The words you are searching are inside this book. To get more targeted content, please make full-text search by clicking here.

Μάγκας - Πηνελόπη Δέλτα

Discover the best professional documents and content resources in AnyFlip Document Base.
Search
Published by galilea.gr, 2022-01-25 07:47:05

Μάγκας - Πηνελόπη Δέλτα

Μάγκας - Πηνελόπη Δέλτα

ΚΏΑΘΏΠ

λείπει στους ανθρώπους, τη διαίσθηση, που σας κάνει να
ξεχωρίζετε τον κακό άνθρωπο από τον καλό. Γσύ
λαχταρούσες να γίνεις ήρωας, και να κάνεις κάτι σαν τα
σκυλιά που σου έλεγαν τ' αφεντικά, να σώσεις ανθρώπους,
να τους φυλάγεις, να πεθάνεις γι' αυτούς. Γ, να περίσταση.
Ξήγαινε τώρα με τον Κήτσο, και σώσε τον από τους
Ρούρκους. Θάθε φορά που θα θέλει κανένας να του κάνει
κακό, εσύ να τον σώζεις.

Ώπό τη χαρά μου πήδηξα πάνω του, και του έγλειψα τα
γυαλιστά του μαύρα πόδια.

- Ζα πάγω! Ρι καλά που το σκέφθηκες! Ζα πάγω,
γάβγισα καταχαρούμενος.

Κέσα στο σπίτι φωνές ακούουνταν:
- Ξερικλή! Ξερικλή! Ξού είσαι Ξερικλή; Σεύγομε. ΐγήκαν
έξω τ' αφεντικά και κοίταξαν ολόγυρα.
- Ξού είναι ο Ξερικλής; Γίδες τον κύριο Ξερικλή; ρώτησε η
Γύα τον Τάρη.
- ΋χι, κυρία Γύα, αποκρίθηκε ο αμαξάς. Βεν πέρασε από
δω καθόλου.
- Ξερικλήηη!... φώναξε ο Ιουκάς. Θανένας δεν
αποκρίθηκε.
- Κα πού είναι; έκανε στενοχωρημένος ο Κήτσος. Βε
θέλω να φύγω χωρίς να τον αποχαιρετήσω.
Θαι, ξαναμπαίνοντας στο σπίτι, φώναξε πάλι:

351_

ΞΕΛΓΙΝΞΕ ΒΓΙΡΏ

- Ξερικλήηη...
- Βεν είναι στην κάμαρα του, είπε επιστρέφοντας. Ε
Καριγώ πήγε να τον γυρέψει, μα δεν τον βρίσκει πουθενά.
- Ξρέπει όμως να φύγομε, είπε ο αφέντης κοιτάζοντας τ'
ωρολόγι του. Ρο πλοίο δεν περιμένει.
Ν Κήτσος γύρισε στη Καριγώ που έστεκε στην πόρτα
κλαμένη.
- Ών έλθει, πες του να πάρει ένα αμάξι και να κατέβει
γρήγορα στο λιμένα, της είπε.
- Άιντε, μην κλαις, Καριγώ, της είπε ζωηρά. Αρήγορα θα
ξαναγυρίσω με τον ΐασίλη και το παιδί του, πρώτα ο Ζεός.
Λα το βρούμε μόνο, πρόσθεσε πιο σιγά.
Έναν - έναν αποχαιρέτησε όλους τους υπηρέτες, που
είχαν μαζευθεί στη σκάλα της βεράντας, και τελευταία έσφιξε
το χέρι του Πωτήρη.
- Έβρε γρήγορα τον κύριο Ξερικλή, και στείλε μας τον
στο πλοίο, του είπε πάλι. Βεν θέλω να φύγω χωρίς να τον
αποχαιρετήσω.
Κπήκε στο αμάξι με τους γονείς του, και τ' άλογα
ξεκίνησαν. Ξήδηξα μέσα κι εγώ, και με πήρε στα γόνατα του
και με χάιδεψε.
- Έρχεται και ο Κάγκας να με ξεπροβοδίσει, είπε
γελαστός.

352_

ΚΏΑΘΏΠ

Ξίσω ακολουθούσε το δεύτερο αμάξι, με την Γύα, τη
Αιαγιά και τα παιδιά. Πτην αποβάθρα βρήκαμε τον Τρήστο
που περίμενε.

- Κήπως είδες τον Ξερικλή; ρώτησε ο Κήτσος. Κα όχι,
δεν τον είχε δει.

- Ζα τον περιμένομε εδώ - κάτω, μήπως φθάσει ακόμα,
είπε ο Κήτσος.

- Ξήγαινε μέσα στο πλοίο μαζί με τ' αφεντικά, μου
ψιθύρισε ο Κπόμπης. Κα κοίταξε μη σε πάρουν σαν
ξανακατέβουν...

- Έννοια σου... του αποκρίθηκα.
Θαι κρυφά τον αποχαιρέτησα, με μια γλειψιά στα
ρουθούνια του. Ξερνούσε η ώρα. Ένας - ένας έφθαναν οι
ταξιδιώτες, και ανέβαιναν στο πλοίο. Ξολλά αμάξια
κατάφθαναν με φίλους και συγγενείς, που έρχουνταν να
ξεπροβοδίσουν τους ταξιδιώτες. Κόνον ο Ξερικλής δεν
έφθανε.

΍σπου ήλθε η ώρα να σαλπάρει το πλοίο, και όλοι
ανέβηκαν στο κατάστρωμα. Έφυγα κρυφά από κοντά από τ'
αφεντικά μου, και πήγα και κρύφθηκα κάτω από ένα
βελουδένιο σοφά με κρόσια, που κρέμουνταν ως κάτω και με
σκέπαζαν όλον. Ώπό κει έβλεπα τον Κήτσο, που στέκουνταν
στο κατάστρωμα απέξω, και είδα τη μητέρα του που τον
φιλούσε, βαστώντας τα δάκρυα της, κι εκείνον που την
αγκάλιαζε σφιχτά. Όστερα πήγαν παρακάτω και δεν τους είδα

353_

ΞΕΛΓΙΝΞΕ ΒΓΙΡΏ

πια. Άκουσα τη φωνή του Ιουκά, που με φώναζε, και
τρόμαξα μην έλθει και με βρει. Γκεί κοντά, ήταν μια σκάλα.
ΐγήκα στα κλεφτά, είδα πως δε φαίνουνταν κανείς και
κατέβηκα βιαστικά.

- Ξερίεργο! σκέφθηκα. Γδώ μυρίζει Ξερικλή!

Ρόσο περίεργο μου φάνηκε, που ξέχασα τον Ιουκά. Θαι
ακολουθώντας τη μυρωδιά, κατέβηκα δυό πατώματα,
πέρασα από μακρύ στενό διάδρομο και σταμάτησα εμπρός
σε μια πόρτα. Κύριζε δυνατά Ξερικλή, και άρχισα να
σιγοκλαίγω ξύνοντας την πόρτα. Μαφνικά, η πόρτα άνοιξε,
ένα χέρι με άρπαξε από το γιακά και με τράβηξε μέσα. Θι
έκλεισε πάλι η πόρτα. Ήταν ο Ξερικλής, κατακόκκινος,
συγκινημένος, λιγάκι φοβισμένος.

- Θάτσε δω, Κάγκα, ήσυχα... είπε χαμηλόφωνα. Θρότοι
περίεργοι ακούουνταν από πάνω μας, τρεξίματα,
περπατήματα, σφυρίγματα, κι ένα ντουκ, ντουκουντάκ - ντουκ,
ντουκουντάκ - ντουκ, βουβό και τακτικό.

Ν Ξερικλής, μ' ένα γόνατο στο χαμηλό κρεβάτι μπροστά
του, με βαστούσε από τον κολάρο μου και κοίταζε τα
κατάρτια των γειτονικών πλοίων και καραβιών, που
περνούσαν κι έφευγαν μπροστά στο στρογγυλό παραθυράκι
της καμπίνας. Θι έξαφνα, με άρπαξε στην αγκαλιά του, και,
ξεσπάζοντας, φώναξε με χαρά:

- Ρελείωσε! Σύγαμε! Ξάμε να τους δούμε, Κάγκα!
Ρρεχάτοι περάσαμε στο στενό διάδρομο, ανεβήκαμε τη σκάλα
και βγήκαμε στο κατάστρωμα.

354_

ΚΏΑΘΏΠ

Πκυμμένος στην κουπαστή, ο Κήτσος, πλάγι στη Αιαγιά,
αποχαιρετούσε με το χέρι τους γονείς του και τ' αδέλφια του,
που στέκουνταν στην αποβάθρα με τον Τρήστο.

- Θαλά το μάντεψα πως κρύβεσαι εδώ μέσα, κύριε
Ξερικλή, ακούστηκε μια φωνή.

Αύρισε ο Ξερικλής και είδε τον ΐασίλη.
- Ζα με συγχωρήσουν; έκανε χαμηλόφωνα εκείνος.
Έτρεξε στην κουπαστή και άπλωσε το χέρι του.
- Γύα! Ζεία! Ζείε! φώναξε, και η φωνή του έτρεμε.
Κια στιγμή όλοι έμειναν άφωνοι. Αύρισε η Αιαγιά, τον είδε,
και απλώνοντας το χέρι της το ακούμπησε στο κεφάλι του.
- Αιώργο, φώναξε του αφέντη, δώσ' του την ευχή σου. Ν
αφέντης σήκωσε το καπέλο του.
- Ν Ζεός μαζί σου, Ξερικλή! του φώναξε. Κε την ευχή
μας όλων, πήγαινε, κάνε το καθήκον σου...
Ε φωνή του ακούστηκε βραχνή, σαν πνιγμένη.
- Πτο καλό, Ξερικλή, φώναξε η Γύα, και καλήν αντάμωση
πάλι...
- Γύα! Γύα! Ξες να με συγχωρήσουν! φώναξε ο
Ξερικλής, κάνοντας χωνί με τα χέρια του γύρω στο στόμα του.
Θαι πρώτη φορά είδα τον Ξερικλή να κλαίγει.
- Πτο καλό! Πτο καλό, παιδί μου, και η ευχή μας μαζί
σου... αποκρίθηκε η κυρά μου, που έκλαιγε κι εκείνη.

355_

ΞΕΛΓΙΝΞΕ ΒΓΙΡΏ

Θαι τότε συγκινήθηκα κι εγώ. Ν Κήτσος είχε σιμώσει τον
Ξερικλή, και ρίχνοντας το χέρι του γύρω στους ώμους του
μικρού του εξαδέλφου, τον τράβηξε κοντά του.

- Θαλό ταξίδι! φώναξαν όλοι από την ξηρά.
Θι έξαφνα μια φωνή, του Ιουκά, μου έσχισε την καρδιά.
- Κάγκα! φώναξε απλώνοντας τα χέρια του.
Ρου αποκρίθηκα με γαβγίσματα γεμάτα δάκρυα, και τον
κοίταζα κι εκείνον και τις Άννα - Ιίζα, που απομακρύνουνταν
και μίκραιναν στην απόσταση. Θαι φάρδαινε η θάλασσα,
μεταξύ μας, όλο και περισσότερο. Θαι μίκραιναν εκείνοι στην
αποβάθρα. Θαι ανακατώνουνταν λίγο - λίγο οι γραμμές τους
με άλλους ανθρώπους που στέκουνταν εκεί και
αποχαιρετούσαν και αυτοί τους δικούς τους. Θαι τότε έστρεψε
το πλοίο, γύρισε πίσω από μιαν αποθήκη, που προεξείχε στο
λιμένα, και τους σκέπασε. Θαι τους χάσαμε από μπροστά
μας.
- Θαλήν αντάμωση πάλι, είπε σιγά η Αιαγιά, με το γλυκό
συγκινημένο της χαμόγελο.
- Ώμήν... μουρμούρισε ο ΐασίλης. Θι έκανε το σταυρό
του.

356_

ΚΏΑΘΏΠ
357_

ΞΕΛΓΙΝΞΕ ΒΓΙΡΏ

ΡΝ Κ΢ΖΗΠΡΝΟΕΚΏ
ΜΑΓΚΑΣ

ΡΕΠ ΞΕΛΓΙΝΞΕΠ ΒΓΙΡΏ

ΓΘΒΝΖΕΘΓ ΠΓ ΥΕΣΗΏΘΕ

ΚΝΟΣΕ ΡΝΛ ΚΏΟΡΗΝ ΡΝ΢
2019 ΠΡΝ ΕΟΏΘΙΓΗΝ

ΘΟΕΡΕΠ ΢ΞΝ ΡΕΛ ΓΞΗΚΓ
ΙΓΗΏ ΡΝ΢ ΑΗΏΛΛΕ ΣΏΟΠΏ
ΟΕ ΚΓ ΠΘΝΞΝ ΡΕΛ
ΓΙΓ΢ΖΓΟΕ ΒΗΏΛΝΚΕ ΠΡΝ
ΒΗΏΒΗΘΡ΢Ν ΏΞΝ ΡΕΛ ΏΛΝΗ
ΘΡΕ ΐΗΐΙΗΝΖΕΘΕ ΦΠ ΘΝΗ
ΛΝ ΘΡΕΚΏ

358_


Click to View FlipBook Version