ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
ΕΠΑΙΤΕΣ
ΟΝΕΙΡΩΝ
Μυθιστόρημα
Θεσσαλονίκη 2017
Τίτλος βιβλίου : Επαίτες Ονείρων
Συγγραφέας: Έλσα Μαγγανάρη
Επιμέλεια: Σεμίνα Κυριαφίνη
Σελιδοποίηση: Δέσποινα Φελεκίδου
Εξώφυλλο: TREVILLION
© ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
© Εκδόσεις MARADEL BOOKS
Έκδοση, Μάρτιος 2017
ISBN: 978-618-82654-2-4
Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελ-
ληνικού Νόμου (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις
διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ
γραπτής αδείας του εκδότη κατά οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο αντιγραφή, φωτοανα-
τύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, διανομή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση,
διασκευή, αναμετάδοση, παρουσίαση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή (ηλεκτρονι-
κή, μηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου.
Maradel Books Εκδόσεις
Αργυρουπόλεως 4- τκ 57013
Θεσσαλονίκη
Τηλ: 2310 695795
e-mail [email protected]
web.facebook.com/maradel.books/
ΙΟΚΑΣΤΗ
ΙΟΚΑΣΤΗ
Αθήνα, 1896
Άνθησε η λεμονιά∙ γιομίζει με τα αρώματά της τον
κήπο του αρχοντικού στην περιοχή του Θησείου.
Γιομίζει με την πίκρα από τον μίσχο της τα όνειρα
των κατοίκων, τους φόβους και τα οράματά τους. Η Αρετή
Δελλή κοιτάζει από το ζωγραφισμένο παράθυρο τα άνθη της
και δακρύζει. Οι ώρες του στοχασμού της, στο ίδιο πάντα
σημείο, αμέτρητες. Στέκεται ακίνητη, δεν απλώνει ούτε τα
νεκροδάχτυλά της για να αγγίξει το άλλοτε θολό και άλλοτε
διαυγές τζάμι του. Ίσως και να το ζωγράφισε η ανάγκη της
για απόδραση, για αόρατη φυγή.
Ποιος λαοπλάνος μάντης μπορούσε να προφητεύσει πως η
ζωή της θα έφτανε σε αυτό το τέλμα; Όλα ξεκίνησαν με τους
καλύτερους οιωνούς. Σαν να ήταν χθες, ακούει στα σφραγι-
στά μάνταλα της μνήμης της τα βήματα του Δάντη Δελλή,
ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
ενώ έκανε την κυριακάτικη βόλτα της στον Βασιλικό Κήπο.
Ένιωθε τη ματιά του να πυρακτώνει την γαλακτερή της σάρ-
κα. Αυτό συνέβαινε για αρκετές εβδομάδες, ώσπου η εγω-
παθής του τόλμη αποτέλεσε την απαρχή για μια πρόταση
γάμου με όλες τις επισημότητες και τις τυπικές διαδικασίες,
με μόνο μάρτυρα τα αμοιβαία δειλά χαμόγελα που δήλωναν
συναίνεση στα πάθη.
Ο πατέρας της, Κωνσταντίνος Αργυρόπουλος, ιατρός στο
επάγγελμα και με περιουσία διόλου ευκαταφρόνητη, όταν
άκουσε την πρόταση την αποδέχτηκε περιχαρής. Πώς μπο-
ρούσε άλλωστε να νιώθει διαφορετικά για μια τόσο μεγάλη
τιμή; Όλοι γνώριζαν τον μεγαλέμπορο Δάντη Δελλή∙ αν και
νεαρός στην ηλικία, κατάφερε να γίνει γνωστός στους κύ-
κλους της Αθήνας για την ευστροφία του και την ικανότητά
του να εμπορεύεται με επιτυχία. Στα τριάντα του χρόνια,
διέθετε τόσα χρήματα, που άλλοι θα χρειάζονταν ολάκερη
ζωή για να τα αποκτήσουν· αν ποτέ τα κατάφερναν. Η θετική
απάντηση δόθηκε χωρίς μαρτυρική συναίνεση, σε λιγότερο
χρόνο από όσο κρατάει η ανάσα ενός πουλιού, σε λιγότερο
χρόνο από όσο απαιτείται για να γεννηθεί η λογική. Στον αρ-
ραβώνα, διάρκειας ολίγων μηνών, που προηγήθηκε της γα-
μήλιας τελετής, η ευτυχία χόρευε για την Αρετή έναν μεθυ-
στικό χορό, όμοιο με εκείνον της Σαλώμης. Ένιωθε ανέλπιστα
τυχερή για την καλή της τύχη, μα πιότερο, όση ντροπή κι αν
έκρυβε αυτό, ερωτευμένη.
Όπως ήταν φυσικό, οι ετοιμασίες του γάμου έγιναν υπό τη
στενή επιτήρηση και καθοδήγηση των γονιών της, αλλά και
της μεγαλύτερης αδερφής του Δάντη, της Ελένης. Οι γονείς
τους πέθαναν δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα από μια φοβερή
επιδημία φυματίωσης. Έτσι, η Ελένη δεν ήταν μόνο προστά-
της, αλλά και αυστηρός επιτηρητής της ζωής του.
Η μεγάλη μέρα ξημέρωσε σαν πεπρωμένο που ήταν αδύ-
νατο να αποφευχθεί. Η Αρετή, νεράιδα βγαλμένη από λίμνη
6
ΕΠΑΙΤΕΣ ΟΝΕΙΡΩΝ
με νερά από χώρες μακρινές, μέσα στο δαντελένιο άσπρο
νυφικό της. Τα μάτια της, τόσο πράσινα χάρη στη συγκίνηση
και τη λαχτάρα, συναγωνίζονταν αβίαστα την λάμψη του
σμαραγδιού. Ξανθό στεφανάκι, πλεγμένο με λουλούδια του
αγρού, η πλούσια κόμη της. Μαγεύτηκε ο Δάντης από την
αγνή, αμόλυντη ομορφιά της και θέριεψε μέσα του ο πόθος
να την κάνει δική του.
Ενώ έφευγαν οι τελευταίοι καλεσμένοι και οι ευχές τους
αντηχούσαν στους διαδρόμους του σπιτιού και της κοινής
μελλοντικής ζωής του ζευγαριού, η στιγμή, η από καταβολής
κόσμου αμαρτωλή, έφθασε περπατώντας στις μύτες. Χτυ-
πούσε άρρυθμα η καρδιά της Αρετής. Παράλληλα, ο φόβος
της ευλογημένης παρθενικής συνένωσης του ζευγαριού με-
τατράπηκε σε τρόμο.
Με ορμή, όπως εκείνη του αγριμιού τις πρώτες στιγμές της
απελευθέρωσής του, ο άντρας της άρχισε να σκίζει το νυφικό
και την ψυχή της. Τα χέρια του δε διέγραψαν πορείες από
πολυπόθητα χάδια, μα χτυπήματα που έκρυβαν σαδισμό. Τα
φιλιά του, βίαια και κτητικά, δυνάμωναν παρά μαλάκωναν
τον πόνο. Κανένα ‘σ΄ αγαπώ’ δεν γέμισε το νυφικό δωμάτιο.
Καμιά αγκαλιά δεν σφάλισαν τα δυο του χέρια. Μόνο το χα-
μόγελο ικανοποίησης της Ελένης προφήτευε τα μαρτυρικά
χρόνια που θα ακολουθούσαν. Η διπλανή κάμαρά της θα
γινόταν μάρτυρας αναρίθμητων τέτοιων στιγμών και ο έρω-
τας δε θα έβρισκε ποτέ μια γωνιά για να φωλιάσει.
Το 1881 γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί, η Ελπίδα. Αυτό
ήταν το όνομα της μητέρας του Δάντη, της άρεσε όμως και
της Αρετής. Κάθε φορά που ψιθύριζε το όνομα της μικρής
έκανε συγχρόνως έκκληση για να ξυπνήσει από τον λήθαργο
η ελπίδα που φώλιαζε μέσα της πως τα πράγματα κάποια
στιγμή θα αλλάξουν. Ο σύζυγός της όμως, γινόταν όλο και
πιο σκληρός. Τα τελευταία νυχτοπερπατήματά του εδραίω-
ναν τις υποψίες πως την απατούσε. Μια φορά, τόλμησε να
7
ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
του καταλογίσει με βεβαιότητα την ύπαρξη μιας ερωμένης.
Προτού τελειώσει τρεμάμενη την κατηγορία της, ήρθε ένα
δυνατό χαστούκι και της σφάλισε το στόμα. Ο πόνος έκλεισε
αυτόματα τα μάτια της. Το επόμενο κιόλας δευτερόλεπτο, το
χέρι της κουνιάδας της, κατέβηκε με αγριότητα, στο ματωμέ-
νο χείλος της.
Η τιμωρία του Δάντη υπήρξε παραδειγματική∙ για έναν
ολόκληρο μήνα, την κράτησε κλειδωμένη στο δωμάτιο της.
Μοναδικός επισκέπτης, η Ελένη. Με βηματισμό δεσμοφύλα-
κα, της πήγαινε καθημερινά φαγητό. Τόσες μέρες χωρίς να
βλέπει το παιδί της ένιωθε σαν τον Προμηθέα, δεμένη σε
έναν αόρατο βράχο. Σαν όρνεα, οι εφιάλτες ξέσκιζαν την
σάρκα της, σαν στοίχειωναν τα όνειρά της. Ας ήξερε μόνο το
λόγο που η ζωή την τιμωρούσε. Δεν έκλεψε καμιά φωτιά,
δεν εναντιώθηκε σε θελήματα Ολύμπιου Θεού, ούτε ανθρώ-
πων. Ο σκοπός της ποινής στέρησης, έστω και της παραμι-
κρής επικοινωνίας με το παιδί και τους συγγενείς της, επε-
τεύχθη. Με το πέρας της τιμωρίας, στις λιγοστές επισκέψεις
των δικών της, η Αρετή προσποιείτο με ζηλευτή επιτυχία
πως, αν μη τι άλλο, ήταν ευτυχισμένη. Δεν ήθελε να τους
στεναχωρήσει, να τους πικράνει. Κυρίως όμως, φοβόταν πως
δε θα γινόταν πιστευτή, μιας και ο Δάντης συνέχιζε να ξεγε-
λά τους πάντες με την εκλεπτυσμένη, έξω από τους λαβυριν-
θώδεις τοίχους του σπιτιού, συμπεριφορά του. Ακόμα και
στις κοινωνικές εκδηλώσεις που λάμβαναν χώρα εντός της
οικίας Δελλή, άπαντες ήταν μάρτυρες της στοργικής στάσης
απέναντι στην όμορφη, μα λιγομίλητη και μελαγχολική, σύ-
ζυγό του.
Μήπως δεν ολοκλήρωνε το σκηνικό του περιοδεύοντος
θιάσου η Ελένη, που ενώ καμάρωνε μπροστά στους καλε-
σμένους την υποτιθέμενη ευτυχία του νεαρού ζευγαριού,
συγχρόνως, άφηνε να αιωρούνται υπόνοιες για την εύθραυ-
στη ψυχολογία της Αρετής, καθώς και τη λύπη της για τα πα-
8
ΕΠΑΙΤΕΣ ΟΝΕΙΡΩΝ
ροδικά, μα αδικαιολόγητα ξεσπάσματα της; Όλοι λοιπόν,
μακάριζαν την εύνοιά της, που ήρθε και ολοκληρώθηκε με
την έλευση του μικρού Ανδρέα, σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά
την γέννηση του πρώτου τους παιδιού. Πράγματι, σαν αντί-
κρισε τα γαλήνια θαλασσιά μάτια του μωρού της, για δεύ-
τερη φορά στην έγγαμη ζωή της, η Αρετή χαμογέλασε. Ο Δά-
ντης πάλι καμάρωνε για την συνέχεια του ονόματος του πα-
τέρα του, ως οικόσημο μιας ένδοξης οικογένειας.
Μόλις λίγους μήνες μετά, ακολούθησε μια τρίτη εγκυμο-
σύνη∙ μπορεί ο Δάντης να διήγαγε έκλυτο βίο, συνέχιζε ό-
μως, με αμετάβλητη σταθερότητα, να ξεσπά τα ζωώδη σε-
ξουαλικά του ένστικτα στο νυφικό κρεβάτι. Αυτή τη φορά, η
κύηση ήταν δύσκολη και κρίθηκε επισφαλής, γεγονός που
ανάγκασε την Αρετή να μείνει για εφτά μήνες σε ακινησία,
μέχρι τον ασφαλή ερχομό του παιδιού της. Ξημερώματα Δε-
καπενταύγουστου του 1884, οι φωνές τοκετού αντήχησαν σε
ακτίνα αρκετών μέτρων. Διάχυτος ήταν προς στιγμήν ο φό-
βος πως μητέρα και βρέφος δεν θα τα κατάφερναν. Η Ελένη,
διέκρινε το βλέμμα του αδερφού της να σκοτεινιάζει από
αγωνία. Τον αγριοκοίταξε με έκπληξη. Η Αρετή, παρόλο που
ο ιδρώτας έλουζε το κορμί της και οι δυνάμεις της την εγκα-
τέλειπαν, άκουσε τον άντρα της, όχι απλώς να προτρέπει,
αλλά να προστάζει τον γιατρό και τη μαία, να σώσουν το
παιδί και όχι εκείνη, αν μια τέτοια επιλογή κρινόταν απαραί-
τητη. Μια πεισματική κραυγή συντάραξε τα σωθικά της. Το
μελωδικό κλάμα ενός υγιέστατου ροδαλού κοριτσιού γέμισε
τον χώρο.
«Καλώς ήρθες, μικρή μου, Ιοκάστη», είπε ενθουσιασμένη
η Ελένη. Αντίδραση δεν ήρθε από πουθενά.
9
ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
Μια βαριά επιλόχειος κατάθλιψη ταλαιπώρησε την Αρετή
για έναν περίπου χρόνο. Στην βάφτιση του μωρού, όπου η
Ελένη έγινε και τυπικά νονά του, έκδηλο ήταν το ενδιαφέρον
συγγενών και φίλων για την ψυχολογική κατάσταση της μη-
τέρας, καθώς και τον αντίκτυπο που μπορούσε να έχει στα
τρία μικρά παιδιά. Η Αρετή αντιλήφθηκε τόσο τα ψιθυρίσμα-
τα ανάμεσα στους καλεσμένους, όσο και την φθονερή ικα-
νοποίηση της Ελένης. Αυτό που την εξόργισε περισσότερο,
ήταν η υποτιθέμενη ανησυχία του επιφανούς συζύγου της.
Επιβεβαίωνε τους όποιους κοινωνικούς σχολιασμούς μαρτυ-
ρούσαν τον προβληματικό χαρακτήρα της. Τότε, πείσμωσε
για δεύτερη φορά. Ένιωσε τα όργανα της να πάλλονται από
τον εσωτερικό οδυρμό, μα τον κράτησε μέσα της.
Εκείνη τη στιγμή, συνέβη κάτι που έδωσε τροφή για διαρ-
κείς συζητήσεις ανάμεσα στις κομψοντυμένες κυρίες του
καλού κόσμου και τους αμόλυντους συζύγους τους. Η Αρετή,
πέρα από κάθε προσδοκία, σηκώθηκε από το γιορτινό τρα-
πέζι και άρχισε να χορεύει και να τραγουδά. Αγκάλιαζε και
φιλούσε προκλητικά τον Δάντη. Συμπεριφορά ανάρμοστη
σύμφωνα με τους αυστηρούς κανόνες καλής συμπεριφοράς
της εποχής. Ευχαρίστησε τη ζωή για όσα απλόχερα της έδω-
σε. Εξέφρασε την βαθιά λύπη και πίκρα της, που η αμνή-
στευτη, στην ηλικία των σαράντα τεσσάρων πλέον χρόνων,
κουνιάδα της δεν μπορούσε να γευτεί χαρές, όμοιες με τις
δικές της.
Η Ελένη έσκυψε ντροπιασμένη το κεφάλι. Ο Δάντης έσφιξε
κάτω από το τραπέζι την γροθιά του. Αμηχανία επικράτησε
στους καλεσμένους. Η γιορτή για την βάφτιση της Ιοκάστης
τελείωσε με παγερά καληνυχτίσματα και βεβιασμένες ευχές
για την ευτυχία και μακροζωία, που θα συνόδευαν τη μικρή
στο πέρας της ζωής της. Ακόμη και οι γονείς της Αρετής εξέ-
φρασαν τον θυμό και την απογοήτευση στην κόρη τους και
έφυγαν πικραμένοι. Την Αρετή όμως, δεν την άγγιζαν όλα
10
ΕΠΑΙΤΕΣ ΟΝΕΙΡΩΝ
αυτά. Πήρε μια ολιγόλεπτη εκδίκηση. Της άμοιρης, όμως, της
στοίχισε για την υπόλοιπη ζωή της. Το ξημέρωμα την βρήκε
κατάχαμα στο κελάρι του σπιτιού, με μώλωπες και εκδορές.
Η αξιοπρέπεια της κύλησε κάπου στην γωνία με τα κόκκινα
κρασιά ή μάλλον τα λευκά, γιατί αίμα ένιωθε ότι δεν είχε πια
στις φλέβες της. Ηχούσαν ακόμα απειλητικά στα αυτιά της οι
ύβρεις και οι φοβέρες του Δάντη, ότι θα την κρατούσε μα-
κριά από τα παιδιά. Από την επόμενη μέρα, βίωσε με τον
χειρότερο τρόπο την πραγματοποίηση όσων της υποσχέθη-
κε, ως απόρροια της άκομψης δήλωσής της. Τον περισσότε-
ρο καιρό, έμενε κλεισμένη στο δωμάτιο για να κρύβει από
τους γύρω της τα σημάδια που άφηνε πάνω και μέσα της
κάθε ξέσπασμα του Δάντη και της αδερφής του. Τα παιδιά,
τα έβλεπε ελάχιστα, συγκεκριμένες ώρες της ημέρας και πά-
ντα υπό την επίβλεψη της Ελένης. Δεν είχε κανένα λόγο στο
μεγάλωμα και την ανατροφή τους.
Ίσως και να την ανακούφιζε αυτή η απομόνωση· ένιωθε
ότι έπρεπε να αυτοτιμωρηθεί. Διέπραξε το προπατορικό α-
μάρτημα, αφού θέλησε να βαδίσει στη διαδρομή της αγά-
πης. Έπεσε θύμα της εκδίκησης του Αδάμ. Εμπιστεύτηκε έ-
ναν άντρα και, αυτή τη φορά, ήταν η γυναίκα το θήραμα.
Έκλεισαν εκκωφαντικά οι πύλες του παραδείσου. Κάρβουνο
έγινε η καρδιά της στις πύλες της κολάσεως. Πόσες φορές
αναλογίστηκε το παρελθόν, την αφέλεια της νιότης της, κοι-
τώντας πάντοτε έξω από το ίδιο παράθυρο, άλλοτε το χιόνι
που έγλειφε τους δρόμους, άλλοτε τη βροχή που οι στάλες
της με το ρυθμό τους δημιουργούσαν στο μυαλό της περίερ-
γες εικόνες, και άλλοτε, όπως τώρα, τον ήλιο που με την αέ-
ναη κίνησή του ζωντάνευε τα πολυάριθμα λουλούδια του
κήπου τους.
11
ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
«Μητέρα, ήρθα να σας πω, πως η νονά δεν μας αφήνει να
μείνουμε περισσότερο στον κήπο. Πείστε την, σας παρακα-
λώ, να μας επιτρέψει μισή ώρα ακόμα».
«Δε νομίζω μικρή μου, Ιοκάστη, πως θα με ακούσει. Αν
όμως της χαρίσεις ένα γλυκό σου χαμόγελο, μπορεί να την
καταφέρεις. Σου έχει ιδιαίτερη αδυναμία και είμαι σίγουρη
ότι θα καμφθούν όλες οι αντιστάσεις της, μόλις την κοιτά-
ξουν ναζιάρικα τα γελαστά σου μάτια».
Η Ιοκάστη, στην ηλικία των δώδεκα χρόνων, είχε την ο-
μορφιά και την ωριμότητα της πρώιμης εφηβείας. Αγκάλιασε
στοργικά την Αρετή, μα σαν να της φάνηκε ότι οι μύες του
προσώπου της μόρφασαν από πόνο. Κατέβηκε πάλι στην αυ-
λή. Κοίταξε ψηλά προς το παράθυρο της μητέρας της. Θα
ορκιζόταν πως την είδε να σκουπίζει τα μάτια και να χαϊδεύ-
ει απαλά τα δυο της μπράτσα. Όταν όμως ξανακοίταξε, την
εντόπισε να της χαμογελά και να κλείνει ευλαβικά, και με
αργό ρυθμό, τα παραθυρόφυλλα. Η συμβουλή της Αρετής
απεδείχθη ολόσωστη. Η νονά της τους ανακοίνωσε πως
μπορούσαν να μείνουν όχι μισή, αλλά μια ώρα παραπάνω
για παιχνίδι, αφού εκτός από το παιδικό χαμόγελο, η αγα-
πημένη της βαφτισιμιά της χάρισε και μια αυθόρμητη, εν-
θουσιώδη αγκαλιά.
Ο Ανδρέας ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος από την Ιοκάστη.
Έδεσε με κλωστή τα ασθενικά ποδαράκια ενός χρυσοπράσι-
νου σκαθαριού. Το στριφογύρισε με ένταση, διαγράφοντας
κυκλικές κινήσεις στον αέρα. Θαύμασε το χρυσοπράσινο πε-
ρίβλημα του εντόμου έτσι όπως λαμπύριζε από τις ακτίνες
του Θεού ήλιου. Τα κορίτσια έπαιζαν με το τόπι πετώντας το
δυνατά η μια στην άλλη. Πρόσεχαν να μην πέσει κάτω∙ δια-
φορετικά, θαρρείς θα ράγιζε το έδαφος και θα ρουφούσε τα
όνειρά τους. Ήταν να καμαρώνει κανείς τα νιάτα και την ο-
μορφιά τους. Σε μια στιγμή, η προσοχή της Ιοκάστης απο-
σπάστηκε από έναν απρόσμενο επισκέπτη, τον χνουδωτό
12
ΕΠΑΙΤΕΣ ΟΝΕΙΡΩΝ
μαύρο γάτο της οικογένειας Μακρή από το διπλανό σπίτι. Το
τόπι κύλησε μέχρι την επιβλητική καγκελόπορτα στην είσοδο
του κήπου. Έτρεξε η μικρή να το πιάσει για να μη βγει στον
δρόμο, μα δεν πρόλαβε. Μια ζητιάνα που περνούσε από ε-
κεί, το έπιασε και το έδωσε στην λαχανιασμένη κάτοχό του.
«Ευχαριστώ κυρία, η νονά μου θα θύμωνε πολύ αν το έχα-
να. Σταθείτε, μη φεύγετε, σας παρακαλώ. Να σας φέρω ένα
ποτήρι νερό. Φαίνεστε ταλαιπωρημένη, πρέπει να διψάτε».
«Ω, σε ευχαριστώ, κόρη μου, να ήξερες πόσο καλό μου
κάνεις. Η αλήθεια είναι, πως για να βρω έστω κι ένα πιάτο
φαγητό, γυρίζω ώρες στους δρόμους, μην ελπίζοντας σε τί-
ποτα περισσότερο, παρά στην καλοσύνη των ανθρώπων».
Η Ιοκάστη πήγε με προθυμία στην κουζίνα. Μάζεψε μερι-
κά φαγώσιμα, τα έδεσε σε έναν αυτοσχέδιο πάνινο μπόγο
και τα έδωσε στην επαιτούσα. Η Ελπίδα γκρίνιαζε για την
αργοπορία της. Η νονά της, όμως, την παρακολουθούσε με
καμάρι, μιας και πίστευε, πως όλο και κάποιοι γείτονες, βλέ-
ποντας τη σκηνή, θα επαινούσαν τη φιλανθρωπική αυτή κί-
νηση της μικρής.
«Ορίστε, κυρία, εύχομαι να ξεγελάσετε την πείνα σας.
Μπορείτε αν θέλετε να έρθετε πάλι αύριο. Θα φροντίσω να
συλλέξω όσα ρούχα δε μας χρειάζονται πια και να σας τα
δώσω».
«Είσαι πολύ ευγενικό κορίτσι. Στάσου! Προτού φύγεις, θέ-
λω να ανταποδώσω την φροντίδα σου. Άσε με να διαβάσω
λοιπόν, μια κουκίδα γραφής της μοίρας σου».
Έβαλε το χέρι στην ποδιά της. Έβγαλε από μέσα έναν περίερ-
γο κύβο, με διαφορετικά νούμερα γραμμών χαραγμένα σε
κάθε πλευρά. Όταν τον έδειξε στην Ιοκάστη, εκείνη άνοιξε
διάπλατα τα μάτια της από έκπληξη.
«Τι περίεργος κύβος! Δεν είδα ποτέ ξανά κάτι παρόμοιο.
Από τι είναι φτιαγμένος;»
13
ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
«Από κόκαλο μεγάλου ζώου, ούτε ξέρω όμως από τίνος.
Μου τον έδωσε η μητέρα μου λίγο πριν πεθάνει. Ήταν άρ-
ρωστη βλέπεις, ήξερε ότι το τέλος της κοντοζυγώνει. Σε εκεί-
νη, με την σειρά της, τον εμπιστεύτηκε η δική της μητέρα.
Ούτε θυμάμαι εδώ και πόσες γενιές βρίσκεται στην κατοχή
της φαμίλιας μου. Περνάει από μητέρα σε κόρη. Γεννοβο-
λούμε μέχρι να φέρουμε στον κόσμο τουλάχιστον ένα κορί-
τσι, για να του δώσουμε τον κύβο της μοίρας. Ας τα αφή-
σουμε όμως αυτά. Ριξ΄ τον προσεχτικά στην παλάμη μου».
Η Ιοκάστη πέταξε απαλά τον κύβο όπως της υπέδειξε η
ζητιάνα. Τρεις κάθετες γραμμές εμφανίστηκαν στην πάνω
πλευρά.
«Άπλωσε τώρα κυρά μου την παλάμη σου, για να διαβάσω
το ριζικό σου».
Δυο χέρια, δυο γενιές, δυο εκ δια μέτρου αντίθετες κοινω-
νικές τάξεις ενώθηκαν. Μια έντρομη σπίθα δραπέτευσε από
τα γερακίσια μάτια της τσιγγάνας, μα τα μελλούμενα δεν
φανερώθηκαν.
«Φεύγω, μικρή μου, σε ευχαριστώ για όσα μου έδωκες».
«Ιοκάστη, έλα επιτέλους, βαρέθηκα να περιμένω. Μα τι
κάνεις τόση ώρα; Γρήγορα σε παρακαλώ». Η φωνή της α-
δερφής της στρίγγλιζε από ανυπομονησία.
Την στιγμή που η Ιοκάστη έτρεξε για να συνεχίσει το παι-
χνίδι, άκουσε την χειρομάντισσα ζητιάνα να της λέει κάτι. Οι
φωνές όμως της αδερφής της και το μανιασμένο γάβγισμα
ενός αδέσποτου σκύλου δεν την άφησαν να ξεχωρίσει τις
λέξεις που δραπέτευσαν από το στόμα της άγνωστης γυναί-
κας. Άραγε, ήταν τα γέρικα βήματα της που την έσυραν έξω
από το αρχοντικό της οικογένειας Δελλή ή το κισμέτ την έ-
πιασε από το χέρι και την οδήγησε τυφλά, εκεί που η ζωή
έπρεπε να γράψει το τέλος κάθε ιστορίας;
14
Ι
Τ α χρόνια πέρασαν σαν πιστή αντιγραφή των προ-
ηγούμενων, όπως κυλάει η καθημερινότητα για
όλους τους μικρούς ή μεγάλους ήρωες της ζωής. Η
Αρετή αφοσιώθηκε στην συλλογή στιγμών, για τι οποίες τα
χείλη της διέγραφαν αβίαστα ένα αληθινό χαμόγελο. Τις μέ-
ρες που ο Δάντης, αφοσιωμένος στις δουλειές του, έλειπε σε
ολιγοήμερα ή μεγαλύτερης διάρκειας ταξίδια, το οξυγόνο
έμπαινε σαν εξατμισμένο ροδόνερο στα πνευμόνια της. Έ-
κλεινε τις πολύτιμες αυτές στιγμές σε ένα τόσο δα φανταστι-
κό σπιρτόκουτο. Τις άγριες νύχτες που σκέπαζαν ακόμη και
το φως της ημέρας, φώτιζε με αυτές το απάγκιο του ναυαγι-
σμένου μυαλού της. Πάλευε σθεναρά με την Σκύλα και την
Χάρυβδη. Στη δική της Οδύσσεια, είχαν τη μορφή του
ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
συζύγου και της αδερφής του. Η Ελένη, βέβαια, παρακολου-
θούσε άγρυπνα κάθε λέξη και κίνησή της, με διακριτικότητα
όμως πια και επιείκεια. Τα παιδιά είχαν μεγαλώσει και δεν
έπρεπε να αντιληφθούν επ’ ουδενί την ωμή ψυχολογική και
σωματική βία που έβρισκε ασφαλές καταφύγιο στο σώμα
και την ψυχή της νύφης της, τόσο από τον Δάντη, όσο και
από την ίδια, τον ηθικιστή της οικογένειας. Στην οικία Δελλή,
ο ταρτουφισμός τρεφόταν και αναρριχιόταν σαν σαρκοβόρο
φυτό. Διψούσε για δάκρυα και αίμα.
Απαλλαγμένη από κολασμούς, η Αρετή καμάρωνε την εξω-
τερική και εσωτερική ομορφιά των παιδιών της. Κάθε φορά
που τα κοιτούσε, ένιωθε ευδαιμονία. Σκεφτόταν πως άξιζαν
κάθε θυσία. Πως τόσο η σιωπή, όσο και η αδιάκοπη προ-
σπάθειά της να μην αντιληφθούν το μαρτύριό της έπρεπε
πάση θυσία να συνεχιστούν.
Η αγαπημένη της Ελπίδα, δεκαεννέα χρόνων πια, ήταν μια
περιζήτητη νύφη για κάθε αποκατεστημένο νέο της εποχής.
Όμορφη, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της μητέρας της, είχε
μια ψυχική ευγένεια και αυτό προσέδιδε ένα ακόμη στοιχείο
στην ούτως ή άλλως βασιλική ομορφιά της. Η εκπαίδευσή
της, όπως και των αδερφών της, ανταποκρινόταν στην απαι-
τητική και ιδιαίτερα δύσκολη μόρφωση της νέας εκατονταε-
τίας, η οποία είχε μόλις πατήσει το κατώφλι όχι μόνο της ελ-
ληνικής πρωτεύουσας, αλλά και ολόκληρου του διαφωτι-
σμένου και μη κόσμου. Ήξερε γραφή και ανάγνωση, μιλούσε
απταίστως την γαλλική, κατείχε αρίστως την τέχνη των οικο-
κυρικών και ο όρος ‘ιδανική σύζυγος’ ήταν αυτός που ο ευ-
νοούμενος κύκλος των πλουσίων της έδινε παμψηφεί.
«Ίσως είναι από τα πιο ζεστά καλοκαίρια των τελευταίων
ετών. Νομίζω πως όσο κουνάω την βεντάλια, τόσο ζεσταίνο-
16
ΕΠΑΙΤΕΣ ΟΝΕΙΡΩΝ
μαι», διαμαρτυρήθηκε κάθιδρη η Ελένη. «Ελπίδα, διάβασέ
μας, σε παρακαλώ, την ‘Επί του Όρους Ομιλία’ από την Καινή
Διαθήκη∙ να δροσιστεί τουλάχιστον η ψυχή μας. Εσύ Ιοκά-
στη, σύρε πες στην Χρυσάνθη να μας βάλει γλυκό κεράσι.
Μην ξεχάσει να φέρει και κρύο νερό. Έναν ολόκληρο μήνα το
έχουμε στην δούλεψή μας το κορίτσι και συνεχίζει να αγνοεί
τις εντολές μου. Της επισήμανα πως θέλω να έρχεται τα α-
πογεύματα στη βεράντα και να ρωτά τί επιθυμούμε. Ώρες
ώρες αποζητώ την κυρά Πηνελόπη και ας ήτανε γλωσσού και
ας ήθελε να τα μαθαίνει όλα. Η αλήθεια βέβαια είναι πως τα
αρθριτικά της προχώρησαν πολύ, έπρεπε να γυρίσει στο χω-
ριό της. Η πολύωρη εργασία επιβάρυνε αναμφισβήτητα το
πρόβλημά της».
«Νονά, να φωνάξω την μητέρα για να ακούσει τα άγια λό-
για από το στόμα της Ελπίδας μας;»
«Όχι, Ιοκάστη μου, νωρίτερα που την ρώτησα αν θέλει να
κατεβεί για φαγητό, μου είπε ότι θα έρθει αργότερα, γιατί
έχει φοβερό πονοκέφαλο. Μόλις νιώσει καλύτερα, είμαι σί-
γουρη πως θα συμμετέχει στην συντροφιά μας. Μην την ε-
νοχλείς λοιπόν, κάθισε να φάμε ευχάριστα το γλυκό μας, α-
κούγοντας το κατά Ματθαίον εδάφιον».
Η Χρυσάνθη κρατούσε τον δίσκο με το ειδικό δοχείο και τα
γαντζωμένα κουταλάκια με χέρια τρεμάμενα. Το κεφάλι ήταν
σκυμμένο, μην τυχόν και την πετύχει το άγριο βλέμμα της
Ελένης. Παρόλη την προσπάθεια, ένιωσε την ανάσα της να
την καυτηριάζει και αυτό ήταν αρκετό για να κάνει τα γόνατά
της να λυγίσουν. Είχε καταλάβει καλά ποιός έκανε κουμάντο
σε αυτό το σπίτι. Ήταν το πρώτο μάθημα που της έδωσε η
μεγάλη κυρία.
«Ιδών δε τους όχλους ανέβη εις το όρος και καθίσαντος
αυτού προσήλθον οι μαθηταί αυτού…μακάριοι οι πραείς ότι
αυτοί κληρονομήσουσιν την γην…ότι ο μισθός υμών πολύς εν
17
ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
τοις ουρανοίς, ούτω γαρ εδίωξαν τους προφήτας τους προ
υμών». Η φωνή της Ελπίδας, όμοια με ψαλμωδία.
«Τι όμορφα που διαβάζεις Ελπιδάκι μου! Κατεβαίνουν
θαρρείς τα Χερουβείμ πλησίον σου και ευλογούν το ηχό-
χρωμά σου».
«Σε ευχαριστώ, Ιοκάστη μου, αν και βρίσκω υπερβολικό το
υμνολόγιό σου».
«Κυρία Ελένη, ήρθε ένα τηλεγράφημα το πρωί. Το έβαλα
όμως στην ποδιά μου και λησμόνησα να σας το δώσω. Συγ-
χωρέστε με παρακαλώ». Η Χρυσάνθη ακούστηκε άκρως α-
πολογητική.
«Δωσ’ το μου γρήγορα, παλιοκόριτσο. Αν συμβεί ξανά κάτι
τέτοιο, μαζεύεις τα λιγοστά βρωμόρουχά σου και πας στον
αγύριστο».
Σκούπισε η Χρυσάνθη τα δάκρυά της και έφυγε σκυφτή
για να βρει στοργή στην άλλη της κυρά, την Κυρά της Θά-
λασσας, όπως αποκαλούσε από μέσα της την Αρετή. Τις λίγες
εβδομάδες που εργαζόταν στην οικεία Δελλή, όταν η Ελένη
την χλεύαζε για τα λάθη και τις παραλείψεις της, η Αρετή,
ήρεμη και γαλήνια, την παρηγορούσε. Ήταν το πρώτο σπιτι-
κό που εργαζόταν αφότου ήρθε από το νησί της, την Κεφα-
λονιά. Ήταν και η πρώτη φορά που ταξίδεψε. Ο Θεός έβαλε
το χέρι Του, μιας και το καρυδότσουφλο που την μετέφερε
έπλευσε με ούριο άνεμο. Μέχρι να φτάσουν, είχε ένα συνεχή
φόβο μέσα της, πως η θάλασσα ίσως μετάνιωνε για την τόση
νηνεμία και καλούσε τον άνεμο σε μονομαχία για να διασκε-
δάσει την πλήξη της. Το ίδιο ένιωθε και για την καλόκαρδη
κυρά της, πως κάποια στιγμή θα φουρτούνιαζε και θα της
φερόταν όπως η Ελένη. Με την χάρη των δεκαεφτά Μαΐων
της, η Χρυσάνθη, παρά την ταπεινή καταγωγή της, ήταν ευ-
παρουσίαστη. Ψηλή και λυγερόκορμη, με εβένινα μακριά
μαλλιά πλεγμένα σε έναν παιχνιδιάρικο νησιώτικο κότσο. Τα
18
ΕΠΑΙΤΕΣ ΟΝΕΙΡΩΝ
μάτια της, μαύρα και αυτά, προσέδιδαν την τελευταία πινε-
λιά στη μεσογειακή ομορφιά της.
Η Ελένη άνοιξε με συγκρατημένη αγωνία και περιέργεια το
γράμμα. Ζήτησε από την Ελπίδα να το διαβάσει δυνατά.
«Είναι από τον πατέρα», φώναξε εκείνη ενθουσιασμένη.
Μασσαλία, 21η Ιουνίου 1900
Έρχομαι δια να σας πληροφορήσω, ότι μετά του υιού μου
Ανδρέα, χαίρουμε άκρας υγείας. Το ίδιον επιθυμώ και δι υ-
μάς. Αναχωρούμε εντός δύο ημερών. Θα φθάσουμε, πρώτα ο
Θεός, την 29ην του μηνός. Φέρνω μαζί μου και τρεις εξαίρε-
τους επισκέπτας, την οικογένεια Σταύρου. Παρακαλώ να εί-
ναι όλα έτοιμα δια την υποδοχήν μας.
«Τί ωραία! Έρχονται ο πατέρας και ο Ανδρέας! Λείπουν
σχεδόν πέντε εβδομάδες, έτσι δεν είναι νονά»;
«Ναι, Ιοκάστη μου, και κάτι μέρες. Λοιπόν, πρέπει να ανα-
σκουμπωθούμε, να γίνει γενική λάτρα. Να ενημερώσω την
Χρυσάνθη να γυαλίσει πατώματα και ασημικά και να συνεν-
νοηθώ με την μαγείρισσα για το γεύμα. Πόσες μέρες θα τους
φιλοξενήσουμε άραγε; Ο πατέρας σας δεν μας ενημερώνει
σχετικά».
«Θεία μου, πάω να το πω στη μητέρα για να χαρεί. Τους
έχει επιθυμήσει, ειδικά τον χαϊδεμένο της Ανδρέα», αναφώ-
νησε η Ελπίδα, χτυπώντας τα χέρια της από χαρά.
Πατέρας και γιος, έλειπαν εδώ και πέντε εβδομάδες για
την αγορά υφασμάτων στην Γαλλία. Ο Δάντης θα τα εισήγα-
γε στην Ελλάδα με σκοπό να επιδοθεί στην εμπορία τους στο
εσωτερικό της χώρας. Το παρθενικό ταξίδι του νεαρού Αν-
δρέα συνέβαλλε στη μύησή του στον εμπορικό κόσμο. Ήταν
μια πρώτης τάξεως εμπειρία πριν τη φοίτησή του στην ελλη-
19
ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
νογαλλική σχολή του Αγίου Παύλου. Τον Απρίλιο έγιναν τα
εγκαίνια της σχολής και το φθινόπωρο του ιδίου έτους ξεκί-
νησε η λειτουργία της. Εκεί, ο μοναχογιός της οικογένειας
επρόκειτο να πραγματοποιήσει τετραετή κύκλο Εμπορικών
Σπουδών. Ο ενθουσιασμός του ιδίου αλλά και της οικογέ-
νειάς του ήταν διάχυτος.
Μέχρι να ξημερώσει η μέρα της άφιξής τους, τα πάντα ή-
ταν στην εντέλεια. Γυαλίσθηκαν όλα τα επίχρυσα και ασημέ-
νια σερβίτσια και διακοσμητικά. Στην επιφάνειά τους, αντα-
νακλούσε όχι μόνο η ομορφιά που άνθιζε στο αρχοντικό, μα
και η ασχήμια, η οποία φανερωνόταν σε στατικά είδωλα που
έκρυβαν ακόμα και οι καθρέφτες. Στρώθηκαν τα χειροποίητα
μεταξωτά χαλιά και η μεγαλοπρέπειά τους ήταν όμοια με
εκείνη των ανακτόρων. Μα πιότερο από όλα, έλαμπαν οι νε-
ανίδες. Καρφίτσωσαν θαρρείς από ένα πεφταστέρι στα μαλ-
λιά και ορατή από τους άλλους ήταν μονάχα η λάμψη τους.
Γύρω στο μεσημέρι, ο εκνευρισμός της αναμονής έγινε
πιο έντονος μιας και από στιγμή σε στιγμή έφταναν οι οικείοι
και άγνωστοι ταξιδιώτες. Κάθε τόσο, η Χρυσάνθη έβγαινε
έξω στο δρόμο μήπως δει τις άμαξες να πλησιάζουν. Γυρ-
νούσε πίσω χωρίς την ευχάριστη είδηση και απογοήτευση
γέμιζε τις γυναίκες του σπιτιού. Ώσπου κάποια στιγμή, α-
κούστηκαν οι χαρούμενες ιαχές της.
«Έφτασαν, έφτασαν, κυράδες μου. Δύο άμαξες στάθηκαν
στην είσοδο. Οι αμαξάδες ξεφορτώνουν τα μπαούλα».
Τα κορίτσια μαζί με τη θεία τους βγήκαν με γοργά βήματα.
Πίσω τους ακολούθησε νωχελικά η Αρετή, χαμογελαστή μα
βαρύθυμη. Παρατάχθηκαν στην σειρά, σαν επιτροπή καλω-
σορίσματος, με ορθωμένο ανάστημα και αρχοντιά. Πρώτος
κατέβηκε ο Δάντης. Ακολούθησε ο Ανδρέας, έτρεξε και κρύ-
φτηκε σαν μικρό παιδί στη μητρική φωλιά. Δεν υπήρχε μέρος
20
ΕΠΑΙΤΕΣ ΟΝΕΙΡΩΝ
που να του χάριζε περισσότερη ζεστασιά και γαλήνη από
αυτή την αγκαλιά. Κανένα φιλί δεν του μετέδιδε περισσότε-
ρη πνοή από αυτό της λατρεμένης του μητέρας.
«Καλώς ήρθατε, αδερφέ μου. Η απουσία σας ήταν αισθη-
τή και δυσβάσταχτη», είπε με παράπονο η Ελένη.
«Καλώς σας βρήκαμε, ελπίζω να μην δημιουργήθηκε κά-
ποιο πρόβλημα το διάστημα της απουσίας μας», σχολίασε ο
Δάντης με υπαινιγμό.
«Αλίμονο, αδερφέ μου, όλα είναι όπως τα αφήσατε, έμ-
ψυχα και άψυχα», απάντησε και με μια ελαφριά κίνηση του
κεφαλιού έκλεισε σε ένα μειδίαμα όλες τις απαντήσεις που
εκμαίευσε από αυτό ο Δάντης.
Αφού φίλησε την αδερφή και τις κόρες του, απευθύνθηκε
στη σύζυγό του. Κρατούσε ακόμη σφιχτά το χέρι του αγοριού
της.
«Μια χαρά σε βρίσκω, Αρετή. Θα έλεγε κανείς, πως η α-
πουσία μας σε ωφέλησε. Είχες λιγότερες ευθύνες και σκο-
τούρες και αυτό σου έκανε καλό».
«Χαίρομαι για τον ερχομό σας. Αγκαλιάζω και πάλι τον μο-
νάκριβό μου, αυτό είναι όλο», αποκρίθηκε η Αρετή, δαγκώ-
νοντας ελαφρά το κάτω μισοφέγγαρο.
Από την δεύτερη άμαξα, η οποία ήταν ήδη απαλλαγμένη
από τις βαριές χειραποσκευές, κατέβηκαν τρία άτομα.
«Ας τα αφήσουμε αυτά», απάντησε με αδιαφορία εκείνος,
«να σας συστήσω τους νέους μου φίλους και συνταξιδιώτες,
την οικογένεια Σταύρου. Ο κος Αριστόδημος Σταύρου, έμπο-
ρος και μελλοντικός μου συνεργάτης. Η σύζυγός του κα Ελπι-
νίκη και ο υιός τους, Άγγελος, αξιωματικός του ελληνικού
στρατού. Η πατρίδα μας μπορεί να κοιμάται ήσυχη, όταν την
υπερασπίζονται νέοι που επιδεικνύουν ανδρεία και τόλμη
όμοια με την δική του».
Μετά τις γενικές συστάσεις και τα σχετικά χειροφιλήματα,
προχώρησαν στην κυρίως σάλα. Οι επισκέπτες οδηγήθηκαν
21
ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
στους κοιτώνες φιλοξενίας για να ξεκουραστούν και να ετοι-
μαστούν για το δείπνο, που όπως τους ενημέρωσαν, θα
λάμβανε χώρα σε μία ώρα. Σύσσωμη η οικογένεια Δελλή,
πλην των επισκεπτών, κάθισε στο σαλόνι. Τα κορίτσια βομ-
βάρδισαν τον πατέρα και τον αδερφό τους με ερωτήσεις για
τα μέρη και τους ανθρώπους που γνώρισαν.
«Αλήθεια, αδερφέ μου, πώς έγινε η γνωριμία σου με την
οικογένεια Σταύρου»; ρώτησε η Ελένη.
«Μέναμε στην ίδια πανσιόν. Με τον φίλτατο Αριστόδημο,
μας συνέδεσε αμέσως όχι μόνη η κοινή μας καταγωγή, αλλά
και το κοινό μας επάγγελμα. Η σύζυγος και ο γιος του τον
ακολούθησαν στο, διάρκειας τριών εβδομάδων, επαγγελμα-
τικό ταξίδι. Ο Ανδρέας με τον Άγγελο ταίριαξαν αμέσως και,
παρά τα δέκα χρόνια διαφοράς τους, έκαναν στενή παρέα
όσο εμείς αναλωνόμασταν στην εύρεση υφασμάτων και σε
παζάρια για το κλείσιμο φθηνών τιμών αγοράς. Όσο για την
κυρία Ελπινίκη, αφιέρωσε τον χρόνο της όχι μόνο σε επισκέ-
ψεις γκαλερί και μουσείων, αλλά, σαν κλασική γυναίκα, επι-
δόθηκε και σε πολύωρα ψώνια για εκείνην και τους δικούς
της. Η καταγωγή τους είναι από την Πάτρα, όπου και διαμέ-
νουν».
«Πόσες μέρες θα έχουμε την χαρά να τους φιλοξενήσου-
με;»
«Δεν ξέρω ακριβώς, Ελένη μου. Περιμένουμε κάτι υφά-
σματα από συμφωνίες που κλείσαμε στην Μασσαλία για να
τα διακινήσουμε μαζί στην αγορά. Υπολογίζω γύρω στον ε-
νάμιση μήνα, αν όλα πάνε καλά. Έτσι και αλλιώς, ο Άγγελος
πήρε μετάθεση εδώ στην Αθήνα και μιας και είναι μοναχο-
παίδι, η μητέρα του δεν βρίσκει λόγο να γυρίσει πίσω μονα-
χή της».
«Θα φροντίσουμε για την καλύτερη διαμονή τους αγαπητέ
μου», ακούστηκε η Αρετή, με το πρόσωπό της να λάμπει από
χαρά. Ήλπιζε πως όσο διάστημα φιλοξενούσαν την οικογέ-
22
ΕΠΑΙΤΕΣ ΟΝΕΙΡΩΝ
νεια Σταύρου, ο σύζυγος και η κουνιάδα της θα συμπεριφέ-
ρονταν καλύτερα, προκειμένου να μην επηρεάσουν αρνητι-
κά την εύθραυστη ψυχολογία της και υποψιαστούν οι καλε-
σμένοι το μαρτύριό της.
«Νομίζω πως ήρθε η ώρα να ειδοποιήσω την Χρυσάνθη να
στρώσει το τραπέζι. Είναι η μόνη αλλαγή που είχαμε κατά
την διάρκεια του ταξιδιού σας. Η Πηνελόπη δε δύνατο να
εργασθεί άλλο στο σπιτικό μας. Όταν έφυγε, της έδωσα αρ-
κετούς μισθούς σαν δώρο για την προσφορά της αυτά τα
χρόνια. Είμαι σίγουρη πως αν ήσουν εδώ, θα συμφωνούσες.
Όσο για την νέα υπηρέτρια, είναι εργατικό κορίτσι, αλλά α-
φηρημένο. Χρειάζεται ακόμα χρόνο για να μάθει τους χαρα-
κτήρες και τις συνήθειες μας», είπε η Ελένη απευθυνόμενη
στους δύο άντρες.
Σήκωσε το καμπανάκι, που χρησιμοποιούσαν για να κα-
λούν το υπηρετικό προσωπικό. Το έκρουσε τρεις φορές με
έναν ήχο, που σαν ο καθένας ανακαλούσε στην μνήμη του
λίγο καιρό αργότερα, θυμόταν και μια διαφορετική μουσική,
συνυφασμένη με τα αισθήματα που δημιούργησαν τα μελ-
λούμενα.
«Ορίστε, κυρία. Με καλέσατε;»
«Στρώσε αμέσως το τραπέζι, όπως σου υπέδειξα επανει-
λημμένως, αφού βέβαια πρώτα καλωσορίσεις τα αφεντικά
σου», αποκρίθηκε με αυστηρό ύφος η Ελένη.
«Καλώς ήρθατε, αφέντες μου, ελπίζω να είχατε καλό ταξί-
δι. Στην διάθεσή σας για οτιδήποτε χρειαστείτε». Η φωνή της
ακούστηκε σαν ήχος υπόκωφος.
Σήκωσε το πρόσωπό της κοιτώντας τους κατάματα. Δυο
ζευγάρια μάτια άνοιξαν διάπλατα και οι κόρες τους, διεστά-
λησαν από θαυμασμό, λαγνεία και έρωτα.
«Χαίρομαι που εργάζεσαι για εμάς. Θα μιλήσουμε κάποια
στιγμή ιδιαιτέρως για να σου εξηγήσω πώς θέλω να λειτουρ-
γούν τα πράγματα στην οικία μου». Ο Δάντης, χωρίς να χάσει
23
ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
καθόλου χρόνο, την ενημέρωσε έμμεσα για τις προθέσεις
του.
«Όπως επιθυμείτε, αφέντη».
Πώς βρήκε ο πατέρας του την δύναμη, να δώσει μορφή σε
λέξεις, απέναντι σε τέτοια ομορφιά; Ο ίδιος ήταν ανήμπορος
να αντιδράσει, να κινηθεί, ακόμα και να αναπνεύσει. Τι κι αν
φορούσε την ασπρόμαυρη υπηρετική ενδυμασία. Φεγγαρο-
στολισμένη φάνταξε στα μάτια του. Σαν ολόγιομο φεγγάρι,
το στρογγυλεμένο πρόσωπό της. Γόνδολες που σκίζουν τα
κανάλια, τα αμυγδαλόσχημα μάτια της. Η καρδιά του προς
στιγμήν σταμάτησε. Ο ρυθμός που επανέκτησε ήταν γοργός.
Δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο για να καταλάβει. Ο εαυτός του
από εδώ και πέρα της ανήκε. Εκείνη θα όριζε την μοίρα του∙
αυτή η ζωή, αυτή και ο θάνατός του.
Το γεύμα ήταν μια ευνοϊκή στιγμή ώστε να γνωριστούν οι
συνδαιτυμόνες του, βάσει τουλάχιστον των όσων άφηνε ο
καθένας να αποκαλυφθούν. Η ώρα πέρασε χωρίς να το κα-
ταλάβουν, με πολυάριθμες αφηγηματικές εικόνες. Ήταν ό-
μως τόση η κούραση τους, που καλοδέχτηκαν με χαρά τον
Μορφέα, όταν τους έκλεισε περιπαιχτικά το μάτι. Αποχώρη-
σαν με ανταποδιδόμενα καληνυχτίσματα. Δεν πρόλαβε να
φορέσει η Αρετή το νυχτικό της, όταν άκουσε αυτά τα βήμα-
τα, τα τόσο γνώριμα. Θα έδινε τα πάντα για να τα ξεχάσει.
Πίστεψε ότι η ταλαιπωρία του ταξιδιού θα απέτρεπε τον Δά-
ντη από το να χορέψει τον Ινδιάνικο χορό της βροχής στο
κορμί της. Ξεκίνησε εκστασιασμένος μια μυστικιστική λει-
τουργία. Χρειαζόταν για ακόμα μια φορά το αίμα από τα
πληγωμένα σημεία του σώματος, προκειμένου να φανούν οι
πρώτες σταγόνες του. Την έπιασε από τα μαλλιά, της έκλεισε
το στόμα και ο χορός άρχισε…
24
ΕΠΑΙΤΕΣ ΟΝΕΙΡΩΝ
«Πώς σου φάνηκαν οι καλεσμένοι μας, αδερφούλα;» ρώ-
τησε η Ιοκάστη με παιδιάστικη περιέργεια.
«Είναι πολύ συμπαθητικοί και ενδιαφέροντες. Πιθανόν,
μάλιστα, να μας κάνει καλό η παρέα τους αυτό το διάστη-
μα».
«Μόνο αυτό έχεις να πεις, Ελπίδα μου; Για τον υιό Σταύ-
ρου και τον τρόπο που σε κοιτούσε, κανένα ιδιαίτερο σχόλι-
ο;»
«Να μην το ξαναπείς αυτό! Είσαι φαντασμένη και βλέπεις
πράγματα που δεν υπάρχουν. Ο Άγγελος είναι σοβαρό παιδί.
Δεν μου έδωσε κανένα δικαίωμα για να σκεφτώ ότι μου κά-
νει κόρτε».
«Δεν ξέρω κατά πόσο πλανώμαι πλάνην οικτράν», είπε
ειρωνικά η Ιοκάστη, «αλλά είμαι σίγουρη ότι σύντομα θα
σου φανερώσει τις άδηλες ερωτικές του προθέσεις. Καληνύ-
χτα, μελλοντική συμβία του κυρίου Άγγελου Σταύρου».
Το μαξιλάρι προσγειώθηκε κατευθείαν στο πρόσωπό της.
Τα κοριτσίστικα χαχανητά γέμισαν το νεανικό δωμάτιο. Το
ζεύγος Σταύρου βυθίστηκε σε έναν ήρεμο ύπνο, ενώ ο Άγγε-
λος στριφογύριζε μαγεμένος. Ήταν σίγουρος ότι ονειρευόταν
όταν έβλεπε να φέγγει στο μισοσκόταδο η μορφή της Ελπί-
δας. Ωστόσο, έπαιρνε όρκο, ότι τα βλέφαρά του δεν έκλει-
σαν ούτε για ένα λεπτό. Ομοίως, ο φίλος του καιγόταν από
την ίδια φλόγα στη σκέψη της Χρυσάνθης. Κλωθογύριζε σαν
αρσενικό που ψάχνει απεγνωσμένα τον τρόπο να προσελκύ-
σει ερωτικά το ταίρι του. Τους χώριζαν πολλά και αυτό τον
τρόμαζε, μα δεν τον σταματούσε.
25
ΙΙ
Τ ο επόμενο απόγεμα, μια ευχάριστη έκπληξη περίμενε
τα κορίτσια. Ήταν καθισμένες στην βεράντα, με θέα
την Ακρόπολη. Συζητούσαν για τους νέους φίλους και
τους χαρακτήρες που ανακάλυπταν σιγά σιγά. Εμφανίστηκε
τότε ο Άγγελος με την επιβλητική στολή του αξιωματικού,
κρατώντας σφιχτά ένα βιβλίο. Γονάτισε μπροστά στην Ελπί-
δα και την κοίταξε με λαχτάρα.
«Μπορώ να σας διαβάσω ένα ποίημα; Μη μου το αρνη-
θείτε, παρακαλώ∙ όλο το βράδυ, έψαχνα απελπισμένα το
κουράγιο για να το κάνω».
«Τόσο εγώ, όσο και η Ιοκάστη δεχόμαστε μετά χαράς τη
μοναδική αυτή ευκαιρία ψυχαγωγίας»
«Ξεκινήστε, τι περιμένετε; Αδημονώ να ακούσω το ποίημα
που έχετε για εμάς. Μη μου πείτε ότι στερέψατε από τόλμη,
αντικρίζοντας τα μάτια της Ελπίδας μας!»
«Έχετε δίκιο, δεν ξέρω τι μου συμβαίνει. Καθυστερώ χωρίς
προφανή λόγο. Νιώθω σαν σχολιαρόπαιδο. Του Βηλαρά εί-
ναι το ποίημα, του Ιωάννη Βηλαρά, αν γνωρίζετε».
«Μα φυσικά, σας ακούμε», συνέχισε η Ιοκάστη περιπαίζο-
ντάς τον.
«Η γλυκυτάτη Άνοιξη με τα άνθια στολισμένη, ροδοστεφα-
νωμένη τη γη γλυκοτηράει
κι η γη τη χλόη εντύνεται, τα δάση της ισκιώνουν, τα κρύα
χιόνια λιώνουν, ο ουρανός γελάει
Τα λουλουδάκια βάφουνται, τα πλάγια χρωματίζουν κι ηδο-
νικές φωτίζουν, οι δροσερές αυγές
Στ΄αγκαθερό τριαντάφυλλο, γλυκολαλάει τ΄αηδόνι, κάθε ψυ-
χή ευφραίνεται την άνοιξη γιορτάζει, ο Θίρσης σκυθρωπάζει
στη γενική χαρά, ωραία Δάφνη πρόβαλε να την αποστολίσεις
και τότες είναι ο Θίρσης, ο πλέον ευτυχής».
Έκλεισε το βιβλίο και σήκωσε αποφασιστικά το κεφάλι
ψηλά, στον θρόνο που καθόταν η Ελπίδα, εκεί που την το-
ποθέτησε με τη φαντασία του από την προηγούμενη μέρα,
από το πρώτο κιόλας λεπτό της γνωριμίας τους.
«Θα ήμουν ο πλέον ευτυχής, δεσποινίς Ελπίδα, ευτυχέ-
στερος ίσως και από τον ίδιο τον Θίρση, αν αύριο το από-
γευμα δεχόσασταν να περπατήσουμε παρέα κάτω από τον
αθηναϊκό ουρανό».
Η Ελπίδα κοίταξε αμήχανη την αδερφή της. Στην προσπά-
θεια να πνίξει τα γέλια που της προκαλούσε η όλη σκηνή,
κοκκίνισε σαν παπαρούνα του αγρού. Ξεχώρισε το νεύμα
προτροπής της Ιοκάστης να δεχτεί την πρόσκληση και έλου-
σε τον Άγγελο με μια δροσοσταλίδα ευτυχίας.
«Μετά χαράς, επιτρέψτε μου όμως να λάβω την άδεια του
πατέρα. Ξέρω πόσο σας εκτιμά και ίσως είναι περιττό να του
το ζητήσω. Δεν θέλω όμως να κάνω κάτι εν αγνοία του, έστω
και αν αυτό είναι ένας περίπατος μαζί σας».
«Δεν χρειάζεται να μπείτε στον κόπο δεσποινίς. Έχω ήδη
την έγκριση του πατρός σας. Δεν θα αυθαιρετούσα ποτέ, έ-
στω και αν η λογική μου τις τελευταίες ώρες έχει αποδρά-
σει», ανταπάντησε ο Άγγελος.
Σηκώθηκε απότομα και έφυγε με φανερή νευρικότητα.
«Είδες, λοιπόν, αδερφούλα πως είχα δίκιο; Ο Άγγελος εί-
ναι ερωτευμένος μαζί σου. Πολύ σύντομα θα βρίσκεσαι επι-
σήμως στο πλευρό του. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Υπήρ-
ξα μάρτυρας της πρώτης του ερωτικής εξομολόγησης προς
την ωραία Ελπίδα. Ο δύστυχος, έτρεμε από αγωνία ή μήπως
από αγάπη;»
Αυτή τη φορά, η Ελπίδα δεν έσπευσε να αποκρούσει τις
υποψίες της αδερφής της, παρά σηκώθηκε από την πλεχτή
μπαμπού πολυθρόνα, ακούμπησε τα χέρια της στο μαρμάρι-
νο μπαλκόνι και ατένισε το μέλλον.
«Ξέρεις, αδερφέ μου, σκέφτηκα να επισκεφθούμε τα πε-
θερικά σου το απόγευμα, για να γνωρίσουν τους καλεσμέ-
νους μας. Η κυρία Ελπινίκη έχει μια μικρή ενόχληση στο στο-
μάχι της και θα ήταν καλό να την εξετάσει ο πεθερός σου.
Τους το πρότεινα και δέχτηκαν με χαρά. Ενημέρωσα και την
Αρετή, ώστε να ετοιμαστεί. Θα έρθουν και τα παιδιά μαζί
μας, εκτός φυσικά από την Ελπίδα. Όπως γνωρίζεις, θα βγει
περίπατο με τον Άγγελο. Τι λες, να ξεκινήσουμε γύρω στις
τρεις; Μην ξεχνάς ότι χρειαζόμαστε παραπάνω από ώρα για
να φτάσουμε».
«Η ιδέα σου είναι εξαιρετική, Ελένη μου. Παρόλα αυτά,
δεν μπορώ να έρθω. Υπάρχουν κάποιες ενδιαφέρουσες προ-
τάσεις να μελετήσω. Το σπίτι θα είναι άδειο∙ αυτή είναι μιας
πρώτης τάξεως ευκαιρία για εμένα να δουλέψω ανενόχλη-
τος. Πηγαίνετε εσείς. Έχουν καιρό να δουν τα παιδιά τον
παππού και την γιαγιά τους∙ θα χαρούν κι εκείνοι».
«Σκέφτηκα, επίσης, όσο διάστημα θα έχουμε στο σπίτι μας
την οικογένεια Σταύρου, να παραθέσουμε μια δεξίωση προς
τιμήν τους».
«Το σκέφτηκα και εγώ, σκόπευα να σου το πω μια από αυ-
τές τις μέρες. Θα ασχοληθούμε όμως αργότερα με αυτό. Μια
πιθανή ημερομηνία, πάντως, είναι τον Δεκαπενταύγουστο,
για να γιορτάσουμε συγχρόνως και τα γενέθλια της Ιοκάστης.
Κλείνει τα δεκαέξι και μια γιορτή με συγγενείς και φίλους θα
την χαροποιούσε ιδιαίτερα».
Η Ελένη βγήκε από το σαλόνι και άφησε τον Δάντη μόνο
με τις μειλίχιες σκέψεις του. Μόνο που οι σκέψεις αυτές α-
φορούσαν, έναν προς έναν, όλους τους κατοίκους του αρχο-
ντικού.
Αμέσως μετά το μεσημεριανό φαγητό, ετοιμάστηκαν και
αναχώρησαν για την περιοχή του Παλαιού Φαλήρου, όπου
βρισκόταν το πατρικό της Αρετής. Σκόπευαν να γυρίσουν το
βράδυ, γύρω στις εννέα. Οι οδηγίες που δόθηκαν στην Χρυ-
σάνθη αφορούσαν τις ετοιμασίες για το δείπνο της επιστρο-
φής. Ο Δάντης κλείστηκε στο γραφείο του, ενώ ο Άγγελος
περίμενε την Ελπίδα να ετοιμαστεί. Πήγαινε πέρα δώθε,
χτυπούσε ρυθμικά την παλάμη στο πηλίκιό του. Ένιωθε σαν
να περίμενε χρόνια κάτω από αυτά τα σκαλοπάτια, μόνο και
μόνο για να εμφανιστεί αυτό το σαγηνευτικό πλάσμα. Η Ελ-
πίδα του ανταπέδωσε το χαμόγελο, που χωρίς επίγνωση
σχηματίστηκε στο πρόσωπό του και βγήκαν έξω από το σπίτι.
Της παρέτεινε το μπράτσο του. Παρόλο που στιγμιαία εκείνη
δείλιασε, πέρασε γύρω το χέρι της και κίνησαν για τον πρώτο
κοινό περίπατο στη ζωή.
«Σας αρέσει τόσο πολύ ο στρατός, ώστε να αφιερωθείτε
σε αυτόν;» ρώτησε αυθόρμητα η Ελπίδα.
«Δεν ήταν θέμα επιλογής. Για εμένα, η αφοσίωση στην
πατρίδα και τα ιδανικά του έθνους είναι μονόδρομος. Δεν
βρίσκω κανένα απολύτως ενδιαφέρον στο εμπόριο, στα πα-
ζάρια, στις αγοραπωλησίες και στα ταξίδια με σκοπό το κέρ-
δος. Όταν φοράω τη στολή, θωρακίζομαι από τους φόβους
μου. Είναι τόσο έντονο το μέλημά μου να προστατεύω τους
άλλους και κατ’ επέκταση τους συμπατριώτες μου, που η
αίσθηση του θανάτου δεν μπορεί να με αποτρέψει, όποιο
τίμημα και αν έχει αυτό. Ίσως με θεωρήσετε πολεμοχαρή, δε
θέλω όμως ούτε για μια στιγμή να σας περάσει από το μυα-
λό κάτι τέτοιο. Είμαι υπέρμαχος της ομαλότητας, αρκεί να
μην απειλείται η ηρεμία και η ασφάλεια του τόπου μου».
«Προς Θεού, δε θα σκεφτόμουν ποτέ κάτι τέτοιο. Απενα-
ντίας, νιώθω έναν μικρό θαυμασμό για το θάρρος που επι-
δεικνύουν τα λεγόμενά σας. Πώς σας φαίνεται η Αθήνα;»
«Αναμφισβήτητα, είναι πολύ όμορφη∙ δε σας κρύβω όμως
πως και η χειρότερη πόλη του κόσμου να ήταν, για εμένα θα
φάνταζε μαγική, μόνο και μόνο επειδή ζείτε εσείς σε αυτήν.
Μην κρύβετε το πρόσωπό σας, παρακαλώ. Δεν υπάρχει ίχνος
πρόθεσης εκ μέρους μου να σας φέρω σε δύσκολη θέση. Ε-
μείς, οι στρατιωτικοί, φαίνεται, έχουμε μάθει να μιλάμε χω-
ρίς υπεκφυγές».
«Το καταλαβαίνω, αλλά δεν είμαι συνηθισμένη σε τέτοιου
είδους εξομολογήσεις. Ίσως να μην δεχόμουν να βγω μαζί
σας, αν γνώριζα τις προθέσεις σας».
«Με κάνετε τόσο δυστυχή με αυτή σας τη στάση. Θα προ-
σπαθήσω να αντιστρέψω το κλίμα, αλλάζοντας συζήτηση. Ο
Ανδρέας μου έχει πει πόσο δεμένα αδέλφια είστε. Πραγμα-
τικά, σας ζηλεύω. Σαν μοναχοπαίδι, αυτό ήταν πάντα το με-
γάλο μου παράπονο∙ δεν έχω έναν αδελφό ή μια αδελφή για
να πολλαπλασιάσω τις χαρές και να διαιρέσω τις λύπες μου.
Ακόμα και τα συναισθήματα αγάπης προς το πρόσωπό σας,
θα έκαιγαν λιγότερο την καρδιά μου, αν μπορούσα να τα
μοιραστώ με κάποιον τόσο δικό μου».
«Πράγματι, κύριε Άγγελε, αλλάξατε όντως κουβέντα, αλλά
μόνο για μερικά δευτερόλεπτα. Είναι κάποιου είδους τακτική
που σας μαθαίνουν στο στράτευμα;» ρώτησε με σοβαρό
ύφος και αμέσως άρχισε να γελά.
Σαν διέκρινε τα σχηματισμένα λακκάκια του χαμόγελού
της και ένιωσε το σώμα της να πάλλεται δίπλα στο δικό του,
το πρόσωπό της φάνταξε αγγελόμορφο. Σταμάτησε το βήμα
του, έσφιξε τα χέρια της πάνω στο στήθος του και ταξιδεύο-
ντας μέσα στα μαβιά της μάτια που τον κοιτούσαν με απορί-
α, της είπε:
«Δεσποινίς Ελπίδα, μη σας φοβίζουν τα λόγια μου. Είστε η
μοναδική κλειδοκράτορας της καρδιάς μου. Είμαι απολύτως
σίγουρος πως δεν επιθυμώ καμία άλλη γυναίκα στο πλευρό
μου, εκτός από εσάς. Θέλετε να με παντρευτείτε; Θα μπο-
ρούσα να πέσω γονυπετής μπροστά στον κόσμο που μας
προσπερνά, προκειμένου να σας πείσω».
«Σηκωθείτε, γινόμαστε θέαμα. Παρακαλώ να δείξετε ε-
γκαρτέρηση και να μου δώσετε χρόνο να το σκεφτώ. Μια
παράκληση ακόμα. Μην αναφέρετε τίποτα στον πατέρα μου,
μέχρι να λάβετε την απάντησή μου».
«Υπόσχομαι να επιδείξω ιώβειο υπομονή, αρκεί να μου
πείτε πως έχω έστω και μια αχνή ελπίδα».
«Ας είναι, δεν θέλω να επιτείνω για πολύ το μαρτύριό σας.
Σκοπεύω να σας απαντήσω σε τρεις ημέρες. Μέχρι τότε, να
μην γίνει η παραμικρή αναφορά σε αυτό το θέμα, σας το ζη-
τώ σαν χάρη».
«Έχετε τον λόγο της αντρικής μου τιμής», ορκίστηκε ο Άγ-
γελος.
Την έπιασε πάλι από το μπράτσο. Συνέχισαν να περπατούν
με τον ίδιο ακριβώς ρυθμό, όπως όταν βγήκαν από το αρχο-
ντικό. Σαν να μη μεσολάβησε η ωδή αγάπης που της απήγ-
γειλε από τα βάθη της καρδιάς του. Μόνο το παιχνιδιάρικο
θρόισμα των φύλλων του έδωσε την ελπίδα πως, ίσως, ο έ-
ρωτας να έριχνε τα βέλη του και σε εκείνην. Προσευχήθηκε
μόνο να βρει γρήγορα τον στόχο.
Στο μεταξύ, στο αρχοντικό της οικογένειας, η κυρά Θεανώ
η μαγείρισσα ετοίμαζε πυρετωδώς το δείπνο. Για πρώτο πιά-
το, θα γεύονταν λαχανόσουπα με διαφόρων ειδών λαχανικά
και πίτα με σπανάκι και τσουκνίδα. Το κυρίως γεύμα αποτε-
λείτο από πάπια μαριναρισμένη με μέλι, κόκκινο κρασί και
θυμάρι. Το επιδόρπιο, χαλβάς πολίτικος με καρύδια και για-
ούρτι περιχυμένο με γλυκό βύσσινο.
«Πώς θα τα φάνε όλα αυτά βραδιάτικα; Θα σκάσουν. Αλλά
έτσι είναι η αριστοκρατία. Έχει μεγάλο πορτοφόλι και μεγά-
λο στομάχι», μονολόγησε.
Ήταν άριστη στη δουλειά της και δεν την πίεζε ο χρόνος.
Ήξερε πως με τον σωστό προγραμματισμό, τα εδέσματα θα
ήταν έτοιμα στην ώρα τους. Ήταν όμως αγχωμένη για το
γευστικό αποτέλεσμα. Ήθελε να λάβει τα εύσημα από την
Ελένη. Δεκαοχτώ χρόνια δούλευε σε αυτό το σπίτι και όμως,
λίγες φορές η στριμμένη κυρά της παίνεψε τα φαγητά της.
Ο Δάντης τακτοποιούσε τους λογαριασμούς. Η Χρυσάνθη
ξεσκόνιζε προσεχτικά τα έπιπλα, ώστε να μην κάνει θόρυβο
και τον ενοχλήσει. Μετά από αυτό, σφουγγάρισε το πάτωμα
στα γόνατα. Ύστερα, θα πλενόταν, θα έβαζε την καλή στολή
και θα έστρωνε το τραπέζι. Έτριβε μανιωδώς το σανίδι του
σαλονιού, όταν συνειδητοποίησε πως κόλλησε στο ίδιο α-
κριβώς σημείο. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό που την αποσυντόνιζε
και την έκανε να νιώθει έτσι παράξενα, ώσπου άκουσε την
φωνή του αφεντικού της.
«Σε παρακολουθώ εδώ και μερικά λεπτά, μα δεν ήθελα να
σε διακόψω. Νομίζω, όμως, πως είναι η κατάλληλη στιγμή.
Τώρα που λείπουν οι υπόλοιποι και έχεις χρόνο μέχρι την
επιστροφή τους, ας συζητήσουμε μερικά πράγματα. Μόλις
τελειώσεις αυτά που κάνεις, έλα στο γραφείο μου», πρόσθε-
σε με σοβαρότητα.
«Μάλιστα, κύριε, δε θα αργήσω».
Αφού τελείωσε με τις υποχρεώσεις της, φρόντισε επιμε-
λώς την εμφάνισή της. Χτύπησε την πόρτα και εμφανίστηκε
μπροστά στον Δάντη. Στάθηκε αμίλητη, περιμένοντας να α-
κούσει αυτά που είχε να της πει. Την κοίταζε επίμονα για
αρκετή ώρα, χαρτογραφώντας με την φαντασία του σπιθαμή
προς σπιθαμή τα απόκρυφα μέρη του κορμιού της, από τα
μαύρα της μαλλιά, μέχρι τις καλά κρυμμένες μέσα στην μα-
κριά φούστα γάμπες της. Αυτή η απροκάλυπτη εξερεύνηση
την έκανε να αισθανθεί άβολα. Ένιωσε τις πρώτες σταλαγμα-
τιές ιδρώτα να λιμνάζουν στη λακκούβα του λαιμού της.
«Το διάστημα που φιλοξενούμε τους φίλους μου, ξέρω ότι
ο χρόνος σου είναι περιορισμένος και για αυτό δεν είμαι ι-
διαίτερα απαιτητικός. Θέλω να πιστεύω πως δεν σε πιέζω,
κάνω λάθος;»
«Όχι, κύριε, αλίμονο∙ δεν έχω κανένα παράπονο. Σέβεστε
την πίεση που έχω για να περιποιηθώ τόσους ανθρώπους
και δε με κουράζετε περισσότερο. Όπως και να έχει όμως,
εγώ πρώτα θέλω να φροντίζω για την δική σας εξυπηρέτη-
ση», του αποκρίθηκε με προθυμία.
«Χαίρομαι που το ακούω αυτό. Μιλάμε λοιπόν εκ νέου σε
ένα μήνα περίπου, όταν φύγει η οικογένεια Σταύρου. Όποιο
πρόβλημα αντιμετωπίσεις, να απευθυνθείς σε εμένα. Μπο-
ρείς να βασίζεσαι πάνω μου», και κοιτώντας την λάγνα, συ-
νέχισε. «Αρκεί, βέβαια, και εσύ να μη μου χαλάς κανένα χα-
τίρι».
Έκανε μια κίνηση για να την πλησιάσει. Το αίμα της πάγω-
σε μονομιάς.
Εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε η σωτήρια φωνή της Θεανώς.
«Χρυσάνθη, έλα, σε παρακαλώ! Σε χρειάζομαι για να τε-
λειώσουμε τον χαλβά. Θέλω να μου ρίξεις το σιρόπι».
«Φεύγω, κύριε, με χρειάζεται η μαγείρισσα», είπε βιαστι-
κά.
Έπιασε την φούστα της και έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπο-
ρούσε, όσο πιο μακριά γινόταν από εκείνο το δωμάτιο. Αυτή
τη φορά, σκέφτηκε πως γλίτωσε. Τι θα γινόταν όμως την ε-
πόμενη, που δε θα βρισκόταν κάποιος για να τη σώσει; Μέ-
χρι τώρα, πίστευε πως το μόνο μελανό σημείο στο αρχοντικό
που δούλευε, ήταν η Ελένη. Τα δύσκολα, όμως, τώρα ξεκι-
νούσαν για την αθώα και απροστάτευτη Κεφαλλονίτισσα.
Λίγο πριν τις εννέα, γύρισαν και οι υπόλοιποι από την εκ-
δρομή στο Παλαιό Φάληρο. Η Ελπίδα και ο Άγγελος επέ-
στρεψαν νωρίτερα από τους άλλους. Ήταν λιγομίλητοι, κάτι
που δεν πέρασε απαρατήρητο από τον Δάντη, που αν και η
διάθεσή τους τον προβλημάτισε, δε θέλησε να τους φέρει σε
δύσκολη θέση. Κάθισαν στο τραπέζι για να απολαύσουν το
ομολογουμένως θεσπέσιο δείπνο της Θεανώς. Ήρθε η ώρα
για το γλυκό. Όταν η Χρυσάνθη έφτασε στον Δάντη, τα δά-
χτυλά του ακούμπησαν στα πεταχτά τα δικά της. Από την
ταραχή τής έφυγε η πιατέλα με τον χαλβά από τα χέρια και
έπεσε στο πάτωμα, αφού πρώτα μια γενναία ποσότητα
προσγειώθηκε στον καβάλο του. Τι ντροπή! Ήθελε να ανοίξει
η γη να την καταπιεί.
«Ανόητη, δεν είσαι άξια ούτε το επιδόρπιο να σερβίρεις»,
ακούστηκε έξω φρενών η Ελένη.
Το ζεύγος Σταύρου αλληλοκοιτάχτηκε με νόημα. Ο Ανδρέ-
ας σηκώθηκε για να τη βοηθήσει να μαζέψει τα γυαλιά.
«Δεν πειράζει, μην το μαλώνεις το κορίτσι. Θα με σκουπί-
σει, θα πάω να αλλάξω και θα καθαρίσει το πάτωμα. Δεν
έγινε δα και κάτι τραγικό. Ελπίζω μόνο να υπάρχει και άλλο
γλυκό», αποκρίθηκε με ήρεμη φωνή ο Δάντης.
Η Χρυσάνθη κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια για να μην
κλάψει. Άρχισε να καθαρίζει το παντελόνι του αφεντικού
της, ενώ για όποιον το παρατήρησε, στο πρόσωπο του Δά-
ντη, σχηματίστηκε ένα αίσθημα απόλυτης ικανοποίησης. Το
σίγουρο είναι ότι αυτό υπέπεσε στην αντίληψη της Αρετής,
που πρόσεξε και νωρίτερα με την άκρη του ματιού της το
φευγαλέο άγγιγμα στο χέρι.
Το δείπνο τέλειωσε σε κλίμα έντασης λόγω του ατυχούς
συμβάντος. Όλοι αποσύρθηκαν ανόρεχτοι για τον βραδινό
τους ύπνο. Η Αρετή ζήτησε από την Χρυσάνθη να τη βοηθή-
σει να ξεντυθεί και να της χτενίσει τα μαλλιά. Το χέρι της μι-
κρής έτρεμε καθώς βούρτσιζε τα κυματιστά λιβάδια της κυ-
ράς της, ίσως από φόβο, ίσως από ενοχές, ίσως και από έν-
στικτο.
«Ξέρεις, Χρυσάνθη μου, πόσο σε συμπαθώ. Σε αγκάλιασα
από την πρώτη μέρα που ήρθες. Καταλαβαίνω επίσης πόσο
δύσκολο είναι να είσαι στην δούλεψη της κουνιάδας μου και
σε συμπονώ για αυτό».
«Σας είμαι υπόχρεη, κυρία, χωρίς εσάς δεν ξέρω αν θα ά-
ντεχα». Έσκυψε και της φίλησε τα χέρια, ενώ δάκρυα άρχι-
σαν να τρέχουν ασταμάτητα από τα μάτια της.
«Αν τα σημάδια κλαυθμού που καταλήγουν αυτή τη στιγ-
μή στη ρόμπα μου, σε κάνουν να νιώθεις καλύτερα, ας είναι.
Άφησε με όμως να σου δώσω μια συμβουλή, όπως θα έδινα
και στα κορίτσια μου, σαν να ήμουν μητέρα σου».
Στο άκουσμα αυτής της λέξης, οι λυγμοί της Χρυσάνθης,
έγιναν χείμαρροι. Οσμίστηκε για λίγο την μυρωδιά της μάνας
της και η φωνή της Αρετής πήρε την χροιά εκείνης.
«Δυστυχώς», συνέχισε η Αρετή, «πάντα υπάρχουν κάποιοι,
που θέλουν να στηλιτεύσουν τη χαμένη μας αθωότητα και
θα προσπαθήσουν να μας ξεγελάσουν με λίγα ψίχουλα συ-
ναισθήματος. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να το πετύχουν.
Ακόμα και αν βεβηλώσουν το σώμα μας, επιβάλλεται να
κρατήσουμε ανέπαφη την ψυχή μας. Ίσως να μην τα κατα-
φέρουμε, τουλάχιστον θα έχουμε προσπαθήσει».
Η Χρυσάνθη δεν ήθελε να σηκωθεί από την αγκαλιά της
κυράς της. Μόνο έκλαιγε γοερά. Ήξερε ότι η Αρετή κατέλαβε
τι συνέβη στο δείπνο και αφέθηκε στα μητρικά της χάδια όλο
ευγνωμοσύνη.
ΙΙΙ
Τ ρεις μέρες πέρασαν, σύμφωνα τουλάχιστον με το
ημερολόγιο, αν και στον Άγγελο φάνηκαν αιώνας.
Ήξερε πως από στιγμή σε στιγμή, η Ελπίδα θα τον
ενημέρωνε για την απόφασή της. Περίμενε με στωικότητα
ένα της νεύμα, μία της κίνηση και αυτή δεν άργησε να έρθει.
Βρήκε πάνω στο κομοδίνο του ένα σημείωμα γραμμένο από
εκείνη. Του ζητούσε να συναντηθούν στις εφτά ακριβώς, στο
πίσω κηπάριο του σπιτιού, στο παγκάκι δίπλα από την ά-
σπρη τριανταφυλλιά. Το προηγούμενο βράδυ, η Ελπίδα απο-
κάλυψε στην αδελφή της την πρόταση γάμου του Άγγελου
και όσα ειπώθηκαν μεταξύ τους στον περίπατο που έκαναν.
Η εξέλιξη αυτή δεν φάνηκε διόλου να εκπλήσσει την Ιοκά-
στη, μολονότι δεν την περίμενε τόσο γρήγορα.
ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
«Τι αποφάσισες Ελπίδα μου, θα τον παντρευτείς;»
«Ναι, το σκέφτηκα καλά και θα δεχτώ την πρότασή του».
«Πώς είπες; Μα τον ξέρεις ελάχιστα. Πώς παίρνεις μια τό-
σο σοβαρή απόφαση! Τον αγαπάς;»
«Όχι, είμαι όμως σίγουρη πως θα τον αγαπήσω στο μέλ-
λον», της απάντησε αποφασιστικά η Ελπίδα.
«Πώς θα γίνει αυτό; Δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτήν σου
την αποδοχή. Χτυπάει η καρδιά σου δυνατά όταν τον βλέ-
πεις; Ανοίγουν οι ουρανοί, όταν ανταμώνονται τα βλέμματα
σας; Πώς λοιπόν θα περάσεις το υπόλοιπο της ζωής σου, κε-
νή από τέτοια συναισθήματα»;
«Αυτό που μου περιγράφεις, Ιοκάστη, δεν είναι αγάπη∙
είναι έρωτας. Μπορεί να μη μου συμβαίνουν αυτά που περι-
γράφεις, ξέρω, όμως, πως όταν τον κοιτώ, αντικρίζω έναν
καλό, ευγενή και έντιμο άντρα. Έχει όμορφο παρουσιαστικό,
μα το κυριότερο, μου εμπνέει ασφάλεια. Όταν λέει πως με
αγαπά και πως θα προσπαθήσει να με κάνει ευτυχισμένη,
τον πιστεύω. Για εμένα αυτό που κάνει πετυχημένο έναν γά-
μο, δεν είναι μόνο η μετουσίωση του έρωτα σε αγάπη, αλλά
το αντίστροφο. Δεν σου κρύβω πως, όταν φώλιασε τα χέρια
μου στο στέρνο του, οι χτύποι της καρδιάς του μου φάνηκαν
οικείοι. Δεν θα αντιδρούσα, ακόμα και αν εκείνη τη στιγμή
με αγκάλιαζε. Το ένστικτό μου λέει πως δε θα μετανιώσω αν
ντυθώ νύφη στο πλευρό του. Όλα τα άλλα θα έρθουν σιγά
σιγά και όταν με τη βοήθεια του Θεού γίνουμε γονείς, είμαι
σίγουρη ότι θα ολοκληρωθεί η ευτυχία μας. Ήδη, τις ώρες
που λείπει από το σπίτι, τον αποζητώ και προσμένω τον γυ-
ρισμό του».
«Μα τότε να ζήσετε, η ώρα η καλή», αναφώνησε χαρού-
μενη η Ιοκάστη και αγκάλιασε συγκινημένη την αδερφή της.
40
ΕΠΑΙΤΕΣ ΟΝΕΙΡΩΝ
Ο Άγγελος έβγαλε το ρολόι με τη χρυσή αλυσίδα που κρε-
μόταν από το θηλύκι του παντελονιού του και το κοίταξε για
πολλοστή φορά. Ήταν εφτά ακριβώς και κανένα δευτερόλε-
πτο. Δεν πρόλαβε ακόμα να σκεφτεί ότι η αντίστροφη μέ-
τρηση ξεκινούσε, όταν διέκρινε την Ελπίδα να ξεπροβάλλει
από την γωνία του σπιτιού. Προσπάθησε να μαντέψει τη
διάθεσή της, μα δεν τα κατάφερε. Του φάνηκε ανέκφραστη.
Δεν κάθισε δίπλα του, παρά στάθηκε μπροστά και ζήτησε να
την ακούσει με προσοχή. Δεν τόλμησε να τη ρωτήσει το για-
τί. Του το ζητούσε εκείνη και αυτό ήταν αρκετό για να το κά-
νει.
«Κύριε Άγγελε, επιθυμώ να γνωρίζετε, πως δεν υπήρξε ού-
τε λεπτό αυτές τις μέρες που να απασχόλησε την σκέψη μου
οτιδήποτε άλλο, εκτός από την πρότασή σας. Παρόλα αυτά,
είναι μια δύσκολη απόφαση για τον καθένα που επιθυμεί να
κάνει ένα τόσο μεγάλο βήμα στη ζωή του. Μόνο το μέλλον
θα δείξει, αν η οποιαδήποτε επιλογή ήταν η σωστή».
«Δε θα διαφωνήσω, δεσποινίς Ελπίδα, με όσα λέτε. Σας
διαβεβαιώνω, όμως, πως η πρόταση μου δεν έγινε υπό το
παραλήρημα ενός ερωτικού ενθουσιασμού, αλλά με μοναδι-
κό κίνητρο την αληθινή αγάπη».
«Αν και η προσέγγισή σας με έκανε να το διαισθανθώ αυ-
τό, συγχωρέστε με, αλλά δεν μπορώ να δεχτώ την πρότασή
σας», απάντησε αποφεύγοντας το βλέμμα του.
Παρέλυσαν τα άκρα του στο άκουσμα αυτής της απάντη-
σης. Χωρίς να σκεφτεί κατά πόσο τον εξέθετε αυτό που έκα-
νε, κάθισε ή μάλλον σωριάστηκε στο παγκάκι. Κρέμασε τους
ώμους και έπιασε σκυφτός το κεφάλι με τα δυο του χέρια.
Έτσι όμως, δεν μπόρεσε να δει το πρόσωπό της που χαμογε-
λούσε.
«Δεν τελείωσα, κύριε Άγγελε. Πιθανόν να υποχρεούμαι να
δεχτώ την πρότασή σας, είτε γιατί μου το επιβάλλει η γνωρι-
μία και η επαγγελματική συνεργασία των γονιών μας, είτε
41
ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
γιατί συναινεί σε κάτι τέτοιο η φιλία σας με τον αδερφό μου.
Εντούτοις, θα σας παντρευτώ γιατί έτσι με προστάζει η καρ-
διά και το μυαλό μου, γιατί νιώθω πως κοντά σας θα βρω
την ευτυχία, γιατί αγαλλιάζει η ψυχή μου μόλις σας αντικρί-
ζω».
Ο Άγγελος δεν ήξερε αν τα λόγια που άκουσε δραπέτευσαν
από το στόμα της Ελπίδας ή αν ο χρόνος σταμάτησε λίγα λε-
πτά νωρίτερα και η φαντασία του πλάνευε τη μη αποδεκτή
πραγματικότητα. Ήταν σίγουρος όμως ότι ένιωσε ένα άγγιγ-
μα στους ώμους.
«Άγγελε, δεν έχεις να πεις τίποτα για όλα αυτά;»
Της αποκρίθηκε με μια απότομη κίνηση. Την αγκάλιασε
από την μέση και την σήκωσε ψηλά. Άρχισαν να στροβιλίζο-
νται σαν τις μέλισσες που αναζητούν τη γύρη και πλαισιώ-
νουν τα λουλούδια παιχνιδιάρικα. Μόλις άρχισε να νιώθει
μια μεθυστική ζάλη, την άφησε στο έδαφος. Έκλεισε στις
χούφτες του το πολυπόθητο πρόσωπό της και την φίλησε
απαλά στα χείλη και την ξαναφίλησε και αν κάποιος παρα-
τηρούσε από πολύ ψηλά, μπορούσε να δει έναν μικρό φτε-
ρωτό θεό που έφευγε από το αρχοντικό ευχαριστημένος,
μιας και το βέλος του διαπέρασε δυο καρδιές που στο εξής
θα ήταν μία.
Μπήκαν μαζί στο σαλόνι. Τα μέλη των δυο οικογενειών,
βρίσκονταν εκεί. Είχαν μια έξαψη στα ροδοκόκκινα μάγουλα
τους. Αυτό έκανε τους πάντες να τους κοιτάξουν απορημέ-
νοι. Τον λόγο πήρε πρώτα ο Άγγελος.
«Κύριε Δελλή, μπορώ να σας μιλήσω ιδιαιτέρως;»
Ο Δάντης έγνεψε καταφατικά και τον οδήγησε στο γρα-
φείο του, όπου παρέμειναν για λίγα λεπτά.
«Τι συμβαίνει, Ελπίδα;» ρώτησε η Ελένη με ανήσυχο ύφος.
42
ΕΠΑΙΤΕΣ ΟΝΕΙΡΩΝ
«Μην ανησυχείτε, Θεία μου. Θα μάθετε σε λίγο».
Βγήκαν από το γραφείο χαμογελαστοί, σχεδόν αγκαλια-
σμένοι.
«Αγαπημένοι μου συγγενείς και φίλοι, θέλω να μοιραστώ
μαζί σας την ιδιαίτερη χαρά μου. Είμαι σίγουρος ότι σε λίγο
θα είναι και δική σας. Ο Άγγελος, ο λαμπρός αυτός νέος, προ
ολίγων λεπτών, ζήτησε την μεγάλη θυγατέρα μου Ελπίδα εις
γάμο. Φυσικά δέχτηκα με χαρά», ανακοίνωσε ο Δάντης με
συγκίνηση.
Άρχισαν όλοι περιχαρείς να αγκαλιάζουν και να φιλούν το
μελλοντικό ζευγάρι.
«Μα, αυτό είναι θαυμάσιο», αναφώνησε ο Αριστόδημος
και αντάλλαξε μια θερμή χειραψία με τον Δάντη.
Αυτή η κίνηση φάνηκε στην Αρετή σαν το κλείσιμο μιας
επιτυχημένης εμπορικής συμφωνίας. Λίγο όμως την ενδιέ-
φερε ποιοι ήταν οι πραγματικοί λόγοι που η ανακοίνωση του
γάμου των παιδιών έκανε τους δυο συνεργάτες τόσο χαρού-
μενους. Έβλεπε το κορίτσι της ευτυχισμένο και αυτό είχε ση-
μασία. Αναπάντεχα, θυμήθηκε τον εαυτό της τις πρώτες μέ-
ρες του αρραβώνα της με τον Δάντη. Τότε, νόμιζε πως η ζωή
ήταν ευνοϊκή μαζί της∙ η ψεύτρα…
Με το άκουσμα του υπηρετικού κουδουνιού, η Χρυσάνθη
παρουσιάστηκε στο σαλόνι.
«Σε μισή ώρα, Χρυσάνθη, θα καθίσουμε για το δείπνο»,
παρήγγειλε αυστηρά η Ελένη. «Να σερβιριστεί το καλύτερο
κρασί που διαθέτει η κάβα μας. Απόψε, γιορτάζουμε την α-
νακοίνωση των αρραβώνων του κυρίου Σταύρου με την Ελ-
πίδα μας».
«Να ζήσετε, κύριε. Να είστε ευτυχισμένοι, κυρία», τους
ευχήθηκε δειλά και χαμήλωσε πάλι το βλέμμα.
43
ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
Ο Ανδρέας την κοίταξε με καημό. Αισθάνθηκε κρυφή ζήλια
για το ευτυχές ζευγάρι. Δε θα μπορούσε ποτέ να εισβάλει
και αυτός μαζί με την αγαπημένη του, όπως έκαναν πρωτύ-
τερα ο φίλος και η αδερφή του και να ανακοινώσουν τον δι-
κό τους γάμο. Η αγάπη του για την Χρυσάνθη ήταν καταδι-
κασμένη στην ανυπαρξία. Μάταια προσπαθούσε να την βγά-
λει από την σκέψη του. Δεν το κατάφερνε.
«Να ζήσετε ευτυχισμένοι», ακούστηκε η πρόποση του Δά-
ντη. Τα κρυστάλλινα ποτήρια με το κόκκινο νέκταρ ενώθηκαν
παράγοντας έναν μελωδικό ήχο, για να ευχηθούν και εκείνα
με την σειρά τους στο ευτυχές ζευγάρι.
«Σκόπευα να σας ενημερώσω», συνέχισε ο Δάντης, «πως
είχα σκεφτεί, μετά της συζύγου και της αδερφής μου, να ορ-
γανώσουμε μια δεξίωση εις την οικία μας προς τιμήν σας,
φίλτατε Αριστόδημε. Ως ημερομηνία πραγματοποίησής της,
συναποφασίσαμε και ορίσαμε την ημέρα του Δεκαπενταύ-
γουστου, μιας και τότε είναι τα γενέθλια της μικρής μας Ιο-
κάστης. Με τις παρούσες εξελίξεις, όμως, είναι τρεις οι λόγοι
που θα γιορτάσουμε, μιας και προτείνω την ίδια μέρα να
γίνουν και οι επίσημοι αρραβώνες. Είστε σύμφωνοι;»
«Όπως επιθυμείς, φίλε μου», αποκρίθηκε ο Αριστόδημος.
«Είναι άριστη η ιδέα σας. Με βρίσκετε απολύτως σύμφω-
νο, πατέρα, αν βέβαια μου επιτρέπετε να σας αποκαλώ εφε-
ξής κατ’ αυτόν τον τρόπο», είπε ο Άγγελος με επιφύλαξη.
«Μεγάλη μου χαρά να με αποκαλείς έτσι, παιδί μου.
Μπορεί να γίνομαι πεθερός, αλλά αυτό δεν αφαιρεί τίποτα
από την γοητεία μου», απάντησε ο Δάντης και όλοι γέλασαν.
Μόνο η Αρετή δεν συμμερίστηκε το χιούμορ του. Φυσικά,
δεν ήταν ενήμερη για τα σχέδια του συζύγου της. Ωστόσο,
44
ΕΠΑΙΤΕΣ ΟΝΕΙΡΩΝ
ήταν συνηθισμένη να τον ακούει να προσποιείται πως έ-
παιρναν από κοινού τις όποιες αποφάσεις.
«Τι ωραία που τα σκέφτηκες, πατέρα! Τόσες χαρές μαζε-
μένες… θα είναι τα πιο ωραία μου γενέθλια», ακούστηκε πε-
ριχαρής η Ιοκάστη.
«Έχουμε είκοσι μέρες λοιπόν για να ετοιμάσουμε το σπίτι,
τα εδέσματα και φυσικά την λίστα των καλεσμένων. Οι προ-
σκλήσεις πρέπει να σταλούν εντός πέντε ημερών το αργότε-
ρο», συμπλήρωσε προβληματισμένη η Ελένη.
«Να ήτανε μόνο αυτά, συμπεθέρα! Πρέπει να μεριμνή-
σουμε για τα φορέματα και τα χτενίσματά μας», ακούστηκε
αγχωμένη η Ελπινίκη.
«Αχ, βρε γυναίκα, αδιόρθωτη είσαι! Μόνο την κοκεταρία
έχεις στο μυαλό σου», της φώναξε με χιουμοριστική διάθεση
ο Αριστόδημος.
Αυτή τη φορά γέλασαν όλοι, συμπεριλαμβανομένης και
της Αρετής.
«Τι όμορφη που είσαι, μητέρα, όταν γελάς», της είπε με
θαυμασμό ο Ανδρέας.
«Η ώρα που η ψυχή μας χαμογελά στιγμιαία, συμβιβα-
σμένη με το παρόν, στιγμή ευλογημένη», σκέφτηκε η Αρετή.
«Στις χαρές που θα ζήσει το σπιτικό μας», αναφώνησε με
ψηλά το ποτήρι.
Πράγματι, ήταν ένα από τα λιγοστά χαρούμενα βράδια
που ζούσε το αρχοντικό και δε θα ακολουθούσαν πολλά α-
κόμα. Η μοίρα είχε άλλα σχέδια…
Οι επόμενες μέρες περιελάμβαναν πυρετώδεις προετοι-
μασίες. Αρχικά, γράφτηκε η λίστα με τους καλεσμένους. Τη
διανομή των προσκλήσεων στα γύρω σπίτια έκανε η Χρυ-
σάνθη, πηγαίνοντας από πόρτα σε πόρτα, παραδίδοντάς τες
45
ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
αυστηρά στα χέρια των ιδιοκτητών τους. Σε συγγενείς και
φίλους, τον ρόλο του ταχυδρόμου ανέλαβαν ο Ανδρέας και η
Ιοκάστη, με την σύμπραξη βέβαια του κυρ-Δημήτρη, του
προσωπικού αμαξά της οικογένειας, αφού χρειάστηκε να
γυρίσουν τις περισσότερες γειτονιές της Αθήνας. Ο Δάντης
προσκάλεσε τον δικό του αριθμό στενών συνεργατών και
πελατών. Κοντινοί συγγενείς από την Πάτρα προσκλήθηκαν
για λογαριασμό της οικογένειας Σταύρου. Για τη διαμονή
τους, έγινε κράτηση έξι δωματίων στο ξενοδοχείο Μπάγκει-
ον, το οποίο βρισκόταν στην οδό Ομονοίας.
Η δεύτερη μέρα μετά το άτυπο γιορτινό τραπέζι αρραβώ-
νων ήταν αφιερωμένη στο ατελιέ της περίφημης γαλλίδας
ράφτρας, Ντεμελβίλ. Σε αυτήν ραβόταν, στην πλειοψηφία
του, ο κοσμικός κύκλος της πρωτεύουσας. Την πλήρωσαν
αδρά για να φτιάξει, σε διάστημα όχι μεγαλύτερο των δύο
εβδομάδων, τα φορέματα για τα τιμώμενα πρόσωπα της δε-
ξίωσης, την Ελπίδα και την Ιοκάστη. Τις προσεχείς ημέρες, οι
περισσότερες κοπέλες που εργάζονταν στο ατελιέ, θα δού-
λευαν, σχεδόν αποκλειστικά, για την οικογένεια Δελλή. Η
Αρετή και η Ελπινίκη αγόρασαν δυο έτοιμες τουαλέτες. Με
κάποιες μικρές μεταποιήσεις, ταίριαξαν απόλυτα στο σωμα-
τότυπό τους. Για την καθαριότητα του σπιτιού και το μαγεί-
ρεμα των εδεσμάτων που θα σερβίρονταν τη μεγάλη μέρα, η
Χρυσάνθη και η Θεανώ επιστράτευσαν τις δυνάμεις τους.
Ζητήθηκε βέβαια και η βοήθεια της Μαρίας, της υπηρέτριας
της οικογένειας Μακρή, οι οποίοι δέχτηκαν να τη διαθέσουν
με προθυμία.
46
ΕΠΑΙΤΕΣ ΟΝΕΙΡΩΝ
Μια εβδομάδα έμενε μέχρι τον Δεκαπενταύγουστο. Άπα-
ντες ήταν απασχολημένοι με τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν
για να φέρουν εις πέρας μια δεξίωση αντάξια του ονόματος
και της κοινωνικής θέσης της οικογένειας. Τόσο ο Δάντης
όσο και η αδελφή του ήθελαν να κερδίσουν τις εντυπώσεις.
Επιθυμούσαν την επομένη της γιορτής να μιλάει για το κο-
σμικό γεγονός που θα πραγματοποιείτο στην έπαυλή τους
ολάκερη η Αθήνα. Οι γυναίκες του σπιτιού πήγαν για πρόβα
και μετά στην οδό Ερμού για την αγορά υποδημάτων και γα-
ντιών. Ο Άγγελος ήταν στην υπηρεσία του. Ο Δάντης έφυγε
με τον Αριστόδημο από τα ξημερώματα για το λιμάνι του
Πειραιά. Από εκεί, θα παραλάμβαναν τα υφάσματα που πε-
ρίμεναν διακαώς από την Μασσαλία.
Η Χρυσάνθη, ανεβασμένη σε μια ξύλινη σκάλα, κρεμούσε
τις κουρτίνες, οι οποίες πλύθηκαν με λουλάκι τις προηγού-
μενες μέρες. Ο Ανδρέας διάβαζε στο δωμάτιό του το ‘Έγκλη-
μα και Τιμωρία’ του Ντοστογιέφσκι, συνεπαρμένος από τον
εφιάλτη των ενοχών που ταλάντευαν τον ήρωα. Η υψηλή
θερμοκρασία της εποχής, σε συνδυασμό με την αγωνία για
την πλοκή της υπόθεσης, τον έκαναν να διψάσει. Κατέβηκε
μέχρι την κουζίνα για να πιει μια δροσερή βυσσινάδα, με
σκοπό να γυρίσει γρήγορα και να συνεχίσει απτόητος την
ανάγνωση του βιβλίου. Διέσχιζε το σαλόνι, όταν πρόσεξε την
Χρυσάνθη που προσπαθούσε να περάσει το βαρύ ριντό.
Στάθηκε πίσω της και τη ρώτησε αν χρειάζεται βοήθεια. Α-
πορροφημένη από τη δουλειά της, δεν τον αντιλήφθηκε με
αποτέλεσμα να τρομάξει στο άκουσμα της φωνής του. Κου-
νήθηκε, μετακίνησε το βάρος της και έχασε την ισορροπία
της. Αν ο Ανδρέας δεν βρισκόταν τόσο σιμά της, θα χτυπούσε
άσχημα κατά την πτώση. Εκείνος όμως την έπιασε και σε
κλάσμα δευτερολέπτων, χωρίς να το καταλάβουν, βρέθηκαν
αγκαλιασμένοι, πάνω στο παχύ χαλί. Αφού προηγήθηκε μια
στιγμή κοινής αμηχανίας, κοιτάχτηκαν παθιασμένα. Ο Αν-
47
ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
δρέας ακούμπησε συνεσταλμένα τα χείλη του στα δικά της.
Εκείνη ανταπέδωσε με θέρμη αναλογιζόμενη πόσο γλυκό
είναι το πρώτο φιλί της νιότης. Όμως, μόλις συνήλθε, τον
έσπρωξε από πάνω της.
«Τι ήταν αυτό που κάναμε, κύριε Ανδρέα; Είμαι ασυγχώ-
ρητη που ενέδωσα στην κίνησή σας. Τι θα πιστεύετε τώρα
για εμένα. Συγχωρέστε με αν σας έδωσα κάποια λανθασμένη
εντύπωση. Δεν θέλω να σκέφτομαι ότι με κάποιο τρόπο, ά-
θελά μου, σας προκάλεσα».
Ο Ανδρέας ακούμπησε τον αντίχειρά του στο σαρκώδες
στόμα της.
«Δεν θέλω να το ξαναπείς αυτό. Ούτε με προκάλεσες, ούτε
υπάρχει περίπτωση να παρεξηγήσω τη θέρμη του φιλιού
σου. Σε σκέφτομαι συνέχεια, με σκέψεις που ταράζουν τις
μέρες και τις νύχτες μου. Δεν ξέρω αν είναι έγκλημα ο έρω-
τας που νιώθω για εσένα, αδιαφορώ όμως για το ποια θα
είναι η τιμωρία».
«Δεν μπορεί να τα πιστεύετε αυτά που λέτε, κύριε. Ξέρετε
πόσα πράγματα μας χωρίζουν. Η θέση μου είναι δυσκολότε-
ρη από την δική σας∙ πρέπει να ξεχάσουμε αυτό που έγινε.
Ήταν ένα λάθος που δεν πρέπει να επαναληφθεί. Είμαι αδι-
καιολόγητη», επανέλαβε πανικοβλημένη. Δεν είχε τελειώσει
ακόμα αυτά που έλεγε, όταν ακούστηκε για ακόμη μια φορά
η Θεανώ.
«Χρυσάνθη, πήγαινε γρήγορα στην οικογένεια Μακρή και
ζήτα από την Μαρία δυο αυγά για να αυγοκόψω τη σούπα.
Μου σώθηκαν και δεν το πήρα χαμπάρι».
Σηκώθηκε από τον διακοσμημένο τάπητα που φιλοξένησε
πρόσκαιρα τον πόθο τους, τίναξε την ποδιά της και πήγε να
πράξει αυτό που της παρήγγειλε η μαγείρισσα. Μέχρι να
φτάσει στο κατώφλι της πόρτας υπηρεσίας του διπλανού
σπιτιού, έσιαζε τις τούφες που δραπέτευσαν άτακτα από την
πλεξίδα της, προσπαθώντας να ξεχάσει την ταραχή της. Δεν
48
ΕΠΑΙΤΕΣ ΟΝΕΙΡΩΝ
ήξερε τι ήταν αυτό που της δημιουργούσε τόση αναστάτω-
ση∙ η ανήθικη υπόσταση αυτού που μόλις είχε γίνει ή το συ-
ναίσθημα που πρωτόγνωρα ένιωσε; Αυτό πάλι με την Θεα-
νώ; Πώς έπρεπε να το εκλάβει; Μήπως η καλοκάγαθη μαγεί-
ρισσα ήταν εν αγνοία της ο ‘από μηχανής Θεός’, όπως ανέ-
φερε κάποια στιγμή ο κύριος Αριστόδημος μιλώντας για τις
αρχαίες τραγωδίες, που την κατάλληλη στιγμή την έβγαζε
από τη δύσκολη θέση; Εκτός αν της έστελνε σημάδια η μα-
καρίτισσα η μάνα της. Ναι, έτσι πρέπει να ήταν. Βαθιά μέσα
της, όμως, ήθελε αυτή τη φορά η φωνή της Θεανώς να μην
είχε ακουστεί.
Ο Ανδρέας, αντίθετα, σηκώθηκε περιχαρής. Έριξε μια νο-
σταλγική ματιά στο πάτωμα φέρνοντας στο νου του όσα
προηγήθηκαν λίγες στιγμές πριν. Ένιωσε να καίγεται ολό-
κληρος στην σκέψη και μόνο του περιπαθούς φιλιού τους.
Θυμήθηκε το γλυκό αφέψημα, την αιτία που τον έκανε να
βγει από το δωμάτιό του και να κατεβεί στην κουζίνα. Σιγο-
τραγουδούσε έναν χαρούμενο σκοπό παροτρύνοντας την
Θεανώ να ακολουθήσει τον ρυθμό του. Ανέβηκε στον επάνω
όροφο, νιώθοντας τώρα περισσότερο οίκτο για τον δύστυχο
Ρασκόλνικωφ. Ευχόταν να μπορούσε ο ήρωας να ξεπηδήσει
από τις σελίδες του δερματόδετου βιβλίου∙ ήθελε να του
διηγηθεί για το φιλί που αντάλλαξε με την Χρυσάνθη κι, έτσι,
ίσως τον απομάκρυνε έστω και για λίγο από τις έννοιες του.
«Καημένε, Ρασκόλνικωφ», μονολόγησε με οίκτο, «νόμιζες
πως το έγκλημα που διέπραξες ήταν το διπλό φονικό. Λάθος!
Χειρότερο και από αυτό ακόμα ήταν που δεν έδωσες χρόνο
στον εαυτό σου να αγαπήσει. Έτσι, θα συγχωρούσες την κοι-
νωνία, το σύστημα, τους διοικούντες, την ίδια τη ζωή».
49
ΕΛΣΑ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ
Τα κορίτσια μετρούσαν τις μέρες που υπολείπονταν, η μια
για τον αρραβώνα της και η άλλη για τα γενέθλιά της. Παρέ-
λαβαν τα φορέματα έτοιμα λίγες μέρες πριν τη δεξίωση, κάτι
που τις απάλλαξε από πρόσθετο άγχος. Η κυρία Ντεμελβίλ
έκανε πράγματι άριστη δουλειά. Τους παρέδωσε κομμάτια
υψηλής ραπτικής, που δικαιολογούσαν απόλυτα την ταχύτα-
τη εξάπλωση της φήμης της σε ολόκληρη την Νότια Ελλάδα.
Όλοι ήταν ενθουσιασμένοι, τόσο λόγω της κοινής προσμονής
του εορτασμού της Μεγαλόχαρης, όσο και για προσωπικούς
ο καθένας λόγους.
Τα υφάσματα από την Μασσαλία έφτασαν χωρίς κανένα
πρόβλημα και ήδη οι δυο άντρες είχαν κλείσει αρκετές συμ-
φωνίες για την πώλησή τους. Η Ελπίδα και ο Άγγελος ένιω-
θαν όλο και πιο όμορφα, καθώς μάθαιναν καλύτερα ο ένας
τον άλλον. Ο Ανδρέας, από την άλλη, μπορεί να μην είχε κα-
ταφέρει ακόμα να μιλήσει ξανά κατ’ ιδίαν με την Χρυσάνθη,
μιας και εκείνη τον απέφευγε συστηματικά, της άφηνε όμως
κάτω από το μαξιλάρι της ραβασάκια και λουλούδια που έ-
κλεβε από τον κήπο. Η Αρετή ξαναβρήκε το χαμένο γέλιο της,
αφού διήνυε τις αλκυονίδες μέρες μέσα στον χειμώνα της
ψυχής της. Τις περισσότερες ώρες τις περνούσε με τις κόρες
της και την Ελπινίκη, σχεδιάζοντας τις λεπτομέρειες της δε-
ξίωσης. Επίσης, για κάποιον λόγο που δεν ήξερε αλλά δεν
την ενδιέφερε και να μάθει, ο Δάντης δεν την επισκεπτόταν
τα βράδια. Συνέχιζε, βέβαια, να παριστάνει τον καθωσπρέπει
σύζυγο στη διάρκεια της ημέρας.
Μόνο η Ελένη και η Χρυσάνθη βασανίζονταν από άσχημα
συναισθήματα. Η ψυχολογία τους αποτελούσε τη μοναδική
παραφωνία στους καλλίφωνους ήχους των υπολοίπων. Η
Ελένη ένιωθε αηδία και αρρώσταινε με την υπερβολική χαρά
που επικρατούσε. Κάθε χαμόγελο της Αρετής ήταν για εκείνη
μαχαιριά, έβρισκε ακριβή στόχο στην καρδιά της και της
προκαλούσε παρατεταμένη νευρικότητα. Καρτερούσε με
50