερο = παραβάνου
736. βάζω τα πρόβατα στη στρούγκα = στρουγκιάζου
737. βάζω φωτιά = δίνου φουτιά
738. βάθος χούνης = γιούπατο = το βαθύ της χούνης ( χούνη = βαθειά χαράδρα που καταλήγει σε στένωμα)
739. βαθούλωμα = γούβα = κοίλωμα,
740. βαθούλωμα εδάφους = γούπατου
741. βαθύ κοίλωμα με νερό στο ποτάμι = βίραγκας = βαθειά κοίτη του ποταμού στο σημείο που πέφτει το νερό και
δημιουργεί βάθος, βαθύ κοίλωμα (γούρνα) γεμάτο νερό μέσα στο ποτάμι
742. βάϊσα = ξάπλωσα , έγειρα
743. βάλε του = μπάξτ, μπήξτ
744. βάλσαμο = βάλσαμου, αλχηνόχουρτου = βότανο το υπερικόν το
διάτρητον (hypericum perforatum), βαλσαμόχορτο ή σπαθόχορτο,
"μανούλα πάω για να βρώ το βάλσαμο βοτάνι αρρώστησε η αγάπη
μου φοβάμαι μην πεθάνει" το βαλσαμόχορτο απασχόλησε τη
θεραπευτική από την αρχαιότητα: το αναφέρουν ως διουρητικό,
επουλωτικό, εμμηναγωγό και αιμοστατικό. Στην αρχαιότητα επίσης,
το χρησιμοποιούσαν ως επουλωτικό στις πληγές που γινόντουσαν από
τα σπαθιά, εξ ου κι η ονομασία του σπαθόχορτο Το βαλσαμόχορτο
απαντάτε ως αλχηνόχουρτο, σπαθόχορτο, βάλσαμο, λειχηνόχορτο,
περίκη, χελωνόχορτο, Στην αρχαιότητα το χρησιμοποιούσαν κυρίως
ως επουλωτικό στις πληγές από τα σπαθιά, εξ ου κι η ονομασία του "σπαθόχορτο". Ο Γαληνός και ο
Διοσκουρίδης το αναφέρουν επίσης, ως διουρητικό, εμμηναγωγό και αιμοστατικό. Χρησιμοποιείται επίσης, ως
σπασμολυτικό και βελτιωτικό της ποιότητας του ύπνου σε αϋπνίες. Όλο το φυτό χρησιμοποιείται ως
αντιφλεγμονώδες, στυπτικό, επουλωτικό, αναλγητικό, αντιδιαρροϊκό και διουρητικό. Το έγχυμα του φυτού
χορηγείται για την αντιμετώπιση της δυσεντερίας, ηπατικών παθήσεων, της χρόνιας καταρροής, της νευραλγίας,
της ανησυχίας και της έντασης επίσης ως βότανο για τις λειχήνες.
745. βαλτόνερα = βαλτουνιέρια = νερά των βάλτων
746. βαλτός = βαλτός = τον έβαλαν να κάνει κάτι κακό η ύποπτο
747. βάλτος = βαρκό βούλια, βουρλιά
748. βαμβακιά = βαμπακιά = Στην Ελλάδα πρωτοήρθε από την Ασία κατά την
εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου γύρω στο 300 π.Χ. Η επιστημονική του
ονομασία είναι γοσύπιο Τα άνθη της είναι λευκά όταν ανοίξουν αλλά στην
πορεία αλλάζουν χρώμα και γίνονται κόκκινα ή μοβ και εντυπωσίαζαν
συμβολίζοντας την νύφη για την αγνότητα και την λευκάδα… "άσπρη βαμπακιά
είχα στην πόρτα μου"
749. βαπτισμένο = βαφτ'ζμένου
27
750. βάραθρο = γκριμός = απότομη κατωφέρεια.
751. βάρατο δυνατά = τσουκάνατου
752. βαράω = βαρού = χτυπώ, δέρνω, χτυπώ τα πρόβατα να περάσουν στη στρούγκα για άρμεγμα (δουλειά
παιδιών, γυναικών)
753. βαράω = τσιουκανάω, ζάπτου, ζάφτου
754. βαράω να σπάσω = στουμπάω
755. βαρέθηκα = μπιζέρσα , βαρκέστ΄σα, βαρκιέστηκα = έπληξα
756. βαρέλι = βαλέρα, η βαρέλα
757. βαρέλι, μικρό και ξύλινο = βαρέλα = με το οποίο μεταφέρουν οι γυναίκες το νερό στην πλάτη τους
758. βάρεμα = τσιουκάν’σμα
759. βαρεμάρα = μπεζέρισμα, μπεζερισμός, μπεζέριο, μπεζέρια = βαρεσά, βαρεσιά, βαριεμάρα από το bezdirme
760. βαριακούω = βαριακούου = δεν ακούω καλά, ακούω άλλο αντί άλλου
761. βαριανασένω = γκουμαχάου, αγκουμαχάου = ανασαίνω βαριά από κούραση, αρρώστια ή πυρετό.
762. βαριαναστενάζω = βαριαναστινάζου = αναστενάζω με καημό, με πόνο.
763. βαριέμαι = μπιζιρίζου, μπιζεράου
764. βαριοκοιμάμαι = βαριουκοιμάμι = κοιμάμαι βαριά
765. βαρκάρης = βαρκαδόρους
766. βαρύς κι ασήκωτος = ατάραγους
767. βάσανα = πάθια = αρρώστιες
768. βασανίζομαι = βασανίζουμι, γιεύουμι βάσανα
769. βασανίζω = αλπουτνάζου = κακομεταχειρίζομαι, κάποιον και τον τινάζω σαν δέρμα της αλεπούς
770. βάσανο = μαράζι, κασαβέτ(ι) = στεναχώρια, μαρασμός
771. βασικός βοσκός = γκαβράρους = ο πρώτος, από τους -συντρόφους που φυλάνε το ίδιο κοπάδι
772. βασιλεύω = βασ’λεύου = την πρωτοχρονιά κάνω ενέργειες που θα πρέπει να γίνονται όλη τη χρονιά για να μου
πάει καλά όλο τον χρόνο η αντίστοιχη ενέργεια,
773. βασιλιάς = ρήγας
774. βασιλικά = βασιλ’κά
775. βασιλική επικράτεια = βασίλειου = κράτος με βασιλικό πολίτευμα
776. βασιλικός = βασιλκός =. Ένα γνωμικό αναφέρει πως «όπου φυτρώνει
βασιλικός δεν φυτρώνει το κακό». Το συγκεκριμένο βότανο έχει
συνδεθεί με τη χριστιανική παράδοση καθώς η παράδοση αναφέρει ότι
φύτρωσε στο σημείο που ήταν θαμμένος ο σταυρός, όπου είχε
σταυρωθεί ο Χριστός. Γι’ αυτό μοιράζουν βασιλικό στις εκκλησίες στη
γιορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, στις 14 Σεπτεμβρίου. Έχει
την επιστημονική ονομασία ώκιμον το βασιλικόν – οcimum basilicum
και ανήκει στην οικογένεια των χειλανθών, ονομάζεται ακόμα και
Βότανο του Αγίου Ιωσήφ. Διαθέτει στα φύλα του αιθέρια έλαια και
ευγενόλη στην οποία οφείλει τη υπέροχη μυρωδιά του, ενώ περιέχει διάφορες χημικές ουσίες οι οποίες δίνουν τη
χαρακτηριστική μυρωδιά του κάθε είδους. Έχει θεραπευτικές και χαλαρωτικές ιδιότητες. Βασιλικός επίσης και
28
αυτός που αναφέρεται στον βασιλιά η έχει βασιλική μεγαλοπρέια ( η στράτα ειν' βασιλικιά.., βασιλαρχόντησα,
κ.α.)
777. βασίλισσα = βασίλσα, βασιλίνα
778. βασιλόπουλο = ρηγόϊπουλου
779. βασιλόπιτα = γκουγκβάλα , μπουκβάλα βασιλόψουμου, βασιλόκ’λουρα
780. βαστάω = αντέχου = διατηρώ τις βασικές μου ιδιότητες ή δυνατότητες,
διατηρώ τις δυνάμεις μου, ιδίως τις σωματικές· κρατιέμαι, αντιμετωπίζω ή έχω τη δυνατότητα να αντιμετωπίσω
με επιτυχία.
781. βατομουριά = βάτους = η βατομουριά είναι θάμνος αγκαθωτός.
Τα βατόμουρα έχουν εξαιρετικές θεραπευτικές ιδιότητες. Το
εξωτερικό τους είναι αποτελεσματικό σε δερματοπάθειες και σε
αποστήματα. Χρησιμοποιείται επίσης ως φάρμακο κατά της
φαρυγγίτιδας, της αναιμίας, της λαρυγγίτιδας, της διάρροιας, της
ουλίτιδας και βοηθά στις λοιμώξεις του αναπνευστικού
782. βάτος = βατσ’νιά, βατσνιά = αγκαθωτά κλαριά
783. βάτρας υπερύψωση σαν εξοχή σε ένα μέρος της = κόθρος
784. βατραχάκι = μπακακάκι
785. βάτραχος = μπάκακας
786. βατράχου (είδος) = μπράσκα = μικρό τετράποδο ζώο που μοιάζει
με ένα μεγάλο βάτραχο.
787. βαφή (γαλάζια) = λουλάκι = βαφή χρώματος βαθιού γαλάζιου,
788. βαφτηστικός = βαφτιστικός -ια , αδιξιμιός = ο αναδεξιμιός το βαφτιστήρι, αναφέρεται στο βάφτισμα
789. βαφτίζω = βαφτίζου = κάνω κάποιον Χριστιανό, -ομαι, γίνομαι Χριστιανός ,μτφ. κάνω νέους συγγενείς
…."πάει να βαφτίσει ένα παιδί να κάνει έναν κουμπάρο, για νάχει ο μαύρος γύρισμα"…
790. βαφτισιμιός, -α = αναδιχτός, -η = αναδεκτός < αναδέχομαι , αναδεξιμιός , βαφτισιμιός, βαφτισιμιά.
791. βγάζω = βγάνου = φέρνω έξω, παίρνω από πάνω μου, αφαιρώ κάτι
792. βγάζω βραχνό ήχο = βλαγκίζου
793. βγάζω εξανθήματα = βουρδουλιάζου
794. βγάζω σχέδιο από κάποιο κέντημα = ξουμπλιάζω, ξουμπλιάζου
795. βγάζω τα πρόβατα από το στάλο = ξισταλίζου
796. βγάζω την άρματα = ξαρματώνουμι
797. βγάζω τις κολλιτσίδες = ξικουλλ’τσιδιάζου
798. βγάζω το κοπάδι τη νύχτα για βοσκή ή το βγάζω από το στάλο για να βοσκήσει ή το βγάζω για βοσκή =
σκαρίζου
799. βγάζω το τσιόλι (σκέπασμα) από το σαμάρι του ζώου = ξιτσουλιάζου
800. βγάζω φουσκάλα = φουλτακιάζου
801. βγαίνω εξω = ξιβγαίνου
802. βγες = έβγα
803. βδέλλα = αβδέλλα = γλώσσα κουδουνιού, μτφ αυτός που κολλάει απάνω σου και παίρνει από σένα σα βδέλλα
29
804. βελάζει = βιλάζει = βγάζει βληχή το πρόβατο. Εξ και το βλάχος από το ότι είναι αυτός που φυλάει τα πρόβατα
που βλήχονται (φωνή προβάτων)
805. βελανίδι = βιλανίδι, βιλάνι = (καρπός βελανιδιάς).
806. βελανιδιά = βιλανδιά = Οι βελανιδιές (Δρυς -Quercus) είναι μια μεγάλη ομάδα αείφυλλων και φυλλοβόλων
δέντρων και θάμνων που βρίσκονται άγρια στην χώρα μας. Στην Ελληνική
Μυθολογιά, ο Ζεύς/Δίας, ο θεός της βελανιδιάς, ήταν επίσης οπλισμένος με
κεραυνούς. Το προφητικό δρύινο άλσος της Δωδώνης στην Ελλάδα αφιερώθηκε στο
Δία και τα μηνύματα των Θεών ερμηνεύονταν με τον ήχο του αέρα στα δρύινα
φύλλα τους. Η βελανιδιά αποκαλείται quercus ή querimus, επειδή οι θεοί
χρησιμοποιούσαν τη βοήθεια αυτού του δέντρου για να δώσουν απαντήσεις, σε
ερωτήσεις σχετικές με το μέλλον. Ο χυμός από τη σύνθλιψη των φύλλων μπορεί να
εφαρμοστεί επάνω σε πληγές, και το διάλυμα που παράγεται από φύλλα
διαποτισμένα με βραστό νερό, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ανακουφίσει τα ξαναμμένα μάτια, επειδή είναι
ικανό ψυκτικό. Χρησιμοποιήστε επίσης για χτύπημα, γδάρσιμο, ή κάψιμο και ακόμη ως στοματικό διάλυμα για
πληγωμένα ούλα. Επίσης ανακουφίζει από τις αιμορροΐδες, τη φλεβίτιδα και τον πονόλαιμο. Το αφέψημα του
φλοιού χρησιμοποιείται για να μειώσει τον πυρετό, την διάρροια, τη δυσεντερία, την αμυγδαλίτιδα, τη
φαρυγγίτιδα και τη λαρυγγίτιδα. για να φτιάξετε το αφέψημα χρειάζεστε
807. βελανιδιά = δέντρους
808. βελανιδιάς είδος = ντούσ’κου
809. βελανιδιάς ξύλα = δέντρινα ξύλα = ξύλα από βελανιδιά
810. βελέντζα (τύπος) = απουλ’τη
811. βελέντζα = βιλέντζα = μάλλινο σκέπασμα , μάλλινη υφαντή κουβέρτα, φλοκάτη,
το οποίο ύφαιναν στον αργαλειό
812. βελέντζα (ειδική) = υπνουβέλιντσα = υπνοβελέντζα, βελέντζα για να σκεπαζόμαστε στον ύπνο .
813. βελέντζα αλόγου = αλουγουβέλιντσα , μια μικρή βελέντζα που στολίζει το άλογο του τσέλιγκα.
814. βελέντζα στη σέλα του άλογου = καβαλουβέλιντζα
815. βελέντζας είδος = μαρτίσια
816. βελόνα = βιλόνα = βελόνα λεπτό και μακρύ κομμάτι μετάλλου, μυτερό στο μπροστινό άκρο και με τρύπα στο
πίσω μέρος, που χρησιμοποιείται στο ράψιμο
817. βελόνα με την οποίαν πλέκω τις κάλτσες = καλτσουβέλουνου
818. βελόνα πλεξίματος = βέργα
819. βελόνι για να ράβω δέρματα( παπούτσια ) = καρατζουσούβλι
820. βελονιά = βιλουνιά = πέρασμα της βελόνας στο ύφασμα για ράψιμο η κέντημα
821. βελούχι = βιλούχι = Η λέξη Βελούχι είναι μεσαιωνική, πιθανώς σλαβικής προελεύσεως και σημαίνει «λευκό
βουνό», ενώ κατ’ άλλους προέρχεται από τις δωρικές ρίζες «παλ» και
«ουχι» που σημαίνουν καμπυλωτή κορυφή. Μια τελευτάια εκδοχή
είναι ότι οι λέξεις Βελούχι-Βηλούχι προέρχονται από την ομηρική
λέξη «βηλός» που σημαίνει ουρανός , πηγή με άφθονο νερό, και το
βουνό
822. βέρα = αρριβώνα
30
823. βέργα = βίτσα
824. βέργα ξύλινη χοντρή = λούρο = χοντρή και μακριά βέργα.
825. βέργες ξύλινες = λούρια, λούρα = χοντρές, μακριές και ίσιες βέργες που τις χρησιμοποιούν για να στήσουν το
κονάκι
826. βέργες ξύλου (ειδικές) = χαρτώματα = ξύλινες βέργες (λούρα) κατάληλλες για τον σκελετό (χάρτομα) του
κονακιού
827. βεργόπλεχτο ράφι = κριβαταριά, κρεβατίνα
828. βερίκοκο = ζέρδελο Το δέντρο Prunus armeniaca, βερικοκιά, ζερδαλιά, καϊσιά, πρικοκιά | τούρκικα zedrali
829. βετούλα( κατσίκι ενός έτους) που γέννησε = βιτ’λουγινν’μένη
830. βήμα = δρασκ’λιά, δρασκλιά = απόσταση όση ένα βήμα, ένα πήδημα
831. βήχεις = βήχς = αρχ. βήξ, ο βήχας
832. βιάσου = τσακίς = έλα η φύγε γρήγορα
833. βιαστικά = αναγκαστά
834. βιασύνη = βιά, φούρια = θυμός, λύσσα.
835. βλάκας(μτφ) = όρνιο = άγριο αρπακτικό πτηνό, ανόητος άνθρωπος.
836. βλαστάρι = φυντάνι = νέο βλαστάρι που μεγαλώνει άνθρωπος η φυτό
837. βλαστάρια τρυφερά = ξιφύλλι
838. βλεννόρροια = σκουλαμέντρα
839. βλέπει φαντάσματα = ισκιουμένους
840. βλέπω (με σκοπό να διαλέξω) = ειδίσια, ιδέσια
841. βλέπω = γλέπω, γλέπου τηρού, τηράου
842. βλεφαρίδες = ματουτσίνουρα
843. βλήμα = τόπα = και μπάλα
844. βλήμα = κουρσιούμι = πολύ βαρύ, ασήκωτο από το βάρος,
845. βλίτο = Βλίτου (Amaranthus sp) = βλίστρος, γλίστρος, γλίντρος, βλιταράκι Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 80
εκατοστά. Το συναντάμε σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους και
καλλιεργημένους τόπους. Αποτελεί μεγάλο ζιζάνιο στις
καλλιέργειες γιατί πολλαπλασιάζεται πολύ εύκολα και γρήγορα.
Ο σπόρος του μπορεί να φυτρώσει και μετά από δέκα χρόνια.
Μαζεύονται οι τρυφερές κορφές τους από αρχή καλοκαιριού
μέχρι το φθινόπωρο. Πρέπει να το κλαδεύουμε συχνά για να
πετάει από τα πλάγια πριν προλάβει να κάνει σπόρους.
Τρώγονται βραστά με ξύδι ή λεμόνι και σε συνδυασμό με
σκόρδο ή τσιγαριστά με διάφορα άλλα λαχανικά όπως οι
κολοκυθοκορφάδες. Φτιάχνεται μέχρι και γιαχνί με πατάτες και χρησιμοποιείτε και για πίτες μαζί με άλλα άγρια
φαγώσιμα χόρτα.
846. βοή = σάλαγους = βοή από τη ροή του ποταμού,. θόρυβος που κάνει το κοπάδι καθώς προχωράει στη βοσκή
847. βοηθάω το νεογέννητο αρνί να βυζάξει = β’ζουπιάνου, βυζουπιάνου = βοηθάω το νεογέννητο να θηλάσει ,
να πιάσει βυζί, πιάνω τη θηλή από το μαστάρι της προβατίνας
31
848. βοηθοί στην στο άρμεγμα = βαριτάδις, βαρτάδες = "βαράν" τα πρόβατα να προχωρήσουν στη στρούγκα για
άρμεγμα (συν. παιδιά& γυναίκες)
849. βολίδα όπλου = φσέκι
850. βομβαρδίζω = μπουμπαρδίζω = από το Ιταλικό bombardare
851. βοριάς (φύσημα) = βόρσμα = φύσημα που κάνει ο δυνατός και κρύος αέρας που έρχεται από το βοριά και
συνοδεύεται συνήθως από χιόνι
852. βοριάς (χαρακτηρισμός) = ξηρουβόρι = κρύος και ξηρός βοριάς.
853. βοσκή (συγκεκριμένη) = σκάρος = ξυπνάω για βοσκή μετά από ύπνο. Από την
ομηρική λέξη «σηκάζω», μανδρώνω. Ιλιάς Θ, 131
854. βοσκημένο λιβάδι = απουλίβαδου = λιβάδι (απολυσιά) που έχει βοσκηθεί
855. βόσκησης (ενέργεια) = στουμώνου τα πρότα = σταματώ, γυρίζω πίσω ή κατευθύνω εκεί που θέλω το μπρος
μέρος από το κοπάδι
856. βοσκοί (κριαριών) = κριαράδις
857. βοσκοί που βόσκουν το ίδιο κοπάδι = συντρόφοι
858. βοσκόπουλα = μπιστικόιπουλα
859. βοσκός = μπιστικός = πιστικός, έμπιστος, πιστός, αφοσιωμένος , ο μπιστικός ή ο πιστικός ,βοσκός που
εργάζεται με μισθό, μισθωτός ποιμένας
860. βοσκός (ειδικός) = λαϊάρ’ς = αυτός που βόσκει τα μαύρα πρόβατα.
861. βοσκός γουρουνιών = γρουνάρς
862. βοσκοτόπι (χειμερινό) = κισλάς
863. βόσκουν τα πρόβατα (με ικανοποίηση) = σάρκωσαν τα πρότα = έπιασαν τα ζώα σε μέρος και βόσκουν με
όρεξη δεν μετακινούνται πολύ, βόσκουν με ικανοποίηση, ικανοποιήθηκαν απ την βοσκή.
864. βόσκω = βουσκάου
865. βόσκω μέχρι να βραδιάσει = βραδιάζου τα πρότα
866. βόσκω το κοπάδι με μεράκι = βουσκάου ασκότουτα
867. βοτάνι (ειδικό) = υπνουβότανου = βοτάνι που φέρνει ύπνο (μήκων η υπνοφόρος).
868. βότανο = βαρβαριτσουχόρτι = με το οποίο γιατρεύω τη βαρβαρίτσα
869. βότανο (είδος) = ψιφτιά = το φαρμακευτικό φυτό (Αρτεμισία) ή
αψίνθιον. Το χρησιμοποιούμε κατά της ελονοσίας και του κοκκύτη. Και η
ψευτιά
870. βούζια = βούζια = Σαμπούκος ο έβουλος, βουζιά, ζαμπούκος,
βρωμούσα, ξερά ποώδη φυτά, κυρίως σπερδούκλια ή μπότσκες, με τα
οποία στρώνουν τα μαντριά
871. βουΐζω = βάζου = κάνω μεγάλο θόρυβο(βάζουν τα αυτιάμ = βουίζουν τα
αυτιά μου)
872. Βουλγάρα = Βουλγάρα = όμορφη γυναίκα, λεβεντογυναίκα
873. Βουλγαρία = Βουργαριά
874. Βουλγαρία = Μηλιό
875. βούλευμα = βούλιμα = γνωμοδότηση.
876. βουλιάζω = μπατακώνω = πατώνω.
32
877. βουλουκιέρι = σφραγιδόκερο
878. βούλουμι, βουλιόμι, βουλιόμαι = προτίθεμαι, έχω σκοπό
879. βουλώνω το στόμα και την μύτη κάποιου = απουμώνου = του κόβω την ανάσα, τον πνίγω, προκαλώ ασφυξία
σε κάποιον –ουμι παθαίνω ασφυξία.
880. βουνά = ψηλώματα
881. βουνά χωρίς δέντρα = σπανά = γυμνά βουνά,.
882. βουνό = β’νί, βνό, ψήλουμα
883. βουνό (οι πρόποδες) = ρ’ζά
884. βουνό με αντάρα στην κορυφή του =
κουρφανταριασμένου β’νό
885. βουνοκορφές = κουρ’φουβούνια
886. βουνοκορφές που σκεπάζονται με πυκνές ομίχλες =
βαριανταριασμένις ράχις
887. βουρλή = πρόβατο που πάσχει από βούρλα
888. βούρλο = βούρλου = γιούγκος ο ακιδωτός (juncus acutus) , typha latifolia, τύφα, ψαθί,
ουρά της γάτας. Πολυετή φυτά, χαρακτηριστικά στενά φύλλα με έλυτρο στη βάση, φυτό
με πυκνές τούφες και με οξύ άκρο.Οι βλαστοί του βούρλου χρησιμοποιούνται στην
καλαθοπλεκτική, κατασκευάζονται τυροβόλια και άλλα είδη.
889. βούρλο(ρίζα) = .βουρλιά
890. βούτυρο (καθαρό) = κάντιου
891. βουτυροκαδί = βουτυρόκαδα = καδί στο οποίο βάζουν το βούτυρο
892. βραδιάζει = φτάνει το βράδυ,
893. βραδύγλωσσος = τριβλός
894. βράζει, το νερό = χουχλάζει του νιρό
895. βρακανήθρα = χορταρικό.
896. βρακάτη = προβατίνα που έχει μαλλιά και κάτω από τη θηλιά του ποδαριού.
897. βρακί = λίπος που συγκεντρώνουν τα αρνιά κοντά στην ουρά
898. βρακουζών(η) = το σχοινί για το δέσιμο του βρακιού
899. βρακουζώνα = βρακοζώνα.
900. βρακουθλ’ιά = βρακοθηλιά.
901. βρακουμένου = το ζώο που έχει βρακί (λίπος στην ουρά)
902. βρακώνουμι = φοράω εσώρουχο
903. βράσιμο νερού = χόχλους
904. βρασμός = χούχλος, χόχλους = κοχλασμός, βράσιμο νερού.
905. βραστά φασόλια = βριχτάρια
906. βραστήρα = σκοινί που πιάνεται στην κατσιούλα από το κονάκι και μία κλιτσούλα δεμένη σε αυτό. Από την
κλιτσούλα αυτή κρέμεται το κακκάβι και βράζει στη φωτιά.
907. βραστόγαλου = γάλα που κρατάνε οι τσομπαναραίοι για φαγητό. Το υπόλοιπο το πήζουν τυρί.
908. βράχηκα = μούσκιψα
909. βράχια (ειδικά) = ριζιμιά λιθάρια = ριζωμένα, αυτά που δεν κουνιούνται από τη θέση τους
33
910. βραχιόλια = πιλιντζίκια, χαρχαγκέλια
911. βραχνός = βλαγκός
912. βράχος = λθάρι, λιθάρι
913. βράχος (συγκεκριμένος) = ριζιμιό = το λιθάρι που εξέχει απ το έδαφος και αποτελεί
συνέχεια μεγαλύτερου βράχου
914. βρε = αρέ = προσφώνηση της Σαρακατσάνας προς τον άντρα της
915. βρήκα = ήβρα
916. βρικόλακας = βρουκόλακας = στοιχειό, (μτφ.)ανάποδος, κακός, παλιάνθρω πος
917. βρίσκω το μπελά μου = ξιλαβαίνου
918. βρόμα = λώβα = μαγάρα
919. βρόμα = μαγάρα = ακαθαρσία,
920. βρόμα είναι = γιλαδουβουνιά είνι
921. βρομάω = ζέχνου, ζέχνω
922. βρομάω πολύ = ζιχνουβουλάου
923. βροντή . = βρουνταριά
924. βροχές = βρουχάδις
925. βροχή (τρόπος) = ντουρλάπι = δυνατή βροχή ασταμάτητη,
απότομη λαίλαπα, καταιγίδα.
926. βρύα πάνω στα δέντρα η σε βράχια (με υγρασία) = μούσκλια
927. βρύση με κρύο νερό =. κρυόβρυση
928. βρωμιά = σαργιά, σαριά = λέρα που μαζεύεται στα μαλλιά από
τα πρόβατα, λίπος στο μαλλί των ζώων
929. βυζαχτάρι = β’ζαχτάρι = αρνί ή κατσίκι που είναι μικρό και
βυζαίνει ακόμα από τη μάνα του, βυζανιάρικο.
930. βυζί = β'ζί
931. βυζιά = μαστάρια= οι μαστοί
932. βυσσινί χρώμα = μούρνου
933. βωμολόχος = απόπατους
Γ
934. γαβγίζουν τα σκυλιά = τρών’ τα σκ’λιά = είναι ανήσυχα
935. γάβγισμα σκύλου = αλύχτ’μα
936. γάβρος = γάβρους = είδος δέντρου, με την επιστημονική ονομασία Carpinus
937. γαϊδούρα = γουμάρα
938. γαϊδουράγκαθο = γαϊδουράγκαθου = κουφάγκαθο, κάρδος, σίλυβο. Διετές ακανθώδες
φυτό που φθάνει σε ύψος το 1,5 μέτρο. Τα φύλλα του είναι πράσινα με χαρακτηριστικά άσπρα σημάδια σαν
φλέβες και τα λουλούδια του έχουν χρώμα βυσσινί. Είναι φυτό ιθαγενές της Μεσογείου και φυτρώνει σε όλη την
34
νότια Ευρώπη. Είναι αυτοφυές, ευδοκιμεί σε χερσότοπους αλλά και σε καλλιεργημένες εκτάσεις. Προτιμά τα
ηλιόλουστα μέρη και τα καλά στραγκιζόμενα εδάφη. Πολλαπλασιάζετε εύκολα από μόνο του με τους σπόρους
του και αντέχει μέχρι και τους -15 βαθμούς κελσίου. H ρίζα και τα φρέσκα νέα φύλλα του τρώγονται ωμά ή
μαγειρεμένα αλλά πρέπει πρώτα να αφαιρεθούν οι αιχμηρές άκρες τους, το οποίο είναι αρκετά χρονοβόρο. Τα
φύλλα είναι αρκετά παχιά και έχουν ήπια γεύση όταν είναι νέα, αλλά γίνονται πιο πικρά το καλοκαίρι με τη
ζέστη. Μαγειρεμένα έχουν γεύση σπανακιού. Τα κεφάλια του μπορούν να φαγωθούν όπως οι αγκινάρες πριν
ανθίσουν, αλλά είναι πολύ πιο μικρά. Οι ξεφλουδισμένοι μίσχοι
του τρώγονται ωμοί ή μαγειρεμένοι, είναι εύγευστοι και
θρεπτικοί και μπορούν να χρησιμοποιηθούν όπως το σπαράγγι ή
το ρεβέντι ή να προστεθούν σε σαλάτες. Τρώγονται καλύτερα την
άνοιξη όταν είναι νέοι πριν σκληρύνουν. Οι ψημένοι σπόροι του
είναι υποκατάστατο του καφέ. Το γαϊδουράγκαθο
χρησιμοποιήθηκε ήδη από τα ελληνορωμαϊκά χρόνια, ιδιαίτερα
για την υποστήριξη του ήπατος και την αποτοξίνωση του αίματος.
Η δραστική ουσία του γαϊδουράγκαθου είναι η σιλυμαρίνη που
βοηθά στην αναγέννηση των κατεστραμμένων ηπατικών κυττάρων και μεγάλων τμημάτων ιστών,
ενεργοποιώντας την πρωτεϊνική σύνθεση στα ηπατικά κύτταρα με την αύξηση της δραστηριότητας του
γενετικού υλικού (DNA-RNA). Παράλληλα προστατεύει τα ηπατικά κύτταρα, εμποδίζοντας τις τοξίνες να
εισχωρήσουν σ ’αυτά και εξουδετερώνοντας τις τοξίνες που έχουν ήδη εισχωρήσει.
939. γαϊδούρι. = γουμάρι
940. γαϊδουρινά = γουμαρ’να
941. γαϊτάνι όμορφο (χρυσό) = χρυσουγάιτανου
942. γαϊτανοφρύδα = γαϊτανουφρυδούσα = γυναίκα με ωραία και λεπτά φρύδια
943. γάλα (ειδικό) = χουντρόγαλου = πρώτο γάλα της νεογέννητης προβατίνας πολύ παχύ
944. γάλα (είδος) = πτόγαλου = πηγμένο για τυρί γάλα που βρίσκεται σε κάποιο στάδιο της πήξης του
945. γάλα (εφ άπαξ παραγωγή) = νουμπέτι = το γάλα που παίρνουμε κάθε φορά που αρμέγουμε
946. γάλα βρασμένο, αλατισμένο και με τυρομαγιά = στριγγλιάτα
947. γάλα για οικογενειακή κατανάλωση = φαγάρι
948. γάλα που σε λίγο βράζει = χουντραίνει του γάλα = γίνεται πιο πλούσιο σε λίπος, γίνεται παχύρρευστο σε λίγο
θα έχει βράσει
949. γάλα πρόβειο = πρατόγαλου
950. γαλάζιο βαθύ = λουλακί
951. γαλαζούλα = αγκαθωτός θάμνος. Γαλαζούλα (Erygnium). Το γένος Erygnium έχει
πάνω από διακόσια είδη στις εύκρατες και στις θερμές περιοχές,
συμπεριλαμβανομένων μονοετών, διετών ή και μακρόβιων πολυετών φυτών.
Αποτελούσε τη βάση των αφροδισιακών παρασκευασμάτων στην αρχαία Κόρινθο.
Όταν ο βλαστός αποξηραίνεται, ο άνεμος ξεριζώνει εύκολα το φυτό και το κυλά στο
χώμα, εξ ου και το γαλλικό του όνομα ‘’κυλιόμενο αγκάθι’’. Το γαλάζιο αγκάθι ή γαλαζούλα δίνει ωραίο σε
γεύση νέκταρ και γύρη αλλά και διάφανο μέλι. Την ίδια χρονιά που φυτεύτηκε θα ανθίσει. Τα λουλούδια του
35
φέρονται πάνω σε ένα πολύ πυκνό κουβάρι βλαστών. Το μαζεύουν για τους τρυφερούς βλαστούς του μαζί με
άλλα χόρτα.
952. γαλακτερός = γαλάτους, -η, -ου = δίνει πολύ γάλα
953. γαλακτοκομικό εργαλείο = βούρτσα = ψηλό ξύλινο κάδη μέσα στο οποίο βγάζω το βούτυρο. Το γάλα
ρίχνεται (προκειμένου για ποσότητες 5-10 κιλά) όλο μαζί σε ένα ψηλό
κυλινδρικό ξύλινο δοχείο (κάδη). Με ένα ξύλινο ραβδί που στη μία άκρη έχει
στερεωθεί κυκλικός ξύλινος δίσκος διάτρητος (όλη η κατασκευή θυμίζει
έμβολο),"χτυπάμε" το γάλα ανεβοκατεβάζοντας αυτό το έμβολο με σταθερές
κινήσεις.
954. γαλακτοκομικό εργαλείο = βουρτσόξ’λου = ειδικό ξύλο με το οποίο χτυπάω το
γάλα στη βούρτσα και το αποβουτυρώνω. Είναι ξύλινο ραβδί που στη μία άκρη
έχει στερεωθεί κυκλικός ξύλινος δίσκος διάτρητος
955. γαλακτοκομικό προϊόν (είδος τυριού) = βουστίνα = προϊόν βρασμού απο το
ξινόγαλο όπου βγαίνει η βουστίνα (κλωτσοτύρι ή ξινοτύρι)
956. γαλακτοσκεύος = γαλατσάκι = ασκί μέσα στο οποίο βάζαν το γάλα του σπιτιού, μικρό ασκί από επεξεργασμένο
δέρμα αρνιού ή κατσικιού που σέρνει μαζί του ο τσομπάνος και είναι γεμάτο ξινό γάλα
957. γαλανομάτης,-α = γαλανός, -η
958. γαλαρομάντρι = γαλάρι, γαλαριό = χώρος για γαλάρια,
959. γαλατένιος = γαλατένιους = επιδερμίδα σαν άσπρο γάλα.
960. γαλατοδουλιές = γαλατουδ’λειές, = τα σχετικά με την παραγωγή του γάλακτος
961. γαλατόπιτα = γαλατόπ’τα = πίτα που γίνεται με κύριο συστατικό το γάλα.
962. γάλατος σταμάτημα στο τυροκομείο = κόβου του γάλα = σταματάω να πηγαίνω το γάλα στο μπάτζιο
(τυροκόμο).
963. γαλατσίδα = γαλατσίδα = το φυτό πόα ευφόρβια η μυρσινίτις που έχει
γαλακτώδη χυμό Με την ονομασία Ευφόρβια υπάρχουν σήμερα σε
όλο τον κόσμο 1000 περίπου φυτά που ανήκουν στην οικογένεια των
Ευφορβιοειδών. Από αυτά 40 είδη συναντούμε και στη χώρα μας τα
οποία αποκαλούμε συνήθως Γαλατσίδες (λόγω του γαλακτώδους
χυμού που βγαίνει από τον κορμό της) Η Euphorbia pilulifera (Ευφόρβια η σφαιριδιόκαρπη) – ονομαζόμενη και
Euphorbia hirta-τη συναντούμε με την ονομασία Ευφόρβια είναι ένα από τα είδη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί
με ασφάλεια για θεραπευτικούς σκοπούς, κάτω από τις οδηγίες έμπειρου βοτανοθεραπευτή. Τα περισσότερα
είδη των Ευφορβιοειδών είναι δηλητηριώδη για τον άνθρωπο.Υπάρχουν όμως κάποια είδη που έχουν
θεραπευτικές ιδιότητες, η χρήση τους όμως πρέπει να γίνεται μόνο κάτω από οδηγίες έμπειρων
βοτανοθεραπευτών.
964. γαλαχτερό = γαλαχτιρή = ζώο που έχει πολύ γάλα.
965. γαλομέτρημα = γαλουμέτρημα = το μέτρημα της ποσότητας του γάλακτος, που βγάζουν τα πρόβατα του κάθε
σμίχτη ή κάθε μέλους του τσελιγκάτου, ιδίως όταν είναι διαφορετικής ράτσας, για να γίνεται πιο σωστά ο
λογαριασμός με τον υπολογισμό των εσόδων αναλογικά
966. γαλοπούλες = κούρκες, τίκια
967. γαλοτόμαρο = γαλουδέρματου = τομάρι για το γάλα
36
968. γαμάει = απαυτώνει, τετοιώνει, τιλεύει
969. γαμάω = πλακώνου, σουφουριάζου, πριτσιαλάω
970. γαμάω (κυρίως στα ζώα) = πριτσιαλάω = κάνω σεξ
971. γαμήθηκα = πριτσαλίσκα
972. γαμήλια πομπή = ψίκι , συμπεθεριακό , συμπιθιριακό
973. γάμησα = αμπήδσα, έκανα έρωτα
974. γαμήσι = καβαλίκεμα, πλάκουμα
975. γαμοκουλούρα = γαμουκούλουρα = η κουλούρα της πεθεράς για τον γάμο, ψωμιά του γάμου.
976. γάμος = χαρά
977. γάμος(έθιμα ) = προυζύμια = έθιμο του γάμου. Την Πέμπτη το βράδυ ή την
Παρασκευή το μεσημέρι πιάνουμε τα προζύμια για να φτιάσουμε την κουλούρα του
γαμπρού. Στα προζύμια χρειάζονται δύο αγόρια κι ένα κορίτσι που να έχουν μάνα και
πατέρα. Αυτά κάνουν την αρχή. Ρίχνουν το προζύμι στο σκαφίδι, κοσκινίζουν το
αλεύρι. Αλευρώνουν την πεθερά, τον πεθερό και τους άλλους γερόντους και γριές.
Αυτοί που παραβρίσκονται ρίχνουν μέσα στο κόσκινο κεράσματα.
978. γάμπα = άντζα
979. γαμπροβελέντζα = γαμπρουβέλιντσα = βελέντζα πάνω στην οποίαν καβαλικεύει ο γαμπρός
980. γαμπρολογιέμαι = γαβρουλουιόμι
981. γαμάω = βατεύω, βατέβου = γαμίζω, γαμού, αμώ, μω, βατεύω, βατέβου, βαντέβου, βατέβγω, βατέβγου,
βατέβγκω, βατέβκω, βατέγκου, ματέβω, μαντέβω, ματέβγω, πατέβγω, πατέβου, πατέγκουω, γατέβω, λάζω,
λάσω, ραπόνω, σαουλιάζου, σιαφακόνω, τσιαφλιακόνου από το ιταλικό lavorare (una donna)
982. γάντζοι μικροί = (κλ(ε)ιτσούλις = μικρές κλιτσούλες (γάντζοι) που τις μπήγουν στο έδαφος, αφού πρώτα τις
περάσουν μέσα από τις θηλιές της τέντας, με αυτές τεζάρουν και σταθεροποιούν την τέντα (τσιατούρα) κατά τη
διάρκεια των μετακινήσεων
983. γάργαρος = γάργαλους
984. γαρίφαλα = γαρούφαλα, γαρίφαλα
985. γαριφαλιά (όμορφη κοπέλα),το φυτό γαριφαλιά = γαριφαλιά
986. γαυγίζω = αλυχτάω, αλχτάου, αλχτάου
987. γδάρθηκα (σε κάποιο σημείο του σώματος) = ξιγαλίσκα
988. γδούποι = βαλμοί = θόρυβοι, κρότοι,
989. γδύσιμο = = βγάλσιμο των ρούχων
990. γειτονεύω = γειτουνεύου = είμαι γείτονας με κάποιον, επισκέπτομαι το γείτονά μου
991. γειτονιά σταυραδερφών = σταυρουγειτουνιά
992. γειτονιά = μαχαλάς
993. γελαδάρης = βούκουλας
994. γελάει = καρκαλοϊότει = κάνει σαν κότα που κακαρίζει , γελάει δυνατά και συνεχώς
995. γελάει ο κόσμος και ξενυστάζει απ τα γέλια = ξυνστάζει ου κόσμους
996. γελάω = γιλάου
997. γελάω επιδεικτικά = καρκαρίζουμι, καρκαργιώμι, καρκαριώμι = κακαρίζω γελώντας, φλυαρώ γελώντας,
δυνατά
37
998. γέλια = κάρκαρα
999. γελοιοποίηση = μασκαρ’λίκι = καταγέλαστη πράξη, συμπεριφορά μασκαρά
1000. γεμάτο εντελώς = ντίγκα
1001. γεμάτο μέχρι το χείλος = χείλη μ’ αχείλη = είναι γεμάτο τελείως,.
1002. γεμάτο όσο δεν παίρνει = ντίγκα
1003. γεμάτος = γιουμάτους
1004. γεμάτος (συναίσθημα) = θαραπαμένους
1005. γεμάτος πολύ = παραγιουμάτους
1006. γεμίζει από σκόρο = σαρακιάζει του ξύλου
1007. γεμίζω = γιουμώνω, γιουμίζου, μπλιτσώνου
1008. γεμίζω κάτι πλήρως = ντιγκάρω
1009. γεμίζω σκουπίδια = τσαχαλίζω
1010. γεμίζω τελείως = τιλώνω .
1011. γέμισε = ντίγκιασι
1012. γέμισε το = γιόμστου
1013. γέμισμα = γιόμσμα
1014. γενιά = σειρά =, σόι
1015. γέννα προβάτων (μαζεμένη) = ντόλι = μαζεμένη γέννα προβάτων, χρονικό διάστημα
1016. γεννάει δυο φορές τον χρόνο = δίφουρη
1017. γεννάει συνέχεια μωρά = παιδοκοπάει = κάνει πολλά παιδιά
1018. γενναίος = βούζας = ρωμαλέος.
1019. γενναίος άντρας = πουτσαράς άξια, δυνατή γυναίκα
1020. γεννιέμαι = γιένουμι
1021. γεννοβολάω = γιννουβουλάου = γεννάω συνέχεια και πολλά παιδιά
1022. γεννοβόλημα = γιννουβόλ’μα = η συνεχείς γέννες
1023. γεράκι (ειδος) = ξιφτέρι = είδος από γεράκι, κιρκινέζι, έξυπνος, ευφυής.
1024. γερακομύτης = γιρακουμύτ’ς = έχει τη μύτη κυρτή σαν του γερακιού, καμπουρομύτης-α
1025. γεράματα = ιστιρνά , γιρατιά, γιρουντάματα, γιέρα, γιρουσύνη, γεροντοσύνη
1026. γερασμένος, αδύναμος άνθρωπος = γηρουκόμι = γερασμένο ή αδύνατο ζώο που έχει ανάγκη από φροντίδα,
γέροντας,.
1027. γέρικα έλατα = γιρουντουϊέλατα
1028. γερνάω πρόωρα = στραβουγιράζου
1029. γέρνω = βαΐζου, γιέρνου = γέρνω προς τη μια πλευρά και ξαπλώνω, γυρίζω στο πλάι, γέρνω για ένα υπνάκο,
(για τον ήλιο) δύω, πέφτω για ύπνο
1030. γέρνω για να κοιμηθώ = ακουμπάου
1031. γεροκομάω = γηρουκουμάου = φροντίζω τους γέροντες.
1032. γέροντας = γιέρουντας = έτσι προσφωνεί η γριά Σαρακατσάνα τον άντρα της, γέρος
1033. γέροντας = γεροξούρας ,κούσιαλο, γιερουμπαμπαλής = σκελετωμένος καμπουριασμένος αδύναμος άνθρωπος
1034. γευματίζω = γιουματίζου
38
1035. γέφυρα = γκέφιρα, γκιουφύρι = γεφύρι, γεφύριν,
γιοφύρι, γιοφύριν γέφρα, γκέφιρα, γιόφιρα, διόφιρα,
όφιρα, γέφιρας, γιφίριν, γεφίρ, γεφίρτζι, γεθίρι, γιφίρι,
γιφίρ, γκιφίρ
1036. γη = γης
1037. γητεύω = γητεύου = θεραπεύω με γιατροσόφια
1038. για άκουσε = γιάκσει
1039. για αυτό = για ταύτου = γι’ αυτό το λόγο
1040. για αυτόν ακριβώς το λόγο = για ταύτου, επί ταύτου
1041. για τούτο = απαύτου
1042. γιαγιά = βαβά, βάβου, βαβο'υλα = γριά
1043. γιαγιά = μπάμπω = γριά
1044. γιαούρτι = δγιαούρτι
1045. γιαούρτι = διαούρτι, δγιαούρτι
1046. γιαούρτι στραγγιστό = σακ’λίσια διαούρτη
1047. γιαουρτιού/τυριού (είδος) = τσαλαφούτ(ι) = πηχτή υπόξινη
μάζα από πρόβιο γάλα βρασμένο και αλατισμένο.
1048. γιατί = ιατί
1049. γιατρειά = γέριμα
1050. γιατρεύτηκα = γέρεψα = έγινα καλά - έγινα γερός
1051. γιατρεύω πρακτικά = ιτεύω = σταυρώνω
1052. γιατριά = ίτιμα = θεραπεία δαγκωμένου μέρους του σώματος από σκύλο ρίχνοντας στο πληγωμένο μέρος
ζεστό λάδι
1053. γιατρίνα = γιάτρισσα, γιατρέσσια
1054. γίδα = γίδι = Η λέξη είναι ομηρική: Παράγεται από τη λέξη «αιξ = αιγός» και η ρίζα της
είναι «αιγίς» (αja)!
1055. γίδα (ειδική ονομασία) = κουτσοκέρα = γίδα που της έκοψαν τα κέρατα
1056. γίδα (είδος) = πισουκιέρα, -κου = γίδα που έχει τα κέρατα γυρισμένα προς τα πίσω.
1057. γίδα (κοκινωπή) = γκάλμπα = με κοκκινωπό χρώμα
1058. γίδα (χαρακτηρισμός) = ουρθουκιέρα = γίδα με ορθά κέρατα, με τα κέρατα προς τα πάνω.
1059. γίδα (χαρακτηρισμός) = στριφτουκιέρα = γίδα με κέρατα στριφτά σαν μπούκλες.
1060. γίδα (χρώμα) = γκέσα, γκιέσα = μαύρη (γκόρμπα) γίδα με άσπρες ή καφέ γραμμές στο
πρόσωπο. μαύρη γίδα που έχει ασπριδερά τα πόδια της και το μούτρο της άσπρο, μαύρη γίδα
με καφεκόκκινο χρώμα στην κοιλιά και στα πόδια, γίδα που έχει άσπρες ή μαύρες γραμμές στο
πρόσωπό της και το τρίχωμά της είναι άλλοτε μαύρο και άλλοτε γκρίζο, γίδα που έχει μαύρο
σώμα με καφέ λωρίδες, όνομα μουλαριού.
1061. γίδα (χρώμα) = γκιεσουκάντα = γίδα που το σώμα της είναι γκρίζο και το μούτρο της είναι
άσπρο
1062. γίδα (χρώμα) = καπνόγκιεσα = μαύρη (γκόρμπα) γίδα με καφέ γραμμές στο πρόσωπο.
1063. γίδα (χρώμα) = κόκκινη = γίδα με κόκκινο τρίχωμα (σκούρο)
39
1064. γίδα (χρώμα) = κανούτα . Με σταχτογάλαζο χρώμα, σταχτί.
1065. γίδα (χρωματικά) = ζουναράτη = γίδα που έχει στο σώμα της ένα μπάλωμα
1066. γίδα (χρωματικά) = παρδαλουκόκκινη, -ου = γίδα με κόκκινα και άσπρα μπαλώματα
1067. γίδα (χρωματικά) = φλωρουγκιέσα, μαύρη (γκόρμπα) γίδα με άσπρες γραμμές στο πρόσωπο.
1068. γίδα (χρωματικά) = φλωρουκάν’τα = γίδα που έχει στο δέρμα της άσπρες και γκρίζες-σταχτιές τρίχες
ανακατωμένες
1069. γίδα (χρωματικά) = ψαριά = γίδα που έχει στο τρίχωμά της κοκκινωπές τρίχες ανακατωμένες με άσπρες
1070. γίδα (χρωματικά) = μπάρτζα = γίδα που έχει καφεκόκκινο πρόσωπο, σκούρο κοκκινωπό.
1071. γίδα ή προβατίνα (χρωματικά) = βακρουκάλλισια = προβατίνα που έχει περισσότερα από την κάλλεσια και
λιγότερα από τη βάκρα μαύρα στίγματα στο πρόσωπο, στα αφτιά και στα πόδια
1072. γίδα ή προβατίνα (χρωματικά) = βάκρα = με μαύρα μπαλώματα στο πρόσωπο, μαύρο πρόσωπο και πόδια
μαύρα
1073. γίδα με κέρατα = κρούτα = αυτή που έχει κέρατα ή κορούτα = παράγεται από την ομηρική λέξη «κόρυς –
κόρυθος» = περικεφαλαία, κράνος. Επίσης, είναι πιθανόν να παράγεται από την αρχαία ελληνική «κέρας»
1074. γίδα με μικρά αφτιά = τσιούρα
1075. γίδα με σπασμένο κέρατο. = κουτσουκιέρα
1076. γίδα μέσα στα πρόβατα = μαλτζιάνα
1077. γίδια = γιδιρά
1078. γίδια (είδος) = καρλάφτ’κα = γίδια που έχουν μεγάλα αφτιά
και γυρισμένα προς τα κάτω
1079. γίδια , προβατα (χρώμα) = κάτσενα = με κόκκινο πρόσωπο και τα πόδια κόκκινα
1080. γίδια που βόσκουν μαζί με πρόβατα = π ρατάρ’κα γίδια
1081. γίδινο = γιδίσιου
1082. γίδινο κουρεμένο μαλλί = τράϊομαλλου
1083. γιδιού σημάδι = κουτσιάφτ’κου = σημάδι στα γίδια για αναγνώριση
1084. γιδο- ή γιδου- πρώτο συνθετικό σε λέξεις που δηλώνει ότι έχει σχέση με γίδια : γιδόκλιτσα, γιδόστρουγκα,
γιδουκόπαδου, γιδόκουρους, γιδουμάντρι, γιδόγαλου, γ’δουκόπι, γιδουτόμαρου, γιδουκακαράντσα (γίδινη
κοπριά), γιδότουπους.
1085. γιδοβοσκοί = γιδαραίοι = αυτοί που βόσκουν γίδια
1086. γιδοβοσκός = γιδάρ’ς = ο τσομπάνος που βόσκει τα γίδια.
1087. γιδοπρόβατα = γιδόπρατα = μίξη προβάτων και γιδιών, συνολικό βιός.
1088. γινάτι = ινάτι
1089. γίνομαι = γιένουμι
1090. γίνομαι ασπρομάλλης = γριβιάζου, γριβίζου
1091. γίνομαι άσπρος = φλουρίζου =
1092. γίνομαι κόκαλο από το κρύο = κοκαλώνω,
1093. γίνομαι κρύσταλλο από το κρύο = κρουσταλιάζω,
1094. γίνομαι ξύλο από το κρύο = ξυλιάζω
1095. γίνομαι χαζός = κουτιάζου = ανόητος, κουτός, γερνάω και τα χάνω
1096. γιορτάζω = γιουρτάζου = έχω γιορτή
40
1097. γιορτές = γιουρτάδις
1098. γιορτή = τζιαφέτι = μάζωξη
1099. γιορτινά (ενδύματα , αξεσουαρ) στολισμός -= αρμάτα = στολισμός (γιορτινή φορεσιά, κοσμήματα, κουδούνια),
οπλισμός
1100. γιορτινά ρούχα = καλά (τα)
1101. γιος = γιόκας
1102. γιος του χάρου = χαρόιπουλου
1103. γιος, κόρη του τσέλιγκα = τσιλιγκόιπουλου, -ούλα
1104. γκαβομάρα σου ν΄τύφλας = την
1105. γκαρίζω = γκαρίζου = φωνάζω δυνατά σαν γαϊδούρι που γκαρίζει
1106. γκαστρολογιέμαι = γκαστρουλουιόμι = παρουσιάζω σημάδια εγκυμοσύνης ή κάνω προσπάθειες για να μείνω
έγκυος
1107. γκαστρώθηκε η προβατίνα = κράτ’σι η πρατίνα = συνέλαβε, είναι έγκυος.
1108. γκαστρώνω = γκαστρώνου = γαμάω και αφήνω έγγειο, καθιστώ εγγυο
1109. γκλαμπάτζα = αβδέλλιασμα = ασθένεια των προβάτων γλαπάτσα, χλαπάτσα, αβδέλιασμα, βιδέλιασμα,
εβδέλιασμαν, εβδέλαγμαν, κοδέλιασμα, διστομίαση
1110. γκρεμίζω = γκριμάου
1111. γκρεμίσου = σάρα κακιά να σι μάσι = να γκρεμιστείς, να χαθείς, να πας στον αγύριστο (κατάρα
1112. γκρεμός = γκρέμια, γκριμός, χάβους = μέρος γεμάτο ψηλούς βράχους
1113. γκρεμός (είδος) = χαλάβρα = μεγάλος γκρεμός που χάσκει ανοιχτός
1114. γκρίζα ανοιχτά = ασπρουκανούτα μαλλιά
1115. γκριζομάλλης = γρίβους = αυτός που άσπρισαν τα μαλλιά του.
1116. γκριζόμαυρη = γραβανή
1117. γκρίνια = γκριτζιάλα
1118. γκρινιάζει = αλμουρίζει του σκ’λί = γκρινιάζει και βγάζει ήχους που
δείχνουν ότι είναι άρρωστο
1119. γκρινιάρης = γρίτζιαλους = στριμμένος
1120. γλείφει και χαίρεται το αρνί η προβατίνα = γκουγκουρίζει η πρατίνα
1121. γλείφω = αγλείφου
1122. γλέντι = γιουρτάσι = γιορτή,.
1123. γλεντοκοπώ = χαρουκουπού = διασκεδάζω
1124. γλιστράω αργά αργά = ξισέρνου
1125. γλιστρίδα (Portulaca Oleracia) = αντράκλα = σκλιμίτσα, τρέβα,
χοιροβότανο Ετήσιο φυτό που φτάνει τα 20 εκατοστά. Το συναντάμε
σχεδόν παντού σε ακαλλιέργητους και καλλιεργημένους τόπους.
Πολλαπλασιάζεται πολύ εύκολα για αυτό θεωρείτε και ζιζάνιο. Τα φύλλα της είναι σκουρωπά πράσινα,
σαρκώδεις και παχιά. Λέγεται ότι αν μασήσεις μερικά φρέσκα φύλλα και τα βάλεις κάτω από τη γλώσσα σου
ξεδιψάς. Έχει πολύ βιταμίνη C και σίδηρο και μια διατροφική έρευνα έδειξε ότι η κατανάλωσή της, όπως και η
τσουκνίδα βοηθάει την καρδιά (είναι το φυτό με τα περισσότερα ω3 λιπαρά).Μαζεύονται οι τρυφερές κορφές
τους από την αρχή του καλοκαιριού μέχρι το φθινόπωρο. Τρώγεται ωμή σαλάτα
41
1126. γλυκάδια = αδένες κάτω από το λαιμό του ζώου
1127. γλυκιά κοπέλα = μελένια, ζαχαρένια
1128. γλύκισμα = βούλι = γλύκισμα που βάζω στο στόμα του μωρού, για να ξεγελιέται και να ηρεμεί (αντί για
πιπίλας)
1129. γλυκίσματα = καλούδια = δώρα για τα παιδιά, φρούτα
1130. γλυκου - πρώτο συνθετικό σε λέξεις που δίνει στο δεύτερο συνθετικό, γλύκα, αγάπη, τρυφεράδα, ζεστή όμορφη
σχέση, ευχαρίστηση: γλυκουγιουματίζου, γλυκουκουβιντιάζου, γλυκουλαλού, γλυκουσόια, γλυκουχαράζου,
γλυκουμιλού, γλυκουτρώου, γλυκουγιλάου.
1131. γλώσσα κουδουνιού = γλουσσίδι = μικρό σιδεράκι στο εσωτερικό του κουδουνιού που προκαλεί τον ήχο.
1132. γλώσσα του κουδουνιού = γλώσσα τ’ γκδουνιού = το γλωσσίδη που δημιουργεί τον ήχο στο κουδούνι
1133. γνέθω = γνέθου = μετατρέπω το μαλλί σε νήμα.
1134. γνεσίματος ενέργεια = τ’λούπιασμα = το γνεσμένο μαλλί γίνεται τ’λούπα
1135. γνήσιος = ατόφιους = αγνός
1136. γνωρίζω = κατέχου = ξέρω, έχω κτήμα μου.
1137. γνωριμία = γνώρος = ικανότητα του τσομπάνου να γνωρίζει τα πρόβατά του
1138. γνωριμία (δυο νέων) = ειδίσια = πρώτη συνάντηση δυο υποψήφιων νέων για να αρραβωνιαστούν.
1139. γνωστικός = γνουμκός
1140. γνωστό = μπιλί = φανερό, , (δεν είνι μπιλί τι θαλά κάνς) = δεν είναι δυνατό να δούμε τι θα είχες κάνει) , μπελί,
μπελλί, μπεϊλί, μπιιλί απ το belli
1141. γνωστός στον κόσμο = ξαϊκουστός, ξαϊκουσμένος
1142. γνωστός(σε όλους) ξαϊκουσμένους, -η, -ου,
1143. γομφίοι = δουδουκάρια , μασιές = τραπεζίτες,
1144. γομφίος = μασιά
1145. γόνατο = γόνα
1146. γονείς = γουνέοι, γουνικά, γονικά, γουνήδις = και τα πεθερικά
1147. γονιμοποίηση (των ζώων από το αρσενικό) βάτεμα = μαρκάλισμα.
1148. γονιός = γουνής
1149. γουλιά = καταπ’σιά
1150. γουρούνα = γρούνα =. γκούτσια
1151. γούστο = αρισιά
1152. γραίνου = ξεμπλέκω τα μπερδεμένα μαλλιά του πρόβατου κυρίως, ξαίνω τα μαλλιά
1153. γράμματα = κλίτσις = οι γραμμές με τις οποίες φτιάχνουμε τα σύμβολα των γραμμάτων
1154. γράμματα λίγα = κλίτσα γράμματα(ναι) = γράμματα τα στοιχειώδη.
1155. γραμματικός = κιατίπης, κιατίψ
1156. γραμμένο = κισμέτι, χουσμέτι
1157. γραμμόφωνο = πλακόφωνο = πικ-άπ
1158. γραντζουνιά = ξιγάλ’σμα
1159. γρατζουνώ = ξιγαλάω, ξιγαλίζου = τραυματίζω, σχίζω ελαφρά το δέρμα μου ή κάποιο αντικείμενο
1160. γραφιάς, γραφκιάς, γραφιάρης, γραφιάτορας, γραφιάτουρας = κιατίπης, κιατίψ
1161. γραφτό = κισμέτι, χουσμέτι
42
1162. γρήγορα = γληγουράτι, γληγουράτε, αγλήγουρα αγληγουράτε
1163. γρήγορος = αγλήγουρους, σπέρδιλος
1164. γρήγορος πολύ στο περπάτημα = φεύγας
1165. γρηγορότερα = αγληγουρότιρα πιο γρήγορα (σε ταχύτητα), πριν από λίγο.
1166. γροθιά = γρόθους = μπουνιά.
1167. γρουμπούλι = μικρός στρογγυλός όγκος σαν σβώλος, καρούμπαλο
1168. γρουσούζης,-α = ουρσούζ'ς, -α, ουρσουζλαμάς, ου
1169. γυαλί της λάμπας πετρελαίου = λαμπουγιάλι
1170. γυαλιά οράσεως η ηλίου = ματουγιάλια
1171. γυάλινο δοχείο νερού - κρασιού = μαστραπάς
1172. γυάλινο ποτήρι = γυαλί = γυαλί, , καθρέφτης
1173. γυάλινος = γυαλιένιους = διάφανος
1174. γυμνό = ζαρκό- ζάρκο = το γίδι χωρίς τρίχωμα, βουνό που είναι γυμνό από δέντρα.
1175. γυμνός = μπλέτσι, ξιμπλέτσιουτόυς, ξιζάρκουτους, -η, -ου = ή ντυμένος με τα καθημερινά, λίγα ρούχα και
πρόχειρα
1176. γυναίκα (προσφώνηση ) ουρή = προσφώνηση σε γυναίκα
1177. γυναίκα = γναίκα
1178. γυναίκα που είναι συνέχεια στα σοκάκια = σουκακιάρα = γυρίζει συνέχεια
1179. γυναίκα (χαρακτηρισμός) = πιγνιδιάρα = γυναίκα που της αρέσουν τα ερωτικά παιχνίδια
1180. γυναίκα (χαρακτηρισμός) = τσουράπα = άσχημη, με κακούς τρόπους γυναίκα.
1181. γυναίκα (χαρακτηρισμός) = ρουσάτη = γυναίκα με ξανθοκόκκινα μαλλιά αλλά και περήφανη
1182. γυναίκα ανύπαντρη που έγινε γνωστό πως δεν είναι παρθένα = σφουριασμένη
1183. γυναίκα κακιά κα μοχθηρή = σκύλα
1184. γυναίκα με λεπτά και καμαρωτά φρύδια = καγκιλουφρύδα
1185. γυναίκα με πλατιά μύτη πατημένη = ζιαπουμύτα
1186. γυναίκα με σπινθηροβόλα και παιχνιδιάρικα μάτια = μπιρμπιλουμάτα
1187. γυναίκα μέτρια στο ύψος = δίκια = αυτή που έχει ύψος κανονικό
1188. γυναίκα όμορφη = γυαλιένια = αστράφτει σαν γυαλί και είναι λεπτεπίλεπτη
1189. γυναίκα όμορφη και παχουλή = μπιρμπίλου
1190. γυναίκα όμορφη σαν τριαντάφυλλο = τριανταφυλλιένια = ροδοκόκκινη
1191. γυναίκα πονηρή = φουράδα, σνόρα
1192. γυναίκα που βόσκει κοπάδι = τζιουμπάν’σσα, τσομπανοπούλα
1193. γυναίκα που έχει ξεπεράσει τους ηθικούς φραγμούς = σαλταμπήδα
1194. γυναίκα του αδερφού μου = νύφη = έτσι αποκαλείτε η καινούργια γυναίκα που παντρεύτηκε για μεγάλο
διάστημα
1195. γυναίκα του βαλμά = βαλμούσα = γυναίκα που είναι άξια να φυλάει μόνον τα άλογα, ανάξια γυναίκα
1196. γυναίκα του ιδιοκτήτη χανιού = χατζίνα
1197. γυναίκα του τσέλιγκα = τσιλιγκίνα
1198. γυναικεία = γνυκίσια = ο τρόπος που καβαλικεύει η γυναίκα
43
1199. γυναικεία φορεσιά (μέρος) = σαλιάρα = μπροστινό κομμάτι της γυναικείας φορεσιάς από λεπτό καλό ύφασμα
με πιέτες και δαντέλες) που το βάζουμε γύρω από το λαιμό
1200. γυναικεία φορεσιά (μέρος) = φούστα = βασικό κομμάτι απ’ τη γυναικεία φορεσιά που πιάνεται στη μέση και
είναι μακρύ ως τη γάμπα.
1201. γυναικεία φορεσιά (τμήμα) = φρούτα = μανίκια από το το πουκάμισο της γυναικείας στολής.
1202. γυναικείο εσώρουχο = συντρόφι
1203. γυναικείος = γ’νικίσιους
1204. γυναικολόγος = μάμους
1205. γύρεμα = χάλιμα = αναζήτηση,
1206. γυρεύω = χαλεύω
1207. γυρίζω σαν τη σβούρα = φουρλατάου
1208. γύρισμα = γκιζέρ’μα
1209. γυρισμός, (ο) = έλα (το)
1210. γυριστός = στριφτός = αυτός μιλάει με υπονοούμενα, αυτός που ειρωνεύεται
1211. γύρνα τον κόσμο = γκιζέραπερπάτα
1212. γυρνάει (σπάει) η μέρα πηγαίνουμε προς το απόγευμα = τσακίζει η μέρα
1213. γύρω-γύρω = τρουίρα, τρουίρου
1214. γυφτόπλου = πολύ μελαχρινό παιδί, παιδί που είναι σαν το γυφτάκι, επίπληξη σε παιδιά κακά
1215. γύφτος = τσιγκινές
1216. γωνιά με φωτιά = φουτουγόνι
1217. γωνίες (ψωμιού, πίτας) = κόθρος = η "γωνία" του ψωμιού (τα ακριανά κομμάτια πίτας ή γλυκού)
Δ
1218. δαγκώνει το σκυλί ορμώντας = αλλμανάει του σκ’λί = ο σκύλος ρίχνει κάποιον στο έδαφος, τον δαγκώνει και
τον γρατσουνίζει σε πολλές μεριές.
1219. δαγκώνω -ομαι = δαγκώνου = & δαγκάνω, πιάνω κάτι δυνατά με τα δόντια και, σφίγγοντάς τα, κόβω ένα
κομμάτι, τοποθετώ κάτι ανάμεσα στα δόντια και το σφίγγω, χωρίς
την πρόθεση να το κόψω (αρχ. δάκνω, με βάση τον αόρ. ἔδακον )
1220. δαίμονας = δαίμουνας = το πνεύμα του κακού, ως χαρακτηρισμός
ανθρώπου έξυπνου, ιδιαίτερα ικανού και επινοητικού, αλλά και
μοχθηρού ή καταχθόνιου, πονηρό, ισχυρό και αόρατο ον, πονηρός,
έξυπνος.
1221. δαιμονικά = σκιάσματα = αγερικά, κακά πνεύματα.
1222. δαιμονισμένος = διαουλουπαρμένους = (μτφ.) δημιουργεί άσχημες καταστάσεις.
1223. δακτυλικό αποτύπωμα = δαχλιά
1224. δαμάζω = δαμάζου = υποβάλλω ένα άγριο ζώο σε ειδική εκπαίδευση, έτσι ώστε να μάθει να υπακούει στις
εντολές μου, καταφέρνω να υποτάξω στη θέληση, να συγκρατήσω ή να ελέγξω δυνάμεις που θεωρούνται
ανεξέλεγκτες όπως: τα στοιχεία της φύσης, ένστικτα ή ισχυρά συναισθήματα, καταφέρνω να κάνω κτ. κτήμα
μου, να το θέσω υπό τον έλεγχό μου
44
1225. δαμάζω = ζάφτω- ζάφτου = ελέγχω, το φέρνω στα μέτρα, χτυπώ
1226. δάμασα = έζαψα = έθεσα υπο τον έλεγχο μου
1227. δανεικός = δανκός = αυτός που τον δανείζει ή που τον
δανείζεται κάποιος
1228. δαντέλα = ταντέλα = είδος λεπτότατου διάτρητου
πλέγματος από βαμβακερά, μεταξωτά κτλ. νήματα, τα οποία
καθώς διαπλέκονται δημιουργούν διακοσμητικά σχέδια και
του οποίου η μία πλευρά καταλήγει συνήθως σε εναλλασσόμενες εσοχές και εξοχές
1229. δαντέλες = ταντέλις
1230. δαντελωτός = δαντιλουτός = -ή -ό, αυτό που μοιάζει με δαντέλα, αυτό του οποίου το περίγραμμα θυμίζει το
περίγραμμα της δαντέλας, παρουσιάζει δηλαδή μια αρμονική εναλλαγή από εσοχές και εξοχές
1231. δασκαλάκος = δασκαλάκους = ο νεαρός και συνήθ. άπειρος δάσκαλος, περιφρονητικά, ο ανεπαρκής
δάσκαλος
1232. δασκαλεύω = δασκαλεύου = συμβουλεύω κάποιον τι να πει και τι να κάνει σε δεδομένη στιγμή, πώς να
μιλήσει / να φερθεί, καθοδηγώ κάποιον σε πράξεις που κανονικά θεωρούνται μεμπτές
1233. δάσκαλοι (μαθαίναν στα Σαρακατσανόπουλα γράμματα στα βουνά) = καλυβουδάσκαλοι
1234. δασκαλοπαίδια = δασκαλούδια
1235. δάσος (ειδικό) = πνιγούρα = παρθένο δάσος, μέρος πολύ δασωμένο που δύσκολα μπορεί κάποιος να το
διασχίσει.
1236. δάσος = αρμάνι, ρμάνι
1237. δάσος με θάμνους = λόγγους, λόγγος
1238. δαυλός = δαυλί = κομμάτι ξύλου που καίγεται απ την άκρη, αναμμένο ή μισοκαμένο κομμάτι ξύλου, από αυτά
που χρησιμοποιούσαν για θέρμανση ή για μαγείρεμα. [μσν. *δαυλί(ο)ν < υποκορ. του δαυλ(ός) -ί(ο)ν]
1239. δαχτυλήθρα = δαχλίθρα
1240. δαχτυλίδι = δαχ’λίδι, δαχλίδ
1241. δαχτυλίδι των αρραβώνων = βέρα =, αρραβώνας
1242. δάχτυλο = δάχ’λους, δάχλου = ενέργειες που αποβλέπουν σε υποκίνηση και ανατροπή, υποδιαίρεση του
μέτρου, το ένα εκατοστό, ο πόντος.
1243. δε μιλάει = άκριτους
1244. δε νιώθω καλά = αφύσ’κα μο’ρχιτι = αισθάνομαι κάποια αδιαθεσία.
1245. δειλία = κιότιμα
1246. δειλιάζω = κιότευω
1247. δείλιασα, φοβήθηκα = κιότεψα
1248. δειλινό = δειλ’νό = απόγευμα.
1249. δειλός = άναντρους
1250. δείτε = ιδείτι
1251. δεκαοχτώ = δικουχτώ
1252. δεκάχρονη = δικαχρουνούσα
1253. Δεκέμβριος = Αντριάς, Αντριγιάς, Παχνιστής
1254. δέμα από χόρτα η θάμνους = διματσούλα = δέμα από θάμνους για τα πρόχειρα ποιμενικές μαντριά
45
1255. δέματα ρουχων = μπουχτσιάδις = δεμένες κουβέρτες γεμάτες πράγματα
1256. δεμάτι = διμάτι
1257. δεμάτια από κλαδιά = κουρδέλια
1258. δεμένη προβατίνα = δειματάρα = προβατίνα που δένεται για να πάρει ορφανό αρνί που βυζαίνει ορφανό αρνί,
που τη δένουμε
1259. δεν αισθάνομαι καλά = αχαμνά μο ’ρχιτι = νιώθω αδύναμα, έχω μια ξελιγωμάρα και έχω ανάγκη από τροφή
1260. δεν βλάπτει = βλάβει με το (δεν) =.
1261. δεν βλέπει καλά = γκαβούλιακας = στραβάδι
1262. δεν έχει προληφθεί τσοπάνος = αρρόιαστους = αυτός που δεν είναι ρογιασμένος,
1263. δεν έχω άλλες δυνάμεις = μ' απουγίνκι
1264. δεν έχω διάθεση, δυσανασχέτησα = βαρυγκόμσα
1265. δεν ησυχάζει = αλάρουτους
1266. δεν καθομαι φρόνημα = φουρουμανάω
1267. δεν με χωράει πουθενά περπατάω συνέχεια επί τόπου = συγκαθάου
1268. δεν μπορεί να ηρεμήσει (να λαρώσει) = αλάρουτους
1269. δεν μπορώ να γεννήσω = στιρφεύου (μτφ.)
1270. δεν νηστεύω = αρταίνομαι = τρώω κάτι που δεν είναι νηστήσιμο
1271. δεν πας καλά στα μυαλά σου = χαζουφέρς
1272. δεν πολυμιλάει = άκριτους
1273. δεν τα έγνεσαν = άγνιστα = αυτά που δεν τα έγνεσαν
1274. δένδρο (είδος) = μαλόκεδρους = το δέντρο , άρκευθος η δυσοσμότατη,
μαλόκεδρος (Juniperus foetidissima)
1275. δένδρο (είδος) = σκλήθρο = μικρό δένδρο από του οποίου τα φύλλα έκαναν
μαύρη βαφή μαλλιών. Υδρόφιλο δένδρο με ύψος 20-30 m, με τις κοινές
ονομασίες σκλήθρο και κλήθρα η κολλώδης, τη φλούδα του οποίου
χρησιμοποιούμε για να βάφουμε επίσης υφάσματα
1276. δένδρο (είδος) = φρουξ’λιά , κουφοξυλιά, αφροξυλιά αλλά και Ζαμπούκος
= δέντρο που ο κορμός του είναι κούφιος, φυτό με θεραπευτικές ιδιότητες.
1277. δένδρο (τσέρι) = τσιρνάκι = τζέρο, τσέρι (βελανιδιά) με λεπτά φύλλα.
1278. δένδρο μοναχικό = αντίκλαρο = το ξεχωριστό, το μοναδικό (τα αντίκλαρα ήταν μεμονωμένα δένδρα σε πεδινές
εκτάσεις όπου ξεκουράζονταν οι διαβάτες. Το τραγούδι που δίνει το πλήρες νόημα είναι θαρρώ το "εγώ ήμουνα
τα αντίκλαρο"
1279. δένδρφο (είδος) = ίταμους = φυτό που μοιάζει με το έλατο.
1280. δέντρα = κλαριά
1281. δένω κόμπους = κουμπουδιάζου, κουμπουδιάζω = κάνω κόμπους, φτιάχνω κόμπους τις κλωστές από το
στημόνι και αρχίζω να το υφαίνω.
1282. δένω πολύ σφιχτά κάτι = καραβιδιάζου
1283. δένω το επόμενο άλογο στο σαμάρι του προηγούμενου δημιουργώντας αλυσίδα = συγκαιριάζω, συγκιριάζου
1284. δερβένι = ντιρβένι = πέρασμα, δρόμος.
1285. δέρμα = πετσί, τομάρι. Το τομάρι συνήθως επι ζώων και χαρακτηρησμός αχρηστου ανθρώπου
46
1286. δέρνω = δέρου = περιπλανιέμαι, βασανίζομαι
1287. δέρνω με τα χέρια = καταχειριάζου
1288. δέσιμο σε σχήμα σταυρού των ξύλων του σκελετού όλων των κατασκευών = σταύρουμα
1289. δέσμη νημάτων = φλόκους = από την οποία κόβουμε τα κρόσσια για τις βελέντσες.
1290. Δευτέρα = Διφτέρα
1291. δήθεν = θαλά (θαλα νάρθει= θα ερχόταν)
1292. δηλητηριάζεται από τσίμπημα του φιδιού = φιδιάζιτι
1293. δηλητηριώδης αράχνη = μαρμάγκα
1294. δηλώνω = δηλώνου. δουλώνου
1295. δημόσιος δρόμος = δημοσιά = μεγάλος δρόμος που χρησιμοποιούσαν όλοι
1296. διαβαίνω = διαβαίνου = περνώ.
1297. διαβάτισσα = διαβάτ’σσα = περαστική
1298. διαβιώνω = πουρεύου
1299. διαβολογυναίκα = διαόλισσα = θηλυκό του διάβολος
1300. διάβολος = διάουλους, οξαπουδώ, διάτανους, σαϊτανάς = σατανάς,
1301. διάγω = πουρεύου = ζω, , τα βγάζω πέρα, -ουμι ζω τη ζωή μου, περνάω τον χρόνο μου, συντηρούμαι
1302. διακόσμηση (κέντηματος) = καγκέλι = ζικ-ζακ
1303. διακοσμητικά κυκλικά ελάσματα. = πούλιοις
1304. διακοσμητικό θέμα (κέντημα, ύφανση) = μισουφέγγαρου, μσουφέγκαρο
1305. διακοσμητικό σχέδιο = φτιρουτό
1306. διακρίνω = λιαγκρίζω, λιαγκρίζου = ίσα ίσα που ξεχωρίζω, ίσα που διακρίνω
1307. διαλαλώ = ντιλαλού = βγάζω ντελάλη,
1308. διαλέγω = διαλέου
1309. διαλεχτός = διαλιμένους = αξιόλογος, παλληκάρι
1310. διαλογή = διαλεώνας, διαλιώνας = η ξεδιάλεγμα (όποιος διαλέγει πολύ παίρνει τουν διαλεώνα , ότι μείνει)
1311. διαλογής (απομεινάρια) = απουδιαλιούδια, απουδιαλεούδια = αυτά που απομένουν μετά από τη διαλογή και
είναι κατώτερα (όποιους πολυδιαλέει παίρνει τα απουδιαλεούδια)
1312. διαλύθηκε = ξεκλιτσνιάσκει = διαλύθηκαν τα πόδια του δεν μπορεί να περπατήσει
1313. διαλυμένο = χάρβαλου = ερειπωμένο
1314. διαλύω = ξικάνου
1315. διανυκτέρευση = γρέκιασμα
1316. διανυκτέρευσης (μέρος) = γρέκι, γρεκουτόπι = μέρος στο οποίο διανυκτερεύουν τα ζωντανά, μαντρί.
1317. διαολίζω = διαουλίζου = στέλνω στο διάβολο κάποιον βρίζοντάς τον
1318. διάρροια = τσίρλα, τσέρλα, τσίρλους, χύση
1319. διάρροια έχω = χύνει η καρδιά μ'
1320. διάρροια έχω = τσιρλάου
1321. διάσημος = ξαϊκουσμένους
1322. διασιδιού (είδος) = κάλτσινου . Για παντελόνια ή πατατούκες.
1323. διασιδιού είδος = κουπιαστό
1324. διάσιμο = διάσ’μου = ετοιμασία του νήματος για τοποθέτηση στον αργαλειό (γίνεται το διασίδι).
47
1325. διασκέδαση = γλέντημα
1326. διασκορπιζόμαστε = σκουρπσαμαν σαν τ΄ς πέρδικας τα π’λιά = πηγαίνω προς όλες τις κατευθύνσεις,
χάνομαι.
1327. διασταυρώνομαι = σταυρώνουμι
1328. διάστημα (στον αργαλειό) = θύρις = περάσματα του χτενιού στον αργαλειό (διάστημα μεταξύ δύο δοντιών στο
χτένι
1329. διάστημα στον αργαλειό = απλουσιά = το διάστημα του στημονιού ανάμεσα στο μπροσταντί και στο
ξυλόχτενο που το έχουμε υφάνει
1330. διαταγή = διάτα
1331. διαταγή = προυσταγή, πανταχούσα = εντολή.
1332. διαφυλάσσω = τηρού, τηράου
1333. δίδυμο = διπλάρκο, διπλάρκου = αρνάκι η κατσικάκι που γεννήθηκε διπλό με άλλο
1334. διεύθυνση επιστολής = απόγραμμα
1335. διευθυντής = διαφιντής
1336. διεφθαρμένος = εξώλης = εντελώς καταστραμμένος,
1337. διήγηση = μουλόημα, μολόημα = μίλημα
1338. διηγούμαι = μουλουγάου, μολογάω = ομολογώ, δέχομαι,.
1339. δικά μου = θκάμ
1340. δικάζω = δικάζου = βγάζω απόφαση που πρέπει να εκτελεστεί
1341. δικαίωμα = ξάι
1342. δικαστήρια της στάνης = σ’ναφ’κά δικαστήρια = που δίκαζαν σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο των
Σαρακατσάνων
1343. δικαστής = δικιουτής = δικαστής στα σiναφικά δικαστήρια.
1344. δικηγόρος = δικηόρους
1345. δικό μου = θκό μ’
1346. δικό σου = θκό σ’
1347. δίνω σοβαρότητα = ισκιώνου =, δίνω αξία, εμπνέω σεβασμό
1348. διόγκωση = ζιόγκους = προεξοχή που ξεκινάει κάποιο κλωνάρι ο πιο παχύς βλαστός
1349. διόγκωση στο κεφάλι(πιθανόν από χτύπημα) = κουκούδα
1350. διοικητική περιφέρεια(τούρκικη) = βιλαέτι
1351. δίπλα ακριβώς = παραδίπλα
1352. διπλανός = αλλαϊνός
1353. διπλοδένω = διπλουδένου = δένω το αρνί με τη μάνα του και με μια άλλη προβατίνα που της ψόφησε το αρνί,
για να το βυζάνει σαν δικό της
1354. διπλοπροσκυνώ = διπλουπρουσκυνού = προσκυνώ δυο φορές, επειδή έχω πολύ μεγάλο σεβασμό
1355. διπλώνω = πιστρώνου = γυρίζω, κονταίνω, στριφώνω,-ουμι (μτφ.) όταν γυναίκα
κάθεται καταγής, μαζεύει τα πόδια και καλύπτει με το φουστάνι τα ευαίσθητα σημεία του
σώματός και κάθετε σεμνά τυλίγω, περιδρομιάζω περιπαιχτικά, δέρνω
1356. δισάκι = τ’σάκι = δύο σάκοι μεταφοράς ενωμένοι με το ίδιο ύφασμα ώστε να παίρνετε
στην πλάτη ένας μπρός ο άλλος πίσω
48
1357. δίσκος για κέρασμα = βαντιέρα = δίσκος σπιτικός για σερβίρισμα, κυρίως, αλλά και για άλλες ποικίλες χρήσεις,
είναι πολλών ειδών, σχημάτων και ποιοτήτων, γενικά είναι ελλειψοειδές με δυο χερούλια. Πολλές έχουν γυάλινο
κάμπο με παραστάσεις “λαϊκής εμπνεύσεως” και χαιρετισμούς ή ευχές: “Καλημέρα” – “Χρόνια Πολλά κλπ
1358. διστάζω = δειλιάζου = φοβάμαι,
1359. διστάζω = ντηριόμι
1360. διστομίαση = η διστομίαση είναι μια παρασίτωση του ήπατος των μηρυκαστικών και περισσότερο του
προβάτου πολύ διαδεδομένη σ' ολόκληρο τον κόσμο. Η νόσος οφείλεται στο παράσιτο Δίστομο το ηπατικό, το
οποίο ανήκει στην τάξη των τρηματωδών πλατυελμίνθων. Το παράσιτο βρίσκεται στους χοληφόρους πόρους
του ήπατος, όπου γεννάει τα αυγά του, τα οποία με τη χολή κατέρχονται στο έντερο και με τα κόπρανα βγαίνουν
στο περιβάλλον. Όταν βρεθούν οι κατάλληλες συνθήκες υγρασίας και θερμοκρασίας μέσα σε 10 περίπου ημέρες,
τα αυγά εκκολάπτονται και ελευθερώνονται τα έμβρυα, που ονομάζονται μειρακίδια. Αυτά κολυμπώντας στα
επιφανεικά νερά βρίσκουν τον ενδιάμεσο ξενιστή τους, που είναι ο κοχλίας Λιμναία. Μέσα σ' αυτόν υφίστανται
τρεις μεταμορφώσεις: σε σποροκύστεις-ρέδια-κερκάρια. Μετά 1-2 μήνες εγκαταλείπουν τον ενδιάμεσο ξενιστή,
κολυμπούν στα λιμνάζοντα νερά και εγκυστώνονται στα στελέχη των χόρτων των υγρών λιβαδιών, Με τη
βόσκηση των λιβαδιών αυτών τα ζώα καταπίνουν τα μετακερκάρια, τα οποία φτάνουν στο έντερο και μετά στο
ήπαρ.
1361. δίστομο μαχαίρι κεντημένο με πέτρες = χαρμπί
1362. διχάλα = φούρκα
1363. δίχτυ = αμάλια δίχτυ με το οποίο πιάνω τα πουλάρια για να τα σαμαρώσω.
1364. δίψασα πολύ = γκάνιαξα
1365. διψώ = γκανιάζω, γκανιάζου , κορακιάζω = διψώ, πατλαντίζου, καγιάζω, γανιάζω, γανιάζου, κανιάζου,
γαρίζω, μαλλιάζω, καρανιάζω
1366. διώχνω = προυγκάου
1367. δοκάρια (ειδικά) = καπρούλια = δοκάρια στέγης κάθετα στον καβαλάρη.
1368. δοκιμάζω κάτι = γιεύουμι = και ψυχικά (πονο, κακία ) κ.α.
1369. δοξολογία = δουξουλουϊά
1370. δόση = δουσιά
1371. δουλειά = δλειά
1372. δουλευταράδες = δουλιφτάρδις = αυτοί που δουλεύουν πολύ
1373. δούναι = δόσ’μου = έξοδα της στάνης.
1374. δοχείο (μεταλλικό) = γκιούμ(ι) = μεταλλικό δοχείο για γάλα συνήθως αλλα και νερό
1375. δοχείο = καρδάρα, καρδάρι = ξύλινο δοχείο η από λαμαρίνα, συνήθως στρογγυλό, μέσα στο οποίο άρμεγαν,
βρέχει καταρρακτωδώς
1376. δοχείο (ειδικό) = φτίνα = πήλινο δοχείο στο οποίο πήζουμε το γάλα που γίνεται γιαούρτι, μεγάλο βαθύ πηλινο
πιάτο.
1377. δοχείο (είδος) = κούτλας = δοχείο που χρησιμοποιώ ως μέτρο χωρητικότητας.
1378. δοχείο (είδος) = μπουτίνα = δοχείο μέσα στο οποίο χτυπάμε το βούτυρο.
1379. δοχείο (υγρών) = κόφα = ξύλινο μικρό δοχείο κυρίως για κρασί
1380. δοχείο για λάδι = μπούκλα
1381. δοχείο για υγρό και κυρίως λάδι = λαδίκα
49
1382. δοχείο με χερούλι(χάλκινο κωνικό )βλπ. κατσαρολάκι = μπακράτσι
1383. δοχείο ξύλινο, υγρών = μαστέλου
1384. δράκαινα = δράκισσα
1385. δράκος = δράκους = υπερφυσικό ον, λαογραφικό μυθικό τέρας.
1386. δρεπάνι = διρπάνι
1387. δρεπάνι (είδος) = κόσσα = μεγάλο δρεπάνι (η κόσα που κρατάει χάρος) η είδος
χτενίσματος (πλέξιμο των μαλλιών), κοτσίδα. . Από το ρήμα «κόσσω»=κόβω
1388. δρομάκια = σουκάκια = στενά
1389. δρόμος μικρότερος = στρατί
1390. δρόμος = στράτα = ταξίδι η πορεία για να πάνε απ' τα χειμαδιά στα βουνά και το
αντίθετο
1391. δρόμος δημόσιος = φαρδόστρατα, δημοσιά, στράτα, =, δημοσά, δεμοσιά, δεμοχιά,
δρομί, , στρατί, στράδα, στρατόνι, φόρος, ρούγα, ρούγος, σούσα, τζαντές, ντουσιμές από το Βενετσιάνικο corso
1392. δρόμος με σταυροδρόμι = δίστρατα = δίστρατον < δι + στράτ(α) -ον
1393. δροσερά = δρουσάτα
1394. δροσερό = αφίρι
1395. δροσιά. = μπουέτι = κρυότη,
1396. δροσίζομαι = δρουσιόμι
1397. δρουμιάζου = κατευθύνω το κοπάδι στο να ακολουθήσει την πορεία που πρέπει, το βάζω στον δρόμο του.
1398. δύναμη = ανάκαρα = σωματική δύναμη, αντοχή, όρεξη, κουράγιο για κάτι. παλληκαριά, περηφάνια
1399. δυναμώνω μετά από αρρώστια = νταβραντίζου
1400. δυνατές φωνές = τσιάκατα = λόγια επιθετικά,
1401. δυνατή βροχή. = δαρτή
1402. δυνατή ροή νερού μέσα σε ρέμα = νηρουσυρμή
1403. δυνατή φωνή αγριεμένη = χουιάστρα
1404. δυνατός = νταβραντζμένος, βαρβάτους , π'τσαράς, άξιους = αρσενικό ζώο που είναι ικανό για
αναπαραγωγή, μεγάλο μέγεθος , άξιος
1405. δυνατός πόνος = σφαϊό, καρφί, σφάξμου
1406. δυνατότερος = αξιότιρους
1407. δυο - δυο = συνδυό: ν-αυτού συνδυό δεν πιρπατούν, συντρείς δεν κουβιντιάζουν, ν-αυτοί κάθουντι μαναχοί,
κάθουντι μαραμένοι (νεκρικό τραγουδι)
1408. δύο = δυό
1409. δυόσμος = δυόσμους, (επιστημονική ονομασία Mentha spicata, Μίνθη η
σταχυώδης) είναι είδος μέντας. Ο δυόσμος περιέχει φολικό οξύ, ριβοφλαβίνη,
βιταμίνες Α, Β6, Ε, ασβέστιο, μαγνήσιο, σίδηρο, κάλιο, μαγγάνιο και χαλκό.
Λόγω λοιπόν των συστατικών του χρησιμοποιείται σε πολλά γιατροσόφια,
όπως σε γαργάρες για θεραπεία πληγών του στόματος, ουλίτιδας,
φαρυγγίτιδας και αμυγδαλίτιδας, ως αντίδοτο στην κακοσμία του στόματος,
χωνευτικό και καταπραϋντικό της γαστρεντερικής δυσφορίας, ως ηρεμιστικό,
για την τόνωση της μνήμης, τη θεραπεία των σκασμένων χεριών και της
50