The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.

Γιατί να μάθω ορθογραφία και άλλα ορθογραφικά

Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by elenioik77, 2016-07-25 16:24:55

Γιατί να μάθω ορθογραφία και άλλα ορθογραφικά

Γιατί να μάθω ορθογραφία και άλλα ορθογραφικά

Βασίλειος Αργυρόπουλος [51]

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ορθογραφία. Πάντως, στα γλωσσικά και ειδικότερα στα ορθογραφικά, κανενός
τα λεγόμενα ή γραφόμενα δεν είναι απαλλαγμένα από ιδεολογικά στοιχεία,
με την έννοια ότι κανείς δεν μπορεί να είναι απόλυτα αντικειμενικός. Δεν
είναι ιδεολογική πάντα η θέση του άλλου, σε αντίθεση με τη δική μας, που
είναι δήθεν η επιστημονική ή η αντικειμενική. Ακόμη και αν δηλώσεις ότι
διαφωνείς με όλους και ότι δεν εντάσσεσαι πουθενά, και αυτό ιδεολογική
στάση είναι κατά κάποιον τρόπο. Και σίγουρα η στάση του καθενός μας
επηρεάζεται και από πολλά άλλα στοιχεία, όπως βιώματα, εμπειρίες,
προκαταλήψεις, που, ακόμη και αν δεν σχετίζονται με μια συγκεκριμένη
ιδεολογία, έχουν ως αποτέλεσμα να μην είμαστε αντικειμενικοί.

Ακολούθως, θα σχολιάσω ενδεικτικά μερικές αποκλίνουσες γραφές του ΛΝΕΓ:

<ατόφυος>: Το ΛΝΕΓ πληροφορεί ότι το ατόφυος προέρχεται από το
μεσαιωνικό αυτόφυος και ανάγεται στο αρχαίο αυτοφυής, πράγμα που
δικαιολογεί τη γραφή <ατόφυος> με <υ> και όχι <ατόφιος> με <ι> κατά τα
επίθετα ψόφ-ιος, κούφ-ιος, ίσ-ιος κ.ά. Ωστόσο, για τον μη ειδικό δεν είναι
ετυμολογικά διαφανής η σχέση της νεοελληνικής λέξης όχι μόνο με τον
αρχαίο της πρόδρομο, αλλά ούτε και με άλλες νεοελληνικές λέξεις
ετυμολογικά συνδεόμενες. Και μάλιστα, η γραφή της συγκεκριμένης λέξης
είναι λογικό να ρυθμιστεί σύμφωνα με τη γραφή επιθέτων όπως ψόφ-ιος,
κούφ-ιος, ίσ-ιος κ.ά. Κατά συνέπεια, η γραφή <ατόφιος> έχει θεωρητικό
υπόβαθρο και δεν αποτελεί δείγμα αδικαιολόγητης ορθογραφικής
απλοποίησης.

<βαλλάντιο>: Το ΛΝΕΓ δίνει την πληροφορία ότι η λέξη προέρχεται από το
αρχαίο βαλλάντιον, που είναι αγνώστου ετύμου, και προσθέτει ότι η
προτεινόμενη γραφή με δύο <λ> είναι καλύτερα μαρτυρημένη. Ωστόσο, η λέξη
μπορεί να γραφεί με ένα <λ> για τον ίδιο λόγο που γράφεται με ένα <λ> και η
λέξη φάκελος: Παραδίδεται στα αρχαία ελληνικά όχι μόνο με ένα αλλά και με
δύο <λ>, άρα προτιμότερη είναι η απλογράφησή της.

<καλοιακούδα>: Σύμφωνα με το ΛΝΕΓ, η λέξη ανάγεται στο
αρχαίο κολοιός, που είναι αγνώστου ετύμου. Στην προκειμένη περίπτωση, όχι
μόνο δεν είναι αισθητή στον μη ειδικό η σχέση της νεοελληνικής με την
αρχαιοελληνική λέξη, αλλά δεν υπάρχουν καν λέξεις της νέας ελληνικής
ετυμολογικά συνδεόμενες με την καλιακούδα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό
με την άγνωστη ετυμολογική προέλευση του αρχαίου κολοιός, δείχνει ότι είναι

[52] Γιατί να μάθω ορθογραφία κι άλλα ορθογραφικά

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

αχρείαστη η προσπάθεια για τη διάσωση του <οι>. Έτσι, η λέξη είναι
προτιμότερο να γράφεται με <ι>: <καλιακούδα>.

<τσηρώτο>: Κατά το ΛΝΕΓ, πρόκειται για αντιδάνειο που μέσω του
ιταλικού cerotto ανάγεται στο αρχαίο κηρωτός (= αλειμμένος με κερί). Το ΛΝΕΓ
προσθέτει ότι από την ετυμολογία προκύπτει πως ορθότερη είναι η γραφή με
<η> και <ω>. Ωστόσο, για τη συγκεκριμένη λέξη ισχύουν τα όσα
προαναφέρθηκαν σχετικά με τα αντιδάνεια. Ας προστεθεί ότι, αν
το τσιρότο τονιζόταν στη λήγουσα, θα παρέπεμπε σε λέξεις σε -ωτό όπως
ζαχαρωτό, παγωτό, φουσκωτό, ψηφιδωτό κ.ά.

Στη σημερινή εποχή είναι πιο δύσκολο από άλλοτε να επικρατήσουν
ετυμολογικά βάσιμες γραφές που δεν βασίζονται στο κριτήριο της χρήσης.
Μερικές γραφές που σήμερα μας είναι πολύ οικείες (όπως <καλύτερος> αντί
<καλλίτερος>) οφείλονται σε παλαιότερα διδάγματα ειδικών και
σηματοδοτούν μια κρίσιμη εποχή, όπου θεμελιωνόταν γλωσσολογικά η
μελέτη της ελληνικής και αναγνωρίζονταν τα προηγούμενα στάδιά της. Αν
ακολουθούνταν πάντοτε το κριτήριο της χρήσης, θα έπρεπε να γράφουμε
ακόμη <καλλίτερος> και η γραφή <καλύτερος> δεν θα είχε επικρατήσει ποτέ.
Στην προκειμένη περίπτωση, υπερίσχυσε το ετυμολογικό κριτήριο, πράγμα
θεμιτό, αφού ούτως ή άλλως η ορθογραφία έχει κανονιστικό χαρακτήρα και η
ορθογραφική ρύθμιση ως έννοια διαφέρει από την εν γένει γλωσσική ρύθμιση
σε επίπεδο λεξιλογικό, σημασιολογικό κτλ. Ωστόσο, στην εποχή μας, που
χαρακτηρίζεται από τεράστια παραγωγή κειμένων σε έντυπη και ηλεκτρονική
μορφή, η ορθογραφική συνήθεια γίνεται πιο ισχυρή. Και μπορεί κάποτε το
<κλασσικός> να έγινε <κλασικός>, αλλά είναι πιο δύσκολο να αντικατασταθεί
μια απλούστερη γραφή από μια λιγότερο απλή – μάλλον δηλαδή έπαιξε ρόλο
το γεγονός ότι η γραφή <κλασικός>, που επικράτησε, είναι η απλοποιημένη,
ενώ οι γραφές <καννάτα>, <αγώρι> κτλ. είναι οι λιγότερο απλές. Έχει όμως
σημασία και πού τοποθετείται ένας τύπος ή μια λέξη στον άξονα λόγιο–
δημοτικό. Δεν είναι τυχαίο ότι γράφονται με <οι> τα λόγια πληροί (τις
προϋποθέσεις κ.λπ.) και απαξιοί (να απαντήσει κ.λπ.). Επίσης, δεν γράφεται
τυχαία με <ω> το επίσης λόγιο απώλεσα (= έχασα), που δεν έχει ενεστώτα στη
νέα ελληνική (αλλά ο αόριστος του εξοκέλλω γράφεται με <ο>: <εξόκειλα>).
Στο πλαίσιο της αντίθεσης λόγιο–δημοτικό μπορεί να ερμηνευθεί και το
γεγονός ότι τα αρχαιοπρεπή ονόματα Άδωνις και Ραδάμανθυς δεν γράφονται
όπως τα Αντώνης και Βασίλης. Σε αντίθεση με λόγιες ή αρχαιοπρεπείς λέξεις,

Βασίλειος Αργυρόπουλος [53]

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

τα καλιακούδα, τσιρότο, τσιπούρα, φιλενάδα κτλ. είναι λαϊκές λέξεις και δεν
φαίνεται πιθανή η αλλαγή στη γραφή τους. Επιπλέον, έχουν περάσει πολλά
χρόνια από το 1998, δηλαδή από τότε που πρωτοεκδόθηκε το ΛΝΕΓ, το λεξικό
που κυρίως πρότεινε τέτοιες γραφές. Από εκείνη την εποχή φαινόταν ότι δεν
θα ήταν τόσο εύκολη η καθιέρωση γραφών όπως <αγώρι>, <φτειάχνω> κτλ.
Τώρα πια όμως είναι ολοφάνερο ότι δεν γίνεται να επικρατήσουν τέτοιες
γραφές. Συν τοις άλλοις, όλη αυτή η συζήτηση αποπροσανατολίζει από τα
πραγματικά προβλήματα που αφορούν τη γλώσσα και την παιδεία στην
Ελλάδα σήμερα. Ενώ πρέπει λ.χ. να ασκηθεί ο μαθητής στην κατανόηση και
την περιληπτική απόδοση νεοελληνικού κειμένου, θα έχανε ο εκπαιδευτικός
πολύτιμο χρόνο προσπαθώντας να εξηγήσει γιατί με ετυμολογικούς όρους
είναι δεκτές διάφορες γραφές όπως <αγώρι>, <γλυτώνω>, <λειώνω>,
<τζιτζυφιά> κ.ά.

Το σπουδαιότερο είναι ότι το σύστημα ορθογραφίας του ΛΝΕΓ χαρακτηρίζεται
και αυτό από εσωτερικές ασυνέπειες, ενώ σκοπός ήταν να εξαλειφθούν οι
ασυνέπειες του ισχύοντος ορθογραφικού συστήματος: Εφόσον στο ΛΝΕΓ
γράφεται <αγώρι> λόγω αναγωγής στο αρχαίο άωρος, θα έπρεπε να γραφεί και
<τραυώ> (όχι <τραβώ>) λόγω αναγωγής στο ταύρος· και αφού ακολουθείται η
γραφή <σπειράλ> λόγω αναγωγής του ξενικού τύπου στο
ελληνικό σπείρα, γιατί όχι και <κώμικς> (αντί <κόμικς>) ως αναγόμενο στο
αρχαίοκωμικός; Με λίγα λόγια, η ετυμολογική ορθογραφία στο ΛΝΕΓ δεν
εφαρμόζεται με απόλυτη συνέπεια. Ας προστεθεί ότι την καλύτερη κριτική στο
ΛΝΕΓ μπορεί να βρει κανείς στην πιο εμπεριστατωμένη σύγχρονη μελέτη για
την ορθογραφία, του Παπαναστασίου (2008), βιβλίο-σταθμό, που θα πρέπει να
αποτελεί μόνιμο σημείο αναφοράς για όποιον ασχολείται με θέματα
νεοελληνικής ορθογραφίας. [25]

Από την άλλη, χρειάζεται έρευνα για να διαπιστωθεί πόσο και πώς έχει
επηρεάσει τη νεοελληνική ορθογραφία το ορθογραφικό σύστημα του
ΛΝΕΓ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το συγκεκριμένο λεξικό σε θέματα
ορθογραφίας μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, ειδικά σε μαθητές και
δασκάλους, και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο του ως οδηγός. Σίγουρα οι
αποκλίνουσες γραφές του ξενίζουν, ενώ δεν αποκλείεται να συνέβαλαν στο
να υιοθετηθούν από μερικούς «ιστορικότερες» γραφές, ή και απλώς
παλαιότερες αλλά εσφαλμένες, αν και δεν ξέρω πώς αποδεικνύεται κάτι
τέτοιο. (Ο ισχυρισμός ότι το ΛΝΕΓ προκάλεσε «απόλυτη σύγχυση» και οδηγεί

[54] Γιατί να μάθω ορθογραφία κι άλλα ορθογραφικά

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

σε «γενικευμένη ανορθογραφία» είναι υπερβολικός και –το κυριότερο–
αναπόδεικτος.) Ας αναφερθεί και η προσπάθεια, που τελικά καρποφόρησε, να
γράφεται πλέον επισήμως <Γουδή> αντί <Γουδί>, επειδή το τοπωνύμιο
προέρχεται από όνομα προσώπου. (Αλλά με την ίδια λογική θα έπρεπε να
γράψουμε και <Καπανδρίτη>, <Κουκάκη>, <Γαλάτση>, <Τατόη> κ.ά. Γιατί
λοιπόν ειδικά <Γουδή>;) Ωστόσο, μερικοί από όσους επικρίνουν το ΛΝΕΓ για
τις αποκλίνουσες γραφές του δεν αναφέρουν κάτι πολύ σημαντικό: Ελάχιστες
από τις ορθογραφικές επιλογές του ΛΝΕΓ έχουν γίνει δεκτές από τον πολύ
κόσμο. Ο δημιουργός του ΛΝΕΓ είτε μέσω τηλεοπτικών εκπομπών ήδη από τη
δεκαετία του ’80 είτε μέσω του λεξικού του, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1998,
πρότεινε ετυμολογικές γραφές που έρχονταν σε αντίθεση με τις
καθιερωμένες. Το αποτέλεσμα λοιπόν ήταν ότι ελάχιστες μόνο από αυτές τις
γραφές υιοθετήθηκαν, όπως <κτήριο> και <ορθοπαιδική>, [26] και μάλιστα
ακόμη και αυτές μάλλον δεν έγιναν πιο συχνές από τις αντίστοιχες μη
ετυμολογικές. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, οι
αποκλίνουσες γραφές που απαντούν στο ΛΝΕΓ δεν χρησιμοποιούνται
καθόλου. Κανείς δεν γράφει σήμερα <αγώρι>, <καλοιακούδα>, <καννόνι>,
<καρώτο>, <νηνί>, <τσηρώτο>, <τσιππούρα>, <φιλαινάδα> κτλ. Αυτό δεν είναι
μια λεπτομέρεια που θα μπορούσαμε εύκολα να παραβλέψουμε. Το γεγονός
ότι τέτοιες γραφές δεν έχουν υιοθετηθεί τόσα χρόνια αφενός σημαίνει πως
δεν φαίνεται πιθανή η επικράτησή τους και αφετέρου οδηγεί στο συμπέρασμα
ότι το ΛΝΕΓ δεν έχει προκαλέσει τόσο μεγάλες ρωγμές στο οικοδόμημα της
σχολικής ορθογραφίας.

Και πάντως το ΛΝΕΓ, με δεδομένο ότι είναι και εγκυκλοπαιδικό λεξικό, ειδικά
με τα σχόλια που παραθέτει εντός πλαισίου, δείχνει μεγάλο προβληματισμό
για θέματα ορθογραφίας της νέας ελληνικής και λύνει απορίες που δεν
μπορούν να λυθούν με χρήση άλλων λεξικών. Για παράδειγμα, μόνο στο ΛΝΕΓ
μπορεί κανείς να βρει τόσο αναλυτικές πληροφορίες για θέματα όπως η
ορθογραφική παράσταση των νεότερων δάνειων λέξεων. Επίσης, μόνο από το
ΛΝΕΓ μπορεί ένας μη ειδικός να αντλήσει τις σχετικές πληροφορίες και να
καταλάβει γιατί λ.χ. γράφουμε <λατρεία> (με <ει>) αλλά <ειδωλολατρία> (με
<ι>). Το ίδιο λεξικό εξηγεί και τη διαφορά στην ορθογραφία μεταξύ των
αμείβω και αμοιβή, αλλά και των όφελος–ωφέλεια, οφείλω–ωφελώ κ.ά.

Για την ορθογραφία σε νεοελληνικά λεξικά βλέπε και Ιορδανίδου 1998, 2014:
284-285, καθώς και ό,τι αφορά την ορθογραφία στα άρθρα των Ιορδανίδου,

Βασίλειος Αργυρόπουλος [55]

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Τσολάκη και Κριαρά στο πλαίσιο του αφιερώματος της Καθημερινής στα
ερμηνευτικά λεξικά της νέας ελληνικής: Ιορδανίδου & Μοσχονάς & Τσολάκη
& Κριαράς (2000). Επίσης: Χαραλαμπάκης 2001β: 187-192.

Για θέματα ορθογραφίας βλέπε και τα εξαιρετικά άρθρα του Μωυσιάδη
(2006α, 2006β και 2007). Επίσης: Χαραλαμπάκης 2001α.

[56] Γιατί να μάθω ορθογραφία κι άλλα ορθογραφικά

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Από όλα όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι το σύστημα γραφής που
χρησιμοποιούμε και γενικά το θέμα της νεοελληνικής ορθογραφίας είναι
εξαιρετικά σύνθετο και ότι καλό είναι να μην υιοθετούμε απόψεις που
δείχνουν να μη λαμβάνουν υπόψη αυτή την πραγματικότητα. Παραδείγματος
χάρη, για λόγους που εξηγήσαμε, είναι ανέφικτο να γράφουμε πάντα
σύμφωνα με την ετυμολογία, αλλά και δεν είναι σκόπιμο να ακολουθήσουμε
φωνητική γραφή. Επίσης, είναι μάταιη η προσπάθεια για επιστροφή στις
αρχαίες ρίζες μας και στην αρχαιοελληνική ορθογραφία, έστω και αν αυτή
παγιώθηκε σε μεταγενέστερους χρόνους, γιατί το λεξιλόγιο της γλώσσας μας
είναι πολυστρωματικό – δεν υπάρχουν μόνο αρχαίες λέξεις, αλλά και
μεταγενέστερες, και μάλιστα στην ελληνική έχουν ενσωματωθεί και δάνεια,
που επιβάλλουν ορθογραφικές ρυθμίσεις προς την κατεύθυνση της
απλογράφησης. Επίσης, υπεραπλουστεύουν τα πράγματα όσοι βλέπουν τις
ορθογραφικές απλοποιήσεις σαν συμπτώματα παρακμής ή σταδιακής
καταστροφής της γλώσσας μας, γλωσσικού αφελληνισμού κτλ. Διαβάζοντας
δύο θαυμαστά βιβλία, τη Νεοελληνική ορθογραφία του Γ. Παπαναστασίου
(Παπαναστασίου 2008) και τον τόμο 7 από τα Άπαντα του Μ. Τριανταφυλλίδη
(Τριανταφυλλίδης 1965), συνειδητοποιεί κανείς όχι μόνο τον πολυσύνθετο
χαρακτήρα της νεοελληνικής ορθογραφίας, αλλά και τον πολύπλευρο
προβληματισμό που έχει αναπτυχθεί στους κύκλους των ειδικών με σκοπό τη
ρύθμιση πολλών επιμέρους ορθογραφικών θεμάτων. Τέτοια βιβλία δείχνουν
έμμεσα ότι η κινδυνολογία που συνδέεται με την ορθογραφία μας είναι
αντιεπιστημονική.

Στο ερώτημα αν πρέπει να μάθει κανείς ορθογραφία η απάντηση είναι
καταφατική, αλλά αρκεί να τη δει στις σωστές της διαστάσεις. Δεν είναι κάτι
ιερό, αναλλοίωτο και απαραβίαστο, αλλά ούτε και φυσικό. Απεναντίας, η

Βασίλειος Αργυρόπουλος [57]

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ορθογραφία μεταβάλλεται διαχρονικά και έχει συμβατικό χαρακτήρα.
Επιπλέον, μέσω της ιστορικής ορθογραφίας συνδεόμαστε με το παρελθόν,
πράγμα περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό, ανάλογα με την ιδεολογία του
καθενός. Ακόμη όμως και αν κάποιος δεν δει το θέμα από αυτή την οπτική
γωνία, αξίζει να μάθει ορθογραφία και μόνο για ωφελιμιστικούς σκοπούς.
Καλώς ή κακώς, η αποφυγή ορθογραφικών λαθών λειτουργεί σαν δείκτης
μορφωτικού επιπέδου, όχι μόνο στην Ελλάδα. Ο ορθογράφος θεωρείται
μορφωμένος και δεν μπορούμε να παραβλέψουμε αυτή την πλευρά του
θέματος. Επίσης, πρόκειται για κοινωνικό αγαθό, όπως και η γλώσσα, που το
μοιράζεται όλη η γλωσσική κοινότητα, αφορά το παρόν και την καθημερινή
ζωή, γι’ αυτό καλό είναι να τηρούνται οι σχετικοί κανόνες και να μην
αυθαιρετούμε. Τελικά, η ορθογραφία γίνεται στοιχείο συλλογικής
ταυτότητας.

[58] Γιατί να μάθω ορθογραφία κι άλλα ορθογραφικά

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Η λατινική έκφραση “Verba volant, scripta manent” (= τα λόγια πετούν, τα
γραπτά μένουν) δείχνει τον εφήμερο χαρακτήρα του προφορικού λόγου και
τον μόνιμο του γραπτού. Βέβαια, αυτή η διάκριση δεν είναι απόλυτη, αν
σκεφτεί κανείς λ.χ. ότι μπορεί να μας πουν μια κουβέντα που να μην την
ξεχάσουμε ποτέ, άρα να χαρακτηρίζεται από μονιμότητα, ή ότι μπορεί να
σβηστεί κάτι που έχει γραφεί στο διαδίκτυο ή και αλλού, επομένως να είναι
εφήμερο.

Ο Χριστίδης (2005: 46) πάντως εύστοχα αναφέρει δύο χαρακτηριστικά στοιχεία
για τη μονιμότητα του γραπτού λόγου που αφορούν τη μοίρα:
Χρησιμοποιούμε τη λέξη γραφτό (= μοίρα) και την έκφραση ό,τι γράφει δεν
ξεγράφει. Ας προσθέσω τους λαϊκούς τύπους (το) γραμμένο / (τα) γραμμένα (=
μοίρα), ενώ αξιοσημείωτη είναι η εξής ερώτηση, που δηλώνει τη βαρύτητα
του γραπτού λόγου: Πού το είδες αυτό γραμμένο;

Από την άλλη, στον πλατωνικό Φαίδρο (274c-275b) ο Αιγύπτιος βασιλιάς
Θαμούς αμφισβητεί τα πλεονεκτήματα που εξασφαλίζει η γραφή. Μεταξύ
άλλων, υποστηρίζει ότι τα γράμματα θα έχουν ως αποτέλεσμα αυτοί που θα τα
μάθουν να παραμελήσουν την άσκηση της μνήμης τους, αφού εμπιστευόμενοι
τη γραφή θα ανακαλούν πράγματα όχι από μέσα τους αλλά απέξω, με ξένα
σημεία. O Ferdinand de Saussure θεωρούσε ότι ο προφορικός λόγος έχει
προτεραιότητα έναντι του γραπτού, ενώ ο Jacques Derrida «έχει υποστηρίξει
την απόλυτη αυτονομία της γραφής ως συστήματος σημείων», όπως
σημειώνει η Καραντζόλα (1996), που δίνει περισσότερες πληροφορίες για το
θέμα και βιβλιογραφικά στοιχεία.

[2] Η προτεραιότητα του προφορικού λόγου σε σχέση με τον γραπτό φαίνεται
και στο εξής: Μερικοί συνδυασμοί φθόγγων είναι αδύνατον να προφερθούν σε

Βασίλειος Αργυρόπουλος [59]

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

μια γλώσσα, ενώ είναι δυνατόν να συνδυαστούν μεταξύ τους τα αντίστοιχα
γράμματα στις γραπτές λέξεις και τίποτα στο σχήμα τους δεν μπορεί να
εμποδίσει τον συνδυασμό τους (βλέπε Lyons 2002: 96-98).

[3] Σημειώνουμε ορθογώνιες αγκύλες […] για τη φωνητική μεταγραφή,
πλάγιες γραμμές /…/ για τη φωνολογική και γωνιώδεις αγκύλες <…> για την
ιστορική ορθογραφία.

Ως προς τη φωνητική μεταγραφή ακολουθώ το Λεξικό του Ιδρύματος
Τριανταφυλλίδη (εφεξής: ΛΚΝ), λ.χ. στη δήλωση με [j] του ουρανικού
φθόγγου που ακούγεται στη λέξη γιαγιά ή στην καταγραφή του τονικού
σημαδιού πάνω από το φωνήεν που τονίζεται και όχι πριν από την τονιζόμενη
συλλαβή.

[4] Σχετικά με τα ελληνικά, ένας μη φυσικός ομιλητής θα δυσκολευόταν στην
ανάγνωση σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως στη γραφή <λόγια>, που
μπορεί να αντιστοιχεί σε δύο προφορές: [lόja] με συνίζηση (π.χ. λίγα λόγια και
καλά) και [lόjia] χωρίς συνίζηση (π.χ. λόγια και δημοτικά στοιχεία). Άρα, το
σωστό είναι <τα λόγια μου> [ta lόja mu] και όχι <τα λόγιά μου> [ta lόjiá mu].
Ομοίως: τα παπούτσια μου, τα κορίτσια μας και όχι *τα παπούτσιά μου, *τα
κορίτσιά μας, όπως προφέρουν μερικοί μη φυσικοί ομιλητές. Ένας ξένος
καθηγητής, που έχει μάθει ελληνικά, συνομιλώντας με φίλο μου γλωσσολόγο
χρησιμοποίησε τη φράση *τα παπούτσιά μου. Μόλις ο φίλος μου του είπε ότι
δεν λέγεται έτσι, εκείνος με γνήσιο ενδιαφέρον ζήτησε εξηγήσεις. Τι θα
μπορούσαμε να απαντήσουμε σε κάποιον ξένο που ρωτάει γιατί δεν λέμε *τα
παπούτσιά μου; Στη γραφή <παπούτσια> το <ι> δεν απεικονίζει φθόγγο [i]. Δεν
υπάρχει κανένα [i] στην προφορά του τύπου του πληθυντικού αριθμού. Πριν
από τον τελευταίο φθόγγο ακούγεται –στην κοινή νέα ελληνική– ένας
συμφωνικός φθόγγος, ο ίδιος που ακούγεται πρώτος όταν προφέρουμε τη
λέξη χέρι. Ο τύπος παπούτσια δηλαδή έχει τρεις και όχι τέσσερις συλλαβές.
Συνεπώς, δεν λέμε *τα παπούτσιά μου, ενώ βέβαια λέμε λ.χ. τα σακίδιά μου.
(Αλλιώς κλίνεται το σακίδιο και αλλιώς το παπούτσι.)

[5] Αν και δεν συμφωνώ με την καθιέρωση της φωνητικής γραφής στη νέα
ελληνική, προσυπογράφω το σχόλιο φίλου που μου γράφει ότι στον Βηλαρά
βρίσκει πολύ περισσότερη συνέπεια, επιστημονικότητα και ανοιχτομυαλιά
από τους φιλολόγους του 19ου αιώνα και μερικούς των ημερών μας.

[60] Γιατί να μάθω ορθογραφία κι άλλα ορθογραφικά

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ας προσθέσω και το σχόλιο φίλης και συναδέλφου, που είχε την καλοσύνη να
διαβάσει το κείμενό μου και να μου στείλει σχόλια: Όπως μου γράφει,
οι Φηλολογηκες γραφες του Βηλαρά δείχνουν πόσο παλιές είναι κάποιες
απόψεις που θεωρούμε μοντέρνες νομίζοντας ότι όλοι οι παλιοί ήταν
συντηρητικοί και ότι εμείς προτείνουμε πρώτοι «ανατρεπτικές» θεωρίες.

[6] Είναι συζητήσιμο αν και κατά πόσο η καθιέρωση του μονοτονικού τότε,
εκτός από πρωτοβουλία της ακαδημαϊκής κοινότητας, ήταν και αίτημα της
κοινωνίας. Αυτό όμως είναι άλλο θέμα.

[7] Επιπροσθέτως, μπορεί οι ξένοι που μαθαίνουν ελληνικά να
δυσκολεύονται, εκτός από τη γλώσσα καθ’ εαυτήν, με το ελληνικό αλφάβητο
και την ιστορική ορθογραφία, αλλά για αρκετούς ξένους αρχαιομαθείς το
ελκυστικότερο γνώρισμα των ελληνικών είναι η ιστορία τους και
ενδιαφέρονται να μάθουν νέα ελληνικά και λόγω της σχέσης (της όποιας
σχέσης υπάρχει) μεταξύ νέας και αρχαίας ελληνικής ως προς την ορθογραφία
– είναι κι αυτό ένα επιχείρημα κατά της εφαρμογής της φωνητικής γραφής
στη νέα ελληνική.

[8] Το εβραϊκό ērābōn δεν έχει βέβαια διπλό r. Δεν φαίνεται πώς εξηγείται η
γραφή αρραβών από την εβραϊκή προέλευση της λέξης, αν είναι εβραϊκή.
Σημειωτέον ότι στο Ετυμολογικό Λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη
(συντομογραφία: ΕΛΝΕΓ), τουλάχιστον στη δεύτερη ανατύπωση (του Μαρτίου
2010) της πρώτης έκδοσης (του 2009), σημειώνεται ότι το αρραβών πιθανώς
προέρχεται από τον χώρο της Μέσης Ανατολής ενώ αμφισβητείται και η
σημιτική προέλευση. Ωστόσο, στην τέταρτη έκδοση (του 2012) του Λεξικού της
Νέας Ελληνικής Γλώσσας (εφεξής: ΛΝΕΓ) του Γ. Μπαμπινιώτη αναφέρεται το
εβραϊκό ērābōn ως πηγή. Στο ετυμολογικό γράφεται απλώς πβ. εβρ. erabon.

[9] Παραδείγματα: το νεοελληνικό είναι, που γραφόταν *<είνε> (Χατζιδάκις
1905: 564-568, 1977: 62, 143), αλλά και το οριστικό άρθρο οι (γυναίκες), που
γραφόταν με η και υπογεγραμμένη (Χατζιδάκις 1905: 10-11, 569-571). Και στις
δύο περιπτώσεις ο Χατζιδάκις εξηγεί γιατί οι ετυμολογικές γραφές είναι οι
εξής: <είναι> και <οι>.

[10] Αξίζει να προστεθεί ότι οι γραφές που ρυθμίζονται από τις μεταπτωτικές
βαθμίδες εξηγούνται και εμφανίζουν συστηματικότητα, αν και όχι προφανή.

Βασίλειος Αργυρόπουλος [61]

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Πάντως, μπορεί να διδαχθεί π.χ. ότι τα ρήματα αλείφω και αμείβω γράφονται
με <ει>, ενώ τα αντίστοιχα ουσιαστικά αλοιφή και αμοιβή με <οι>.

[11] Η εφημερίδα Athens Voice στις 14/5/2014 στη στήλη «Athens Voices. Η
Αθήνα μιλάει κι εμείς ακούμε» δημοσίευσε φωτογραφία πωλητηρίου που
έγραφε: «Πωλείται. Τιμή: 3.000€ ΣΙΖΙΤΙΣΙΜΙ»:
http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/482/athens-voices-482

[12] Στην πενθήμερη εκδρομή μας στη Ρόδο το 1992, βρήκαμε ένα μαγαζί με
ρούχα όπου τύπωναν γράμματα και αριθμούς σε φανέλες, όπως Ρόδος
1992, μαζί με άλλα στοιχεία, ως ενθύμιο της εκδρομής. Θυμάμαι ότι η δική μου
φανέλα έγραφε μεταξύ άλλων το όνομα του σχολείου. Είχαν κάνει όμως
λάθος και είχαν γράψει ως όνομα του σχολείου *<Ιωνείδιος> αντί <Ιωνίδειος>.
Τους το είπα και μου πρότειναν να αγοράσω τη φανέλα σε χαμηλότερη τιμή.
Τους εξήγησα ότι δεν γινόταν ένας τριτοδεσμίτης να κυκλοφορεί με φανέλα
πάνω στην οποία είναι τυπωμένο το όνομα του σχολείου γραμμένο με λάθος
τρόπο και τελικά δέχτηκαν να ετοιμάσουν άλλη. Όλη αυτή η συζήτηση,
σημειωτέον, έγινε σε εύθυμο κλίμα. Γιατί όμως δεν ήθελα να φοράω μια
τέτοια φανέλα; Αυτή η ιστορία μπορεί να μας οδηγήσει σε συμπεράσματα
σχετικά με τη λειτουργία της ορθογραφίας ως κριτηρίου μόρφωσης.

[13] Για γλωσσικές προκαταλήψεις κάνει λόγο ο Πετρούνιας (1984: 27-28).
Επίσης, ο ίδιος αναφέρεται σε ορθογραφικές παρερμηνείες και προκαταλήψεις
(Πετρούνιας 1984: 264-265). Ακόμη, με προκαταλήψεις για τη γραφή και την
ορθογραφία ασχολείται ο Μοσχονάς (2013). Σχετικά με τη
λέξη προκατάληψη για θέματα γλώσσας και ορθογραφίας, έχει σχολιαστεί ότι η
χρήση της συγκεκριμένης λέξης ήδη δηλώνει μια θέση. Ωστόσο, δεν υπάρχει
απαίτηση να χρησιμοποιεί κανείς διατύπωση που να μη δηλώνει τη θέση του,
ειδικά μάλιστα όταν πρόκειται για γλωσσικά και ορθογραφικά θέματα.

[14] Ιδού και ένα ευτράπελο σχετικά με τις γραφές <αβγό> και <αυγό>:
Αντιγράφω μια υποσημείωση από κείμενο του Τριανταφυλλίδη (1965: 327):

«“Εστία” 11 Δεκ. 1918: “Το αυγό” – Πυκνός όμιλος περιέργων είχε σχηματισθή
χθες το απόγευμα γύρω από κάποιο σημείον του πεζοδρομίου της οδού
Βουκουρεστίου… Έξαφνα, μέσα εις την θερμήν αυτήν ατμοσφαίραν της
συμπαθείας, δύο σχολαστικοί έστησαν κρύον και τρομερόν καυγάν:

[62] Γιατί να μάθω ορθογραφία κι άλλα ορθογραφικά

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

— Πώς το γράφετε εσείς το “αυγό”; Με βήτα ή με δίφθογγον;
— Με βήτα, βεβαίως. “Αβγό”! Μήπως το “αβγό” παράγεται από το “αυγή”, για
να γράφεται “αυγό”;
— Είσθε μαλλιαρός, κύριε.
— Είμαι λογικός άνθρωπος… Είναι βαγαποντιές… Αν θέλετε να αττικίσετε και
αν σας βαστάη, να γράφετε “ωόν”…

»Και εσήκωσαν κατ’ αλλήλων τις μαγκούρες…».

[15] Και μάλιστα, αυτή η ετυμολογική γραφή διευκολύνει τον χρήστη της
νεοελληνικής, αφού του επιτρέπει να εντάξει και σε επίπεδο γραφής
το καλύτερος στην ομάδα των συγκριτικών σε -ύτερος.

Επίσης, η ετυμολόγηση του συγκεκριμένου τύπου, που είναι μεσαιωνικός,
όπως και κάθε άλλου τύπου που γραφόταν με εσφαλμένο τρόπο άλλοτε ως
δήθεν απευθείας προερχόμενος από την αρχαία, είναι διδακτική για εμάς
σήμερα: Μας διδάσκει ότι δεν πρέπει να κάνουμε άλματα στον χρόνο, ότι
πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη και τα ενδιάμεσα στάδια της ελληνικής, όχι
μόνο την αρχαία. Βλέπε και την παρόμοια περίπτωση του επιρρήματος
αλλιώς, που προέρχεται από το μεσαιωνικό αλλέως με συνίζηση (Ψάλτης 1923,
βλέπε και Τσολάκη 2006: 33-35). Τέτοια χρονικά άλματα έκαναν οι
υποστηρικτές της λεγόμενης αιολοδωρικής θεωρίας, σύμφωνα με την οποία η
νέα ελληνική προήλθε απευθείας από δύο αρχαίες ελληνικές διαλέκτους, την
αιολική και τη δωρική (βλέπε Καλιτζοπούλου-Παπαγεωργίου 1991,
Μπαμπινιώτη 1997γ, Mackridge 2009: 264-266, Gazi 2009: 279-280).

Η σωστή ετυμολόγηση του καλύτερος ρυθμίζει φυσικά και τη γραφή του
(<καλύτερος> και όχι *<καλλίτερος>). Άρα, το ότι δεν κάνουμε άλματα στον
χρόνο ισχύει και ως προς την ορθογραφία.

[16] «Και πώς θα ισχυριζόμασταν, όλοι μας, ότι “ετυμολογούμε” γράφοντας τη
λέξη βρίσκω, αφού έπρεπε να γράφουμε ’υρίσκω, όπως έγραφαν παλαιότεροι
λόγιοι και επιστήμονες του κύρους ενός Γεωργίου Χατζιδάκι, μόνο και μόνο
για να διασώσουν –με τα δόντια, θα έλεγα– το ε του ευρίσκω;»

Σύνδεσμος: http://yannisharis.blogspot.gr/2008/04/blog-post_12.html

Βασίλειος Αργυρόπουλος [63]

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

[17] Ομοίως, ο Μοσχονάς (2013: 126) δηλώνει εύστοχα: «Άρνηση του
μονοτονικού σημαίνει κατ’ ουσίαν άρνηση χωρισμού της γλώσσας σε νέα και
αρχαία».

[18] Για τη σχέση μεταξύ της αρχαίας και της νεότερης ελληνικής γλώσσας
βλέπε και Χριστίδη (2001). Δεν συμφωνώ σε όλα με το άρθρο, αλλά οι
αντιρρήσεις μου δεν είναι του παρόντος. Πράγματι, η δημοτική ή η
νεοελληνική ως γλωσσικό σύστημα έχει αυτονομία. Ας κρατήσουμε αυτό προς
το παρόν, για να μη βγω εκτός θέματος.

[19] Εδώ γεννάται το ερώτημα γιατί το <ι> είναι απλούστερο από το <η>. Αν
μας ρωτήσει κάποιος πώς γράφεται η λέξη σπίτι, μπορούμε να του
απαντήσουμε ότι γράφεται όπως ακούγεται. Θα λέγαμε όμως το ίδιο και για
τη λέξη πηγή; Το <ι> είναι πιο απλό από το <ει>, το <οι> και το <υι>, γιατί είναι
ένα και όχι δύο σύμβολα. Γιατί όμως να θεωρείται το <ι> πιο απλό και από το
<η> και το <υ>, όπως και το <ο> από το <ω>; Στην προκειμένη περίπτωση,
μάλλον παίζει ρόλο το γεγονός ότι η ποικιλία των <ι>, <η>, <υ> και των <o>,
<ω> δεν υπάρχει στο λατινικό αλφάβητο. Έτσι, όταν για την απόδοση δανείων
χρησιμοποιούνται όχι μόνο τα <ο> και <ι>, που αντιστοιχούν στα λατινικά <o>
και <i>, αλλά και τα <η>, <υ> και <ω>, οι σχετικές γραφές φαίνονται
ελληνικότερες και πιο σύνθετες. Απεναντίας, όταν στην ελληνική απόδοση
ξένων λέξεων επιλέγονται μόνο τα <ο> και <ι>, οι γραφές αυτές φαίνονται
απλούστερες. Αξιοσημείωτο είναι ότι ελληνικότερες –υποτίθεται– γραφές
όπως <κολώνια> και <βεζύρης> δεν είναι βάσιμες. Το ιταλικό colonia και το
τουρκικό vezir δεν δικαιολογούν τέτοιες γραφές. Παρόμοιες περιπτώσεις
αποτελούν παλαιότερες γραφές για την απόδοση γαλλικών λέξεων, όπως η
γραφή <σωφέρ>, για την οποία θα γίνει λόγος στη σημείωση 22. (Για τις
γραφές <κολόνια> και <κολώνια> βλέπε Χαραλαμπάκη 2001: 458 και για τις
γραφές <βεζίρης> και <βεζύρης> βλέπε Τριανταφυλλίδη 1965: 32, 124. Οι
γραφές <κολώνια> και <βεζύρης> αποτελούν παραδείγματα της τάσης για
«ελληνοποιημένη» απόδοση ξένων λέξεων με τη χρήση των
«ελληνικότερων» <ω> και <υ> αντί για <ο> και <ι> αντίστοιχα.)

Επιπρόσθετες πιθανές απαντήσεις στο ερώτημα γιατί το <ι> είναι απλούστερο
από το <η>: α) Το <ι> είναι μικρότερο σε μέγεθος από το <η> (μία γραμμή αντί
για τρεις). β) Το <ι> απεικόνιζε πάντα τον φθόγγο [i], ενώ το <η> καθυστέρησε
να συμπέσει φωνητικά με το <ι> (ερμηνεία που τοποθετείται στον άξονα της

[64] Γιατί να μάθω ορθογραφία κι άλλα ορθογραφικά

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

διαχρονίας της ελληνικής και προϋποθέτει ειδικές γνώσεις). γ) Το <ι> είναι (;)
το συχνότερο σύμβολο του φθόγγου [i]. Πάντως, ο Βηλαράς χρησιμοποίησε
κατά κόρον το <η>, γιατί επιφύλασσε άλλον ρόλο στο <ι>, όπως είδαμε στο
κεφάλαιο 3, για τα ορθογραφικά συστήματα. Με παρόμοιο τρόπο θα μπορούσε
κανείς να απαντήσει αν τον ρωτούσαν γιατί το <ι> θεωρείται πιο απλό από το
<υ> ή το <ο> από το <ω>.

[20] Στο σημείο αυτό θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί γιατί η ορθογραφική
αναρχία είναι κάτι κακό. Η ορθογραφία έχει και μια εντελώς πρακτική
διάσταση. Χρειάζεται να υπάρχουν κανόνες, για να μη γράφει ο καθένας όπως
θέλει. Ο εκπαιδευτικός που διορθώνει γραπτά, ο μαθητής που δίνει εξετάσεις
ή ένας εργαζόμενος στον οποίο υπαγορεύει κείμενα ο προϊστάμενός του δεν
μπορεί παρά να ακολουθεί ένα ορθογραφικό σύστημα που ισχύει για όλους. Το
να επιλέγει κάποιος γραφές που αποκλίνουν από τις καθιερωμένες μπορεί να
προκαλέσει μεγάλη σύγχυση. Και δεν είναι δυνατόν να γίνεται μάθημα
γλωσσολογίας ή ετυμολογίας κάθε φορά που μια αποκλίνουσα γραφή ξενίζει
κάποιον, λ.χ. εν ώρα εργασίας σε κάποια δημόσια υπηρεσία ή ιδιωτική
εταιρεία. Συν τοις άλλοις, η ορθογραφική αναρχία είναι αρνητική γιατί
ανοίγει τον δρόμο για την ιδεολογικοποίηση του θέματος, που μπορεί να
μεταφράζεται σε επιλογή γραφών, ας πούμε, ετυμολογικότερων ή
απλούστερων από τις καθιερωμένες.

Το ερώτημα βέβαια είναι ποιους κανόνες να ακολουθούμε, εφόσον και οι
γλωσσολόγοι διαφωνούν μεταξύ τους ως προς τη γραφή μερικών λέξεων. Με
δεδομένο ότι δεν υπάρχει στην Ελλάδα κάτι σαν τη Γαλλική Ακαδημία, που να
παίζει τον ρόλο του γλωσσικού Βατικανού, ας ακολουθούμε τους κανόνες της
σχολικής ορθογραφίας, όπως αυτή εφαρμόζεται, σε γενικές γραμμές, στο
Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη.

Για την ορθογραφική πειθαρχία και την άναρχη γραφή βλέπε και τα όσα
εύστοχα γράφει ο Τομπαΐδης (1998).

[21] O Tριανταφυλλίδης (1965: 109) μάλιστα πρόβαλε ένα επιπλέον
επιχείρημα για την απλογράφηση των δανείων ειδικά ως προς τα διπλά
σύμφωνα:

«Ακολουθώντας τον παλιό τρόπο, μεταγράφομε τις ιταλικές λέξεις σύμφωνα
με την ορθογραφία τους στα κοινά ιταλικά· οι περισσότερές τους όμως

Βασίλειος Αργυρόπουλος [65]

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

έρχονται από τα βενετσιάνικα, όπου συνήθως έχουν απλά σύμφωνα, κι όχι
διπλά. Είναι τότε σωστό να τα γράφωμε εμείς με διπλά για χάρη της ιστορικής
αρχής; Και θα είναι ακόμη εύκολο να ψάχνωμε κάθε φορά αν από τα
βενετσιάνικα, τα γενοβέζικα, ή τα κοινά ιταλικά μάς ήρθε η τάδε λέξη, ώστε
ανάλογα να την ορθογραφήσωμε; Κι είναι και σήμερα πάντα δυνατό να
βεβαιωθούμε αν μια λέξη είναι ιταλική ή γαλλική, ώστε να κανονίσωμε
ανάλογα την ορθογραφία της;».

[22] Και η γραφή <σωφέρ> λόγω του <ω> έδινε την εντύπωση ότι είναι
ελληνικότερη. Για το θέμα αυτό βλέπε τη σημείωση 19.

[23] Η πρόταση που διατυπώνεται στο ΣΓΑ να γράφουμε αφενός
<κομουνισμός> και <κομουνιστικός> (με ένα <μ>) και αφετέρου
<Κομμουνιστικό Κόμμα> (με <μμ>) μάλλον είναι ανεφάρμοστη. Δεν φαίνεται
πιθανό να γράφουμε από τη μια <το παγκόσμιο/ διεθνές κομουνιστικό
κίνημα> και από την άλλη <Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας> χωρίς να επέλθει
σύγχυση. Επίσης, όταν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε κομμουνιστικό το τάδε
κόμμα, θα γράφουμε το εν λόγω επίθετο με ένα <μ>, αλλά θα σημειώνουμε
<μμ> μόνο για το ΚΚΕ; Ή μήπως και για άλλα κόμματα που περιλαμβάνουν
στον τίτλο τους και αυτά το επίθετο κομμουνιστικός; Τέτοιες ορθογραφικές
διακρίσεις πολύ δύσκολα θα τηρούνταν.

Η Αναστασιάδη-Συμεωνίδη στον πρόλογο του ΑΛΝΕ (βλέπε εδώ: http://www.greek-
language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/reverse/page_011.html) υποστηρίζει ότι το ΛΚΝ
απομακρύνεται αδικαιολόγητα από τις αρχές της Γραμματικής
Τριανταφυλλίδη μεταξύ άλλων στη λέξη κομμουνισμός. Στο ΑΛΝΕ η γραφή
έχει απλοποιηθεί: <κομουνισμός>. Αυτή όμως η ορθογραφική επιλογή του
ΛΚΝ δικαιολογείται από την άποψη ότι αντικατοπτρίζει τη συνηθέστερη
γραφή.

[24] Οι επικριτές των ορθογραφικών επιλογών του ΛΝΕΓ υποστηρίζουν και το
κριτήριο της χρήσης και τη σχολική ορθογραφία. Το ερώτημα όμως είναι ποια
η στάση μας απέναντι σε μια γραφή που, μολονότι δεν γίνεται δεκτή από τη
σχολική ορθογραφία, είναι η συνηθέστερη ή έστω αρκετά συχνή. Λ.χ. κατά
κόρον γράφεται <μπύρα> (γραφή αδικαιολόγητη ετυμολογικά) αντί <μπίρα>.
Στην προκειμένη περίπτωση υποστηρίζουμε τη σχολική ορθογραφία ή το
κριτήριο της χρήσης; Επίσης: <βόλλεϋ>, <πέναλτυ> αντί <βόλεϊ>, <πέναλτι>.

[66] Γιατί να μάθω ορθογραφία κι άλλα ορθογραφικά

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ακόμη και από αυτό το επιμέρους θέμα φαίνεται πόσο σύνθετα είναι τα
πράγματα στον χώρο της νεοελληνικής ορθογραφίας.

[25] Από τα παλαιότερα έργα ξεχωρίζει η μελέτη του Τριανταφυλλίδη (1965).

[26] Στη διεύρυνση των γραφών <κτήριο> και <ορθοπαιδική>, που πάντως δεν
είναι οι κυρίαρχες, συνέβαλαν αντίστοιχα οι αρχιτέκτονες και οι γιατροί. Μια
τέτοια υποστήριξη δεν θα μπορούσαν να έχουν π.χ. οι γραφές <τσιππούρα> και
<γώπα>. Ειδικά για τη γραφή <ορθοπαιδική>, πιστεύω ότι η πιο αρνητική
συνέπειά της είναι το γεγονός ότι αναλωθήκαμε, χρόνια τώρα, σε ατέλειωτες
και αδιέξοδες συζητήσεις με άτομα που είτε δεν θέλουν είτε δεν μπορούν να
καταλάβουν ότι ετυμολογικά βάσιμη είναι η γραφή με <αι>, ότι όμως μπορεί
κάλλιστα να γράφεται η λέξη με <ε>, με βάση το κριτήριο της χρήσης ή την
παρετυμολογία. Ο πολύτιμος αυτός χρόνος θα μπορούσε να έχει αξιοποιηθεί
σε κάτι πιο ουσιαστικό. Από αυτή την άποψη, μακάρι το ΛΝΕΓ να μην είχε
κάνει μια τέτοια ορθογραφική επιλογή.

Βασίλειος Αργυρόπουλος [67]

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΛΕΞΙΚΩΝ

ΑΛΝΕ
Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Ά. 2001: Αντίστροφο λεξικό της νέας Ελληνικής. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο
Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).
Σύνδεσμος: http://www.greek-
language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/reverse/index.html

ΕΛΝΕΓ
Μπαμπινιώτης, Γ. 2009: Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Ιστορία των λέξεων. Αθήνα:
Κέντρο Λεξικολογίας.

ΛΚΝ
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) 1998: Λεξικό της Κοινής
Νεοελληνικής. Θεσσαλονίκη.
Σύνδεσμος: http://www.greek-
language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/index.html

ΛΝΕΓ
Μπαμπινιώτης, Γ. 2012 (4η έκδοση): Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.

ΝΕΛ
Kριαράς, Ε. 1995: Νέο ελληνικό λεξικό. Λεξικό της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας. Αθήνα:
Εκδοτική Αθηνών.

ΟΛΝΕΓ
Μπαμπινιώτης, Γ. 2008: Ορθογραφικό λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.

ΣΓΑ
Ιορδανίδου, Ά. 2009: Συνηθισμένες γλωσσικές απορίες. Αθήνα: Άσπρη Λέξη.

[68] Γιατί να μάθω ορθογραφία κι άλλα ορθογραφικά

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Α) ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΕΣ
Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Ά. 1985: «Πώς ορίζεται ο όρος “αντιδάνειο”;». Στο Μελέτες για την
ελληνική γλώσσα, Πρακτικά της 6ης ετήσιας συνάντησης του τομέα Γλωσσολογίας της
Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 22-24
Απριλίου 1985, Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης, 261-268.
Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Ά. 2001: Αντίστροφο λεξικό της νέας Ελληνικής. Θεσσαλονίκη:
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).
Σύνδεσμος: http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/reverse/index.html
Βλαχογιάννης, Γ. 1901-1908: «Για τη μελέτη της εθνικής μας γλώσσας. “Η φηλολογικες
γραφες του Βηλαρα”, Ανέκδοτη γλωσσική μελέτη», Προπύλαια, Α΄ 181-187.
Γλαράκη, Θ. 2001: «Γλώσσα και γραφή». Στο Α.-Φ. Χριστίδης (επιμέλεια) Ιστορία της
ελληνικής γλώσσας. Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο
Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), 154-156.
Ιγνατιάδης, Γ. Μ. 1990: «Η φωνητική ορθογραφία και η νεοελληνική γλώσσα». Γλώσσα 24,
15-29.
Ιγνατιάδης, Γ. Μ. 1991: «Η φωνητική ορθογραφία και η νεοελληνική γλώσσα (συνέχεια)».
Γλώσσα 25, 23-38.
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) 1998: Λεξικό της
Κοινής Νεοελληνικής. Θεσσαλονίκη. Σύνδεσμος: http://www.greek-language.gr/greekLang/

modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/index.html

Ιορδανίδου, Ά. 1998: «Η ορθογραφία στα νεοελληνικά λεξικά». Γλώσσα 44, 4-21.
Ιορδανίδου, Ά. & Μοσχονάς, Σ. & Τσολάκη, Σ. & Κριαράς, Ε. 2000: «Λεξικά για τα ελληνικά
του 21ου αιώνα». Αφιέρωμα της εφημερίδας Η Καθημερινή, 5 Νοεμβρίου.
Σύνδεσμος: http://www2.media.uoa.gr/people/smoschon/pages/gr/essays.html
Ιορδανίδου, Ά. 2009: Συνηθισμένες γλωσσικές απορίες. Αθήνα: Άσπρη Λέξη.
Ιορδανίδου, Ά. 2014: «Νεοελληνική ορθογραφία: Σχολική γραμματική, αποκλίσεις και
γλωσσική χρήση», στο Ζ. Γαβριηλίδου & Α. Ρεβυθιάδου (επιμέλεια) Μελέτες αφιερωμένες
στην Ομότιμη Καθηγήτρια Α.Π.Θ. Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη. Καβάλα: Σαΐτα, 279-296.

Βασίλειος Αργυρόπουλος [69]

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Κακριδή-Φεράρρι, Μ. 2008: «Ορθογραφικές μεταρρυθμίσεις: τάσεις και αντιστάσεις», στο Μ.
Θεοδωροπούλου (επιμέλεια) Θέρμη και Φως. Licht and Warme. Αφιερωματικός τόμος στη
μνήμη του Α.-Φ. Χριστίδη. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 365-383.

Καλιτζοπούλου-Παπαγεωργίου, Ε. 1991: Η αιολοδωρική θεωρία. Συμβολή στην Ιστορία της
ελληνικής γλώσσας, Διδακτορική διατριβή. Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Καμαρούδης, Σ. 1985: «Στιλ σεζλόνγκ: πρόσφατες ορθογραφικές απλοποιήσεις στα Νέα
Ελληνικά». Στο Μελέτες για την ελληνική γλώσσα, Πρακτικά της 6ης ετήσιας συνάντησης του
τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου
Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 22-24 Απριλίου 1985. Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης, 339-345.

Καραντζόλα, Ε. 1996: «Ευρωπαϊκός γλωσσικός σχεδιασμός και γραπτή μορφή της νέας
ελληνικής». Στο Η ελληνική γλώσσα στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση: Γλωσσικός
πλουραλισμός και εθνοκεντρισμός, πρακτικά συνεδρίου. Αθήνα: Κέντρο Λογοτεχνικής
Μετάφρασης, 95-102. Σύνδεσμος: http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/studies/

europe/B6/index.html

Καραντζόλα, Ε. 2001: «Το απαραβίαστο της ιστορικής ορθογραφίας». Στο Γ. Χάρης
(επιμέλεια) Δέκα μύθοι για την ελληνική γλώσσα. Αθήνα: Πατάκης, 83-91.

Κριαράς, Ε. 1988: Τα πεντάλεπτά μου στην Ε.Ρ.Τ. και άλλα γλωσσικά. Β΄ έκδοση με
προσθήκες. Θεσσαλονίκη: Μαλλιάρης-Παιδεία.

Κριαράς, Ε. 1992: Η γλώσσα μας. Παρελθόν και παρόν. Θεσσαλονίκη.

Kριαράς, Ε. 1995: Νέο ελληνικό λεξικό. Λεξικό της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής
γλώσσας. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.

Μοσχονάς, Σ. 2001: «Η προτεραιότητα του προφορικού λόγου». Στο Γ. Χάρης (επιμέλεια)
Δέκα μύθοι για την ελληνική γλώσσα. Αθήνα: Πατάκης, 93-101.

Μοσχονάς, Σ. 2013: «Προκαταλήψεις για τη γραφή και την ορθογραφία», στο 20 χρόνια και
κάτι…, επετειακό τόμο του Τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του
Πανεπιστημίου Αθηνών. Αθήνα: Gutenberg, 116-132. Σύνδεσμος: https://www.facebook.com

/groups/501111816569178/614571225223236/

Μπαμπινιώτης, Γ. 1985: Ιστορική γραμματική της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, I: Φωνολογία.
Αθήνα.

Μπαμπινιώτης, Γ. 1997α: «Οι ξένες λέξεις της Ελληνικής». Το Βήμα, 22 Ιουνίου.
Σύνδεσμος: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=89212

Μπαμπινιώτης, Γ. 1997β: «Προκλητικές ορθογραφίες λέξεων». Το Βήμα, 20 Ιουλίου.
Σύνδεσμος: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=89767

Μπαμπινιώτης, Γ. 1998: «Η συνέπεια στην ορθογραφία». Το Βήμα, 1 Φεβρουαρίου.
Σύνδεσμος: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=95621

Μπαμπινιώτης, Γ. 1999: «Ενιαία ορθογραφία». Το Βήμα, 10 Ιανουαρίου.
Σύνδεσμος: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=106897

[70] Γιατί να μάθω ορθογραφία κι άλλα ορθογραφικά

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Μπαμπινιώτης, Γ. 2008α: «Χρειάζεται η ιστορική ορθογραφία;». Το Βήμα, 6 Ιανουαρίου.
Σύνδεσμος: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=185947

Μπαμπινιώτης, Γ. 2008β: Ορθογραφικό λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο
Λεξικολογίας.

Μπαμπινιώτης, Γ. 2009: Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Ιστορία των
λέξεων. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.

Μπαμπινιώτης, Γ. 2012 (4η έκδοση): Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο
Λεξικολογίας.

Μωυσιάδης, Θ. 2006α: «Ας μιλήσουμε για ορθογραφία…». Linguarium (ιστολόγιο), 12
Δεκεμβρίου. Σύνδεσμος: http://linguarium.blogspot.gr/2006/12/blog-post.html

Μωυσιάδης, Θ. 2006β: «Ας μιλήσουμε για ορθογραφία – Μέρος Β΄». Linguarium (ιστολόγιο),
26 Δεκεμβρίου. Σύνδεσμος: http://linguarium.blogspot.gr/2006/12/blog-post_26.html

Μωυσιάδης, Θ. 2007: «Ας μιλήσουμε για ορθογραφία – Μέρος Γ΄». Linguarium (ιστολόγιο), 3
Ιανουαρίου. Σύνδεσμος: http://linguarium.blogspot.gr/2007/01/blog-post.html

Μωυσιάδης, Θ. & Κατσούδα, Γ. 2011: «Ο ρόλος της λαϊκής ετυμολογίας στη διδασκαλία της
ορθογραφίας». Στο Μελέτες για την ελληνική γλώσσα, Πρακτικά της 31ης ετήσιας συνάντησης
του τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου
Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 16-18 Απριλίου 2010. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών
Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), 351-356. Σύνδεσμος: http://ins.web.auth.gr/

images/MEG_PLIRI/MEG_31_351_356.pdf

Μωυσιάδης, Θ. 2011α: «Η προσωπογραφία τού αντιδανείου». Linguarium (ιστολόγιο), 21
Σεπτεμβρίου. Σύνδεσμος: http://linguarium.blogspot.gr/2011/09/blog-post.html

Μωυσιάδης, Θ. 2011β: «Η ορθογραφία τού αντιδανείου». Linguarium (ιστολόγιο), 10
Οκτωβρίου. Σύνδεσμος: http://linguarium.blogspot.gr/2011/10/blog-post.html

Παναγιωτίδης, Φ. 2013: Μίλα μου για γλώσσα. Μικρή εισαγωγή στη γλωσσολογία. Ηράκλειο
Κρήτης: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Παπαναστασίου, Γ. 2001α: «Γλώσσα και ορθογραφία». Στο Α.-Φ. Χριστίδης & Μ.
Θεοδωροπούλου (επιμέλεια) Εγκυκλοπαιδικός οδηγός για τη γλώσσα. Θεσσαλονίκη: Κέντρο
Ελληνικής Γλώσσας, 194-198. Σύνδεσμος: http://www.komvos.edu.gr/glwssa/odigos/thema_d10/

main.htm

Παπαναστασίου, Γ. 2001β: «Γλώσσα και γραφή». Στο Α.-Φ. Χριστίδης & Μ. Θεοδωροπούλου
(επιμέλεια) Εγκυκλοπαιδικός οδηγός για τη γλώσσα. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας,
68-72. Σύνδεσμος: http://www.greek-language.gr/greekLang/studies/guide/thema_a12/index.html

Παπαναστασίου, Γ. 2008: Νεοελληνική ορθογραφία. Ιστορία, θεωρία, εφαρμογή. Θεσσαλονίκη:
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).

Πετρούνιας, E. 1984: Nεοελληνική γραμματική και συγκριτική («αντιπαραθετική»)
ανάλυση. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Βασίλειος Αργυρόπουλος [71]

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Πολίτης, Π. 2001: «Προφορικός και γραπτός λόγος». Στο Α.-Φ. Χριστίδης & Μ.
Θεοδωροπούλου (επιμέλεια) Εγκυκλοπαιδικός οδηγός για τη γλώσσα. Θεσσαλονίκη: Κέντρο
Ελληνικής Γλώσσας, 58-62. Σύνδεσμος: http://www.greek-language.gr/greekLang/studies/guide/

thema_a10/index.html

Σετάτος, Μ. 1993: «Παρατηρήσεις και προτάσεις σχετικά με το γραφικό σύστημα της Κοινής
Νεοελληνικής (Κ.Ν.Ε.)». Εφαρμοσμένη γλωσσολογία 9, 113-157.

Τομπαΐδης, Δ. Ε. 1998: «Ορθογραφική πειθαρχία». Το Βήμα, 18 Ιανουαρίου.
Σύνδεσμος: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=95130

Τριανταφυλλίδης, Μ. 1965: Άπαντα, τόμος 7. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών
Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).

Τριανταφυλλίδης, Μ. 1988: Νεοελληνική γραμματική, Αναπροσαρμογή της Μικρής Νεοελληνικής
Γραμματικής του Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Αθήνα: Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων.

Τσολάκης, Χ. 2006: Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική. Τέταρτος τόμος. Θεσσαλονίκη: Νησίδες.

Φιλήντας, Μ. & Γληνός, Δ. κ.ά. 1980: Φωνητική γραφή. Αθήνα: Κάλβος.

Φιλιππάκη-Warburton, Ει. & Γεωργιαφέντης, Μ. & Κοτζόγλου, Γ. & Λουκά, Μ.
2010: Γραμματική Ε΄ και Στ΄ Δημοτικού. Αθήνα: Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων.

Χαραλαµπάκης, Χ. 2001α: «Προτάσεις για την εκλογίκευση του ορθογραφικού μας
συστήματος», στο Γ. Αγγουράκη κ.ά. (επιμέλεια) Ελληνική γλωσσολογία ’99. Πρακτικά 4ου
Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας, Λευκωσία, 17-19 Σεπτεμβρίου
1999. Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 455-461.

Χαραλαµπάκης, Χ. 2001β: «Ορθογραφικά προβλήµατα της Νεοελληνικής». Μέντορας 4, 185-
202. Σύνδεσμος: http://www.pi-schools.gr/publications/mentor/

Χάρης, Γ. 2003: Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη, Α΄ τόμος. Αθήνα: Πόλις.

Χάρης, Γ. 2008: Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη, Β΄ τόμος. Αθήνα: Πόλις.

Χατζιδάκις, Γ. 1905: Μεσαιωνικά και νέα Ελληνικά, τόμος Α΄. Αθήνα: Βιβλιοθήκη Μαρασλή –
και φωτοτυπική ανατύπωση, Αθήνα: Βασιλείου, 1991.

Χριστίδης, Α.-Φ. 2001: «Η αρχαία και η νεότερη ελληνική γλώσσα: Η αυτονομία της
δημοτικής». Στο Γ. Χάρης (επιμέλεια) Δέκα μύθοι για την ελληνική γλώσσα. Αθήνα: Πατάκης,
35-44.

Χριστίδης, Α.-Φ. 2005: Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο
Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).

Ψάλτης, Σ. 1923: «Ορθογραφικά: αλλοίθωρος, αλλοιώς, αλλοιώτικος». Λεξικογραφικόν
αρχείον της μέσης και νέας ελληνικής 6, 88-100.

[72] Γιατί να μάθω ορθογραφία κι άλλα ορθογραφικά

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Β) ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΕΣ

Allen, W. 1968: Vox graeca. A guide to the pronunciation of classical Greek. Cambridge: Cambridge
University Press [Vox graeca. Η προφορά της ελληνικής την κλασική εποχή, μετάφραση: Μ.
Καραλή & Γ. Μ. Παράσογλου, Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης,
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), 2000].

Carney, E. 1998: “English Spelling is Kattastroffik” in L. Bauer and P. Trudgill’s Language
Myths. London: Penguin, 32-40.

Cohen, M. 1958: La grande invention de l’écriture et son évolution, volume 1: texte. Paris:
Klincksieck.

Crystal, D. 2010: A little book of language. London: Yale [Ένα μικρό βιβλίο για τη γλώσσα,
μετάφραση: Γρηγόρης Ν. Κονδύλης. Αθήνα: Πατάκης, 2011].

Diringer, D. 1968 (3rd edn): The alphabet. A key to the history of mankind. London: Hutchinson.

Février, J. G. 1959 (2): Histoire de l’ écriture. Nouvelle édition entièrement refondue. Paris: Payot.

Gazi, Ε. 2009: “Constructing a science of language: linguistics and politics in twentieth-
century Greece”, in A. Georgakopoulou and M. Silk (eds) Standard Languages and Language
Standards: Greek, past and present, Publication 12 of the Centre for Hellenic Studies. King’s
College London, Ashgate, Surrey UK, 277-291.

Gelb, I. J. 1963 (2nd edn): A study of writing. Chicago: Chicago University Press.

Higounet, C. 1964: L’ écriture. Paris: Presses Universitaires de France [H γραφή, μετάφραση: Φ.
Στάθη-Πουλιοπούλου. Αθήνα: Δαίδαλος Ι. Ζαχαρόπουλος, 1964].

Jeffery, L. H. 1961: Local scripts of archaic Greece. Oxford: Clarendon Press.

Jensen, H. 1970 (3rd revised & enlarged edition): Sign, symbol and script. An account of man’s
efforts to write. London: Allen & Unwin.

Kriaras, Ε. 2009: “A tradition of anomaly: towards the regularization of the Greek language”,
in A. Georgakopoulou and M. Silk (eds), Standard Languages and Language Standards: Greek, past
and present, Publication 12 of the Centre for Hellenic Studies. King’s College London,
Ashgate, Surrey UK, 253-257.

Lyons, J. 1968: Introduction to theoretical linguistics. Cambridge: Cambridge University Press
[Εισαγωγή στη θεωρητική γλωσσολογία, μετάφραση: Ά. Αναστασιάδη-Συμεωνίδη & Α.
Ευθυμίου & Ζ. Γαβριηλίδου. Αθήνα: Μεταίχμιο, 2002].

Lyons, J. 1995: Linguistic Semantics. An Introduction. Cambridge: Cambridge University Press
[Γλωσσολογική σημασιολογία, μετάφραση: Γ. Ανδρουλάκης, Αθήνα: Πατάκης, 1996].

Mackridge, P. 1985: The modern Greek Language [H νεοελληνική γλώσσα, μετάφραση: Κ. Ν.
Πετρόπουλος, Αθήνα: Πατάκης, 1990].

Mackridge, P. 2009: “Mothers and daughters, roots and branches: modern Greek perceptions
of the relationship between the ancient and modern languages”, in A. Georgakopoulou and

Βασίλειος Αργυρόπουλος [73]

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

M. Silk (eds) Standard Languages and Language Standards: Greek, past and present, Publication 12
of the Centre for Hellenic Studies. King’s College London, Ashgate, Surrey UK, 259-276.

Naveh, J. 1982: Early history of the alphabet. Αn introduction to west semitic epigraphy and
paleography. Jerusalem: Magnes Leiden Brill.

Rogers, H. 2005: Writing Systems. A Linguistic Approach. Malden, MA: Blackwell Publishing.

Saussure, F. de 1916: Cours de linguistique générale. Paris et Lausanne: Payot [Μαθήματα
Γενικής Γλωσσολογίας, μετάφραση: Ι. Δ. Αποστολόπουλος. Αθήνα: Παπαζήσης, 1979].

Sebba, M. 2007: Spelling and society. The culture and politics of orthography around the
world. Cambridge and New York: Cambridge University Press.

Tseronis, A. & Iordanidou, A. 2009: “Modern Greek Dictionaries and the Ideology of
Standardisation”, in A. Georgakopoulou and M. Silk (eds), Standard Languages and Language
Standards: Greek, past and present, Publication 12 of the Centre for Hellenic Studies. King’s
College London, Ashgate, Surrey UK, 167-185.

Vachek, J. 1973: Written language. General problems and problems of English. The Ηague: Mouton.

[74] Γιατί να μάθω ορθογραφία κι άλλα ορθογραφικά

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Βασίλειος Αργυρόπουλος [75]

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Η ιδέα για τις Εκδόσεις Σαΐτα ξεπήδησε τον Ιούλιο του 2012 με πρωταρχικό
σκοπό τη δημιουργία ενός χώρου όπου τα έργα νέων συγγραφέων θα
συνομιλούν άμεσα, δωρεάν και ελεύθερα με το αναγνωστικό κοινό.
Μακριά από το κέρδος, την εκμετάλλευση και την εμπορευματοποίηση της
πνευματικής ιδιοκτησίας, οι Εκδόσεις Σαΐτα επιδιώκουν να
επαναπροσδιορίσουν τις σχέσεις Εκδότη-Συγγραφέα-Αναγνώστη,
καλλιεργώντας τον πραγματικό διάλογο, την αλληλεπίδραση και την
ουσιαστική επικοινωνία του έργου με τον αναγνώστη δίχως προϋποθέσεις και
περιορισμούς.

Ο ισχυρός άνεμος της αγάπης για το βιβλίο,
το γλυκό αεράκι της δημιουργικότητας,
ο ζέφυρος της καινοτομίας,
ο σιρόκος της φαντασίας,
ο λεβάντες της επιμονής,
ο γραίγος του οράματος,
καθοδηγούν τη σαΐτα των Εκδόσεών μας.

Σας καλούμε λοιπόν να αφήσετε τα βιβλία να πετάξουν ελεύθερα!

[76] Γιατί να μάθω ορθογραφία κι άλλα ορθογραφικά

_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Πώς ορίζεται η γραφή και η ορθογραφία;
Πώς συνδέεται η γραφή με τη γλώσσα;
Ποια είναι τα είδη ορθογραφίας;
Η ελληνική γραφή απεικονίζει την προφορά της γλώσσας μας;
Είναι η φωνητική ορθογραφία η καταλληλότερη ή η απλούστερη;
Γιατί να μάθω ορθογραφία;
Υπάρχουν προκαταλήψεις που αφορούν την ορθογραφία;
Σε ποιες αρχές βασίζεται η νεοελληνική ορθογραφία;
Ακολουθούν όλα τα νεοελληνικά λεξικά τις ίδιες αρχές ως προς τη
γραφή των λέξεων;
Μπορούν να θεωρηθούν σύμπτωμα γλωσσικής παρακμής οι
ορθογραφικές απλοποιήσεις;
Τελικά, πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε την ορθογραφία;
Σε αυτά και σε άλλα ερωτήματα δίνονται απαντήσεις στις σελίδες
αυτού εδώ του βιβλίου. Το Γιατί να μάθω ορθογραφία απευθύνεται
κυρίως σε αναγνώστες που, μολονότι δεν είναι γλωσσολόγοι, έχουν
γλωσσικά και γλωσσολογικά ενδιαφέροντα.

ISBN: 978-618-5147-33-4


Click to View FlipBook Version